Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ: «Όλα όσα με περιβάλλουν αποτελούν μια πύλη προς την ανακάλυψη»

 


Καταγόμενος από την Καλμικία και γράφοντας στα ρωσικά, ο Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ είναι ένας ποιητής το έργο του οποίου εξερευνά το ιστορικό τραύμα, τη γλωσσική απώλεια και τις αποσιωπημένες ταυτότητες.

Με αφορμή το πλήρες αφιέρωμα στο έργο του, το οποίο δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ποίησης Τεφλόν, είχαμε μαζί του μια εκτενή συζήτηση.

Πριν εμβαθύνω στο έργο σου χάρη στο άρθρο της Ξένιας Καλαϊτζίδου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού ποίησης Τεφλόν, δυστυχώς αγνοούσα την ίδια την ύπαρξη της Καλμικίας -του τόπου γέννησής σου, καθώς και την Ιστορία και τις παραδόσεις της.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η ποίησή σου αντλεί έμπνευση από/αποκαθιστά/δικαιώνει την ποικιλόμορφη/περίπλοκη καλμύκικη εμπειρία και τα τραύματα, προσωπικά και συλλογικά;

Η ποιητική μου, ίσως και εμμέσως, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση της ιστορικής πορείας του λαού των Καλμίκων (τουλάχιστον της σχετικά πρόσφατης), καθώς και των γεγονότων και των τραυμάτων που αναγκάστηκαν να υποστούν.

Με σκοπό, ωστόσο, να κατανοήσω πώς αυτά μεταβάλλουν το μέλλον μας.

Μου φαίνεται ότι η έλλειψη στοχασμού οδηγεί σε συμπεράσματα -ακόμη και στον χώρο της τέχνης- είναι επιζήμια για τον πολιτισμό του λαού, ιδίως σε μια περίοδο πιθανής αφομοίωσης.

Όπως πολλοί Καλμίκοι, χρειάστηκε να αντιμετωπίσω από την παιδική μου ηλικία τον αβάσταχτο πόνο των συνεπειών του ιστορικού τραύματος, καθώς και τη συνείδηση ​​της αδικίας και των άλυτων συγκρούσεων της καλμίκικης ταυτότητας:

Η Πορεία της Σκόνης - η μετεγκατάσταση τμήματος των Καλμίκων στην Κίνα το 1771 λόγω της πίεσης από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, ο Εμφύλιος Πόλεμος (1917-1922) και η μετέπειτα μετανάστευση τμημάτων του λαού των Καλμίκων·

Ο Λιμός στην περιοχή του Βόλγα (1920), η κολεκτιβοποίηση στην Καλμικία (τέλη δεκαετίας του 1920 - δεκαετία του 1930), ο Λιμός του 1932-1934, η συμμετοχή των Καλμίκων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περίοδος της σοβιετικής κυριαρχίας και η δεκαετία του 1990 στο πλαίσιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Αξίζει να μνημονευθεί η πιο φρικτή τραγωδία, η οποία κυριολεκτικά κατέστρεψε τον τρόπο ζωής των Καλμίκων: ο δόλιος εκτοπισμός του λαού των Καλμίκων (1943-1950).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές, περισσότεροι από 40.000 από τους 97.000-98.000 Καλμίκους που εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία μεταξύ 1943 και 1950 έχασαν τη ζωή τους.

Αναμφίβολα, οι πιο τρομερές συνέπειες αυτών των γεγονότων γίνονται αισθητές στους απογόνους (τις γενιές των γονιών μου, τους συγχρόνους μου και τις μεταγενέστερες γενιές).

Αυτήν τη στιγμή, η γλώσσα των Καλμίκων -ένα ζωτικό πολιτισμικό στοιχείο του λαού, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον νομαδικό τρόπο ζωής τους- βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

Η ανεργία είναι εκτεταμένη και βρίσκεται σε εξέλιξη μαζική φυγή των νεαρών Καλμίκων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ρωσίας.

Οι σοβαρές συνέπειες, φυσικά, εκδηλώνονται με την επανάληψη των τραγικών γεγονότων της 24ης Φεβρουαρίου 2022, τα οποία πυροδότησαν εκ νέου αναταραχή μεταξύ των νεαρών Καλμίκων. Ο κόσμος έχει αλλάξει, έχει γίνει ένας κόσμος.

Ο στοχασμός πάνω σε αυτά τα γεγονότα με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ποιητική μου εμπειρία οφείλει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανασυναρμολόγηση της ταυτότητάς μου, καθώς και στην αναζήτηση τρόπων για τη διαφύλαξη του πολιτισμού του λαού μου και την υπέρβαση των διαιρέσεων μεταξύ των Καλμίκων (συμπεριλαμβανομένης της περιόδου μετά το 2022).

Αρχικά, δυσκολεύτηκα αρκετά να διαμορφώσω την ποιητική μου, καθώς δεν είχα ξεπεράσει την πιο κλασική δομή των ποιητικών κειμένων ώστε να αρχίσω αμέσως να γράφω σε μια πιο ελεύθερη και λιγότερο τυποποιημένη μορφή.

Αυτό, στην πραγματικότητα, προκάλεσε σκεπτικισμό και παρερμηνείες, καθώς δεν αξιοποίησα άμεσα στοιχεία του πολιτισμικού κώδικα των Καλμίκων - πρακτική τυπική για τη συγκρότηση των «εθνικών λογοτεχνιών» κατά τη σοβιετική περίοδο (όπως, για παράδειγμα, η χρήση της λαογραφίας, της Ιστορίας του τόπου και των ανθρώπων του κ.λπ.)

Θα ήθελα να θεωρήσω πως η ποιητική μου «διαμορφώθηκε» ειδικότερα εντός της λογοτεχνικής κοινότητας των Καλμίκων, ώστε να μπορέσει τελικά να υπερβεί άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως η εθνική εξωτικοποίηση.

Σε αυτήν την περιοχή άρχισα να συνδέομαι ουσιαστικά με τον πολιτισμό των Καλμίκων και τη συλλογική μνήμη του λαού.

Στόχος μου είναι να εκφράσω και να μεταδώσω πλήρως την αίσθηση της ταυτότητάς μου ως εκπροσώπου της εθνοτικής ομάδας των Καλμίκων, εξερευνώντας τη δημιουργία νέων μορφών και μοναδικών εμπειριών οι οποίες -τολμώ να πω- θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη συμβολή μου στην ανάπτυξη της νέας καλμίκικης ποίησης.

Μέσα στον διαρκή πειραματισμό και τη συνακόλουθη εξέλιξη των μορφών τέχνης, παρατηρώ αντίσταση στην αφομοίωση και στην αποικιοκρατική νοοτροπία.

Το δημιουργικό μου έργο αποσκοπεί επίσης στο να στηρίξει τους Καλμίκους ποιητές και να δημιουργήσει οριζόντια δίκτυα συνεργασίας μεταξύ καλλιτεχνών για αλληλεπίδραση και αμοιβαία βοήθεια, ώστε, μέσα από τις κοινές μας προσπάθειες, να εμπλουτίσουμε τον πολιτισμό των Καλμίκων και να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο.

Ειδικότερα, η ποίηση συνιστά την ανάδυση νέων συνδέσεων -έμμεσων ή και προηγουμένως ανύπαρκτων-, οι οποίες επηρεάζουν θετικά τη διαδικασία διατήρησης και ανάπτυξης του πολιτισμού, διότι, όταν επιχειρείς να δημιουργήσεις κάτι καινούργιο, επιλύεις παράλληλα παλαιά προβλήματα.

