Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2021

Συναντώντας τους δημιουργούς του βραβευμένου ελληνικού animation «Από το Μπαλκόνι»

 

Άρης Καπλανίδης (αριστερά), Ηλίας Ρουμελιώτης (δεξιά) (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Σπαρταριστή, συγκινητική και τρυφερή «ανατομία» μιας λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς και της ανθρωπογεωγραφίας της, το μικρού μήκους φιλμ Από το Μπαλκόνι είναι, αναντίρρητα, το ελληνικό animation της χρονιάς.

Συναντώντας τους δημιουργούς του, Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη, ενόψει της «καθόδου» του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (21-27 Οκτωβρίου).

Παρότι η ταινία Από το Μπαλκόνι τοποθετείται από εσάς στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω -λίγο προβοκατόρικα- ένα λαϊκό, πληβειακό, μικροαστικό animation. Πώς την «εγγράφετε» εσείς στον χωροχρόνο;

Άρης Καπλανίδης: Τα δύο τελευταία επίθετα έχουν και μια αρνητική χροιά.

Από κοινωνιολογική και όχι αξιολογική σκοπιά μιλάω περισσότερο.

Ά.Κ.: Η Νέα Φιλαδέλφεια είναι ένας συνδυασμός των χειρότερων αποτελεσμάτων της κρίσης σε σύγκριση με όλα τα μεσοαστικά και εργατικά προάστια της Αθήνας.

H ανθρωπογεωγραφία της «δανείζεται» από νοοτροπίες που ανθούν συνήθως σε αυτές τις περιοχές.

Όσο καθόμουν στην πλατεία Πατριάρχου προσπαθούσα να φανταστώ αν υπάρχει στη Νέα Φιλαδέλφεια κάποιο απτό σημείο που να παραπέμπει χωροταξικά στη γειτονιά του Μπαλκονιού.

Ά.Κ.: Περισσότερο χρησιμοποιούσαμε αντικείμενα, όπως παρατημένους τηλεφωνικούς θαλάμους, μια πρόσοψη. Δεν μπορείς να αναγνωρίσεις κάποιο σημείο της Νέας Φιλαδέλφειας.

Ηλίας Ρουμελιώτης: Ορισμένα σπίτια είναι με κεραμιδοσκεπές, κάτι που παραπέμπει στα προσφυγικά.

Ά.Κ.: Στην ταινία, βέβαια, εμφανίζονται ψιλοδιαλυμένα από τον σεισμό, αν το προσέξεις. Κατασκευάζοντας το background το γλεντήσαμε με τις λεπτομέρειες.

Αυτό είναι αισθητό.

Ά.Κ.: Το είχαμε σαν παιχνίδι να βρίσκει καθένας μας λεπτομέρειες και να τις στέλνει στον άλλο- μια κολόνα, ένα poster, ένα σύνθημα.

Γνωρίζεστε και συνεργάζεστε χρόνια. Λειτουργεί απρόσκοπτα αυτό το «δικέφαλο τέρας», όπως αυτοπροσδιορίζεστε;

Η.Ρ.: Καμία αντιπαράθεση.

Ά.Κ.: Σκέψου το «δικέφαλο τέρας» ως μια οντότητα που από μόνη της δεν μπορεί να παράξει κάτι. Και οι δύο μαζί συνθέτουμε έναν ολόκληρο, όχι ότι είμαστε διπλή δύναμη!

Πάντα είχαμε μια παράλληλη πορεία και ζούσαμε αντίστοιχες εμπειρίες. Τα περισσότερα από όσα γράφαμε είναι «καθρέφτης» του τι βιώναμε την περίοδο της συγγραφής.

Όπως άλλοι βγαίνουν για καφέ, εμείς βγαίνουμε για να γράψουμε κάτι που θα οδηγηθεί σε ταινία.



Ποια είναι η σχέση σας με το animation;

Η.Ρ.: Το animation ήταν το εργαλείο για να γίνει το φιλμ.

Ά.Κ.: Το τέλειο εργαλείο.

Η προηγούμενη γνώση μου ήταν πολύ επιδερμική. Είχα σπουδάσει στο Κέντρο Εφαρμοσμένων Τεχνών  «Ορνεράκης» σκίτσο. Πήγαινα για animation, αλλά όταν είδα περί τίνος επρόκειτο, είπα: «Ξέχνα το, που θα “φάω” τη ζωή μου μ’ αυτό!»

