Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Σάσα Μαριάννα Ζάλτσμαν: «Η Ιστορία μας είναι γεμάτη με κουίρ περιεχόμενο»

 

Σάσα Μαριάννα Ζάλτσμαν (Φωτογραφία: Lutz Knospe)

Γεννημένη στην πρώην Σοβιετική Ένωση, η εβραϊκής καταγωγής Γερμανίδα θεατρική συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Σάσα Μαριάννα Ζάλτσμαν αφηγείται με το μυθιστόρημα Εκτός εαυτού  την ιστορία ενός αιώνα μιας εβραϊκής οικογένειας.

Με αφορμή την κυκλοφορία του πολυφωνικού βιβλίου και στα ελληνικά, κουβεντιάζουμε μαζί της για τη γραφή, το θέατρο, την πολιτική και την πανδημία.

Όταν σε ρωτούν από πού κατάγεσαι -και το κάνουν συχνά-, απαντάς «από το θέατρο». Με ποια έννοια έχει, λοιπόν, το θέατρο ως συνολική εμπειρία διαμορφώσει την αντίληψη του ποια είσαι;

Στα 17 μου εγκατέλειψα το σχολείο και με υποδέχτηκαν στο θέατρο χωρίς κάποιο δίπλωμα. Έμεινα εκεί μέχρι τα 34. Σχεδόν τη μισή μου ζωή.

Φαντάσου με να βιώνω όλες τις σημαντικές εμπειρίες της ζωής μου στο θέατρο: τρώγαμε μαζί, σκεφτόμασταν μαζί, κάναμε παραγωγή μαζί.

Όλη μου η καλλιτεχνική ανάπτυξη διαμορφώθηκε μέσω της σκέψης σχετικά με τη σκηνή, την κοινωνία, την αλληλεπίδραση.

Έγραψα 14-15 θεατρικά εκείνη την περίοδο, και όλα ανέβηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όταν, όμως, επρόκειτο να γράψω πρόζα, συνειδητοποίησα πόσο θεατράνθρωπος είμαι. Αν είσαι ψάρι στο νερό, δεν το καταλαβαίνεις- έτσι δεν είναι;

Oπότε νιώθεις σαν ένα ψάρι σε θεατρικά «νερά»;

Κατά κάποιον τρόπο.

Αισθάνομαι άνετα σ’ αυτόν τον χώρο. Διατηρώ, ωστόσο, και κριτική στάση απέναντί του. Είναι, πάντως, το μέρος που κατανοώ πιο γρήγορα από κάθε άλλο. Γνωρίζω τους κανόνες του.

Οι άνθρωποι νομίζουν ότι κάθε είδος γραφής είναι το ίδιο. Για μένα, όμως, το να γράφεις θεατρικά και το να γράφεις μυθιστορήματα διαφέρει.

Το μυθιστόρημά σου Εκτός εαυτού έχει μεταφερθεί και στο θέατρο. Πώς συναντιούνται αυτά τα δύο συγγραφικά «σύμπαντα», λοιπόν;

Δεν ενεπλάκην στο ανέβασμα.

Τους είπα ότι είναι υπέροχο που αποφάσισαν να το κάνουν, αλλά υπήρχε λόγος που επέλεξα τη φόρμα της πρόζας γι’ αυτό το περιεχόμενο. Οπότε έπρεπε να επινοήσουν δικές τους ιδέες για να προσεγγίσουν το κείμενο.

Αυτό, άλλωστε, με συναρπάζει στην τέχνη: o στοχασμός της κοινωνίας, του αναγνώστη, του θεατή.

Λειτούργησε όμορφα στην παράσταση. Ξέρεις κάτι αστείο; Όταν ήμουν 17, η πρώτη μου δουλειά ήταν να φτιάχνω καφέ για τον σκηνοθέτη. Και τώρα είναι υπεύθυνος για τη δραματοποιημένη εκδοχή του μυθιστορήματός μου!

Αισθάνομαι ότι υπάρχει μια λεπτή διαφορά μεταξύ του πρωτότυπου γερμανικού τίτλου και της αγγλικής εκδοχής του. Πιστεύεις πως κάτι χάνεται στη μετάφραση;

Αναρωτιέμαι. Το πιο σημαντικό για ένα βιβλίο είναι ο ρυθμός κι η ατμόσφαιρα. Αν τα πετύχεις, μπορεί να υπάρχουν λανθασμένες λέξεις ή διαφορετικές προτάσεις- ή και να λείπουν πράγματα. Στ’ αλήθεια δε με νοιάζει.

Πρέπει, όμως, να μεταδίδεις μια συγκεκριμένη αποτύπωση μιας εποχής. Κι αυτό είναι δύσκολο από κουλτούρα σε κουλτούρα. Το Εκτός εαυτού έχει μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες, και τα αγγλικά είναι η μόνη που μπορώ να διαβάσω.

Ο ίδιος ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από ένα κεφάλαιο του βιβλίου της Τζούντιθ Μπάτλερ Undoing Gender. Η γερμανική εκδοχή σημαίνει περισσότερα από την αγγλική.

Η δε ελληνική είναι εγγύτερη στη γερμανική.

Μιας και νωρίτερα ανέφερες ότι η φόρμα της πρόζας ήταν η πιο κατάλληλη για το συγκεκριμένο περιεχόμενο, θα ήθελα να μου εξηγήσεις γιατί.

Γιατί αυτό μου είπαν οι χαρακτήρες μου! Είμαι μια από αυτές τις τρελές συγγραφείς που πιστεύουν πως οι χαρακτήρες της όντως υπάρχουν. Και, ευτυχώς, είναι πολύ δυνατοί.

Βρισκόμουν -όπως πιθανόν ξέρεις- με υποτροφία στην Ιστανμπούλ, προσκεκλημένη ως θεατρική συγγραφέας. Μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα.

Ερωτεύτηκα, λοιπόν, την πόλη τόσο πολύ, που άρχισα να της απευθύνω ερωτικές επιστολές, περιγράφοντάς τη. Δεν κάνεις κάτι τετοιο στο θέατρο.

Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως είχα ήδη γράψει διακόσιες σελίδες. Αρχικά νόμισα ότι θα έγραφα ένα μυθιστόρημα για τις διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί το 2013-14, στις οποίες κι εγώ συμμετείχα.

Κατέληξα στην αφήγηση της ιστορίας μιας εβραϊκής οικογένειας διαμέσου του χρόνου και των τόπων.

Φιλόδοξο εγχείρημα η απόπειρα σύνθεσης του «πανοράματος» της ιστορίας τεσσάρων γενεών μιας εβραϊκής οικογένειας. Και εν μέρει αυτοβιογραφικό, όπως -σε κάποιον βαθμό- κάθε μυθοπλασία;

Αμέσως μόλις γράφεις κάτι αυτοβιογραφικό είναι μυθοπλασία, εφόσον έχεις το χάρισμα να τη διατυπώσεις με όμορφες λέξεις.