Σε ποιον βαθμό έχει μετατοπιστεί ή επαναξιολογηθεί το επίκεντρό της, από τη στιγμή κατά την οποία μετακόμισες από την περιφέρεια (Ελίστα) στη μητρόπολη (Αγία Πετρούπολη);

Δε νομίζω ότι οι προτεραιότητές μου έχουν αλλάξει καθόλου, καθώς η ζωή μου στην Αγία Πετρούπολη καθορίζεται αποκλειστικά από τη δυνατότητα να βγάζω τα προς το ζην, εφόσον είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς δουλειά στην Καλμικία και η λογοτεχνία δεν εξασφαλίζει σταθερό εισόδημα.

Έχω μεγάλη εμπειρία στη μετεγκατάσταση σε διάφορες πόλεις και χώρες, αλλά πάντα επέστρεφα στην πατρίδα.

Η ανατροφή μου στην Καλμικία -ίσως λόγω του χαρακτήρα, της εμπειρίας και της προσωπικότητάς μου- ήταν αρκετά απομονωμένη. Δεν ήμουν ιδιαίτερα κοινωνικός και δεν έβρισκα κατανόηση ούτε στους συνομηλίκους μου, ούτε στη μεγαλύτερη γενιά.

Δυστυχώς, δεν υπήρχαν ευκαιρίες για τη μελέτη της ποίησης -εννοώ μαθήματα δημιουργικής γραφής-, πόσο μάλλον για την εξάσκηση σε αυτήν, οπότε αναγκάστηκα να αναζητήσω όλες τις πληροφορίες στα τυφλά.

Ίσως αυτή η εμπειρία να αποδείχθηκε αρκετά χρήσιμη για μένα.

Τούτου δοθέντος, μπορώ να πω ότι η τοποθεσία μου δεν επηρεάζει ιδιαίτερα τα ιδανικά μου, ειδικά από τη στιγμή κατά την οποία είναι δυνατή η υλοποίηση έργων, η αλληλεπίδραση και η επικοινωνία εξ αποστάσεως.

Με ποια έννοια θεωρείς τον εαυτό σου «απο-αποικιακό» ποιητή και ακτιβιστή στο σύγχρονο ρωσικό πλαίσιο;

Η απο-αποικιοποίηση στο πλαίσιο της ποιητικής μου πρακτικής επιδιώκει κυρίως την ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου γραφής που απομακρύνεται από την παράδοση των σοβιετικών «εθνικών λογοτεχνιών» και υπερβαίνει την ιστορικά εδραιωμένη συγκέντρωση της λογοτεχνικής διαδικασίας στη Ρωσία - μια διαδικασία προηγουμένως εντοπιζόμενη κατά κύριο λόγο στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Μιας και θεωρώ τον εαυτό μου Καλμίκο ποιητή -αν και γεννήθηκα σε ρωσόφωνη οικογένεια και χρησιμοποιώ κυρίως τη ρωσική γλώσσα για την ποίηση και την καθημερινή επικοινωνία-, ένα σημαντικό μέρος της απο-αποικιοκρατικής μου στάσης είναι η άμεση απόρριψη κάθε μορφής «μεγάλης ρωσικής κουλτούρας» στην τέχνη, και η παράλληλη ανάπτυξη και διαμόρφωση μιας ποιητικής οπτικής εδραζόμενης στην καλμίκικη ταυτότητα.

Μελετώ επίσης τη μητρική μου γλώσσα και ασχολούμαι με την ποίηση στη γλώσσα των Καλμίκων.

Το γεγονός αυτό εκφράζει περαιτέρω την πρόθεσή μου να αντισταθώ στην αφομοίωση - μια διαδικασία που εντείνεται καθώς μειώνεται ο αριθμός των μαθημάτων στις γλώσσες των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αλλάζει το καθεστώς αυτών των γλωσσών στα σχολεία σε «προαιρετικό» και ενισχύεται η πολιτισμική περιθωριοποίηση, εν μέσω της ανόδου δεξιών και μιλιταριστικών κινημάτων στη Ρωσία.

Αυτήν τη στιγμή, στη ρωσόφωνη λογοτεχνική σκηνή είναι πολύ δύσκολο -αν όχι αδύνατο- για τους εκπροσώπους διαφόρων λαών της Ρωσίας (χωρίς να βρίσκονται σε μεταναστευτική κατάσταση) να εκφραστούν χωρίς κρατικές κυρώσεις.

Η λογοτεχνία στις περιφέρειες, σε σχέση με τους θεσμούς, φαίνεται να βρίσκεται σε δύσκολη θέση· σε πολλές δημοκρατίες δεν υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ δεν παρέχεται ούτε κρατική ούτε μη κρατική στήριξη.

Με αυτό κατά νου, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να στηρίξω και να βοηθήσω τους ποιητές και τις ποιήτριες που προέρχονται από τους λαούς της Ρωσίας να αναδείξουν την παρουσία τους, να εξελιχθούν και να μεταδώσουν τη φωνή τους μέσω της ποίησης σε όλους (συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι αρνούνται την ύπαρξή μας), καθώς γνωρίζω από προσωπική εμπειρία την ξενοφοβία που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι από τους λαούς της Ρωσίας.

Φυσικά, η απο-αποικιοποίηση δε συνεπάγεται το μη αναστρέψιμο του αυτονομιστικού κινήματος -το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν οδηγεί πάντα σε πραγματική ανεξαρτησία από τη μητρόπολη-, αλλά μάλλον την πρόθεση κατοχύρωσης του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό της ζωής και στην επίτευξη αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων, με γνώμονα τα ιδεώδη που υπερασπίζομαι:

Συγκεκριμένα, το δικαίωμα διατήρησης και ανάπτυξης της κουλτούρας του τόπου καταγωγής.

Θεωρώ ότι το μοναδικό μέλλον για τους καλλιτέχνες προερχόμενους από τους λαούς της Ρωσίας έγκειται στην αναζήτηση στήριξης αποκλειστικά μέσα από την κοινότητα, την αλληλεγγύη και την αμοιβαία βοήθεια. Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς.

Αναγνωρίζω επίσης τη μεγάλη αξία του θετικού αντίκτυπου που μπορεί να έχει η ποίηση στους ανθρώπους.

Μαζί με άλλους ποιητές έχουμε διοργανώσει φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, τα έσοδα των οποίων διατέθηκαν για την ενίσχυση θυμάτων καταστολής, προσφύγων, απόρων, επιζωσών σεξουαλικής βίας και άλλων ευάλωτων ομάδων.

Μοιράζομαι έναν στόχο -όπως και άλλοι οι οποίοι συμμερίζονται το πνεύμα μου- να αλλάξω την ενίοτε άδικη, και κάποτε ακόμη και τρομακτική, τάξη των πραγμάτων, παρά την προφανή μου ευαλωτότητα.

Η ποίησή σου θεωρείται πειραματική/πρωτοποριακή και είναι, ως επί το πλείστον, ερμητική και δυσπρόσιτη.

Πώς ορίζεις τον «πειραματισμό» στις μέρες μας τόσο σε δομικό/υφολογικό επίπεδο, όσο και ως προς το περιεχόμενο; Είναι εγγενώς πολιτικός;

Η ποιητική εξέλιξη της γραφής μου ξεκίνησε αμέσως με μορφές πιο ελεύθερες και διαισθητικές, καθώς έγραφα χωρίς να σκέφτομαι ότι θα έβλεπε ποτέ κάποιος τα γραπτά μου, οπότε πειραματιζόμουν διαρκώς.

Εκείνη την εποχή, θα μπορούσε κάποιος να πει με βεβαιότητα πως το έργο μου ήταν αποπολιτικοποιημένο.

Απολάμβανα τη διαδικασία του να κατασκευάζω και να κατασκευάζομαι παράλληλα με το κείμενο, δουλεύοντας με τις αμέτρητες δυνατότητές του, διαισθανόμενος τη δική μου περιστασιακή δυναμική, κατανοώντας ότι η έλλειψη προσανατολισμού (οποιουδήποτε) σώματος συνιστά την απουσία τρωτότητάς του.

