Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Judith Lange: «Ας εστιάσουμε στα άσχημα που συμβαίνουν σ’ όλο τον κόσμο»


Γεννημένη το 1943 και κόρη επιζώντων του Ολοκαυτώματος, η Ιταλοεβραία, με γαλλο-λιθουανικές καταβολές, ζωγράφος, φωτογράφος και χαράκτρια Judith Lange είναι από τις σημαντικότερες εν ζωή εικαστικούς.


Συναντηθήκαμε μαζί της το Σάββατο 25 Ιανουαρίου, μετά την παρουσίαση της δουλειάς της στο αθηναϊκό κοινό, στο πλαίσιο της έκθεσης ζωγραφικής της Kaddish, που φιλοξενείται στο Poems & Crimes Art Bar των Εκδόσεων Γαβριηλίδης.


Τι ήρθε πρώτο στην τέχνη σας; Το σχέδιο, η χαρακτική, η ζωγραφική, η φωτογραφία;


Ήταν το σχέδιο και η χαρακτική. Έκανα πολλές δουλειές με τις τεχνικές της ακουατίντα (σημ.: τονική οξυγραφία) και της ακουαφόρτε και μου άρεσε πολύ γιατί μπορούσα να δουλέψω με τα χέρια μου. Μου αρέσει να δουλεύω με τα χέρια μου. 


Σπούδασα ακόμα και γλυπτική, αλλά μετά από ένα διάστημα...


Την εγκαταλείψατε.


Ναι. Έπειτα έκανα πολλά σχέδια. Οι πρώτες μου δουλειές ήταν όλες σε άσπρο και μαύρο γιατί η χρήση χρώματος ήταν λιγάκι δύσκολη για μένα.


Η πρώτη μου έκθεση έφερε τον τίτλο La Rosa di Shaaron


Πότε πραγματοποιήθηκε;


Ήταν το 1975. 


Γεννήθηκα το 1976!


Εγώ είμαι 76 χρονών.


Φαίνεστε νεότερη, ωστόσο.


Ίσως γιατί δουλεύω, δουλεύω, δουλεύω! Έπειτα έγινα και φωτογράφος, ενώ σπούδασα αρχαιολογία, ταξιδεύοντας κατόπιν σε αρχαιολογικούς τόπους σ’ όλη την Ελλάδα, πολύ συχνά με την φωτογράφο Μαρία Στέφωση.


Εκδώσαμε μεγάλα βιβλία σχετικά με το αρχαιοελληνικό θέατρο, καθώς και για τη βόρεια Ελλάδα.


Στη συνέχεια, εξειδικεύτηκα ως φωτογράφος σε ισλαμικές χώρες. Σπούδασα, εξάλλου, ισλαμική κουλτούρα. Ταξίδεψα, λοιπόν, ανά το Ιράν και το Ιράκ. Πολύ επικίνδυνα μέρη, αλλά πάντα παραμείναμε σώοι.


Δεν τα φοβάμαι, είχα φανταστικές προσωπικές εμπειρίες. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσους ανθρώπους συνάντησα στο Ιράν ως Εβραία που δεν ήταν όπως η κυβέρνηση της χώρας. Υπάρχει, άλλωστε, εβραϊκή αντιπροσωπεία στην ιρανική Βουλή.


Δεν είναι ο διάβολος, είναι μια όμορφη χώρα!


Αναφέρατε κατά την παρουσίαση της δουλειάς σας το Σάββατο 25 Ιανουαρίου ότι είστε παιδί επιζώντων του Ολοκαυτώματος. 


Υπήρξα πολύ τυχερή γιατί γεννήθηκα το 1943, και δε νομίζω πως πολλοί Εβραίοι γεννήθηκαν εκείνη τη χρονιά. Η μητέρα μου ζούσε στη Γαλλία κι ενώ βρισκόταν σε ένα γερμανικό τρένο καθ’ οδόν μάλλον για το Άουσβιτς, αυτό έπαθε βλάβη.


Μαζί με άλλους κρατούμενους, λοιπόν, απέδρασε και την διέσωσε μια πολωνική οικογένεια. Ήταν έγκυος.


Σε σας.


Ναι, σε μένα. Γεννήθηκα σε μια σιταποθήκη. Αυτή η φανταστική οικογένεια έκρυψε την μητέρα μου για παραπάνω από ένα χρόνο. Όταν ήρθαν οι Ρώσοι, μας πήγαν στην Ελβετία και σωθήκαμε. Εκεί δηλώθηκα στο ληξιαρχείο.


Μεγαλώσατε στην Ελβετία, επομένως.


Μεγάλωσα στην Ελβετία. Έπειτα απελευθέρωσαν και τον πατέρα μου και πήγα στη Γαλλία. Αφού μεγάλωσα μόνη σ’ ένα κολέγιο στην Ελβετία, με έδωσαν σε ανάδοχη οικογένεια Ιταλών, κι εκεί παρέμεινα. Η γλώσσα που μιλώ καλύτερα είναι η ιταλική.


Στην Ιταλία ολοκλήρωσα το σχολείο, σπούδασα στη Γαλλία, αλλά επέστρεψα στην Ιταλία. 


Ακόμα κι οι Ιταλοί γονείς είχαν ένα πολύ δύσκολο παρελθόν, κρύβοντας τα παιδιά τους σ’ ένα σβηστό φούρνο για να τα γλιτώσουν από τους Γερμανούς. 


