Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Milad Alami: «Το ζήτημα της σεξουαλικότητας είναι ταμπού στο ιρανικό πλαίσιο»

 


Ένας πάλαι ποτέ πρωταθλητής πάλης αποδρά με την οικογένειά του από το Ιράν, με προορισμό τη Σουηδία. Επιστρέφοντας στην παλαίστρα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον (απωθημένο) εαυτό.

Η πολυεπίπεδη ταινία του ιρανικής καταγωγής Σουηδού σκηνοθέτη Milad Alami, Αντίπαλος, προβάλλεται από τις 26 Οκτωβρίου στο Άστυ. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία σου, Αντίπαλος, «κατοικεί», αν όχι «ευημερεί», στην αμφισημία. Πολλά από τα ζητήματα που θίγονται παραμένουν ασαφή και ανοιχτά σε ερμηνείες. Γιατί σε γοητεύει η αμφισημία ως σκηνοθέτη;

Εξαρτάται από την ιστορία. Το ντεμπούτο μου, Mε διαβατήριο τη γοητεία, ήταν λιγότερο αμφίσημο σε σύγκριση με τον Αντίπαλο.

Σ’ αυτό το φιλμ ανακαλώ τις δικές μνήμες ως νεαρού πρόσφυγα στη Σουηδία, σε μια περίοδο κατά την οποία είχα καταλήξει σε ένα μέρος πολύ όμοιο μ’ αυτό που βλέπεις στην ταινία.

Υπήρχαν, λοιπόν, πολλές εικόνες από τις οποίες άντλησα έμπνευση, αλλά και πολλά πράγματα για το οποία δεν ήμουν σίγουρος.

Από την άλλη, εμπνεύστηκα από ιστορίες αντρών που γνώριζα, οι οποίοι αυτολογοκρίνονταν ή ένιωθαν ντροπή επειδή ήθελαν να συναντήσουν έναν άλλο άντρα.

Αναρωτιόμουν γιατί συνέβαινε κάτι τέτοιο, παρότι ζούσαν σε μια ανοιχτή χώρα.

Ως θεατής, δεν είμαι καν σίγουρος αν ο πρωταγωνιστής είναι καταπιεσμένος γκέι ή ομοφοβικός, αν έδειρε ή σκότωσε έναν άλλο άντρα και γιατί, για ποιον λόγο χρειάστηκε να φύγει από το Ιράν κ.λπ.

Στην αρχή νομίζεις πως εγκατέλειψε τη χώρα για πολιτικούς λόγους, κι έπειτα, όταν αρχίζει να δέχεται τηλεφωνήματα από έναν άντρα, μια καινούρια διάσταση προκύπτει.

Μου αρέσουν τα φιλμ που, όταν βγεις από την αίθουσα, σε συνοδεύουν, και συνεχίζεις να τα σκέφτεσαι. Yπάρχει, βέβαια, μια λεπτή γραμμή όσον αφορά στη διατήρηση του ενδιαφέροντος του θεατή, κι ελπίζω να μην την υπερέβην.

Αν, όμως, για κάποιον θεατή αυτή η «γραμμή» της κατανοησιμότητας ή της έλλειψης κατανόησης ξεπεραστεί, δεν καθίσταται πολύ πιο δύσκολη από πλευράς του η ταύτιση με τον πρωταγωνιστή, τις ανάγκες και τα κίνητρά του;

Ασφαλώς, καθώς ο στόχος του χαρακτήρα, το τι θέλει είναι εξαιρετικά ασαφή.

Ήδη, ωστόσο, από την περίοδο της συγγραφής του σεναρίου ήξερα ότι το φιλμ θα ήταν λιγότερο προσβάσιμο σε ευρύτερα κοινά.

Η ομοφυλοφιλία, η αρρενωπότητα και η βία είναι οι τρεις άξονες της ταινίας. Για να είμαι ειλικρινής, το ζήτημα της σεξουαλικότητας είναι ταμπού στο ιρανικό πλαίσιο. Δύσκολα συζητιέται.

Ήθελα, επομένως, κι η ιστορία να διατηρήσει ένα χαοτικό στοιχείο, να μην είναι ξεκάθαρο αν ο πρωταγωνιστής επιθυμεί τους άλλους άντρες ή τους φοβάται.

Πάντως, μου προξένησε έκπληξη η επιλογή του φιλμ ως της σουηδικής πρότασης για το Όσκαρ καλύτερης διεθνούς ταινίας.




Μάλλον υπήρξε επιλογή συναδέλφων σου, που σίγουρα έχουν μια πιο λεπταίσθητη αντίληψη, κι όχι κάποιας κρατικής επιτροπής.

Έτσι νομίζω.

Σε κάποιους δεν αρέσει, αλλά οι περισσότεροι εμπλέκονται μ’ αυτό.

Το Με διαβατήριο τη γοητεία ήταν πιο στρωτό, ενώ στον Αντίπαλο υπάρχει περισσότερο το στοιχείο της φαντασίας κι είναι πιο υπαρξιακό.

Η αποτύπωση, πάντως, της ζωής των μεταναστών/προσφύγων εντός της συγκεκριμένης δομής φιλοξενίας μπορεί να λειτουργήσει και ως σχόλιο για τη στάση της Ευρώπης συνολικά έναντι του φαινομένου της μετανάστευσης.

Μια στάση που συνδυάζει τον γραφειοκρατικό κυνισμό, την αδιαφορία, την εργαλειοποίηση μεταναστών, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του μετανάστη-διερμηνέα, και κάποια -ίσως- ευαισθησία και φροντίδα.

Την περιγράφεις με εξαιρετική ακρίβεια.

Δεν πρόκειται, εξάλλου, για ατομική στάση κάποιων -«κακών»- ανθρώπων, αλλά για κάτι συστημικό.

Όταν ζούσα κι εγώ σε μια αντίστοιχη δομή, αισθανόμουν σαν να μην ανήκα ποτέ πουθενά. Από την άλλη, βίωνα μια αισιοδοξία, σαν να ήμουν πιτσιρικάς κι η ζωή μου να ξεκινούσε τότε. Ταυτόχρονα, ήμουν τρομοκρατημένος.

Ο χειρότερος αντίπαλος του πρωταγωνιστή είναι, τελικά, ο εαυτός του.

Με πρόλαβες. Αυτό ήταν και το δικό μου συμπέρασμα, πως παλεύει με τον εαυτό του - ή εναντίον του.

Και το χειρότερο είναι η σιωπή. Γι’ αυτό και στην αρχή της ταινίας χρησιμοποίησα το παράθεμα της Οντρ Λορντ, «Οι σιωπές μου δε με προστάτευσαν. Η σιωπή σου δε θα σε προστατεύσει».

Ο Payman Maadi (Ένας χωρισμός) ήταν ο ιδανικός ηθοποιός για να υποδυθεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αν και δε νομίζω να έχει ποτέ ενσαρκώσει έναν αντίστοιχο χαρακτήρα.

