Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Τόμας Βασιλέφσκι: «Οι άνθρωποι μ’ ενδιαφέρουν πιο πολύ σε στιγμές κρίσης»


Με φόντο την Πολωνία της πρώτης μετακομμουνιστικής περιόδου, οι κισλοφσκικών επιρροών Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης του Τόμας Βασιλέφσκι, ενός από τους πιο ταλαντούχους Πολωνούς σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, είναι μια ταινία για την αγάπη, την αλλαγή και τη δυνατότητα επιλογής, με πρωταγωνίστριες 4 γυναίκες διαφορετικών ηλικιών. Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη στο πλαίσιο των περσινών Νυχτών Πρεμιέρας, κατά τις οποίες η ταινία του έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα της, ενώ από τις 20 Απριλίου προβάλλεται και στις αίθουσες.

Γιατί δεσπόζουν οι γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης;

Γιατί θυμάμαι τον καιρό εκείνο μέσα από τη γυναικεία οπτική.

Γιατί αυτό; Ήταν οι γυναίκες περισσότερο κυρίαρχες;

Επειδή, όταν κατέρρευσε ο κομμουνισμός, ξαφνικά είχαν μια γκάμα επιλογών. Πολλοί από τους Πολωνούς έφυγαν από τη χώρα, για να δουλέψουν αλλού, όπως ένας από τους χαρακτήρες στο φιλμ. Αυτή ήταν η ιστορία πολλών πολωνικών οικογενειών, αλλά και του πατέρα μου, της δικιάς μου οικογένειας. Άφησε την Πολωνία για τις Η.Π.Α. Έμεινα, λοιπόν, σπίτι με την μαμά μου, την μεγαλύτερη αδερφή μου και τις φίλες τους. Επόμενως, βίωσα την περίοδο του μετασχηματισμού μέσα από τα μάτια των γυναικών, γιατί μόνο γυναίκες υπήρχαν στο σπίτι μου. Ήταν, άρα, πολύ φυσικό για μένα να βρω ηρωίδες για την ιστορία, όχι ήρωες.



Εκτός από τη γυναικεία παρουσία, ποιες είναι οι πιο ζωντανές αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο, ως μια συνολικότερη αίσθηση;

Θυμάμαι όταν αποκτήσαμε δορυφορική τηλεόραση, μία για ολόκληρο το κτίριο, και παρακολουθούσα διαφημίσεις στο RTL. Μια από αυτές, ήταν της σοκολάτας Bounty. Ακόμα τη θυμάμαι, γιατί ήταν γυρισμένη σε ένα εξωτικό νησί με φοινικόδεντρα και λευκή άμμο, οι άνθρωποι την έτρωγαν και σκεφτόμουν ότι δε θα τη γευόμουν ποτέ στη ζωή μου, ούτε θα έβλεπα ένα τέτοιο μέρος. Αυτή ήταν η προοπτική μας. Ξέρω πως οι Έλληνες έχουν διαφορετική αντίληψη για τον κομμουνισμό, λόγω των διαφορετικών κοινωνικο-πολιτικών συνθηκών, αλλά η γεωπολιτική της Πολωνίας ήταν αλλιώτικη- ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τη Γερμανία. Η χώρα ήταν αποκλεισμένη, σαν κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο για την πολωνική κοινωνία. Λειτουργούσε, λοιπόν, σαν ένα σημάδι. Ήταν η πραγματικότητά μου. Δεν ήξερα κάτι διαφορετικό. Είχα γεννηθεί μέσα στο κομμουνιστικό σύστημα, ξαφνικά αυτό κατέρρευσε και μπορούσα να επισκεφτώ τη Γαλλία ή τη Γερμανία, να αγοράσω ζεστό ψωμί.



Χρειαζόσουν χρόνο για να επεξεργαστείς αυτές τις αλλαγές.

Όχι μόνο εγώ, το ίδιο ίσχυε για όλους. Ξαφνικά υπήρξε ελευθερία, μπορούσαμε να αλλάξουμε τη ζωή μας, αλλά με ποιο τρόπο; Αυτό ήταν το δύσκολο. Κανένας δε μας έλεγε. Αυτό μου αφηγούνταν οι ηθοποιοί μου, όταν συζητούσαμε για την ταινία. Δεν πίστευαν στις επιλογές. Ακόμα και τώρα είναι δύσκολο για μια από τις ηθοποιούς, γιατί σε όλη της τη ζωή είχε διδαχθεί ότι δεν μπορεί να κάνει επιλογές.

