Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Στεφάν Μπριζέ: «Το “Σε πόλεμο” είναι σίγουρα μια θυμωμένη ταινία»


Όταν τα αφεντικά ενός εργοστασίου στη Γαλλία αποφασίζουν να το κλείσουν, οι 1.100 εργαζόμενοί του αποφασίζουν να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους στη δουλειά. Τον αγώνα τους αποτυπώνει στην οργισμένη ταινία του Σε πόλεμο ο Στεφάν Μπριζέ, με πρωταγωνιστή τον πάντα εξαιρετικό Βενσάν Λιντόν. Με αφορμή την προβολή του φιλμ στις αίθουσες από τις 21 Μαρτίου, συνομιλούμε με τον σκηνοθέτη.

H κατάλληλα τιτλοφορημένη τελευταία σας ταινία Σε πόλεμο βασίζεται σε και εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα. Τι σας κινητοποίησε να τα αναδημιουργήσετε μυθοπλαστικά;

Η εικόνα στην αρχή αυτής της ταινίας είναι αυτή που βλέπαμε ξανά και ξανά σε όλες τις οθόνες πριν από λίγα χρόνια, όπου δύο στελέχη της Air France έβγαζαν τα πουκάμισα από εργαζόμενους της εταιρείας. Αυτή η εικόνα ήταν αντικειμενικά βίαιη και δεν άφηνε περιθώρια για αξιώσεις των εργαζομένων.

Στην οθόνη υπήρχε μόνο η βία της στιγμής και ο πρωθυπουργός της εποχής, ο Μανουέλ Βαλς, έσπευσε να αντιμετωπίσει αυτούς τους αδίστακτους εργαζομένους με έναν επαίσχυντο καιροσκοπισμό.

Μετά από αυτή τη στιγμή έκπληξης, αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε να έχει συμβεί τις εβδομάδες και τους μήνες που προηγούνται μιας στιγμής όπως αυτή. Επειδή αυτή η βίαιη εικόνα δεν είχε Iστορία, κανένα παρελθόν, ήταν εύκολο στη συνέχεια να την καταδικάσεις.

Καταπιανόμενος με μια κοινωνική σύγκρουση στη βιομηχανία, ήθελα να κατασκευάσω την εικόνα που λείπει, εκείνη που τα Μ.Μ.Ε. δε δείχνουν, δηλαδή τι προηγείται της εμφάνισης της βίας. Να δείξω ότι αυτή η βία είναι χτισμένη πάνω στο θυμό και την αδυναμία.

Μια ταινία μυθοπλασίας για να νομιμοποιήσει την οργή των εργαζομένων.



Το φιλμ περιλαμβάνει πολλές σκηνές συνελεύσεων εργαζομένων. Πόσο δύσκολο ήταν να αποτυπώσετε κινηματογραφικά τη συχνά πολεμική και πολωμένη κατάσταση που επικρατεί σε αυτές;

Σ’ αυτές τις σκηνές, όπως ακριβώς σε εκείνες όπου οι εργαζόμενοι είναι ενώπιον των αφεντικών, η πρώτη δουλειά της κατασκευής της έντασης έγκειται στο γράψιμο. Στο να προσφέρεις σε κάθε πλευρά ένα δομημένο λόγο και στέρεα επιχειρήματα. Όχι μια καρικατούρα για οποιοδήποτε από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.

Αυτό είναι ένα απολύτως ουσιώδες πρώτο βήμα και καθιστά δυνατή τη συνεχή προώθηση της βεβαιότητας του θεατή. Γιατί καθετί που λέγεται αποτελεί αντικείμενο ευφυούς επιχειρηματολογίας από τον καθένα.

Έπειτα έχει να κάνει με το γύρισμα. Μπορεί να είστε ο πιο φοβερός σκηνοθέτης στον κόσμο, αν, όμως, υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το κείμενο, δε θα μπορέσετε ποτέ να το βελτιώσετε με την κάμερα.

Η μόνιμη αναζήτησή μου είναι να κατασκευάσω μια στέρεη αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Όλα είναι χτισμένα μέσω μιας τεράστιας διαδικασίας τεκμηρίωσης και συναντήσεων με άτομα από όλες τις πλευρές, ταυτόχρονα με τη δραματουργική δουλειά.

Όπως ένας δημοσιογράφος, αποθήκευσα το υλικό, τα επιχειρήματα κι έπειτα κατασκεύασα τις σκηνές. 

Βενσάν Λιντόν


Στον Βενσάν Λιντόν, με τον οποίο συνεργάζεστε για άλλη μια φορά, φαίνεται να έχετε βρει την αντρική σας «μούσα», τον πρωταγωνιστή και την κινητήρια δύναμη της αφήγησής σας. Τι εκτιμάτε σ’ αυτόν περισσότερο ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη;

Είναι ένας ηθοποιός που αδιάκοπα αμφισβητεί τη στιγμή. Αδιάκοπα αναρωτιέται αν βρίσκεται στο σωστό μέρος. Ποτέ δε βρίσκεται σε ησυχία. Και ποτέ δε με αφήνει σε ησυχία. Αυτό με εξυπηρετεί πολύ καλά. Του ανταποδίδω το ίδιο, και νομίζω πως αυτό τον ευχαριστεί επίσης.

Βλέπει το πλατό ως το μέρος όπου διερευνάται το σενάριο κι όχι ως το μέρος όπου είναι απολύτως αναγκαίο να πιστεύεις στο γραπτό υλικό, προκειμένου να βγάλεις στην επιφάνεια την αλήθεια της σκηνής. Όλα αυτά με βολεύουν τέλεια. Μου αρέσει αυτή η ενέργεια, μου αρέσει αυτή η αναζήτηση, αυτή η ειλικρίνεια.

Είναι η δραματική χειρονομία του Λοράν προς το τέλος του φιλμ προορισμένη να γίνει αντιληπτή ως επαναβεβαίωση της ηθικής ακεραιότητας, της ποιότητας, ακόμα και ανωτερότητάς του- σε σύγκριση με τη στάση πολλών από τους συναδέλφους του στο εργοστάσιο;

Δε θέλω να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση, γιατί θα δώσει μια πολύ σημαντική πληροφορία σχετικά με το τέλος της ταινίας. 



Το Σε πόλεμο είναι ένα «θορυβώδες» -«φωνακλάδικο», σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς- φιλμ, γεγονός που κάνει τις λίγες πιο ήσυχες στιγμές του ακόμα πιο πολύτιμες. Υπαγορεύτηκε αυτή η «ανισόρροπη» επιλογή από τη φύση των θεμάτων, τα οποία θίγετε;

Είναι σίγουρα μια θυμωμένη ταινία. Αυτός ο θυμός, όμως, εξελίσσεται κατά κύματα. Δεν μπορεί να συνεχίζεται, χρειάζεται ήρεμες στιγμές. Πρέπει να μπορείς να ανασάνεις ξανά. Είναι ένας αγώνας πυγμαχίας. Και σε ένα αγώνα οι συμμέτοχοι δεν εμπλέκονται διαρκώς στο μάξιμουμ. Δεν πρόκειται τόσο για ζήτημα θέματος, όσο μουσικής. Ένα fortissimo δεν υφίσταται παρά μόνο μαζί με ένα pianissimo.

Στην πολιτικά και κοινωνικά προσανατολισμένη δουλειά σας φαίνεται να παίρνετε το μέρος των καταπιεσμένων που επιλέγουν να πολεμήσουν με αξιοπρέπεια, είτε παραμείνουν όρθιοι είτε πέσουν, ή τουλάχιστον να αναδεικνύετε τα βάσανά τους. Πώς ορίζετε τον πολιτικό κινηματογράφο στις μέρες μας;

Ο πολιτικός κινηματογράφος που με ενδιαφέρει είναι αυτός που παρατηρεί τους περιορισμούς της κοινωνίας μας και τονίζει τις δυσλειτουργίες που πλήττουν τις γυναίκες και τους άνδρες.

Οι πιο μετριοπαθείς συμπολίτες μας είναι, φυσικά, εκείνοι που υποφέρουν περισσότερο από την καταπίεση.  Αλλά η τρέλα αυτού του κόσμου, που είναι οργανωμένος με σκοπό το κέρδος, δημιουργεί πολύ μεγαλύτερη βία και γίνεται επίσης σαφές ότι ορισμένοι, οι οποίοι θεώρησαν το να καταλάβουν κοινωνικά ανώτερες θέσεις καταφύγιο, τώρα υποφέρουν από τη βιαιότητα του συστήματος.



Τελειώνοντας, ποια είναι η γνώμη σας για την πολιτική κατάσταση στη Γαλλία, ιδίως σε σχέση με το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων»;

Το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» «μεταφράζει» το θυμό ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ένα θυμό που χτίστηκε πάνω σε μια βαθιά αταξία. Ο καρπός χρόνων και χρόνων της διαδοχικής προδοσίας του κράτους, το οποίο σταδιακά αποσυνδέθηκε από την αποστολή του να θέτει όρια στις χρηματιστηριακές αγορές.

Όλες οι κυβερνήσεις, δεξιές και αριστερές, έχουν από τη δεκαετία του ‘80 συνδυάσει την κατάληψη της εξουσίας με την παρέμβαση από τον κόσμο της οικονομίας. Ας προσθέσουμε μια αίσθηση βαθιάς περιφρόνησης από την πλευρά των ελίτ και έχουμε ένα λαό που υποφέρει και χωρίς ελπίδα, ο οποίος κατεβαίνει -νόμιμα- στο δρόμο.

Η τεράστια αναταραχή προέρχεται από το γεγονός ότι αυτό το κίνημα δεν πλαισιώνεται απολύτως από συνδικαλιστικές οργανώσεις και πολιτικά κόμματα. Ένα σημάδι βαθιάς μετάλλαξης στην έκφραση του θυμού. Είναι η δύναμη αυτού του κινήματος, γιατί δυσκολεύει την κυβέρνηση να το θέσει υπό την εξουσία της.

Θα μπορούσε να είναι και η αδυναμία του. Μέχρι στιγμής, κάθε επανάσταση πάντα εμφορείται από μια ισχυρή πολιτική σκέψη που ενσαρκώνεται από έναν ισχυρό ηγέτη. Είμαστε μάρτυρες ενός άλλου πράγματος εδώ.

Είναι μια παθιασμένη στιγμή της Ιστορίας μας, επειδή αυτό το κίνημα ενσαρκώνει την εξάντληση ενός λαού μπροστά σε μια κούρσα, συνεχώς επιταχυνόμενη, για το κέρδος.

Photo credit (Στεφάν Μπριζέ): Déborah Néris/FDC.

Ευχαριστώ θερμά την Marie-Christine Damiens, υπεύθυνη Τύπου της ταινίας, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Στεφάν Μπριζέ Σε πόλεμο προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 21 Μαρτίου σε διανομή της Seven Films.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Μάρτιν Σούλικ: «Η συγχώρεση είναι κάτι πολύ προσωπικό»


Διακεκριμένος ντοκιμαντερίστας, ο Σλοβάκος σκηνοθέτης Μάρτιν Σούλικ παραδίδει με τον Διερμηνέα, ένα γλυκόπικρο και βαθιά στοχαστικό road movie με συμπρωταγωνιστή τον Γίρι Μένζελ, μαθήματα ανθρωπιάς, ζωής και Ιστορίας. Μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας, ο Διερμηνέας προβάλλεται και στις αίθουσες. Μια χορταστική συνομιλία με τον σκηνοθέτη.

Είστε πολύ γνωστός τόσο για τις ταινίες μυθοπλασίας όσο και για τα ντοκιμαντέρ σας. Εφαρμόζετε την ίδια προσέγγιση όταν πρόκειται να επιλέξετε τους χαρακτήρες και τα θέματα, την ίδια ευαισθησία, τρυφερότητα και προσοχή στη λεπτομέρεια;

Δεν είμαι ένας τυπικός δημιουργός ντοκιμαντέρ. Οι περισσότερες δουλειές μου είναι πορτρέτα σκηνοθετών, ανθρώπων που δουλεύουν στο θέατρο ή καλλιτεχνών. Ενδιαφέρομαι για την Ιστορία της τέχνης, πώς αντιδρούν οι καλλιτέχνες στην εποχή κατά την οποία ζουν. Ίσως γιατί διδάσκω στο Πανεπιστήμιο και θέλω να συστήσω τους φοιτητές μου σε δημιουργικές προσωπικότητες με πρωτότυπη κοσμοαντίληψη.

Οι ταινίες μυθοπλασίας είναι πολύ πιο προσωπικές. Σ’ αυτές αφηγούμαι ιστορίες σχετικά με ήρωες που συνειδητοποιούν ότι βιώνουν μια θεμελιώδη ηθική σύγκρουση και πρέπει να τη διαχειριστούν. Τα φιλμ παρουσιάζουν προβλήματα που κι εγώ ο ίδιος συχνά αντιμετωπίζω.

Στο πιο πρόσφατο φιλμ σας, τον Διερμηνέα, καταπιάνεστε με το Ολοκαύτωμα στο πλαίσιο της σύγχρονης Σλοβακίας μέσα από τη συνάντηση δύο ηλικιωμένων ηρώων από αντίθετες πλευρές του πολιτικού φάσματος. Είναι η ιστορία εντελώς μυθοπλαστική;

Ναι, αν και η αρχική παρόρμηση βασίζεται στην πραγματικότητα.

Κάποτε, φεύγοντας από την Πράγα οδικώς, άκουγα αποσπάσματα από το βιβλίο The Dead Man in the Bunker του Αυστριακού συγγραφέα Μάρτιν Πόλακ. Σε αυτό, περιγράφει τη σχέση του με τον πατέρα του, έναν διοικητή των Ειδικών Δυνάμεων των Ες Ες, ο οποίος ήταν στρατοπεδευμένος κοντά στο Ružomberok στο τέλος του 1944 και ήταν υπεύθυνος για το φόνο πολλών δεκάδων πολιτών εκεί.

Εκείνες οι λίγες σελίδες με άγγιξαν, γιατί είχα περάσει την παιδική ηλικία μου κοντά στο Ružomberok και ήξερα πολλές από τις ιστορίες.

Κουβέντιασα γι’ αυτό με τον σεναριογράφο Μάρεκ Λέστσακ και μάς συνεπήρε και τους δύο η κατάσταση ενός γιου, ο οποίος προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το σκοτεινό παρελθόν του πατέρα του.

Είχαμε την αίσθηση ότι θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε μια ιστορία κατά τρόπο που θα μας επέτρεπε να ρίξουμε φως σε γεγονότα τα οποία εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να διχάζουν τη Σλοβακία.

Υπήρξαμε μονάχα θύματα της φασιστικής επιθετικότητας στη διάρκεια του πολέμου ή δολοφονήσαμε κι εμείς ανθρώπους; Τι ευθύνη φέρουμε για όσα συνέβησαν στη χώρα μας τότε; Πώς τα βλέπουμε σήμερα; Νοιαζόμαστε καν;

Θέλαμε να αντικρίσουμε όλο το πρόβλημα μέσα από δύο οπτικές γωνίες, γι’ αυτό και επινοήσαμε ένα χαρακτήρα κατ’ αντίστιξη εκείνου του Αυστριακού, ενός διερμηνέα που είχε χάσει ολόκληρη την οικογένειά του στη διάρκεια του πολέμου.

Σταδιακά, αναδύθηκε μια κάπως κωμικοτραγική ιστορία δύο ηλικιωμένων αντρών που, στα τελευταία τους, θέλουν να κατανοήσουν τη ζωή τους.

Παραμένει το ίδιο το Ολοκαύτωμα ένα αμφιλεγόμενο, ακόμα και επώδυνο ζήτημα στη σλοβακική κοινωνία;

Τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου άφησαν ένα βαθύ σημάδι σε όλη την Ευρώπη. Αυτό που αφορά συγκεκριμένα τη Σλοβακία είναι ότι το πρώτο ανεξάρτητο κράτος μας προέκυψε από αυτό το τραγικό πλαίσιο. Η ύπαρξή του ήταν δυνατή μονάχα χάρη στη συναίνεση του Χίτλερ και ήταν πλήρως εξαρτημένο από το Τρίτο Ράιχ.

Οι Σλοβάκοι πολέμησαν στο πλευρό των Γερμανών στο Ανατολικό Μέτωπο και δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από την περιοχή μας. Η διαφωνία για τη φύση αυτού του κράτους δίχασε την κοινωνία, με αποκορύφωμα το 1944 και την εθνική εξέγερση, στο πλαίσιο της οποίας οι περισσότεροι Σλοβάκοι απέρριψαν τις φασιστικές τάσεις.

Το πρόβλημα είναι πως αυτό το κομμάτι του παρελθόντος έγινε ταμπού μετά το τέλος του πολέμου και παρέμεινε ανεξερεύνητο. Ολόκληρες γενιές ξέρουν μονάχα μια απλουστευμένη εκδοχή της Ιστορίας μας, και οι εξτρεμιστές που θέλουν να αποκαταστήσουν το κράτος εκείνης της περιόδου εκμεταλλεύονται αυτή την άγνοια.

Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, εν μέρει επειδή παρόμοιες τάσεις μπορούν να παρατηρηθούν σε όλη την Ευρώπη. Διαστρεβλωμένες ερμηνείες του παρελθόντος ξαφνικά λειτουργούν ως οδηγοί για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων του παρόντος. 



Και οι δύο χαρακτήρες, ο Άλι (Γίρι Μένζελ) και ο Γκέοργκ (Πίτερ Σιμόνισεκ), αποτυπώνονται με βάθος και πειστικότητα σε όλη τους την πολυπλοκότητα. Θα θέλατε να μου αναλύσετε τη διαδικασία μέσα από την οποία «γεννήθηκαν»;

Ο σεναριογράφος Μάρεκ Λέστσακ κι εγώ θέλαμε να συνθέσουμε χαρακτήρες στοχαζόμενοι πάνω σε συγκεκριμένες τάσεις της περιόδου.

Ο Άλι ο διερμηνέας αντιπροσωπεύει τον μεταπολεμικό αριστερό διανοούμενο στη Σλοβακία. Έχασε τους γονείς του στον πόλεμο και εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κόμμα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 σε μια προσπάθεια να πατσίσει με τους Σλοβάκους εθνικιστές.

Ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω από τους εθνοφύλακες, και ως μόνη ρεαλιστική επιλογή φάνταζαν οι κομμουνιστές- υιοθετούσαν μια ριζοσπαστική προσέγγιση. Έβγαζε τα προς τα ζην ως διερμηνέας και μεταφραστής κι έγραφε πολιτικά άρθρα στην εφημερίδα.

Στη δεκαετία του ’60 ξαφνικά ήρθε στα σύγκαλά του και συνειδητοποίησε πως έκανε ό,τι κι οι Σλοβάκοι εθνικιστές- ως ένας ασυμβίβαστος δημοσιογράφος κατέστρεφε ανθρώπους. Συγχωνεύσαμε πολλές πραγματικές μοίρες στο χαρακτήρα του διερμηνέα.

Υιοθετήσαμε μια παρόμοια προσέγγιση σχετικά με το χαρακτήρα του Γκέοργκ. Θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα χαρακτήρα που προσπαθεί να ξεφύγει από το ναζιστικό παρελθόν των γονιών του. Αποκόπτεται από αυτούς, ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και αρνείται να συζητήσει για την Ιστορία.

Σε κάποια φάση, όμως, συνειδητοποιεί πως αυτή η απόδραση τον εμπόδιζε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή και να δημιουργήσει μια οικογένεια. Συνειδητοποιεί ότι βίωνε μια κάπως επαρχιακή ύπαρξη όλο τον καιρό. Γι’ αυτό και αποδέχεται την προσφορά του Εβραίου μεταφραστή να μελετήσει προσεκτικά το παρελθόν του πατέρα του- θέλει να ανακαλύψει την ταυτότητά του. 



Είναι πραγματική απόλαυση να παρακολουθείς τον θρυλικό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρι Μένζελ να παίζει στη μεγάλη οθόνη, συνοδευόμενος από έναν ακόμη υπέροχο ηθοποιό, τον Πίτερ Σιμόνισεκ. Πώς ήταν να σκηνοθετείτε τον Γίρι Μένζελ και πώς καταφέρατε να πετύχετε μια τόσο αψεγάδιαστη «χημεία» μεταξύ τους;

Αρχικά θέλαμε έναν διαφορετικό διάσημο σκηνοθέτη να παίξει το ρόλο του Άλι- τον Γιουράι Χερτζ. Όλα ήταν έτοιμα, ακόμα και οι δοκιμές κοστουμιών.

Αρρώστησε, όμως, δύο βδομάδες πριν το γύρισμα κι έπρεπε να αρχίσουμε να ψάχνουμε για έναν 80χρονο που να μιλά σλοβακικά και γερμανικά και θα είχε το κουράγιο να ταξιδέψει τριγύρω στη Σλοβακία επί 32 μέρες, να ξυπνά στις πέντε τα χαράματα, να περνά κάθε βράδυ σε διαφορετικό ξενοδοχείο και να τρώει σε επαρχιακά εστιατόρια.

Στο τέλος, σκεφτήκαμε να επικοινωνήσουμε με τον Γίρι. Διάβασε το σενάριο και αποδέχτηκε την προσφορά μας μετά από δισταγμό δύο ημερών. Ήταν πολύ γενναίο εκ μέρους του. «Σκαρφάλωσε» σε ένα κινούμενο τρένο χωρίς καμία προετοιμασία. Μπροστά στα μάτια μας σταδιακά μετατράπηκε στον Άλι: γέρασε δέκα χρόνια, άλλαξε το βάδισμά του, τις χειρονομίες, την άρθρωσή του.

Μια φορά, όταν τσεκάραμε μια κινηματογραφημένη σκηνή στο μόνιτορ, χαμογέλασε στοχαστικά και ανακοίνωσε: «Μοιάζω με τον πατέρα μου».

Υπήρξαμε επίσης τυχεροί με το casting του Πίτερ Σιμόνισεκ. Όταν ήρθαμε σε επαφή μαζί του, είχε λάβει το ευρωπαϊκό βραβείο για το Τόνι Έρντμαν κι ένα βραβείο στην Αυστρία για το σύνολο της προσφοράς του και μόλις επέστρεφε από το Λος Άντζελες, όπου είχε παραστεί στην τελετή απονομής των Όσκαρ.

Φοβόμουν λίγο πώς θα ήταν να δουλέψουμε μαζί. Όλα άλλαξαν μετά την πρώτη συνάντηση. Στο γραφείο παραγωγής ο Πίτερ έκατσε σε μια καρέκλα, έβγαλε σημειωματάριο και μολύβι και με ρώτησε πώς έβλεπα το χαρακτήρα του. Του άρεσε το σενάριο και ήδη ήξερε τις ατάκες απέξω στις αναγνώσεις.

Απόλαυσα να παρακολουθώ τις γραμμένες σκηνές να γεννιούνται μπροστά από την κάμερα. Ο Πίτερ δεν υποδυόταν το χαρακτήρα του: απλώς έγινε αυτός. Χάρηκα που οι δυο τους έγιναν φίλοι. Νομίζω ότι αυτό κάπως έγινε αντιληπτό μέσα από την ταινία.

Ο Διερμηνέας ξεκινά κυρίως ως κωμωδία και σταδιακά γίνεται ένα ήσυχο δράμα. Το τέλος, ωστόσο, αποπνέει κάτι θετικό. Νομίζετε όντως πως ο καιρός θεραπεύει όλες τις πληγές, ακόμα και τις βαθύτερες; Μπορεί το θύμα απεχθών εγκλημάτων να συμφιλιωθεί ποτέ με τον θύτη;

Η ταινία μας έχει να κάνει με την προσπάθεια των πρωταγωνιστών να καταλάβουν ο ένας τον άλλο παρά τις εντελώς διαφορετικές εμπειρίες ζωής.

Είμαι πεπεισμένος ότι αν τα έθνη μιλούσαν τη γλώσσα των γειτόνων τους, θα μιλούσαν, πιο πολύ το ένα στο άλλο, θα ενδιαφέρονταν για την κουλτούρα και την Ιστορία τους, και θα υπήρχαν πολύ λιγότερες συγκρούσεις στην Ευρώπη.

Επειδή, όμως, ακόμα δεν ξέρουμε ο ένας τον άλλο, δε συζητάμε για το παρελθόν, αλλά έχουμε διαφορετικές απόψεις γι’ αυτό, ένα μεγάλο εμπόδιο παραμένει ανάμεσά μας.

Όταν ήμασταν στο δωμάτιο του μοντάζ, κάποιος πρότεινε να αφήσουμε ένα από τους διαλόγους μεταξύ των ηρώων, λέγοντας ότι ήταν άχρηστη πληροφορία.

Ο συνθέτης Vlado Godár μου είπε: «Άστον μέσα! Είναι σημαντικό που μιλάνε και ακούνε ο ένας τον άλλο». Συνειδητοποίησα πως ήταν αλήθεια- το σημαντικό είναι ότι ένας άνθρωπος θέλει να καταλάβει έναν άλλο. Η συγχώρεση είναι κάτι πολύ προσωπικό.

Η ταινία σας είναι εξίσου ριζωμένη στο παρελθόν και το παρόν. Τι σας ανησυχεί πιο πολύ στη σημερινή Ευρώπη, όπου η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν μπορεί να υποτιμηθεί;

Όλων των ειδών τα προβλήματα συσσωρεύονται στην Ευρώπη- πολιτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά. Απόψεις που είναι πολύ κοντά στο φασισμό δεν περιορίζονται πλέον σε σε διάφορες μαχητικές οργανώσεις- ακόμα και πολιτικοί σε υψηλές θέσεις τις εκφράζουν. Είναι σαν να μην κατανοούν τον αντίκτυπο που τα λόγια τους θα έχουν.

Η βία, η οποία σταδιακά γίνεται μέρος της ζωής μας, δε λύνει τα προβλήματα, καθιστά απλώς αδύνατη την εύρεση λογικών λύσεων. Πολλοί άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για το παρελθόν: είναι βυθισμένοι στα κοινωνικά προβλήματα του σήμερα και χάνουν μια κατανόηση των πλαισίων. Θα αποδεχτούν κάθε είδους πολιτική δημαγωγία χωρίς να δείχνουν καμία έκπληξη.

Το δημοκρατικό σύστημα περνά μια δραματική δοκιμασία: πρέπει να αποφασίσουμε σε εκλογές, αλλά είμαστε εκτεθειμένοι σε μεγάλης κλίμακας μιντιακή χειραγώγηση, και συχνά δεν μπορούμε να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα.

Σημαντικοί δημοκρατικοί θεσμοί -δικαστήρια, κοινοβούλια, κυβερνήσεις- απολαμβάνουν λιγότερη εμπιστοσύνη από την κοινωνία και οι εξτρεμιστές εκμεταλλεύονται αυτή την μπερδεμένη κατάσταση, ενσταλάζοντας το φόβο στους ανθρώπους και προσφέροντάς τους βίαιες λύσεις.

Η τρέχουσα κατάσταση είναι μια τεράστια πρόκληση για τους Ευρωπαίους διανοούμενους. Πρέπει να κινητοποιήσουν την ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τα προβλήματα καθαρά, να καταθέτουν επιχειρήματα, να αναζητούν λύσεις, να παρέχουν στους ανθρώπους πραγματική ελπίδα και να διαλύουν το φόβο τους για το μέλλον.

Και, τελικά, ποια είναι η γνώμη σας για το σλοβακικό σινεμά; Μπορεί να αξιολογηθεί αυτόνομα ή έχει ομοιότητες με το τσέχικο; Ποιες είναι οι προοπτικές του;

Στις προηγούμενες δεκαετίες ο σλοβακικός κινηματογράφος υπέστη ένα μεγάλο μετασχηματισμό από μια κρατική βιομηχανία σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Το Σλοβακικό Οπτικοακουστικό Ταμείο ιδρύθηκε για την υποστήριξη των σλοβακικών ταινιών. Ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας επίσης υποστηρίζει πιο ενδιαφέρουσες ταινίες.

Μια καινούρια γενιά σκηνοθετών και σκηνοθετριών έχει έρθει στο προσκήνιο τα τελευταία δέκα χρόνια και τα φιλμ τους έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στα μεγάλα φεστιβάλ, όπως στις Κάννες, στο Βερολίνο, στη Βενετία και στο Ρότερνταμ, καθώς και να αποκτούν απήχηση στα κοινά.

Ελπίζω αυτή η ευνοϊκή κατάσταση να κρατήσει καιρό και περισσότεροι νεαροί Σλοβάκοι σκηνοθέτες να αφήσουν το στίγμα τους. 
Η ταινία του Μάρτιν Σούλικ Ο διερμηνέας με συμπρωταγωνιστή τον Γίρι Μένζελ προβάλλεται από τις 21 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή της ΑΜΑ Films.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Γίρι Μένζελ: «Όποιος ελπίζει, ζει»


Ο Γίρι Μένζελ, ο θρυλικός Τσέχος σκηνοθέτης, ερασιτέχνης (κατά τον ίδιο) ηθοποιός και συμπρωταγωνιστής της ταινίας του Μάρτιν Σούλικ Ο διερμηνέας, ενός διακριτικά συγκινητικού road movie όπου συναντιούνται ο γιος θυμάτων ενός Ναζί αξιωματικού με τον γιο του θύτη, μου ανοίγει την καρδιά του λίγο πριν την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες στις 21 Μαρτίου.

«Εισβάλατε» στο κινηματογραφικό σύμπαν από νεαρή ηλικία, με το διαχρονικό ντεμπούτο σας Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν. Τι θυμάστε με περισσότερη τρυφερότητα, νοσταλγία -και ίσως πίκρα- από την εποχή των μέσων της δεκαετίας του ’60, καλλιτεχνικά και πολιτικά;

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 οι ωραίοι καιροί έφτασαν ακόμα και για τον κινηματογράφο. Πολλές καινούριες ταινίες δημιουργήθηκαν η μία μετά την άλλη στα στούντιο Barrandov, οι οποίες ήταν διαφορετικές και πιο ειλικρινείς από την τότε τρέχουσα παραγωγή των στούντιο.

Ήταν η επιτυχία των πρωτοεμφανιζόμενων, «φρέσκων» απόφοιτων της FAMU- του Φόρμαν, του Γίρες, της Χιτίλοβα, του Νέμετς, του Σορμ. Καθένας από αυτούς έκανε ένα φιλμ και κέρδισε κάποιο βραβείο σε φεστιβάλ. Άρχισαν να μιλάνε για το Νέο Κύμα. Οι ταινίες τους προκάλεσαν ενδιαφέρον στο εξωτερικό, και απέσπασαν διακρίσεις.

Πρέπει να πω κάτι για τη γενιά μας του αποκαλούμενου «Νέου Κύματος»: Γνωριζόμασταν μεταξύ μας, ζούσαμε στην ίδια πόλη, πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο- απλώς σε διαφορετικές τάξεις.

Όλοι είχαμε την ίδια εμπειρία ζωής: ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, με περιορισμένη πρόσβαση στην πληροφορία. Είχαμε, λοιπόν, τα ίδια μαθήματα ζωής.

Η πρόσβαση στη γνώση είναι απεριόριστη σήμερα, και καθένας μπορεί να μάθει από διαφορετικές πηγές, γι’ αυτό και οι κινηματογραφιστές μιας γενιάς δεν είναι τόσο κοντά όσο εμείς ήμασταν, νομίζω.

Δε διαμορφώσαμε ένα κοινό πρόγραμμα, ούτε εκφράσαμε κάποια θεωρητικά ενδιαφέροντα. Μας ένωνε μονάχα η αυθόρμητη επίγνωση αυτού που δε μας άρεσε.