Πιτσιρίκια οκτώ-εννιά χρονών, μετά από μισή μέρα κρυμμένα εκεί έβγαιναν έξω σαν τρελά. Έζησα μαζί μ’ αυτούς τους ανθρώπους σαν να ήταν οι πραγματικοί μου γονείς. Αυτά είναι όλα! Όχι και τόσο καλές αναμνήσεις.


Από την άλλη, ήταν κι ευτυχισμένες, γιατί μπορούσα να μεγαλώσω και να σπουδάσω. Υπήρξε μια αρκετά καλή ζωή.



Το τμήμα της έκθεσής σας που φιλοξενείται στο Poems & Crimes Art Bar και αφορά στο γυναικείο μοιρολόι είναι πολύ δυνατό κι ανοιχτό σε ερμηνείες. Εδώ, δίνετε στην απώλεια γυναικείο πρόσωπο. Έχει η απώλεια και τέτοιο πρόσωπο;


Για μένα έχει γυναικείο πρόσωπο, γιατί οι γυναίκες μένουν έγκυες, δίνουν τη ζωή και νιώθουν το θάνατο πολύ έντονα. Δε θέλω, ωστόσο, να προβώ στο διαχωρισμό ανάμεσα στο γυναικείο και το αντρικό. 


Μου προέκυψε αυθόρμητα επειδή, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση, όλα τα καντίς τραγουδιούνται από άντρες. 


Οταν ο πατέρας μιας φίλης πέθανε, εκείνη ήθελε να τραγουδήσει ένα καντίς, κι η οικογένεια τής το απαγόρευσε. Αυτό, βέβαια, συνέβη πολύ καιρό πριν. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει, δε χρειάζεται να σου δώσει άδεια ένας ραβίνος.


Μπορείς να πάρεις την πρωτοβουλία από μόνος σου. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα. Η Αν Μπάνκροφτ, ας πούμε, που τραγουδά καντίς για έναν ομοφυλόφιλο. Το ζήτημα δεν είναι αν είσαι θρησκευόμενος, αλλά αν είσαι ρεαλιστής.


Εσείς αισθάνεστε θρησκευόμενη, έχετε πνευματικές ανησυχίες;


Όχι. Σέβομαι την εβραϊκή κουλτούρα και νιώθω καλά μ’ αυτή, αλλά ακόμα κι εκεί μπορείς να κάνεις μια επιλογή όσον αφορά στο τι θέλεις από τη ζωή σου. Είμαι πιο concreta! (Γέλιο)


Η δικιά σας εκδοχή του καντίς είναι λιγάκι πιο ριζοσπαστική, μ’ αυτή την έννοια.


Σε κάποιον από τους Εβραίους φίλους μου δεν άρεσε αυτή η προσέγγιση. Πρώτον, γιατί ήταν ήταν γυναίκες, δεύτερον γιατί ήταν εννέα και όχι δέκα, σύμφωνα με την παράδοση, και γιατί δεν προσεύχονται μόνο.


Υπάρχει και θυμός, απελπισία, παραίτηση.


Υπάρχει θυμός κι απελπισία, όπως συμβαίνει σ’ έναν άνθρωπο, μετά από αυτή την καταστροφή που μας συνέβη. Δικαιούμαστε, νομίζω, όχι μόνο να προσευχόμαστε.


Οι γυναικείες φιγούρες σας έχουν, ως επί το πλείστον, ανοιχτό στόμα. Γιατί;


Για μένα, τραγουδάνε μέσα τους, δε μιλάνε. Για να μην υποφέρεις τόσο, τραγουδάς. Ζωγράφισα αυτούς τους πίνακες για να απελευθερωθώ κατά κάποιο τρόπο. Είναι καινούριοι, γεννήθηκαν πέρυσι. Είναι πολύ φρέσκιοι.


Όταν, λοιπόν, ο κ. Γαβριηλίδης μού πρότεινε να κάνουμε αυτή την έκθεση, είχα έτοιμους μόλις τρεις από τους πίνακες. Συνέχισα, και συμπληρώθηκαν οι εννιά. 



Η Ακροδεξιά βρίσκεται σε άνοδο παγκοσμίως. Σας ανησυχεί αυτό;


Ελπίζω να μην πρόκειται για tempesta (θύελλα)! Χρειάζεται να προσέχουμε, κι ίσως να φοβόμαστε μερικές φορές, να αποτρέπουμε.


Δε φαίνεται να μαθαίνουμε και πολλά από το παρελθόν, έτσι δεν είναι;


Όχι, αλλά η Ιστορία συντίθεται από κύκλους. Μόλις τελειώνει ο ένας, μερικές φορές επιστρέφει ένας προηγούμενος.


Αισθάνεστε ότι έχετε ευθύνη, σε προσωπικό επίπεδο και μέσα από τη δουλειά σας, να θυμίζετε τι έχει συμβεί και τι μπορεί να συμβεί ξανά;


Αυτό που συνέβη στους γονείς μου, η παιδική μου ηλικία, είναι ένα μεγάλο βάρος. Ακόμα κι η κόρη μου εξακολουθεί να βιώνει αυτό το βάρος. Αλλά τα νεογέννητα δεν το βιώνουν, είναι ελεύθερα, δεν έχει σημασία γι’ αυτά.


