Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Νάστια Κόρκια: «Δράση στο σινεμά είναι ό,τι συμβαίνει στον θεατή»

 


Βραβευμένο στη Βενετία ως το καλύτερο μεγάλου μήκους ντεμπούτο, το Σύντομο Καλοκαίρι της Ρωσίδας σκηνοθέτριας Νάστια Κόρκια αποτελεί έναν χαμηλόφωνο, ποιητικό στοχασμό για την παιδική ηλικία υπό τη σκιά του πολέμου.

Μια συνομιλία με την σκηνοθέτρια ενόψει της πανελλήνιας πρεμιέρας του φιλμ στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου.

Το Σύντομο Καλοκαίρι, πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, μιλάει για την παιδική ηλικία στη σκιά του πολέμου και διαδραματίζεται στη Ρωσία κατά την περίοδο ενός εκ των πολέμων της Τσετσενίας, αν και γυρισμένη στη Σερβία.

Το σενάριο, που γράψατε από κοινού με τον Μιχαήλ Μπουσκόφ, αντικατοπτρίζει τις πραγματικές εμπειρίες και των δύο σας; Γιατί εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια των πολέμων της Τσετσενίας;

Αυτό το φιλμ σχεδιάστηκε το 2021.

Στο ντεμπούτο μου ήταν σημαντικό για μένα να επιστρέψω στην παιδική μου ηλικία και την εφηβεία μου, η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου των πολέμων της Τσετσενίας.

Το σενάριο διαδραματίζεται το 2004 - τη χρονιά των πιο καταστροφικών τρομοκρατικών επιθέσεων. Θίγουμε αυτό το πλαίσιο μόνο με λεπτότητα, αλλά προς το τέλος ακούγονται οι πρώτες αναφορές για το Μπεσλάν.

Είχε σημασία για μένα να δουλέψω προσεκτικά με την ιστορική μνήμη, δείχνοντας πώς το προσωπικό και το ιστορικό είναι αδιαχώριστα, πώς δύο κόσμοι αλληλοεπικαλύπτονται.

Η ταινία αναμφίβολα βασίζεται σε προσωπικές αναμνήσεις, αλλά δεν είναι αυτοβιογραφική - συγκεντρώνει την εμπειρία της ενηλικίωσης η οποία ανήκει σε μένα, στον Μιχαήλ και σε ανθρώπους που ήταν κοντά μου εκείνα τα χρόνια.

Ακόμα και η ιστορία για τον πρώην στρατιώτη με διαταραχή μετατραυματικού στρες δεν είναι φανταστική υπερβολή - αντανακλά βιωμένη εμπειρία.

Συνολικά, το φιλμ δεν επιχειρεί να εξωραΐσει τίποτα ή να το υπογραμμίσει σκόπιμα: αναζητούσαμε μια ειλικρινή, ανθρώπινη οπτική γωνία για την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής.

Σε ποιον βαθμό αποτελεί μεταφορά για τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας;

Ίσως η ταινία θυμίζει το παρόν - τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας - επειδή για εμάς ήταν απαραίτητο να ξανασκεφτούμε το παρελθόν, το οποίο σήμερα αντηχεί τόσο τραγικά στο παρόν.

Ένας πόλεμος μπορεί μερικές φορές να γίνει κατανοητός μέσα από έναν άλλο.

Και ήταν σημαντικό για μένα να αναλογιστώ τι συνέβαινε στη χώρα μου το 2004. Αλλά αυτό δεν είναι μεταφορά - είναι ένας αναπόφευκτος παραλληλισμός. Και χαίρομαι που εμφανίζεται.

Επιπλέον, έχει επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο την αφηγηματική της δομή το ότι γυρίστηκε σε χώρα διαφορετική από αυτήν στην οποία αναφέρεται ιστορικά;

Όχι, η δομή της ταινίας δεν επηρεάστηκε από το γεγονός πως τη γυρίσαμε εκτός Ρωσίας.

Αυτό το οποίο ήταν δύσκολο ήταν η τεχνική και η υλικοτεχνική πλευρά:

Έπρεπε να αυτολογοκρινόμαστε όταν επιλέγαμε τοποθεσίες, ελέγχοντας συνεχώς τους εαυτούς μας, αποφεύγοντας μέρη μόνο και μόνο επειδή ήταν όμορφα, ψάχνοντας προσεκτικά για εκείνα που έμοιαζαν με το Νότο της Ρωσίας, την περιοχή του Ροστόφ.

Γενικά, στοχεύσαμε -όσο το δυνατόν περισσότερο- στην ακρίβεια ενός ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι ένα έργο μυθοπλασίας και φέρει έναν ορισμένο βαθμό ποιητικής σύμβασης.




Δουλεύεις πολύ με τις έννοιες της απουσίας, της σιωπής και του κενού, και υπάρχει ελάχιστη συμβατική «δράση» σε όλη την ταινία σου. Γιατί τα πρώτα είναι τόσο σημαντικά στοιχεία στην προσέγγισή σου;

Και πώς ορίζεις τη «δράση» με κινηματογραφικούς όρους;

Αισθάνομαι ότι η σιωπή και η απουσία αντίδρασης είναι από μόνες τους πράξεις - και συχνά φωνάζουν πιο δυνατά από την πιο δυνατή δήλωση.

Ολόκληρη η ταινία βασίζεται εν μέρει σε αυτή την απλή ιδέα: τα παιδιά κάνουν ερωτήσεις αλλά δε λαμβάνουν ποτέ απαντήσεις.

Οι ενήλικες έχουν την τάση να αγνοούν τις άβολες ερωτήσεις, προσποιούμενοι πως το πρόβλημα δεν υπάρχει, αν είναι πολύ δύσκολο να λυθεί.

Σιωπή, μαθημένη αδυναμία, η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει - αυτό είναι κάτι που παρατηρούμε σήμερα στην κλίμακα μιας ολόκληρης χώρας.

Για μένα, η δράση στο σινεμά δεν είναι αυτό που συμβαίνει στην οθόνη, αλλά ό,τι συμβαίνει στον θεατή κατά τη διάρκεια της προβολής.

Σκόπιμα έφτιαξα μια ταινία η οποία επιχειρεί να βυθίσει τον θεατή στην παιδική του ηλικία - και ελπίζω να του δώσει χώρο για να αναλογιστεί.

Πολύ λίγα συμβαίνουν οπτικά, ο χρόνος κυλάει αργά.

Αυτός ο ρυθμός είναι σκόπιμος, έχει σκοπό να ξυπνήσει μνήμες, να μας υπενθυμίσει πόσο μεγάλη ήταν μια καλοκαιρινή μέρα στην παιδική ηλικία, πόσες σιωπηλές, άδειες στιγμές υπήρχαν, συνοδευόμενες μόνο από τον ήχο μιας γιαγιάς που μαγείρευε στην κουζίνα και μουρμούριζε μόνη της.