Πριν αρχίσω να ασχολούμαι άμεσα με την ποίηση, προσπαθούσα να μαθαίνω από κάθε χειρονομία, κάθε σημασία και κάθε προαίσθημα.

Ανακαλώντας μία από τις εμπειρίες μου στην αλληλεπίδραση με ένα κείμενο, ένιωσα μια στιγμιαία αίσθηση απόλυτης έντασης.

Σαν τη στιγμή ακριβώς πριν συμβεί κάτι, όταν ο χώρος είτε γεννά ένα συμβάν, είτε αναδεικνύει το πιθανό (εκείνο που προηγουμένως ήταν αδύνατο).

Αισθάνομαι ότι αυτή η διαδικασία, η οποία φαινομενικά ανήκει στο παρελθόν, βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, χωρίς ποτέ να φτάνει στη λογική της κατάληξη.

Το ίδιο νιώθω και για τα άλλα μου κείμενα.

Κάθε κείμενο έχει το δικό του όραμα, σαν αποτύπωμα ή σαν τον αμφιβληστροειδή του ματιού -που μοιάζει να αναδύεται από τον βυθό των νερών, μολυσμένο από την ιστορία μιας διάστασης (εκείνης όπου βρισκόμαστε εσύ κι εγώ).

Αυτή η αίσθηση (του οράματος) τρεμοπαίζει μέσα μου σαν κόσμοι ξεχωριστοί.

Ίσως κάποιοι βρίσκουν απωθητική την ενασχόληση με μια γραφή ερμητική και επικεντρωμένη στο κείμενο, αλλά πιστεύω πως μοιάζει με τη φροντίδα μιας μαύρης τρύπας στο περβάζι, πλάι στα φυτά εσωτερικού χώρου:

Αν απομακρυνόταν, το δωμάτιο ίσως να φάνταζε πραγματικά άδειο.

Με άλλα λόγια, δεν αντιλαμβάνομαι την ερμητική γραφή ως κάτι ριζικά κλειστό. Ίσως, μάλλον το αντίθετο, είναι ριζικά ανοιχτή, εφόσον η πρόσβαση σε αυτήν απαιτεί ευέλικτη σκέψη, ελεύθερο συνειρμό κ.ο.κ.

Στην αρχή της συζήτησής μας, αναφέρθηκα στο πλαίσιο της δημιουργίας νέων εμπειριών, και θεωρώ αυτόν τον πρωταρχικό στόχο της ποιητικής μου γραφής σε σχέση με τον πειραματισμό.

Παλαιότερα, αντιλαμβανόμουν τον πειραματισμό ως μια ορισμένη ευαισθησία, ένα αίσθημα το οποίο βασιζόταν περισσότερο σε μυθολογικές αρχές.

Τώρα, καθώς με την πάροδο του χρόνου κατανοώ εκ νέου αυτήν τη διαδικασία, αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για μια καθαρά πολιτική χειρονομία.

Στη δική μου περίπτωση, ο πειραματισμός αποτελεί τη βάση για την ανασύνθεση και την οικοδόμηση μιας εθνικής ταυτότητας - μια προσπάθεια εξίσωσης των μη ανθρώπινων δρώντων και υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του μιλιταρισμού και αντιμετώπισης κοινωνικών ζητημάτων.

«Το να γράψει σήμερα ένας Καλμίκος ποιητής με σύγχρονο τρόπο αποτελεί πολλαπλή πρόκληση, διότι καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην επιβεβλημένη ρωσική γλώσσα και στη μητρική του, της οποίας η φυσική εξέλιξη έχει διαρραγεί βίαια», σημειώνει η Καλαϊτζίδου.

Πώς ανταποκρίνεσαι σε αυτήν την πρόκληση και πώς τελικά κόβεις αυτόν τον «Γόρδιο δεσμό»;

Προς το παρόν, δε βλέπω άλλη λύση για τη δική μου περίπτωση από το να γράφω με τρόπο απο-αποικιακό -όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι-, αντιστεκόμενος στην επιβολή και την περιθωριοποίηση οποιουδήποτε «μεγάλου πολιτισμού».

Να γράφει, δηλαδή, κάποιος ενσωματώνοντας και αναπτύσσοντας την προσωπική και εθνική του ταυτότητα, μεταβαίνοντας σταδιακά στη μητρική του γλώσσα.

Αυτό απαιτεί σημαντικό χρόνο, στενούς δεσμούς εντός της κοινότητας και ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ όλων των δημιουργικών ανθρώπων, των φιλολόγων και άλλων μελετητών, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή.

Η πολιτισμική ανάπτυξη προϋποθέτει τη συλλογική συμμετοχή.

Το κύριο σημείο το οποίο θα ήθελα να τονίσω είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις και τις αμοιβαίες κατηγορίες σχετικά, ας πούμε, με τους ρωσόφωνους εκπροσώπους διαφόρων λαών και εκείνους που ομιλούν τη μητρική τους γλώσσα.

Πάντα έβλεπα και εξακολουθώ να βλέπω τη θεμελίωση της ταυτότητας ως τη βάση για την αλλαγή αυτής της κατάστασης.

Η μετάφραση του έργου σου αποτελεί επίσης πρόκληση. Διατηρείς στενή σχέση με τους μεταφραστές σου; Πώς ήταν η συνεργασία με την Ξένια Καλαιτζίδου;

Είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι τα κείμενά μου είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστούν, γι' αυτό και είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε όλους όσοι μπόρεσαν να τα μεταφράσουν.

Πρόκειται για μια δύσκολη, συλλογική διαδικασία (θεωρώ τη λογοτεχνική μετάφραση μορφή συλλογικής γραφής), και η ίδια η δυνατότητα μετάφρασης των κειμένων μου αναδεικνύει τις εξαιρετικές ικανότητες και το ταλέντο των μεταφραστών.

Χαίρομαι που έχω γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους και ελπίζω πως θα συνεχίσω να τους συναντώ στη ζωή μου.

Η Ξένια Καλαϊτζίδου είναι μια πολύ ευαίσθητη, επαγγελματίας και υπέροχη μεταφράστρια! Την εμπιστεύομαι απόλυτα, γι’ αυτό και δεν παρενέβην στη διαδικασία, αλλά ήμουν πάντα πρόθυμος να βοηθήσω και να απαντήσω σε ερωτήσεις.

Είμαι πολύ χαρούμενος και της είμαι ευγνώμων για τη μετάφραση των κειμένων μου στα ελληνικά.

Για να είμαι ειλικρινής, δε φανταζόμουν ποτέ ότι τα ποιήματά μου θα διαβάζονταν από Έλληνες αναγνώστες, και την ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου!

Η ποίησή σου είναι επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση -κυρίως τον μοντερνισμό, τον Τ.Σ. Έλιοτ, τον Πάουλ Τσέλαν, τον μετα-ρεαλισμό και τη γενιά των Μπιτ-, είναι έντονα οπτική και πλούσια σε νεολογισμούς.

Θα ήθελες να αναλύσεις περαιτέρω την πολυπλοκότητα, τις χαρές και τον πόνο της δημιουργικής διαδικασίας;

Ναι, αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

Φυσικά, η επίδραση τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της μη ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης στο έργο μου είναι αναμφισβήτητη.

Στη Ρωσία, για παράδειγμα, ορισμένοι επιχείρησαν να κατασκευάσουν μια υποθετική γενεαλογία για μένα, προσπαθώντας να εντοπίσουν ομοιότητες ή να με εντάξουν στο πλαίσιο των Mikhail Eremin και Arkady Dragomoshchenko (από τον οποίο πήρε το όνομά του το βραβείο που έλαβα το 2021), καθώς και -γεωγραφικά- σε εκείνο του Velimir Khlebnikov (που είναι συμπατριώτης μου).