Δεν είναι όλα μαύρα, κατά κάποιο τρόπο νιώθω αισιόδοξη. Συμβαίνουν, όμως, κι άλλα φρικτά πράγματα στον κόσμο. Ας εστιάσουμε, λοιπόν, στα άσχημα που συμβαίνουν σ’ όλο τον κόσμο και να μην κοιτάμε μόνο τη μύτη μας.


Φωτογραφίες: Γιάννης Κοντός.


Η έκθεση ζωγραφικής της Judith Lange Kaddish συνεχίζεται μέχρι το Σάββατο 1 Φεβρουαρίου στον πρώτο όροφο του Poems & Crimes Art Bar των Εκδόσεων Γαβριηλίδης. Ώρες λειτουργίας: 9π.μ.-9μ.μ.


Την έκθεση συνοδεύει ένα καλαίσθητο μικρό λεύκωμα με τίτλο Judith Lange, Kaddish, σε καλλιτεχνική επιμέλεια και φωτογραφίες της Μαρίας Στέφωση.


Παράλληλα, προβάλλεται η μικρού μήκους ταινία της Ιωάννας Σπηλιοπούλου Το γράμμα της Άννας, η οποία βασίζεται σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλι Γκρόσμαν Ζωή και Πεπρωμένο (μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, Εκδόσεις Γκοβόστη).

Η Judith Lange στην Αθήνα

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

Μελίνα Λεόν: «Ο ρατσισμός, η ανισότητα και η παιδική εργασία παραμένουν στο Περού»


Βασισμένο στην πραγματική ιστορία αρπαγής και εμπορίας βρεφών στο Περού της δεκαετίας του ’80, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Περουβιανής Μελίνα Λεόν Τραγούδι χωρίς όνομα είναι ένα γλυκόπικρο ασπρόμαυρο κομψοτέχνημα.


Η ταινία προβάλλεται από τις 23 Ιανουαρίου. Συναντώντας την σκηνοθέτρια στη Θεσσαλονίκη, όπου το φιλμ απέσπασε πέρυσι το βραβείο σκηνοθεσίας.


Η ταινία σου εμπνέεται από πραγματικά περιστατικά που είχαν ερευνηθεί από τον δημοσιογράφο πατέρα σου. Γιατί ένιωσες την ανάγκη να καταπιαστείς μ’ αυτά κινηματογραφικά;


Μου πήρε δέκα χρόνια να ολοκληρώσω το φιλμ, είμαι πολύ αργή! (Γέλιο)


Χρειαζόταν καιρό για να ωριμάσει.


Ναι. Για να απαντήσω στην ερώτησή σου, ειλικρινά δεν ξέρω γιατί. Αναζητούσα κάτι, υποθέτω.


Αντιδρώ στην ταινία με τον ίδιο τρόπο που αντιδρά το κοινό σ’ αυτή, συγκινείται από την ιστορία. Το ίδιο κι εγώ. Νιώθω λύπη, κι επίσης τη βλέπω ως παράδειγμα ενός μεγαλύτερου πράγματος, του πού βρισκόμαστε ως άνθρωποι και ως χώρα.


Επιπλέον, σε προσωπικό επίπεδο, όταν άκουσα γι’ αυτά εντυπωσιάστηκα. Τώρα, μου αποδεικνύουν ότι δεν μπορείς ν’ αποδράσεις από το παρελθόν σου όπως έκανα εγώ μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να σπουδάσω κινηματογράφο.


Αλλά πρόκειται για κάτι περισσότερο. Μεγάλωσα την εποχή του Άλαν Γκαρσία και του Αλμπέρτο Φουτζιμόρι. Όλη η παιδική ηλικία και η πρώιμη νεότητά μου πέρασαν υπό τις πιο διεφθαρμένες κυβερνήσεις που μπορείς ποτέ να φανταστείς.


Μπορώ να φανταστώ κάποια πράγματα. Πίστεψέ με, δε ζω εντός ενός μη διεφθαρμένου κράτους.


Είμαι σίγουρη. Αυτή η κατάσταση δημιούργησε, λοιπόν, ένα αίσθημα φυγής που αναφέρεται στο φιλμ.


Ήταν, επομένως, αυτό ένας τρόπος να επανασυνδεθείς και ν’ ασχοληθείς με την παιδική και την εφηβική ηλίκία σου;


Ασφαλώς. 



Πόσο έχει αλλάξει το Περού έκτοτε, σε οποιοδήποτε επίπεδο;


Πολλά έχουν αλλάξει. Θα ήταν άδικο να πω ότι η κατάσταση είναι η ίδια. Ίσως, πάλι, εγώ έχω αλλάξει και βλέπω τα πράγματα διαφορετικά. 


Κι εγώ κι ο φωτογράφος θυμόμαστε την παιδική ηλικία μας ως χειμωνιάτικη. Γι’ αυτό επέμενε να γυρίσουμε το φιλμ το χειμώνα.


Αν, όμως, με ρωτήσεις τις αναμνήσεις μου από τη Λίμα αυτές τις μέρες, θα σου πω πως είναι ένα μέρος με διαφορετικό καιρό.


Στην ταινία, ωστόσο, απεικονίζεται αλλιώς.


Επειδή αυτή είναι η ανάμνησή μας. Δε θυμόμαστε καλοκαίρια, κι αν αυτό συμβαίνει ήταν πολύ σύντομα. 