Τα χρώματα που κυριαρχούν στο φιλμ είναι το γκρίζο και το υπόλευκο. Αποτυπώνουν σε συναισθηματικό επίπεδο τις δικιές σου αναμνήσεις από εκείνη την εποχή, τις «χρωματίζουν»;

Ο διευθυντής φωτογραφίας Όλεγκ Μούτου έζησε επίσης τον κομμουνισμό, στη ρουμανική του εκδοχή, και είχε σχεδόν τις ίδιες εμπειρίες μ’ εμένα. Όταν, λοιπόν, αρχίσαμε να συζητάμε για εκείνη την περίοδο, ξαφνικά αντιληφθήκαμε πως τη βλέπουμε με αυτά τα χρώματα, αν και η δικιά μου παιδική ηλικία υπήρξε ευτυχισμένη.



Πού γεννήθηκες;

Στο Τορούν, πολύ κοντά στο Βρότσουαφ: πολύ διαφορετική κοινωνία, πολύ παραδοσιακή, κλειστή. Ήμουν 16 χρονών όταν πρωτογνώρισα κάποιον από διαλυμένη οικογένεια.

Υπάρχει μια σχεδόν ζωγραφικού τύπου ποιότητα στην ταινία σου. Είσαι επηρεασμένος από τη ζωγραφική;

Πιο πολύ με συναρπάζει η αρχιτεκτονική, όχι η ζωγραφική. Το ντεκόρ και η θέση της κάμερας είναι πολύ σημαντικά για μένα, η φόρμα της ταινίας, η γλώσσα της. Δεν αφορά μόνο σε ό,τι αναφέρομαι, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το κάνω. Δίνω προσοχή στο καθετί. Αλλάζω το κάδρο ακόμα και για ένα χιλιοστό, για να είναι τέλειο.



Οι χαρακτήρες της ταινίας, αποπνέουν μελαγχολία- παραίτηση, ίσως-, σαν τους μοναχικούς ανθρώπους της Eleanor Rigby των Μπιτλς. Ήταν η περίοδος εκείνη μελαγχολική στην ουσία της ή η ματιά σου σ’ αυτή είναι τέτοια;

Δε σκέφτομαι εκείνη την εποχή συναισθηματικά. Ήταν υπερβολικά δύσκολοι καιροί. Οι γονείς μου έδιναν μάχη με τη ζωή. Περισσότερο έχει να κάνει με τους χαρακτήρες, παρά με το χώρο και το χρόνο.

Για όλους τους, περισσότερο ή λιγότερο, ακόμα κι όταν τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν καλά είτε, τελικά, δεν πάνε, ή παραμένουν ασαφή. Είναι σαν αφηγηματικό μοτίβο για σένα;

Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Οι άνθρωποι μ’ ενδιαφέρουν πιο πολύ σε στιγμές κρίσης. Γι’ αυτό πάντοτε μιλάω για εκείνες τις πολύ σκληρές στιγμές στις ζωές τους.

Και για κάποια ζητήματα ταμπού, όπως έκανες στο Floating skyscrapers για τον gay έρωτα.

Υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί η ταινία ήταν μεγάλη επιτυχία εκτός Πολωνίας πριν προβληθεί στη χώρα. Αν και συχνά ήταν δύσκολη η προώθησή της, το κοινό την εκτίμησε πραγματικά ως δείγμα καλού σινεμά. Κι αυτό με χαροποίησε ιδιαίτερα. Δεν περιμένω πως θα αρέσουν σε όλους οι ταινίες μου. Ούτε και σε μένα αρέσουν όλες οι ταινίες, οι πίνακες ή τα θεατρικά. Μπορώ, ωστόσο, να εκτιμήσω την καλή τέχνη.



Ποια είναι η πιο σημαντική πτυχή στη δημιουργία ταινιών για σένα;

Να λέω την αλήθεια. Αν μια ταινία πρόκειται να είναι αληθινή, οι άνθρωποι θα την καταλάβουν. Δε χρειάζεται να τους αρέσουν οι χαρακτήρες ή να έχουν κάτι κοινό μ’ αυτούς. Αν, όμως, υπάρχει αλήθεια στην ιστορία, θα τη νιώσουν.