Πολύ γενναίος!

Μιλήσαμε πολύ, νομίζω. Του άρεσε το σενάριο, το μυστήριο που απέπνεε η ιστορία και το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής πάλευε με τον εαυτό του.

Μια από τις πηγές έμπνευσης την οποία συζητήσαμε πολύ ήταν το κορεάτικο φιλμ Burning.




Εξακολουθεί να βρίσκεται στο Ιράν ή έχει πλέον μετακομίσει;

Όχι, η βάση του είναι το Λος Άντζελες.

Σε διαφορετική περίπτωση -και εφόσον υποδυόταν έναν τέτοιο χαρακτήρα ζώντας στο Ιράν- θα ετίθετο σε κίνδυνο όχι μόνο η καλλιτεχνική, αλλά και η σωματική του ακεραιότητα, παρότι η ερμηνεία του δεν έχει τίποτα το προσβλητικό.

Η κατάσταση στο Ιράν εντελώς απρόβλεπτη.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο ήρωας της ταινίας του Μοχάμεντ Ρασούλοφ Ένας ακέραιος άνθρωπος έχασε τα πάντα, και δεν μπορούσε πλέον να βρει δουλειά. Και επρόκειτο απλώς για κάποιον που αγωνιζόταν ενάντια στην αδικία.

Τίποτα υπερβολικά επαναστατικό, μια βασική ανθρώπινη ανάγκη.

Ακριβώς!

Οι περισσότεροι Ιρανοί καλλιτέχνες που γνωρίζω δε ζουν στο Ιράν. Οι πολιτικοί βάζουν τους πάντες στη φυλακή για ηλίθιους λόγους, επειδή φοβούνται για το τι πρόκειται να συμβεί. Ο Ασγκάρ Φαραντί, για παράδειγμα, κάνει φιλμ στις Η.Π.Α.

Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι ταινίες θα προκύψουν μετά το κίνημα για την Mahsa Amini.

Πολλοί Ιρανοί σκηνοθέτες και ηθοποιοί βιώνουν κρίση ταυτότητας, γιατί το ιρανικό σινεμά ήταν ανεκαθεν καλό στο να αφηγείται ιστορίες υπό καθεστώς αυτολογοκρισίας. Η νεότερη γενιά σκηνοθετών, ωστόσο, είναι πολύ πιο τολμηρή και ευθεία.

Κι έχουν μπουχτίσει με την αυτολογοκρισία.

Θα δούμε να θίγονται θέματα που δεν έχουν ξαναθιγεί σε ιρανικά φιλμ. Αλλιώς, ο ιρανικός κινηματογράφος θα πάψει να υπάρχει.

Επιδεικνύεις την αλληλεγγύη σου προς τους Ιρανούς συναδέλφους σου είτε σε διαπροσωπικό επίπεδο, είτε πιο συλλογικά;

Όσοι ζούμε εκτός Ιράν αισθανόμαστε την υποχρέωση να κάνουμε ό,τι μπορούμε.

Εσύ, έχεις βρει τη θέση σου εντός του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος, γίνεσαι αντιληπτός ως αυτός που είσαι κι όχι ως μια εξωτικοποιημένη παρουσία;

Δεν ξέρω, μπορεί να είναι δύσκολο να βρεις τη θέση σου. Πρέπει να την απαιτείς.

Μερικές φορές αντιμετωπίζω την εξωτικοποίηση και νιώθω πως αποκλείομαι επειδή δεν είμαι λευκός Σουηδός ή ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια αντίληψη για το πώς πρέπει να μοιάζει η μία ή άλλη κινηματογραφία.

Δε με πειράζει, όμως, γιατί ξέρω πως θέλω να κάνω αυτό που κάνω. Και βέβαια η κατάσταση αλλάζει από γενιά σε γενιά. Όταν σπούδαζα στη Σχολή Κινηματογράφου, οι μόνοι Ιρανοί ήμασταν ο Αli Abbasi κι εγώ. Τώρα είναι πολύ περισσότεροι.

Ευχαριστώ θερμά τον Milad Alami για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο.

Η ταινία του Milad Alami Αντίπαλος, η οποία έκανε την ελληνική της «πρώτη» στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού των 29ων Νυχτών Πρεμιέρας, προβάλλεται στο σινέ Άστυ (Κοραή 4) από τις 26 Οκτωβρίου σε διανομή της AMA Films.



Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Στέφαν Κομαντάρεφ: «Ο καπιταλισμός που βιώνουμε στη Βουλγαρία είναι άγριος»

 

Στέφαν Κομαντάρεφ (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Η Μπλάγκα, μια έντιμη συνταξιούχος δασκάλα, πέφτει θύμα τηλεφωνικής απάτης. Προκειμένου να καταφέρει να πληρώσει τον τάφο του μακαρίτη συζύγου της, γίνεται κι ίδια αυτουργός παρόμοιων ενεργειών.

Αιχμηρό ηθικοπολιτικό σχόλιο για την καπιταλιστική Βουλγαρία, η ταινία του Στέφαν Κομαντάρεφ, Τα μαθήματα της Μπλάγκα, κάνει την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 64ου ΦΚΘ. Μια συνάντηση με το σκηνοθέτη.

Σπούδασες ιατρική, την οποία και έχεις ασκήσει, ωστόσο αφιερώθηκες στο σινεμά. Πώς συνδέονται αυτά τα δύο πεδία;

Ανέκαθεν ενδιαφερόμουν για τον κινηματογράφο, αλλά δεν είχα καταπιαστεί με έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο. Ήθελα να γίνω γιατρός, εμπνευσμένος από τη φιγούρα του γιατρού στο μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ, Η πανούκλα.

Κατά τη διάρκεια των ιατρικών σπουδών μου, το ενδιαφέρον μου προσανατολίστηκε στην ψυχιατρική, οπότε απέκτησα και ένα συμπληρωματικό δίπλωμα στην ομαδική ψυχοθεραπεία.

Λόγω της περαιτέρω σπουδής μου και αφότου την είχα ολοκληρώσει, ξεκίνησα αμέσως να εργάζομαι στο παιδοψυχιατρικό τμήμα μιας υψηλού κύρους πανεπιστημιακής κλινικής στη Σόφια.

Ήμουν ο νεότερος γιατρός του προσωπικού, και το μέλλον μου προδιαγραφόταν ξεκάθαρο. «Κάποια μέρα θα γίνεις διευθυντής εδώ», μου είχε πει η τότε διευθύντρια της κλινικής.

Τι συνέβη;

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 λάβαμε μια δωρεά στο πλαίσιο ενός διαπανεπιστημιακού προγράμματος, κι αυτή περιλάμβανε δύο κάμερες S-VHS, μια μικρή μονταζιέρα και ένα βιντεομαγνητόφωνο.