Από την άλλη, οι δομές είναι παραμένουν, ο ρατσισμός, η απίστευτη ανισότητα και η παιδική εργασία επίσης. Μπορεί να έχει διευρυνθεί η μεσαία τάξη, αλλά υπάρχουν ακόμα πολλά που χρειάζεται ν’ αλλάξουν. 


Αποτυπώνεται στο φιλμ σου η συνενοχή διαφορετικών μηχανισμών εξουσίας είτε στη συγκάλυψη του γεγονότος της παράνομης υιοθεσίας παιδιών είτε στην άντληση κέρδους από αυτό. 


Αυτή η προτροπή του γερουσιαστή προέρχεται στην πραγματικότητα από έναν καθολικό ιερέα που αναφέρεται σε ένα από τα άρθρα. Μερικές φορές νιώθω πολύ άσχημα για την Καθολική Εκκλησία, και δεν ήθελα να θίξω αυτό το ζήτημα.


Δεν πιστεύω ότι μια ταινία πρέπει να γεννιέται από τέτοια αρνητικά συναισθήματα. Αλλά θα μιλήσω γι’ αυτό το θέμα κάποια στιγμή.


Γιατί είναι γυρισμένη σε ασπρόμαυρο, ήταν κι αυτό κομμάτι των αναμνήσεών σου;


Δεν ξέρω πώς ήταν στην Ελλάδα, αλλά στο Περού των τελών της δεκαετίας του ’80 οι φωτογραφίες τυπώνονταν ακόμα σε κοκκώδες ασπρόμαυρο χαρτί. Αυτή, κατά κάποιο τρόπο, είναι η ανάμνησή μου από την περίοδο. 


Η αναλογία της εικόνας είναι 4:3 επειδή οι τηλεοράσεις ήταν έτσι. Υπάρχει, εξάλλου, κάτι όμορφο στο ασπρόμαυρο. 



Υπάρχει επίσης πολλή ευαισθησία, κομψότητα και λεπτότητα στην απεικόνιση των χαρακτήρων, στην αλληλεπίδραση μεταξύ τους και στην αποτύπωση των συναισθημάτων τους. Είναι η υπέροχη πρωταγωνίστριά σου ηθοποιός;


Πρόκειται για ένα υβρίδιο.


Επαγγελματικά είναι ανθρωπολόγος, αλλά έχει κάνει μαθήματα υποκριτικής, πολιτικού και σωματικού θεάτρου. Ήταν ακτιβίστρια κάνοντας μικρές περφόρμανς σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν ξεκινήσαμε, λοιπόν, από το μηδέν.


Η ιδέα ήταν να βρω ένα καινούριο πρόσωπο, κάποιον με καταγωγή από την τοποθεσία όπου εκτυλίσσεται η ιστορία. Συνήθως οι ηθοποιοί είναι μεσοαστικής προέλευσης και λίγο πιο λευκοί. 


Εκείνη έχει χαρούμενα μάτια. Αυτό ήθελα να δείξω, ότι οι άνθρωποι από τις Άνδεις μπορεί να είναι χαρούμενοι. Πάντα αποτυπώνονται βασανισμένοι, γιατί πάντα υφίστανται επιθέσεις και διακρίσεις. Αλλά δεν είναι στη φύση τους να είναι θλιμμένοι.


Παρόλα αυτά, δεν εμπιστεύτηκα την τύχη μου κι έκανα casting πολλές γυναίκες, αλλά πάντα επέστρεφα στην Παμέλα. 


Υπάρχει μια επιμέρους πλοκή που δεν αναπτύσσεται ιδιαίτερα, εκείνη που αφορά στη σχέση ανάμεσα στον δημοσιογράφο και τον ηθοποιό του θεάτρου. Γιατί ένιωσες την ανάγκη να περιλάβεις κι αυτό το στοιχείο;


Ήθελα να είμαι ειλικρινής σ’ αυτή την ταινία. 


Καθένας έχει μια προσωπική ζωή πέρα από την επαγγελματική. Το ήθελα αυτό για το χαρακτήρα του Πέδρο. Δεν ήθελα, όμως, να κάνω ένα πορτρέτο του πατέρα μου.


Κατά κάποιο τρόπο η επαγγελματική ζωή του τον αποτρέπει από το να ζήσει όπως οι περιθωριοποιημένοι, είναι αποστασιοποιημένος. 


Σκέφτηκα, λοιπόν, να τον βάλω να περάσει κάτι προσωπικό για να καταλάβει πώς είναι να είσαι γκέι ή περιθωριοποιημένος.



Όλα τελειώνουν με ένα θλιμμένο ή έστω γλυκόπικρο τρόπο, δεν υπάρχει πραγματική κάθαρση.


Μια διαφορετική κατάληξη δε θα τιμούσε τις ιστορίες όλων των υπόλοιπων γυναικών. Έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπω τη ζωή. Είναι πραγματικά σκοτεινή μερικές φορές, όχι όμως απόλυτα.


Εφόσον, όμως, υπάρχει ζωή, μπορείς να συνεχίσεις. Δε θέλαμε να επιβάλουμε ένα σκοτεινό τόνο. 


Πώς αισθάνεσαι στη Θεσσαλονίκη;


Είναι η πρώτη μου φορά εδώ, νιώθω σαν σε όνειρο. Η Ελλάδα είναι τόσο σημαντική... η Ιστορία, η λογοτεχνία. Είχα σταματήσει να ονειρεύομαι αυτό το ταξίδι, και τώρα έχει γίνει πραγματικότητα! (Γέλιο)


Η συνέντευξη με την Μελίνα Λεόν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.


