Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Λίλλυ Μελεμέ: «Είναι ανάγκη να υπερασπιστούμε το δικαίωμά μας στη ‘λοξότητα’»

 

Λίλλυ Μελεμέ (Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή)

Έμπειρη σκηνοθέτις και ηθοποιός, η Λίλλυ Μελεμέ αποκαλύπτει νέες διαστάσεις του κλασικού Υπογείου του Ντοστογιέφσκι μέσα από την «πειραγμένη» σκηνοθετική οπτική της στην παράσταση Παντβάλ* [Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο].

Μια συζήτηση με την Λίλλυ Μελεμέ λίγο πριν πέσει η αυλαία της παράστασης στις 15 Απριλίου.

Είστε σκηνοθέτις και ηθοποιός με μακρά εμπειρία στο θέατρο. Γιατί επιλέξατε το θέατρο ως πεδίο έκφρασης, εξερεύνησης και ανακάλυψης και πώς συνυφαίνονται, στην περίπτωσή σας, η σκηνοθετική με την υποκριτική ματιά;

Το θέατρο έχει την μοναδική ικανότητα να συνενώνει με τρόπο αόρατο και μαγικό όλες τις μορφές τέχνης, αντλώντας κυρίως την πυρηνική, «πρώτη ύλη» του από την τέχνη της ίδιας της ζωής. Κι αυτό με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή.

Επιπλέον, η θεατρική πράξη προϋποθέτει την δημιουργική συνύπαρξη και αλληλεπίδραση, τη γόνιμη συνάντηση διαφορετικών ανθρώπων κι αυτό είναι κάτι που αναζητώ συνεχώς και αδιαλείπτως:

Το «μαζί», πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή, σε μια εποχή που γίνεται, δυστυχώς, ολοένα και πιο μοναχική.

Η διπλή μου ιδιότητα με επαναφέρει συχνά στο αρχικό ερώτημα: Γιατί κάνω θέατρο;

Για να μιλήσω με όρους ζωγραφικής - που αγαπώ ιδιαίτερα - θα έλεγα πως το κάνω για να μπορώ να «απομακρύνομαι» και να βλέπω τη μεγάλη εικόνα της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων, χωρίς ποτέ να ξεχνώ τη σημασία της λεπτομέρειας και της μοναδικότητας της κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς ξεχωριστά.

Σκηνοθετείτε την παράσταση Παντβάλ* [Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο], που παρουσιάζεται στο Θέατρο Art63.  Πώς οριοθετείται η «λοξότητα» στη σκηνοθετική οπτική σας γενικά και στην περίπτωση του εν λόγω κειμένου, ειδικά;

Δε θα μπορούσα να χαρακτηρίσω γενικά την σκηνοθετική οπτική μου ως «λοξή» γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά μονοδιάστατο, περιοριστικό και εν τέλει, τολμώ να πω, βαρετό για μένα.

Κάθε ταξίδι είναι διαφορετικό κι εκεί έγκειται άλλωστε και η γοητεία του.

Η τολμηρή βουτιά μέσα στο σύμπαν του κάθε συγγραφέα και η σύνδεσή του με το σήμερα είναι πάντοτε μια καινούρια, ενδιαφέρουσα περιπέτεια, η οποία κρύβει άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες εκπλήξεις.

Προτιμώ να ξεκινώ αυτό το ταξίδι κάθε φορά, όσο γίνεται από το μηδέν, με καθαρό βλέμμα και ανοιχτή καρδιά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, ο χαρακτηρισμός «λοξή ματιά» ήταν σχεδόν επιβεβλημένος από την ίδια τη διασκευή της Ηλέκτρας Θεολόγη πάνω στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι.

Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική εκδοχή του Υπογείου: πολυπρόσωπη, διαλογική, κοφτερή, καταιγιστική, προκλητική, παράξενα χιουμοριστική, αρκούντως σαρκαστική αλλά και βαθιά υπαρξιακή.

Πειραγμένη, με απροσδόκητο και δημιουργικό τρόπο, χωρίς να προδίδει, έχω την αίσθηση, στο ελάχιστο το βαθύτερο πνεύμα και τον προβληματισμό του συγγραφέα.  

Πόσο σημαντική είναι, κατά τη γνώμη σας, η λοξότητα ως αφηγηματική, διανοητική και εν τέλει πολιτική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, στάση σε μια εποχή που δεν ευνοεί την απόκλιση σε οποιοδήποτε επίπεδο;

Τοποθετώντας την έννοια της «λοξότητας» σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, θα την ταύτιζα περισσότερο με την έννοια της διαφορετικότητας και την μοναδικότητας κάθε ανθρώπινου πλάσματος και κατ’ επέκταση, κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Αναρωτιέμαι αν είναι ίδιον μόνο της δικής μας εποχής. Νομίζω πως όχι. Ο φόβος απέναντι στο «λοξό», στο «ξένο», στο «διαφορετικό από τη νόρμα» φωλιάζει βαθιά στα θεμέλια κάθε συστήματος, μικρού ή μεγάλου, κάθε μηχανισμού εξουσίας.

Συχνά καλλιεργείται επιμελώς, ιδίως στις μέρες μας, υπόγεια και ανεπαίσθητα. Πάντα όμως έχει τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα.

