Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

Αλάα Αλ-Ασουάνι: «Όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα, είναι μια στιγμή αλήθειας»

 


Απαγορευμένο στην Αίγυπτο, το μυθιστόρημα του Αλάα Αλ-Ασουάνι, ενός εκ των κορυφαίων συγγραφέων του αραβικού κόσμου, Ανεκπλήρωτη δημοκρατία αποτελεί μια παθιασμένη «ανατομία» της εξέγερσης στην πλατεία Ταχρίρ.

«Συναντιόμαστε» με τον συγγραφέα τηλεφωνικά ενόψει της συζήτησης, στην οποία συμμετέχει στις 25 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδοχής της 17ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Επί σειρά ετών υπήρξατε οδοντίατρος. Τι σας έκανε να γίνετε συγγραφέας;

Σ’ ευχαριστώ για την ερώτηση, αλλά αυτό που συνέβη ήταν το αντίθετο!

Ο πατέρας μου ήταν συγγραφέας και το να γίνω συγγραφέας ήταν το μόνο μου όνειρο όταν ήμουν παιδί.

Δεν μπορείς, όμως, να ζήσεις από τη συγγραφή μυθοπλασίας στην Αίγυπτο ή τον αραβικό κόσμο. Είναι αδύνατο. Αποτελώ εξαίρεση, γιατί έχω μεταφραστεί σε 37 γλώσσες.

Πουλάω πολύ καλά στη Δύση ως μυθιστοριογράφος, κι αυτό φέρνει λεφτά, αλλά αποφάσισα να γίνω οδοντίατρος.

Ακόμα κι ο νομπελίστας Ναγκίμπ Μαχφούζ έπρεπε να δουλεύει ως δημόσιος υπάλληλος έως τη συνταξιοδότησή του.

Επομένως, είμαι ένας συγγραφέας που έγινε οδοντίατρος.

Διατηρούσατε το ιατρείο σας στο Μέγαρο Γιακουμπιάν, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε σε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.

Ήταν το πρώτο που εκδόθηκε ευρέως.

Πριν από αυτό είχα συγγράψει τρία ακόμα, αλλά τρεις φορές -το ’90, το ’94 και το ’98- τα απέρριψε το αιγυπτιακό υπουργείο Πολιτισμού.

Πώς δικαιολόγησαν την απόρριψη;

Για διάφορους λόγους.

Εξαιτίας της πολιτικής θέσης μου έναντι του δικτάτορα, υποθέτω, λόγω διαφθοράς, γιατί είναι διεφθαρμένοι, και εξαιτίας της ζήλειας, επειδή κάποιες φορές ο υπεύθυνος για τις εκδόσεις είναι κι αυτός μυθιστοριογράφος.

Τι άλλαξε κατόπιν;

Αυτό που συνέβη ήταν ότι μετά την τρίτη απόρριψη αποφάσισα να εγκαταλείψω τη συγγραφή και να μεταναστεύσω στη Νέα Ζηλανδία, επειδή ήταν πολύ μακριά. Ήμουν απολύτως απογοητευμένος.

Είπα, λοιπόν, στην σύζυγό μου πως θα ολοκληρώσω το μυθιστόρημα που γράφω κι έπειτα δε θα ξαναγράψω μυθοπλασία. Θα ήμουν απλώς οδοντίατρος. Αυτό το μυθιστόρημα ήταν το Μέγαρο Γιακουμπιάν.

Από την πρώτη εβδομάδα της έκδοσής του είχε εξελιχθεί σε φαινόμενο.

Υποθέτω ότι για το Μέγαρο Γιακουμπιάν εμπνευστήκατε από κάποιες από τις εμπειρίες της ζωής σας.

Καθετί που γράφω εμπνέεται από την εμπειρία μου στη ζωή. Η μυθοπλασία ισοδυναμεί με την πραγματικότητα συν τη φαντασία.

Νιώθετε ότι η Ανεκπλήρωτη δημοκρατία αποτελεί μια συνέχεια αυτού του μυθιστορήματος, μιας και τα δύο καταπιάνονται με την αποτύπωση της σύγχρονης αιγυπτιακής κοινωνίας στην ολότητά της;

Καλύτερα να απευθύνεις αυτή την ερώτηση σε κάποιον κριτικό ή στους αναγνώστες, γιατί δε νομίζω πως ο μυθιστοριογράφος μπορεί ή του επιτρέπεται να αξιολογήσει το ίδιο του το έργο.

Γράφω ακολουθώντας μια αίσθηση, ένα συναίσθημα. Σε κάποια φάση αισθάνομαι ικανοποιημένος με αυτό που έγραψα και τότε το εκδίδω. Από εκείνο το σημείο δε μου ανήκει πλέον.

Σε κάθε περίπτωση, η Ανεκπλήρωτη δημοκρατία είναι βαθιά ριζωμένη σε ό,τι συνέβη κατά την επανάσταση στην Αίγυπτο στη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης. Είστε μάστορας στη δημιουργία χαρακτήρων.

Σε ευχαριστώ!

Ταυτόχρονα λειτουργούν ως σύμβολα και έχουν σάρκα και οστά, όντας άνθρωποι με αισθήματα, αντιφάσεις, αποτυχίες. Πώς καταφέρνετε να πετυχαίνετε αυτή την ισορροπία;

Αυτό που θα εξηγήσω είναι ο δικός μου τρόπος συγγραφής, που δεν είναι κατ’ ανάγκη ο καλύτερος για κάθε συγγραφέα.

Για μένα, οι χαρακτήρες είναι το πιο σημαντικό πράγμα και το πιο δύσκολο βήμα. Όταν δημιουργώ τον χαρακτήρα μου, πρέπει να ξέρω τα πάντα γι’ αυτόν/αυτήν.

Αυτός που καπνίζει Marlboro είναι ψυχολογικά διαφορετικός από εκείνον που καπνίζει Gitanes, για παράδειγμα.

Έπειτα, περιμένω για το «κλικ». Τότε νιώθω ότι οι χαρακτήρες υπάρχουν. Δεν τους βλέπω, αλλά όντως υπάρχουν. Στη συνέχεια ξεκινώ τη συγγραφή.

Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, μετά το 1/3 του μυθιστορήματος, χάνω τον έλεγχο των χαρακτήρων μου. Γίνονται ανεξάρτητοι. Αποφασίζουν να κάνουν αυτό που θέλουν.

Τώρα τους ακολουθώ στην «οθόνη» της φαντασίας μου και καταγράφω αυτά που λένε και κάνουν.

Είστε, επομένως, σαν «αγωγός» για την ύπαρξή τους.

Απολύτως! Γι’ αυτό, αν με ρωτήσει κάποιος γιατί αυτοκτόνησε ένας χαρακτήρας μου, δεν έχω κάποια απάντηση να του δώσω.

Πολλές φορές με εκπλήσσει αυτό που κάνουν. Η ανεξαρτησία των χαρακτήρων μού δίνει απίστευτη ευχαρίστηση ως συγγραφέα.

Στην Ανεκπλήρωτη δημοκρατία προσφέρετε ένα ποικιλόμορφο και συναρπαστικό «μωσαϊκό» της αιγυπτιακής κοινωνίας κατά την περίοδο της εξέγερσης. Η γυναικεία παρουσία, εξάλλου, είναι πολύ ισχυρή. Αυτό συμβαίνει και κοινωνικά;

Έζησα την επανάσταση, πριν από αυτή και μετά μέρα με τη μέρα, λεπτό το λεπτό. Ήμουν στα πρόθυρα τού να πεθάνω πολλές φορές, κουβάλησα στους ώμους μου νεκρούς μάρτυρες.

Βίωσα μια πολύ έντονη εμπειρία στη διάρκεια της επανάστασης, επομένως ήταν πολύ φυσικό να γράψω ένα μυθιστόρημα εμπνεόμενος από αυτή.

Η γυναικεία παρουσία είναι αποφασιστική όχι μόνο στα μυθιστορήματα, αλλά και στη ζωή. Πολλοί υποτιμούν την ισχύ των γυναικών. Οι γυναίκες είναι πολύ πιο ευαίσθητες από τους άντρες, γιατί η ζωή φτιάχνεται εντός της γυναίκας.

Στην καθημερινή ζωή μου νιώθω πολύ πιο άνετα με γυναίκες από ό,τι με άντρες. Τις καταλαβαίνω, τις εμπιστεύομαι. Αν είσαι ειλικρινής απέναντί τους, θα είναι πολύ πιο δοτικές από τους άντρες.

Σε κάθε περίπτωση, η εξοικείωσή σας με τη γυναικεία ψυχοσύνθεση είναι πολύ προφανής στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Υπάρχει, αναρωτιόμουν,  λίγος από τον εαυτό σας σε καθέναν από τους χαρακτήρες;

Ο μυθιστοριογράφος, ενώ συγγράφει, γίνεται ένας ηθοποιός. Η δουλειά του ηθοποιού είναι να «βγαίνει» από την πραγματική προσωπικότητά του και να εμπλέκεται απολύτως με τον χαρακτήρα.

Ο μυθιστοριογράφος κάνει το ίδιο. Αυτό είναι ένα στοιχείο της ικανότητάς σου να είσαι μυθιστοριογράφος.

Τουλάχιστον το 1/3 των επαναστατών ήταν γυναίκες, και ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Πολλές σκοτώθηκαν. Πολλές είχαν πολύ σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της επανάστασης και μετά από αυτή.

Η επανάσταση, εξάλλου, υπήρξε μια απελευθερωτική στιγμή για τις Αιγύπτιες, επέστρεψαν σε αυτό που ήταν στο παρελθόν. Δυστυχώς, έχουμε βιώσει μια τρομερή εμπειρία με τους Ουαχαμπίτες. Υιοθετούν μια επικίνδυνη ερμηνεία του Ισλάμ.

Τι απέμεινε, λοιπόν, από τις μέρες της επανάστασης; Αποκαταστάθηκε, τελικά, η «παλιά τάξη»; Αισθάνομαι πως υπάρχει πολύς θυμός, πολλή πίκρα και απογοήτευση στο μυθιστόρημα και στους χαρακτήρες σας.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί η γνώμη των χαρακτήρων μου δεν είναι κατ’ ανάγκη η δική μου. Και οι γνώμες τους είναι πολύ αντικρουόμενες. Οι χαρακτήρες είχαν την ευκαιρία να τις εκφράσουν στο μυθιστόρημα.

Αν ρωτάς την προσωπική γνώμη μου, είμαι πολύ αισιόδοξος.

Μόλις ο κύριος Σίσι έγινε Πρόεδρος, μου απαγόρευσαν να γράφω, έπειτα να εμφανίζομαι τηλεοπτικά, και, τέλος, να διοργανώνω ένα σεμινάριο που διοργάνωνα κάθε εβδομάδα επί είκοσι χρόνια.

Αποφάσισα, έτσι, να έρθω στις Η.Π.Α. και να διδάξω δημιουργική γραφή, αλλά ήμουν αποφασισμένος να γυρίσω πίσω.

Εξαιτίας του συγκεκριμένου μυθιστορήματος -αν και δεν εκδόθηκε στην Αίγυπτο, αλλά στον Λίβανο-, ξεκίνησε μια στρατιωτική δίκη, κι αυτό σημαίνει φυλακή. Οι δικηγόροι και οι φίλοι μου με συμβούλεψαν, λοιπόν, να μην επιστρέψω στην Αίγυπτο.  

Για ποιο πράγμα σας κατηγόρησαν; Για δυσφήμηση;

Η λίστα των κατηγοριών είναι μακρά!

Απόπειρα καταστροφής του σπουδαίου μας στρατού, του προσώπου του Προέδρου, της εικόνας της Αιγύπτου, των αιγυπτιακών θεσμών. Όλες αυτές οι κατηγορίες δεν έχουν να κάνουν με τον νόμο, είναι εντελώς κατασκευασμένες.

Είναι απλώς ένας τρόπος να σε βάλουν στη φυλακή.

Δε μετανιώνω, ωστόσο. Αν έπρεπε να κάνω πάλι ό,τι έκανα, θα το ξαναέκανα πολλές φορές, γιατί ο συγγραφέας πρέπει πάντα να κάνει το καθήκον του, και το δικό μου ως μυθιστοριογράφος είναι να γράφω μυθιστορήματα.

Όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα, ακόμα κι αν είναι φανταστικό, είναι μια στιγμή αλήθειας. Πρέπει να είσαι αληθινός απέναντι στον εαυτό σου και στην πραγματικότητα.

Ήξερα πως η συγγραφή αυτού του βιβλίου θα προκαλούσε μπελάδες, αλλά δε με νοιάζει.

Έχει αντιδράσει η αιγυπτιακή κοινή γνώμη, η κοινωνία των πολιτών στη δίωξή σας;

Δεν υπάρχει πλέον κοινωνία των πολιτών στην Αίγυπτο, γιατί ο Σίσι έκλεισε όλα τους συλλόγους και έβαλε τους πάντες στη φυλακή.

Αν γράψεις ένα σχόλιο στο Facebook, σε παρακολουθούν. Θα καταλήξεις στη φυλακή τουλάχιστον για τρία-τέσσερα χρόνια.

Ξέρω ότι με υποστηρίζουν οι άνθρωποι, αλλά πολλοί είναι τρομαγμένοι. Το σέβομαι αυτό, αν και διαφωνώ.

Βρήκατε στις Η.Π.Α. ένα πιο ανεκτικό, επιεικές διανοητικό κλίμα, εντός του οποίου μπορείτε να γράφετε και να διδάσκετε, ή είχατε κι εκεί θέματα;

Σπούδασα στις Η.Π.Α. τη δεκαετία του ’80. Ξέρω, λοιπόν, την Αμερική, ή τουλάχιστον η αμερικανική εμπειρία μου έχει υπάρξει πολύ θετική.

Οι Αμερικανοί είναι πολύ φιλικοί. Το πρόβλημά τους, κάποιες φορές, είναι πως δεν ξέρουν αρκετά για σένα, όπως δεν ξέρουν τι συμβαίνει στην Ελλάδα, για παράδειγμα.

Δεν τους κατηγορώ. Τα μίντια εστιάζουν σε εσωτερικά ζητήματα, και το εκπαιδευτικό σύστημα είναι υπερβολικά πρακτικό. Όποτε κατανοούν, γίνονται πολύ υποστηρικτικοί.

Σε κάθε δημοκρατική χώρα -κι αυτό είναι σημαντικό- νιώθω ότι προστατεύομαι από τον νόμο. Δεν επιτρέπεται το καθετί. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό συναίσθημα για κάποιον όπως εγώ, που έχω ζήσει σε δικτατορία κι έχω πολλούς μπελάδες.

Ακόμα κι ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. δεν μπορεί να σε βλάψει, εκτός κι αν παραβιάσεις τον νόμο. Θα ήθελα ασφαλώς να επιστρέψω στη χώρα μου, την οποία αγαπώ πιο πολύ από κάθε άλλη, αλλά η ένταση υπό ένα δικτατορικό καθεστώς είναι πολύ βαριά.

Καλύτερα να κρατάτε τις αποστάσεις σας προς το παρόν, λοιπόν, παραμένοντας σε έναν τόπο όπου μπορείτε να συνεχίζετε τις δραστηριότητές σας. Μια από αυτές είναι η διδασκαλία.

Είναι κοινό λάθος κάποιων να θεωρούν ότι μπορούν να γράψουν χωρίς να διαβάζουν. Πρέπει να διαβάζουμε πολύ. Το να διαβάζουμε τους κλασικούς, τα αριστουργήματα είναι πολύ πιο σημαντικό από το να μελετάμε θεωρία της λογοτεχνίας.

Η θεωρία βασίζεται στην τέχνη, όχι το αντίστροφο. Το πραγματικό σχολείο είναι η ανάγνωση, όλη την ώρα.

Πάντα διδάσκω δημιουργική γραφή. Θα σου πω κάτι που θα σου δώσει μια ιδέα για τη μέθοδό μου.

Στο πρώτο μάθημα πηγαίνω στους μαθητές και τις μαθήτριές μου με λουλούδια, και δίνω από ένα στον καθένα και την καθεμία. Κρατάω ένα για τον εαυτό μου. Έπειτα ρωτάω αν τους αρέσουν τα λουλούδια. Θα απαντήσουν: «Είναι όμορφα».

«Θα ανατάμω το λουλούδι μου», τους λέω. Ξεκινάω να το κόβω, λίγο λίγο. «Απέμεινε καθόλου ομορφιά στο λουλούδι μου;», τους ρωτά τότε. Απαντούν: «Όχι, γιατί το κόψατε».

«Δε θα αντιμετωπίσουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο έτσι. Θα κρατήσουμε την ομορφιά του ως έχει», τους λέω.

Φαντάζει παραγωγικός ο τρόπος διδασκαλίας σας.

Έχω κατά καιρούς σπουδαίους μαθητές και δημοσιεύω τις καλύτερες ιστορίες τους στην ιστοσελίδα του εργαστηρίου. Δεν είναι διάλεξη, αλλά εργαστήριο, οπότε δεν μπορώ να δεχτώ πάνω από δέκα μαθητές.

Ποιοι είναι οι συγγραφείς που σας έχουν ασκήσει τη μεγαλύτερη επίδραση;

Θα χρειαζόταν ξεχωριστή συνέντευξη για να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση!

Διαβάζω αραβικά, αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Μεγάλωσα σε γαλλικό σχολείο, οπότε μελετούσα γαλλικά και αραβικά την ίδια μέρα από τεσσάρων.

Δεν μπορώ, επομένως, να αγνοήσω την ισχυρή επίδραση της γαλλικής λογοτεχνίας: Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Βικτόρ Ουγκό, Λα Φονταίν.

Έπειτα διάβασα στα αγγλικά. Ο Χέμινγουεϊ είναι σπουδαίος συγγραφέας. Η ρωσική λογοτεχνία, του 19ου αιώνα πιο πολύ. Δε νομίζω ότι κάποιος μπορεί να είναι συγγραφέας χωρίς να διαβάσει Ντοστογιέφσκι και Τσέχωφ, τουλάχιστον.

