Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Πρισίλα Μόρις: «Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί»

 


Ο πόλεμος που ρήμαξε τη Βοσνία και το Σαράγεβο είναι ο «καμβάς» των σπαρακτικών Μαύρων Πεταλούδων, μυθιστορηματικού ντεμπούτου της βοσνιακής καταγωγής Βρετανίδας συγγραφέως Πρισίλα Μόρις.

Κουβεντιάζοντας μαζί της με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

«Έγραψα το μυθιστορηματικό ντεμπούτο μου ‘Μαύρες Πεταλούδες’ για να κατανοήσω τον πόλεμο που ρήμαξε τη γενέτειρα της μητέρας μου μεταξύ 1992-1996», γράφεις στην ιστοσελίδα σου.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ως παιδί περνούσες τα καλοκαίρια σου στο Σαράγεβο, ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο;

Η μητέρα μου είναι από το Σαράγεβο και ο πατέρας μου Άγγλος. Μεγάλωσα στην Αγγλία, αλλά πέρασα τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Σαράγεβο, επισκεπτόμενη τους παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου περιστρέφονται γύρω από τον γαλανό ουρανό, τα χαμογελαστά πρόσωπα, τις μεγάλες τολύπες καπνού τσιγάρων και το πολύ φαγητό.

Θυμάμαι να κάθομαι έξω με ήλιο σ’ ένα μακρύ τραπέζι κάτω από τα δέντρα, τριγυρισμένο από ξαδέλφια, παππούδες και γιαγιάδες, θείες και θείους που έτρωγαν ψητό αρνί στη σούβλα και ζεστά ψωμάκια καλαμποκιού αλειμμένα με καϊμάκι.

Θυμάμαι τη μυρωδιά της μούχλας του διαμερίσματος των παππούδων μου στη νέα συνοικία του Σαράγεβο, το οποίο είχε ελαιογραφίες και κιλίμια που κάλυπταν κάθε ελεύθερο εκατοστό του τοίχου.

Θυμάμαι τον ενθουσιασμό της βόλτας με το παιδικό τρενάκι στον ζωολογικό κήπο και του πικνίκ στις πηγές του ποταμού Μπόσνα.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να κάθεται σε μια στοίβα από κιλίμια στη Μπαστσάρσια, την παλιά οθωμανική καρδιά του Σαράγεβο, να πίνει καφέ και να παζαρεύει τις τιμές.

Μερικές από τις πιο πρώιμες, πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι από τα βουνά έξω από το Σαράγεβο, όπου οι παππούδες μου είχαν ένα μικρό πέτρινο εξοχικό.

Θυμάμαι να καβαλάω τους ώμους του πατέρα μου μέσα από σκοτεινά δάση ψάχνοντας για αρκούδες, να κολυμπάω σε ορμητικά ποτάμια, να κάνω ηλιοθεραπεία σε ζεστούς βράχους, να τρώω παγωμένο καρπούζι που είχε κρυώσει στο ποτάμι...

Όλα μου φαίνονταν τόσο μουντά και γκρίζα όταν επέστρεφα στην Αγγλία.

Και τι κατανόησες για τους πολέμους οι οποίοι μάστισαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Βοσνία και το Σαράγεβο μέσα από τη διαδικασία συγγραφής αυτού του μυθιστορήματος;

Ήμουν 19 ετών όταν ξέσπασαν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς οι δημοκρατίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους η μία μετά την άλλη.

Η Σλοβενία ​​αποσχίστηκε αρκετά εύκολα το 1991, αλλά συντελέστηκε αιματοχυσία όπου υπήρχαν σερβικές μειονότητες - δηλαδή στην Κροατία και τη Βοσνία. Οι Σέρβοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία.

Ο πόλεμος στη Βοσνία ήταν ιδιαίτερα βάναυσος επειδή εμπλέκονταν τρεις εθνοτικές ομάδες: οι Βόσνιοι (Μουσουλμάνοι), οι Σέρβοι (Ορθόδοξοι) και οι Κροάτες (Καθολικοί).

Ο όρος «εθνοκάθαρση» επινοήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Υπήρξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα βιασμού και η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Ήταν φρικτό.

Θυμάμαι να παρακολουθώ την πολιορκία του Σαράγεβο να εξελίσσεται κάθε βράδυ στις ειδήσεις του BBC από το σπίτι μου στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.

Σερβοβόσνιοι εθνικιστές περικύκλωσαν την πόλη και βομβάρδισαν σπίτια, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, τζαμιά και εκκλησίες από τα βουνά.

Ελεύθεροι σκοπευτές στις στέγες σκότωναν αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά καθώς εκείνοι διέσχιζαν τους δρόμους από κάτω.

Οι τηλεφωνικές γραμμές και η ταχυδρομική υπηρεσία είχαν διακοπεί, οπότε δεν είχαμε ιδέα αν οι παππούδες μου ήταν ζωντανοί ή νεκροί.

Το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και το νερό κόπηκαν ένα προς ένα.

Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός σήμαινε ότι ο Ο.Η.Ε. έπρεπε να στέλνει αεροπορικώς τρόφιμα από την Ιταλία κάθε δέκα ημέρες για να κρατήσει στη ζωή τον πληθυσμό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων.

Ήταν μια βαθιά συναισθηματική, ενοχλητική, μπερδεμένη περίοδος.

Η οικογένεια της μητέρας μου ήταν εθνοτικά μικτή - όπως ήταν το ένα τρίτο των οικογενειών του Σαράγεβο πριν από τον πόλεμο.

Ο παππούς μου ήταν Σερβοβόσνιος, η γιαγιά μου ήταν Σλοβένα (Καθολική) και ο αδερφός της ήταν παντρεμένος με Βόσνια.

Ήταν ένα απόλυτο σοκ να βλέπεις το Σαράγεβο, το οποίο ήταν φημισμένο προπολεμικά για την πολυφωνία, τη ζεστασιά, τη φιλοξενία, την ανοχή και τον εορτασμό άλλων πολιτισμών, να βυθίζεται σε τέτοιο διχασμό και σφαγές.

Αρχικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάστηκε ως εμφύλιος πόλεμος.

Μέχρι το τέλος του σχεδόν τετραετούς πολέμου, ωστόσο, έγινε απολύτως σαφές πως, αν και διαπράχθηκαν φρικαλεότητες και από τους τρεις εθνικισμούς, ο πόλεμος οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη σερβική επιθετικότητα, με την πλήρη υποστήριξη του Μιλόσεβιτς.

Ο Τούτζμαν στην Κροατία δεν ήταν πολύ καλύτερος, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια Μεγάλη Κροατία. Ο Ιζετμπέγκοβιτς, ο Βόσνιος πρόεδρος, επίσης δεν ήταν καθόλου άγιος, αλλά η δική του αντίδραση ήταν κυρίως αμυντική, απαντητική.