Μέχρι στιγμής ποια ήταν η χειρότερη κριτική που έχεις δεχτεί για την τελευταία σου δουλειά;

Δε με πειράζουν οι κριτικές. Σε σχέση  με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης, αυτό που παρατήρησα είναι είτε ότι λατρεύουν την ταινία, ή τη μισούν. Κάποιες φορές έχουν υποστηρίξει πως δε μου αρέσουν οι γυναίκες, γεγονός που με εκπλήσσει, γιατί τις αγαπώ, όπως αγαπώ όλους τους χαρακτήρες μου. Θα μπορούσα να πεθάνω γι’ αυτούς. Τους βάζω σε διαδικασίες όπου πρέπει να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, δεν τους θυσιάζω και δεν τους υπερασπίζομαι. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Κάποιοι δυσκολεύονται να το κατανοήσουν.



Δουλεύεις με τους ηθοποιούς πολύ στενά.

Πολύ στενά. Κάνω 6 μήνες πρόβες για κάθε ταινία, οπότε το σενάριο μπορεί να αλλάξει. Στη διάρκεια των προβών, περνάμε πολλή ώρα μαζί συζητώντας, ανοιγόμαστε ο ένας στον άλλο, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να επικοινωνήσω τα συναισθήματά μου, τις πιο σκοτεινές στιγμές μου και πρέπει να το κάνουμε από κοινού, προκειμένου να χτίσουμε τους χαρακτήρες.

Όταν αυτό συμβαίνει και εισπράττεις εγκωμιαστικές κριτικές και βραβεία, νιώθεις πληρότητα.

Τα φεστιβάλ και τα βραβεία είναι φανταστικά, αλλά το πραγματικό βραβείο ήταν μια γυναίκα που έκλαιγε μετά την αθηναϊκή πρεμιέρα της ταινίας.

Ευχαριστώ την Σεργίνα Σταυρουλάκη από το Γραφείο Τύπου της Strada Films για τη βοήθειά της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Τόμας Βασιλέφσκι Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης προβάλλεται στις αίθουσες από τις 20 Απριλίου σε διανομή της Strada Films.

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Alankrita Shrivastava: «Προσπαθώ να κάνω ταινίες με συνειδητό γυναικείο βλέμμα»


Απαγορευμένη στην Ινδία, η βραβευμένη σε διεθνή φεστιβάλ ταινία της Ινδής σκηνοθέτριας Alankrita Shrivastava Κραγιόν κάτω από την μπούργκα είναι μια φεμινιστική ματιά, επηρεασμένη από την παράδοση του Μπόλιγουντ, στην πατριαρχική καταπίεση και τις γυναικείες επιθυμίες, μέσα από την ιστορία 4 Ινδών γυναικών. Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πανελλαδικής πρεμιέρας της δουλειάς της την Κυριακή 9 Απριλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο.

Αν και η ταινία σου μόνο εν μέρει περιστρέφεται γύρω από γυναίκες ντυμένες με μπούργκα ή με καλυμμένα χαρακτηριστικά, επέλεξες τον τίτλο Κραγιόν κάτω από την μπούργκα. Τη θεωρείς ένα πιο οικουμενικό σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης;

Ο τίτλος είναι μεταφορικός. Για μένα σημαίνει ότι η εσωτερική ζωή των γυναικών πάλλεται από επιθυμίες και όνειρα, ακόμα κι αν αυτά δεν είναι προφανή στον έξω κόσμο. Σηματοδοτεί τον πόθο για ελευθερία και πάθος, που είναι εγγενή στις γυναίκες. Ακόμα κι αν πιστεύουμε πως οι γυναίκες παίζουν τους υπαγορευμένους ρόλους τους στην κοινωνία και είναι ευτυχισμένες με ό,τι έχουν, η αλήθεια είναι πως θέλουν να ζήσουν λίγο για τις ίδιες. Κανένας δεν μπορεί τις σταματήσει να κυνηγούν την ελευθερία και τα μικρά τους όνειρα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουν κρυφά. Ο τίτλος αντανακλά το θέμα της ταινίας.

Η πόλη του Μποπάλ, όπου εκτυλίσσεται το φιλμ σου, είναι κυρίως γνωστή στον «έξω κόσμο» για τη θανατηφόρα διαρροή χημικών στο εργοστάσιο της Union Carbide India Limited το 1984. Πώς σχετίζεσαι με την πόλη αυτή, και γιατί διάλεξες να τοποθετήσεις την αφήγησή σου εκεί;

Η τραγωδία με τη διαρροή χημικών εξακολουθεί να υπάρχει στις ζωές των ανθρώπων της πόλης. Ήταν τόσο τρομακτική, που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Τα παιδιά ακόμα υποφέρουν από τις συνέπειές της. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα στο Μποπάλ. Είναι μια όμορφη πόλη με υπέροχους ανθρώπους. Έχω περάσει πολύ καιρό εκεί, καθώς έχω δουλέψει σε ταινίες που γυρίστηκαν στην περιοχή. Είμαι πολύ εξοικειωμένη με την πόλη και την αγαπώ.