Η ιδέα ήταν να χρησιμοποιηθεί ο εξοπλισμός για τη βιντεοσκόπηση μέρους οικογενειακών συνεδριών, το οποίο, μετά από επεξεργασία, θα παρουσιαζόταν στους φοιτητές.

«Κάποιος πρέπει ν’ αναλάβει αυτόν τον εξοπλισμό», παρότρυνε η διευθύντρια. Όλοι μας αρχίσαμε να κοιτάζουμε τα παπούτσια μας! «Στέφαν, είσαι ο νεότερος γιατρός, εσύ πρέπει να το κάνεις», μου υπέδειξε.

Άρχισα, λοιπόν, να τον δουλεύω τα Σαββατοκύριακα. Ήμουν εικοσιέξι χρονών τότε, χωρίς οικογένεια, παιδιά ή άλλες ευθύνες. Έτσι συνέβη. Κι αποφάσισα να γραφτώ στη Σχολή Κινηματογράφου.

Πάντως, εξακολουθώ να συνδέομαι με τον τομέα της ιατρικής καθώς η σύζυγός μου είναι ψυχαναλύτρια και ψυχοθεραπεύτρια.

Εφαρμόζεις κάποιες από τις αρχές που έμαθες ως γιατρός και στη σκηνοθετική σου δουλειά;

Δε νομίζω. Δε σκέφτομαι βάσει κάποιων ψυχολογικών προτύπων.

Για μένα, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ενδεκαετούς εμπειρίας μου από τον χώρο της ιατρικής ήταν ότι απέκτησα μεγάλη εμπειρία στη ζωή γενικότερα, βλέποντας και τη σκοτεινή πλευρά της, που είναι εξίσου αληθινή.

Σύμφωνα με το σχετικό ανέκδοτο, «δραπέτευσα» από την ψυχιατρική, όπου υπάρχουν πολλοί τρελοί, για να καταπιαστώ με το σινεμά, όπου είναι ακόμα περισσότεροι!


Έλι Σκόρτσεβα (Μπλάγκα)


Η πιο πρόσφατη, βραβευμένη στο Κάρλοβι Βάρι, ταινία σου, Τα μαθήματα της Μπλάγκα, είναι αφιερωμένη στη γενιά των γονιών σου.

Είναι και μια δικαίωση ηθοποιών όπως η πρωταγωνίστρια, Έλι Σκόρτσεβα, που μπορεί να είχαν περιθωριοποιηθεί/παραγκωνιστεί μετά την πτώση του «υπαρκτού»;

Η Έλι Σκόρτσεβα είναι μέρος αυτής γενιάς, και συμφωνεί μαζί του ότι η γενιά της, της περιόδου της μετάβασης στην οικονομία της αγοράς και τη δημοκρατία, είναι το μεγαλύτερο θύμα.

Η ίδια, πάντως, αποφάσισε να εγκαταλείψει την υποκριτική το 1989, όταν βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας της.

Αυτή η επιλογή την διαφοροποίησε από πολλούς και πολλές άλλους και άλλες ηθοποιούς της γενιάς της που όντως παραμερίστηκαν, και την βοήθησε να διατηρήσει την υποκριτική της φρεσκάδα.

Είναι μια σκεπτόμενη ηθοποιός. Πρότεινε πράγματα, συνέδραμε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της Μπλάγκα, ο οποίος είναι εντελώς αντίθετος από τον δικό της.

«Ευτυχώς δεν είμαι πια η Μπλάγκα, είμαι πάλι η Έλι!» μου είπε χαμογελώντας μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας μέρας των γυρισμάτων.

Αν και θα το ήθελα, δεν κατάφερα αντιπαθήσω εντελώς τον χαρακτήρα που υποδύεται.

Ο χαρακτήρας της Μπλάγκα είναι σύνθετος και αληθινός. Θα ήταν εύκολο να επιλεγεί η θυματοποίησή της, η οποία θα διευκόλυνε την ταύτιση των θεατών μαζί της. Είναι, πάντως, δυνατή γυναίκα.

Και θέλει, πάση θυσία, να πετύχει τον στόχο της.

Ο τρόπος που η Έλι κι εγώ αντιλαμβανόμαστε και κρίνουμε την πραγματικότητα γύρω μας είναι πολύ παρόμοιος. Το γεγονός αυτό υπήρξε, επίσης, πολύ βοηθητικό.


Έλι Σκόρτσεβα (Μπλάγκα)


Είναι εξίσου επικριτική με σένα για τη λεγόμενη «οικονομία της αγοράς»;

Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος είναι επικριτικός. Είναι καλό να υπάρχουν άνθρωποι με κρίση, ακόμα κι όταν αυτή συνδέεται με τη χρήση ανεκδότων, σύμφωνα με τη βουλγαρική παράδοση! (Γέλιο).

«Καθετί που μας έμαθαν επί κομμουνισμού ήταν ψεύτικο. Ό,τι όμως, μας έμαθαν για τον καπιταλισμό ήταν απολύτως αληθινό!», υποστηρίζει το σχετικό ανέκδοτο.

Η αναφορά στην «οικονομία της αγοράς» επαναλαμβάνεται κάθε τόσο στο σενάριο σαν μάντρα.

Είναι μια καινούρια θρησκεία. Το αόρατο χέρι της αγοράς θα εμφανιστεί και όλα θα γίνουν παραδεισένια. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι κάπως διαφορετική. Και ο καπιταλισμός που βιώνουμε στη Βουλγαρία είναι άγριος. Αλλού, είναι πιο κοινωνικός.

Υπάρχει πιο «κοινωνικός» καπιταλισμός; Και δεν εννοώ στην επιφάνεια, αλλά επί της ουσίας.

Δεν ξέρω. Μπορώ να μιλήσω μονάχα για την κατάσταση στη χώρα μου. Ίσως υπάρχει στις σκανδιναβικές χώρες.

Ένας πόλεμος άλλου είδος μαίνεται στη Βουλγαρία, πάντως, όπως αναφέρει η Μπλάγκα.

Ακριβώς.

Επί τριάντα και πλέον χρόνια οι άνθρωποι αυτής της γενιάς προσπαθούν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους τη στιγμή που η κατάσταση με το σύστημα υγείας επιδεινώνεται και υπάρχει επισιτιστική κρίση.

Συνταξιούχοι ξοδεύουν τη σύνταξή τους μετακινούμενοι με τραμ από τη μια γειτονιά της Σόφιας στην άλλη, προκειμένου να εντοπίσουν ένα σουπερμάρκετ όπου το γιαούρτι στοιχίζει δέκα σεντ λιγότερο! Μιλάμε για επιβίωση.

Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής στη Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών. Η σύνταξή του ήταν σχετικά υψηλή, αλλά όταν χρειαζόταν να πληρώσει τη μηνιαία φαρμακευτική αγωγή που λάβαινε, η σύνταξη εξανεμιζόταν.

Ευτυχώς, τον βοηθούσα με την πληρωμή των λογαριασμών.