Έχετε τον Καζαντζάκη, σπουδαίος συγγραφέας. Τον προφέρω σωστά;

100%!

Eυχαριστώ, πολύ ευγενικό! (Γέλιο). Μελέτησα ισπανικά, για να μπορώ να διαβάσω Μάρκες στο πρωτότυπο. Είναι ένας μετρ της λογοτεχνίας.

Η κουβέντα μας υπήρξε μια απόλαυση!

Και για μένα, σε ευχαριστώ πολύ!

Το μυθιστόρημα του Αλάα Αλ-Ασουάνι Ανεκπλήρωτη δημοκρατία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση του Γιάννη Στρίγκου.

Ο Αλάα Αλ-Ασουάνι συζητά με τον συγγραφέα-δημοσιογράφο Αλέξανδρο Μασσαβέτα την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου, 17:30, στο πλαίσιο της διαδικτυακής εκδοχής της 17ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.



Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Faten Kanaan: “I just make music I would want to hear”

 


Dexterously interweaving ambient, minimalist and electronic pop soundscapes, Brooklyn-based Faten Kanaan’s latest offering, A mythology of circles, is one of the most accomplished and thrilling releases of 2020 so far.

In conversation with Faten Kanaan.

A mythology of circles, your latest and -to me- most accomplished work to date, is a fluid, moving, nocturnal exploration of myths and myth-making. How did your fascination with myths develop over the years, ever since you were a child?

Thanks so much!

Living between Europe and the Middle East, as a child I was exposed to so much various folklore- I loved stories and storytelling.

Later, in my senior year of high school, in our Theory of Knowledge course for the International Baccalaureate, the teacher focused on Greek mythology and narrated the stories so well, they left quite an impression.

I later became interested in comparative mythology, from the writings of Vladimir Propp, to making my own connections, and seeing every country’s unique and rich folklore as a bonding thread in our shared human histories.

In university & graduate school my focus was on Fine Arts -Painting and Sculpture. Storytelling and mythology were often at the center of my work.

There are clear “echoes” of Terry Riley, Brian Eno and Wim Mertens in the album. Do you feel that your artistic endeavors lie at the crossroads of ambient, minimalist and electronic pop soundscapes?

I love all those artists’ work, and am drawn to music from different genres:

Film scores, minimalist composers, ambient drones, medieval rounds, French & Italian pop music from the 60s & 70s that my family listened to, Arabic music, industrial/ experimental music, and more.

I just make music I would want to hear, and don’t feel the need to make it fit any specific genre.

Which is the significance of the two choral parts used in this work?

The first time I used the VST sampled choir, I was surprised by how forlorn the voices sounded.  They were both emotive, yet quite cold.

Their attempt to sound real became an embodiment of our strange relationship with technological acceleration, an example of the “uncanny valley”, as a recent review of the album had aptly mentioned - in The Quietus, by Will Salmon.

Both in terms of overall structure and sound-wise, A mythology of circles resembles a soundtrack to an imaginary/non-existent film. What kind of films do you enjoy watching and what kind of film would be “invested” with such music?

I love cinema, film theory, and watching movies. Film scores were definitely a big influence on how I think about sound, and the importance of a narrative structure for me when composing.

Kieślowski, Tarkovsky, Akerman... It’s difficult to pin down any favorite directors- but these are a few. Film is such an incredible medium because every nuance matters. Every decision becomes part of a transformative journey for the audience.

The ability to tell a story and take someone from point A to point B in such a way is pure enchantment. I think of this when composing: of what story I’m trying to tell. What mood I’m trying to conjure.

But hopefully in a way that is mysterious enough to allow the listener to come up with their own imagery.

I would love to score films in the future and hope I can do so with the right projects.

It also feels very organic, very earthly. Is this due to your connection with nature?

Yes, I do have a very strong connection with nature. It’s part of our ancestry, our history, and our DNA. Perhaps having lived in the city for so long makes me yearn for it and romanticize it, but I try to spend as much time near greenery or water as I can.

Also, I started playing musical instruments well before I got into using synthesizers. My main instrument was the piano, but then I had dabblings with the cello, oud, harp, and guitar.

Experiencing the physicality of making sound resonate in different ways definitely affected how I approach electronic music.

As a listener, I experienced your album late at night with eyes closed and was induced into a trance-like state of mind. How do you relate with your audience?

Each track is a journey. A story. I think of what it means to me, and where I’d like it to take the listener- though their journey is ultimately their own. I’m glad it was an experience!

My recording process differs quite a bit from my live performances. 

In live sets I use a pedal looper, so that I can layer the sections live on stage.

In recordings, I play the entirety of each repeating harmony, sometimes for up to 6 or 7 minutes- to allow for natural drifts to happen. I notice the physicality of how it affects me. It becomes durational...

Sometimes I lose myself when repeating a melody, and the recording process does end up feeling trance-like: a whirling dervish, or a word sounding surreal from being repeated so often.

You’re based in Brooklyn. Is there an active cultural scene in the area nowadays?

I’m very grateful for the music community I’ve had here. It’s lovely to see artists -and engineers- genuinely supporting each other.

And thanks to the internet and globalism, it’s been great to see that people can connect from different places. One can be anywhere, as long as they can engage with a community and not live in a bubble of one’s own work.

With the pandemic of course, things have changed a bit.

Several of your albums and EPs have come out during autumn, and especially in November. Is this a coincidence? Or does autumn hold a special charm for you?

That’s quite insightful! Yes, I was born in September, and love the autumn. It seems like I’ve gotten into a seasonal rhythm with recording then mixing, and when the album is ready for release. Also, I’m not quite sure my music really fits as a summer ‘jam’!

To what extent has the Trump “era” -which is by no means over yet- affected you creatively, politically and socially? Do you expect any real change within the context of the forthcoming Biden administration?

I think the bigger political machine is quite larger than any one president, so I’m not sure what changes will happen, but I hope people keep speaking up for justice.

I’m definitely glad the last four years are coming to a close. It had been a scary and disappointing time -not just in the US-, to see the worst sides of humanity emboldened like this. It took us back too many steps, to say the least.

Do you plan to visit/play in Greece once the Covid-19 “dust” settles or is it absolutely impossible to program life activities at present?