Δράση, για μένα, είναι αυτό το οποίο συμβαίνει μέσα στον θεατή - αν ξαφνικά θυμηθεί την γιαγιά του.

Το Σύντομο Καλοκαίρι μας συστήνει την Μάια Πλέσκεβιτς, την χαρισματική πρωταγωνίστριά σου.

Δεδομένου του ότι οι παιδικοί ηθοποιοί απαιτούν λεπτή διαχείριση, πώς εξελίχθηκε η συνεργασία μαζί της κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;

Πιστεύω ότι ήμουν πολύ τυχερή - χωρίς την Μάια αυτό το φιλμ απλά δε θα υπήρχε.

Είναι απίστευτα συγκεντρωμένη και ακριβής. Σπουδάζει μπαλέτο, νιώθει τον ρυθμό διαισθητικά και πολύ γρήγορα κατάλαβε τον στοχαστικό χαρακτήρα της ταινίας μας. Συνέλαβε τον εσωτερικό ρυθμό του χαρακτήρα της.

Η συνεργασία με παιδιά ήταν ίσως το πιο εύκολο και συναισθηματικά χαρούμενο κομμάτι της διαδικασίας - περάσαμε πολύ χρόνο μαζί πριν από τα γυρίσματα, μαζέψαμε κεράσια, γίναμε μια μικρή παρέα φίλων.

Όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα, τα παιδιά ήταν ήδη κοντά το ένα στο άλλο.

Πολύ σύντομα έγινε σαφές πως οι σεναριακά σχεδιασμένοι διάλογοι δε λειτουργούσαν - τα παιδιά απομνημονεύουν εύκολα τις ατάκες, αλλά στη συνέχεια ακούγονται τεχνητές.

Έτσι, στο τέλος εγκαταλείψαμε τον γραπτό διάλογο μεταξύ τους και διατηρήσαμε τον καθαρό αυτοσχεδιασμό στο κάδρο - τους ζήτησα να μιλήσουν για αυτά που νιώθουν, τι αντιλαμβάνονται, τι σκέφτονται.

Ιδιαίτερη υπερηφάνεια μού προσφέρει η σκηνή με το δόντι - ήταν ένα πραγματικό δόντι, οπότε κάναμε μία μόνο λήψη. Και είμαι περήφανη που απαθανατίσαμε εκείνη τη στιγμή με ειλικρίνεια, διατηρώντας την αίσθηση της απώλειας ενός δοντιού.




Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, η ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας είναι θέμα χρόνου. Η Ρωσία φαίνεται να έχει κερδίσει στρατιωτικά, ενώ η Ουκρανία φαίνεται να έχει χάσει. Οι (αντιφρονούντες) άμαχοι και από τις δύο πλευρές είναι, ωστόσο, τα κύρια θύματα.

Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτού του πολέμου σε πολιτικό και ανθρώπινο επίπεδο, πόσο κοντά βρισκόμαστε σε έναν γενικευμένο/παγκοσμιοποιημένο πόλεμο από στρατιωτικής άποψης και σε ποιον βαθμό είναι αυτή η προοπτική αναστρέψιμη;

Δεν μπορώ να κρίνω σε ποιο στάδιο βρισκόμαστε, ποιος κερδίζει ή τι ακολουθεί. Ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο για μένα - όλα τα παιδιά έχουν χάσει.

Τα παιδιά και από τις δύο πλευρές, τα οποία ζουν με τον φόβο των βομβαρδισμών, μεγαλώνουν υπό την πίεση της προπαγάνδας, μεγαλώνουν χωρίς πατέρες, μεγαλώνουν με τον φόβο ότι θα σταλούν στον πόλεμο ή μακριά από το σπίτι.

Δεν πιστεύω πως ο πόλεμος έχει ποτέ πραγματικούς νικητές. Νίκη είναι όταν ο πόλεμος αποφεύγεται εντελώς.

Η ταινία Σύντομο Καλοκαίρι κέρδισε τον Λέοντα του Μέλλοντος - Βραβείο Luigi De Laurentiis Καλύτερης Πρώτης Ταινίας στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Πώς οραματίζεσαι το μέλλον του κινηματογράφου, πειραματικού ή μη, και το δικό σου μέλλον στο πλαίσιό του;

Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος μάς δίνει την ευκαιρία να μοιραστούμε εμπειρίες, να μεταδώσουμε συναισθήματα, να βυθίσουμε έναν άλλο άνθρωπο -έστω και για λίγο- σε μια διαφορετική ζωή. Τουλάχιστον, αυτό περιμένω πάντα από αυτόν.

Ο Λέων του Μέλλοντος είναι ένα βραβείο που δε θα περίμενα ποτέ να λάβω και νομίζω πως είναι μια τεράστια ευθύνη. Ελπίζω ότι θα μπορέσω να κάνω άλλη μια ταινία η οποία θα με βοηθήσει να κατανοήσω καλύτερα τον εαυτό μου.

Ευχαριστώ θερμά την Νάστια Κόρκια για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Η ταινία της Νάστια Κόρκια Σύντομο Καλοκαίρι προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α, 19:00).

Στην προβολή θα παρευρεθεί ο διευθυντής φωτογραφίας, Εβγκένι Ρόντιν.



Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Αμπάς Φαντέλ: «Μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, το σινεμά δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθωότητα»

 


Στο σπαρακτικό ντοκιμαντέρ Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο του Γαλλο-Ιρακινού, εγκατεστημένου στον Λίβανο, Αμπάς Φαντέλ, η ιστορία του ίδιου και της οικογένειάς του γίνεται το «όχημα» μέσα από το οποίο αναδεικνύεται το αποτύπωμα του βάρβαρου πολέμου που εξαπέλυσε το ισραηλινό κράτος.

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη ενόψει της προβολής του φιλμ στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου, γεννηθήκατε στη Βαβυλώνα, μια από τις παλαιότερες σωζόμενες πόλεις στον κόσμο, και από τα 18 σας χρόνια ζείτε και στη Γαλλία, ενώ σπουδάσατε κινηματογράφο στη Σορβόννη.

Γιατί τελικά σάς κέρδισε η δημιουργία ταινιών;

Η Βαβυλώνα, με τις στρώσεις μύθων, τα ερείπια και τις θαμμένες ιστορίες της, διαμόρφωσε τη φαντασία μου πολύ πριν καν σκεφτώ να γίνω σκηνοθέτης.

Το να μεγαλώνεις ανάμεσα σε αυτά τα απομεινάρια αρχαίων πολιτισμών σε διδάσκει ότι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και πως κάθε πέτρα περιέχει μια αφήγηση.