Με τις Μαύρες Πεταλούδες μ’ ενδιέφερε να αναπαραστήσω την αντιεθνικιστική φωνή μέσω της καλλιτέχνιδας Ζόρα και να συνθέσω μια ερωτική επιστολή στο μοναδικό, ζεστό, πολυπολιτισμικό Σαράγεβο που γνώριζα ως παιδί.

Ήθελα επίσης πολύ να δείξω την ομορφιά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, για να αντισταθμίσω τις εικόνες πολέμου και καταστροφής τις οποίες έχουν πολλοί στο μυαλό τους όταν σκέφτονται την περιοχή.

Ένα από τα πολλά που κατάλαβα μέσα από τη διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματός μου ήταν ότι οι πόλεμοι σφυρηλάτησαν τις εθνικιστικές ακρότητες και την επιστροφή στη θρησκεία από όλες τις πλευρές, και όχι το αντίστροφο.

Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην εξαιρετική εθνογραφία της πολιορκίας από την Κροάτισσα ανθρωπολόγο Ιβάνα Μάτσεκ, Το Σαράγεβο υπό Πολιορκία, την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Σε ποιον βαθμό μοιράζεσαι ή/και έχεις ξεπεράσει το συλλογικό, καθώς και το οικογενειακό τραύμα που σχετίζεται με τον πόλεμο;

Το τραύμα είναι βαθύ και ταυτόχρονα κάτι μακρινό για μένα.

Δε μεγάλωσα στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Δεν έζησα τον πόλεμο. Δε μιλάω καν βοσνιακά πέρα ​​από ένα βασικό επίπεδο, καθώς, δυστυχώς, η μητέρα μου δε θεωρούσε τα σερβοκροατικά «χρήσιμη» γλώσσα(!)

Ωστόσο, εξακολουθούσα να νιώθω μια πολύ ισχυρή συναισθηματική σύνδεση με τους παππούδες μου, ειδικά με την γιαγιά μου, και ο πόλεμος άφησε έναν ταραχώδη συναισθηματικό αντίκτυπο σε όλη μου την οικογένεια.

Ένας ξάδερφος της μητέρας μου σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή, ενώ άλλα ξαδέρφια διασκορπίστηκαν παντού: στις Η.Π.Α., την Αυστρία, την Κένυα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πολλά μέλη της βοσνιακής πλευράς της οικογένειάς μας παρέμειναν στο Σαράγεβο, το οποίο τώρα είναι στην συντριπτική του πλειονότητα βοσνιακό. Μια κατακερματισμένη οικογένεια.

Η διάρκειας δεκατριών ετών διαδικασία έρευνας και συγγραφής του βιβλίου έφερε ξανά στο προσκήνιο το τραύμα.

Ήμουν σε κατάθλιψη και ανίκανη να γράψω για έναν χρόνο, αφού πέρασα πέντε μήνες στο Σαράγεβο το 2010 συλλέγοντας ιστορίες πολέμου - και τελικά η διαδικασία βοήθησε κάπως στην επούλωση του τραύματος.

Κάθε φορά που δίνω μια ομιλία για τις Μαύρες Πεταλούδες, αισθάνομαι πως τιμώ τις ιστορίες πολέμου τις οποίες ευγενικά μοιράστηκαν μαζί μου οι συγγενείς και οι φίλοι μου στο Σαράγεβο, και αυτό μου φαίνεται επίσης σαν κάτι θεραπευτικό.

Θεωρείς τη διαδικασία της γραφής γενικά ως ένα μέσο για την ανακάλυψη/εκ νέου ανακάλυψη του εαυτού, του ιστορικού υποβάθρου, του κοινωνικού πλαισίου και των στενών σχέσεων ενός ανθρώπου;

Θεωρώ τη γραφή μια πράξη δημιουργίας που συχνά περιλαμβάνει πτυχές ανακάλυψης και εκ νέου ανακάλυψης.

Για μένα, η γραφή είναι ένα βήμα προς τα μέσα για να ανασύρω αναμνήσεις, ανθρώπους, μέρη και πράγματα τα οποία αντηχούν, στοιχειώνουν και βασανίζουν, προκειμένου να τα αναδείξω. Ακολουθώ το ένστικτό μου και γράφω για ό,τι με καλεί.

Ο τόπος με γοητεύει πολύ - και το να γράφω για τον τόπο συχνά με οδηγεί σε ανθρώπους, στην ιστορία, τον πολιτισμό, την πλοκή και ούτω καθεξής.

Η δομή είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική. Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να βεβαιωθώ πως η δομή των Μαύρων Πεταλούδων έμοιαζε αληθινή και είχε το νόημα που ήθελα να έχει.

Ωριμάζεις μέσα από τη συγγραφή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος;

Ναι, θα έλεγα ναι. Σίγουρα έχω ωριμάσει.

«Αφετηρία ήταν η εμπνευσμένη ιστορία του θείου μου, του Βόσνιου ζωγράφου τοπίων Ντομπρίβογε Μπελικάσιτς», αναφέρεις επίσης στην ιστοσελίδα σου.

Πράγματι, η Ζόρα, ένας από τους δύο κύριους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ζωγράφος. Γιατί η ζωγραφική υπήρξε τόσο κρίσιμο σημείο εκκίνησης ήδη από την αρχική σύλληψη του μυθιστορήματος;

Η ιστορία του προ-θείου μου ήταν ο καταλύτης για τις Μαύρες Πεταλούδες. Δεν ήταν μόνο η ζωγραφική, αλλά ολόκληρη η καλλιτεχνική του ιστορία που ενέπνευσε το μυθιστόρημα. Θα την περιγράψω εδώ με λίγα λόγια.

Ο Ντομπριβόγιε Μπελικάσιτς, ή Ντόμπρι εν συντομία, ήταν 68 ετών όταν ξεκίνησε η πολιορκία. Είχε ένα υπέροχο στούντιο πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παλιό Δημαρχείο του Σαράγεβο.

Τον Αύγουστο του 1992, το εμβληματικό κτίριο έγινε στόχος εμπρηστικών οβίδων και γρήγορα τυλίχτηκε στις φλόγες.

Πάνω από 1.5 εκατομμύριο βιβλία και 300 πίνακες του Ντόμπρι καταστράφηκαν στην πυρκαγιά, η οποία έγινε σύμβολο του πολιορκημένου Σαράγεβο.

Οι κάτοικοι του Σαράγεβο αποκαλούσαν «μαύρες πεταλούδες» τις στάχτες που σκοτείνιαζαν τον ουρανό για μέρες.

Συντετριμμένος, ο Ντόμπρι πίστευε πως δε θα ζωγράφιζε ποτέ ξανά. Αυτός, η σύζυγός του και η πεθερά του έφυγαν από το Σεράγεβο με ένα κονβόι του Ερυθρού Σταυρού λίγους μήνες αργότερα.

Δυστυχώς, η πεθερά του πέθανε στο μακρύ ταξίδι προς την Αγγλία, όπου ζούσαν η κόρη και ο γαμπρός τους.