Το αντιμετωπίζω ουδέτερα και δεν αποκλείω το ενδεχόμενο μιας συνέχειας, εφόσον αυτό βοηθά τους ανθρώπους να κατανοήσουν καλύτερα το πλαίσιο της ποιητικής μου γραφής.

Επιπλέον, είναι αδύνατον να είναι κάποιος εντελώς πρωτότυπος συγγραφέας.

Η αρχική μου αγάπη για τη μουσική άσκησε πολύ ισχυρή επίδραση στη δημιουργική μου διαδικασία· αγαπώ πραγματικά το χιπ-χοπ, το dub, τη ρέγκε και τα συναφή είδη.

Θυμάμαι ότι, ως παιδί, απολάμβανα πάντα τον αυτοσχεδιασμό, τη μίμηση του ρετσιτατίβο, την παραγωγή περίπλοκων ήχων και τη γλωσσολαλιά, καθώς και τον πειραματισμό με διάφορα αντικείμενα που είχα πρόχειρα για να παράγω ήχο, αφού δε διέθετα μουσικά όργανα.

Ίσως αυτό να επηρεάστηκε από το ότι είχα έντονο τραύλισμα, και το γεγονός αυτό -σε συνδυασμό με την απαγγελία ποιημάτων (μόνος μου, φυσικά) από την αρχαία ποίηση- με βοήθησε σημαντικά να διορθώσω αυτήν τη διαταραχή της ομιλίας.

Κατά συνέπεια, στα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας μου, άρχισα να γράφω ακολουθώντας ρυθμικά, αφηρημένα και ηχοπαραγωγικά σχήματα.

Αυτό με ώθησε να αναλάβω μια συγκεκριμένη εργασία πάνω στη φωνητική, με στόχο να αντλήσω μια ορισμένη σημασιολογική διάσταση όχι από το νόημα των λέξεων, αλλά από φωνητικές συνδέσεις.

Το έβλεπα ως έναν τρόπο απόκτησης πληροφοριών απαλλαγμένων από το λεκτικό πλαίσιο.

Και πάλι, επρόκειτο για πρώιμα πειράματα, οπότε δεν τα έκρινα αυστηρά.

Έτσι, οι τεχνικές αυτές εξακολουθούν να εντοπίζονται στα γραπτά μου, γι’ αυτό και οι αναγνώστες, οι μεταφραστές και οι κριτικοί άρχισαν να τις συνδέουν με τους φουτουριστές.

Αργότερα, άρχισα να ενδιαφέρομαι έντονα για τον νέο υλισμό (οντολογία προσανατολισμένη στα αντικείμενα), τις ιδέες περί απο-ανθρωποκεντρισμού και τα δικαιώματα των ζώων.

Εκείνη την εποχή ασχολούμουν -και εξακολουθώ να ασχολούμαι- με τον οικολογικό ακτιβισμό (συγκεκριμένα, συμμετείχα στον καθαρισμό της πετρελαιοκηλίδας στην Ανάπα).

Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η φαινομενολογία του χώρου. Συγκεκριμένα, αν θίξουμε ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησής μας -τη σύνδεση με την ανασυναρμολόγηση της ταυτότητας-, τότε θα πρέπει να αναφερθεί το φαινόμενο του χώρου των Καλμίκων.

Πρόκειται για μια ενσωματωμένη χωρική δυνητικότητα, η υλοποίηση της οποίας μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Είναι ένας τόπος όπου μπορεί να συμβεί κυριολεκτικά το οτιδήποτε, μια καθαρή σύμπτωση της φύσης.

Ο χώρος των Καλμίκων, και ειδικότερα η στέπα του, στερείται οποιασδήποτε πιθανής κεντρικότητας, αποτελώντας μια απέραντη περιφέρεια, σε αντίθεση με άλλα τοπία.

Η στέπα επηρεάζει όχι μόνο τους ανθρώπους (έχω ακούσει πολλές ιστορίες για άτομα που χάθηκαν στη στέπα, περπατώντας κυριολεκτικά σε κύκλους - ορισμένα ανέφεραν επίσης οράματα ή παραισθήσεις), αλλά και την τεχνολογία, προκαλώντας σε ένα drone χαρτογράφησης κυριολεκτικές παραισθήσεις.

Ο χώρος αναπτύσσει την ικανότητα άμυνας απέναντι στην αρνητική επίδραση του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού, καθώς και στον μιλιταρισμό που είναι εγγενής σε αυτούς· ο χώρος είναι ευκαιρία.

Από αυτό πηγάζει επίσης μια ιδιαίτερη σχέση με τον χώρο: από την αρχαιότητα, οι Καλμίκοι μετρούσαν τις αποστάσεις με βάση τον αριθμό των τραγουδιών τα οποία ερμήνευαν κατά τη διάρκεια της διαδρομής.

Με βάση αυτήν την εμπειρία, θέλησα να «μολύνω» το ποιητικό κείμενο, διακόπτοντας τη γραμμική αδράνεια της γραφής με τυπωμένα σύμβολα (κλάσματα, γραμμές κ.λπ.)

Σε αυτά εισάγω συγκειμενικές, ιογενείς προεκτάσεις ή προσθήκες, καθιστώντας το κείμενο όσο το δυνατόν πιο αυτόνομο και επιτρέποντάς του να εκπέμπει διαρκώς την ευαισθησία του.

Σαν γυμνό καλώδιο μέσα στο νερό κατά τη διάρκεια μιας πνευματιστικής συνεδρίας.

Υπό αυτήν την έννοια, αντιλαμβάνομαι την εργασία με το κείμενο ως μια επιθυμία να ρίξω σπόρους σε ένα καυτό τηγάνι, ώστε να διασκορπιστούν στον χώρο από τη θερμότητα.

Το εντυπωσιακό είναι πως τα κείμενα αυτά -γεμάτα κλάσματα, γραμμές και άλλα παρόμοια στοιχεία- όταν περιστραφούν στο πλάι, παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με το σύστημα γραφής Todo Bichig των Καλμίκων.

Δυστυχώς, ελάχιστοι στην Καλμικία το γνωρίζουν, συμπεριλαμβανομένου και εμού.

Αυτό συνέβη ακούσια, γεγονός που με έπεισε για άλλη μια φορά ότι ίσως διαμορφώνω σωστά (για τον εαυτό μου) τη μέθοδο οικοδόμησης του ποιητικού κειμένου, αντλώντας από τη συλλογική πολιτισμική μνήμη όχι μόνο μέσω άμεσων πολιτισμικών τεκμηρίων, παραδόσεων και λογοτεχνίας, αλλά και μέσω του χώρου, του ήχου, των ιδιαιτεροτήτων της συμπεριφοράς και ούτω καθεξής.

Φυσικά, στα πρώτα μου έργα μού ήταν πολύ πιο εύκολο να γράφω ποίηση. Ακολουθούσα κυριολεκτικά την έμπνευση. Δεν είχα μέντορα, ούτε παρακολούθησα κάποια μαθήματα. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, το πράγμα δυσκόλεψε.

Άρχισα να εργάζομαι με πηγές και να αναλύω πιο κριτικά τις ιδέες που εισάγονται στο ποιητικό κείμενο. Το να γράφω ένα ποίημα την ημέρα, όπως έκανα στο παρελθόν, δε μου φαίνεται πια αυθεντικό.

Αναλογιζόμενος αυτό, ίσως όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, χρειάστηκε κυριολεκτικά να ανασυνθέσω τον εαυτό μου μετά τις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Επίσης, ως αποτέλεσμα πολλών δυσκολιών στη ζωή μου -συμπεριλαμβανομένης της ανεργίας-,  βίωνα κατάθλιψη και δημιουργική κρίση.

Προσπάθησα να ξεπεράσω αυτήν την κατάσταση, κυρίως γράφοντας ποίηση για τον εαυτό μου, ενώ παράλληλα αναζητούσα νέες ποιητικές πρακτικές.