Η αυτομυθοπλασία ήταν ένας όρος που δε γνώριζα καθώς έγραφα, τον έμαθα κατόπιν. Αν δεις το μυθιστόρημα σαν έναν χάρτη, υπάρχουν σημεία που ξεκάθαρα συνέβησαν στην οικογένειά μου.

Το πιο διασκεδαστικό ήταν να συμπληρώσω όσα δεν ήταν αληθινά. Γι’ αυτό στην πραγματικότητα γράφουμε, γι’ αυτό δημιουργούμε: επινοούμε πράγματα. Για μένα δεν ετίθετο θέμα να μη χρησιμοποιήσω κάτι που ξέρω- και να «πηδήσω» από εκεί.

Μείζον είναι το ζήτημα της ρευστότητας και εναλλαξιμότητας της ταυτότητας -σεξουαλικής, θρησκευτικής, κοινωνικής- και του πώς αυτή βιώνεται και γίνεται αντιληπτή. Όπως επίσης και εκείνα της Ιστορίας και της μνήμης.

Αυτό που αγαπώ στο θέατρο είναι ότι όλα είναι ρευστά και κάθε νύχτα διαφορετική. Προσεγγίζει, λοιπόν, την έννοια της ρευστότητας των φύλων. Δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο με τη φόρμα του μυθιστορήματος, είναι πολύ άκαμπτη.

Οπότε αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τέσσερις γλώσσες: γερμανικά, ρωσικά, αγγλικά, τουρκικά. Κι αν κατάφερνα να βρω τον σωστό ρυθμό, τη σωστή ροή, η ιδέα θα μεταφερόταν, δε θα χρειαζόταν να την εξηγήσω ή να γίνω διδακτική.

Θεατές με συγχαίρουν γιατί υπάρχει κουίρ δράση επί σκηνής. Κι ο Σέξπιρ; Τον έχετε υπόψη σας; Η Ιστορία μας είναι γεμάτη με κουίρ περιεχόμενο. Πρέπει απλώς να το δεις.

Μεγάλωσα σκεπτόμενη τη συνέχιση των κουίρ ιστοριών, που έχουν ως αφετηρία τους τη Βίβλο.

Η Δωδέκατη Νύχτα του Σέξπιρ με άλλαξε όταν τη διάβασα ως έφηβη - και το Εκτός Εαυτού είναι βασικά μια διασκευή της, εκτυλισσόμενη στην πιο ρευστή πόλη που ξέρω, την Ιστανμπούλ.

Θεωρείς τη ρευστότητα απελευθερωτική τόσο για τον/την συγγραφέα όσο και για τον αναγνώστη/την αναγνώστρια;

Δεν προσπαθούσα να κάνω κάτι, βασικά αποτύπωνα την εσωτερική ζωή μου. Όχι κάποιο πρέπει, αλλά το δικό μου βίωμα.

Οι αντιδράσεις που αποκόμισα από το κοινό ήταν ενδιαφέρουσες. Εισπράττοντας ανατροφοδότηση από αυτό μαθαίνεις κάτι για τον εαυτό σου, και μετά μπορείς να το ανταποδώσεις. Είναι ένας διαρκής διάλογος. Όχι κάτι τόσο άκαμπτο όσο νόμιζα.

Την ίδια αλληλεπίδραση διατηρείς και με το θεατρικό κοινό σου;

Πολύ καλή ερώτηση. Μόλις τώρα συνειδητοποιώ πόσο διαφορετικοί είναι αυτοί οι διάλογοι. Όλη η -πολύ έντονη- ανταλλαγή με τους υπόλοιπους συντελεστές πραγματοποιείται πριν την πρεμιέρα της κάθε παράστασης.

Μέχρι τότε γίνεσαι το κλισέ του μοναχικού, βασανισμένου συγγραφέα.

Έπειτα, φέρνεις το «παιδί» στον κόσμο, όλοι έρχονται, πας από τη μια πόλη στην άλλη, δίνεις τη μια συνέντευξη μετά την άλλη, κι εκεί αρχίζεις να μιλάς. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο.

«Η πολιτική δεν είναι κάτι που απλώς σου συμβαίνει», γράφεις σ’ ένα δοκίμιό σου. Τι σημαίνει η πολιτική για σένα; Πώς δουλεύεις μ’ αυτή ή δουλεύει εκείνη μ’ εσένα;

Ή μέσα από εμένα. Όμορφη ερώτηση! Λατρεύω το να μιλώ για τις πολιτικές εξελίξεις διαρκώς.

Όταν ήμουν έφηβη, νόμιζα ότι θα γινόμουν μια ακτιβίστρια πλήρους απασχόλησης: θα οργάνωνα διαδηλώσεις και θα έριχνα πέτρες στην αστυνομία. Ποτέ δε με εγκατέλειψε αυτή η ιδέα.

«Κόλλησα» με το θέατρο, γιατί κατανόησα την πολιτική του δύναμη. Έβλεπα την αλλαγή σ’ αυτό. Όχι θεωρητικά, αλλά ως κάτι που υλοποιούσαμε καθημερινά. Έβλεπα τις εξελίξεις. Αλλά και αντιδράσεις.

Ήταν τόσο ενδιαφέρον για μένα να βλέπω πώς κάναμε πολιτική και δίναμε άλλη μορφή στην πόλη. Λειτουργούσαμε συλλογικά, ως κοινωνικός σχηματισμός. Κι αυτό αποτελούσε εξαιρετική πηγή έμπνευσης.

Ήταν καλύτερο να σκηνοθετώ από το να πετροβολώ την αστυνομία, κάτι που στην τελική είναι βαρετό κι όχι πολύ παραγωγικό.

Λάτρεψα, εξάλλου, και το να διδάσκω συγγραφή -όχι «δημιουργική γραφή»- και τη συνεργασία με εκπληκτικούς ανθρώπους που είχαν ιστορίες να πουν.

Υπάρχει η αντίφαση στον ισχυρισμό ότι υπάρχει η πολιτική και η τέχνη. Οπότε αν κάνεις πολιτική, δεν είσαι καλός στην τέχνη, είναι κάτι υποτιμητικό.

Είναι πολύ βαρετό να μιλώ επί σκηνής για τις καλλιτεχνικές επιλογές μου και τα βιβλία μου. Το κάνω με τους συναδέλφους μου. Το κοινό, όμως, έρχεται να ακούσει εμένα και την κουίρ, την εξωτική ιστορία μου, ή την ιστορία μου ως μετανάστριας.

Το Εκτός εαυτού κυκλοφόρησε την ίδια εβδομάδα που το AfD εισήλθε στην ομοσπονδιακή βουλή: η πρώτη φορά που φασιστικό κόμμα είχε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μεταπολεμικά.

Αυτό είχε τεράστιο αντίκτυπο στην περιοδεία μου με το βιβλίο.