Όταν έφτασα στη Γαλλία στα δεκαοκτώ μου και άρχισα να σπουδάζω κινηματογράφο στη Σορβόννη, κατάλαβα ότι ο κινηματογράφος ήταν το μόνο μέσο ικανό να συγκρατήσει όλες αυτές τις διαστάσεις:

Τη μνήμη, τη φαντασία, την πολιτική, την ποίηση.

Είχα αρχικά προσεγγίσει τον κινηματογράφο διανοητικά, μέσω της κριτικής και της θεωρίας, αλλά αυτό που τελικά με κέρδισε ήταν η μοναδική του ικανότητα να μετατρέπει τη βιωμένη εμπειρία σε κοινή εμπειρία.

Το να γράφω μόνο σε μια σελίδα μου φαινόταν ανεπαρκές· χρειαζόμουν κίνηση, αναπνοή, φως και την απρόβλεπτη παρουσία της πραγματικότητας.

Η κινηματογράφηση έγινε ο πιο φυσικός τρόπος για μένα να συμφιλιώσω την ανάλυση με το συναίσθημα και να δώσω μορφή στα φαντάσματα τα οποία με συνοδεύουν από τη Βαβυλώνα μέχρι κάθε μέρος που κατοικώ.

«Η ταινία μου γεννήθηκε από την ανάγκη να καταθέσω μαρτυρία για έναν πόλεμο που κατέστρεψε τις ζωές και τα σπίτια μας και να δείξω πώς, παρ’ όλα αυτά, η ανθεκτικότητα και η ανθρωπιά συνεχίζουν να ακμάζουν μέσα στα ερείπια», σημειώνετε για την τελευταία σας ταινία, Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο.

Πού μπορεί να αποδοθεί η βαθιά σας πρόσδεση/τρυφερότητα προς τον Λίβανο και τον λιβανέζικο λαό; Σχετίζεται, σε κάποιον βαθμό, με την σύζυγό σας, την διάσημη Λιβανέζα ζωγράφο και παραγωγό ταινιών, Νουρ Μπαλούκ;

Ο Λίβανος έγινε μέρος της ζωής μου πολύ πριν το συνειδητοποιήσω.

Είναι ένα από εκείνα τα μέρη τα οποία σε καλωσορίζουν όχι με μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, αλλά με ένα είδος οικείας γενναιοδωρίας:

Mε τον τρόπο που οι άνθρωποι σου μιλούν, σε προσκαλούν στο σπίτι τους, μοιράζονται τον κόσμο μαζί σου μέσα από ένα φλιτζάνι καφέ ή το θραύσμα μιας ιστορίας.

Η πρόσδεσή μου στον Λίβανο έχει τις ρίζες της σε αυτήν την καθημερινή τρυφερότητα, στην εξαιρετική ικανότητα του λαού του να ανοικοδομείται ακόμα και όταν η γη τρέμει από κάτω του.

Φυσικά, η Νουρ έχει βαθύνει αυτόν τον δεσμό με τρόπους τους οποίους δε θα μπορούσα να προβλέψω.

Μέσα από την παρουσία της και τη δική της σχέση με τη γη, μου άνοιξε έναν άλλο Λίβανο - έναν Λίβανο απτό, συναισθηματικό, φωτεινό, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές.

Το να την αγαπώ σήμαινε να αγαπώ τη χώρα που την δημιούργησε, τις αναμνήσεις που την διαμόρφωσαν και τους ανθρώπους των οποίων την ανθεκτικότητα κουβαλάει.

Αλλά θέλω να είμαι σαφής: η σύνδεσή μου με τον Λίβανο δεν είναι δανεική. Μεγάλωσε μέσα μου μόλις άρχισα να περπατάω στους δρόμους του και να ακούω τις πληγές του.




Στις Ιστορίες, εσείς και η οικογένειά σας γίνεστε κυριολεκτικά και μεταφορικά ο φακός/το «όχημα» μέσα από τα οποία αφηγείστε την Ιστορία/ιστορία ενός τραυματισμένου, αλλά όχι ηττημένου λαού.

Πόσο απαιτητικό -και όμως κρίσιμο- είναι να συνυφαίνουμε το μικρό με το μεγάλο, το προσωπικό με το συλλογικό, να είμαστε αναλυτικοί χωρίς να υποτιμούμε τη βαρύτητα της κοινής τραυματικής εμπειρίας;

Είναι απαιτητικό ακριβώς επειδή τα διακυβεύματα είναι τόσο υψηλά.

Όταν η προσωπική σου ζωή διασταυρώνεται με μια ιστορική τραγωδία, ο πειρασμός είναι είτε να αποσυρθείς σε μια προσωπική θλίψη είτε να διαλυθείς ολοκληρωτικά στη συλλογική αφήγηση. Ήθελα να αποφύγω και τα δύο.

Η πρόκληση ήταν να βρεθεί μια μορφή όπου η μικρή και η μεγάλη κλίμακα φωτίζουν η μία την άλλη αντί να ανταγωνίζονται.

Χρησιμοποιώντας την οικογένειά μου -το σπίτι μας, τους φόβους μας, τις καθημερινές μας τελετουργίες που διαταράσσονταν από τον πόλεμο- μου επέτρεψε να βασίσω την ταινία στη βιωμένη πραγματικότητα.

Αλλά ταυτόχρονα, χρειαζόμουν αρκετή απόσταση για να μιλήσω για τη δομική βία η οποία ασκήθηκε στον Λίβανο και σε τόσες πολλές κοινωνίες στην περιοχή.

Η αναλυτική διάσταση ήταν απαραίτητη, ωστόσο αρνήθηκα να αφήσω την ανάλυση να αποστειρώσει το συναίσθημα.

Γι' αυτό ο ηλικιωμένος Λιβανέζος, του οποίου η βιβλιοθήκη μετατράπηκε σε στάχτη, κατέχει τόσο κεντρική θέση: ενσαρκώνει, με μια μόνο χειρονομία θλίψης, την πολιτισμική εξόντωση που συνοδεύει τη φυσική καταστροφή.

Όταν μια βόμβα καταστρέφει ένα σπίτι, καταστρέφει επίσης ένα σύμπαν νοημάτων - βιβλία, αντικείμενα, αναμνήσεις, αρχεία.

Η κινηματογράφηση αυτών των απωλειών είναι ένας τρόπος να επιμείνουμε ότι ο ίδιος ο πολιτισμός είναι ένα πεδίο μάχης και ότι η διαγραφή της Ιστορίας ενός λαού είναι εξίσου καταστροφική με την απώλεια ζωών.

Γιατί η σιωνιστική οντότητα προσπαθεί, λοιπόν, συστηματικά να σβήσει κάθε ίχνος αραβικού πολιτισμού στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και αλλού;

Και γιατί άλλες αποικιακές/φονταμενταλιστικές δυνάμεις από τη Δύση μέχρι την Ανατολή επιχειρούν να κάνουν το ίδιο σε διαφορετικά πλαίσια;

Επειδή η κυριαρχία δεν ικανοποιείται ποτέ μόνο με τη στρατιωτική υπεροχή· επιδιώκει επίσης και συμβολική υπεροχή.

Η διαγραφή του αραβικού πολιτισμού στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και αλλού είναι μια στρατηγική τόσο παλιά όσο και η ίδια η αποικιοκρατία:

Αν αφαιρέσεις τα πολιτιστικά, ιστορικά και γλωσσικά θεμέλια ενός λαού, κάνεις την αποστέρησή του να φαίνεται φυσική, αναπόφευκτη, ακόμη και δικαιολογημένη.

Ο πολιτισμός είναι μια μορφή κυριαρχίας. Το να καις βιβλία, να βομβαρδίζεις πανεπιστήμια, να ισοπεδώνεις γειτονιές πλούσιες σε μνήμη - αυτά δεν είναι παράπλευρες απώλειες.

Είναι σκόπιμες τακτικές που αποσκοπούν στην αποκοπή ενός λαού από το παρελθόν του.

Από την Αλγερία μέχρι την Παλαιστίνη, από τους ιθαγενείς της Αμερικής μέχρι το σημερινό Σιντζιάνγκ, δυνάμεις μεθυσμένες από την κυριαρχία ανέκαθεν στοχοποιούσαν τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη μνήμη.

Είναι ευκολότερο να οικειοποιηθείς τη γη όταν πρώτα σβήσεις τις ιστορίες που συνδέουν τους ανθρώπους με αυτήν.

Κι όμως, αυτή η στρατηγική αποτυγχάνει πάντα μακροπρόθεσμα, επειδή ο πολιτισμός δεν εξαφανίζεται μαζί με τα τείχη τα οποία τον στέγαζαν. Μεταναστεύει, επιβιώνει, μεταλλάσσεται, επιστρέφει.




Αφιερώνετε τις Ιστορίες «στα παιδιά που έχουν μάθει να διαβάζουν στα μάτια των ενηλίκων ό,τι οι λέξεις δεν τολμούν να πουν».

Δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να περνάει από το μυαλό της μικρής σας κόρης μετά από τέτοιες τραυματικές συνθήκες. Πώς τα βγάζει πέρα, αλήθεια;

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα, ακόμα και αυτά που προσπαθούμε να κρύψουμε.

Η αντιμετώπιση δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη. Είναι μια διαδικασία. Μιλάμε στην κόρη μας χωρίς να την κατακλύζουμε. Δημιουργούμε τελετουργίες καθησυχασμού. Την περιβάλλουμε με αγάπη, μουσική, τρυφερότητα.

Κουβαλάει μέσα της αυτήν την εμπειρία, ναι, αλλά κουβαλάει και μια εξαιρετική ανθεκτικότητα.

Η ταινία είναι εν μέρει μια προσπάθεια να τιμήσει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά διαβάζουν τον κόσμο - όχι μέσα από τις λέξεις, αλλά μέσα από το τρέμουλο στη φωνή των ενηλίκων.

Την αφιερώνετε επίσης «στους ενήλικες που περπατούν ανάμεσα σε ερείπια, κρατώντας στα χέρια τους τα κλειδιά για σπίτια τα οποία δεν υπάρχουν πια, και που, παρά τις ανοιχτές ουλές τους, ψιθυρίζουν στην πληγωμένη γη: ό,τι έχει πέσει θα ξανασηκωθεί».

Πώς φαντάζεστε λοιπόν το μέλλον του Λιβάνου, μιας χώρας σε «κύηση», όπως αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ σας;

Ο Λίβανος είναι μια χώρα που βρίσκεται διαρκώς σε ερείπια και διαρκώς σε ανοικοδόμηση.

Το να την αποκαλούμε χώρα «σε κύηση» δεν είναι μεταφορά: κάτι πράγματι σχηματίζεται, επώδυνα, κάτω από το βάρος της διαφθοράς, της βίας και της γεωπολιτικής ασφυξίας.

Τα ερείπια είναι πραγματικά, αλλά το ίδιο ισχύει και για την απίστευτη ζωτικότητα των ανθρώπων οι οποίοι αρνούνται να εξαφανιστούν.

Οραματίζομαι το μέλλον του Λιβάνου όπως φαντάζεται κανείς ένα παιδί που μαθαίνει να περπατάει - με αβεβαιότητα, με σκουντουφλήματα, αλλά και με ακαταμάχητη αποφασιστικότητα.

Το μέλλον δε θα προέλθει από τις πολιτικές ελίτ· θα προέλθει από την πολιτική φαντασία εκείνων οι οποίοι κρατούν τα κλειδιά των χαμένων σπιτιών, από τις γυναίκες που κρατούν ζωντανές τις κοινότητες, από τους νέους που αρνούνται τον κυνισμό.

Πιστεύω ότι η ίδια η γη θέλει να επουλωθεί και πως ο λαός -παρά τις ανοιχτές πληγές- είναι ικανός να εφεύρει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο βασιζόμενο στην αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και τη μνήμη.

Και πώς οραματίζεστε το μέλλον της κινηματογραφίας, πειραματικής ή μη, μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από άλλους πολέμους, άλλες γενοκτονίες;

Η κινηματογραφική παραγωγή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις ηθικές, πολιτικές και αισθητικές προκλήσεις της εποχής μας με πολύ περισσότερο θάρρος.

Οι πόλεμοι στη Γάζα και τον Λίβανο σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής: εκθέτουν τα όρια των συμβατικών μορφών ντοκιμαντέρ, την ανεπάρκεια της ουδετερότητας και την ευθύνη που φέρουμε ως δημιουργοί εικόνας.

Δεν μπορούμε πλέον να προσποιούμαστε ότι ο κινηματογράφος μπορεί να παραμείνει αποστασιοποιημένος από την καταστροφή.

Νομίζω πως το μέλλον βρίσκεται στις υβριδικές μορφές - εκεί όπου η μαρτυρία συναντά την ποίηση, η ανάλυση την ευαλωτότητα, εκεί όπου η ίδια η κινηματογραφική γλώσσα γίνεται μια πράξη αντίστασης.

Ο πόλεμος ανέκαθεν διαμόρφωνε τον κινηματογράφο, αλλά σήμερα το καθήκον είναι διαφορετικό:

Πρέπει να εφεύρουμε εικόνες οι οποίες αντιτίθενται στην προπαγάνδα,  διαφυλάσσουν τις διαγραμμένες ιστορίες και τιμούν τη θλίψη χωρίς να την εκμεταλλεύονται.

Η κινηματογραφική δημιουργία πρέπει να γίνει ένας χώρος όπου μιλούν οι φιμωμένοι, διασώζονται αρχεία και η φαντασία γίνεται πολιτική δύναμη.