Μετά από μια περίοδο ανάρρωσης, ο Ντόμπρι επανασυνδέθηκε με τη φύση και άρχισε να βλέπει τον κόσμο από την αρχή.

Ζωγράφιζε την ύπαιθρο του Γουίλτσιρ και πολλά από τα γιουγκοσλαβικά τοπία που είχαν καεί στην πυρκαγιά. Συνέχισε να ζωγραφίζει για τις επόμενες δύο δεκαετίες της ζωής του, και έγινε το γηραιότερο μέλος μιας διάσημης λέσχης τέχνης του Μπρίστολ.

Άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του στην κηδεία του παππού μου στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Νότινγκ Χιλ του Λονδίνου.

Ο παππούς μου δεν ανάρρωσε ποτέ πραγματικά από τον πόλεμο και πέθανε λίγα χρόνια αφότου ο πατέρας μου τον έσωσε από το Σαράγεβο το 1993.

Αντιθέτως, η ιστορία του προ-θείου μου ήταν, για μένα, μια ιστορία ελπίδας. Άκουσα σε αυτήν μια ιστορία για την τέχνη που θριάμβευσε πάνω στην τραγωδία του πολέμου. Η ζωγραφική του τού επέτρεψε να ενταχθεί σε μια νέα χώρα σε μεγάλη ηλικία.

Η εικόνα των βιβλίων και της τέχνης τα οποία καίγονταν, η σκέψη των όμορφων οθωμανικών γεφυρών και βουνών που ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε, με κατέκλυσε έντονα. Έπρεπε να το γράψω.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία σπάρθηκε ο αρχικός σπόρος των Μαύρων Πεταλούδων.

Υποθέτοντας πως όλοι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από πραγματικά πρόσωπα ή ιστορίες για τις οποίες μπορεί να έχεις ακούσει ή διαβάσει, θέλεις να αναφερθείς στη διαδικασία μέσω της οποίας συνέθεσες κάθε χαρακτήρα;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες προέρχονται από ανθρώπους που γνώρισα στο Σαράγεβο το 2010.

Για παράδειγμα, η μικρή Ούνα βασίζεται σε ένα κορίτσι η οποία ζούσε δίπλα στους παππούδες μου στο Σαράγεβο και ήταν οκτώ ετών όταν ξέσπασε ο πόλεμος.

Το 2010, ήταν είκοσι έξι ετών και μου έκανε εβδομαδιαία μαθήματα βοσνιακών. Μου διηγήθηκε πολλές από τις αναμνήσεις της από τον πόλεμο και αρκετές από αυτές συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο.

Ο Μιρσάντ, ο Βόσνιος ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου με τον οποίο η Ζόρα έχει στενή φιλία, βασίστηκε σε έναν κορνιζοποιό που μου διηγήθηκε την ιστορία του πολέμου στο μαγαζί του ένα απόγευμα.

Η Λένκα έχει ως πρότυπο μια διερμηνέα με την οποία εξακολουθώ να έχω επαφή. Και ούτω καθεξής.

Φυσικά, χρησιμοποιώ τους πραγματικούς ανθρώπους ως σημεία εκκίνησης και στη συνέχεια, όταν εισαχθούν στην ιστορία, αρχίζουν να κάνουν και να λένε πράγματα από μόνοι τους.

Η «αληθινή» Ούνα, για παράδειγμα, δεν έβαψε ποτέ ούτε ένα τεράστιο δέντρο στον ραγισμένο τοίχο του σαλονιού της!

Η Ζόρα;

Η Ζόρα ήρθε σε μένα αστραπιαία.

Αρχικά να γράφω με πρωταγωνιστή έναν άνδρα καλλιτέχνη και, για κάποιον λόγο, απλά δεν απογειωνόταν. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω την ιστορία μακριά από τους προ-θείους μου και στη σφαίρα της μυθοπλασίας.

Μόλις είχα ξαναδιαβάσει την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, από πολλές απόψεις ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα πολιορκίας. Έκλεισα το βιβλίο και ξαφνικά μια κοκκινομάλλα γυναίκα, γύρω στα 55, ήρθε προς το μέρος μου.

Αρκετά σημεία της πλοκής συνδέθηκαν με τον χαρακτήρα της:

Θα χωριζόταν από τον σύζυγό της στις αρχές του πολέμου και ουσιαστικά θα τον βίωνε μόνη της· θα έχανε μια πολύ στενή φιλία με τον γείτονά της· κάποιος πολύ κοντινός της άνθρωπος θα πέθαινε.

Άρχισα να γράφω ξανά το βιβλίο, αυτήν τη φορά από την οπτική γωνία της Ζόρα. Και τότε, το μυθιστόρημα πραγματικά απογειώθηκε.

Αν η Ζόρα είναι ένας από τους κύριους -τραυματισμένους, εύθραυστους, αλλά κάπως ανθεκτικούς- χαρακτήρες των Μαύρων Πεταλούδων, τότε το Σαράγεβο είναι, σίγουρα, ο άλλος, που αναδύεται ως μια ζωντανή οντότητα.

Πώς το ζωντάνεψες με αφηγηματικούς όρους;

Χαίρομαι που το εντόπισες.

Το Σαράγεβο είναι αναμφίβολα ο άλλος κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου. Το Μαύρες Πεταλούδες κατά κάποιον τρόπο αφορά στη σχέση της Ζόρα με την αγαπημένη της πόλη, καθώς αυτή αλλάζει σχεδόν ανεπανόρθωτα.

Άντλησα έμπνευση από τις παιδικές μου αναμνήσεις και τις πολλές βόλτες που έκανα στην πόλη το 2010 για να δώσω μια βαθιά αίσθηση του τόπου και της ατμόσφαιρας.

Απορρόφησα λεπτομέρειες για την υφή της ζωής υπό πολιορκία όταν έπαιρνα συνεντεύξεις από ανθρώπους και διάβαζα μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όπως επιστολές και ημερολόγια της πολιορκίας, για να μάθω πώς επέζησαν οι άνθρωποι.

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ και τις πέντε αισθήσεις μου καθώς γράφω, γι’ αυτό υπάρχουν πολλές μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και υφές στο γράψιμό μου που ζωντανεύουν πραγματικά την πόλη, έτσι ώστε σχεδόν να αναπνέει.

Ό,τι μου λείπει ως αναγνώστης, και όχι επειδή προσωπικά δεν το «γνωρίζω» με κάποιον τρόπο (το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο), είναι μια πιο λεπτομερής αναφορά στις αιτίες του πολέμου - πάλι με αφηγηματικούς όρους.