Και σε σένα ως άνθρωπο.

«Έχουμε κοινό, ας κάνουμε μερικές πολιτικές κουβέντες», σκέφτηκα. Ήταν όμορφη η συζήτηση κι η αντιπαράθεση με τους ανθρώπους, κυρίως σε μικρές πόλεις. Νόμιζα ότι είχα αφήσει τον ακτιβιστικό εαυτό μου πίσω μου, πως είχα γίνει αστή.

Με προσκαλούν ακόμα σε πολιτικές συζητήσεις, κι αυτό είναι κάτι που δεν αγαπώ λιγότερο από το να μιλώ για τη δουλειά μου.

Έχει υποχωρήσει ή αλλάξει μορφή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός στη Γερμανία στο μεταξύ;

Στις τελευταίες εκλογές το AfD έχασε το 30% της εκλογικής του δύναμης. «Ας γιορτάσουμε», θα μπορούσε να προτείνει κάποιος. Πού πήγαν όλοι αυτοί οι μαλάκες, όμως;

Μετακινήθηκαν στο συντηρητικό κόμμα, γιατί ήξεραν ότι έφευγε η Άνγκελα Μέρκελ- και για τους ακροδεξιούς αυτή συμβολίζει τον φιλελευθερισμό, κάτι αλλόκοτο για εκείνους.

Οι Γερμανοί θεωρούν πως είναι πολύ κριτικοί έναντι του κράτους, κι αυτό στη σημερινή συγκυρία «μεταφράζεται» σε απροθυμία να εμβολιαστούν. Όταν, επί ναζισμού, έκαναν αυτό που το κράτος έλεγε, τα πράγματα πήγαν στραβά.

Ήταν σιωπηλοί σχετικά με το προσφυγικό ή όταν το AfD απέκτησε ισχύ, όμως. Δεν τους ένοιαζε. Θα είδες αντιεμβολιαστές διαδηλωτές να φορούν το κίτρινο αστέρι.

Διάβασα σχετικά.

Βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους Εβραίους του 21ου αιώνα, γιατί εξαναγκάζονται να εμβολιαστούν. Χάνουν το μυαλό τους.

Κάθε είδους αποκλεισμοί και διαχωρισμοί φέρνουν, ωστόσο, στο μυαλό πτυχές νοοτροπιών και καθεστώτων απάρτχαϊντ.

Κι η κριτική στάση συνολικά δεν μπορεί να απαξιωθεί επειδή το ακροδεξιό κομμάτι των σημερινών εκφραστών της είναι πιο θορυβώδες και πιο εύκολα στοχοποιήσιμο, εξυπηρετώντας τελικά την ατζέντα της κυριαρχίας.

Συμφωνώ απολύτως σχετικά με την κριτική σκέψη, αλλά από εκεί που κατάγομαι τα πράγματα είναι ζόρικα.

Στη Ρωσία το ποσοστό εμβολιασμού είναι χαμηλό.

Η Ιστορία τούς έχει γαμήσει άσχημα, μάχονται με υπαρξιακές κρίσεις καθημερινά, κι η κυβέρνηση είναι τόσο περιοριστική, που καταλαβαίνω ότι αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό το τι θέλει από αυτούς.

Έχουν σοβαρότερα προβλήματα από τον κορονοϊό.

Για μένα, το υψηλό επίπεδο ζωής που έχουμε στη Γερμανία δεν επιτρέπει σ’ αυτή την τρέλα να εμφανιστεί: γιατί πρόκειται περί καθαρής τρέλας. Δε δικαιολογεί αυτές τις εξωφρενικές αντιδράσεις από μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Το μυθιστόρημα της Σάσα Μαριάννα Ζάλτσμαν Εκτός εαυτού κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου.



Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Ουμπέρτο Παζολίνι: «Πιστεύω -ακόμα- πολύ στην ανθρωπότητα»

 


Έχοντας διαγνωστεί με μόνο λίγους μήνες ζωής, ο τριανταπεντάχρονος Τζον προσπαθεί αγωνιωδώς να βρει ανάδοχη οικογένεια για τον τρίχρονο γιο του, Μάικλ, στη διακριτικά συγκινητική ταινία του Ουμπέρτο Παζολίνι Για πάντα κοντά σου.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη ενόψει της κυκλοφορίας του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 13 Ιανουαρίου.

Αυτό που κυρίως εκτίμησα στην ταινία σου Για πάντα κοντά σου ήταν ο λεπτά συναισθηματικός, ανθρώπινος τόνος της.

Σαν μια γενναιόδωρη μεσογειακή καρδιά να έχει «συναντηθεί» με τη συγκρατημένη, μεθοδική βρετανική σχολή κινηματογραφικής αφήγησης.

Αν νομίζεις ότι ήταν τόσο επιτυχημένη, τότε υπήρξαμε τυχεροί που τη δημιουργήσαμε.

Μιας κι είναι εμπνευσμένη από πραγματική ιστορία, ποιο ήταν το στοιχείο που περισσότερο σε προσέλκυσε σ’ αυτή;

Το πρώτο ήταν τι θα έκανα αν ήμουν ο Τζον, ο πρωταγωνιστής. Είμαι πατέρας, έχω τρεις κόρες -μεγάλες πια-, αλλά έχω βιώσει την πατρότητα νεαρών παιδιών.

Ασφαλώς στην περίπτωσή μου η κατάσταση ήταν διαφορετική, γιατί η μητέρα των παιδιών ήταν ακόμα τριγύρω και ο προνομιούχος τρόπος ζωής μου σημαίνει όχι μόνο λεφτά, αλλά και φίλους κι ένα πολύ ευρύ κοινωνικό δίκτυο.

Το ζήτημα, επομένως, είναι τι θα έκανα όχι ως αυτός που είμαι, αλλά ως ο Τζον. Κι αυτό με οδήγησε στην προσπάθεια να κατανοήσω τη ζωή άλλων ανθρώπων.

Έπειτα;

Επικοινώνησα με τις κοινωνικούς λειτουργούς που ασχολήθηκαν με την πραγματική υπόθεση, και δεν μπορούσαν να μου πουν τίποτα περισσότερο απ’ όσα ήδη αναφέρονταν στο δημοσιογραφικό άρθρο.

Συνοπτικά, η μητέρα είχε φύγει λίγο μετά τη γέννηση του γιου, ο πατέρας δεν είχε οικογένεια κι οι οικονομικοί τους πόροι ήταν πολύ περιορισμένοι. Όταν πέθανε, οι γείτονες έκαναν έρανο για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας.

Κατόπιν, μίλησα με πολλούς ανθρώπους που εμπλέκονται σε διαδικασίες υιοθεσιών υπό διάφορες ιδιότητες.