Ο μπολσεβικισμός μάς δίδαξε να μην αναζητούμε τους ήρωες των ταινιών μας ανάμεσα σε δολοφόνους, διεστραμμένους και άλλους αχρείους, αλλά να εκτιμούμε τον απλό άνθρωπο.

Η «χρυσή» δεκαετία του ’60 ήταν μια εποχή ελπίδας. Κατά κάποιο τρόπο μέσα μου, όπως και σε πολλούς συμπολίτες μου, γεννήθηκε μια σκέψη, ότι όχι μόνο οι μπολσεβίκοι θα λογικευτούν, αλλά και ολόκληρος ο διαιρεμένος και αντιπαρατιθέμενος κόσμος θα ηρεμήσει. 



Κι αυτό παρόλο που κατά διαστήματα κάτι παρέμενε απαγορευμένο και, έπειτα, επιτρεπόταν ξανά. Η εναλλαγή ανάμεσα στο σφίξιμο και τη χαλάρωση είναι παρόμοια με αυτό που συμβαίνει στα σωθικά μας. Το αποκαλώ περιστολή της πολιτισμικής ανάπτυξης.

Στη διάρκεια των είκοσι εκείνων χρόνων, ανάμεσα στο ’48 και το ’68, συνέβη κάποιες φορές να αποτύχουν οι μπολσεβίκοι στην παρακολούθηση, κι έπειτα το Κόμμα ανέκαμπτε κι έσφιγγε το ζωνάρι ξανά. Υπήρχαν κάποιες απαγορεύσεις εξαιτίας αυτού του γεγονότος- και μερικά χρόνια αργότερα το καθεστώς χαλάρωνε ξανά.

Αυτή η σταδιακή, προσεκτική χαλάρωση προσέδωσε τεράστια ενέργεια σε όλες τις δραστηριότητες: στο θεατρικό πεδίο, στα περιοδικά, στη μουσική, ανάμεσα στους καλλιτέχνες και, ασφαλώς, ανάμεσα στους σκηνοθέτες.

Σε εκείνα τα είκοσι χρόνια οι μπολσεβίκοι κουράστηκαν, οι υποστηρικτές του Φλεβάρη έφυγαν και οι καινούριοι ήθελαν να πάρουν την εξουσία. Όχι τόσο ενθουσιώδεις προλετάριοι, πιο πολύ ωθούνταν από την επιθυμία για εξουσία και λιγότερο από μια ιδέα.

Υπήρχαν γενιές που θυμόντουσαν την Πρώτη Δημοκρατία, ένα πρότυπο δημοκρατίας. Υπήρχαν άνθρωποι που κατανοούσαν ότι ο επαναστατικός ενθουσιασμός τους οδήγησε κάπου που δεν ήθελαν. Και υπήρχαν νεότεροι στους οποίους δεν άρεσε το περιβάλλον όπου είχαν μεγαλώσει.

Από αυτό το «τσουκάλι» της δυσαρέσκειας γεννήθηκε, τελικά, η Άνοιξη της Πράγας.

Τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν η πιο πετυχημένη περίοδος στην Ιστορία του τσεχοσλοβακικού σινεμά. Ποτέ πριν και ποτέ ξανά δεν υπήρξαν οι τσέχικες και οι σλοβακικές ταινίες τόσο επιθυμητές και βραβευμένες στην πατρίδα και το εξωτερικό. 



Εκείνη την εποχή έκανα το Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν.

Είχα το χειρόγραφο στα χέρια μου κι άρχισα να συναντιέμαι με τον συγγραφέα του μυθιστορήματος Μπόχουμιλ Χράμπαλ. Ήταν ένα δώρο της καλής μου τύχης που μπορούσα να είμαι σε επαφή με τον «θείο Χράμπαλ», όπως τον αποκαλούσα.

Πιθανόν ήδη ήξερα οτιδήποτε είχε εκδοθεί από τον Μπόχουμιλ Χράμπαλ μέχρι τότε και αντλούσα ευχαρίστηση από κάθε γραμμή του. Πήρα καλές συμβουλές από τους δασκάλους μου σχετικά με το τι χρειάζεται ένα καλό βιβλίο για να μπορεί να γίνει καλή ταινία, έτσι ήμουν σίγουρος πώς να το κάνω.

Χάρη σ’ αυτό το πρότζεκτ μπορούσα να περάσω πολλές όμορφες στιγμές με τον κ. Χράμπαλ ενόσω συγγράφαμε το σενάριο μαζί. Αυτή ταινία μου άνοιξε περισσότερα από πενήντα χρόνια πριν τις πόρτες για διαφορετικές χώρες.

Λίγο μετά τον Άνθρωπο, γύρισα το Larks on a string. Το φιλμ απαγορεύτηκε από την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση, αλλά κυκλοφόρησε το 1990 μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Καθιερωμένος και πολύ αγαπητός σκηνοθέτης, πραγματοποιείτε σπάνιες -και γι’ αυτό πολύτιμες- εμφανίσεις στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη. Πώς αισθάνεστε μπροστά από την κάμερα, για αλλαγή;

Κατέληξα μπροστά από την κάμερα τυχαία, χάρη στον σκηνοθέτη Γιαν Καντάρ στην ταινία Accused, κι έκτοτε παίζω κατά διαστήματα στα φιλμ των φίλων μου. Έκανα casting του εαυτού μου στις ταινίες μου μόνο δύο φορές. Την πρώτη από ανάγκη, τη δεύτερη από λάθος.