Με άλλα λόγια, μετά τη Γάζα και τον Λίβανο, το σινεμά δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθωότητα. Πρέπει να γίνει πιο πορώδες, πιο ατρόμητο, πιο υπεύθυνο - και πιο ανθρώπινο.

Eυχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για τον χρόνο που μου διέθεσε, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Αμπάς Φαντέλ Ιστορίες από τον πληγωμένο τόπο προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Κυριακή 14 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α, 21:00).

Στην προβολή θα παρευρεθούν ο σκηνοθέτης Αμπάς Φαντέλ και η παραγωγός του φιλμ και σύζυγός του, Νουρ Μπαλούκ.



Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Μπρένταν Κάντι: «Η κοινοτική εμπειρία με ελκύει βαθιά, ως σκηνοθέτη και άτομο»

 


Ο 17χρονος μικροπαραβατικός Κρίστι μετακομίζει από το σπίτι μιας ανάδοχης οικογένειας σε εκείνο του αδερφού του και της γυναίκας του στο Κορκ, μέχρι να αποφασιστεί η επανένταξή του.

Αιχμηρό και τρυφερό κοινωνικό δράμα και συνάμα σπουδή χαρακτήρων μιας παραμελημένης κοινότητας της εργατικής τάξης, η ταινία του Ιρλανδού Μπρένταν Κάντι Για τον Κρίστι προβάλλεται στις αίθουσες. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Η πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, Για τον Κρίστι, δεν αφορά μόνο τον ομώνυμο πρωταγωνιστή, το παρελθόν και το μέλλον του, αλλά και το αίσθημα του ανήκειν και της κοινότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στο Κορκ.

Πώς σχετίζεσαι με το Κορκ, κατ’ αρχάς; Πόσο σημαντικό είναι για σένα να εμβαθύνεις σε και να εξερευνήσεις την έννοια της κοινοτικής εμπειρίας, τόσο κινηματογραφικά όσο και στην καθημερινότητά σου;

Το Κορκ είναι το σπίτι μου από κάθε άποψη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, οπότε το να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν σαν να γράφω μια ερωτική επιστολή στον τόπο ο οποίος με διαμόρφωσε.

Η κοινοτική εμπειρία είναι κάτι που με ελκύει βαθιά, τόσο ως σκηνοθέτη όσο και ως άτομο.

Από την πρώτη μου συνάντηση με τα Kabin Studios το 2019, έχω συγκινηθεί βαθιά από το πώς η κοινότητα μπορεί να θεραπεύσει τους ανθρώπους και να αλλάξει την πορεία της ζωής τους.

Αισθάνθηκα ότι ήταν μια σημαντική ιστορία να διηγηθώ, και πως η συλλογική ενέργεια -το χιούμορ, η υποστήριξη, η δημιουργικότητα- έγιναν ο παλμός του Για τον Κρίστι.

Σε ποιον βαθμό ταυτίζεσαι, συναισθηματικά ή ταξικά, με τους χαρακτήρες σου, πρωταρχικούς και δευτερεύοντες, οι οποίοι δεν είναι απαραίτητα «περιθωριακοί», ωστόσο -λίγο πολύ- «φλερτάρουν» με το περιθώριο της ιρλανδικής κοινωνίας;

Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν μικρός, οπότε μεγάλωσα κινούμενος ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους.

Η μαμά μου δεν είχε πολλά και ο μπαμπάς μου είχε περισσότερα, πράγμα που σήμαινε ότι μετακινούμουν μεταξύ τάξεων χωρίς ποτέ να ανήκω πλήρως σε καμία από τις δύο.

Έπαιξα ποδόσφαιρο με παιδιά από την περιοχή στην ταινία και με παιδιά που ήταν στην πρόνοια, οπότε άνθρωποι σαν τους χαρακτήρες του Για τον Κρίστι ήταν πάντα μέρος της ζωής μου.

Πάντα είχα ενσυναίσθηση, και το γεγονός πως έγινα σκηνοθέτης το έχει μόνο βαθύνει αυτό.

Όλα αυτά μου έχουν δώσει μια πραγματική κατανόηση της προέλευσης αυτών των χαρακτήρων και μια γνήσια συναισθηματική σύνδεση με όσα περνούν.

Ο Ντάνι Πάουερ, ένας ηθοποιός ο οποίος δε μιλάει πολύ αλλά είναι διαποτισμένος με τεράστια εσωτερική δύναμη και συγκρατημένο θυμό, είναι το κύριο -αλλά όχι το μοναδικό- ατού της ταινίας.

Δεδομένου ότι η συνεργασία σας ανάγεται τουλάχιστον στη μικρού μήκους εκδοχή της φιλμ, πώς έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου; Έχετε ωριμάσει μαζί, εσείς ως σκηνοθέτης και αυτός ως ηθοποιός, στην πορεία;

Η συνεργασία με τον Ντάνι έχει υπάρξει μια από τις μεγαλύτερες χαρές της καριέρας μου.

Όταν γυρίσαμε την ταινία μικρού μήκους Για τον Κρίστι -η πρώτη του φορά στην οθόνη- ήταν ήδη μαγευτικός και με τα χρόνια έχει εξελιχθεί σε έναν ηθοποιό με απίστευτη παρουσία και συναισθηματική νοημοσύνη.

Το ένστικτό του, η βιωμένη του εμπειρία και η γενναιοδωρία του τον καθιστούν σημείο αναφοράς για ολόκληρο το καστ.

Έχω ωριμάσει πολύ κι εγώ από το μικρού μήκους φιλμ, οπότε σίγουρα έχουμε ωριμάσει μαζί, αλλά και μέσα από τα ξεχωριστά πρότζεκτ που αναλάβαμε ο καθένας μας ενδιάμεσα.




Λατρεύω τον κοινωνικό ρεαλισμό στην τέχνη, ειδικά όταν συνδυάζεται με μια συγκινητική και αιχμηρή ματιά στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα.

Υπό αυτή την έννοια, το Για τον Κρίστι δεν παρεκκλίνει από το μονοπάτι το οποίο έχουν χαράξει ο Λόουτς και οι όμοιοί του. Πόσο κοντά νιώθεις σ’ αυτήν την κινηματογραφική προσέγγιση; Θα ήθελες να επεκταθείς στιλιστικά στο μέλλον;

Σίγουρα δεν ξεστρατίζει, αλλά τονικά κλίναμε και προς κάποιες αμερικανικές ταινίες όπως το Honey Boy.

Αγαπώ τον κοινωνικό ρεαλισμό επειδή είναι φυσικός και βασισμένος στην αλήθεια και την κοινότητα, και επειδή εκτιμά τους απλούς ανθρώπους με εξαιρετικό τρόπο.