Διάβασα, επίσης, βιβλία και μπλογκ ανθρώπων που ξέρουν ότι δεν τους έχει μείνει πολύς χρόνος ζωής. Κι έπειτα προσπάθησα να θυμηθώ πώς ήταν να είμαι πατέρας.

Η πιο έντονη ανάμνηση ήταν το ξεψείρισμα των κεφαλιών των κορών μου! Και τα βλέμματα.

Τζέιμς Νόρτον


Υπάρχει πολύ κοίταγμα στο φιλμ.

Τα παιδιά το κάνουν πολύ. Προσπαθούν να καταλάβουν πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε.

Μετά προσπάθησα να συνθέσω όλα αυτά τα στοιχεία σ’ ένα σενάριο. Και το γράψαμε.

Οπότε όλα έχουν να κάνουν με την ενσυναίσθηση.

Η οικογένειά μου λέει ότι δεν έχω καμία ενσυναίσθηση. Κι αν έχω, τη βάζω στη δουλειά μου.

Άρα, έχω ενσυναίσθηση απέναντι στους ανθρώπους εντός της δουλειάς μου ή μόνο απέναντι στη δουλειά μου; Δεν ξέρω. Είμαι λιγάκι κάθαρμα.

Ταλαντούχο, ωστόσο!

Και σίγουρα προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει στη ζωή των άλλων, αλλά και στο μυαλό των ηθοποιών. Αυτή η διαδικασία ξεκινά από τη συγγραφή του σεναρίου και συνεχίζεται στο πλατό.

Για παράδειγμα, ο Τζέιμς Νόρτον, ο πρωταγωνιστής, έπρεπε να παίξει σε τρία επίπεδα: το πρώτο ήταν ο θάνατος, πάντα παρών στο μυαλό του, το δεύτερο η προσποίηση και το τρίτο η πράξη.

Του έδωσα, λοιπόν, μια μικρή μαύρη πέτρα να βάλει στην τσέπη του, για να του υπενθυμίζει πως ο θάνατος είναι παρών ό,τι άλλο κι αν κάνει.

Και δούλεψε.

Έτσι νομίζω.

Η ερμηνεία του είναι εξαιρετικά σύνθετη, ενώ ο ίδιος δε λέει πολλά. Αυτό είναι, άλλωστε, το κύριο ζητούμενο του σεναρίου, η ελαχιστοποίηση της άρθρωσης κι έκφρασης σκέψεων.

Οδηγούμαστε, έτσι, παραφράζοντας τον τίτλο της ταινίας, σ’ ένα πολύ ξεχωριστό μέρος, μια προσπάθεια αναγνώρισης και κατανόησης μιας κατάστασης, μιας σχέσης.

Αυτό οφείλεται στις χαρισματικές ερμηνείες και των δύο και τη μεταξύ τους «χημεία».

Ήταν πραγματικά έργο του Τζέιμς.

Του ζήτησα να έρθει στο Μπέλφαστ δυο εβδομάδες πριν την έναρξη των γυρισμάτων και να περάσει όσο περισσότερο χρόνο ήταν δυνατόν με τον Ντάνιελ Λαμόντ. Το έκανε.

Επί δυο εβδομάδες πήγαινε στο σπίτι του, έπαιζαν στο δωμάτιό του, επισκέπτονταν το πάρκο, έτρωγαν με την οικογένειά του. Έγιναν φίλοι.

Οπότε, η τρυφερότητα που βλέπεις στην οθόνη είναι αληθινή. Ο Τζέιμς ήταν πολύ γενναιόδωρος από αυτή την άποψη. Οι περισσότεροι ηθοποιοί δε θα έκαναν το ίδιο.

Έτσι θα μου έμενε να χτίσω τη μεταξύ τους σχέση στο δωμάτιο του μοντάζ, αντί για το πλατό.

Οι πιο σημαντικές σκηνές είναι γυρισμένες σε δύο λήψεις ακριβώς γιατί ο Τζέιμς και ο Ντάνιελ βίωναν τη σύνδεση, άρα μπορούσαν να την υποδυθούν. Απλώς συνέβη.

Ντάνιελ Λαμόντ, Τζέιμς Νόρτον


Και οι ερμηνείες των δευτερευόντων χαρακτήρων την ίδια ενσυναίσθηση και ανθρωπιά αποπνέουν, πάντως. Ακόμα και των εργαζόμενων στην υπηρεσία υιοθεσίας.

Οι άνθρωποι που γνώρισα και οι οποίοι διευκολύνουν τις υιοθεσίες είναι απίστευτα γενναιόδωροι και το βρίσκουν αδύνατο να μην εμπλακούν συναισθηματικά στις υποθέσεις που αναλαμβάνουν.

Τρέφουν ελπίδες για την ευόδωση αυτών των διαδικασιών, αλλά τις περισσότερες φορές η κατάληξη είναι η αποτυχία.

Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι να υιοθετήσουν θέλουν να υιοθετήσουν μωράκια, παιδάκια: όσο πιο μικρά, υγιή και ισορροπημένα γίνεται.

Και βέβαια υπάρχουν πολύ περισσότερα παιδιά που χρειάζονται οικογένεια, αλλά δεν υπάρχουν οικογένειες πρόθυμες να τα υιοθετήσουν, κάτι που επιδεινώνει το πρόβλημα.

Το φιλμ είναι γυρισμένο στο Μπέλφαστ;

Στο Μπέλφαστ και σε άλλες τοποθεσίες στη Βόρεια Ιρλανδία.

Κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό;

Για να είμαι ειλικρινής, οικονομικός. Κάποιο τοπικό κινηματογραφικό fund μάς χρηματοδότησε.

Από την άλλη, ήθελα να αποτυπώσω ένα πολύ συγκεκριμένο σύμπαν.

Αν τα αγγλικά σου είναι καλά, θα κατάλαβες ότι η προφορά και η γενικότερη συμπεριφορά των ηθοποιών έχουν πολλή δύναμη. Ήθελα ένα συγκεκριμένο μέρος που θα αποκτούσε οικουμενική διάσταση, όχι το αντίστροφο.

Υπάρχει, εξάλλου, φανταστικό βάθος στο υποκριτικό ταλέντο στη Βόρεια Ιρλανδία. Για κάθε χαρακτήρα είχα να επιλέξω ανάμεσα σε πολλούς ηθοποιούς.

Από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες εκείνος της Έλλα, μιας από τις υποψήφιες μητέρες, είναι ο αγαπημένος μου. Πολυ εσωτερική, «ζεστή» η ερμηνεία της.

Η Βάλερι Ο’ Κόνορ είναι πράγματι ένας αξιολάτρευτος, «ζεστός» άνθρωπος.

Τόσο η «λαμπυρίζουσα», δροσερή σαγήνη του εξωτερικού φωτός όσο και η βαθιά καθαρότητα των λήψεων σε εσωτερικούς χώρους αναδεικνύονται από την εξαιρετική φωτογραφία του Μάριους Παντούρου.