I’d love to visit and play in Greece soon! I’m actually planning on moving back to Europe next year, which would make travels there a bit easier, but of course my plans are mostly hypothetical and on hold at the moment.

Day by day, but working towards some goals.

And finally, do we, as societies and individuals, need to create new myths and mythologies? What will be left after the Covid-19 “era” subsides?

Definitely! As far as our awareness goes, we only live once. Our perspective matters in how we experience life. Some situations are easier than others, but it’s important to at least try to live the best story possible. To respect other people’s stories.

As much loss and distress as Covid-19 may have brought, it has forced us to re-prioritize things in our lives, hopefully for a more sustainable future and positive legacy.

I would like to warmly thank Alice Gros of Fire Records for facilitating the communication with Faten Kanaan.

Faten Kanaan’s A mythology of circles is released by Fire Records.



Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2020

Καρολίνα Nτε Ρομπέρτις: «Στις Η.Π.Α. είναι της μόδας ότι η πολιτική δεν ταιριάζει στη λογοτεχνία»

 

Καρολίνα Ντε Ρομπέρτις (Φωτογραφία: Pamela Denise Harris)

Φόρος τιμής στη γυναικεία απελευθέρωση, συντροφικότητα και φιλία, το μυθιστόρημα της καταγόμενης από την Ουρουγουάη συγγραφέως Καρολίνα Ντε Ρομπέρτις Καντόρας, Οι γυναίκες που τραγουδούσαν είναι ένα απολαυστικό βιβλίο.

Στο επίκεντρό του βρίσκεται η προσπάθεια πέντε ομοφυλόφιλων γυναικών να επιβιώσουν και να υπάρξουν στο διάβα 35 πολυτάραχων χρόνων στην Ουρουγουάη.

Συνομιλώντας με την συγγραφέα με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Ο όρος “cantoras” ως κωδικοποιημένη αναφορά για τις λεσβίες προϋπήρχε της συγγραφής του μυθιστορήματος;

Είναι μια κωδική ονομασία για τις λεσβίες. Χρησιμοποιείται σε κοινότητες όπου οι κουίρ άνθρωποι δε νιώθουν ασφαλείς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους.

Έμαθα τη λέξη από τους ίδιους τους ανθρώπους στους οποίους βασίζεται αυτό το βιβλίο. Όταν το έγραφα, όμως, δε γνώριζα αν όλοι οι γκέι άνθρωποι εκείνη την περίοδο ήξεραν αυτόν τον όρο ή τον ήξεραν μόνο οι συγκεκριμένοι.

Κανείς, όμως, δεν γνωρίζει πόσο μακριά έφτασε στις δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90. Νομίζουμε ότι τον επινόησε μια γυναίκα ονόματι Ίζαμπελ, αλλά δεν μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε.

Μιας κι έχεις ελάχιστα ζήσει στην Ουρουγουάη, ήταν η συγγραφή αυτού του βιβλίου ο τρόπος σου να συνδεθείς ή να επανασυνδεθείς με την ουρουγουανή διάσταση της ταυτότητάς σου;

Αυτή είναι υπέροχη ερώτηση!

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, Το αόρατο βουνό, είχε επίσης πολύ να κάνει με την επανασύνδεση με την ουρουγουανή μου ταυτότητα. Εκείνη την εποχή, ποτέ δεν είχα ζήσει στην Ουρουγουάη.

Έκτοτε έχω όντως γυρίσει και μετακομίσει εκεί για ενάμιση χρόνο με την σύζυγό μου και δύο πολύ μικρά, τότε, παιδιά. Το γεγονός αυτό μου επέτρεψε να συνδεθώ βαθύτερα με την κουλτούρα.

Μεγάλωσα σε τρεις διαφορετικές χώρες, και καμιά τους δεν ήταν η χώρα καταγωγής μου. Είμαι, λοιπόν, πολύ μετανάστρια, και πολλοί από εμάς που είμαστε μετανάστες ή παιδιά μεταναστών βιώνουμε ένα είδος διπλής πραγματικότητας.

Υπάρχει ολόκληρη χώρα κάτω από το δέρμα μας, αλλά αυτή λείπει πάνω από το δέρμα μας. Η συγγραφή, επομένως, είναι σίγουρα ένας τρόπος σύνδεσης με μια κουλτούρα που την αισθάνομαι οικεία, αλλά πάντα μακρινή.

Είχαν διωχθεί οι γονείς σου κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας στην Ουρουγουάη ή βρίσκονταν ήδη εκτός της χώρας;

Σπουδαία ερώτηση!

Οι γονείς μου έφυγαν από την Ουρουγουάη λίγο πριν το πραξικόπημα, αλλά όχι εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης.

Οι άνθρωποι στις αποκαλούμενες «τριτοκοσμικές» χώρες συχνά φεύγουν λόγω επαγγελματικών ευκαιριών, κυρίως ακαδημαϊκής φύσης, κι αυτό συνέβη με τον πατέρα μου.

Πολλοί, ωστόσο, που εγκατέλειψαν τη χώρα τότε νομίζοντας ότι αυτό θα κρατούσε λίγο, δυσκολεύτηκαν έπειτα να επιστρέψουν, επειδή η πολιτική κατάσταση συνέχισε να επιδεινώνεται.

Μεγάλωσα χωρίς ν’ ακούω για τη Δικτατορία στην Ουρουγουάη.

Πώς κι έτσι;

Πρώτη φορά άκουσα γι’ αυτή όταν ήμουν δέκα. Όταν αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία και η μητέρα μου έμαθε ότι μία από τις φίλες της είχε βγει από τη φυλακή, είχαμε μόλις μετακομίσει στις Η.Π.Α.

Εκείνη την περίοδο υπήρχε πολλή σιωπή γι’ αυτό το ζήτημα. Οι άνθρωποι της Διασποράς δε μιλούσαν, δεν ήξεραν πώς να μιλήσουν γι’ αυτό. Ήθελα, επομένως, να γεμίσω αυτή τη σιωπή με φωνές, αφήγηση και μουσική.