Όμως έχω ήδη βρει τη δύναμη μέσα μου να συνεχίσω να δημιουργώ, να δημοσιεύω και να προετοιμάζω νέα έργα.

Το 2027, το βιβλίο μου Beyond Salvation θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο «World Poetry Books» (Η.Π.Α) σε μετάφραση του Venya Gushchin.

Χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό και θέλω να ευχαριστήσω ξεχωριστά τον Venya για το τεράστιο έργο του!

Φαίνεται επίσης να γοητεύεσαι από τον μικρόκοσμο του ρεμπέτικου. Γιατί;

Ανέκαθεν ένιωθα ότι ζούσα στην Ευρώπη,

Η εικόνα, όμως, μιας Ευρώπης μνημειώδους, που θυμίζει νεκροταφείο -γεμάτης θριάμβους, αυτοκρατορίες, δημοκρατίες, Διαφωτισμό και τα συναφή-, την οποία σχηματίζουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι άνθρωποι, μου φάνταζε πάντα ξένη.

Αντιθέτως, βίωσα μια διαφορετική Ευρώπη, μια Ευρώπη ζωντανή, μια Ευρώπη ως τόπο καταρών, προσδοκιών και αποκαλύψεων, έναν βαθιά αναρχικό χώρο όπου αιρέσεις και αιρεσιάρχες περιφέρονται χαοτικά.

Τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια για το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες, καθώς ιστορικά -μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά αλλά και στη μεταπολεμική περίοδο- υπήρξαν προσπάθειες να διαγραφεί η πολιτισμική κληρονομιά του ρεμπέτικου από την Iστορία της ελληνικής μουσικής, ενώ οι ερμηνευτές του ρεμπέτικου υπέστησαν διώξεις.

Αυτό με αγγίζει βαθιά, διότι έγιναν επίσης προσπάθειες εξάλειψης του πολιτισμού των Καλμίκων κατά τη διάρκεια του εκτοπισμού τους, με την καταστροφή ταινιών, βιβλίων και δίσκων.

Τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην Ελίστα, την πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Καλμικίας -όπου οι γονείς μου είχαν μετακομίσει από το χωριό καταγωγής μου, το Iki-Chonos, που πήρε το όνομά του από την αρχαία καλμίκικη φυλή Chonos, στην οποία ανήκω και της οποίας οι νομαδικοί καταυλισμοί βρίσκονταν στην περιοχή αυτή- σημαδεύτηκαν από υψηλά ποσοστά νεανικής εγκληματικότητας.

Είχα επίσης άμεση και έμμεση επαφή με την υποκουλτούρα τoυ «blatnye» (του εγκληματικού υποκόσμου) και συχνά υπέφερα από αυτό το συγκεκριμένο είδος ταλαιπωρίας.

Τέλος, η κουλτούρα του ρεμπέτικου πηγάζει από τη σύζευξη Ευρώπης και Ασίας, γεγονός που μου προκαλεί αμέσως θερμά συναισθήματα, καθώς και η δική μου κουλτούρα είναι επίσης εκλεκτική:

Συνδυάζει ευρωπαϊκές και ασιατικές επιρροές και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς αυτές.

Παρεμπιπτόντως, λατρεύω την ελληνική μουσική, και ιδιαίτερα τη δημοτική, και ακούω συχνά δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης.

«Τα κείμενα του Ντζαλτζιρέεβ θυμίζουν μαγικό ξόρκι, μάντρα ή παραλήρημα που φτάνει από μακριά», συμπεραίνει η Καλαϊτζίδου.

Πώς σχετίζεσαι με ό,τι υπερβαίνει τη λογική μας αντίληψη, είτε αυτό περιγράφεται ως πίστη είτε ως πνευματικότητα;

Για μένα, όλα όσα με περιβάλλουν αποτελούν μια πύλη προς την ανακάλυψη, τρόπον τινά. Δε θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου οτιδήποτε είναι άψυχο ή αδύνατο. Μου φαίνεται πως κάθε αντικείμενο στον κόσμο μας είναι, στην ουσία του, αυτόνομο.

Δε βλέπω αυτόν τον κόσμο ως ένα μοναδικό ζωντανό νησί μέσα σε μια αιωνιότητα ψύχους και εντροπίας.

Αντιθέτως, όλα όσα βλέπουμε και συναντούμε καθημερινά μου φαίνονται σαν μια προοπτική, πίσω από την οποία κρύβονται οι αλληλεπιδράσεις αντικειμένων, υπερ-αντικειμένων, φαινομένων και ούτω καθεξής, σε μια απειρότητα διαφορετικών διαστάσεων.

Όταν ακούω το κελάηδισμα των πουλιών, αναρωτιέμαι ποια διάλεκτο της γλώσσας τους μιλούν και πώς θα γίνονταν κατανοητά από μέλη του ίδιου είδους που ζουν, ας πούμε, σε απόσταση 300 χιλιομέτρων.

Ποιες ιστορίες για τη δημιουργία του κόσμου αφηγούνται; Μήπως είχαν τη δική τους Οδύσσεια; Η ίδια η ιδέα πως κάποτε δεν υπήρχαμε στη γλώσσα τους είναι εκπληκτική!

Το να σέβομαι και να προσπαθώ να αγαπώ όχι μόνο ό,τι αναπτύσσεται, αναπνέει και εξελίσσεται, αλλά και ό,τι φαντάζει «άψυχο», παγωμένο και αδρανές, μου φαίνεται μια καθαρά πνευματική πράξη.

Το να δείχνω προσοχή και συμπόνια για αυτόν τον κόσμο και να συμμερίζομαι τον πόνο και τα βάσανα όσων είναι ανυπεράσπιστοι ή υποφέρουν μόνοι - σε αυτό θέλω να πιστεύω.

Σύμφωνα με το άρθρο, στο πρόσφατο παρελθόν και «πριν από τις σαρωτικές αλλαγές στις ρωσικές εκδόσεις και τα περιοδικά», συμμετείχες στην πολιτιστική ζωή της χώρας.

Τι χρειάζεται για να συνεχίσεις να το κάνεις αυτό και πώς θα περιέγραφες τη ρωσική πολιτιστική ζωή σήμερα;

Συμμετείχα σε φιλανθρωπικές ποιητικές εκδηλώσεις οι οποίες διοργανώθηκαν με συναδέλφους τόσο πριν όσο και μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022.

Παράλληλα επιμελήθηκα διάφορα φεστιβάλ ποίησης, όπως το «Nomadic Readings», στη γενέτειρά μου, την Ελίστα, το 2023.

Επιμελήθηκα επίσης την ενότητα των ποιητών και των ποιητριών που εκπροσωπούσαν τους λαούς της Ρωσίας στο φεστιβάλ για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης «Living Voices / Voces vivas / Voix vives», το οποίο είχε ως έδρα το Πανεπιστήμιο George Mason στις Η.Π.Α., αν και το ίδιο το φεστιβάλ διεξήχθη διαδικτυακά.

Αυτήν τη στιγμή, κατά τη γνώμη μου, η δουλειά έχει γίνει πιο δύσκολη· υπάρχει λιγότερος χώρος για έκφραση και η λογοκρισία είναι απαραίτητη για λόγους ασφαλείας.

Στο πλαίσιο της ρωσικής λογοτεχνικής σκηνής, ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ πριν πολύ πιο εύκολα.

Παρά το κλείσιμο ορισμένων περιοδικών και τη διακοπή στην απονομή βραβείων, υπάρχουν στη Ρωσία αρκετές πρωτοβουλίες ποίησης από τα κάτω οι οποίες προσπαθούν να επιφέρουν αλλαγές, και τους είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό.

Αναδεικνύονται νέοι/νέες συγγραφείς, εκδίδονται βιβλία και περιοδικά, και συγκροτούνται κοινότητες βάσης.