Συζητήσαμε πολύ πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα σχετικά με το ποια θα έπρεπε να είναι η «γλώσσα» του φιλμ. Κι οι δυο συμφωνήσαμε πως θέλαμε έναν αληθινό κόσμο, όχι να βλέπουμε τους σκηνοθέτες σε ώρα δουλειάς.

Θέλαμε να το κάνουμε να μοιάζει με ντοκιμαντέρ, να μην υπάρχουν φίλτρα ανάμεσα στην οθόνη και το κοινό, καθώς και μια ευελιξία σε σχέση με τον Ντάνιελ.

Έτσι, η κάμερα ήταν τοποθετημένη στον ώμο, ώστε ο Μάριους να έχει την ευελιξία να ακολουθεί το αγόρι αν αυτό έκανε κάτι αντίθετο προς τις οδηγίες που του είχαν δοθεί.

Προσπαθήσαμε να κάνουμε την ταινία να μοιάζει όσο λιγότερο κινηματογραφική ήταν δυνατόν. Αυτό δουλεύει, νομίζω, γιατί δε σκέφτεσαι σχετικά με την κινηματογράφηση. Εξαφανιζόμαστε!

Κάθε φιλμ στο οποίο έχει δουλέψει ο Μάριους είναι αλλιώτικο.

Καταλαβαίνει κάθε ιστορία και πώς αυτή χρειάζεται να προσεγγιστεί, και υιοθετεί διαφορετική ματιά, όταν το σύνηθες για τους διευθυντές φωτογραφίας είναι να θέλουν να τραβήξουν όμορφες εικόνες.

Στην πραγματικότητα, όλοι το μπορούν. Το θέμα είναι αν αυτές εξυπηρετούν την ιστορία που αφηγείσαι. Ελπίζω να συνεργαστούμε ξανά.

Ντάνιελ Λαμόντ


Τα εισαγωγικά κάδρα, που αποτυπώνουν την καθημερινότητα απλών ανθρώπων μέσα από τζαμαρίες, παραπέμπουν στην αποστασιοποίηση του πρωταγωνιστή από την ανθρωπότητα, σαν να έχει ήδη πεθάνει;

Ο διαχωρισμός ήταν συνειδητός: έβλεπε τον κόσμο και τον φανταζόταν χωρίς τον ίδιο, προσπαθούσε να καταλάβει πώς λειτουργούσαν οι ζωές των άλλων.

Δεν είμαι διανοούμενος, ωστόσο, ούτε βαθύς- και τείνω ν’ ανακαλύπτω πράγματα αφού τα έχω κάνει. Τα πράγματα αποκτούν νόημα ακόμα και σε συνομιλίες όπως αυτή.

Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που μιλήσω γι’ αυτή την ταινία να χρησιμοποιήσω κάποιο στοιχείο από αυτή την κουβέντα!

Δε θα υποδείξω εγώ τον τρόπο θα βιώσει κάθε θεατής την ιστορία ή το πότε θα νιώσει το οτιδήποτε. Υποσυνείδητα μιλώ για στοιχεία του φιλμ, αλλά αυτά δεν εντάσσονταν στις αρχικές μου σκέψεις, εντάχθηκαν κατόπιν.

Αυτό είναι καλό, γιατί σημαίνει πως το φιλμ είναι ζωντανό, όχι «κλειδωμένο».

Είναι μια πλατφόρμα όπου κάθε θεατής μπορεί -ή όχι- να προβάλλει τις ανησυχίες, τα συναισθήματα και τους φόβους του.

Οι σημαντικές λέξεις είναι το «μπορεί», το «ή όχι», το «ίσως». Δεν έχεις καμία υποχρέωση να εμπλακείς στην ταινία. Ίσως κάποιοι βαρεθούν και εγκαταλείψουν την προβολή.

Χαμηλών τόνων δουλειές όπως η δικιά σου ίσως δε βρίσκουν τον δρόμο τους στο κοινό σε εποχές που ευνοούν πιο θορυβώδεις καλλιτεχνικές εκφράσεις.

Είναι ενδιαφέρον πρόβλημα.

Παρεμπιπτόντως, δεν τη θεωρώ έργο τέχνης, ούτε τον εαυτό μου καλλιτέχνη.

Επί χρόνια δουλεύω πάνω σε μια εκδοχή της Οδύσσειας. Η δικιά μου εκδοχή, που ελπίζω να γυρίσω το 2023 στην Ελλάδα αν λειτουργήσουν τα οικονομικά, επικεντρώνεται στο τι συμβαίνει στην Ιθάκη.

Ενστικτωδώς, όταν δουλεύω πάνω σε φιλμ, αφαιρώ, κρατώ την ένταση χαμηλά. Το βρίσκω, όμως, αρκετά δύσκολο να φανταστώ πώς θα κρατήσω χαμηλά την ένταση μιας ιστορίας όπως αυτές που αφηγείται ο Όμηρος.

Να παραμείνω, δηλαδή, χαμηλών τόνων με μια ιστορία που δεν είναι στ’ αλήθεια χαμηλών τόνων. Δεν έχει ποτέ πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που θέλω εγώ. Μπορεί, βέβαια, να μην υλοποιηθεί ποτέ, να μη βρούμε χρήματα.

Το Για πάντα κοντά σου, πάντως, είναι ουσιώδες για την τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως ανθρώπους και κοινωνικά όντα.

Σ’ ευχαριστώ, είναι πολύ γενναιόδωρο αυτό.

Και που μας υπενθυμίζει ότι η ανθρωπότητα και τα συναισθήματα δεν είναι κάτι χαμένο.

Συμφωνώ. Πιστεύω -ακόμα- πολύ στην ανθρωπότητα.

Η ταινία του Ουμπέρτο Παζολίνι Για πάντα κοντά σου προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 13 Ιανουαρίου σε διανομή της Danaos Films.



Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Rosa Ventrella: «Πάνω απ’ όλα, η λογοτεχνία με συνδέει με το μέλλον»

 


Εκτυλισσόμενη στο Μπάρι της δεκαετίας του 1980, η Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας της Rosa Ventrella είναι ένα μυθιστόρημα για την αφοσίωση, τον έρωτα, τη βία, τη φτώχεια και τον αγώνα για την υπέρβαση κάθε φραγμού.

«Ταξιδεύουμε» παρέα με την Ιταλίδα συγγραφέα στις σελίδες του βιβλίου, το οποίο κυκλοφόρησε με επιτυχία πριν από μερικούς μήνες και στα ελληνικά.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημά σου Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας νιώθω σαν να «βυθίζομαι» στην Ιταλία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, για να συνειδητοποιήσω ότι εκτυλίσσεται κυρίως στο Μπάρι της δεκαετίας του 1980.