Ευχαριστώ την Αγγελική Στελλάκη από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για τη συνδρομή της στη διοργάνωση της συνέντευξης.


Photo credit (Μελίνα Λεόν): Γιάννης Κοντός.


Η ταινία της Μελίνα Λεόν Τραγούδι χωρίς όνομα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 23 Ιανουαρίου σε διανομή της Danaos Films.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Μαρία Σκουλά: «Το να παίζεις είναι μια πράξη επαναστατική»


Η σεμνή και ανήσυχη ηθοποιός Μαρία Σκουλά «συναντά» την Πιανίστρια της νομπελίστριας Αυστριακής συγγραφέως Ελφρίντε Γέλινεκ στο ομώνυμο θεατρικό αναλόγιο του ΚΠΙΣΝ την Κυριακή 26 Ιανουαρίου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά με συμπρωταγωνιστή τον Ορφέα Αυγουστίδη.


Συναντιόμαστε με την Μαρία Σκουλά εν μέσω προβών για το ασυνήθιστο αυτό καλλιτεχνικό εγχείρημα.


Ανακάλυψες το βιβλίο της Γέλινεκ με αφορμή το αναλόγιο;


Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν επρόκειτο για ένα βιβλίο που διάβαζα για την ευχαρίστησή μου, αλλά για να το αφηγηθώ μπροστά σ’ ένα κοινό. 


Μου προτάθηκε και χάρηκα πολύ, γιατί είχα δει την ταινία του Χάνεκε πριν από πολλά χρόνια που με είχε ταράξει χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς το γιατί. Ήξερα, λοιπόν, ποια θέματα θίγονται- η βία, ο ασφυκτικός κι αμείλικτος δεσμός μητέρας-κόρης.


Είναι σαν η Γέλινεκ να έχει «ανοίξει» αυτή τη σχέση, σαν να ανοίγεις έναν οργανισμό και να βλέπεις πώς είναι από μέσα.


Σαν να τον ανατέμνεις.


Ακριβώς!


Αυτή η σχέση γεννάει όλα τα υπόλοιπα, τη βία που βγάζει αυτή η γυναίκα στον μαθητή της, τον νεαρό άντρα. 


Δε διάβασα το μυθιστόρημα ηθικά, προσπαθώ ν’ απαλλαγώ από το δίπολο καλό-κακό, πρόκειται για πράξεις. Υπάρχει κάτι, κι απ’ τη στιγμή που υπάρχει θα οδηγήσει κάπου.


Το ακολουθώ και μπαίνω. Έτσι μπήκα και σ’ αυτή την αφήγηση. Το πιο σκληρό στην ανάγνωση ενός βιβλίου είναι ότι εσύ φτιάχνεις τις εικόνες. Όταν, λοιπόν, το διάβασα, μου φάνηκε πιο «βρόμικο», τα μέρη πιο σκοτεινά.


Στην ταινία ήταν σαν να δικαιολογούνταν κάποια πράγματα. 


Άλλοι κώδικες.


Άλλοι κώδικες, άλλη αφήγηση. 


Τι σου «ξύπνησε» ως αναγνώστρια;


Ανακάλυψα πως κι εγώ έχω αλλάξει σε σχέση με τον τρόπο που διαβάζω ένα βιβλίο. Δεν έμεινα τόσο στην ερωτική σχέση. Όταν είχα πρωτοδεί την ταινία, είχα σταθεί πολύ στη σχέση δασκάλας-μαθητή.

Τώρα εστίασα αρκετά και στο περιβάλλον, στο πώς συγκροτούνται όλες οι σχέσεις. 


Μιας και δεν πρόκειται ακριβώς για μια παράσταση αλλά για αναλόγιο, αυτό κατά τι διαφοροποιεί τη δικιά σου ματιά κι ανάγνωση, κυριολεκτικά και μεταφορικά;


Θα είμαστε δύο πρόσωπα, εγώ και ο Ορφέας Αυγουστίδης. Επί σκηνής θα συμμετέχει και ο Γιώργος Πούλιος που είναι συνθέτης και η μουσική του θα διαλέγεται με την ανάγνωση.


Η διαφορά έγκειται στο ότι δε θα υπάρχει ερμηνεία προσώπου -δε θα είμαι η πιανίστρια. Θα διαβάζω συγκεκριμένες σκηνές. Μπορεί, επομένως, να τύχει να είμαι και τα δύο πρόσωπα.


Αφηγούμαστε σκηνές, καθένας θ’ αναλάβει διαφορετικά μέρη, αυτό που απαιτεί όλο το αφήγημα.

Ορφέας Αυγουστίδης 


Η επιλογή των σκηνών που θα διαβαστούν θα είναι αποκλειστικά του σκηνοθέτη, του Δημήτρη Καραντζά;


Δικιά του, εκείνος κάνει τη διασκευή, οπότε επιλέγει να μείνουμε στη σχέση των δύο. Πρέπει να κρατηθεί ένα νήμα. 


Μια άλλη «γραμμή» που θα μπορούσε να ακολουθηθεί είναι η σχέση της Έρικα Κόχουτ με την τέχνη και πώς ενίοτε τη χρησιμοποιεί για να ασκήσει βία στους μαθητές της.