Φυσικά, μου φαίνεται πως το σημαντικότερο είναι να εξαλείψουμε τις πιθανές αντιφάσεις, να δείξουμε αλληλεγγύη, να αλληλεπιδρούμε περισσότερο και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον.

Σε έναν κόσμο ρημαγμένο από γενοκτονίες και πολέμους, όπου η κυριαρχία του διεθνούς δικαίου αντικαθίσταται από τον «νόμο» της ωμής ισχύος και η ανθρωπότητα αποσυντίθεται, γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία η ενασχόληση με την τέχνη, γενικότερα, και με την ποίηση, ειδικότερα;

Κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο το οποίο μπορούμε να κάνουμε αυτήν τη στιγμή -προκειμένου να δείξουμε συμπόνια και στήριξη σε όλους τους ανθρώπους, τα ζώα και κάθε μη ανθρώπινη οντότητα που έχει υποφέρει εξαιτίας όσων συμβαίνουν ανά τον κόσμο- είναι να αφοσιωθούμε στη ζωή και μόνο στη ζωή, να προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή και τίποτε άλλο πέρα ​​από αυτήν, διότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτή.

Αν δεν προσπαθήσουμε να ασκήσουμε την τέχνη της ζωής -συμπεριλαμβανομένων των τεχνών με τη συνήθη έννοια- και, πάνω απ’ όλα, να ενωθούμε, να αποδεχτούμε και να επιδιώξουμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον, να δείξουμε αλληλεγγύη και στήριξη, να υπερασπιστούμε και να αγωνιστούμε για τα ιδανικά μας και να προστατεύσουμε τους ευάλωτους, τότε θα πέσουμε όλοι στην αγκαλιά της αναδυόμενης νεκροκρατίας, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι πιο επείγον απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Θερμές ευχαριστίες στον Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω την ομάδα του περιοδικού Tεφλόν για τη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ένα εκτενές αφιέρωμα στο έργο του Ντορτζί Ντζαλτζιρέεβ, σε επιμέλεια/κείμενο της Ξένιας Καλαϊτζίδου, περιλαμβάνεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Τεφλόν.



Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Nytt Land: «Ο χρόνος βρίσκεται στην καρδιά της τελετουργικής μουσικής»

 


Εμπνεόμενη από τις παραδόσεις των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας, η μουσική των Nytt Land (Anatoly και Natalya Pakhalenko) αποτελεί μια βαθιά πνευματική εμπειρία.

Ενόψει των συναυλιών του ντουέτου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (18 & 19 Μαΐου, αντίστοιχα) είχαμε μια εκτενή κουβέντα μαζί του.

«Οι Nytt Land εμπνέονται από την παραδοσιακή μουσική των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας», διαβάζω στο σύντομο βιογραφικό σας.

Πώς μεταφράζεται η λέξη «Nytt»; Και τι σας έχει εμπνεύσει περισσότερο σε αυτήν τη μουσική;

Κατ’ αρχάς, η λέξη «Νytt» είναι παλιά και μπορεί να μεταφραστεί ως «νέο» (όπως στο «νέα γη»). Για εμάς δεν είναι ένα σλόγκαν για την καινοτομία μόνο και μόνο για την καινοτομία, αλλά μια πολύ απλή εικόνα:

Ένα άτομο πατάει σε μια γη που σου δίνει την αίσθηση της αρχαίας, κι όμως γίνεται ξανά «καινούρια» τη στιγμή κατά την οποία αρχίζεις να ακούς με προσοχή.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν αγγίζεις ζωντανές παραδόσεις: δεν «αναδημιουργείς το παρελθόν», μπαίνεις σε διάλογο με κάτι που ακόμα αναπνέει.

Αυτό το οποίο μάς ενέπνευσε περισσότερο στην παραδοσιακή μουσική των αυτόχθονων λαών της Σιβηρίας είναι η λειτουργία του ήχου. Σε πολλά σύγχρονα περιβάλλοντα, η μουσική είναι κυρίως ψυχαγωγία ή αυτοέκφραση.

Στους πολιτισμούς που μελετήσαμε, ο ήχος έχει συχνά έναν πρακτικό και πνευματικό σκοπό:

Μπορεί να δομήσει τον χρόνο, να σηματοδοτήσει μια μετάβαση, να βοηθήσει μια κοινότητα να συγκεντρώσει την εσωτερική της δύναμη ή να συντονίσει την προσοχή ενός ατόμου προς τον φυσικό κόσμο.

Μας συγκίνησε επίσης βαθιά το πόσο άμεση και σωματική είναι αυτή η μουσική: φωνή, αναπνοή, ρυθμός, επανάληψη, μοτίβα τα οποία μοιάζουν με έκσταση.

Είναι μινιμαλιστική, αλλά ποτέ «κενή». Είναι ένα είδος ηχητικής ύφανσης όπου κάθε νήμα έχει σημασία.

Για τον περισσότερο κόσμο, η Σιβηρία περιβάλλεται από μυστήριο και μύθο εν μέρει λόγω της απόστασης/απεραντοσύνης της, εν μέρει λόγω της ταραγμένης και τραυματικής Ιστορίας της.

Μιας και τυχαίνει να κατοικείτε σε αυτό το «σύμπαν», πώς θα περιγράφατε την καθημερινή σας εμπειρία εκεί;

Πολλοί άνθρωποι φαντάζονται τη Σιβηρία ως έναν μακρινό μύθο: ατελείωτο χιόνι, λύκοι, εξορία, βάσανα!

Αυτές οι εικόνες υπάρχουν στην Ιστορία και στον κινηματογράφο, αλλά η καθημερινή ζωή είναι πιο ανθρώπινη και πιο περίπλοκη.

Η Σιβηρία δεν είναι ένα ενιαίο τοπίο και μια ενιαία ατμόσφαιρα.

Είναι ένας τεράστιος χώρος όπου συνυπάρχουν σύγχρονες πόλεις και απομακρυσμένοι οικισμοί, όπου το διαδίκτυο και οι αρχαίοι τρόποι ζωής συναντώνται, όπου οι εποχές διαμορφώνουν τον ρυθμό σου πιο έντονα από ό,τι τα χρονοδιαγράμματα.

Η καθημερινή μας εμπειρία βασίζεται στις αντιθέσεις. Τη μια μέρα είναι συνηθισμένη δουλειά, οικογενειακές ευθύνες, πρόβες, ρουτίνα στο στούντιο - όπως οπουδήποτε.

Την άλλη μέρα οδηγείς μισή ώρα και ο κόσμος ανοίγεται: τεράστια ποτάμια, τάιγκα, στέπα, βουνά, μια σιωπή που ακούγεται «ηχηρή».

Η Σιβηρία σε διδάσκει να αποδέχεσαι την κλίμακα. Σου υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι δεν είναι το κέντρο των πάντων. Μαθαίνεις την υπομονή. Μαθαίνεις να παρακολουθείς τον καιρό, να διαβάζεις τις μικρές αλλαγές, να σέβεσαι την απόσταση.

Υπάρχει επίσης και κάτι συναισθηματικό: η Σιβηρία κουβαλάει μια ανάμνηση κακουχιών, αλλά κουβαλάει και αντοχή.

Οι άνθρωποι εδώ συχνά έχουν μια ήσυχη δύναμη -όχι ρομαντική, όχι θεατρική- απλώς μια συνήθεια να επιβιώνουν, να χτίζουν και να συνεχίζουν.

Αυτή η ατμόσφαιρα διαμορφώνει τη μουσική μας: το κρύο δεν είναι μόνο θερμοκρασία, είναι ένας τρόπος σκέψης - καθαρός, ειλικρινής, μερικές φορές αυστηρός, αλλά και βαθιά ζωντανός.