Γιατί το αισθάνομαι τόσο παλιό, ακόμα και αρχαϊκό;

Ίσως επειδή ο κόσμος ο οποίος αναπαρίσταται στο μυθιστόρημα ήταν μιας περιοχής της Νότιας Ιταλίας που είχε παραμείνει τόσο αρχαϊκή και αντίθετη προς τις αλλαγές της νεωτερικότητας, κυρίως στο πεδίο των ανθρώπινων και οικογενειακών σχέσεων.

Στην πραγματικότητα είναι σαν να κοιτάζεις ένα tableau vivant -αν και όχι στατικό!-, να ξεφυλλίζεις ένα παλιομοδίτικο φωτογραφικό άλμπουμ ή να παρακολουθείς μια νεορεαλιστική ταινία.

Πώς σχετίζεσαι με το -νεορεαλιστικό- σινεμά;

Συχνά σκέφτομαι τις ταινίες των ιστορικών περιόδων που αφηγούμαι.

Πάνω απ’ όλα, εμπνέομαι από τα νεορεαλιστικά φιλμ, εκείνα που συνδέονται με λαϊκούς κύκλους, τα οποία κατά τη γνώμη μου μπορούν να μιλήσουν καλύτερα για την Ιταλία των αμέσως προηγούμενων δεκαετιών.

Η φλογερή, επαναστατημένη, ιδιοσυγκρασιακή και με λογοτεχνικές φιλοδοξίες Μαρία ντε Σάντις -η επονομαζόμενη Κακορίζικη- αποτελεί την κεντρική φυσιογνωμία του μυθιστορήματος.

Συνιστά απλώς μια μεταφορά για τον αγώνα για υπέρβαση των ταξικών καθώς και των προσωπικών φραγμών και ορίων;

Η Μαρία δεν είναι απλώς μια μεταφορά, αλλά αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι μου που ίσως ήταν κυρίαρχο στη διάρκεια της νιότης μου και ακόμα με βοηθά να αντιμετωπίζω τις πιο δύσκολες καταστάσεις στο σήμερα.

Η Μαρία είναι ένα άλλο πρόσωπό μου, το οποίο μου αρέσει να «ξεσκονίζω» από καιρού εις καιρόν.

Η βία -σωματική, λεκτική, ψυχολογική- κυριαρχεί στις ζωές των χαρακτήρων και διαμορφώνει τη νοοτροπία τους σε σημαντικό βαθμό.

Σημαδεύτηκαν κι η δικιά σου παιδική ηλικία και τα κατοπινά χρόνια της εφηβείας από παρόμοια βία; Κι αν ναι, πώς τη διαχειρίστηκες;

Μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου η βία ήταν κυρίαρχη σε πολλές κοινωνικές σχέσεις. Την έβλεπα γύρω μου καθημερινά, και δεν έχει σημασία αν υπήρχε μέσα ή έξω από το σπίτι. «Κόλλησε» στο δέρμα μου και κατά κάποιον τρόπο με σημάδεψε.

Προσωπικά, ανέκαθεν την πολέμησα με τον πολιτισμό.

Συχνά μοιάζεις να ενδίδεις σε έναν -ίσως αναπόφευκτα- νοσταλγικό εξωραϊσμό του παρελθόντος της Μαρίας- πιθανόν και του δικού σου.

Είναι η λογοτεχνία ένας τρόπος τακτοποίησης των «λογαριασμών» ενός ανθρώπου με το παρελθόν του, κατά τη γνώμη σου;

Οπωσδήποτε ναι, η λογοτεχνία ανέκαθεν με βοηθούσε πολύ να έρθω αντιμέτωπη με το παρελθόν μου και ν’ αδράξω τα καλά που μπορούσα να εντοπίσω σ’ αυτό. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, η λογοτεχνία με συνδέει με το μέλλον.

Διδάσκεις επίσης ιταλική λογοτεχνία και οργανώνεις εργαστήρια δημιουργικής γραφής για παιδιά και ενήλικους. Ποια είναι η σχέση σου με τους μαθητές και τις μαθήτριές σου και πώς ανταποκρίνονται στην πρόκληση της συγγραφής;

Οι μαθητές μου είναι μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μένα και με βοηθούν να κατανοήσω ότι με τη λογοτεχνία ποτέ δεν μπορείς να νιώσεις πως πράγματι έχεις φτάσει στην τελική ευθεία, αλλά ότι πρόκειται για διαρκή αναζήτηση.

Στιλιστικά και θεματικά η δουλειά σου μπορεί να παραλληλιστεί με εκείνη της μυστηριώδους Έλενα Φερράντε. Αισθάνεσαι πώς κι οι δύο εξερευνάτε παρόμοια (λογοτεχνικά) «μονοπάτια», αν και η καθεμιά με τον μοναδικό τρόπο της;

Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλοί Ιταλοί συγγραφείς οι οποίοι αφηγούνται ιστορίες βαθιά συνδεδεμένες με τον τόπο τους, κυρίως με τη Νότια Ιταλία.

Δυστυχώς, στο εξωτερικό είναι σχεδόν αποκλειστικά γνωστή η Έλενα Φερράντε -μια σπουδαία συγγραφέας, χωρίς αμφιβολία-, αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι που αντιπροσωπεύουν πολύ καλά αυτή τη λογοτεχνική τάση.

Υπάρχει μια επώδυνη ειρωνεία στον τίτλο του μυθιστορήματός σου, ιδίως σε συνδυασμό με τις διαλυμένες οικογενειακές ζωές που αναπλάθονται στις σελίδες του. Ποιος είναι ο ορισμός σου μιας καθωσπρέπει οικογένειας στις μέρες μας;

H οικογένεια της Μαρίας είναι βασικά μια αξιοπρεπής οικογένεια με τον τρόπο της.

Αυτό με την έννοια ότι ακόμα κι ο Αντόνιο ντε Σάντις προσπαθεί να προστατεύσει την οικογένεια από τη μοχθηρότητα της γειτονιάς, και το κάνει με τον μόνο τρόπο που ξέρει: κατά σειρά μέσω της βίας, κυρίως λεκτικής.

Είναι, όμως, ο μόνος τροπος να παραμείνουν καλά όταν τα πάντα γύρω τους καταρρέουν.

Το μυθιστόρημα της Rosa Ventrella Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση.



Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Nana Ekvtimishvili: «Η Γεωργία χρειάζεται ν’ απαλλαγεί από τον φόβο του φεμινισμού»

 

Nana Ekvtimishvili (Φωτογραφία: Irma Sharikadze)

Από τα μεγαλύτερα ταλέντα του σύγχρονου γεωργιανού σινεμά, η Nana Ekvtimishvili είναι και μια ανερχόμενη συγγραφέας, όπως αποδεικνύει η υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Booker 2021 νουβέλα της, Το χωράφι με τις αχλαδιές.

Μια σκληρή ιστορία ενηλικίωσης και -γυναικείας- χειραφέτησης εκτυλισσόμενη στην Τιφλίδα των πρώτων μετασοβιετικών χρόνων, κυκλοφόρησε στα ελληνικά στο τέλος του 2021. Μια εφ’ όλης της ύλης κουβέντα με την συγγραφέα.