Υπάρχει κάτι πολύ απλό, καθαρό και μαλακό στον τρόπο που μελετάμε το βιβλίο. Κάποιες στιγμές η αφήγηση σ’ αυτό ρέει και άλλες ο χρόνος αλλάζει «δωμάτιο» κι αναρωτιέσαι τι έχει συμβεί.


Μοιάζει, πιστεύεις, η αυστριακή κοινωνία της δεκαετίας του ’80, κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο, με τη νεοελληνική;


Δε νομίζω ότι έχει πολύ μεγάλη διαφορά. Επειδή πρόκειται για ένα έργο τέχνης, νομίζουμε πως είναι ακραία όλα αυτά, απλώς όμως η τέχνη τα φέρνει στο φως. Γίνονται εικόνα, πράξη.


Είναι πολύ δύσκολο να θεωρησεις ότι το παιδί σου είναι ελεύθερο. Η μητέρα της όχι μόνο δεν την θεωρεί έτσι, αλλά και δεν την αφήνει να επιλέξει. Γι’ αυτό η κόρη αναζητά ένα πολύ πιο σκοτεινό μέρος για να αισθανθεί πράγματα και αυτοτραυματίζεται.


Μια ανάγνωση θα μπορούσε, ακόμα ακόμα, να είναι πως πρόκειται για ένα αντιφεμινιστικό βιβλίο σε ένα βαθμό, κάτι πιθανώς πρόχειρο.


Πρόχειρο. Η κοινωνία το φτιάχνει αυτό το πρόσωπο. Υπάρχουν πολλές γυναίκες που αισθάνονται έτσι και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ο τρόπος που αγαπάει η Έρικα είναι νοσηρός και φανερώνεται μέσα από τις πράξεις της. 


Μιας και η εποχή που ζούμε μάλλον δεν προσφέρεται για εμπειρίες οι οποίες απαιτούν και προϋποθέτουν συγκέντρωση και χρόνο, πώς εκτιμάς ότι λειτουργούν τέτοια εγχειρήματα σε σχέση με το εκάστοτε κοινό;


Έχω δει τα προηγούμενα τρία αναλόγια, κι ήταν συγκλονιστική εμπειρία. Ήταν συνταρακτικό το πώς καθόταν ο κόσμος κι άκουγε.


Από τι εξαρτάται αυτή επίδραση;


Έχει να κάνει με την προετοιμασία αυτών που έχουν επιλέξει να μεταφέρουν κάποιο κείμενο, αλλά και με την επιθυμία του θεατή να ξέρει πολύ καλά πού πηγαίνει. Φτάνοντας, έχεις ήδη διανύσει τη μισή διαδρομή, επιθυμείς ν’ ακούσεις.


Είναι παρήγορο αυτό;


Πάρα πολύ! Γίνονται όλο και περισσότερα τέτοια πράγματα. Στο θέατρο, όπως και στο σινεμά, κάνεις πίσω και πρέπει να βγει ο συγγραφέας. Αν αυτό συμβεί, ώστε να φανερωθεί το έργο, δεν υπάρχει περίπτωση να μην μπει ο θεατής σ’ αυτό.


Επίσης, «μπαίνουμε» μαζί. Είναι ένας κύκλος. Το αναλόγιο είναι μια διαφορετική συνθήκη από μια θεατρική παράσταση. 


Είναι σαν να παρευρίσκεσαι σε μια απαγγελία ποίησης.


Όπως παλιά. Όταν δεν υπήρχε τηλεόραση, κάποιος δεν έλεγε ιστορίες και παραμύθια; Μέσα από την αφήγηση ενεργοποιείς τη φαντασία του θεατή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είμαστε τρία άτομα.


Εμένα μου ενεργοποιήθηκε και τις τρεις φορές, κι εκεί συναντάς μέσα από ένα λόγο τον συγγραφέα.


Με το να είσαι αφηγήτρια κι όχι ερμηνεύτρια.


«Δανείζεις» στην ουσία τη φωνή σου και τα βασικά σου χαρακτηριστικά, όχι ερμηνεύοντας, αλλά καθιστώντας καθαρό το αφήγημα. Ένα αναλόγιο είναι για να συμβεί μια φορά, κι αυτό το κάνει ιδιαίτερο. Χαίρομαι πολύ που θα το κάνω!


Δεν εκτυλίσσεται, εξάλλου, σε ένα θέατρο που είναι κλειστό και δεν έχει σχέση με το έξω. Σχετίζεσαι και με το εξωτερικό φως.


Αντλείς από το αναλόγιο την ίδια χαρά που αποκομίζεις από τις θεατρικές και τις κινηματογραφικές επιλογές σου;


Πολύ, γιατί αγαπώ τη λογοτεχνία και χαίρομαι που θα βρεθούμε σ’ αυτή τη συνθήκη που σχεδόν συμπυκνώνει τη σχέση μας. Όλοι μαζί θα βρεθούμε σ’ αυτή την περιπέτεια. Ό,τι γεννηθεί θα τελειώσει την ίδια στιγμή. Είναι σαν να σταματάει ο χρόνος.


Τι αναζητάς, τι σε συγκινεί περισσότερο στους χαρακτήρες που ενσαρκώνεις;


Με βοηθούν να μπω σε περιοχές που μόνη μου δε θα τολμούσα και να τις «γευτώ»: στο απόλυτο καλό, το απόλυτο κακό, στα απόλυτα. Δοκιμάζω ποιο είναι πιο «τέρμα», κι αυτό μετατοπίζεται όλο και πιο πέρα. 