Οι κύριοι χαρακτήρες του Κραγιόν κάτω από την μπούργκα, 2 Μουσουλμάνες και 2 Ινδουίστριες, ζουν στην παλιά πόλη του Μποπάλ, ένα μέρος όπου Ινδουιστές και Μουσουλμάνοι ζουν σε πολύ κοντινή απόσταση και ειρηνικά. Ήθελα να τοποθετήσω την ταινία σε μια πόλη, στην οποία Μουσουλμάνοι και Ινδουιστές μοιράζονται το χώρο. Το Μποπάλ, λοιπόν, μου φαινόταν πολύ κατάλληλο.



Μου αρέσει, επίσης, που το Μποπάλ έχει την παλιά και την καινούρια πόλη, όπου υπάρχουν εμπορικά κέντρα, συγκροτήματα διαμερισμάτων και σικάτα γραφεία. Ήθελα να αιχμαλωτίσω ως κρυφό νόημα την ένταση ανάμεσα στην παραδοσιακή Ινδία, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από την παλιά πόλη, και την πρόσφατα μεταβαλλόμενη καταναλωτική Ινδία, η οποία εκπροσωπείται από τα εμπορικά κέντρα και τα γραφεία. Εντός αυτής της έντασης ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο είναι οι γυναίκες ικανές να αρθρώσουν τις δικές τους επιθυμίες.

Σε σχέση με τις 4 πρωταγωνίστριες, πόση από την πλοκή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα σχετιζόμενα με τις ζωές γυναίκες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα στην Ινδία;

Η ταινία δε βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Αντανακλά κάποιες αλήθειες σχετικά με τη ζωή των γυναικών στην Ινδία. Οι 4 ιστορίες θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες των οποιωνδήποτε 4 γυναικών στην Ινδία. Είναι μια ειλικρινής αφήγηση με αυτή την έννοια. Αλλά η Ινδία είναι μια χώρα με μεγάλη ποικιλομορφία, και υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στις καταστάσεις των 4 χαρακτήρων, που καθορίζεται από την τάξη και το εκπαιδευτικό τους επίπεδο.



Ωστόσο, τα βαθύτερα ζητήματα των γυναικών, οι οποίες δεν μπορούν να ζήσουν πλήρως όπως θέλουν, ή που εξαναγκάζονται να κρύψουν τα όνειρα και τις επιθυμίες τους, ή να τις τοποθετήσουν στον πάτο της λίστας, ή των γυναικών, οι οποίες αγωνίζονται για αυτενέργεια ή την κυριότητα του σώματός τους, είναι οικουμενικά και διαπερνούν τάξη και πολιτισμούς.

Το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα φαντάζει σαν φεμινιστικό φιλμ στην παράδοση του Μπόλιγουντ. Σε ποιο βαθμό είσαι επηρεασμένη από αυτό το κινηματογραφικό είδος;

Μεγάλωσα με την παράδοση του Μπόλιγουντ, οπότε είναι κάπου μέσα μου. Κάνω, όμως, και μια συντονισμένη προσπάθεια να ξεμάθω ορισμένα πράγματα, διατηρώντας κάποια άλλα. Λατρεύω να χρησιμοποιώ τραγούδια στις ταινίες μου, γιατί, ως Ινδή, μου είναι ενστικτώδες. Παρόλα αυτά, προσπαθώ να τα χρησιμοποιώ με τον τρόπο μου. Όχι ως κομμάτια, τα οποία σε περισπούν από την αφήγηση, αλλά ως τμήμα της αφήγησης. Αυτό που πραγματικά προσπαθώ να αποφεύγω είναι οι μη ρεαλιστικοί υψηλοί τόνοι των μέινστριμ ινδικών ταινιών. Συχνά μπορούν να γίνουν πολύ θορυβώδεις. Προτιμώ ένα πιο πραγματικό τόνο.

Και η χρήση μιας ποικιλίας χρωμάτων στα κάδρα μου είναι εγγενώς περισσότερη απ’ ό,τι στις ευρωπαϊκές ταινίες, γιατί αυτή είναι η ινδική παλέτα. Αν περπατήσεις τριγύρω στην Ινδία, είσαι περικυκλωμένος από χρώμα. Τα κάδρα μου το αντανακλούν αυτό.