Σε ποιο βαθμό ενεπλάκης στο να ακούσεις αληθινές ιστορίες και περιστατικά, που έπειτα μετασχημάτισες μυθοπλαστικά;

Άκουσα τις ιστορίες των ανθρώπων σε τεράστιο βαθμό.

Ερεύνησα, εξάλλου, και την αγγλική, την ισπανική -ακόμη και την ιταλική- σχετική βιβλιογραφία. Ερευνώ τη Δικτατορία στην Ουρουγουάη επί είκοσι χρόνια.

Βιβλία, ωστόσο, που να περιγράφουν τι σήμαινε να είσαι γκέι, λεσβία, τρανς τότε δεν υπάρχουν.

Στα εικοσιπέντε μου, ήμουν τσακισμένη γιατί οι γονείς μου είχαν αρχίσει να με αποκληρώνουν. Μου ξεκαθάρισαν ότι δεν μπορούσα να είμαι και γκέι και Ουρουγουανή.

Λόγω του σεξουαλικού σου προσανατολισμού;

Ναι. Όταν παντρεύτηκα γυναίκα το 2002, το αποκαλούσαμε «κοινωνική ανυπακοή», προσφωνούσαμε η μία την άλλη «σύζυγο». Ούτε καν άλλες λεσβίες δεν το έκαναν αυτό!

Τώρα είναι πολύ πιο συνηθισμένο. Τότε, ήταν σαν να επινοούσαμε έναν χώρο για εμάς. Παντρευτήκαμε εκ νέου το 2004 στο Σαν Φρανσίσκο και το 2008, όταν αυτό νομιμοποιήθηκε στην πολιτεία μας, την Καλιφόρνια.

Είμαστε ακόμη μαζί με την Παμ επί είκοσι χρόνια, η σύζυγός μου είναι μαύρη κι έχουμε δύο παιδιά οκτώ και έντεκα χρονών.

Πώς γνωρίστηκες με την LGBT κοινότητα της Ουρουγουάης;

Γνώρισα μια γυναίκα στην Καλιφόρνια, την Νατάλια, ξεκινήσαμε να μιλάμε και ξέσπασα σε κλάματα. Μου είπε: «Έχω μια θεία στην Ουρουγουάη, που είναι λεσβία. Θα σου δώσω τον αριθμό της».

Όταν την συνάντησα, δεν της είπα πως είμαι γκέι, απλώς ότι είμαι φίλη της Νατάλια, και μου πρότεινε να πάω μαζί της στο Κάβο Πολόνιο.

Αυτό ήταν το πρώτο μου ταξίδι εκεί, κι έμεινα στη μικρή παράγκα που είχε αγοράσει με φίλες της στη διάρκεια της Δικτατορίας. Είναι το άτομο που ενέπνευσε τον χαρακτήρα της Πας στο βιβλίο.

Όταν πρωτοπήγες στο Κάβο Πολόνιο, ήταν ακόμα μια νησίδα ουτοπίας ή είχε ήδη ανακαλυφθεί από ορδές τουριστών;

Τώρα έχει ανακαλυφθεί από ορδές τουριστών, έχει αλλάξει.

Το 2001, ωστόσο, ήταν πολύ πιο νυσταλέο και ρουστίκ. Υπήρχε ένα είδος χίπικης κουλτούρας στην περιοχή. Πολύ μποέμικο, πολύ γκέι μέρος. Ήταν πολύ μαγικό να είσαι εκεί, κάτω από τα αστέρια. Και ξεκίνησα ν’ ακούω τις ιστορίες των γυναικών.

Στην αρχή επρόκειτο για μια βαθιά ακρόαση, με αγάπη, η οποία με θεράπευσε, με βοήθησε να δω την παρουσία της πολιτισμικής Ιστορίας που νιώθω ως κληρονομιά μου.

Περίπου δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, αισθάνθηκα ότι ήθελα να συμβάλω σ’ αυτές τις ιστορίες, συνυφαίνοντάς τις σ’ ένα μυθιστόρημα.

Και να τις διατηρήσεις στη μνήμη, μιας και δε νομίζω να εκπροσωπούνται στον κυρίαρχο λόγο στην Ουρουγουάη.

Ακριβώς, δεν υπάρχουν στον κυρίαρχο λόγο. Αυτές οι ιστορίες, τού να φοβάσαι στην καθημερινότητά σου το καθεστώς, τους συναδέλφους, ακόμα και την οικογένειά σου, δεν έχουν καταγραφεί.

Τα μυθιστορήματα μπορούν να δώσουν φωνή σε ιστορίες που η επίσημη καταγραφή θα άφηνε πίσω.

Δες τον Τολστόι. Το Πόλεμος και Ειρήνη αποτυπώνει μια εποχή κι ένα μέρος.

Αφηγηματικά και από άποψη ενδιαφερόντων νιώθεις κομμάτι της πλούσιας και ποικιλόμορφης λατινοαμερικανικής παράδοσης;

Ναι, αν και γράφω στ’ αγγλικά.

Η λογοτεχνία των καταγόμενων από τη Λατινική Αμερική στις Η.Π.Α. είναι πολύ πλούσια. Υπάρχουν πολλές από εμάς, δεν είμαι εντελώς μόνη.

Αισθάνομαι χρέος απέναντι σε πολλούς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς- από τον Κορτάσαρ και τον Μάρκες μέχρι τον Μεξικανό Αλβάρο Άβιλα και πολλούς άλλους.

Γράφοντας για κουίρ και γκέι φωνές νιώθω χρέος προς την έγχρωμη λογοτεχνία των Η.Π.Α., για παράδειγμα την Όντρι Λορντ, την Τόνι Μόρισον, τον Τζέιμς Μπόλντουιν.

Κι ο Εντουάρντο Γκαλεάνο;

Αγαπώ τον Γκαλεάνο και τη δουλειά του, από τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής και εξής, αλλά δεν ξέρω αν είναι εξίσου σημαντική επιρροή για μένα.

Στις Η.Π.Α. είναι της μόδας η αντίληψη ότι η πολιτική δεν ταιριάζει στη λογοτεχνία. Η λατινοαμερικανική λογοτεχνία ποτέ δεν έπεσε σ’ αυτή την παγίδα.

Έχεις ζήσει -και ζεις- στις Η.Π.Α. περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Όντας άνθρωπος με ποικίλα ενδιαφέροντα, εμπειρίες και προσανατολισμό, πώς νιώθεις υπό το καθεστώς του Τραμπ;

Είναι εξαιρετικά επώδυνο.

Τα χρόνια του Τραμπ υπήρξαν από πολλές απόψεις καταστροφικά. Πολλοί και πολλές από εμάς -γκέι, λεσβίες, Μουσουλμάνοι- ζούμε με αυξημένο επίπεδο φόβου για τα δικαιώματά μας.

Ταυτόχρονα, για κάποιες κοινότητες αυτοί οι φόβοι κι οι ανησυχίες δεν είναι κάτι καινούριο. Η σύζυγός μου, μια λαμπρή μαύρη γυναίκα, πάντα μου υπενθυμίζει τον Τζιμ Κρόου.

Το ότι οι Η.Π.Α. ποτέ δεν είχαν τύραννο και πάντα ήταν δημοκρατικές είναι αφήγημα που θέλουν να λένε στον εαυτό τους. Στην πραγματικότητα είχαμε κάτι πολύ κοντινό στην αυταρχική καταστολή στον Νότο της χώρας έναντι μη λευκών ανθρώπων.

Ένα από τα πράγματα που έχει κάνει ο Τραμπ ήταν να καταστήσει πιο επιτρεπτή την έκφραση εχθρότητας και την άρνηση της ανθρωπιάς των ατόμων- είτε σε σχέση με τη φυλετική καταγωγή είτε με το μεταναστευτικό.

Εκτιμάς πως αυτό μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα θ’ αλλάξει ανεξαρτήτως της έκβασης των εκλογών;

Ο λόγος που οι Ρεπουμπλικανοί έχουν πολεμήσει τόσο σκληρά να κωδικοποιήσουν τις φρικτά καταπιεστικές τους αξίες στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι γιατί ξέρουν ότι βρίσκονται στη μειοψηφία.

Ξέρουν πως ο μόνος τρόπος να κερδίσουν είναι να καταπιέσουν την ψήφο.

Υπάρχουν περισσότεροι από εμάς - άνθρωποι έγχρωμοι, που προέρχονται από μεταναστευτικές κοινότητες, που είμαστε κουίρ ή/και προοδευτικοί, άλλοι που νοιάζονται για τους κουίρ και έγχρωμους γείτονές τους.

Είμαστε η πλειονότητα σ’ αυτή τη χώρα, κι είμαστε ένα όμορφο μωσαϊκό ανθρωπότητας.

Ζω στην Καλιφόρνια, όπου είναι πολύ πιο δυνατό από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο να μεγαλώνω τα πολυφυλετικά παιδιά μου με την λεσβία σύζυγό μου με ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Μπορούμε να επεκτείνουμε αυτή την πολιτισμική ευρυχωρία. Η εποχή του Τραμπ έχει υπάρξει επιβλαβής πέραν των ορίων των Η.Π.Α.

Όπως, βέβαια, και η πανδημία.

Είμαστε παγκοσμίως επηρεασμένοι από αυτή την πανδημία.

Η δε βορειοαμερικανική κοινωνία πλήττεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τόσο όσον αφορά στον αριθμό των κρουσμάτων όσο και στους θανάτους-  για να μην αναφερθούμε στην καταστολή ή την οικονομική καταστροφή.

Έχουμε έναν Πρόεδρο που στην πραγματικότητα δε νοιάζεται αν πεθαίνουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, εφόσον εξυπηρετούνται τα συμφέροντά του.

Ο Χοσέ Μουχίκα, ένας πολυαγαπημένος και δημοφιλής Πρόεδρος, που ήταν επαναστάτης Τουπαμάρο, φυλακίστηκε και βασανίστηκε από τη Δικτατορία, γιατί ήθελε να δημιουργήσει μια επανάσταση στην Ουρουγουάη.

Κι όμως συνέχισε, με τις πιο απίστευτα σταθερές αξίες. Τον σκέφτομαι σε σχέση με τις Η.Π.Α. Είναι εντελώς πιθανό ότι εντός αυτής της ζοφερής περιόδου βρίσκονται οι σπόροι ενός λαμπρότερου μέλλοντος.

Δουλειά μας είναι να καλλιεργήσουμε αυτούς τους σπόρους με οποιονδήποτε τρόπο- ως γονείς, δάσκαλοι, συγγραφείς, αναγνώστες, πολιτικοί ηγέτες. Κι επειδή είμαστε η πλειονότητα σ’ αυτή τη χώρα, συνεχίζω να πιστεύω πως αυτό είναι δυνατό.

Το μυθιστόρημα της Καρολίνα Nτε Ρομπέρτις Καντόρας, Οι γυναίκες που τραγουδούσαν κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διάπλαση σε μετάφραση της Τατιάνας Μπολάνη.



Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2020

David Costa: “We were able to fantasize in our time”

 


An in depth conversation with David Costa, founding member of the seminal British acid folk band Trees, on the occasion of the release of the beautifully packaged expanded re-issue of their two classic albums on November 13, 2020.

I’ve treasured both Trees’ LPs ever since I first discovered them some 25 years ago, and was immediately fascinated by the sound, the lyrics, the atmosphere. I was bewitched!

I find that really interesting. The music is not Mediterranean.

How do you then interpret the fascination it exerts in the South of Europe?

What connects with you?

There is something very mystical in it, in a sense. Excellent musicianship, too, in terms of guitar playing. Not to mention Celia Humphris’ vocals. Both LPs sound very fresh and contemporary, as if produced a few days ago.

We are so lucky to have people like you, because there’s been a long time coming. Our reputation has been building over the decades. And now, 50 years later, we can enjoy quite a substantial resurgence.

You quit Fine Arts during late 60s before completing your degree to contribute to the formation of Trees. Has this been one of your most inspired -and inspirational- choices in life?

Of course! It was a decision of immense significance. The period of revisiting and refurbishing what we did 50 years ago for the purpose of this release has been one of archaeology.

A spontaneous decision, nevertheless?