Κάθε φορά, όμως, που τον επισκεπτόμουν στο διαμέρισμά του, πέντε λεπτά από το δικό μου, στο κέντρο της Σόφιας, έκλεινε το καλοριφέρ για να μη χρεωθώ περισσότερο.

Προτιμούσε να μένει κουκουλωμένος κάτω από την κουβέρτα του για να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του. Παράλογη κατάσταση!

Όλοι αυτοί άνθρωποι -όπως η Μπλάγκα ή ο πατέρας μου- δούλεψαν τίμια όλη τους τη ζωή.

Είναι, λοιπόν, πολύ επώδυνο που της λέει ο γιος της με πολύ υποτιμητικό τρόπο  ότι δεν έχει δουλέψει για τα λεφτά της.

Δασκάλα ήταν, κι ως τέτοια δεν έβγαζε πολλά. Και, όπως οι περισσότεροι συνταξιούχοι της γενιάς της, είναι μόνη, γιατί τα παιδιά της/τους έχουν μεταναστεύσει κάπου στον κόσμο. Έλλειψη αξιοπρέπειας σε συνδυασμό με τη μοναξιά.

Χωρίς πόλεμο, τα τελευταία τριάντα χρόνια το 1/3 του πληθυσμού της Βουλγαρίας έχει μεταναστεύσει.

Ευφυές το σεναριακό εύρημα των τηλεφωνικών απατών, οι οποίες πιο πολύ βάζουν στο στόχαστρο ηλικιωμένους - συνταξιούχους ή μη. Πόσο σύνηθες είναι ως κοινωνικό φαινόμενο στη Βουλγαρία;

Παλαιότερα ήταν πολύ συχνό.

Όταν, όμως, άρχισε το φιλμ να προβάλλεται φεστιβαλικά, με σόκαρε το γεγονός πως το φαινόμενο αυτό συνέβαινε παντού στον κόσμο: στη Γερμανία, στην Τσεχία, ακόμα και στη Μεγάλη Βρετανία.

Στο πλαίσιο της έρευνάς μας για την ταινία, διαπιστώσαμε ότι τα περισσότερα θύματα τέτοιων απατών ήταν πολύ έξυπνοι άνθρωποι, που έπεσαν θύματα λόγω της νομιμοφροσύνης τους σε αρχές/θεσμούς, η οποία για εκείνους ήταν κάτι φυσιολογικό.

Η βουλγαρική κοινωνία δεν μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους που είναι αφοσιωμένοι σ’ αυτή - κι έτσι θυματοποιούνται.


Έλι Σκόρτσεβα (Μπλάγκα)


Ή γίνονται με τη σειρά τους δράστες παρόμοιων ενεργειών, σε βαθμό που να αναρωτιέσαι ποιος, τελικά, φέρει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης - το σύστημα ή τα άτομα.

Αυτό ήταν το όνειρό μου, να μη δώσω απαντήσεις.

Σιχαίνομαι τα φιλμ που προσπαθούν να επιβάλουν στους θεατές το «μήνυμά» τους, ακόμα κι αν πρόκειται για καλοσκηνοθετημένα φιλμ.

Ακριβώς. Προσπαθώ να αποδράσω από αυτό το πλαίσιο.

Στο Q&A μετά την προβολή της Μπλάγκα... στο Σαράγεβο ανέφερες ότι ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ είναι από τους αγαπημένους σου σκηνοθέτες. Τι εκτιμάς περισσότερο στη δουλειά του;

Το ότι στην Ελένα, για παράδειγμα, την αγαπημένη μου ταινία του Ζβιάγκιντσεφ, δεν παίρνει θέση, αλλά παρατηρεί τον χαρακτήρα. Θέλαμε να κάνουμε κάτι παρόμοιο.

Συζητούσαμε, λοιπόν, πολύ το συγκεκριμένο φιλμ όταν προετοιμαζόμασταν για τα γυρίσματα της Μπλάγκα... Υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην Ελένα και την Μπλάγκα.

Η εστίαση κυρίως σε έναν χαρακτήρα ήταν πρόκληση για σένα;

Ασφαλώς, γιατί επρόκειτο για έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα.

Γιατί ενέταξες στην αφήγηση τον χαρακτήρα της αρμενικής καταγωγής μετανάστριας, η οποία θέλει με τόσο πάθος να γίνει Βουλγάρα;

Υπήρχε αυτή η σκέψη από την αρχή.

Αλλάξαμε, όμως, την εθνικότητά της μερικές φορές. Μιας και η ίδια η ηθοποιός είναι αρμενικής καταγωγής, αλλά ζει στη Βουλγαρία, αυτό τη βοήθησε να είναι πιο ακριβής στην υποκριτική της.

Ο μακαρίτης ο σύζυγος της Μπλάγκα, ένθερμος κομμουνιστής, δεν ήταν θρησκευόμενος. Η ίδια, πάλι, είναι. Εσύ, Στέφαν, σε τι πιστεύεις;

Σε ό,τι με αφορά, είμαι πιο κοντά στον Χριστό. Προέρχομαι από ορθόδοξη οικογένεια και αυτή η κουλτούρα είναι μέρος της ζωής μου, καθώς και της ζωής των παιδιών μου.

Ταυτόχρονα, από ψυχολογικής άποψης δεν είμαι και τόσο θρησκευόμενος, οπότε βρίσκομαι κάπου ανάμεσα, αν και πιο κοντά στη θρησκεία.

Πιστεύεις και στη δύναμη του σινεμά και της τέχνης να αναμοχλεύουν καταστάσεις εντός ενός ανθρώπου, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας;

Δεν είμαι σίγουρος αν μια σοβαρή αλλαγή είναι πιθανή, αλλά νομίζω πως κάθε άνθρωπος πρέπει να δηλώνει «αυτό είναι καλό, αυτό όχι» στο εργασιακό του πεδίο.

Ειμαι σκηνοθέτης, οπότε προσπαθώ να το κάνω μέσα από τις ταινίες μου, χωρίς να περιμένω ότι αυτές θα πυροδοτήσουν κάποια επανάσταση. Κάποιες ερωτήσεις και συζητήσεις, ναι. Αυτό μου αρκεί.

Μιλώντας για αλλαγές, έχει βελτιωθεί καθόλου η κατάσταση στη Βουλγαρία από την τελευταία φορά που κουβεντιάσαμε;

Όταν βγήκε το Directions στη Βουλγαρία, πολλοί είπαν πως είναι υπερβολικά σκοτεινό και καταθλιπτικό. Βάσει της τρέχουσας κατάστασης, φαντάζει πλέον ρομαντική κωμωδία!

Σίγουρα κάποια πράγματα έχουν βελτιωθεί, αλλά πολλά έχουν χειροτερέψει. Ας εστιάσουμε σ’ όσα μπορεί, κάποια μέρα, ν’ αλλάξουν.

Η συνέντευξη με τον σκηνοθέτη πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 29ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Ευχαριστώ την Nejla Ibraković από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για τη συνδρομή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Στέφαν Κομαντάρεφ Τα μαθήματα της Μπλάγκα προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ανοιχτοί Ορίζοντες του 64ου Διεθνούς Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου (Φρίντα Λιάππα, 20:00).



Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Χριστίνα Ιωακειμίδη: «Στη σκηνοθετική διαδικασία η έκθεση είναι το πιο τρομακτικό»

 

Χριστίνα Ιωακειμίδη (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη, το Medium, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδη, εξερευνά τη σεξουαλική αφύπνιση της νεαρής Ελευθερίας στο αυγουστιάτικο αθηναϊκό «καμίνι».

Το Medium έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου συναντηθήκαμε με την σκηνοθέτρια, ενώ συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 64ου ΦΚΘ.

Προς το τέλος του Medium, της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας σου, ο Άγγελος (Νικολάκης Ζεγκίνογλου) δηλώνει πως αποφάσισε να σπουδάσει ιατρική από περιέργεια να μάθει τι υπάρχει μέσα στο ανθρώπινο σώμα και το μυαλό.

Σε ό,τι σε αφορά, τι σε ώθησε να εμπλακείς με το σινεμά; Και τι σε κρατάει σ’ αυτό;

Ήρθε από μόνο του, νομίζω. Για μένα, το σινεμά είναι ένα μέσο έκφρασης όσων δεν μπορώ να εκφράσω στην καθημερινή μου ζωή.

Γι’ αυτό και είναι ακόμα εκεί και κάθε τόσο μου δημιουργείται η ανάγκη της επιστροφής.

Από πού ξεκίνησες;

Από τη φωτογραφία, μια μοναχική ενασχόληση που σε παρέχει την ευκαιρία να καταπιαστείς μαζί της όποια στιγμή επιθυμείς εσύ.

Κάποια στιγμή βρέθηκα σ’ ένα γύρισμα όπου συνεργάστηκα με τον Πάνο Κούτρα. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον κινηματογράφο: και υπήρξε τόσο καθοριστική, ώστε να μη φύγω ποτέ. (Γέλιο).

Η ταινία σου βασίζεται στο μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη Μέντιουμ.

Γιατί αποφάσισες να διατηρήσεις και στη φιλμική διασκευή του το ενορατικό, διαισθητικό στοιχείο, όπως εκφράζεται μέσα από τον χαρακτήρα της Άννας (Μάρθα Φριντζήλα) - και όχι μόνο;

Λόγω του τρόπου που εξερευνά αυτή τη διάσταση την οποία κρύβει μέσα της. Συναντώντας την Ελευθερία (Αγγελική Μπεβεράτου) την απελευθερώνει λειτουργώντας ως καταλύτης.

Είναι λίγο σαν μητρική φιγούρα, ένας «ζεστός» άνθρωπος ο οποίος υιοθετεί και φροντίζει ανθρώπους που έχουν ανάγκη, που είναι λίγο χαμένοι. Κι εκείνη, όμως, είναι ένας χαμένος χαρακτήρας.


Αγγελική Μπεβεράτου (Ελευθερία)


Το βιβλίο, κατά τα άλλα, το «πείραξες» λίγο, αρκετά;

Έκανα δύο πολύ σημαντικές αλλαγές.

Η πρώτη συνίσταται στο ότι στο βιβλίο η Ελευθερία είναι πιο μεγάλη από την αδελφή της. Η δεύτερη, πως εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1970.

Ο συγγραφέας είχε εξ αρχής δηλώσει ότι δεν ήθελε να έχει καμία ανάμιξη στο σενάριο. Παρ’ όλα αυτά, του τηλεφώνησα για να τον ενημερώσω σχετικά με τις αλλαγές. «Μην ανησυχείς, πολύ καλή ιδέα!» με καθησύχασε. (Γέλιο).

Δεν τον ενδιέφερε ή διέθετε αρκετή αυτοπεποίθηση ως συγγραφέας;

Θεωρούσε πως δεν έχει νόημα να επέμβει στη δική μου ματιά πάνω στο δικό του έργο.

Ήταν κι η δική του ματιά στραμμένη στην κατεύθυνση μιας αφήγησης που ακουμπά ζητήματα εαυτού, ταυτότητας, ενηλικίωσης, χειραφέτησης, αν και το βιβλίο είναι γραμμένο σε άλλο χωροχρονικό πλαίσιο;

Η ομοφυλοφιλία τη δεκαετία του 1970 στην Αθήνα αντιμετωπιζόταν διαφορετικά. Αυτό το στοιχείο αποτυπωνόταν πιο έντονα στο βιβλίο, αν και με διακριτικό τρόπο.

Ο χαρακτήρας της Ελευθερίας, της πρωταγωνίστριας, ήταν κεντρικός και στο βιβλίο;

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, από εκείνη, και κάποια στιγμή μεταφέρεται στο τρίτο.

Πόσον από τον εαυτό της έβαλε η πρωτοεμφανιζόμενη Αγγελική Μπεβεράτου στην Ελευθερία;

Όλο! Είναι αυτός ο χαρακτήρας στη ζωή. Διαθέτει αυθορμητισμό και θάρρος, χαρακτηριστικά που τα βρίσκω πολύ όμορφα. Κι επειδή είναι χορεύτρια, έχει τρομερή εκφραστικότητα με το σώμα της.

Ήταν ευτυχής η μεταξύ σας συνάντηση;

Τρομερά! Δεν ξέρω αν θα συνεχίσει με την υποκριτική.

Την ανακάλυψα μέσα από ένα βιντεάκι χορού, το οποίο είχε φτιάξει η ίδια, η ίδια είχε κάνει τη χορογραφία του κι επίσης χόρευε. Τότε ήταν δεκαέξι χρονών. Εσωτερικό και συνάμα θαρραλέο βίντεο. Εντυπωσιάστηκα.

Έχει ο χαρακτήρας της κάτι κι από σένα;

Νομίζω πως όλοι μας έχουμε μια τέτοια πλευρά, αλλά δεν την αφήνουμε να εξωτερικευτεί. Γι’ αυτό, άλλωστε, μου άρεσε το βιβλίο, γιατί ένιωθα ότι βρίσκεται πολύ κοντά στα δικά μου βιώματα και σε όσα με απασχολούν.

Ο χαρακτήρας του Άγγελου αναπτύσσεται σε αντίστοιχη έκταση και ένταση και στο βιβλίο;

Αυτό που εισπράττουμε από τον συγκεκριμένο χαρακτήρα είναι αυτό που εισπράττει η Ελευθερία, οπότε κρύβει ένα μυστήριο. Ήθελα να το διατηρήσω, να μην μπαίνουμε εύκολα στη σκέψη του.

Διαθέτει μια κρυμμένη ευαισθησία την οποία δεν αφήνει να εκδηλωθεί εύκολα, αλλά υπάρχει. Είναι συγκινητική.