Συμβαίνει αυτό επειδή σκόπευες να εξερευνήσεις την οδυνηρή πρόσφατη Ιστορία υπό το πρίσμα των καθημερινών ανθρώπων -ανεξαρτήτως εθνικότητας ή/και φιλοσοφικών/θρησκευτικών πεποιθήσεων- που τη βιώνουν;

Χαίρομαι πολύ που μαθαίνω πως το Σαράγεβο είναι η αγαπημένη σου πόλη στον κόσμο! Είναι ένα τόσο μοναδικό, ξεχωριστό, όμορφο μέρος.

Δε σκόπευα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο, αλλά να αποτυπώσω την καθημερινότητα της ζωής υπό πολιορκία και το πώς η φυσιολογική, πολιτισμένη ζωή εκτράπηκε σε μια κατάσταση ανομίας και ακραίων συνθηκών τους πρώτους μήνες του 1992.

Πρόκειται περισσότερο για μια ανθρωπολογική, παρά για μια ιστορική προσέγγιση.

Ωστόσο, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να καταγράψω με ακρίβεια τη σωστή χρονολογική σειρά των γεγονότων της πολιορκίας στο βιβλίο μου, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβές ιστορικά.

Καταλαβαίνω την επιθυμία του αναγνώστη να εξηγηθεί καλύτερα το υπόβαθρο, αλλά σε αυτήν την περίπτωση ένιωσα επίσης ότι δε θα ταίριαζε με το στιλ αφήγησης του μυθιστορήματός μου.

Η Ζόρα, η πρωταγωνίστρια, μέσα από τα μάτια της οποίας γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος, είναι παγιδευμένη στη στιγμή. Το μυθιστόρημα αφηγείται σε ενεστώτα χρόνο για λόγους αμεσότητας που δεν επιτρέπει καμία σκέψη από ένα σημείο στο μέλλον.

Η Ζόρα, όπως ο προ-θείος μου και πολλοί άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη, δεν είχαν ιδέα εκείνη την εποχή τι είχε προκαλέσει τον πόλεμο ή ότι επρόκειτο να έρθει. Ξαφνιάστηκαν.

Η Ζόρα είναι μια αντιεθνικίστρια Σερβοβόσνια καλλιτέχνις που δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική και πίστευε ακράδαντα στο ιδανικό ενός πλουραλιστικού Σαράγεβο, στο οποίο οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον.

Οι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε βιβλία Ιστορίας ή να ψάξουν στο διαδίκτυο για να κατανοήσουν το ιστορικό πλαίσιο, και πραγματικά ελπίζω να το κάνουν, έχοντας διαβάσει το βιβλίο μου.

Ποιο είναι το μέλλον της Βοσνίας μέσα σε μια ηθικά και πολιτικά καταρρέουσα Ευρώπη, τουλάχιστον σε κυβερνητικό/καθεστωτικό επίπεδο στις περισσότερες χώρες, αν λάβουμε υπόψη τον αυξανόμενο αυταρχισμό και την ισλαμοφοβία;

Ζοφερό, με μια λέξη. Θα ήθελα πολύ να είμαι πιο θετική και ελπίζω να κάνω λάθος.

Αφιερώνεις το Μαύρες Πεταλούδες στην μητέρα σου. Τι γνώμη έχει γι’ αυτό;

Είναι πολύ περήφανη.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Πρισίλα Μόρις Μαύρες Πεταλούδες κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μυρτούς Καλοφωλιά.



Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Ahmet M. Rahmanović: «Οι καλλιτέχνες πρέπει να στέκονται στην πλευρά της αλήθειας»


Οκτώ χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το σκοτεινό και καθηλωτικό μυθιστόρημα του Βόσνιου Μουσουλμάνου Ahmet M. Rahmanović Black Soul, το οποίο αφηγείται την οδύσσεια του πρωταγωνιστή του Hamza από τη σπαρασσόμενη Βοσνία στο Σικάγο, παραμένει μια από τις πιο επιδραστικές λογοτεχνικές καταγραφές όσων συνέβησαν στον πόλεμο της Βοσνίας. Λίγες μέρες πριν από την 23η επέτειο της σφαγής της Σρεμπρένιτσα, συνομιλούμε με τον συγγραφέα.

«Η ιστορία που ακολουθεί είναι μυθοπλασία. Ό,τι συνέβη στην πραγματικότητα ήταν χειρότερο», γράφετε στις εισαγωγικές σημειώσεις του σκοτεινού και καθηλωτικού μυθιστορήματός σας Black Soul. Πότε και γιατί αποφασίσατε να αναδημιουργήσετε μυθοπλαστικά τις προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες και αναμνήσεις από τον πόλεμο στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη;

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο, ένας Δυτικοευρωπαίος δημοσιογράφος τράβηξε μια φωτογραφία ενός μικρού σκυλιού που πέθαινε στο δρόμο αφότου είχε χτυπηθεί από οβίδα. Εκείνη η φωτογραφία προκάλεσε μεγαλύτερη προσοχή και φρίκη στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη από τις φωτογραφίες των σφαγμένων ανθρώπων, των βιασμένων γυναικών, των στρατοπέδων συγκέντρωσης κ.λπ.

Κατάλαβα πως η αλήθεια δεν είχε ενδιαφέρον για τον μέσο Ευρωπαίο ή πολιτικό. Έτσι προέκυψε η ιδέα μου να γράψω την αλήθεια για τον πόλεμο στη Βοσνία, αλλά τυλίγοντας και παρουσιάζοντάς τη σαν ένα μυθιστόρημα δράσης γεμάτο ένταση. Το Black Soul παραμένει ανάμεσα στα μπεστ σέλερ στη Βοσνία, και το πιο ευπώλητο αγγλόφωνο βιβλίο στη χώρα.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε στο St. Charles σε δύο μήνες.

Από την άποψη της αφήγησης, το μυθιστόρημά σας ξετυλίγεται σαν ένα βαλκανικού τύπου υπαρξιακό νουάρ ή μια αρχαιοελληνική τραγωδία. Στιλιστικά και φιλοσοφικά, υπήρξαν αυτοί οι τρόποι γραφής ανάμεσα στις επιρροές σας;

Δεν υπάρχει ευτυχές τέλος μέτα από ένα πόλεμο. Μόνο οι ηλίθιοι και οι κερδοσκόποι είναι ευτυχείς. Αν και φαίνεται παράξενο, το Black Soul είναι ένα μυθιστόρημα για την ελπίδα. Ο Hamza απείχε ένα βήμα από την επιστροφή στην κανονική ζωή. Δεν τα κατάφερε, αλλά το μυθιστόρημα δείχνει το δρόμο προς την επιτυχία, και το φως στο τέλος του τούνελ. Μόνο η αγάπη μπορεί να επαναφέρει τους παλιούς πολεμιστές στην κανονική ζωή.

Το Black Soul έχει κάποια στοιχεία κλασικής ελληνικής τραγωδίας, αλλά όπως ο Avdaga (σημ.: ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος) λέει κάποια στιγμή: «Το να διαλέγεις το θάνατο δεν είναι κατ’ ανάγκη η χειρότερη επιλογή».

Ο Hamza, ο βαθιά τραυματισμένος κεντρικός πρωταγωνιστής και κινητήρια δύναμη της αφήγησης στο Black Soul, και η οδύσσειά του με αφετηρία τη ρημαγμένη από τον πόλεμο Βοσνία και τέρμα το Σικάγο βρίσκονται στον πυρήνα του βιβλίου σας. Θα θέλατε να αναφερθείτε λεπτομερέστερα στη διαδικασία δημιουργίας του χαρακτήρα του;

Ο χαρακτήρας του Hamza είναι κυρίως αληθινός, και αποτελεί μετουσίωση περισσότερων πραγματικών χαρακτήρων, συμπεριλαμβανομένων και προσωπικών εμπειριών. Έχοντας αυτό κατά νου, ένας Αμερικανός εκδότης μου πρόσφερε ένα συμβόλαιο για τη δικιά μου μη-μυθοπλαστική ιστορία. Δυστυχώς, τα συναισθήματα είναι ακόμα υπερβολικά έντονα για να προχωρήσω σε αυτό το εγχείρημα.

Ως χαρακτήρας, ο Hamza συνδυάζει τη μοίρα και τις εμπειρίες των ανθρώπων που πέρασαν τον πόλεμο στα πεδία των μαχών, των ανθρώπων που κρατήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, των ανθρώπων που έχασαν τα παιδιά τους στον πόλεμο κ.λπ.

Ως επί το πλείστον, τείνετε να αναφέρεστε σε άτομα σερβικής εθνικότητας ως “Chetniks”, δηλαδή φασίστες, είτε πρόκειται για στρατιώτες ή παραστρατιωτικούς είτε πολίτες. Νιώθετε ακόμα πικρία και οργή απέναντί τους, ή τους έχετε συγχωρέσει;

Ίσως παρατήρησες το σύνθημα “nož, žica, Srebrenica” («μαχαίρι, σύρμα, Σρεμπρένιτσα») σε ποδοσφαιρικά στάδια στη Σερβία. Η τελευταία φορά που αυτό τραγουδήθηκε δημόσια ήταν στη Βιέννη, μετά τον αγώνα μεταξύ Σερβίας και Ελβετίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στις 22 Ιουνίου. Ίσως δεν έχεις αναρωτηθεί τη σημασία αυτού του σλόγκαν, αλλά εμπεριέχει τη σύνοψη της ιδεολογίας του κινήματος των Chetniks. Υπάρχει ένα μαχαίρι για το σφάξιμο του θύματος, έπειτα το αγκαθωτό σύρμα με το οποίο δένονται οι φυλακισμένοι, και η Σρεμπρένιτσα ως το τελευταίο παράδειγμα της γενοκτονίας τους.

Οι Chetniks συνιστούν κομμάτι των Σέρβων αυτής της νοοτροπίας, ανεξαρτήτως αν είναι πολίτες ή μέλη του στρατού. Ασφαλώς, δεν είναι όλοι οι Σέρβοι Chetniks, ούτε καν όσοι πολέμησαν στη σερβική πλευρά. Στο μυθιστόρημα, οι Chetniks δεν έχουν όνομα, με εξαίρεση εκείνους που επιδεικνύουν ανθρωπιά. Δυστυχώς, είναι οι ήσυχοι μέσα στη θάλασσα της απανθρωπιάς.

Όσον αφορά στη συγχώρεση και τη λησμονιά, νομίζω πως ο σκοπός και η εχθρότητα είναι τέτοια, που κανείς δε δικαιούται να μιλά για άλλους. Πρέπει να εναπόκειται στο κάθε άτομο αν μπορεί να συγχωρέσει ή αν θα επιλέξει να μην το κάνει. Ελπίζω οι επόμενες γενιές να βρουν ένα τρόπο να ζουν ως φυσιολογικοί άνθρωποι.

Πιστεύετε ότι η τέχνη, γενικότερα, και η λογοτεχνία, ειδικότερα, είναι ηθικά υποχρεωμένες να παίρνουν θέση;

Οι καλλιτέχνες πρέπει να στέκονται στην πλευρά της αλήθειας. Η «ουδετερότητα» εξισώνει το θύμα με τον εγκληματία. Έβλεπα τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς διεθνώς να λένε πως δεν ήξεραν ποιος πυροβολούσε, αν και οι βολές, η πορεία και η έκρηξη των όλμων ήταν ορατές διά γυμνού οφθαλμού.. Αποφάσισα να σταθώ στην πλευρά της αλήθειας, ανεξαρτήτως αν αφορούσε στο ζήτημα των εγκληματιών Chetniks, των Βόσνιων πολιτικών, ή της μαύρης αγοράς του Σαράγεβο.

Το Black Soul διαθέτει εξαιρετικά κινηματογραφική δομή. Νομίζετε πως μια διασκευή του για τη μεγάλη οθόνη θα αναδείκνυε περαιτέρω τη δυναμική του;

Μερικά χρόνια πριν, συνεργάστηκα με έναν Αμερικανό σεναριογράφο πάνω στο σενάριο του Black Soul. Οι δρόμοι μας χώρισαν όταν δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε στο ότι ο πόλεμος στη Βοσνία δεν ήταν Εμφύλιος, αλλά επιθετικός. Πέρα από αυτό, έκανα κάποιες επαφές στη Βοσνία, αλλά τίποτα δεν πήγε καλά.

Γνωρίζω πως η κινηματογράφηση και η διαδικασία μετατροπής σε ταινία θα είναι δύσκολες. Σε αντίθεση με το No Man’s Land, το Black Soul είναι απολύτως ξεκάθαρο ως προς τα ζητήματα του ποιος πυροβολεί, ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος το θύμα. 



23 χρόνια μετά τον τερματισμό του πολέμου και ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου, η πολιτικο-οικονομική κατάσταση στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη φαίνεται ανησυχητικά ασταθής. Πώς θα τη σχολιάζατε;

Η πολιτική και οικονομική κατάσταση στη Βοσνία δεν είναι καλή. Η οικονομία βελτιώνεται χρόνο με το χρόνο, αλλά η πολιτική κατάσταση είναι τελματωμένη, ή επιστρέφει στα επίπεδα του 1992. Η εμπλοκή των γειτόνων μας από τη Σερβία και την Κροατία εξακολουθεί να είναι σοβαρή και αρνητική. Τόσο οι Σέρβοι όσο και οι Κροάτες ερμηνεύουν το ρόλο τους στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Ντέιτον ως εγγυητών της συμφωνίας, κι όχι ως των επιτιθέμενων που εισέβαλαν στη Βοσνία, γεγονός το οποίο αποτελεί το συμπέρασμα των Δικαστηρίων της Χάγης.

Ο πόλεμος δε θα ξανάρθει στη Βοσνία: η Κροατία ως μέλος της ΕΕ δε θα είναι πρόθυμη να κάνει αυτή την κίνηση. Θα συνεχίσουν να αποσταθεροποιούν τη Βοσνία, και θα επιχειρήσουν να επιβάλουν μια τρίτη, κροατική οντότητα- μια κίνηση βαθιά καταστροφική για τους Κροάτες στην υπόλοιπη Βοσνία. Η Κροατία έχει, επίσης, εμπλακεί σε μια συνεχιζόμενη συνεργασία με τη RS (Ρεπούμπλικα Σέρπσκα), αν και περίπου το 90% του πληθυσμού των Κροατών προπολεμικά έχει εκτοπιστεί από την RS.

Οι Chetniks δε θα ξεκινήσουν ένα καινούριο πόλεμο στη Βοσνία. Ουδέποτε στην ιστορία τους έχουν επιτεθεί σε κάποιον που μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, η πολιτική κατάσταση στη Βοσνία θα επιδεινωθεί, λόγω της ανικανότητας της Ευρώπης και της εμπλοκής της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι οι Η.Π.Α. να εκτιμήσουν ότι τα συμφέροντά τους απειλούνται, και να αποφασίσουν να επέμβουν. Υπάρχουν ήδη κάποια σημάδια γι’ αυτό.

Ως πιστός Μουσουλμάνος και ταυτόχρονα πολίτης των Η.Π.Α., πώς αντιλαμβάνεστε και θα σχολιάζατε τη στοχοποίηση των Μουσουλμάνων, περισσότερο ή λιγότερο ξεκάθαρα, ως εχθρών από την κυβέρνηση Τραμπ;

Το αμερικανικό σοκ της 11/9 είχε, ίσως, τη μεγαλύτερη επίδραση στην εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α.- ιδίως απέναντι στις λεγόμενες ισλαμικές χώρες. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ δε φαίνεται να τελειώνουν. Η επέμβαση και η αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη διευκόλυναν την ισχυροποίηση της Αλ Κάιντα, την εισαγωγή και την ενδυνάμωση του Ισλαμικού Κράτους. Οι μπερδεμένες αντιδράσεις των Η.Π.Α. έχουν εκδηλωθεί μέσω διαφορετικών κυβερνήσεων, κι έχουν τώρα κλιμακωθεί με την απαγόρευση εισόδου στις Η.Π.Α. πολιτών από επτά χώρες με μουσουλμανική πλειονότητα.

Ελπίζω η αμερικανική διαδικασία να συνεχίσει την ιστορική ανοδική πορεία της, παρά τα περιστασιακά εμπόδια. Είναι ένδειξη της πολυπλοκότητας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος ότι, αν και η εξωτερική πολιτική έχει εισαγάγει την «απαγόρευση στους Μουσουλμάνους», στο εσωτερικό εξακολουθούν να αναγνωρίζονται στους Μουσουλμάνους όλα τα δικαιώματα και τα προνόμια ενός Αμερικανού πολίτη.

Θα σκεφτόσαστε ποτέ να επιστρέψετε στο Σαράγεβο ή να γράψετε ένα καινούριο μυθιστόρημα; Ο πόλεμος είναι στο μυαλό του ανθρώπου, τελικά; Και, αν ναι, μπορεί να απαλλαγεί από αυτόν μια και καλή;

Πηγαίνω στη Βοσνία τακτικά, για διακοπές. Δουλεύω πάνω σ’ ένα καινούριο μυθιστόρημα, το οποίο θα μπορούσε να κυκλοφορήσει το νωρίτερο μέσα στον επόμενο χρόνο. Δυστυχώς, το θέμα είναι πάλι ο πόλεμος, γιατί δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτόν. Όπως ένας φίλος επεσήμανε στην ερώτησή μου πόσο συχνά θυμάται το στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου ήταν έγκλειστος: «Xίλιες φορές τη μέρα, κάθε μέρα».  

Κεντρική φωτογραφία (Σαράγεβο): Γιάννης Κοντός.

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για το χρόνο που μου αφιέρωσε και τον γιο του, Faruk Rahmanović, για τη μετάφραση των απαντήσεών του στα αγγλικά, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα με την σύζυγό του.

Το μυθιστόρημα του Ahmet M. Rahmanović Black Soul κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Xlibris και Connectum.

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Vladimir Tomić: «Η τέχνη μου εστιάζει στον άνθρωπο και την κατάστασή του»


Με καταγωγή από το Σαράγεβο, το οποίο εγκατέλειψε με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό του λόγω του πολέμου σε πολύ μικρή ηλικία μεταναστεύοντας στη Δανία, ο Βόσνιος σκηνοθέτης Vladimir Tomić καταθέτει με το ντοκιμαντέρ Flotel Europa ένα βαθύ και συγκινητικό στοχασμό πάνω στην προσωπική και τη συλλογική μνήμη, την ιστορία, την παιδική ηλικία και την προσφυγιά. Το ντοκιμαντέρ του, που έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις διεθνώς, προβάλλεται την Τετάρτη 1η Ιουνίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του αφιερώματος Πρόσφυγες: απόδραση προς την ελευθερία; Στο μεταξύ, είχαμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον σκηνοθέτη.

Πότε πρωτοκράτησες κάμερα (φωτογραφική ή κινηματογραφική) και τι εντύπωση σου άφησε;

Αυτό δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι, αν το σπίτι μου καιγόταν και ήμουν μόνος μέσα, πιθανότατα πρώτα θα προσπαθούσα να σώσω την κάμερα και το υλικό, που είχα αποθηκευμένο εκεί.



Σε ποιο σημείο έπαψε να είναι ο φακός της ένα μέρος, πίσω από το οποίο κρυβόσουν, και, αντιθέτως, μετατράπηκε σε «όπλο», που θα σε βοηθούσε να πολεμήσεις τους «δαίμονές» σου, ανακαλύπτοντας εκ νέου, και ίσως επανεπινοώντας, τον εαυτό σου;

Ξεκίνησα να κάνω τις δικές μου πιο σοβαρές δουλειές, όταν εισήχθην στη Βασιλική Δανέζικη Σχολή Καλών Τεχνών το 2003. Πιο πριν, ήμουν φωτογράφος πλατώ σε δουλειές άλλων. Γρήγορα ανακάλυψα πως στη δική μου δουλειά χρησιμοποιούσα την κάμερα ως «ασπίδα» περισσότερο από ό,τι σαν «όπλο». Ως «ασπίδα», επειδή ήθελα να καταλάβω την ιστορία, και όχι να την πολεμήσω. Η ιστορία χρειάζεται να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή με όλες τις θετικές και τις αρνητικές της πλευρές. Πιστεύω πως ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να την πολεμά, κάτι που κάνουν οι πολιτικοί, γι’ αυτό και συχνά διαπράττουν τα ίδια λάθη.