Και δε μιλάω προφανώς μόνο για τις μεγάλες, τρανταχτές, διαφοροποιήσεις (φυλής, θρησκείας, σεξουαλικής ταυτότητας, κτλ), αλλά και για εκείνες τις ελάχιστες αποκλίσεις από την κοινώς αποδεκτή συμπεριφορά, που μπορούν, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην απομόνωση από το κοινωνικό σύνολο και εν τέλει στην περιθωριοποίησή του.

Σε μια εποχή που, για παράδειγμα, η υπερβολική ευαισθησία εύκολα μεταφράζεται ως αδυναμία και ο πιο αργός ρυθμός αποτελεί ελάττωμα, καταλαβαίνει κανείς πως είναι ανάγκη να υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια το δικαίωμά μας στην μοναδικότητα, και -γιατί όχι- στην προσωπική μας «λοξότητα».


Κώστας Βασαρδάνης


Ένας ανώνυμος, μοναχικός αντιήρωας, αυτοεξόριστος σε ένα κυριολεκτικό και υπαρξιακό «υπόγειο», σε σύγκρουση με τον εαυτό του και τον κόσμο, σαν άλλη αλογόμυγα, είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και της παράστασης.

Με συγκινεί, με προβληματίζει και συνάμα με ενοχλεί - και ως μυθιστορηματικός και ως θεατρικός ήρωας (εξαιρετικός ο Κώστας Βασαρδάνης). Ίσως γιατί καταφέρνει να μου θυμίσει κάτι από τον εαυτό μου. Εσάς, τι σας θυμίζει;

Τον άνθρωπο. Κάθε άνθρωπο. Ακόμα κι αυτόν που διστάζει  να παραδεχθεί και να φέρει στην επιφάνεια αυτή την σκοτεινή, αντισυμβατική του πλευρά. Μου θυμίζει τον εαυτό μου, τον συνάδελφό μου, τον γείτονά μου...

Δεν είναι τυχαίο που ο μοναχικός αντιήρωας του Ντοστογιέφσκι, τη μία στιγμή μας συγκινεί βαθιά και μας βάζει σε σκέψεις και την αμέσως επόμενη μπορεί να μας κάνει να δυσφορήσουμε, να γίνει πικρόχολος, σχεδόν αντιπαθής.

Είναι γιατί υψώνει μπροστά μας έναν ανελέητο καθρέφτη. Έναν καθρέφτη που αποκαλύπτει τα πάντα, χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις. Τα καλύτερα και τα χειρότερα που κρύβει ο καθένας μας μέσα του.

Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι είναι ταυτόχρονα απολύτως γήινος, αληθινός αλλά και απολύτως διάφανος. Είναι ικανός για την υψηλότερη σκέψη και ταυτόχρονα για την πιο ποταπή πράξη.

Αν και γεμάτος ελαττώματα, πάθη και αδυναμίες, όπως όλοι μας, εκείνος διατηρεί, ωστόσο, βαθιά μέσα του κάτι αυθεντικό και ανεξάντλητο -μια «καύσιμη ύλη» ονείρου και φαντασίωσης- που θα έλεγα πως του προσδίδει και έναν χαρακτήρα, σχεδόν δονκιχωτικό.

«Τι είναι προτιμότερο; Μια μέτρια ευτυχία ή ένας υψηλός, τέλειος πόνος;» αναρωτιέται προς το τέλος της παράστασης και, παρόλο που δε δίνει απάντηση, εγώ είμαι σίγουρη πως θα διάλεγε χωρίς δισταγμό το δεύτερο.

«Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Και τι ζητάμε; Ούτε οι ίδιοι ξέρουμε. Κι αν όλα, όσα θέλαμε, τα αποκτούσαμε, πάλι θα υποφέραμε. Δεν έχουμε ιδέα τι θέλουμε», υποστηρίζει ο ήρωας και, δι’ αυτού, ο Ντοστογιέφσκι.

Τι σας ταράζει, περισσότερο, κυρία Μελεμέ, στον άνθρωπο, στην τέχνη, στην κοινωνία, στην πολιτική - σε εγχώριο και παγκόσμιο επίπεδο;

Θα επιλέξω ν’ απαντήσω κι εγώ με μια φράση του Ντοστογιέφσκι: «Την κοροϊδία δεν την αντέχω!»

Και τι ζητάτε -ή διεκδικείτε- από τον εαυτό σας και τους άλλους -ή με τους άλλους- στην καλλιτεχνική και εν γένει καθημερινότητά σας;

Περισσότερη αλήθεια. Περισσότερη ευγένεια, ανθρωπιά, αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση. Περισσότερη τόλμη, περισσότερη φαντασία και λιγότερη λογική. Και ποιος ξέρει... Μπορεί δύο και δύο τελικά, κάποια στιγμή, να κάνουν πέντε.

Ευχαριστώ θερμά την Μαριάννα Παπάκη (Cont Act) για την καθοριστική συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Η παράσταση Παντβάλ* [Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο], σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, παρουσιάζεται στο Θέατρο Art63 (3ης Σεπτεμβρίου 63, πλατεία Βικτωρίας, Αθήνα) κάθε Δευτέρα και Τρίτη, 21:00, μέχρι και τις 15 Απριλίου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου