Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Hania Rani: «Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί»

(Photo credit: Kinga Karpati)

Κλασικά εκπαιδευμένη πιανίστα και συνθέτις με επιρροές από Πράισνερ, Ρίχτερ και Φραμ κι ένα μαγευτικό σόλο ντεμπούτο στις «αποσκευές» της, το Esja, η Πολωνή Hania Rani έρχεται για μια μοναδική συναυλία στις 14 Ιανουαρίου στην Αθήνα.


Κουβεντιάζοντας με την νεαρή και ανερχόμενη καλλιτέχνιδα ενόψει της πρώτης συναυλίας της στην Ελλάδα, όπου θα παρουσιάσει και συνθέσεις από την καινούρια της, ακυκλοφόρητη δουλειά.


Ίσως ακουστεί αστείο, και σίγουρα θα στο έχουν ρωτήσει επαρκώς, αλλά γιατί αποφάσισες να συντομεύσεις το επίθετό σου (Raniszewska); Για πρακτικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους; 


Στην πραγματικότητα, ο λόγος είναι αρκετά ρεαλιστικός. 


Μερικά χρόνια πριν, όταν έβγαζα το πρώτο μου άλμπουμ με την τσελίστρια Dobrawa Czocher, έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα ονομάσουμε το ντουέτο μας. Δε θέλαμε κάτι σε όνομα συγκροτήματος, αλλά πιο πολύ να κρατήσουμε τα επίθετά μας.  


Τα πολωνικά ονόματα είναι αρκετά μεγάλα, γι’ αυτό και σκέφτηκα να συντομεύσω το δικό μου. Μου άρεσε όπως ακουγόταν και φαινόταν στο χαρτί. Είναι μια ευκαιρία να έχουμε αυτό το μικρό όριο ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή κι εκείνη στη σκηνή. 


Είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτή την κίνηση τότε, γιατί νομίζω ότι είναι όντως βοηθητική τώρα, όταν παίζω κυρίως στο εξωτερικό. Ένα ονοματεπώνυμο εύκολο να το προφέρεις και να το θυμάσαι. 


Μιας και μιλάμε για ήχους, ποια ήταν η πρώτη σύνθεση που σε μάγεψε, αν τη θυμάσαι, και πόσο ήσουν όταν ξεκίνησες μαθήματα πιάνου; Ήταν στη Βαρσοβία, να υποθέσω; 


Τη θυμάμαι τέλεια. Ήταν η Σονάτα για πιάνο αρ. 8 (Παθητική) του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Βρισκόταν στο πρώτο CD που πήρα ποτέ ως δώρο. Ο πιανίστας ήταν ο ίδιος ο υπέροχος Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ. 


Το CD περιείχε δύο ακόμη φημισμένες σονάτες για πιάνο: τη Σονάτα του Σεληνόφωτος και την Appassionata


Στη στιγμή, έγινα μεγάλη οπαδός του Μπετόβεν. Αγάπησα την ποικιλία των διαθέσεων και το βαθιά πνευματικό χαρακτήρα της μουσικής του. Στις συνθέσεις του, το πιάνο ηχεί σαν πλήρης ορχήστρα.

Αυτό συνέβη όταν ήδη σπούδαζα πιάνο σε μουσικό σχολείο. 


Ξεκίνησα μαθήματα πιάνου όταν ήμουν επτά χρονών. Εξ αρχής επρόκειτο για επαγγελματική εκπαίδευση, ποτέ δεν έκανα ιδιαίτερα. Δε χρειάστηκε, γιατί υπήρχε ένα καλό μουσικό σχολείο στη γενέτειρά μου, το Γκντανσκ. 


Μετά από δώδεκα χρόνια, συνέχισα τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο Μουσικής Σοπέν στη Βαρσοβία κι έπειτα στο Βερολίνο. 


Κι έπειτα, πότε ένιωσες για πρώτη φορά την ανάγκη να συνθέσεις κάτι; 


Ανέκαθεν δοκίμαζα κάποιες συνθέσεις, αλλά απλώς στο μεταξύ και για τον εαυτό μου. 


Στη διάρκεια του προπτυχιακού μου στη Βαρσοβία, με ρώτησε η φίλη μου που τότε δούλευε πάνω στο πρώτο άλμπουμ της σε ποπ στιλ αν μπορούσα να προσπαθήσω να την βοηθήσω με τις ενορχηστρώσεις στο δίσκο.


Ήθελε να προσθέσει μερικά έγχορδα σε καναδυό τραγούδια. Αν και δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω, συμφώνησα. Έτσι άρχισαν όλα. Δεχόμουν όλο και περισσότερες προσφορές, και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτό με κρατάει στ’ αλήθεια ζωντανή. 

(Photo credit: Alfheidur Gudmundsdottir)


Όπως φαίνεται από το σόλο ντεμπούτο σου στη Gondwana Records, Esja, η προσέγγισή σου στη μουσική είναι φρέσκια και προσωπική, αντλώντας στοιχεία από τη δουλειά συνθετών όπως οι Νάιμαν, Πράισνερ και Ρίχτερ. Νιώθεις να εμπνέεσαι ή να καθοδηγείσαι από αυτούς; 


Ασφαλώς, πολύ. 


Θυμάμαι ν’ ανακαλύπτω τις δουλειές του Ρίχτερ, του Γιόχανσον, του Άρναλντς και πολλών ακόμη. Πρώτου απ’ όλους του Νιλς Φραμ. Με είχε σοκάρει ο τρόπος ηχογράφησης. Δεν ήξερα ότι μπορείς ν’ αντλήσεις τόσα από το όρθιο πιάνο.


Ήταν μια στιγμή που μου άλλαξε τη ζωή. 


H δημιουργία του Esja, συγκεκριμένα, μοιάζει να έχει επηρεαστεί από τα ταξίδια σου στην Ισλανδία και τα βουνά της Πολωνίας. Πώς έχουν «εγγραφεί» αυτές οι εμπειρίες μέσα σου;

Αγκαλιάζεις την ησυχία και την ανοιχτότητα του φυσικού περιβάλλοντος; 


Το καθετί επηρεάζει τη μουσική μου. 


Δεν είμαι σίγουρη αν είναι απλώς τα ταξίδια κι οι τόποι, ίσως πιο πολύ οι εμπειρίες και τα πράγματα που μου λείπουν. Θέλω να συλλάβω αυτά τα συναισθήματα και να τα απλώσω στη μουσική. 


Λατρεύω το να βρίσκω ειρήνη και αρμονία στη μουσική, αλλά και ελπίδα, ευτυχία, μερικές φορές δάκρυα. 


Αλλά αυτά πάντα προκαλούν συναισθήματα. Νομίζω ότι η μουσική μού δίνει ελευθερία, επιτρέποντάς μου να δημιουργήσω ένα καλύτερο κόσμο για μένα και τους άλλους, να δημιουργήσω ίσως μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. 


Ως άνθρωπος, είσαι τόσο ήρεμη κι ειρηνεμένη με τον εαυτό σου όσο η μουσική σου ίσως υπονοεί; 


Είμαι ένα αρκετά χαοτικό, αλλά καλόβολο, άτομο. Μου αρέσει να απολαμβάνω τα μικρά πράγματα στη ζωή και αρκετά συχνά είμαι έκπληκτη. Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί. 


Δουλεύεις κυρίως σόλο, αλλά έχεις συνεργαστεί και με άλλους, κυρίως με την Dobrawa Czocher. Είναι μοναχικό εγχείρημα το να είναι κάποιος πιανίστας και συνθέτης ή, κατά καιρούς, γίνεται μια πιο συλλογική εμπειρία; 


Εξαρτάται, βεβαίως. 


Αλλά ναι, τον περισσότερο καιρό οι πιανίστες είναι μοναχικά άτομα, ο λόγος όμως γι’ αυτό έγκειται στο όργανο- είναι τόσο καλοφτιαγμένο που μπορείς να αναδημιουργήσεις μια ολόκληρη μπάντα μ’ αυτό. 


Εκτιμώ, ωστόσο, και το να συνεργάζομαι με άλλους ανθρώπους. 


Στην πραγματικότητα δεν είμαι ποτέ μόνη, γιατί εδώ και χρόνια με συνοδεύει η μηχανικός ήχου που φροντίζει να είναι η περφόρμανς μου ακόμα καλύτερη. Είναι μεγάλη βοήθεια και παρηγοριά. 


Είναι αθέατη στο μεγαλύτερο μέρος του κοινού, αλλά όντως είναι μια πραγματική συνεργάτρια. 

(Photo credit: Nat Kontrakiewicz) 


Εκτός από το να παίζεις πιάνο και να συνθέτεις γι’ αυτό, έχεις επίσης τραγουδήσει, με το Home ν’ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Θα ήθελες να πειραματιστείς περισσότερο σ’ αυτό τον τομέα στο μέλλον; 


Ναι, αλλά δε θα ήθελα να θεωρηθώ απλώς ως τραγουδίστρια, θα κρατήσω μια ισορροπία. Θα έχετε την ευκαιρία ν’ ακούσετε μερικά από τα τραγούδια του επόμενου άλμπουμ μου που θα είναι πιο σύνθετα από εκείνα του πρώτου. 


Διατήρησα, όμως, και μερικές πιανιστικές συνθέσεις- νομίζω ότι όλοι θα μείνουν ικανοποιημένοι. 


Είσαι αυτό τον καιρό σε περιοδεία προωθώντας το σόλο ντεμπούτο σου, Esja. Πώς νιώθεις ως νεαρή πιανίστρια σε συναυλία και τι απήχηση έχει η μουσική σου στα κοινά; 


Μέχρι στιγμής, αυτή είναι μια από τις πιο απίστευτες εμπειρίες της ζωής μου. Συναντώ τόσους καλούς ανθρώπους. Αισθάνομαι πολύ τυχερή, κατά κάποιο τρόπο η μουσική μου έχει πολλή απήχηση στους ανθρώπους.


Έρχονται έπειτα και μοιράζονται τις ιστορίες και τα συναισθήματά τους μαζί μου. 


Προσπαθώ να διατηρώ κάθε συναυλία ξεχωριστή, να διαβάζω για την πόλη όπου παίζω, να μοιράζομαι με το κοινό προσωπικές παρατηρήσεις- ακόμα και τις αλλόκοτες. 


Προσπαθώ να είμαι εξαιρετικά συνειδητή στη σκηνή, να δίνω όλη μου την  προσοχή στον ακροατή. Νιώθω ότι αυτό ανταποδίδεται. Είναι πολλά αυτά που μπορεί να προσφέρει ο ένας στον άλλο. 


Η συναυλιακή σου περιοδεία θα σε φέρει και στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου. Τι προσδοκάς από αυτή τη συναυλία; Είναι η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή μια “terra incognita” για σένα ή γνωρίζεις κάποια ονόματα; 


Αισθάνομαι ευτυχής που θα επισκεφτώ την Ελλάδα. Θα είναι η πρώτη μου φορά. 


Μερικά χρόνια πριν συνάντησα έναν σπουδαίο Έλληνα καλλιτέχνη, τον Γιώργο Παπαδόπουλο, που αυτό το διάστημα ζει στο Βερολίνο. Με προσκάλεσε να παίξω μαζί του σε κάποιες συναυλίες, κι είπα «ναι».


Γίναμε καλοί φίλοι, κι η φιλία μας διαρκεί μέχρι σήμερα. 


Το προηγούμενο καλοκαίρι σχεδίαζα να επισκεφτώ την Ελλάδα και την Αθήνα, είχα ήδη κλείσει τα εισιτήριά μου, αλλά δυστυχώς μου συνέβη ένα ατύχημα και δεν κατάφερα να έρθω. Είμαι ευτυχής που η πρώτη μου επίσκεψη θα συνδέεται με μουσική. 


Σκοπεύω, επίσης, να μείνω για καναδυό μέρες ακόμα και ν’ απολαύσω το μέρος. 


Ευχαριστώ θερμά τον Kerstan Mackness, διευθυντή της Gondwana Records, για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Περισσότερες πληροφορίες για την Hania Rani μπορείτε να βρείτε στο προσωπικό site της. Το σόλο ντεμπούτο της, Esja, κυκλοφορεί από την Gondwana Records


Η Hania Rani εμφανίζεται την Τρίτη 14 Ιανουαρίου στο Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8), 21:00, για μια μοναδική συναυλία.

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2020

Ρόι Άντερσον: «Χωρίς χιούμορ δε θα ζούσαμε»


Ένας βαθύς, συγκινητικός και ιδιόμορφα χιουμοριστικός στοχασμός πάνω στην ευαλωτότητα του ανθρώπου, η Ομορφιά της ύπαρξης είναι η πιο πρόσφατη ταινία του Σουηδού Ρόι Άντερσον, του μεγάλου ανθρωπιστή ποιητή του σύγχρονου σινεμά.


«Συναντώντας» τον μέσω Skype ενόψει της εξόδου του φιλμ στις αίθουσες στις 9 Ιανουαρίου, και νιώθοντας την ανάγκη να τον αγκαλιάσω στο τέλος...


Οι ταινίες και η εικονοποιία σας έχουν μια κινηματογραφική και ταυτόχρονα ζωγραφική ποιότητα. Εκτιμάτε, θαυμάζετε τη ζωγραφική;


Ενδιαφερόμουν να γίνω ζωγράφος όταν ήμουν νέος.


Η εσωτερική θεωρία μου είναι «μην κάνεις cut, μη μετακινείς την κάμερα, αν αυτό δεν είναι απαραίτητο». Αν τα καταφέρεις με ένα γύρισμα, είναι καλύτερα.


Ποιος είναι ο αγαπημένος σας ζωγράφος, παρεμπιπτόντως; Ο Σαγκάλ, πάντως, είναι «παρών» στην Ομορφιά της ύπαρξης


Ο πιο αγαπημένος μου είναι ο Γκόγια. Πρόσφατα έγινα οπαδός της λεγόμενης «Νέας Αντικειμενικότητας» και του Ότο Ντιξ.


Είμαι επίσης μεγάλος οπαδός του ιταλικού νεορεαλισμού, κυρίως του Κλέφτη ποδηλάτων. Το θεωρώ αριστούργημα. 


Είναι ενδιαφέρον που λέτε κάτι τέτοιο, μιας και τα φιλμ σας έχουν αυτή την παράδοξη, σουρεαλιστική προσέγγιση. Πώς συνδυάζεται αυτό, λοιπόν, στο πλαίσιο της κινηματογραφικής σας δημιουργίας;


Δεν έχω τη φιλοδοξία να κάνω σουρεαλιστικές ταινίες, αλλά θα ήταν σουρεαλιστικές ακόμα κι αν δεν έκανα τίποτα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ζωή είναι σουρεαλιστική.


Επιστρέφοντας στα αγαπημένα μου φιλμ, είναι τρία. Το δεύτερο είναι το Χιροσίμα, αγάπη μου, μια ποιητική ταινία, και το αριστούργημα του Μπουνιουέλ, η Βιριδιάνα



Πώς γεννιέται, ποια είναι η αφετηρία του κάθε σεναρίου σας; Είναι μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια αίσθηση, μια σκέψη, όλα αυτά μαζί, κάτι άλλο;


Πάντα αρχίζω να φτιάχνω πίνακες των σκηνών. Τις έχω ζωγραφίσει πριν τις γυρίσω, λοιπόν. Νομίζω ότι υπάρχει ακόμα χρόνος να γίνω ζωγράφος, αν κι έχει μείνει λίγος!


Έπειτα προκύπτει το σενάριο; Πώς λειτουργεί η διαδικασία;


Πρώτα έρχεται η εικόνα κι έπειτα ο διάλογος. Αλλά δεν περιγράφω τη σκηνή με άλλους όρους. Από το διάλογο καταλαβαίνεις ότι το στιλ της ταινίας θα είναι ξεχωριστό, σουρεαλιστικό. Στη ζωή συχνά οι διάλογοι είναι σουρεαλιστικοί.


Θέλω οι διάλογοι να είναι κοντά στην πραγματικότητα. 


Πώς δουλεύετε με τους/τις ηθοποιούς; Έχετε ένα ιδιαίτερο τρόπο να τους φιλμάρετε και να τους αποτυπώνετε στη μεγάλη οθόνη.


Για να σου απαντήσω, υπάρχει μια αστεία ιστορία σχετικά με τον Μπουνιουέλ. 


Όταν έκανε κάποιες από τις τελευταίες του ταινίες, ηθοποιοί που συμμετείχαν σε μία από αυτές ρωτήθηκαν να περιγράψουν το στιλ του κι απάντησαν πως τους έλεγε: «Μη φοράτε έντονα χρώματα, αυτό είναι όλο». 


Η πραγματικότητα είναι κάτι πολύ παράλογο. Βιώνεις τον παραλογισμό στη ζωή. Πρέπει, επομένως, να έχεις υπομονή και να περιγράφεις τη ζωή όπως είναι, κι από αυτό προκύπτει μια παράλογη διάσταση. Ακόμα και χιούμορ.


Το δικό σας χιούμορ είναι πολύ ιδιαίτερο. Βρίσκω μερικές αναλογίες με εκείνο του Παλαιστίνιου σκηνοθέτη Ελία Σουλεϊμάν. 


Από την άποψη του χιούμορ, το Πέρα από τον Παράδεισο του Τζιμ Τζάρμους μού είναι πολύ προσφιλές. Το έχεις δει;


Πολλές φορές. 


Υπάρχει πολύ χιούμορ σ’ εκείνη την ταινία, πολύ διακριτικό, και πράγματι μου αρέσει. 



Θεωρείτε ότι το χιούμορ είναι ένα βοηθητικό όπλο στην καθημερινή ζωή, κι όχι μόνο στην τέχνη;


Το χιούμορ είναι η βοήθειά μας στη ζωή. Είναι πολύ σημαντικό. Χωρίς χιούμορ δε θα ζούσαμε. Είναι κάτι που το έχεις από τη φύση σου. Δεν είναι εύκολο να το μάθεις. Εγώ το πήρα από τον πατέρα μου, ήταν πολύ αστείος! (Γέλιο)


Υπάρχει, ωστόσο, και πολύ δράμα, πολύς ζόφος και πολλή σκοτεινιά σε όλες τις δουλειές σας, και στην Ομορφιά της ύπαρξης. Τι κερδίζει, τελικά, τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη σας;


Η ζωή δεν είναι ηλιόλουστη. Με τη βοήθεια του χιούμορ βλέπεις επίσης την ηλιόλουστη πλευρά της.


Στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας κερδίσατε το βραβείο σκηνοθεσίας για την τελευταία σας ταινία, η οποία αποτελεί μέρος μιας τετραλογίας. Πώς συνδέεται με τα υπόλοιπα μέρη;


Είναι δύσκολο να περιγράψεις τον εαυτό σου και τη δουλειά σου, αλλά χρησιμoποιώ το ίδιο στιλ. 


Όλες σας οι δουλειές μπορούν να «διαβαστούν» ως μια διερεύνηση της σύγχρονης σουηδικής κοινωνίας ή/και ως κάτι πιο οικουμενικού, της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτός είναι ο στόχος σας;


Θέλω πραγματικά να κάνω ταινίες που είναι οικουμενικές, εύκολες στο να τις παρακολουθήσει ο καθένας, κι ελπίζω να το πετυχαίνω. 


Και ναι, υπάρχουν ενδείξεις πως κάνω φιλμ κατανοητά από τον καθένα, ακόμα κι αν αυτά καταπιάνονται με δύσκολα προβλήματα. 



Δεν προσφέρετε κατευθύνσεις, ωστόσο. Κάθε θεατής θα πρέπει μόνος του να ενώσει τις ψηφίδες του κινηματογραφικού «παζλ» κάθε φορά. Κι αυτό είναι έντονο στην Ομορφιά της ύπαρξης


Όπως προείπα, νομίζω ότι οι ταινίες μου είναι ελαφρές κι εύκολο στον καθένα να τις παρακολουθήσει!


Είστε πολύ αγαπητός στην Ελλάδα από ένα δυναμικό τμήμα του εγχώριου σινεφίλ κοινού.


Με τιμά το να αρέσει στους ανθρώπους αυτό που κάνω, δεν έχω κανένα παράπονο, κι είμαι ευτυχής γι’ αυτό!


Eίχα πάντα αυτή την απορία. Έχετε γυρίσει εκατοντάδες διαφημιστικά, και φαντάζομαι ότι συνεχίζετε να το κάνετε.


Όχι πια.


Στο παρελθόν, έστω. Πώς συνδέονται με την κινηματογραφική δουλειά σας από την άποψη του στιλ και του περιεχομένου;


Στη διάρκεια της καριέρας μου ποτέ δε διαχώρισα τις ταινίες μυθοπλασίας από τα διαφημιστικά. Τα έκανα με την ίδια στάση, την ίδια σοβαρότητα, την ίδια υπευθυνότητα. 


Θα το αντιληφθείς αν τα δεις στην ολότητά τους, είναι σαν μυθοπλασία.


Δε λειτουργείτε υπό την πίεση της παραγωγής ενός καινούριου φιλμ, ωστόσο, όπως συμβαίνει με αρκετούς άλλους σκηνοθέτες.


Είμαι στην ευχάριστη θέση να κάνω αυτό που θέλω. 


Ξεκινάτε να φιλμάρετε μονάχα όταν το θέλετε, όταν έχετε κάποια ιδέα που έχετε την ανάγκη να υλοποιήσετε;


Κάνω τόσες πολλές πρόβες πριν το γύρισμα. Απαιτείται πολύς χρόνος για να αποφασίσω αν αυτή είναι η σωστή ιδέα. Γι’ αυτό και χρειάζονται περίπου τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί μια ταινία.


Σινεμά βλέπετε;


Δεν παρακολουθώ τόσο πολύ σινεμά. Παρατηρώ πολλούς πίνακες. Αυτό κάνω την περισσότερη ώρα.


Σας θεωρώ έναν δημιουργό, από τους λίγους που έχουν απομείνει, κι όχι απλώς σκηνοθέτη. Nιώθετε σαν κάτι περισσότερο από σκηνοθέτης;


Θέλω να είμαι ταπεινόφρων. Ξέρω τι κάνω και τι κάνουν άλλοι, και εκτιμώ πολλούς από αυτούς. Έχω, όμως, βρει το στιλ μου και θέλω να συνεχίσω όπως το κάνω τώρα. Χαίρομαι, όμως, να ακούω ότι με θεωρούν ξεχωριστό, είμαι ευγνώμων γι’ αυτό!


Ο ιερέας στην Ομορφιά της ύπαρξης έχει χάσει την πίστη του. Εσείς πιστεύετε στο μέλλον της ανθρωπότητας και του σινεμά, αισθάνεστε αισιόδοξος;


Υπάρχουν λόγοι να είναι κάποιος απογοητευμένος, γιατί το κακό γούστο κυριαρχεί σε πολλά πεδία, και κυρίως στον κινηματογράφο, αλλά κάποια στιγμή επιστρέφουμε σε κάτι αυθεντικό και πάλι. Δεν είμαι απαισιόδοξος, λοιπόν!


Ευχαριστώ θερμά τον Γιόχαν Κάρλσον, εκ των παραγωγών τoυ φιλμ, για την πολύτιμη συνδρομή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.


Η ταινία του Ρόι Άντερσον Η ομορφιά της ύπαρξης προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 9 Ιανουαρίου σε διανομή της AMA Films.

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2019

Ντίνου Φλαμάντ: «Ο αληθινός ποιητής είναι ενισχυτής σκανδάλων»


«Σμιλεμένη» από την αυτοεξορία του από το γενέθλιο τόπο του λόγω του καθεστώτος Τσαουσέσκου, η ποίηση του Ντίνου Φλαμάντ, ενός από τους σημαντικότερους εν ζωή Ρουμάνους ποιητές, συνιστά μια υπαρξιακή και ταυτόχρονα πολιτική διαμαρτυρία.


Η πρόσφατη κυκλοφορία στα ελληνικά της ποιητικής ανθολογίας του Κατάσταση πολιορκίας και άλλα ποιήματα υπήρξε το έναυσμα για μια χειμαρρώδη συνομιλία.


Το πλήρες μικρό σας όνομα σημαίνει «ακίνδυνος». Νιώθετε, ωστόσο, ότι η ποίηση γενικά κι η ποίησή σας, ειδικότερα, είναι ή δυνητικά μπορεί να γίνει ή υπήρξε επικίνδυνη; Κι αν ναι, υπό ποιες συνθήκες; 


Είμαι πολύ περήφανος για το όνομά μου -λίγο παρεφθαρμένο στα ρουμανικά σε σύγκριση με την ελληνική γραφή του-, αν κι είναι αρκετά σπάνιο στη Ρουμανία και δύσκολο να προφερθεί.


Είναι μια κληρονομιά του παππού από την πλευρά του πατέρα μου. Η γυναίκα του, η γιαγιά μου, λεγόταν Αναστασία. Κι ήταν το ορθόδοξο ημερολόγιο που προσάρμοσε τέτοια ονόματα στο βορρά της Τρανσυλβανίας μου.  


Οι Ρουμάνοι τα προτιμούσαν όχι μόνο λόγω της κοινής θρησκευτικής παράδοσης, αλλά κι επειδή η ελληνική ιδιαιτερότητά τους μας «έριξε» σε μια μοίρα κόντρα στην αποεθνικοποίηση των Ρουμάνων που συντελέστηκε από την ουγγρική διοίκηση. 


Γιατί αν το Ίον γινόταν αρκετά συχνά Γιάνος και ακόμα και το Αλέξανδρος μπορούσε να «ουγγροποιηθεί» μετατρεπόμενο σε Σάντορ, το να παραφθαρεί ένας Anchidim στα επίσημα έγγραφα ήταν λιγάκι πιο δύσκολο! 


Συνειδητοποίησα αρκετά αργά τη σημασία αυτής της μορφής «αντίστασης» ονομαστικής φύσης! 


Καθώς δεν είμαι ούτε «επικίνδυνος» ούτε «προσβλητικός», θα έλεγα πως αυτό το όνομα ταιριάζει καλά στο άτομό μου, ακόμα κι αν προς το παρόν δεν είμαι έτοιμος ν’ αποδεχτώ τα μαρτύρια του προγόνου μου. 


Τον έριξαν σε ένα πύρινο φούρνο από τον καιρό του αυτοκράτορα Σάπορ, κάπου στη Βαγδάτη. Το αναφέρω σε ένα ποίημα, τον Φτωχό. Αλλά με διόρθωσαν: ένας άγιος δεν είναι ποτέ φτωχός, ακόμα κι αν καίγεται ζωντανός σ’ ένα φούρνο! 


Όσο για την ποίηση, ναι, πρέπει οπωσδήποτε ν’ αποφεύγει να είναι «ευγενική», γιατί λόγω της ενδοσκοπικής φύσης της παραμένει, αν όχι «επικίνδυνη», τουλάχιστον προσβλητική, άβολη, ακόμα και σαρωτική. 


Για τον ίδιο τον ποιητή η ποίηση μπορεί να αποτελέσει «κίνδυνο» μόνο αν αυτός εγκαταλειφθεί στη μέτρια πραότητα που αποφεύγει τις πραγματικά άβολες ερωτήσεις. 


Δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που δεν εκθέτει τον εαυτό του στα φλέγοντα ερωτήματα του καιρού του για να τα ενισχύσει στο επίπεδο ενός μόνιμου ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ. 


Ναι, αυτό είναι: ενισχυτής σκανδάλων: του σκανδάλου της πολύ σύντομης ζωής, της πολύ σπάνιας αγάπης, της γεμάτης αδικίες κοινωνίας υπό το καθεστώς της μόνιμης έπαρσης των ηγεμόνων όλων των πλευρών κ.λπ. 


Ακόμα και το σκάνδαλο της ομορφιάς, η οποία μας παραλύει επειδή ποτέ δε μας ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα, είναι κομμάτι αυτής της μόνιμης αποστολής που μόνο η ποίηση είναι εξουσιοδοτημένη να αναλάβει... 


Η εικοσαετής αυτοεξορία σας από τη Ρουμανία αντανακλάται στον τόνο και τα θέματα που χαρακτηρίζουν την ποίησή σας. Διαβάζοντας ποιήματα όπως το Perpetuum mobile, αισθάνομαι ότι ο ζόφος κι η ασφυξία εισχωρούσαν σε κάθε πόρο της ύπαρξής σας. Έτσι είναι;


Ξέρω πως ήσασταν εσείς, οι Έλληνες, που επινοήσατε τον όρο «εξορία»: στις περισσότερες περιπτώσεις για να διαδώσετε τον υπέροχο πολιτισμό σας, αλλά και για να προβληθείτε ενάντια στην ύβρη που περιοδικά εισέβαλλε στις πόλεις σας. 


Ναι, ασφυκτιούσα στη χώρα μου.


Eίχε μετατραπεί σε μια απελπισμένη τοποθεσία κατασχεθείσα από μια κλίκα ηλίθιων, αγράμματων και ανίκανων, αλλά επικίνδυνων, κομμουνιστών, σε τέτοιο βαθμό που η ατμόσφαιρα προσέγγισε τα όρια της συλλογικής παράνοιας. 


Φτάνοντας στη Γαλλία, ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής μου, Ποιήματα σε άπνοια, μαρτυρούσε ακριβώς τη δυσφορία κάποιου που είχε εξαναγκαστεί είτε να «καταπιεί» τις λέξεις του είτε να μην μπορεί πλέον να ταυτιστεί με τα κείμενά του, τα βασανισμένα από τη λογοκρισία. 


Εκείνη την περίοδο διάβαζα εντατικά αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και συγκεκριμένα τον Θουκυδίδη. 


Ένα από τα ποιήματά μου ξεκινάει έτσι: «Η άνοιξη μάς βρίσκει στη θάλασσα, πλέουμε κατευθείαν προς την καταστροφή». Αναφερόμουν στην καταστροφή που οι Αθηναίοι θα βίωναν στις Συρακούσες.

Ήταν, όμως, φανερό ότι μιλούσα για το δικό μας «Πελοποννησιακό Πόλεμο», το δικό μας ανείπωτο δράμα...


Έπρεπε να είσαι πιο έξυπνος από τον λογοκριτή σου, πιο επινοητικός. 


Από κάποια στιγμή, ωστόσο, μια τεράστια κόπωση εγκαθίστατο στο μυαλό σου- ακόμα και μια αίσθηση πως η ποίηση που γραφόταν σ’ αυτό τον ολοκληρωτικό κόσμο γινόταν μια αναξιοπρεπής, εντελώς ανεπαρκής άσκηση: μια ντροπή... 


Από την αρχή, πάντως, της συγγραφικής μου πορείας η Ελλάδα υπήρξε για μένα η κύρια αναφορά. Το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο υιοθέτησε τη διάσημη έννοια του Αναξίμανδρου, το άπειρο. 


Η ποίησή σας εκείνης της περιόδου ήταν ταυτόχρονα υπαρξιακή και πολιτική. Θα μπορούσε να αποκληθεί «μια υπαρξιακή πολιτική διαμαρτυρία». Ήταν αυτή ενστικτώδης ή ορθολογική επιλογή από πλευράς σας; 


Σας διορθώνω: είχα επινοήσει το υβρίδιο «πολιτικό ποίημα αγάπης». Σ’ αυτή την περίπτωση κορόιδευα τον εαυτό μου επειδή ήξερα ότι δε θα εκδιδόταν ποτέ στη Ρουμανία.  


Ένιωθα όμως και και λίγη θλίψη και τρυφερότητα για τον εαυτό μου, διαμαρτυρόμενος ενάντια στην εργαλειοποίηση της λογοτεχνίας από την ιδεολογία. 


Ήταν μια εποχή που όλα όσα ήταν προοδευτικά και ειλικρινή, ακόμα και στη Δύση, έπρεπε να είναι «αριστερά». 


Τόσο που το αριστερό μου χέρι, το οποίο χάιδευε το πρόσωπο της αγαπημένης μου γυναίκας, είχε μια πολιτική υποδήλωση πριν από εκείνη του χαδιού αγάπης. 


Συνεχώς γινόταν λόγος για «στρατευμένη» ποίηση, είχα την αίσθηση πως η ίδια ιδεολογική συνταγή εργαλειοποιούσε το φαντασιακό του ποιητή και στις δυο πλευρές του Τείχους του Βερολίνου. 


Τα αφηρημένα κομμουνιστικά όνειρα της Αριστεράς του χαβιαριού της Δύσης ήταν για μένα πιο ανυπόφορα από την αριστερή ηλιθιότητα του αληθινού κομμουνισμού. Δύσκολο να διαλέξεις ανάμεσα στα δύο. 


Ποτέ δεν έγραψα πραγματικά «πολιτικά» ποιήματα, μισώ την πολιτική και τις ιδεολογίες εν γένει. Αντιδρούσα, όμως, σ’ αυτό το ποίημα με μια πινελιά μαύρου χιούμορ. 


Ήταν η εποχή που ο Μεγάλος Τιμονιέρης επιθεωρούσε τις αγροτικές περιοχές, τις βιομηχανικές μονάδες όπου η πραγματικότητα μεταμορφωνόταν εντελώς ενόψει της επίσκεψής του. Όλα ήταν ψεύτικα, μια πραγματικότητα επινοημένη για εκείνον. 


Έφερναν, για παράδειγμα, ζωηρόχρωμα φυτά, τακτοποιημένα μόνο στα λίγα μέτρα απ’ όπου θα περνούσε η επιθεώρησή του. Δεν ξέρω αν ήταν ενήμερος για την εξαπάτηση ή ακόμα αν την είχε ο ίδιος προτείνει, μονάχα για την τηλεοπτική μετάδοση. 


Λεγόταν τότε πως είχε ζητήσει μεθόδους πρόκλησης βροχής, απομάκρυνσης καταιγίδων κ.λπ. Ήθελε να δαμάσει τον καιρό! Αυτό μου έμοιαζε με αυθόρμητο σουρεαλισμό! Απλώς ήθελε να διαγράψει την πραγματικότητα...


Και συνειδητοποίησα ότι υπήρχε προκάτοχος. Λέγεται πως ο διάσημος Τζένγκις Χαν είχε αποφασίζει να συλλέξει τον πρώτο κώδικα νόμων για τους Ούνους, αλλά η λέξη «βρομιά» τού προκαλούσε προβλήματα. 


Οι άνθρωποι των στεπών δε συνήθιζαν να κάνουν μπάνιο ή να πλένονται. Ερχόμενοι σε επαφή με άλλους που έκαναν πλύσεις, οι νομάδες αισθάνονταν δακτυλοδεικτούμενοι. 


Οι Κινέζοι, ας πούμε, γελοιοποιούσαν τη βρομιά τους... Έτσι, ο Τζένγκις Χαν απλοποίησε το πρόβλημα πολύ γρήγορα και έβγαλε διάταγμα: «Τα πάντα είναι καθαρά. Η βρομιά δεν υπάρχει». 


Για τον Τσαουσέσκου, αντίστοιχα, ούτε πείνα ούτε φτώχεια υπήρχαν στη Ρουμανία. 


Σήμερα, όμως, καταλαβαίνω πόσο αφελής, δυσνόητος κι εκτός τόπου ήμουν... Ζητούσα πολλά από την ποίηση, και την έπνιγα με τη σειρά μου... 


Τότε επιβάρυνα τα ποιήματά μου με αδύνατα καθήκοντα. Κυρίως μη εκφράσιμα. Όταν εξηγούμαι τώρα, συνειδητοποιώ ότι ασκούσα ένα σχεδόν ακατανόητο ερμητισμό. Φτωχή ελευθερία και κατάσταση άπνοιας... 


Ήταν όταν «συναντήσατε» για πρώτη φορά τη δουλειά του Πεσόα, ανάμεσα σε άλλους «γίγαντες» της λογοτεχνίας, που αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση πιο σοβαρά; Τι «ξύπνησαν» μέσα σας τα έργα του; 


Γνώριζα την «περίπτωση» Πεσόα κι είχα καταλάβει αρκετά γρήγορα πως η στρατηγική του να πολλαπλασιάζει τον εαυτό του μέσω διάφορων ετερωνύμων τού πρόσφερε την προοπτική να εκφράζει τα ΠΑΝΤΑ. 


Από την άποψη της στιλιστικής δεξιοτεχνίας, ο Οδυσσέας του Τζόις είναι ένα άλλο σπουδαίο παράδειγμα υπέροχης λογοτεχνικής κινητικότητας του προηγούμενου αιώνα. 


Ξεκίνησα, όμως, να καταλαβαίνω καλύτερα ότι ο Πεσόα θα γινόταν μια μεγάλη πηγή ελευθερίας για κάποιον σαν εμένα, στη φυλακή του ρουμανικού ολοκληρωτισμού, τη στιγμή που βρήκα τα κείμενά του στα πορτογαλικά, κάτι καθόλου απλό τότε. 


Η ποίησή του και το Βιβλίο της ανησυχίας εκδόθηκαν καθυστερημένα στην Πορτογαλία. «Βούτηξα», λοιπόν, κυριολεκτικά στον κόσμο του, που πρωτίστως μου έφερε την ελευθερία της φαντασίας του. 


Η ανακάλυψη ορισμένων σπουδαίων σύγχρονων Λατινοαμερικανών ποιητών -από τον Μπόρχες στον Βαγιέχο, από τον Νερούντα στον Παζ, από τον Ντράμοντ ντε Αντράντε στον Λίμα- με βοήθησε εξίσου ν’ αγνοήσω επί μακρόν τη ρουμανική πραγματικότητα. 


Το να τους μεταφράζω, στην αρχή απλώς για να τους γνωρίσω από μέσα, ήταν για μένα μια παράδοξη στιγμή απόδρασης προς μια σπουδαία ομορφιά. 


Αλλιώς, η έκδοση μεταφράσεων ήταν επίσης ριψοκίνδυνη: ο τίτλος του σπουδαίου ποιήματος του Πεσόα Hora absurda έπρεπε να αλλάξει σε Ora ireala


Κύριος οίδε εξαιτίας ποιου καπρίτσιου του παραλόγου ο Ρουμάνος λογοκριτής έδωσε στον εαυτό του την εξουσία ν’ αλλάξει ένα ιστορικό τίτλο!  


Προφανώς, η εξοικείωση με μεγάλα κείμενα μέσω της μετάφρασης, η οποία παραμένει μια σύνθετη ερμηνευτική άσκηση, είναι πιθανό να εμπλουτίσει την ίδια την άσκησή σου στη γραφή. 


Έχοντας ζήσει κι εργαστεί για πολλά χρόνια στη Γαλλία, είστε πρακτικά δίγλωσσος. Πώς αυτό επηρεάζει το στιλ της γραφής σας και τη διαμόρφωση της εν γένει ταυτότητάς σας; 


Γράφω ποίηση μόνο στα ρουμανικά, κι αυτή παραμένει ο πλούτος μου κατά τη διαδικασία εξοικείωσης με τη λογοτεχνία άλλων που αγαπώ. Μπορώ να χρησιμοποιήσω πολλές γλώσσες ως πηγές για τις επανόδους μου στη ρουμανική. 


Αλλά δεν κατέχω αυτές τις άλλες γλώσσες πολύ καλά ώστε να εκφράζομαι. Εκτός από εξηγητικές παρεμβάσεις, πότε πότε, χωρίς επιτήδευση. Δεν μπορείς να γίνεις ποιητής σε μια γλώσσα που έχεις υιοθετήσει αργά. 