Εκτιμώ τους καλούς ηθοποιούς και σέβομαι πολύ τη δουλειά του ηθοποιού, γι’ αυτό και δε θεωρώ τον εαυτό μου τέτοιον. Απλώς το απολαμβάνω, το διασκεδάζω, παρακολουθώ στο πλατό πώς δουλεύουν οι συνάδελφοί μου - οι οποίοι τις περισσότερες φορές είναι και φίλοι μου. Είναι καλό μάθημα για μένα. Λέω στον εαυτό μου: «Μου έκαναν casting, είναι δικό τους ρίσκο».

Οι ηθοποιοί δουλεύουν αν έχουν πραγματικές προσωπικότητες, αλλά εγώ είμαι ερασιτέχνης ηθοποιός. Μου έλαχε αυτή η μοίρα. Έχω πολύ υψηλές απαιτήσεις από τους ηθοποιούς σε σχέση με όσες θα μπορούσα να έχω από τον εαυτό μου. 



Τιμάτε το τελευταίο φιλμ μυθοπλασίας του Μάρτιν Σούλικ Ο διερμηνέας με το εξαιρετικά σίγουρο υποκριτικό σας στιλ. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση του ρόλου σας;

Δεν αρέσει στους ηθοποιούς να το ακούν, αλλά το αν είναι καλοί ή κακοί σε μια ταινία είναι στα χέρια του σκηνοθέτη...

Αν ένας ηθοποιός λέει ότι το κάνει για πληρωμή, αυτό συνήθως συμβαίνει. Αλλά υπάρχουν φιλμ που επιβραβεύουν τους ηθοποιούς που παίζουν σ’ αυτά. Για μένα, ήταν απλώς η ταινία Ο διερμηνέας. Δεν επρόκειτο να παίξω σ’ αυτή, αλλά ένας συνάδελφος, που αρρώστησε.

Ο σκηνοθέτης Σούλικ με παρακίνησε να αποφασίσω αμέσως. Πήρα το σενάριο λίγες μέρες πριν τα γυρίσματα. Χαίρομαι που δέχτηκα αυτό το ρόλο. Συνάντησα τον σπουδαίο, πολύ γνωστό Αυστριακό ηθοποιό Πίτερ Σιμόνισεκ, τον καινούριο φίλο μου.

Αυτή η ταινία ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα, όχι μόνο στο επίπεδο της υποκριτικής, αλλά και σε ό,τι αφορά το να μιλάω σε δύο γλώσσες, κάτι που κατάφερα χάρη στους τέλειους εκπαιδευτές γλώσσας. 



Αν η υγεία σας το επιτρέψει, θα ενδιαφερόσασταν να προσθέσετε άλλη μια «πινελιά» στο δημιουργικό σας ταξίδι είτε ως σκηνοθέτης ή ως ηθοποιός;

Αυτή τη στιγμή είναι ίσως πολύ νωρίς να μιλήσω για μελλοντικά σχέδια είτε σε σχέση με τη σκηνοθεσία ή με την ηθοποιία. Έχουμε μια παροιμία, ωστόσο: όποιος ελπίζει, ζει. Ποτέ μη λες ποτέ, λοιπόν. Χρειάζομαι ακόμα λίγο χρόνο να αναρρώσω, αλλά επιθυμώ πολύ να παραμείνω ενεργός.

Πρέπει να έχω κατά νου πως είναι μεγάλη ευθύνη να κάνεις μια ταινία. Στο παρελθόν μου δε σκεφτόμουν για τα θέματα. Έκανα μονάχα τη δουλειά που μου προσφερόταν και για την οποία είχα το σθένος.

Ποτέ δεν είχα αρκετό κουράγιο να αποφασίσω ποιο σενάριο θα διαλέξω. Είμαι πολύ απλά ένας σκηνοθέτης που προσλαμβάνεται για να παρέχει υπηρεσίες και κανένα από τα φιλμ μου δε βασίστηκε στην παρόρμησή μου.

Η ταινία μυθοπλασίας είναι για μένα ένα πολύ ακριβό παιχνίδι. Δε νιώθω, επομένως, πολύ ικανός να αποφασίσω από μόνος μου σε ποιο πρότζεκτ θα έπρεπε να δαπανηθούν τα χρήματα.

Το ρίσκο πρέπει να αναληφθεί από εκείνον που θα βρει τα λεφτά για το φιλμ και που με εμπιστεύεται για να τα ξοδέψω. Η εμπιστοσύνη του με δεσμεύει, προσπαθώ να είμαι υπεύθυνος, αλλά εξακολουθώ να κάνω τη δουλειά μου χωρίς προσωπικό ρίσκο.

Θα δούμε, λοιπόν, τι θα φέρει το μέλλον!

(Photo credit: Paul Katzenberger).

Περισσότερες πληροφορίες για τον Γίρι Μένζελ και τη δουλειά του μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό του site.

Ευχαριστώ θερμά την Μίλα Ράντοβα, βοηθό του Γίρι Μένζελ, για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και πιο συγκεκριμένα για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα τσέχικα και των απαντήσεων του σκηνοθέτη στα αγγλικά.

Η ταινία του Μάρτιν Σούλικ Ο διερμηνέας με συμπρωταγωνιστή τον Γίρι Μένζελ προβάλλεται από τις 21 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή της ΑΜΑ Films.