Και, το πιο σημαντικό, έχω πολλή επίγνωση του βλέμματός μου ως κινηματογραφίστριας. Προσπαθώ να κάνω ταινίες με ένα συνειδητό γυναικείο βλέμμα. Σ’ αυτό αποκλίνω από τα μέινστριμ ινδικά φιλμ, γιατί η ματιά τους τείνει να είναι αντρική και ετερο-κανονική. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούνται, και ο τρόπος, με τον οποίο η κάμερα ταξιδεύει πάνω από τα γυναικεία σώματα ή ο μη ρεαλιστικός τρόπος που είναι ντυμένες οι γυναίκες, μου είναι ιδιαιτέρως μη ελκυστικοί. Προσπαθώ να απαλλαγώ από οποιοδήποτε ίχνος εκείνου του είδους της μάθησης.  

Θεωρείς τον εαυτό σου φεμινίστρια σκηνοθέτρια; Και, αν ναι, τι σημαίνει να είσαι φεμινίστρια και, ακόμα περισσότερο, φεμινίστρια σκηνοθέτρια στη σημερινή Ινδία;

Λοιπόν, είμαι φεμινίστρια. Και είμαι κινηματογραφίστρια. Και πιστεύω πως το σύστημα πεποιθήσεών μου διαμορφώνει τη δουλειά μου. Ελπίζω, επομένως, ότι είμαι φεμινίστρια σκηνοθέτρια. Δε νομίζω πως πρέπει να αποφασίσω ότι πρέπει να κάνω μια φεμινιστική ταινία. Λόγου του πώς βλέπω τον κόσμο και τις ιστορίες που θέλω να πω, νιώθω ότι ο φεμινισμός είναι εγγενής στις ταινίες μου. Το να είσαι φεμινίστρια σημαίνει να πιστεύεις πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες.



Αλλά το να ζεις ενεργά το φεμινισμό μέσω της δουλειάς σου ως κινηματογραφίστριας στην Ινδία, σημαίνει να κάνεις διαρκώς δύσκολες επιλογές και να απευθύνεις στον εαυτό σου ειλικρινείς ερωτήσεις. Σημαίνει να έχεις επίγνωση της πρόθεσης στην αποτύπωση των χαρακτήρων, να αμφισβητείς τον εαυτό σου, όταν δημιουργεί στερεότυπα, να αποφασίζεις να μην αντικειμενοποιείς τις γυναίκες μέσω των ενδυμάτων και των τραγουδιών. Να είσαι ευαίσθητη σχετικά με το πού τοποθετείται η κάμερα. Πάνω απ’ όλα, σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, και να τον αφήνεις να «ρέει» στη δουλειά σου. Σημαίνει να μην το βάζεις κάτω, όταν η κοινωνία θέλει να αποτύχεις. Σημαίνει να σκέφτεσαι ενεργά για την αναπαράσταση των γυναικών, ακόμα κι αν η ταινία αφορά σε έναν άντρα. Σημαίνει να έχεις το κουράγιο να προκαλείς το σεξισμό και το  μισογυνισμό, όταν το χρειάζεσαι. Σημαίνει το να υποστηρίζεις άλλες γυναίκες και άντρες που βρίσκονται στο ίδιο μονοπάτι.

Περιμένω τη μέρα που όλο και πιο πολλές γυναίκες θα κάνουν τις δικές μας φεμινιστικές ταινίες.



Γιατί το φιλμ σου ουσιαστικά απαγορεύτηκε στην Ινδία, πέρα από τα προσχήματα που παρουσιάστηκαν;

Γιατί έγινε από μια γυναικεία σκοπιά. Το γεγονός ότι οι γυναίκες κοιτούσαν τη ζωή τους ίσως προκάλεσε το πρόβλημα. Όντως νιώθω πως υπάρχουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές ιδέες σχετικά με το τι είναι και τι θα έπρεπε να είναι η Ινδία. Η Επιτροπή Λογοκρισίας επιδιώκει να διαιωνίσει την πατριαρχία και να φιμώσει τις γυναικείες φωνές. Υπάρχει πολλή βία και πολλές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στην Ινδία. Σε ευρύτερο πλαίσιο, μπορεί κάποιος να δει ότι η λογοκρισία κάθε μορφής τέχνης γίνεται για να κρατήσει ζωντανό το status quo. Το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα είναι ένα φιλμ που αμφισβητεί το status quo. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που του αρνήθηκαν την πιστοποίηση.