Πόσο ποικιλόμορφος ήταν/εξακολουθεί να είναι ο πληθυσμός της Σιβηρίας όσον αφορά στο εθνικό και πολιτιστικό του υπόβαθρο; Υπάρχουν εθνοτικοί, ιστορικοί ή πολιτιστικοί δεσμοί με τις άλλες χώρες/έθνη της Βόρειας Ευρώπης;

Η Σιβηρία ήταν πάντα ποικιλόμορφη, και εξακολουθεί να είναι. Είναι σημαντικό να το πούμε ξεκάθαρα:

«Σιβηρικός» δεν είναι μία εθνικότητα.

Είναι ένα σημείο συνάντησης πολλών λαών, γλωσσών και ιστοριών - αυτόχθονων κοινοτήτων με τις δικές τους πνευματικές παραδόσεις και πρακτικές, αλλά και πολλά κύματα μετανάστευσης κατά τη διάρκεια αιώνων.

Υπάρχουν πολιτιστικοί δεσμοί με άλλες βόρειες περιοχές του κόσμου, αλλά δεν είναι πάντα άμεσες συνδέσεις «γενεαλογικού δέντρου».

Ορισμένες ομοιότητες προέρχονται από την κοινή γεωγραφία και το κλίμα: τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χτίζουν, ταξιδεύουν, κυνηγούν, συλλέγουν, τραγουδούν.

Όταν ζεις κοντά σε δάση, ποτάμια και μεγάλους χειμώνες, ορισμένα αρχέτυπα επαναλαμβάνονται:

Σεβασμός στα πνεύματα του τόπου, προσοχή στα ζώα, τελετουργίες οι οποίες συνδέονται με τις εποχές και μια κοσμοθεωρία όπου η φύση δεν είναι ένα αντικείμενο, αλλά ένας συγγενής.

Γενικά, πώς βιώνετε τη θρησκεία και την πνευματικότητα στην καθημερινότητά σας, τόσο ως άνθρωποι όσο και ως καλλιτέχνες;

Για εμάς, η πνευματικότητα δεν είναι κάτι το οποίο «ασκούμε» ξεχωριστά από τη ζωή. Είναι η προσοχή. Είναι ο τρόπος που περπατάς, το πώς ακούς, το πώς παραμένεις σιωπηλός.

Το να ζεις στη Σιβηρία, μακριά από τις μεγάλες πόλεις, σου διδάσκει αυτό φυσικά - δεν υπάρχει κάποιο συνεχές θέαμα το οποίο να σε αποσπά από τον εαυτό σου.

Δεν ακολουθούμε κάποιο θεσμικό θρησκευτικό μονοπάτι, αλλά σεβόμαστε βαθιά τις πνευματικές παραδόσεις. Η πνευματικότητά μας είναι βιωματική: διαμορφώνεται από τη γη, την καταγωγή, τη μνήμη και την ευθύνη. Είναι ήσυχη και προσωπική.

Ως καλλιτέχνες, βλέπουμε τη μουσική ως μια μορφή εσωτερικής πειθαρχίας. Πριν αναρωτηθούμε τι να εκφράσουμε, αναρωτιόμαστε από πού εκφράζεται. Αν η εσωτερική κατάσταση είναι κενή ή ανέντιμη, καμία τεχνική δεν θα τη σώσει.

Επομένως, η δημιουργία μουσικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο ζωής μας.

Η μουσική σας περιγράφεται ως «σκοτεινή φολκ». Θα τη χαρακτήριζα και «παγανιστική φολκ».

Δεδομένου ότι η Ρωσία είναι γνωστή για την Ανατολική Ορθόδοξη παράδοσή της, πώς αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο μια μουσική έκφραση αποκλίνουσα από τον «κανόνα»;

Ναι, μπορείς να αποκαλέσεις τη μουσική μας «σκοτεινή φολκ» ή «παγανιστική φολκ», δεν έχει σημασία για εμάς, είναι απλώς μια ταμπέλα για να καταλάβει γρήγορα ο κόσμος τι του προσφέρουμε.

Οι ταμπέλες μπορούν να βοηθήσουν τους ακροατές να βρουν μια πόρτα, αλλά μπορούν επίσης να διαστρεβλώσουν την εικόνα.

Η Ρωσία συνδέεται ευρέως με την Ανατολική Ορθόδοξη παράδοση και πολιτισμικά αυτή η επιρροή είναι σημαντική.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία είναι απέραντη και πολυεπίπεδη, και πολλά είδη πνευματικότητας συνυπάρχουν - άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε σιωπηλά.

Πώς αντιμετωπίζεται η απόκλιση από τον «κανόνα»;

Εξαρτάται από πού κοιτάζεις. Στα μεγάλα πολιτιστικά κέντρα, υπάρχει συχνά περιέργεια και ανοιχτότητα, ειδικά μεταξύ των ανθρώπων οι οποίοι ακούν ήδη μέταλ, νεοφόλκ και πειραματική μουσική.

Σε πιο συντηρητικούς χώρους, οτιδήποτε βρίσκεται εκτός ενός οικείου θρησκευτικού πλαισίου μπορεί να παρερμηνευθεί ως «περίεργο» ή «επικίνδυνο».

Αλλά δεν τοποθετούμαστε εναντίον κανενός. Δεν επιτιθέμεθα στην πίστη όπως κάποιοι Δυτικοί μουσικοί. Δε χλευάζουμε τις παραδόσεις. Απλώς ακολουθούμε το δικό μας μονοπάτι.

Στον δημόσιο λογο, τα άκρα είναι πάντα πιο ηχηρά από τις λεπτές αποχρώσεις. Κάποιοι άνθρωποι θέλουν τα πάντα να ταιριάζουν σε μια ενιαία ταυτότητα. Αλλά η πραγματική κουλτούρα είναι πλουσιότερη.

Η εμπειρία μας δείχνει πως η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη προστασία:

Αν η δουλειά σου είναι ειλικρινής, αν αντιμετωπίζεις τις πηγές πολιτισμού με σεβασμό και δεν προσπαθείς να προκαλέσεις φτηνά, τότε οι περισσότεροι άνθρωποι -ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν- μπορούν να νιώσουν τη σοβαρότητα πίσω από αυτήν.

Σε έναν απομαγευμένο, ρημαγμένο από πολέμους και γενοκτονίες σύγχρονο κόσμο, μήπως το άνοιγμα σε όσα βρίσκονται πέρα ​​από τον έλεγχό μας είναι ωφέλιμο τόσο για εμάς ως άτομα όσο και για τις αντίστοιχες κοινωνίες όπου τυχαίνει να ζούμε;

Κατανοούμε βαθιά αυτό το ερώτημα.

Ο σύγχρονος κόσμος κουβαλάει τεράστιο τραύμα και οι άνθρωποι συχνά αισθάνονται αποκομμένοι: ο ένας από τον άλλον, από το νόημα, από τη φύση, από την εσωτερική τους ζωή.

Σε μια τέτοια περίπτωση, το να ανοιγόμαστε σε ό,τι βρίσκεται πέρα ​​από τον έλεγχό μας μπορεί να είναι ωφέλιμο, αλλά μόνο αν το κάνουμε με ωριμότητα.

Για εμάς, το «πέρα από την κατανόησή μας» δε σημαίνει απαραίτητα εξωτικές τελετουργίες ή δραματικό μυστικισμό.

Μπορεί να σημαίνει ταπεινότητα. Μπορεί να σημαίνει αναγνώριση ότι ο ορθολογικός έλεγχος δεν είναι η μόνη μορφή νοημοσύνης. Μπορεί να σημαίνει αποδοχή του μυστηρίου χωρίς να το μετατρέψουμε σε δεισιδαιμονία.

Όταν ένα άτομο παραδέχεται, «Δεν τα ξέρω όλα», γίνεται λιγότερο επιθετικό, λιγότερο εμμονικό με την κυριαρχία, πιο ικανό να ακούει.