Η κάμερα στέκεται, επίσης, ανάμεσα σε μένα και τα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής που θέλω να καταλάβω περισσότερο, αλλά φοβάμαι να προσεγγίσω. Ένα από αυτά τα ερωτήματα ήταν: «Ποια ήταν η επίδραση του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία στους ανθρώπους και σε μένα;». Μου πήρε πολύ καιρό και σκληρή δουλειά, για να κατανοήσω κάποια από αυτά τα πράγματα, και υποθέτω ότι ποτέ δεν μπορεί κάποιος να τα καταλάβει πλήρως.



Μαζί με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό σου, αναγκαστήκατε να εγκαταλείψετε το Σαράγεβο και την πρώην Γιουγκοσλαβία, εξαιτίας του πολέμου. Ποιες είναι οι πιο ευτυχισμένες αναμνήσεις σου από την περίοδο πριν τον πόλεμο; Κι αν είναι αλήθεια πως πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία, τι συμβαίνει αν αυτή η παιδική ηλικία διακόπτεται απότομα, παραμορφώνεται ή γίνεται επώδυνη;

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τα θετικά και τα αρνητικά της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά ένα είναι σίγουρο. Εκτός από τους σκληροπυρηνικούς εθνικιστές, οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα εύχονται να ήταν τα πράγματα όπως τότε. Η κοινωνική και οικονομική ασφάλεια ήταν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο και, αν αυτό δεν αρκούσε, οι άνθρωποι ήξεραν ότι η αλληλεγγύη ανάμεσα στις εθνοτικές και τις θρησκευτικές ομάδες ήταν βέβαιη. Για κάποιες γενιές, που είχαν γεννηθεί τότε, διαφορές ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες δεν υπήρχαν. Καθ΄οδόν για το σχολείο, το οποίο ονομαζόταν «Αδερφότητα και Ενότητα», περνούσα από το τζαμί, τη συναγωγή, την καθολική και την ορθόδοξη εκκλησία, ενώ άκουγα τσιγγάνικη μουσική στο δρόμο. Δε μου άρεσε και πολύ να πηγαίνω στο σχολείο, αλλά αγαπούσα την ομορφιά και την ποικιλομορφία της πατρίδας μου, και ήθελα να μαθαίνω τα πάντα για την ιστορία της και την ιστορία της Ευρώπης. Δυστυχώς, οι πιο σκοτεινές πλευρές της ιστορίας της εθνικής μας ταυτότητας «ξύπνησαν» στη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’80 και όλα πήγαν κατά διαόλου.

Είναι φυσιολογικό για μας τους ανθρώπους να νιώθουμε έναν ξεχωριστό δεσμό με το μέρος, όπου γεννηθήκαμε. Ανεξάρτητα από το αν μιλάμε για την παιδική ηλικία ή την ενήλικη ζωή, όταν η ζωή κάποιου διακόπτεται απότομα, αυτό θα ασκήσει κάποιου είδους αρνητική επίδραση πάνω του για την υπόλοιπη ζωή του. Όσοι δεν έχουν βιώσει κάτι τέτοιο, μπορεί να δείξουν συμπάθεια, αλλά ποτέ δε θα μάθουν τι σημαίνει να χάνεις το σπίτι, τους φίλους και μέλη της οικογένειάς σου. Να ξυπνάς την υπόλοιπη ζωή σου και να νιώθεις σαν ένας ξένος, ο οποίος έχει μέλλον, επειδή κάποιος ήταν αρκετά ευγενικός να του δώσει μια ευκαιρία.

To Flotel Europa είναι μια δυνατή και συγκινητική δουλειά, δεξιοτεχνικά ισορροπώντας ανάμεσα στο κινημτογραφικό ημερολόγιο και ένα βαθύ, χαμηλών τόνων, μελαγχολικό, χιουμοριστικό σε βαθμό αυτοσαρκαστικό, και συμφιλιωτικό στοχασμό πάνω στην ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πόσο καιρό σου πήρε να συγκεντρώσεις όλα αυτά αυτά τα διασκορπισμένα βιντεοσκοπημένα κομμάτια προσωπικής και συλλογικής μνήμης, και πόσο απαιτητικό ήταν να τα ενσωματώσεις σε μια συνεκτική αφήγηση, ικανή να έχει απήχηση σε ευρύτερα κοινά, όχι κατ’ ανάγκη εξοικειωμένα με όσα συνέβησαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία;

Όλη η ταινία συντίθεται από προσωπικά βίντεο, τραβηγμένα από Βόσνιους πρόσφυγες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στον προσφυγικό καταυλισμό Flotel Europa στη Δανία μεταξύ 1992-1996. Έχω, επίσης, οικογενειακές βιντεοκασέτες, τις οποίες φτιάξαμε, έτσι να μπορούμε να τις στείλουμε στην οικογένειά μας στο Σαράγεβο μετά τον πόλεμο. Σε εκείνες τις βιντεοκασέτες μιλούσαμε για τη ζωή μας στον καταυλισμό και σχετικά με τις πιθανότητες για έναν ερχομό της υπόλοιπης οικογένειας μετά τον πόλεμο. Λοιπόν, ήταν η μητέρα μου που μιλούσε, ενώ εγώ κι ο αδερφός μου στεκόμασταν από πίσω, κάτι που φαινόταν αστείο. Ήξερα πως κι άλλοι πρόσφυγες είχαν δικές τους βιντεοκασέτες, και με λίγη βοήθεια ήρθα σε επαφή μαζί τους.



Πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν πολύ δύσκολο να κάθομαι και να παρακολουθώ πολλές, πολλές ώρες ερασιτεχνικής βιντεοσκόπησης. Καθώς ξέρεις, οι περισσότεροι ερασιτέχνες κινηματογραφούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τις σημαντικές στιγμές της ζωής τους, αλλά αυτό που κινηματογραφούν είναι αυθεντικό, και συχνά προκαλεί έκπληξη, γιατί δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Μερικές φορές, υπήρχε υλικό, το οποίο ήταν τόσο όμορφο και συγκινητικό, τόσο προσωπικό και δυνατό, που γελούσα και έκλαιγα την ίδια στιγμή. Ευτυχώς, ανακάλυψα πως η ταινία θα λειτουργούσε αν έγραφα την ιστορία της ζωής μου στον προσφυγικό καταυλισμό Flotel Europa και έπειτα επέλεγα το σωστό υλικό από βιντεοκασέτες γι’ αυτή. Το μοντάρισμα της δουλειάς έγινε από τον υπέροχο κινηματογραφιστή Srdjan Keca, χωρίς τον οποίο θα ήταν πολύ δύσκολο να βγει σωστά. Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα περιλάμβανε όλα όσα περιλαμβάνει η ζωή. Από το ρομάντσο, τη δύσκολη πραγματικότητα, κωμικές στιγμές, μέχρι την καθημερινότητα του να φτιάχνεις φαγητό και να παρακολουθείς τηλεόραση. Ήθελα να δείξω πώς κατέρρευσε η Γιουγοσλαβία για μένα στη Δανία και το κοινό να γελάσει και να κλάψει όπως εγώ, όταν παρακολουθούσα το υλικό. Ο Srdjan ένιωσε το ίδιο, γι’ αυτό και ήμαστε μια σπουδαία ομάδα.  