Καθώς το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα πλησιάζει προς το τέλος του, μπαίνω στον πειρασμό να συμπεράνω πως η αλληλεγγύη μεταξύ των γυναικών είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να πολεμήσουν την πατριαρχική καταπίεση είτε αυτή ασκείται από άντρες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και από γυναίκες. Αντανακλά με ακρίβεια τη δική προσέγγιση αυτό το συμπέρασμα;

Ναι, συμφωνώ ότι η αλληλεγγύη ανάμεσα στις γυναίκες είναι ένα βασικό βήμα στη μάχη ενάντια στην πατριαρχική καταπίεση. Όταν συμμαχούμε με άλλες γυναίκες, γινόμαστε ισχυρές.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια Alankrita Shrivastava για την άμεση ανταπόκριση στο ενδιαφέρον μου για συνομιλία και την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο για την πολύτιμη συμβολή της στο συντονισμό της επικοινωνίας.  

Η ταινία της Alankrita Shrivastava Κραγιόν κάτω από την μπούργκα προβάλλεται την Κυριακή 9 Απριλίου, 20:00, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο. Είσοδος δωρεάν.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Δομίνικος Ιγνατιάδης: «Με το “σπάσιμο” της εικόνας παραμένει κανείς “καθαρός”»


Μια γενναία, ειλικρινής και πολυεπίπεδη δουλειά, το ντοκιμαντέρ του πρωτοεμφανιζόμενου Δομίνικου Ιγνατιάδη Village Potemkin αφηγείται τις ιστορίες 6 ανθρώπων, πρώην χρηστών ουσιών, μαζί και του ίδιου του σκηνοθέτη, που παραμένουν «καθαροί», δημιουργικοί και με συνείδηση, σε μια Αθήνα που καταρρέει. Το Village Potemkin απέσπασε το βραβείο της Π.Ε.Κ.Κ. στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη λίγο πριν την αθηναϊκή πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του στο πλαίσιο του CineDoc.

Το Village Potemkin είναι μια γενναία, ειλικρινής, πολυεπίπεδη κι όχι αυτοαναφορική δουλειά. Έτσι ήθελες να «βγει» προς τα έξω;

Oι άνθρωποι που μίλησαν στο ντοκιμαντέρ είχαν «προπονηθεί» εδώ και πάρα πολύ καιρό μέσα από τις ομάδες αυτοβοήθειας να ξεμπροστιάζουν τον εαυτό τους. Πιστεύω ότι με το «σπάσιμο» της εικόνας παραμένει κανείς «καθαρός», δουλεύει, δηλαδή, με τα ελαττώματα του χαρακτήρα του. Όπως, για παράδειγμα, κοιτάω πολλές φορές την εικόνα μου, είμαι νάρκισσος, είμαι αυτοαναφορικός, έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση, ντρέπομαι.

Πώς «παντρεύεται» ο ναρκισσισμός με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση;

Αυτό το δίπολο με χαρακτηρίζει. Όχι μόνο εμένα, αλλά και πολλούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, και δουλεύεται με το «ξεβράκωμα». Οπότε δεν ήταν δύσκολο γι’ αυτούς τους ανθρώπους να «ξεβρακωθούν» μπροστά στην κάμερα. Δε μου ήταν, εξάλλου, δύσκολο να τους πάρω συνέντευξη, αν και δεν τους γνώριζα προσωπικά. Μου ήταν πιο εύκολο να μ’ εμπιστευτούν και να δείξουν το πρόσωπό τους στην κάμερα, χωρίς να πιστεύουν ότι θα τους χειραγωγήσω ή θα τους χρησιμοποιήσω. Όσα έγιναν ήταν συνειδητά.