Συνήθως με γοητεύει πια το ακραίο.


Όποτε έτσι «συναντιέσαι» και με την Ιζαμπέλ Υπέρ, κατά κάποιο τρόπο.


Με ένα τρόπο, ναι. Παρόλα αυτά, συνεχίζει να είναι αθώα. Θέλω το παίξιμό μου να είναι απαλλαγμένο από ηθική. Στην υποκριτική δεν υπάρχει καλό-κακό, όλα συμβαίνουν, χωρίς να παθαίνει κάποιος κάτι.


Παλιότερα, έψαχνα δικά μου πράγματα, όπως την ελευθερία. Το να παίζεις, το να ανεβαίνεις στη σκηνή είναι μια πράξη, πιστεύω επαναστατική. Και πολιτική.


Περιμένω, λοιπόν, με πολλή ανυπομονησία τι θα συμβεί την Κυριακή 26 Ιανουαρίου!


Μ’ αρέσουν τα δύσκολα. Όσο πιο δύσκολο ένα κείμενο, τόσο πιο μακριά μπορείς να φτάσεις ή να ξεπεράσεις ένα όριο δικό σου.


Photo credit (Μαρία Σκουλά): Γιάννης Κοντός.


Το θεατρικό αναλόγιο Η πιανίστρια, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Ελφρίντε Γέλινεκ, παρουσιάζεται στο πλαίσιο των Παραβάσεων του ΚΠΙΣΝ σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά με συμπρωταγωνιστές την Μαρία Σκουλά και τον Ορφέα Αυγουστίδη την Κυριακή 26 Ιανουαρίου, 17:00, στο Φάρο του ΚΠΙΣΝ.

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Δίκη μελών του ΣΣΜ: Οι εργατικές διεκδικήσεις δεν είναι εκβιασμός


Συνεχίστηκε την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου στο Θ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας η δίκη 7 μελών του Σωματείου Σερβιτόρων, Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων του κλάδου του επισιτισμού.


Τα μέλη του ΣΣΜ διώκονται για... απόπειρα εκβίασης και ηθική αυτουργία από την εργοδοσία του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν και του café bar Βοτανοπωλείο, γιατί διεκδίκησαν δεδουλευμένα, επαναπρόσληψη και ασφαλιστική κάλυψη.


Η δίκη ξεκίνησε την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου μετά από αναβολές 5 χρόνων, με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας.


Πιο συγκεκριμένα, κατέθεσαν οι ιδιοκτήτες του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν, ο λογιστής του Βοτανοπωλείου και ο ιδιοκτήτης του café Scherzo, Τυρολόγος, πρωτόδικα ερήμην καταδικασμένος για ρίψη πυροβολισμών στη διάρκεια συνδικαλιστικής παρέμβασης στο café και ξυλοδαρμό εργαζομένου.


Κατά τη δεύτερη δικάσιμο ολοκληρώθηκε η εξέταση του μάρτυρα Τυρολόγου, ακολούθησε η διαδικασία των αναγνωστέων, οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και η απολογία του πρώτου από τα διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ.


«Το κάνουνε επάγγελμα, πουλάνε προστασία», υποστήριξε ανερυθρίαστα ο Τυρολόγος, αναφερόμενος στα διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ


«Έκλεισε το κατάστημα [σημ.: το café Scherzo], γιατί μια φορά τη βδομάδα είχαμε επισκέψεις από τα παιδιά», συμπλήρωσε ψευδώς.


Η αλήθεια, βέβαια, είναι πολύ διαφορετική


Όπως αποκάλυψε η συνήγορος υπεράσπισης Γιαννακοπούλου, ο πρώην συνέταιρος της εν λόγω επιχείρησης, Λιόνας, είχε υποβάλει αίτηση λύσης της εταιρίας, καταλογίζοντας υπαιτιότητα στον Τυρολόγο.


«Το ότι του επιτρέπεται να κυκλοφορεί ελεύθερος είναι ένα θέμα», υπογράμμισε η Γιαννακοπούλου.


«Έχουν εγερθεί υπόνοιες καθαρής ψευδορκίας», σχολίασε η εισαγγελέας της έδρας αναφερόμενη στον εν λόγω μάρτυρα, γεγονός που ενόχλησε τον συνήγορο πολιτικής αγωγής, Κυβέλο, ο οποίος κατ’ επανάληψη την αντιμετώπισε απαξιωτικά.


«Αν δε σας κάνω, να κάνετε χρήση των δικαιωμάτων σας και να υποβάλετε αίτηση εξαίρεσης», τον προέτρεψε.


Ήταν τέτοια η ένδεια της δικονομικής στρατηγικής της πολιτικής αγωγής, που κατέφυγε σε μια σωρηδόν προσκόμιση αναγνωστέων, προκειμένου να «αποδείξει» τον «εκβιαστικό» και «παράνομο» χαρακτήρα των κινητοποιήσεων του σωματείου.


Δε δίστασε, μάλιστα, να επικαλεστεί διαδικτυακά σχόλια ή συγκεντρώσεις και αναγραφή συνθημάτων έξω από την οικία μαρτύρων κατηγορίας, επιχειρώντας, αποτυχημένα, να τα συσχετίσει με τη δημόσια και επώνυμη δράση του ΣΣΜ.