Σε μια εποχή κατά την οποία έχουμε κορεστεί από τη ματσίλα -κι όχι μόνο στη μεγάλη οθόνη- το να βλέπεις έναν χαρακτήρα ανασφαλή, με δισταγμούς και πραγματικές ευαισθησίες είναι μια πολύ καλοδεχούμενη αλλαγή υποδείγματος.

Πόσο μάλλον όταν ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου έχει γενικά υποδυθεί χαρακτήρες πολύ μάτσο.


Νικολάκης Ζεγκίνογλου (Άγγελος), Αγγελική Μπεβεράτου (Ελευθερία)


Ήθελες να αποδομήσεις, να «σπάσεις» μια τέτοια στερεοτυπική αναπαράσταση των αντρικών χαρακτήρων;

Δεν το σκέφτηκα έτσι, αλλά πάντα μου αρέσουν οι πολυδιάστατοι χαρακτήρες.

Που αποκαλύπτονται σταδιακά.

Επειδή είναι μια ταινία η οποία βασίζεται σε μικρές στιγμές και δεν υπάρχουν τρομερές εξάρσεις και κορυφώσεις, αυτές είναι οι πιο σημαντικές. Ως θεατή, η αποτύπωση τέτοιων στιγμών με επηρεάζει κι εμένα εντονότερα.

Υπάρχει κι η καλοκαιρινή Αθήνα. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη;

Πολύ δύσκολη. Σ’ αυτή την πόλη νιώθεις σαν να σε βαράνε, σαν να βιώνεις μια επίθεση. Πολλές φορές έχω φύγει, έχω ζήσει αλλού, και κατόπιν έχω, πάλι, επιστρέψει.

Θα μπορούσες να γυρίσεις το Medium σε μια άλλη πόλη στην Ελλάδα ή το εξωτερικό; Ή έχει η Αθήνα μια ιδιαίτερη βαρύτητα για σένα;

Ήθελα να είναι μια ταινία που θα μπορούσε να «στέκει» οπουδήποτε, αλλά δεν ξέρω αν θα κατάφερνα να τη γυρίσω κάπου άλλου. Έχει, για μένα, βαρύτητα η Αθήνα.

Αν απουσίαζε το στοιχείο της συμπαραγωγής, θα ήταν ακόμα δυσκολότερη η ολοκλήρωσή της;

Η συμπαραγωγή με τη βουλγαρική πλευρά ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Κάναμε sound design, mixage και color correction εκεί. Έβαλαν την ψυχή τους μέσα στη δουλειά. Δόθηκαν, την αγάπησαν.

Για την ώρα είμαι τρομερά χαρούμενη που ολοκληρώθηκε και η παγκόσμια πρεμιέρα γίνεται στο Σαράγεβο ενώπιον ενός κοινού ευρωπαϊκού κι όχι απαραίτητα ελληνικού.

Πόσο οικεία αισθάνεσαι στο βαλκανικό περιβάλλον;

Πάρα πολύ.


Αγγελική Μπεβεράτου (Ελευθερία), Νικολάκης Ζεγκίνογλου (Άγγελος)


Στο Σαράγεβο έχεις ξανάρθει;

Όχι, και δεν το φανταζόμουν καθόλου έτσι. Νιώθω κάτι επαναστατικό στην ατμόσφαιρα. Το βλέπω στους ανθρώπους τους οποίους συναντώ τυχαία στον δρόμο.

Ανυπομονείς για την ελληνική πρεμιέρα της δουλειάς σου;

Την περιμένω με ανυπομονησία, για να είναι παρόν όλο το συνεργείο, που δε βρίσκεται αυτή τη στιγμή εδώ.

Στη σκηνή η οποία διαδέχεται αυτήν που ανέφερα στην αρχή της κουβέντας μας γίνεται λόγος για τον φόβο. Τι σε φοβίζει στη σκηνοθετική διαδικασία;

Όλα με φοβίζουν. Η έκθεση, όμως, είναι το πιο τρομακτικό. Το να μπορέσεις, τελικά, να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεσαι είναι το πιο σημαντικό.

Η συνέντευξη με την σκηνοθέτρια πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 29ου  Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου το Medium έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του αποσπώντας το βραβείο του Cineuropa.

Ευχαριστώ την Nejla Ibraković από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για την συνδρομή της στον προγραμματισμό της.

Η ταινία της Χριστίνα Ιωακειμίδη Medium προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 64ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Τρίτη 7 Νοεμβρίου (Ολύμπιον, 17:00) και την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου (Τζον Κασσαβέτης, 22:00).

Είναι, επίσης, διαθέσιμη στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ μεταξύ Τετάρτης 8 και Κυριακής 12 Νοεμβρίου.



Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

Φίλιππος Κουτσαφτής: «Προσπαθώ να κάνω το ντοκιμαντέρ βίωμα»

 

Φίλιππος Κουτσαφτής (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Με το Αγέλαστος Πέτρα επαναπροσδιόρισε το εγχώριο ντοκιμαντέρ. Με το Ζάκρος, το οποίο έκανε την ελληνική του πρεμιέρα στο 25ο ΦΝΘ και προβάλλεται στις 4, 5 και 7 Νοεμβρίου στον Δαναό, επιστρέφει στη ματιά που ανέδειξε και τον ανέδειξε.

Ο λόγος για τον Φίλιππο Κουτσαφτή, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς ταινιών τεκμηρίωσης.

Aν και στο ευρύτερο κοινό -σινεφίλ και μη- είστε περισσότερο γνωστός ως σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, έχετε παράλληλα διανύσει μια μεγάλη διαδρομή ως διευθυντής φωτογραφίας.

Αυτές οι πτυχές της καλλιτεχνικής σας δημιουργίας ξεκίνησαν παράλληλα;

Άρχισα να δουλεύω ως βοηθός διευθυντή φωτογραφίας το 1977, τότε με φιλμ. Για να κατακτήσει κάποιος τη γνώση του επαγγέλματος έπρεπε να περάσουν χρόνια.

Σχετικά σύντομα, ωστόσο, βρέθηκα σε αυτή τη θέση, γιατί βοήθησαν και οι συγκυρίες εκείνα τα χρόνια.

Παράλληλα, με ενδιέφεραν η Ιστορία, ο τόπος, ο χρόνος...

... Η μνήμη.

Η μνήμη. Προσπαθώντας, λοιπόν, να δω αν θα μπορούσα να καταπιαστώ με κάτι σχετικό με τα ενδιαφέροντά μου, βρέθηκα με την κόρη του αρχαιολόγου και επιγραφολόγου Νικολάου Πλάτωνα, Μαρία, επίσης αρχαιολόγο.

Μιλάμε για τη δεκαετία του 1980;

Γύρω στα 1983 συναντηθήκαμε για πρώτη φορά.