Αλλά με ελκύουν επίσης έργα τα οποία είναι πιο λυρικά ή παιχνιδιάρικα, ή ελαφρώς έντονα, αρκεί να παραμένουν ειλικρινή.

Έχω δοκιμάσει πολλά διαφορετικά στιλ στα μουσικά μου βίντεο, οπότε είμαι ενθουσιασμένος που θα συνεχίσω να πειραματίζομαι και να προάγω τη δουλειά μου περαιτέρω.

Το φιλμ σου έκανε πρεμιέρα στο φετινό τμήμα Generation 14plus του Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου κέρδισε το Grand Prix. Ωστόσο, μου φαίνεται σαν δουλειά για ενήλικες. Πού θέτεις το όριο μεταξύ εφηβικών και ενηλίκων ταινιών;

Ναι, έτσι δείχνει, αλλά οι έφηβοι είναι απίστευτα περίπλοκοι και με λεπτές αποχρώσεις, ειδικά όταν πρέπει να μεγαλώσουν γρήγορα.

Οπότε, τα όρια μεταξύ κάποιου σαν του Κρίστι και του αδερφού του, Σέιν, μου φαίνονται εντελώς αλληλένδετα.

Γι’ αυτόν τον λόγο δε χαράσσω μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ εφηβικών και ενήλικων ταινιών. Το Για τον Κρίστι επικεντρώνεται σε έναν νεαρό άνθρωπο, αλλά η συναισθηματική του αλήθεια μιλάει εξίσου έντονα και στους ενήλικες.

Για μένα είναι μια ταινία για νέους και ενήλικες, και νομίζω ότι το κοινό του τμήματος Generation 14plus -και οι έφηβοι σε όλο τον κόσμο- θα συνδεθούν μαζί της εξίσου βαθιά με τους μεγαλύτερους σε ηλικία θεατές.




Επέλεξες να δώσεις ένα ελπιδοφόρο (αν όχι «ευτυχισμένο») τέλος στο φιλμ σου. Είχατε σκεφτεί εσείς ή/και ο Άλαν Ο’Γκόρμαν, συν-σεναριογράφος, να δώσετε ένα διαφορετικό; Και αν ναι, γιατί το απορρίψατε;

Παίξαμε με μερικά διαφορετικά φινάλε, αλλά ήταν πάντα ελπιδοφόρα. Θέλαμε νέοι σαν τον Κρίστι να το δουν αυτό και να νιώσουν ότι υπάρχει ελπίδα και για αυτούς.

Όλα όσα πετυχαίνει ο Κρίστι είναι σκοπίμως μικρά και προσγειωμένα, επειδή ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες χρειάζονται μόνο μερικές μικρές αλλαγές για να αλλάξει μια ζωή.

Αισθανθήκαμε πως ήταν σημαντικό να το δείξουμε αυτό, και ειλικρινά δε βλέπαμε το νόημα να γίνουμε πιο σκοτεινοί - ο κόσμος είναι ήδη αρκετά σκοτεινός, χρειάζεται περισσότερη ελπίδα.

Ένα από τα μεγάλα συμπεράσματα το οποίο έχουμε αποκομίσει από το κοινό μέχρι στιγμής είναι το πόσοι άνθρωποι περίμεναν η ταινία να τελειώσει ζοφερά και ήταν πραγματικά ενθουσιασμένοι που αυτό δε συνέβη.

Πώς θα φανταζόσουν τους/τις προερχόμενους/προερχόμενες από την εργατική τάξη ήρωες/ηρωίδες σου σε δέκα, ας πούμε, χρόνια, δεδομένης της επικρατούσας ζοφερής παγκόσμιας κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κατάστασης;

Τους/τις φαντάζομαι να κάνουν αυτό που έκαναν πάντα οι άνθρωποι της εργατικής τάξης: να προσαρμόζονται, να επιβιώνουν και να χτίζουν μικρές εστίες χαράς και κοινότητας, παρά τις πιέσεις γύρω τους.

Ο Κρίστι θα έβρισκε ακόμα τον δρόμο του, πιθανώς βοηθώντας τους άλλους με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο βοηθήθηκε κι ο ίδιος. Ο αδερφός του μπορεί να είχε μαλακώσει. Οι γείτονες θα φρόντιζαν ακόμα ο ένας τον άλλον.

Ο κόσμος μπορεί να γίνεται πιο σκληρός, αλλά ο πυρήνας αυτών των χαρακτήρων είναι η ψυχή και η ανθεκτικότητα, και δε νομίζω πως αυτό ξεθωριάζει: αν μη τι άλλο, καθίσταται πιο απαραίτητο.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για την άμεση και ενθουσιώδη ανταπόκρισή του στο αίτημα για συνέντευξη, καθώς και για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Η ταινία του Μπρένταν Κάντι Για τον Κρίστι προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4 Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.



Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Πέτρα Βόλπε: «Η δημιουργία φιλμ μπορεί να αναδείξει όσα μας ενώνουν»

 


Ξεκινώντας ως ένα νευρώδες κοινωνικοπολιτικό θρίλερ με υπαρξιακές υποδηλώσεις, η Νυχτερινή Εφημερία, η τελευταία ταινία μυθοπλασίας της Πέτρα Βόλπε, αποκαλύπτει σταδιακά το βασικό της μέλημα:

Tον αντίκτυπο της αυξανόμενης έλλειψης εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού στα νοσοκομεία παγκοσμίως. Εξαιρετική η Λεόνι Μπένες στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μια συζήτηση με την σκηνοθέτρια.

Μέσα από το έργο σου καταπιάνεσαι με ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, ενδυνάμωσης των γυναικών και ιστορικής μνήμης. Γιατί επιθυμείς να εξερευνήσεις ειδικά αυτούς τους άξονες;

Σίγουρα αυτά τα ζητήματα με έχουν απασχολήσει πολύ ως κινηματογραφίστρια, αλλά και ως γυναίκα και πολιτικοποιημένο άτομο.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης, οπότε το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης απασχολούσε την οικογένειά μου, αλλά και την πρώιμη ενήλικη ζωή μου.

Ασφαλώς και όλα όσα σχετίζονται με τον φεμινισμό με αφορούν επειδή είμαι γυναίκα σε έναν κόσμο όπου υπάρχει πολλή αδικία έναντι των γυναικών.

Είναι πολύ συνηθισμένο το να μην παίρνουν τις νοσοκόμες, οι οποίες αποτελούν το 80% του νοσηλευτικού προσωπικού, στα σοβαρά όταν έχουν ανησυχίες ή εξεγείρονται ενάντια στις εργασιακές συνθήκες.

Μου φαίνεται πως αυτό είναι ένα ζήτημα ενδιαφέρον, που αξίζει να εξερευνήσω στις ταινίες μου.

Όσον αφορά στην ιστορική μνήμη, είναι σημαντικό να την εξετάζει κάποιος υπό το πρίσμα του παρόντος. Ιδανικά, έχουμε μάθει κάτι από την Ιστορία - ή όχι. Και τα δύο, ωστόσο, έχουν ενδιαφέρον.

Ειδικά για μια χώρα όπως η Ελβετία, οι κάτοικοι της οποίας έχουν μια εξαιρετικά αποκαθαρμένη/εξιδανικευμένη αντίληψη για τον εαυτό τους, μου αρέσει να διερευνώ αν όλοι οι μύθοι που ως έθνος καλλιεργούμε για εμάς έχουν πραγματική βάση.

Ξεκινώντας ως ένα νευρώδες κοινωνικοπολιτικό θρίλερ με υπαρξιακές υποδηλώσεις, η Νυχτερινή Εφημερία, η τελευταία σου ταινία μυθοπλασίας, αποκαλύπτει σταδιακά το βασικό της μέλημα:

Tον αντίκτυπο της αυξανόμενης έλλειψης εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού στα νοσοκομεία παγκοσμίως. Γιατί επέλεξες να αναδείξεις κινηματογραφικά αυτό το ζήτημα;

Η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού στις μέρες μας με απασχολούσε εδώ και πολύ καιρό, ακόμα και πριν από την περίοδο του κορονοϊού.

Εκείνη την εποχή είχαμε όλοι πολλή επίγνωση και χειροκροτούσαμε από τα μπαλκόνια μας το νοσηλευτικό προσωπικό για την προσφορά του στο σύστημα υγείας.

Όταν πέρασε η περίοδος του κορονοϊού, η κατάσταση με το νοσηλευτικό προσωπικό έπαψε να αποτελεί θέμα της πολιτικής ατζέντας.

Κι αυτό παρότι μεγάλο ποσοστό του νοσηλευτικού προσωπικού πανευρωπαϊκά έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου ότι μια κρίση βρισκόταν προ των πυλών.

Όπως εξάλλου προείπα, δεν ήταν τυχαίο πως αυτές οι προειδοποιήσεις δεν ελήφθησαν καθόλου στα σοβαρά, καθώς προέρχονταν από γυναίκες εργαζόμενες.

Οπότε, η ταινία μας είναι μια ερωτική επιστολή στις νοσοκόμες.

Στόχος μας είναι να πολλαπλασιάσουμε την ένταση της κριτικής φωνής τους και να τους δώσουμε παρουσία και προσοχή, εφόσον πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο μας αφορά όλους ως δυνητικούς ασθενείς.

Για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά μια νοσοκόμα μπορεί συχνά να είναι το πρώτο και το τελευταίο πρόσωπο στη ζωή του.

Κι αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε κοινωνία, γεγονός που κατέστησε την κατάσταση του νοσηλευτικού προσωπικού πολύ ενδιαφέρον θέμα.




Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι επηρεάζει ανησυχητικά ακόμη και την Ελβετία, ένα από τα ελάχιστα φαινομενικά λειτουργικά καπιταλιστικά κράτη σε παγκόσμια κλίμακα;

Νομίζω πως η Ελβετία βρίσκεται σε μια κατάσταση η οποία δεν είναι τόσο κακή όσο αυτή που επικρατεί σε άλλες χώρες.

Κατόπιν μιας λαϊκής κινητοποίησης ψηφίστηκε, εξάλλου, η βελτίωση των εργασιακών συνθηκών των νοσοκόμων στην Ελβετία

Πραγματοποιήθηκε, επίσης, μια διαδήλωση στις 22 Νοεμβρίου επειδή η ελβετική κυβέρνηση δεν έχει εφαρμόσει τα όσα ψηφίστηκαν, γεγονός το οποίο αποδεικνύει και πάλι ότι η κυβέρνηση δεν παίρνει το ζήτημα στα σοβαρά και δε δίνει προσοχή.

Πάντα υποστηρίζει πως η ύπαρξη πολλών νοσοκόμων σε μια βάρδια είναι ακριβό. Κι αυτός είναι από τους μύθους που επιμένουν να επαναλαμβάνουν.

Ίσως η πιο καταξιωμένη γερμανόφωνη ηθοποιός της γενιάς της, με προοπτικές για μια λαμπρή διεθνή καριέρα, η Λεόνι Μπένες, η πρωταγωνίστρια της ταινίας στον ρόλο μιας νοσοκόμας, είναι πράγματι μια δύναμη της φύσης.

Χτίσατε από κοινού τον ευέλικτο, δυναμικό και κατά καιρούς τόσο εύθραυστο χαρακτήρα της; Και πώς αντιμετώπισες αυτήν τη δύναμη ως σκηνοθέτρια;

Η Λεόνι πάντα λέει ότι της άρεσε αυτό το σενάριο επειδή εμπεριέχει κίνηση. Αντιμετωπίσαμε τον χαρακτήρα ως μια ηρωίδα της πραγματικής ζωής. Κάθε κίνησή της περιγράφεται όντως και με πολλή ακρίβεια στο σενάριο.

Η Λεόνι φιλοδοξούσε να βρει τον ρυθμό των νοσοκόμων.

Γι’ αυτό και διεξήγε πολλή έρευνα επισκεπτόμενη νοσοκομεία, προκειμένου να παρατηρήσει πώς μιλάνε οι νοσοκόμες στους ασθενείς ώστε να μπορέσει πραγματικά να ενσαρκώσει τον χαρακτήρα.

Αυτό, λοιπόν, που προέκυψε μπροστά από την κάμερα ήταν η επιμελής έρευνά της και η ακρίβεια του σεναρίου. Η Λεόνι έγινε, άρα, το αμάλγαμα μιας αυθεντικής νοσοκόμας.

Διέθετε, επίσης, έναν σύμβουλο, ο οποίος την συμβούλευε σαν να ήταν αθλήτρια, γα να μάθει όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες που χρειάζεται να γνωρίζει μια νοσοκόμα.

Από συναισθηματικής πλευράς, νομίζω ότι η Λεόνι είναι πολύ παρούσα σε κάθε σκηνή και κατορθώνει να υπερβεί τα όσα περιγράφονται στο σενάριο και διαμείβονται ανάμεσα στην ίδια και στους/στις συναδέλφους της ηθοποιούς.

Για μένα και τον διευθυντή φωτογραφίας το να παρακολουθούμε την ίδια καθημερινά μπροστά από την κάμερα και τον χαρακτήρα της να ζωντανεύει ήταν μια γιορτή.

Ο ρυθμός της ταινίας είναι ένα ακόμη ατού της: αρχικά στην «τσίτα» χωρίς να αφήνει τα πράγματα να ξεφύγουν, σταδιακά επιβραδύνεται, επιτρέποντας στους χαρακτήρες και στις σχέσεις τους, όσο φευγαλέες κι αν είναι, να αναπνεύσουν.

Θα ήθελα το σχόλιό σου για αυτήν την επιλογή.

Από την αρχή, ήθελα να κάνω ένα φιλμ που το ένιωθα ως μια σωματική εμπειρία.

Όταν διεξήγα και τη δική μου έρευνα, αυτό το οποίο πιο πολύ παρατήρησα στις νοσοκόμες ήταν ο απίστευτος εργασιακός ρυθμός τους. Ήθελα να αισθανθούν οι θεατές σαν να έκαναν οι ίδιοι τη βάρδια.

Όποτε όλες οι προσπάθειές μας, σε κάθε τεχνικό πόστο -από την κάμερα, τη διεύθυνση φωτογραφίας, τον σχεδιασμό του ήχου, την παραγωγή- συνίσταντο στο να δημιουργήσουμε την αδιάκοπη ροή μιας βάρδιας νοσοκόμου.

Μια τέτοια βάρδια διαρκεί οκτώ ώρες και εμείς έπρεπε να αφηγηθούμε μια ιστορία διάρκειας ενενήντα λεπτών, ώστε να προκαλέσουμε στο κοινό την ψευδαίσθηση πως συνυπάρχει με την Φλόρια επί ένα οκτάωρο.

Έπρεπε, επομένως, να αποφασίσουμε ποια σκηνή θα διαρκέσει περισσότερο, όπως για παράδειγμα εκείνη στο φαρμακείο, κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να ετοιμαστούν αγωγές ενώ παράλληλα χτυπούν τρία τηλέφωνα και δύο ασθενείς περιμένουν.

Πολύ εύθραυστη κατάσταση, πολλά λάθη μπορούν να συμβούν.

Από την άλλη, έπρεπε να σκεφτούμε ποιες σκηνές θα μπορούσαν να περικοπούν χωρίς να φαίνονται ψεύτικες.

Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε σε όλα τα πεδία, και βέβαια στο μοντάζ.




Κι όμως, μέσα από «όλη την ομορφιά και την αιματοχυσία», το χάος, την απελπισία, την απώλεια, το πένθος και την ένταση αναδύεται η ενσυναίσθηση και οι χαρακτήρες αγκαλιάζουν την πιθανότητα μιας πιο αξιοπρεπούς συνύπαρξης, διαποτισμένης με αλληλεγγύη.

Τι θα χρειαστεί για να εκπληρωθούν οι προοπτικές μιας τέτοιας ύπαρξης και ποιος είναι ο ρόλος τον οποίο μπορεί να χρειαστεί να διαδραματίσει το σινεμά προς αυτήν την κατεύθυνση;

Ήθελα να αναδείξω την ανθρώπινη διάσταση του νοσοκομειακού επαγγέλματος. Οι τεχνικές παράμετροι είναι στις μέρες μας εξαιρετικά περίπλοκες.

Στην καπιταλιστική κοινωνία όπου ζούμε όλοι μετράνε πόσο χρόνος χρειάζεται για την αλλαγή μιας πάνας ή ενός ορού. Αυτό, όμως, το οποίο δεν μπορεί να μετρηθεί είναι η ανθρώπινη διάσταση του νοσοκομειακού επαγγέλματος.

Κι αυτή έχει μεγάλο αντίκτυπο στην κατάσταση υγείας του/της ασθενούς. Η σημασία του αγγίγματος, της παρουσίας, της ευγένειας, της συμπόνιας δεν αποτελούν και τόσο αντικείμενα εορτασμού στις μέρες μας.

Ζούμε σε πολύ σκληρούς καιρούς. Η ταινία μας, λοιπόν, βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της συνθήκης. Στην πραγματικότητα, διαλέξαμε αυτό που μας κάνει ανθρώπους, αυτό το οποίο μπορεί να μας δώσει ελπίδα  και να μας συνδέσει με τους άλλους.

Η δημιουργία φιλμ δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. Μπορεί, όμως, να αναδείξει όσα μας ενώνουν ως ανθρώπους.

Ζούμε σε καιρούς απομόνωσης και κατακερματισμού. Ως κινηματογραφιστές, μπορούμε να εστιάσουμε στην αντίθετη κατεύθυνση, σε όσα μας φέρνουν κοντά και δημιουργούν αλληλεγγύη.

Οπότε σίγουρα Η Νυχτερινή Βάρδια είναι μια έκκληση και ένας εορτασμός γι’ αυτά.

Πιστεύεις (ακόμα) στη μεταμορφωτική, ακόμη και απελευθερωτική, δύναμη της τέχνης -του κινηματογράφου στην περίπτωσή μας- σε μια εποχή που σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο μας κάνουν να πιστεύουμε ότι ο ατομικισμός είναι η λύση;

Αρχίζουμε να μαθαίνουμε πως ο ατομικισμός δεν είναι η λύση. Υπάρχει πολλή λαχτάρα για σύνδεση, νομίζω.

Από την άλλη, αντιμετωπίζουμε το τέρας της καταστροφής. Καταστρεφόμαστε από χιλιάδες πράγματα. Ο διαχωρισμός γιορτάζεται και μάς επιβάλλεται.

Ως κινηματογραφίστρια, πρέπει να πιστεύω στη μεταμορφωτική δύναμη της τέχνης, κι αυτό με κάνει να συνεχίζω.

Κι αν μπορώ να συγκινήσω μερικές εκατοντάδες ανθρώπους με την τέχνη μου, αν μπορούν να αποκτούν μια άλλη οπτική για τον κόσμο, αυτό είναι ήδη μια νίκη.

Αν το φιλμ μπορεί να δημιουργήσει ασθενείς οι οποίοι δε θα είναι βίαιοι έναντι των νοσοκόμων, θα έχουν μεγαλύτερη υπομονή και θα αναγνωρίζουν το συστημικό κι όχι το προσωπικό λάθος, είναι κι αυτό ένα κέρδος για μένα.

Ελπίζω, επομένως, να αλλάξω οπτικές, να ανοίξω καρδιές και να υπενθυμίζω σε όλες/όλους μας ότι ζούμε σ’ αυτά τα εύθραυστα, θνητά σώματα. Όλα, κάποια στιγμή θα μας διαψεύσουν. Γι’ αυτό και θα χρειαστούμε μια νοσοκόμα. Ας το θυμόμαστε.

Κι όταν ψηφίζουμε για την εκλογή πολιτικών, κι όταν έχουμε την ευκαιρία να υποστηρίζουμε τις νοσοκόμες, πρέπει να το κάνουμε, γιατί οι καλύτερες εργασιακές συνθήκες για εκείνες είναι προς το καλύτερο συμφέρον μας.

Η ταινία της Πέτρα Βόλπε Νυχτερινή Εφημερία συνεχίζει να προβάλλεται για δεύτερη εβδομάδα στους κινηματογράφους σε διανομή του CINOBO.