Λατρεύω τη διασαφήνιση του Εμίλ Σιοράν σχετικά με το θέμα: «Ένας μέτοικος πρέπει να ξέρει ότι, με την καινούρια του γλώσσα, δεν μπορεί να εκφράσει αυτό τον υπόγειο θάνατο της ψυχής που είναι η ποίηση. 


Μπορείς να γίνεις ποιητής σε μια γλώσσα που έχεις μάθει στα πέντε. Μετά, είναι πολύ αργά». 


Σας καλώ να στοχαστείτε λίγα δευτερόλεπτα πάνω σ’ αυτό τον υπέροχο ορισμό: η ποίηση είναι ένας υπόγειος θάνατος της ψυχής. Γιατί η ψυχή, το συναίσθημα δε χρειάζονται στ’ αλήθεια τη λέξη για να εκφράζονται. Το φως της ύπαρξής τους είναι μια σωματική ανατριχίλα που προηγείται της λέξης... 


Φανταζόμαστε, όμως, ότι η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή στη λέξη, προσπαθούμε να την κρατήσουμε ζωντανή μέσω των λέξεων... Μια ολόκληρη ιστορία, αποστολή σχεδόν αδύνατη. 


Καλός μέτοικος όπως ήμουν, αντιστάθηκα στον πειρασμό να γράψω την ποίησή μου σε μια γλώσσα υπερβολικά σωστή γραμματικά, που δεν ήταν η μητρική μου. 


Επίσης, η ποίηση παραμένει αρκετά λανθασμένη, με τα ολισθήματα που μόνο η μητρική γλώσσα κρατά υπό έλεγχο... 


Προφανώς, η καταβύθιση σ’ αυτή τη μεγάλη δεξαμενή πολιτισμών που είναι το Παρίσι ήταν πιθανό να ξεκαθαρίσει, ακόμα και να επεκτείνει, τη λογοτεχνική μου ευαισθησία. Αλλά οι αμφιβολίες δε με εγκατέλειψαν. 


Ήξερα ήδη ότι σπουδαίοι ποιητές όπως ο Βαγιέχο κι ο Ελύτης επωφελήθηκαν, στην εποχή τους, από αυτή την υπέροχη παρόρμηση που είναι το πνεύμα ελευθερίας, της ευρηματικότητας, του οποίου το Παρίσι πάντα θα κρατά το μυστικό. 


Αλλά αυτοί οι δύο ποιητές και μερικοί άλλοι επωφελήθηκαν ιδιαιτέρως από αυτή την παρισινή ατμόσφαιρα για να επαναφέρουν το όφελος... στους ίδιους! 


Πέραν των ιδιοτήτων σας ως ποιητή, μεταφραστή και δημοσιογράφου, έχετε προσφάτως οριστεί σε πολιτικές θέσεις. Εκτιμάτε ότι ο κοινωνικός ρόλος ενός ποιητή είναι συμβατός με την άσκηση εξουσίας σε οποιοδήποτε πλαίσιο; 


Αποδέχτηκα μια περιορισμένη διπλωματική αποστολή, αρχικά για να προετοιμάσω την παρουσία της Ρουμανίας ως τιμώμενης χώρας στο Σαλόνι Βιβλίου του Παρισιού.  


Στη συνέχεια εκπροσώπησα τη χώρα μου για μια σύντομη περίοδο στο Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας, επειδή θεωρώ κάθε διπλωματική αποστολή μέσω του πολιτισμού πρώτιστης σημασίας. 


Αυτός είναι ο λόγος που με ώθησε κατόπιν, και για μερικά χρόνια, να οργανώσω διεθνείς λογοτεχνικές συναντήσεις σε διάφορες πόλεις της Ρουμανίας, κυρίως στο Βουκουρέστι. 


Πιστεύω πως ακόμα δε μας γνωρίζουν καλά, για πολλές δεκαετίες ήμασταν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. 


Οι εικόνες της Επανάστασης και της μαζικής εξόδου των Ρουμάνων, η διασπορά τους σ’ όλο τον κόσμο δημιουργούν στερεότυπα που σχεδόν ποτέ δεν αντιπροσωπεύουν τις δημιουργικές δυνατότητές μας στα μάτια των άλλων. 


Επιμένω να πιστεύω ότι η λογοτεχνία μας, οι καλλιτεχνικές μας δυνατότητες, οι παραδόσεις που είναι ακόμα ζωντανές μπορούν να μιλήσουν καλύτερα από εμάς και να έρθουν πιο κοντά στους άλλους. 


Είναι η μόνη μορφή «εξουσίας» που θα ήθελα να έχω για να μειώσω την αδιαφορία για την κουλτούρα που έχει ξεκινήσει τόσο καλά, κι όχι μόνο εδώ. 


Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος του Τσαουσέσκου. Πόσα έχουν αλλάξει στη Ρουμανία, τι παραμένει το ίδιο και τι πρέπει ν’ αλλάξει ακόμα, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά; 


Ανακεφαλαιώσαμε το Δεκέμβριο ένα τόσο μπερδεμένο φιλμ, των γεγονότων που συνέβησαν πριν από τριάντα χρόνια. 


Η πρώτη επανάσταση σε ζωντανή μετάδοση, έτσι δεν είναι; Ένα προειδοποιητικό πείραμα πάνω στις τόσο εκλεπτυσμένες μορφές χειραγώγησης που εξαπλώνονται στην παγκόσμια ειδησεογραφία του σήμερα. 


Δε νομίζω πως η αλήθεια έχει ξεκαθαρίσει, αν κι εμφανίζονται κάποιες πιο καθαρές σκηνές. Στην πραγματικότητα, επανάσταση, πραξικόπημα, αυθόρμητη εξέγερση γρήγορα εργαλειοποιήθηκαν από εκείνους που ήταν ήδη μάστορες στη χειραγώγηση, υπάρχουν τα πάντα σ’ αυτή τη μίξη. 


Ίσα που αποφύγαμε ένα εμφύλιο πόλεμο, κι όταν το λέω σκέφτομαι τη δικιά σας τρομερή εμπειρία σ’ αυτό το πεδίο. 


Η Ρουμανία έχει αλλάξει πολύ μέσα σε τρεις δεκαετίες. Για πρώτη φορά στην Ιστορία της έχει παραγάγει μια τεράστια διασπορά, χωρίς να ξέρουμε αυτή τη στιγμή αν αυτό θα είναι προς όφελός της ή όχι. 


Προσωπικά, ήμουν στο μικρόφωνο στο Παρίσι, στο Radio France Internationale, σχεδόν ζωντανά όλες τις μέρες. Ποτέ δε θα ξεχάσω το αίσθημα περηφάνειας που με διακατείχε, του σεβασμού απέναντι σ’ εκείνους που είχαν εξεγερθεί. 