Για τις κοινωνίες, μια υγιής σχέση με το αόρατο μπορεί να παράγει ενσυναίσθηση και υπευθυνότητα, επειδή αρχίζεις να αντιμετωπίζεις τη ζωή ως κάτι ιερό, όχι ως κάτι για πέταμα.

Υπάρχει όμως και ένας κίνδυνος: το αόρατο μπορεί να εμπορευματοποιηθεί, να χειραγωγηθεί, να μετατραπεί σε ιδεολογία.

Οπότε ναι, το άνοιγμα μπορεί να θεραπεύσει, αλλά απαιτεί ηθική βάση: σεβασμό, κριτική σκέψη και πραγματική εσωτερική δουλειά, όχι φυγή.

Το νέο άλμπουμ σας, Aba Khan, είναι το αποτέλεσμα ενός έτους ταξιδιού στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας, όπου «ανακαλύψατε νέες περιοχές και γνωρίσατε πνευματικές παραδόσεις των αυτόχθονων λαών τους οποίους συναντήσατε».

Θα θέλατε να μου εξηγήσετε τη διαδικασία αυτής της συνάντησης και τι περιλαμβάνει; Σε ποιον βαθμό αποτελεί στην πραγματικότητα μια αμοιβαία πολιτιστική ανταλλαγή, εμπλουτίζοντας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη;

Η δημιουργία του Aba Khan ξεκίνησε πραγματικά ως ένα ταξίδι παρά ως μια ιδέα. Το ταξίδι στην απεραντοσύνη της Σιβηρίας μάς άλλαξε σωματικά και ψυχικά.

Φυσικά, μπορείς να διαβάζεις βιβλία και να παρακολουθείς ντοκιμαντέρ, αλλά η απόσταση και το κλίμα σε διδάσκουν διαφορετικά.

Μακριοί δρόμοι, μεγάλη σιωπή, συναντήσεις που συμβαίνουν αργά: όλα αυτά διαμορφώνουν την αντίληψή σoy για τον χρόνο, και ο χρόνος βρίσκεται στην καρδιά της τελετουργικής μουσικής.

Η συνάντηση με τις αυτόχθονες παραδόσεις δεν ήταν ένα «κυνήγι περιεχομένου». Ήταν περισσότερο σαν να μαθαίνεις πώς να μπαίνεις σε ένα δωμάτιο με σεβασμό.

Στην πράξη, περιλαμβάνει περισσότερο ακρόαση παρά ομιλία, ζητώντας άδεια, μαθαίνοντας το πλαίσιο, κατανοώντας τα όρια. Κάποια πράγματα προορίζονται για κοινή χρήση, κάποια άλλα είναι προσωπικά. Το αποδεχόμαστε αυτό.

Μελετάμε επίσης για να κατανοήσουμε όχι μόνο τον ήχο, αλλά και την κοσμοθεωρία πίσω από τον ήχο: πώς οι άνθρωποι σχετίζονται με τα ζώα, με τους προγόνους, με τον τόπο, με τα όνειρα, με την ευθύνη.

Η ανταλλαγή είναι πραγματική όταν υπάρχει σεβασμός και όταν όλες οι πλευρές αισθάνονται ασφαλείς και αναγνωρισμένες - όχι εξωτικοποιημένες.

Πιστεύουμε ότι εμπλουτίζονται όλα τα μέρη όταν δεν «απαιτούμε» αλλά χτίζουμε σχέσεις, δίνουμε εύσημα, υποστηρίζουμε την πολιτιστική ορατότητα και μεταφέρουμε την ιστορία με ακρίβεια.

Για εμάς προσωπικά, ο εμπλουτισμός ήταν βαθύς: αποκτήσαμε ταπεινότητα, σαφήνεια και μια βαθύτερη αίσθηση σκοπού.

Ελπίζουμε επίσης πως οι ακροατές μας θα γίνουν περίεργοι και θα αρχίσουν να μαθαίνουν πέρα ​​από τη μουσική μας, επειδή αυτή η περιέργεια, με σεβασμό, αποτελεί ήδη μια γέφυρα.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο κοινό στο οποίο στοχεύετε;

Τι «απαιτείτε» κυρίως από τους υποψήφιους ακροατές σας και πόσο απαιτητική μπορεί να είναι η πραγματική εμβύθιση σε ένα τέτοιο κοσμικό ταξίδι, ειδικά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τέτοιους τρόπους;

Δεν απευθυνόμαστε σε ένα μόνο «στοχευμένο κοινό». Η μουσική μας προσελκύει ακροατές από διαφορετικούς κόσμους: φολκ, μέταλ, ambient, τελετουργίες, ακόμη και κλασική μουσική.

Δεν είναι η γνώση που έχει σημασία για εμάς από το κοινό, αλλά η προσοχή. Δε χρειάζεται να γνωρίζεις την ορολογία. Απλώς πρέπει να αφήσεις αυτήν τη μουσική να μπει μέσα σου.

Ναι, η κατάδυση μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά για έναν σύγχρονο άνθρωπο. Οι σύγχρονες συνήθειες ακρόασης συχνά απαιτούν γρήγορες αλλαγές και άμεση εμπλοκή.

Η μουσική μας μερικές φορές κάνει ακριβώς το αντίθετο: σε προσκαλεί να χαλαρώσεις, να αναπνεύσεις και να βυθιστείς στον ρυθμό. Είναι περισσότερο σαν να βουτάς σε ένα τοπίο παρά να ακούς ένα τραγούδι.

Αν ο ακροατής είναι υπομονετικός, το ταξίδι θα γίνει απρόσμενα προσιτό, επειδή το ανθρώπινο σώμα κατανοεί ενστικτωδώς τον ρυθμό και τη φωνή.

Και καταλαβαίνουμε ότι δεν το χρειάζονται όλοι. Δε θέλουμε να «προσηλυτίσουμε» κανέναν. Απλώς δημιουργούμε έναν χώρο.

Κάποιοι άνθρωποι μπαίνουν μέσα και νιώθουν σαν στο σπίτι τους. Άλλοι τον προσπερνούν. Και οι δύο αντιδράσεις είναι φυσιολογικές.

Στις 18 και 19 Μαΐου εμφανίζεστε στην Ελλάδα για δεύτερη φορά. Δεν περιμένω συνηθισμένες συναυλίες. Μια σαμανική τελετουργία είναι μάλλον πιο πιθανή. Πόσο κοντά σε μια τελετή μπορεί να είναι μια συναυλία;

Χαιρόμαστε πολύ που επιστρέφουμε, επειδή νιώσαμε μια ισχυρή σύνδεση με το κοινό!

Η μουσική μπορεί απόλυτα να δημιουργήσει έναν χώρο ο οποίος μοιάζει με τελετουργία. Όταν ένα κοινό αναπνέει μαζί, ακούει μαζί και επιτρέπει στη σιωπή και την ένταση να υπάρχουν, κάτι αλλάζει.

Στόχος μας είναι να χτίσουμε αυτόν τον χώρο μέσω του ήχου, όχι μέσω θεατρικών αξιώσεων.

Τα τύμπανα, η φωνή, τα φλάουτα, η ταλχάρπα - αυτά είναι εργαλεία που μπορούν να αλλάξουν την αντίληψη.

Αν το κοινό εισέλθει με ανοιχτότητα, η εμπειρία γίνεται κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία: γίνεται μια στιγμή ανάμνησης. Και για εμάς, αυτή είναι η πιο ειλικρινής μορφή «Τελετουργίας» την οποία μπορούμε να προσφέρουμε στη σκηνή.

Σε ευχαριστούμε για τις στοχαστικές ερωτήσεις!

Οι Nytt Land εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα τη Δευτέρα 18 Μαΐου στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι) και την Τρίτη 19 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη στο Eightball Club (Πίνδου 1, Λαδάδικα).