Τυχαία συνέβη αυτή η γνωριμία;

Τυχαία. Πήγα σε μια ανασκαφή στη συμβολή Ιεράς Οδού και Πειραιώς, όπου η Μαρία εργαζόταν ως αρχαιολόγος.

Κατόπιν, παρακολούθησα την εξέλιξη της ανασκαφής ενός μεγάλου νεκροταφείου στην περιοχή του Κολωνού, επί της οδού Λένορμαν, σε μια εποχή κατά την οποία οι γραμμές του τρένου και τα αυτοκίνητα διασταυρώνονταν ακόμα.

Προκειμένου να βυθιστεί η Λένορμαν κάτω από τις γραμμές του τρένου, πραγματοποιήθηκε μια εκτεταμένη ανασκαφή στην περιοχή, όπου ανακαλύφθηκε το νεκροταφείο το οποίο προανέφερα.

Τότε, μου ανέφερε η Μαρία τον πατέρα της, που ακόμη δε γνώριζα, και μου πρότεινε να επισκεφθώ τη Ζάκρο, στην οποία δούλευαν μαζί.

Επρόκειτο για την καλύτερη ευκαιρία που μπορούσε να μου παρουσιαστεί. Έτσι, το 1987 άρχισα να κινηματογραφώ τις ανασκαφές του ανακτόρου της Ζάκρου, τις τελευταίες που έγιναν ενόψει της δημοσίευσης του υλικού.

Κινηματογραφούσατε, λοιπόν, τη διαδικασία αποπειρώμενος να κατανοήσετε τα όσα συνέβαιναν.

Υπάρχει μια ερμηνεία σε όσα κάνω.

Το κίνητρό μου δεν ήταν η παραγωγή μιας ταινίας. Με ενδιέφερε να μπω μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο και να μάθω μέσω αυτού.




Ήταν, επομένως, απολύτως τυχαία η συνάντησή σας με τον συγκεκριμένο «κόσμο» και το συγκεκριμένο υλικό.

Σύμφωνοι.

Εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν πολύ συνηθισμένο να κινηματογραφούνται οι ανασκαφές. Αρκεί να σας πω ότι η κάμερα ζύγιζε δεκαπέντε κιλά και το τρίποδο άλλα τόσα!

Ό,τι σήμερα μπορεί κάποιος να κάνει με ένα κινητό τηλέφωνο, τότε ήταν μια δουλειά σύνθετη και πολύ ακριβή.

Όσα ζήσαμε εκείνες τις λίγες μέρες υπήρξαν πολύ γοητευτικά.

Επιστρέψαμε τον επόμενο χρόνο, οπότε και είχα αρχίσει να συγκεντρώνω ένα υλικό για την Ελευσίνα ορμώμενος από την ίδια αφετηρία, δηλαδή τις διασωστικές αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιούνταν στην πόλη.

Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο η Ελευσίνα -όπως, νομίζω, και όλη η Ελλάδα- βίωνε έναν οικοδομικό «οργασμό».

Γίνονταν πολλές διασωστικές ανασκαφές και τα αρχαία έβγαιναν στην επιφάνεια, κατόπιν απομακρύνονταν και στη θέση τους οικοδομείτο ένα κτίριο. Χανόταν, λοιπόν, ένα επίπεδο μνήμης, αν μπορώ να το χαρακτηρίσω έτσι.

Θέλατε, άρα, αποτυπώνοντας αυτό το «επίπεδο μνήμης» να το διασώσετε.

Κατά μία έννοια, ναι.

Ταυτόχρονα, άρχισα να παρακολουθώ όσα συνέβαιναν μέσα στην πόλη, που δεν είναι τόσο χαώδης όσο η Αθήνα.

Αυτό το οποίο αντιλαμβάνομαι παρακολουθώντας τις δουλειές σας -πέραν του ότι συνιστούν έναν βαθύ και πολυεπίπεδο στοχασμό πάνω στον άνθρωπο, στη ζωή, στην Ιστορία, στη μνήμη- είναι πως λειτουργούν σαν «ανασκαφές».

Αντιλαμβάνεστε, επομένως, τη λειτουργία του σινεμά με έναν παρόμοιο τρόπο.

Μέσα από τη συλλογή πραγμάτων δομείς μια ιστορία. Η χρησιμοποιούμενη μέθοδος, συνεπώς, είναι χοντρικά η ίδια.

Δεδομένου ότι δεν είναι γνωστό τι πρόκειται να βρεθεί, δεν μπορείς να προγραμματίσεις πώς θα κινηθείς. Το καθημερινό απροσδόκητο μού ασκούσε προφανώς τεράστια γοητεία.

Έχω την αίσθηση ότι, ενώ οι τόποι που αποτυπώνετε αποτελούν αφορμή και λόγο συνάμα για να καταπιαστείτε μ’ αυτούς, στη συνέχεια οι ταινίες σας προχωρούν πολύ παραπέρα, αφουγκραζόμενες πολλά διαφορετικά επίπεδα.

Δεν ήταν αυτοσκοπός να παρακολουθήσω τις ανασκαφές μονάχα.

Ένας συνειρμός διαδέχεται τον άλλο, ένα γεγονός το άλλο, ζούμε μια καθημερινότητα με εναλλαγές. Δεν μπορούμε να μείνουμε ανεπηρέαστοι. Είναι σαν μια διαδρομή που κάποιος κάνει, και του δίνει την αφορμή να σκεφτεί και να διαβάσει κάτι διαφορετικό.

Όλα αυτά αναδεικνύονται μέσω ενός λόγου ταυτόχρονα λυρικού, μεστού, ποιητικού, ο οποίος δεν εκπίπτει σε κάτι γλυκανάλατο ή μελοδραματικό. Τον αντιλαμβάνεστε ως συμπληρωματικό της εικόνας ή αλληλένδετο με αυτή;

Τα αντιλαμβάνομαι αντιστικτικά.

Η εικόνα του ντοκιμαντέρ είναι αυτό που «γράφει» η κάμερα, κι ο λόγος είναι αυτός που δίνει την αφορμή για να γράψει κάποιος κάτι. Καμιά φορά μπορεί να προηγείται το ένα ή το άλλο.

Όταν, με την πάροδο των χρόνων και κρατώντας ημερολόγια, προσπαθούσα να αποδώσω με γραπτό λόγο ό,τι είχε «γράψει» η κάμερα την προηγούμενη μέρα, αυτή η διαδικασία «φώτιζε» άλλες πλευρές.

Συνέβαινε κάτι μαγικό που ούτε καν φανταζόμουν.

Τον εμπιστεύεστε τον λόγο, ως ένα κομβικό συστατικό της αφήγησης.

Ναι. Σε κάθε περίπτωση, τα τρία μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ που έχω μέχρι τώρα γυρίσει (Αγέλαστος Πέτρα, Αρκαδία Xαίρε και Ζάκρος) έχουν αυτή τη φόρμα.