Αναντίρρητα, η ελευθερία παραμένει η μεγάλη κατάκτηση για όλους τους Ρουμάνους. Δεν έχει, όμως, συνοδευτεί από μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας, αν κι η ένταξή μας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ σηματοδοτούν μείζονες στρατηγικούς προσανατολισμούς. 


Μια νέα γενιά έχει κληθεί να εμπλακεί στις δημόσιες υποθέσεις, αλλά ακόμα διστάζει, επειδή ο κοινωνικός «ανελκυστήρας» είναι σχεδόν χαλασμένος κι η ανέλιξη σύμφωνα με την αξία πρέπει ακόμα να επινοηθεί.  


Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια μέτρια πολιτική τάξη 


Αν κι είναι επίμονη στη διατήρηση των προνομίων της, είναι ταυτόχρονα ζαλισμένη και ανίκανη να κατανοήσει, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τις τεκτονικές κοινωνικές κινήσεις που παράγονται σήμερα σχεδόν παντού.


Αν σας ζητούσαν να περιγράψετε τον εαυτό σας και τη στάση σας απέναντι στη ζωή, την ανθρωπότητα και την κοινωνία, ποιες λέξεις θα σας έρχονταν πρώτα στο μυαλό; 


Η ομορφιά και το μυστήριο είναι οι λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό σχεδόν ταυτόχρονα για να εκφράσω την παρουσία μου μέσα σε και πριν το θέαμα του κόσμου. 


Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ερώτησή σας. Δεν πρέπει ν’ αποφεύγουμε τις λέξεις πλήρεις περιεχομένου, απλές, επαρκείς, σχεδόν κλειστές ταυτόχρονα, επικίνδυνες επίσης, γιατί έχουν την τάση να μας παγιδεύουν εντελώς... 


Ποτέ δεν είμαστε έτοιμοι και σχεδόν ποτέ πρόθυμοι ν’ αποδεχτούμε την πιο απλή ερώτηση: Τι σκέφτεσαι για τη ζωή; 


Κατά τον ίδιο τρόπο, οι περισσότεροι συγγραφείς αρνούνται να έρθουν ειλικρινώς αντιμέτωποι με θέματα που είναι ιδιαίτερα στη μεγάλη λογοτεχνία ανέκαθεν, καθώς είναι αδιάφορη προς τις μόδες και τα καπρίτσια του στιλ... 


Στοχάστηκα πάνω στην απλότητα αυτό το καλοκαίρι κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης παραμονής μου στη Λευκάδα. 


Ο Οδυσσέας μού κράτησε καλή παρέα. 


Έκανα κιόλας μια κρουαζιέρα γύρω απ’ την Ιθάκη του, ενοχλούμενος εντέλει από τους τουρίστες που έκαναν μπάνιο στα γαλαζοπράσινα νερά του βασιλείου του χωρίς να ξέρουν τίποτα για το θρυλικό κύρος του. Ω καιροί... 


Γνώριζαν όλα τα ανέκδοτα για το νησί του Ωνάση και τίποτα για την Πηνελόπη, τίποτα για τον πολύτροπό μας... 


Συνεχίζετε να γράφετε ποίηση μέχρι και σήμερα. Τι σας εμπνέει περισσότερο; 


Ναι, συνεχίζω να γράφω, να μεταφράζω, να ταξιδεύω και να διαβάζω πολύ... 


Η ποίηση... από μεγάλη απόσταση είναι μια προσωπική ανακάλυψη του κάθε ποιητή που έχει αγγιχτεί από την καθυστερημένη αποκάλυψη ότι ποτέ δε θα μπορέσει να σταματήσει να τη σκέφτεται, με ή χωρίς το αντίτιμο της επιτυχίας. 


Εύκολα μπορείτε να μαντέψετε πως ο Οδυσσέας γίνεται, ακόμα μια φορά, η συντροφιά μου σε ένα καινούριο στάδιο.


Εκείνος, ο Άνθρωπος μ’ ένα κουπί στη σκιά του, που ξαναρχίζει την περιπλάνησή του, ίσως προς τη γενέθλια Τρανσυλβανία μου, αν πρέπει να βρει ανθρώπους που δε γνωρίζουν την μητέρα και μπερδεύουν ένα κουπί με μια φτυαριά ρύζι... 


Μαζί του, προσπαθώ να διερευνήσω μερικά πιεστικά ζητήματα της σύνθετης επικαιρότητάς μας, που κυριαρχείται από το πάθος των αλγορίθμων. 


Κοντοστέκομαι μ’ αυτόν σ’ ένα κόσμο όπου οι νέες γενιές δε θα είναι πλέον ικανές να προσδιορίσουν τη σύνδεση μεταξύ του σιταριού και του ψωμιού, ένα κόσμο υποκείμενο σε μια προοδευτική ευφορική αποϋλοποίηση. 


Τμήμα της δουλειάς σας είναι πλέον διαθέσιμο στα ελληνικά με τη μορφή μας ανθολογίας. Τι σημαίνει αυτό για σας; 


Συγκινούμαι πολύ που μεταφράζομαι στη γλώσσα του Καβάφη, του Παλαμά, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Καζαντζάκη, του Ρίτσου, του Σικελιανού, της Δημουλά, του Πατρίκιου, του Αγγελή, ποιητών που διάβαζα και διαβάζω με μεγάλο θαυμασμό. 


Ο Καβάφης κι ο Σεφέρης είχαν από καιρό μεταφραστεί στα ρουμανικά από έναν αδερφό της μητέρας μου, τον ποιητή Aurel Rau


Παρακολουθούσα, έφηβος ακόμα, τα στάδια των μεταφράσεών τους καθώς απορροφούσα αυτή την ιδιαίτερη λάμψη που ορίζει μυστικά, κατ’ εμέ, την ποίηση του σπουδαίου ελληνικού λυρικού μοντερνισμού. 


Κι ευχαριστώ τον φίλο μου Βίκτωρ Ιβάνοβιτς για τη μετάφραση και την επιλογή των ποιημάτων αυτής της ανθολογίας. 


Νιώθω πως έχω φτάσει κι έχω γίνει αποδεκτός σ’ αυτή την Ελλάδα που μου προκαλεί εμμονή και με τραβάει προς το μέρος της από τότε που ξεκίνησα να κατανοώ τα σύμβολα και τα σημάδια που σκιαγραφούν στο χαρτί τη ζωή του ανθρώπου. 


Ευχαριστώ θερμά τις Λένα Νανοπούλου και Διονυσία Ζάφειρα από τις Εκδόσεις Γκοβόστη για τη συνδρομή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Η ποιητική ανθολογία του Ντίνου Φλαμάντ Κατάσταση πολιορκίας και άλλα ποιήματα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γκοβόστη σε μετάφραση Βίκτωρ Ιβάνοβιτς.