Spontaneous insofar I had absolutely no idea what I was going to do.

Sometimes you have something in your head, the circumstances arrive in your doorstep and you are ready to make a decision. It was a very easy decision for me to make at the time.

You already knew how to play the acoustic guitar. Were you professionally trained or an amateur?

It was totally amateur. I did train quite briefly with a classical guitar teacher, but I was predominantly self-taught in the folk clubs of London.

Did you consider yourself as a “folkie” at the time?

My head was listening to West Coast American music. My sympathies were with bands like Quicksilver Messenger Service, It’s a Beautiful Day, Jefferson Airplane, Steve Miller.

What I could play, though, was more suitable for folk clubs.

So, one ear was there, and the other 5,000 miles away!

Both Trees’ LPs are not typical folk or folk rock albums. Some call them “acid folk”, though I don’t really know what this term means exactly.

This wasn’t a term that was around then. In fact I’m very happy with it. Being saddled in the day with the terminology of folk rock put us head to head with the other folk rock bands, and this did us no good at all.

We were up to something far wider. We all had a lot of sympathy for what was happening in the West Coast at the time.

Was it restrictive being classified as “folk rock”?

The category that the music press of the era applied to us put a nail in our coffin!

Could you elaborate on the lively cultural, musical and social atmosphere of the late 60s within which both LPs were born?

Funnily enough, we were talking about this at home last night.

People usually view Altamont, the death of Janis Joplin and Jimi Hendrix and the split-up of The Beatles as the untimely end of the 60s dream. It all fell apart.

But if you look at the real, heady 60s, for me is Rubber Soul and Revolver, when it became clear that something else was going on.

The world was opening up to very new influences and people very catholic in their taste, particularly in music.

I had been living in Notting Hill since 1965 and was very much immersed in what was going on in London at the time. It was one of the centers of 60s universe. That was the culture I was responding to, and I was bringing that to the “table”.

Why did the band have such a brief career? Did you simply deliver what you had in mind or were there disputes among members?

We had no terminal disputes!

What was frustrating for us was that we made an enormous leap from one album to the other.

During the recording of the first LP we didn’t really know what we were doing, we were really very young.

By the time we got to On the Shore, however, we had found were our strengths were. When we delivered it, we knew that we had delivered something of value, which was very different. We had worked very hard as a band and on the road that year.

We offered that to the general public with so much confidence and hope, but we didn’t get the response we wanted.

Were you frustrated because of that?

Hugely! We were very disappointed. There were other disappointments, too.

All young bands struggle on the road, with management and their record companies. Finally, with On the Shore CBS decided that we were worth taking notice of and they tried to help us and brought a heavyweight American manager.

That didn’t deliver either.

I have to admit that I was the first to leave, and all I did was to articulate what everybody else felt. I felt I had to move on, maybe the other four could find a different direction and do things differently.

Time has been on your side, nevertheless. 50 years on, you seem to have taken your “revenge”, and your work has been acknowledged by both critics and audiences around the world.

You’re right, sometimes it just takes longer than you’re prepared to give it. (Laugh).

Was your later engagement with art as a graphic designer more satisfactory, prolific or closer to what you had in mind while growing up and maturing as an artist?

Yannis, it was the 60s! When I left university, it was because I didn’t know what I was going to do in my life.

I don’t think, however, that my career as a graphic designer and an art director would have been as informed had I not spent two years with the band and been immersed in the sharp end of the music business.

I was pointing to the wrong direction first time round. By turning my head towards design I was more successful.

You were embraced by and collaborated with several big names, although you were young and not much known back then.

I was extremely lucky. It’s like the 60s mantra, to be in the right place, in the right time, with the right people. My first graphic design was with Elton John.

Eventually I found my confidence, and discovered that the people responded to what I was doing. I also discovered that I could develop good relationships with my clients, because I understood the language they spoke and also learnt to keep my distance.

Since you’ve been active as a musician and a designer for long, how much have these fields changed over the decades?

I know you ask this because we all look towards the 60s and the 70s.

We first began with vinyl, which was a huge, beautiful canvas to do wonderful work on. The packaging of the LPs of the late 60s/early 70s was very sophisticated and extravagant.

Having “cut your teeth” this way, then CDs came along and work on this tiny box had trampled over that. Constantly, the history of the format is to apply it with a different kind of aesthetics.

Now, we’re enjoying the luxury of having vinyl again. Format is everything. Does that make sense?

It does, and the format of the expanded re-issue of both LPs alongside the unreleased material is indeed astonishing.

The demands of contemporary music are perhaps very different from what they were in our time. It’s a much harder business now, and people are more visually aware these days.

We were able to fantasize in our time, to do elaborate set-pieces for fanciful ideas. No one’s got the time or the budget for that anymore. Now you have to be much more succinct in your thinking.

There’s also been five or six decades of music packaging. We didn’t have that back catalog of visual “baggage”.

Not to mention the current state of the pandemic, which redefines and transforms the experience of music, as well, that can be very communal.

We’re right in the middle of that at the moment.

Give it a year or two, we’ll be able to go back and say: “Ok, that’s a pandemic piece”. You’ll be able to recognize from the music or the visuals. It takes some hindsight to be able to condense this experience into something that we can understand.

You could have applied that to the Second World War, I suppose. You’d have recognized how social conditions influenced everything else.

Do you continue to be artistically creative on any level?

Yes, I do. I’ve been preparing a collection of new visuals that I want to use on our website and YouTube channel. I’m enjoying revisiting Trees’ digital aesthetics, something which has not been done before.

I stopped working commercially five-six years ago. The last thing I did was with Elton. My career was bookended by him!

Hopefully Trees’ legacy will be accessed by more people with the release of the expanded re-issue.

It took me a year to get a license from Sony, but I knew that we weren’t finished yet. This is a kind of our swan song and I wanted it to be done properly, with the right people.

It’s always a pleasure getting in touch with people that matter to me, and whose work matters.

It’s been great talking to you. It’s people like you who “carry the flag”, who help us go forward! And maybe we’re not done yet…

I would like to warmly thank Alice Gros of Fire Records for making this interview possible.

Trees (50th anniversary edition) is released on November 13, 2020, by Earth Recordings.