Σας προβληματίζει μήπως αυτός ο τόσο «πυκνός» λόγος, σε συνδυασμό με την εικόνα, μπορεί να βαρύνει υπερβολικά τον θεατή της οποιασδήποτε δουλειάς σας;

Και η εικόνα είναι λόγος, και ο λόγος εικόνα. Aυτή η φόρμα με ενδιαφέρει. Δεν είναι το θέμα αν θα κουραστούν αυτοί οι λιγοστοί θεατές.

Θεωρείτε πως είναι λιγοστοί; Μπορεί να μην είναι άπειροι, αλλά εκτιμώ ότι είναι αρκετοί.

Αρκετοί; Δεν ξέρω! Αρκεί η δουλειά να έχει ένα επίπεδο.




Διαδραματίζει κι η μουσική σημαντικό ρόλο στην αφήγησή σας. Έχετε συνεργαστεί με τον Κωνσταντίνο Βήτα και στα τρία ντοκιμαντέρ σας, οπότε κάτι θα έχετε βρει σ’ αυτή τη συνύπαρξη.

Είναι ένα υπόγειο «ρεύμα» που συνδέει τη δουλειά του Κωνσταντίνου, τον λόγο και τις εικόνες. Είμαι ευτυχής που προέκυψε αυτή η συνεργασία και τη διατηρούμε μέχρι τώρα.

Στη δημιουργία των ντοκιμαντέρ είναι το απρόσμενο αυτό που κάθε φορά σας συγκινεί και σας κινητοποιεί περισσότερο;

Όχι αναγκαστικά.

Με ενδιαφέρει η ματιά πάνω στον τόπο που ζούμε, τον φορτισμένο αρχαιολογικά και λαογραφικά, σαν ένα «παλίμψηστο» ανοιχτό και σε άλλα βλέμματα σ’ αυτόν.

Δεν έχουμε πολύ καλή σχέση με την Ιστορία, νομίζω. Με τις φτωχές δυνάμεις που διαθέτω προσπαθώ να τη «φωτίσω».

Εμβαθύνετε σ’ αυτή με πολύ γοητευτικό τρόπο. Αν ασχολούσασταν με τη διδασκαλία της σε οπτικοακουστικό επίπεδο, θα μπορούσατε να παράγετε θαυμαστά αποτελέσματα.

Δεν ξέρω τι να πω!

Υπάρχει, πάντως, μια σχέση με τους νέους ανθρώπους, αλλά και με άλλους που έχουν ένα επίπεδο ανησυχίας σχετικά με τον τόπο, την Ιστορία, την ταυτότητά μας.

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας της Αγέλαστου Πέτρας οφείλεται στο ότι τότε η Ελευσίνα δε βρισκόταν καθόλου στο «κάδρο». Αντανακλούσε, όμως, τις συλλογικές μας «ενοχές» ως ένας τόπος που είχε υποφέρει τόσο πολύ.

Πολλοί άνθρωποι που είχαν χρόνια να πάνε στον κινηματογράφο το έκαναν για να δουν αυτή την ταινία.

Άνοιξε «δρόμους» στο εγχώριο ντοκιμαντέρ, το οποίο γνωρίζει περίοδο «άνθησης» τα τελευταία χρόνια

Έχει παίξει μεγάλο ρόλο η ψηφιακή τεχνολογία που έχει κάνει τα πράγματα πολύ πιο απλά, εύκολα και φτηνά.

Υπάρχει μεγάλη παραγωγή φιλμ κάθε χρόνο, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Δεν είμαι πολύ ενημερωμένος για την παγκόσμια παραγωγή, υπάρχουν όμως πολλές εξαιρετικές δουλειές - για να μην ξεχνάμε τις κλασικές του είδους, που δεν υστερούν σε τίποτα έναντι των πιο πρόσφατων.

Σίγουρα για σας η διαδικασία προετοιμασίας μιας ταινίας είναι διαδικασία ζωής, έτσι δεν είναι;

Προσπαθώ να κάνω το ντοκιμαντέρ βίωμα. Ως εκ τούτου, υπάρχει μεγάλη δαπάνη χρόνου για κάθε φιλμ. Αυτός είναι ο τρόπος μου, δε σημαίνει όμως πως τον προτείνω και σε κάποιον άλλο.

Η αίσθηση του βιωμένου χρόνου που αποπνέουν οι δουλειές σας προϋποθέτει τη μακρόχρονη ενασχόληση με τα εκάστοτε «θέματα».

Δεν ασχολούμαι μόνο με τα ντοκιμαντέρ στη ζωή μου. Κάνω και πολλά άλλα. Τα προηγούμενα χρόνια εργάστηκα ως σχεδιαστής φωτισμών. Ούτως ή άλλως, η ζωή είναι πολυσύνθετη.

Νιώθετε πληρότητα μετά την ολοκλήρωση κάθε ταινίας στην οποία εμπλέκεστε - είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως διευθυντής φωτογραφίας ή σχεδιαστής φωτισμών;

Μια πληρότητα, αλλά -πάντα- και μια αγωνία για το αν αυτό που έχω κάνει είναι όντως επιτυχημένο, αν εκπληρώνει τον κατά περίπτωση στόχο του.

Και αμφιβολία;

Αμφιβολία πολλή, ναι. Λόγω χαρακτήρα, τις περισσότερες φορές.

Πάντως, μετά και τον Ζάκρο σας αισθάνομαι καλά - υπαρξιακά και δημιουργικά, πέρα από τυχόν βιοποριστικές ή άλλες αγωνίες. Είστε ισορροπημένος, κατασταλαγμένος, ώριμος.

Είναι σημαντικό να ωριμάζει ο άνθρωπος μέσα στο διάβα της ζωής.

Όλες αυτές οι ανά τα χρόνια συναντήσεις -όχι μόνο με τους τόπους, αλλά και με τους ανθρώπους σε διαφορετικές φάσεις ζωής, δικιάς σας και δικιάς τους-, σας έχουν αλλάξει σε σημαντικό βαθμό;

Είναι πολύ μεγάλα μεγέθη η Ελευσίνα, η Ζάκρος, η Αρκαδία. Δε σου επιτρέπουν -ούτε δευτερόλεπτο- να αποφύγεις το δέος και τον σεβασμό.

Δεν ξέρω αν έχω αλλάξει. Κι εγώ ξεκίνησα για να μάθω κάτι. Είμαι ένας άνθρωπος που κατέβηκε από το χωριό σε δύσκολους καιρούς και δε σπούδασε.

Έχω, πάντως, αμειφθεί απείρως περισσότερο από αυτό που έχω δώσει.

Ευχαριστώ θερμά τον Κωνσταντίνο Μωριάτη, παραγωγό της ταινίας, για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το ντοκιμαντέρ του Φίλιππου Κουτσαφτή Ζάκρος έκανε την ελληνική του πρεμιέρα στο πλαίσιο του 25ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Προβάλλεται στις 4, 5 και 7 Νοεμβρίου στον κινηματογράφο Δαναό.