Ακολούθησε η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα υπεράσπισης, μέλους του σωματείου και εργαζόμενου στο παρελθόν στο μεζεδοπωλείο Σαλαντίν, που ανέδειξε τη ζοφερή εργασιακή πραγματικότητα (και) στον κλάδο του επισιτισμού εν μέσω κρίσης.


«Εν μέσω κρίσης, τη δουλειά την έβρισκες με το κιάλι. Δεν έχουμε κλείσει κάποιο μαγαζί ποτέ. Ποτέ κανείς από το σωματείο δεν απειλεί και δεν εκβιάζει κανέναν», δήλωσε χαρακτηριστικά.


«Δεν έχουμε επισκεφτεί κανενός το σπίτι και δεν έχουμε αναγράψει κανένα σύνθημα», συμπλήρωσε.


Ο ίδιος, μάλιστα, αναγκάστηκε να αποδεχτεί την καταβολή μειωμένων ενσήμων, προκειμένου να διατηρήσει τη δουλειά του και να δοθεί κάποια ασφαλιστική κάλυψη και στους νεοπροσλαμβανόμενους εργαζόμενους


«Δε με παίρνει να βάζω σε όλους όλα τα ένσημα», του είχε πει με τον χαρακτηριστικό κυνισμό της εργοδοσίας ένας εκ των ιδιοκτητών του Σαλαντίν.


«Κανονικότητα δεν είναι η παρανομία, απ’ όποιον κι αν έχουμε υπέρβαση. Όποιος υποκύπτει στον εκβιασμό, ν’ αναλάβει τις ευθύνες του», παρατήρησε η εισαγγελέας, σχολιάζοντας τη ζοφερή εργασιακή «κανονικότητα».


Η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, εργαζόμενη κατά το παρελθόν στο Βοτανοπωλείο, είχε προβεί σε εξωδικαστικό συμβιβασμό για τα δεδουλευμένα που της οφείλονταν


Αυτό, ωστόσο, συνέβη αφότου είχε απολυθεί μια εκ των διωκόμενων και συνάδελφός της στο ίδιο café, στην οποία είχε ασκηθεί και σωματική βία από φερόμενο ως εργαζόμενο, αλλά μάλλον μέτοχο της επιχείρησης.


«Αφού δεν παρευρέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, παρενέβη το σωματείο», κατέθεσε η μάρτυρας σε σχέση με την απουσία του ιδιοκτήτη της επιχείρησης, Κουρταλή, από τη διαδικασία που είχε κινήσει η νυν διωκόμενη.


«Είμαι ενεργός από το 2008, εκείνη την περίοδο ήμουν πρόεδρος του σωματείου», κατέθεσε ο πρώτος διωκόμενος ξεκινώντας την απολογία του.


Πώς λειτουργούν; Όταν, ως σωματείο, δέχονται καταγγελίες από εργαζόμενους, επιδιώκουν να τις διασταυρώσουν. Επιπλέον: «Είχαμε δικηγόρους που συνεργαζόμασταν, συμβουλευόμασταν λογιστές».


Όσον αφορά στο Σαλαντίν


«Ήμασταν ενήμεροι για τις εργασιακές συνθήκες. Οι άνθρωποι δούλευαν εντελώς ανασφάλιστοι. Δεν μπαίνουμε σε παζάρια, δεν κάνουμε συζητήσεις με τους εργοδότες. Το βασικό ήταν η επαναπρόσληψη, τα ένσημα και τα δεδουλευμένα». 


Για να συμπληρώσει:


«Είμαστε σωματείο, είμαστε εργαζόμενοι, δεν απειλούμε κανέναν. Δεν αποκλείουμε εισόδους μαγαζιών, ούτε βρίζουμε ή διώχνουμε πελάτη. Δεν έχουμε προσωπική διένεξη. Κι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι ήταν αλληλέγγυοι στις κινητοποιήσεις».


«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μια συναδέλφισσα στο έλεος του κάθε τραμπούκου- εργοδότη ή προϊστάμενου», υπογράμμισε.


«Ο λόγος που έκλεισε έχει να κάνει με τη δράση τη δική σας;», ρώτησε τον διωκόμενο η εισαγγελέας.


«Τα μαγαζιά δεν κλείνουν από τα σωματεία. Είναι επικερδές να κλείσει [ένας ιδιοκτήτης] την επιχείρηση όταν συναντήσει αντιδράσεις και να μείνουν οι εργαζόμενοι στο δρόμο», επεσήμανε εκείνος.


«Η νόμιμη αξίωση δεν είναι εκβιασμός, ο τρόπος, ίσως», σημείωσε η εισαγγελέας, για να διερωτηθεί, στη συνέχεια: «Γιατί να μ’ ενδιαφέρει ως πελάτη ποιες είναι οι εργασιακές συνθήκες;»


«Σε ακραία περιστατικά μπορεί να μοιράσουμε ένα κείμενο. Αυτό ένα κομμάτι της κοινωνίας μπορεί να το ενδιαφέρει», απάντησε ο διωκόμενος.


Σημειωτέον ότι η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν κατάμεστη από μέλη του Σωματείου Σερβιτόρων, Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων του κλάδου του επισιτισμού, καθώς και από πολλούς άλλους αλληλέγγυους.


Η δίκη συνεχίζεται, και κατά πάσα πιθανότητα ολοκληρώνεται, την Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου στο κτίριο 13, αίθουσα 106, των Δικαστηρίων της Ευελπίδων (9 π.μ.)