Η ταινία τελειώνει στο σημείο που είστε έτοιμοι να μετακομίσετε σε ένα κανονικό διαμέρισμα στην Κοπεγχάγη. Πώς κύλησαν τα χρόνια, τα οποία ακολούθησαν; Σας φέρθηκαν με συμπάθεια, κατανόηση, ή έστω ανοχή;

Σίγουρα τα επόμενα χρόνια ήταν πολύ καλύτερα. Άρχισα να νιώθω περισσότερο στο σπίτι μου στη Δανία, καθώς πήγα σε δανέζικο σχολείο, έκανα Δανούς φίλους και αισθάνθηκα πως, έχοντας το υπόβαθρο που είχα, ήταν κάτι που με έκανε πιο σοφό. Οι Δανοί μου φέρθηκαν καλά, αλλά, όπως και στα περισσότερα μέρη, παίρνεις ό,τι δίνεις. Βεβαίως, είναι πολύ δυσκολότερο να ξεκινήσεις μια καινούρια ζωή κάπου, όπου δεν έχεις τίποτα και κανέναν, αλλά η οικογένειά μου δούλεψε σκληρά, για να γίνει κομμάτι μιας νέας κοινωνίας και να φτιάξει μια ζωή εκεί.



Επέστρεψες στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, ενώ γυρνούσες το ντοκιμαντέρ My lost generation. Την έχεις επισκεφτεί ξανά, έκτοτε; Και πώς συνδέεσαι συναισθηματικά μ’ αυτήν;

Ασφαλώς κι έχω πάει στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη πολλές φορές από το 2004, κυρίως για να επισκεφτώ την οικογένεια που έχει απομείνει και να δείξω τις ταινίες μου σε φεστιβάλ. Μερικές φορές, διδάσκω, επίσης, νεαρούς Βόσνιους κινηματογράφο. Το αγαπώ αυτό.

Συνήθως είμαι πολύ ανήσυχος, όταν πηγαίνω στο Σαράγεβο, καθώς νιώθω αποξενωμένος από τη γενέτειρά μου και όχι πραγματικά ευπρόσδεκτος. Έχω το κλειδί του άδειου διαμερίσματος του παππού και της γιαγιάς μου, όπου δεν μπορώ να βρω ησυχία ή να κοιμηθώ, αν είμαι μόνος. Όπου κοιτάζω, βλέπω κομμάτια της παιδικής μου ηλικίας, τα οποία, όπως και η πόλη στον πόλεμο, κατέρρευσαν. Κάποιες φορές σταματώ σε κάποιο σχολείο ή στο πάρκο και παρακολουθώ νεαρά άτομα να μιλάνε, να γελάνε, να φιλιούνται- αυτό μου δίνει ενέργεια. Ορισμένοι άνθρωποι που ξέρω και η δουλειά μου δίνουν ενέργεια να μείνω εκεί λίγες μέρες.

«Όλο αυτό το ρομάντσο θα σε σκοτώσει», μου λένε μερικοί.

Ζούμε σε καιρούς που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, βιώνουμε αυξημένη μετανάστευση, καθώς και πολλή υποκρισία, σκληρότητα και κυνισμό από την πλευρά των εξουσιαστών. Η ανάδυση της Ακροδεξιάς και της νεοναζιστικής «ιδεολογίας» είναι, επίσης, προφανής, ακόμη και σε σκανδιναβικές χώρες, όπως η Δανία. Ως πρώην πρόσφυγας, πώς νιώθεις για όλα αυτά, και πώς νομίζεις ότι το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί δίκαια και ανθρώπινα;

Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω την πολυπλοκότητα του κόσμου, στον οποίο ζούμε, αλλά και της «μοιραίας» κοινοτοπίας των πάντων. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις σε ένα μέρος, όπου διαφορετικές δυνάμεις νιώθουν την ανάγκη να κυριαρχούν και να επηρεάζουν η μία την άλλη. Η τέχνη μου εστιάζει στον άνθρωπο και την κατάστασή του, απλωμένα ανάμεσα στην εξουσία, την ιδεολογία, τη θρησκεία, την ιστορία και την ίδια του τη φύση. Αυτό που βλέπω να συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι η αύξηση του φόβου. Είναι σαν πολλοί να μην ήξεραν ότι εδώ και 15 χρόνια είμαστε, στην πραγματικότητα, αναμεμειγμένοι σε πολέμους εκτός Ευρώπης.  

Από την άλλη, βλέπω μια έξαρση του πρωτογονισμού, ο οποίος συχνά είναι πολύ στενόμυαλος και μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Μη με παρεξηγήσεις: άνθρωποι, τους οποίους αποκαλούμε «διανοούμενους», μπορεί να είναι εξίσου πρωτόγονοι. Όταν αυτός ο τρόπος σκέψης και δράσης κυριαρχεί, τότε είναι πολύ αργά να σώσουμε οτιδήποτε. Το είδαμε να συμβαίνει στη Γιουγκοσλαβία. Τα πράγματα χρειάζεται να μεταμορφωθούν σε κάτι καλύτερο και πιο ανθρώπινο, όχι να καταστραφούν.



Η πιο πρόσφατη δουλειά σου λέγεται Remembering the nowhere. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για την κεντρική της ιδέα; Και τι ετοιμάζεις στο κινηματογραφικό «μέτωπο»;

Το Remembering the Nowhere ήταν μια έκθεση που έκανα φέτος. Περιλάμβανε τα πάντα από προσωπικές φωτογραφίες Βόσνιων προσφύγων, μέχρι αντικείμενα και βίντεο. Μπορείς να δεις τον κατάλογο στο προσωπικό μου site.

Αυτό, που προσπάθησα να προσεγγίσω μέσω της έκθεσης, ήταν το κενό, το οποίο αφήνει ο πόλεμος στους ανθρώπους. Την ονόμασα «πουθενά», γιατί είναι ένα κράτος, όπου το άτομο καταρρέει, όταν μετατρέπεται σε πρόσφυγα ή ξένο προς το περιβάλλον του, καθώς και προς την πατρίδα του. Ήθελα να δω πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται αυτού του είδους την προσωπική ιστορία και ποια είναι η φύση της μνήμης.

Δε μιλάω για εγχειρήματα, που δεν έχουν ολοκληρωθεί. Σε ευχαριστώ!

Το προσωπικό site του Vladimir Tomić είναι http://www.vladimirtomic.com/

Το ντοκιμαντέρ του Flotel Europa προβάλλεται την Τετάρτη 1η Ιουνίου στις 22:15, στο πλαίσιο του αφιερώματος Πρόσφυγες: απόδραση προς την ελευθερία;, το οποίο φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136.