Μιας κι είσαι σκηνοθέτρια και συγγραφέας, πού συναντιούνται και πού απομακρύνονται αυτά τα δημιουργικά «μονοπάτια»;

Το να δουλεύει κάποιος στο σινεμά και στη λογοτεχνία είναι μερικές φορές ενοχλητικό. Δεν ξέρω αν μελλοντικά θα μπορώ να ασχολούμαι και με τα δύο.

Νομίζω ότι πιο πολύ είμαι συγγραφέας, η συγγραφή είναι μια πολύ προσωπική διαδικασία. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου -παιδί ακόμα- έγραφα.

Το να φτιάχνεις μια ταινία είναι ένα πρότζεκτ. Έχεις μια ιδέα και χρειάζεσαι τρία ή πέντε χρόνια για να την υλοποιήσεις. Στη διάρκεια των γυρισμάτων δε διαθέτεις, όμως, τον χρόνο να νιώσεις τον εαυτό σου ως συγγραφέα.

Ως συγγραφέας, λοιπόν, χρειάζεται τον χώρο σου και ηρεμία για να μπορέσεις να είσαι εσωστρεφής. Στην πραγματικότητα αγαπώ το να είμαι εσωστρεφής.

Η δημιουργία ταινιών σημαίνει το να μάχεσαι, να οργανώνεις πράγματα, να ασχολείσαι με τον εξωτερικό κόσμο, ενώ η συγγραφή το να καταπιάνεσαι με τον κόσμο μέσα σου.

Από πού πηγάζουν οι εκάστοτε ιδέες σου;

Όταν έχω μια ιδέα, αποκτά αμέσως μορφή, με μεθά. Δε σκέφτομαι αν θα εξελιχθεί σε βιβλίο ή σε φιλμ.

Οι κινηματογραφικές μου ιδέες, για παράδειγμα, προκύπτουν μέσα από την οπτική «οδό», μέσα από πρόσωπα που είχαν αντίκτυπο πάνω μου, και το συγκεκριμένο «θραύσμα» ζωής θέλω να μεταφέρω.

Έχω εμμονή με το να μεταφέρω αυτό το οπτικό περιεχόμενο.

Η συγγραφή συνιστά μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Υπάρχει μια φωνή μέσα σου, είναι μια γλώσσα -στην περίπτωσή μου η γεωργιανή-, που αρχίζει να κινείται.

Στο φιλμ έχεις έναν χαρακτήρα, έναν ήρωα, και κάποιο είδος δραματουργίας. Η κύρια δραματική ένταση στη λογοτεχνία, αντιθέτως, πηγάζει από τη γλώσσα.

Και χρειάζεται να οπτικοποιήσεις τα υπόλοιπα.

Το σινεμά βρίσκεται πάντα σε ένα κάδρο, το οποίο εσύ επιλέγεις. Οτιδήποτε έξω από αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, ασήμαντο.

Το «κάδρο» στη λογοτεχνία είναι η γλώσσα, κι αυτή δεν μπορεί να καδραριστεί.

Ήταν και το συγγραφικό σου ντεμπούτο, η νουβέλα Το χωράφι με τις αχλαδιές, άλλη μια εμμονική ιδέα που ήθελες να υλοποιήσεις;

Με τη λογοτεχνία υπάρχει πιο πολύ φόβος παρά εμμονή. Φόβος απώλειας κάποιου πράγματος, των αναμνήσεων.

Μια μέρα ανακάλυψα πως ο κόσμος αλλάζει κι οι αναμνήσεις μου εξαφανίζονται. Αυτό συνδέεται με την κατανόηση του παρελθόντος σου, με το να βρεις τον δρόμο προς τον εαυτό σου.

Ποια είναι η Lela, η πρωταγωνίστρια; Συντίθεται από χαρακτηρολογικά «θραύσματα» πραγματικών ανθρώπων ή και δικών σου ανησυχιών και φόβων;

Ίσως είναι ένα «κράμα» των στοιχείων που ανέφερες.

Στην πραγματικότητα εμπνεύστηκα τον χαρακτήρα της από τις μαθήτριες και τους μαθητές του σχολείου που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι όπου μεγάλωσα στην Τιφλίδα.

Ήξερα αυτά τα παιδιά, και κάποιοι από τους χαρακτήρες του βιβλίου τούς μοιάζουν κάπως.

Στην ίδια, όμως, δίνω τη φωνή μου ως συγγραφέας.

Είναι ένας από τους πολυάριθμους γυναικείους χαρακτήρες που «κατοικούν» -ακόμα και κυριαρχούν- στα φιλμ σου. Ταυτίζεσαι πιο πολύ μ’ αυτούς, ή μήπως και λείπουν από το γεωργιανό σινεμά και τη λογοτεχνία;

Πιο πολύ ισχύει το πρώτο, και συμβαίνει με συναισθηματικό παρά με διανοητικό τρόπο. Εκτόν υστέρων, βέβαια, συνειδητοποιώ ότι είναι φορείς της φωνής των γυναικών ή όσων συνήθως δεν έχουν φωνή στη γεωργιανή κοινωνία.

Όλα, όμως, ξεκινάνε από τον δικό μου θυμό, τη δικιά μου οργή σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Προσπαθώ, δηλαδή, να μεταφέρω την οπτική μου γωνία, κι αυτό είναι πιο εύκολο μέσω γυναικείων χαρακτήρων.

Που προσπαθούν ν’ απελευθερωθούν από συμβάσεις, απαγορεύσεις και περιορισμούς. Πώς αντιλαμβάνεσαι τον φεμινισμό εντός του γεωργιανού πλαισίου;

Η Γεωργία χρειάζεται ν’ απαλλαγεί από τον φόβο του φεμινισμού. Ο φεμινισμός δε βλάπτει, ούτε πρέπει να τον φοβούνται οι άνθρωποι- φεμινίστριες και φεμινιστές.

Ασφαλώς υπάρχουν διαφορετικά είδη φεμινισμού, που δεν τα κρίνω. Ως γενικότερη προσέγγιση, ωστόσο, εδράζεται στην ισότιμη συνύπαρξη αντρών και γυναικών, στην ισότιμη έκφραση της προσωπικότητάς τους, στον βιοπορισμό κατά ισότιμο τρόπο.

Ένας κόσμος χωρίς φεμινισμό είναι αρκετά φτωχός, γιατί του λείπει η γυναικεία οπτική. Τον χρειάζονται γυναίκες και άντρες εξίσου.

Ένα άλλο στοιχείο που κυριαρχεί στη δουλειά σου είναι η οικογένεια, οι ενδοοικογενειακές σχέσεις ή η απουσία τους. Σε απασχολεί αυτό- κοινωνικά, πολιτικά, συναισθηματικά;

Έχεις δίκιο, καλή ερώτηση.