Με ποιο κριτήριο επέλεξες τους ανθρώπους, οι οποίοι μοιράστηκαν τα βιώματα, τις αγωνίες, τις σκέψεις τους;

Ο κάθε μου ήρωας που εμφανίζεται στο ντοκιμαντέρ είναι και μοναδικός και τον επέλεξα για συγκεκριμένους λόγους. Ο Μάριος Ατζέμης, για παράδειγμα, όταν τον γνώρισα ήταν ένας πολιτικός ακτιβιστής, ο οποίος παρέμενε «καθαρός» παίρνοντας μέρος σε δράσεις συλλογικοτήτων του 18 ΑΝΩ. Για μένα, είναι πολύ σημαντικό για έναν πρώην χρήστη να αποδομήσει τον παλιό του χαρακτήρα και την ταυτότητά του, που τον «έριξαν» στη χρήση, και να φροντίσει να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, οι οποίοι κάνουν το ίδιο, να αγωνιστεί για την ελευθερία. Όταν λέω «ελευθερία», εννοώ από οποιαδήποτε εξάρτηση- και βέβαια από την εξουσία. Ο κάθε χρήστης ήταν το καλύτερο πιόνι της εκάστοτε εξουσίας. Είτε αυτή μας χρησιμοποιούσε σαν αποδιοπομπαίους τράγους, είτε έπαιρναν πακτωλό χρημάτων από την κάθε οικογένεια για την απεξάρτηση ή και σε σχέση το παράνομο μαύρο χρήμα, το οποίο δινόταν στην αγορά για τις ουσίες.

Μια μπίζνα, πολύ απλά.

Εγώ για ποιο λόγο να διακόψω αυτή τη ροή των χρημάτων. Ένας από τους λόγους που έκανα αυτό το ντοκιμαντέρ ήταν ο θυμός, τον οποίο ένιωσα με τη διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών.



(Μάριος Ατζέμης) Εμένα αυτή είναι η κοινότητα προέλευσής μου. Είμαι οροθετικός, ήμουν χρήστης ενδοφλέβιων ναρκωτικών. Είχα απλά το προνόμιο να είμαι άντρας και να μη με πάρουν εκείνη την περίοδο. Έχει πάρα πολύ σημασία σημασία για μένα να λέω σ’ ένα κοινό ποιος είμαι κι από πού έρχομαι. Όχι για να κάνω διαφήμιση του συλλόγου, στον οποίο εργάζομαι, αλλά για να «σπάει» το στίγμα. Όταν δεν είσαι με πλάτη κάπου, δείχνεις και λες ποιος είσαι, είναι ένας τρόπος να αποστιγματίζεσαι. Γιατί γινόμαστε ένα πολύ ιδανικό φοβικό αντικείμενο για το καθεστώς. Ένας ιδανικός «αποδιοπομπαίος τράγος» είναι το πρεζάκι με AIDS, όπως θα το έλεγε κάποιος στο δρόμο. Είναι κάτι που εμπνέει φόβο και τρόμο. Ο τρόπος για να «σπάσει» αυτό το πράγμα, είναι να βρεις το σθένος να λες κατάφατσα, συνυπολογίζοντας πάντα και τις επιπτώσεις, ποιος είσαι κι από πού έρχεσαι.

(Δομίνικος) Ένας λόγος που δείχνουμε και μεις πρόσωπα είναι επειδή βγάλανε αυτές τις γυναίκες «φόρα παρτίδα», χωρίς, βέβαια, εκείνεις να το θέλουν. Εμείς θέλουμε, και λέμε «είμαστε σαν αυτές τις γυναίκες, απλώς είμαστε “καθαροί“». Πάνω κάτω κάναμε τα ίδια πράγματα στη χρήση- δεν έχω διαφορά μ’ αυτές τις γυναίκες που διαπόμπευσε ο Λοβέρδος και ο Χρυσοχοΐδης- απλώς επέλεξα να βγω από το Μεσαίωνα και να μπω στο Διαφωτισμό. Γιατί βρισκόμουν στο Μεσαίωνα. Κανονικά. Κι όταν λέω «Μεσαίωνα», εννοώ να βρω άλλους ανθρώπους που είναι μπροστά από μένα, είναι «καθαροί», οπότε παίρνω βοήθεια απ’ αυτούς.



Πήρες βοήθεια κι από την κάμερα;

Στα 31 μου ανακάλυψα ότι μ’ αρέσω- μέχρι τότε είχα τίγκα χαμηλή αυτοεκτίμηση- και με βοηθάει να γεμίσω το κενό μου. «Ο έρωτας», που λέει ο Κωνσταντίνος στο ντοκιμαντέρ, «με έρωτα ξεπερνιέται». Εγώ τον ξεπερνάω είτε με τον κινηματογράφο, είτε με μια όμορφη γυναίκα, που θα ερωτευτώ. Τον τελευταίο καιρό δε μου πάει καλά αυτό. Αυτά τα δύο μπορώ να τα συγκρίνω λίγο με τις ουσίες.

Στο Village Potemkin πρωταγωνιστεί και η Αθήνα. Τι σε συνδέει μ’ αυτή την πόλη; Τι σε απωθεί;

Μου προκαλεί οίκτο. Είναι μια πόλη σπάταλη, με έντονη τη σκουπιδοπαραγωγή. Το χρήμα γι’ αυτή την πόλη ήταν όπως ο σαρκικός πόθος, κανείς δε μιλάει καθαρά γι’ αυτόν, ούτε το σκέφτεται καν καθαρά με τις εκλογικεύσεις. Είτε το εξαϋλώνει με τα αμέτρητα “village Potemkin” της - είτε το θεωρεί πρόστυχο καθεαυτό, όταν αυτό αντιπροσωπεύει θέματα υγείας, περίθαλψης, παιδείας και, βέβαια, το μεταναστευτικό. Η πόλη αυτή λειτουργεί σαν υπνωτικό.



Πόσα χρόνια σου πήρε να το ολοκληρώσεις;

Τέσσερα χρόνια μου πήρε να το κάνω.

Ήταν για σένα και σαν στοίχημα προσωπικό, να το φέρεις σε πέρας;

Ναι ακριβώς. Ολοκληρώθηκε, ταξιδεύει και θέλω να παιχτεί όσο το δυνατόν περισσότερο σε ευπαθείς ομάδες, έγκλειστους σε φυλακές, σε νέα παιδιά. Νομίζω πως ήδη έχει βρει το δρόμο του.

Σε ανατροφοδοτεί, σε αναζωογονεί αυτό;

Σίγουρα, απλώς πρέπει πάντοτε να μου υπενθυμίζω ότι είμαι μια εθισμένη προσωπικότητα και μπορώ να τα κάνω όλα μαντάρα. Να σηκώσω, δηλαδή, ένα ποτήρι και να μηδενιστώ. Το έχω ξαναδεί το έργο. Μπορεί να με επευφημεί κόσμος για κάτι που έκανα κι εγώ να μην αισθάνομαι τίποτα. Είχα βιώσει τέτοιες εμπειρίες κι αυτές αποτελούν τον πραγματικό θάνατο για μένα. Είναι ό,τι πιο τραγικό έχω ζήσει στη ζωή μου, η πιο ακραία συνέπεια που έχω βιώσει από πριν, από την εποχή που έπινα, συγκρινόμενος με κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι ήταν 80-φεύγα και τους έβλεπα να σηκώνονται το πρωί και να σκουπίζουν την αυλή τους. Απορούσα πώς το έκαναν.



Η τελευταία φορά που «ξανακύλησες» ήταν το 2015;

Το 2015, με αλκοόλ. Αλλά επανήλθα. Έτσι είναι. Θα ήθελα να έχω κόψει και το τσιγάρο. Το θέμα είναι να παράξω στη ζωή μου. Αν δεν παράγω, είμαι για το ψυχιατρείο. Δεν μπορώ να είμαι εισοδηματίας, δεν μπορώ να πάω διακοπές, όταν δε νιώθω πληρότητα μέσα μου και δε λέω «ναι, σου αξίζουν οι διακοπές, γιατί έχεις κάνει κάτι». Θα πάθω τραλαλά από τις ενοχές. Αυτό, βέβαια, μπορεί να μου βγεί και σε καλό, αν το χρησιμοποιήσω κάνοντας ωραία πράγματα. Ένα καινούριο ντοκιμαντέρ, ας πούμε.

«Ψήνεσαι» και για ένα επόμενο, λοιπόν.

Το πρώτο πήγε καλά. Για να θεωρήσω, όμως, τον εαυτό μου σκηνοθέτη, πρέπει να κάνω κι ένα δεύτερο.

Εξίσου προσωπικό, ή βασισμένο σε προσωπικά βιώματα, με το πρώτο;

Έχω πάλι κάποιους ανθρώπους στο μυαλό μου, τους οποίους θαυμάζω, και σκέφτομαι να δουλέψω μ’ αυτούς, να κάνω ένα ντοκιμαντέρ μ’ αυτούς τους ήρωες.

Με βάση τις μέχρι τώρα προβολές, το κοινό πώς ανταποκρίνεται;

Δείχνει αποδοχή. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αλήθειες.

Το ντοκιμαντέρ του Δομίνικου Ιγνατιάδη Village Potemkin προβάλλεται σε επανάληψη την Κυριακή 9 Απριλίου στον κινηματογράφο Δαναό, 16:00, στο πλαίσιο του CineDoc.

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ, μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site του http://village-potemkin-documentary.com/