Συχνά αναρωτιέμαι: «Τι σημαίνει οικογένεια στις μέρες μας- στην Ευρώπη, στη Γεωργία, στη Γερμανία;»

Για μένα θα έπρεπε να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην ύπαρξη ενός χώρου για την ατομική έκφραση και εξέλιξη και τη συνύπαρξη με την οικογένειά σου.

Στην Ευρώπη -και στη Γερμανία, πιο συγκεκριμένο- είναι λυπηρό που τα παιδιά δεν έχουν επαφή με τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους.

Στη Γεωργία, από την άλλη, τα παιδιά έχουν καθημερινή σχέση με τους μεγαλύτερων ηλικιών συγγενείς τους- και για οικονομικούς λόγους. Φροντίζοντας τους μεγαλύτερους μπορείς να μάθεις πολλά, που δε θα μάθεις αλλιώς.

Ως παιδί, η μητέρα μου μεγάλωσε σ’ ένα χωριό στη δυτική Γεωργία. Η γιαγιά της δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί στο τέλος της ζωής της, κι έτσι την φρόντιζε η μητέρα μου. Το γεγονός αυτός έδωσε στην μητέρα μου πολλή δύναμη, σοφία κι αγάπη.

Τι είναι πιο σημαντικό από το να βρίσκεσαι με την οικογένειά σου και να τη βοηθάς με τη φυσική σου παρουσία;

Όταν είσαι εκεί, τους μαγειρεύεις, συζητάς μαζί τους -ακόμα και τσακώνεσαι- αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στο σωστό μέρος τη σωστή ώρα.

Η μητέρα σου θα πρέπει να νιώθει περήφανη για τα επιτεύγματά σου στη ζωή.

Πόσο άλλαξε, διεύρυνε ή εμπόδισε την οπτική σου στη ζωή η μετακόμισή σου στο Βερολίνο;

Το Βερολίνο είναι το δεύτερο σπίτι μου, το αγαπώ. Η γερμανική γλώσσα γίνεται κομμάτι μου, επίσης.

Ήμουν είκοσι όταν ήρθα εδώ, έγινα ενήλικη στη Γερμανία, Μου πρόσφερε πολλή ελευθερία να σκέφτομαι, να αποστασιοποιηθώ από τη χώρα μου διατηρώντας μια κριτική στάση απέναντί της.

Όταν επέστρεψα στην Τιφλίδα μετά από έναν χρόνο στη Γερμανία, ξαφνιάστηκα που είδα τα βουνά- παλαιότερα ήταν απλώς ένα φόντο. Η οπτική μου επίγνωση άλλαξε. Άλλαξε επίσης και το μέσα μου.

Η Γεωργία ήταν επί 70 χρόνια κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι σημαντικό ν’ ανοίγουν πόρτες, παράθυρα, μυαλά, καθένας να βιώνει άλλες ζωές και νοοτροπίες.

Κι ακόμα πιο σημαντικό για χώρες με τέτοια Ιστορία, με κλειστά σύνορα. Ό,τι είμαι τώρα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία μου στο Βερολίνο.

Πάντως, αυτό που προσωπικά ένιωσα επισκεπτόμενος τη Γεωργία πριν από μερικά χρόνια ήταν πως πρόκειται για μια χώρα και μια κοινωνία σε μετάβαση- απλώς δεν είμαι σίγουρος προς ποια κατεύθυνση. Είσαι εσύ;

Όπως και οι περισσότεροι Γεωργιανοί, θεωρώ ότι η Γεωργία ανήκει στον ευρωπαϊκό χώρο, και αξιακά ταυτίζομαι πιο πολύ με την Ευρώπη.

Είναι λυπηρό που η τρέχουσα κυβέρνηση είναι περισσότερο φιλορωσική, και αντιλαμβάνομαι μια οπισθοδρόμηση προς την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Γεωργιανή Εκκλησία έχει πολλά κοινά με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, προσπαθεί να εμφυσήσει στους ανθρώπους πατριαρχικές ιδέες, πως ο άντρας είναι ανώτερος από τη γυναίκα ή ότι οι γκέι και οι λεσβίες είναι διαβολικοί άνθρωποι.

Αυτή η προπαγάνδα δε βοηθά στην ανάπτυξη της γεωργιανής κοινωνίας.

Υπάρχει, εξάλλου, και το ζήτημα της κατοχής της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσσετίας από ρωσικά στρατεύματα.

Κάθε τόσο πληροφορούμαστε πως τα σύνορά τους επεκτείνονται εντός της γεωργιανής επικράτειας και Γεωργιανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Οι ιμπεριαλιστικές ιδέες του Πούτιν είναι παρωχημένες, πρέπει να δημιουργήσουμε έναν μοντέρνο κόσμο όπου οι γείτονες θα ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο: χωρίς πολέμους και εκτοπισμούς, χωρίς ν’ απαρνούνται την ταυτότητά τους.

Νιώθω υπεύθυνη για τις μεθοριακές περιοχές απέναντι στους κατακτητές, δεν ακούμε τις φωνές όσων εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

Βιώνω επίσης φόβο για την ύπαρξη της οικογένειάς μου. Είδαμε τι συνέβη στην Ουκρανία. Πολλές ανησυχίες, πολλά εσωτερικά ζητήματα.

Τα οποία, όμως, με βοηθάνε να κατανοήσω καλύτερα πώς εντάσσεις τον εαυτό σου στο γεωργιανό πλαίσιο.

Επιστρέφοντας στη νουβέλα, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η επιλογή του αχλαδιού ως φρούτου ή ως μεταφοράς;

Έγινε μεταφορά, αλλά όταν περιέγραφα την τοποθεσία, αυτό συντελέστηκε με αρκετά νατουραλιστικό τρόπο. Όντως φοβόμουν να παίξω εκεί, συνάμα όμως ήταν και όμορφο.

Ως μεταφορά, αναφέρεται στα παιδιά του σχολείου, που δεν έχουν καμία ευκαιρία να ωριμάσουν στη ζωή. Αισθάνομαι μια αμφιθυμία απέναντι σ’ αυτή τη μεταφορά. Είναι ταιριαστή, αλλά υπάρχει και η ρεαλιστική διάσταση.

Χαίρομαι που η νουβέλα σου κυκλοφορεί στα ελληνικά, κι ελπίζω οι φόβοι που προανέφερες ν’ αποδειχτούν αβάσιμοι.

Κι εγώ! Ελπίζω να τα πούμε στην Αθήνα, στο Βερολίνο ή στη Γεωργία.

Ευχαριστώ θερμά την Stella Sabin (Peirene Press) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η νουβέλα της Nana Ekvtimishvili Το χωράφι με τις αχλαδιές κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις World Books σε μετάφραση της Ελένης Τουλούπη.