Η.Ρ.: Τώρα τα ψηφιακά μέσα στο κάνουν πιο γρήγορα.

Ά.Κ.: 14 μήνες αφότου ολοκληρώσαμε το Μπαλκόνι, μπορούμε πλέον να αποκαλούμαστε “animators”.

H φόρμα του animation μάς δίνει πολλές δυνατότητες ως προς το πώς μπορούμε να αποτυπώσουμε όλα αυτά τα ελληνικά στοιχεία- γκριμάτσες, ομιλία, συμπεριφορές.

Xωρίς να γίνεται ούτε γραφικό, ούτε τετριμμένο. Δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Έτσι όπως μου τα λέτε, είναι σαν η διαδικασία να μην είχε εμπόδια.

Ά.Κ.: Δεν είχε!

Φτιάξαμε πρώτα ένα animatic για να πείσουμε παραγωγούς ότι αυτό μπορεί να γίνει ταινία διάρκειας 12 λεπτών με 200 πλάνα. Δεν είχαμε σκεφτεί πως μπορεί να γίνει animation.

Το μόνο «αγκάθι» είναι ο χρόνος που απαιτείται. Τουλάχιστον για όσα θέλουμε να κάνουμε εμείς. Ακόμα και η ελευθερία που δόθηκε στους ηθοποιούς ήταν τρομερή.

Όταν είχαμε «στήσει» τον ρυθμό και ο ηθοποιός άκουγε την πρόχειρη ατάκα ηχογραφημένη πάνω στο ανιμάτικ και «έπιανε» το κλίμα, μπορούσε να δώσει πράγματα που δε θα φανταζόμασταν ποτέ και ήταν «χρυσάφι».

Εφόσον υπήρχε κλίμα σύμπνοιας ανάμεσα σε όλους, δε θα μπορούσε να υπάρχει εμπόδιο.

Δε θα μπορούσα να φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη σε πιο κατάλληλο ρόλο.

Ά.Κ.: Όταν ήρθε η σειρά του κύριου Οικονομίδη να κάνει αυτοσχεδιασμό, λέγαμε: «Τώρα αράζουμε, δώσε!» Έδωσε πολύ ωραία πράγματα, κάποια από αυτά ακούγονται.

Η μουσική αποτελεί οργανικό στοιχείο του Μπαλκονιού. Ενσωματωνόταν στο σενάριο καθώς το γράφατε;

Ά.Κ.: Οργανικό, όπως ακριβώς το είπες. Η αφετηρία μας ήταν ο τρόπος ομιλίας. Αυτός «έβγαζε» ένα συγκεκριμένο κλίμα, που με τη σειρά του συνδεόταν με το τι θα μπορούσε να υπάρχει ως εικόνα, μουσική και στο τέλος ως πλοκή.

Αφού νιώθαμε πώς θα βιώνεται η εκάστοτε στιγμή, ερχόταν και η μουσική. Τα παλιά ελληνικά τραγούδια επιλέχτηκαν γιατί είναι στο “DNA” όλων μας- είτε σ’ αρέσουν, είτε τα σιχαίνεσαι, είτε σου είναι αδιάφορα. Έχουν τη δική τους δύναμη.



Όπως έχει κι ο καταπληκτικός ρυθμός της ταινίας, ο οποίος σε κάνει να θέλεις να την ξαναδείς με το που τελειώνει. Πώς τον πετύχατε;

Ά.Κ.: Αν έχουμε μια ολοκληρωμένη ταινία, αυτό σίγουρα έγινε μέσα από διαδοχικά βήματα.

Το κομμάτι του ρυθμού είναι σαν μια έκρηξη. Όταν σιγά σιγά «έδενε» η πλοκή, αρχίσαμε να πετάμε τις αληθινές ιστορίες από τις οποίες είχαμε αντλήσει έμπνευση, ώσπου τελικά δεν έμεινε τίποτε από αυτές.

Ο ρυθμός του φιλμ επιβάλλει και τον ρυθμό της ομιλίας, του ντεκουπάζ και τη μουσική. Είναι σαν να μαθαίνεις να μιλάς. Τη στιγμή που το μαθαίνεις, μετά προκύπτει αβίαστα.

Το Μπαλκόνι είναι ένα εύληπτο, κεφάτο, περιεκτικό και προσιτό animation, χωρίς να υστερεί σε καλλιτεχνικές αξιώσεις και προδιαγραφές.

Ά.Κ.: Το animation είναι αφηγηματικό εργαλείο που σου δίνει μια άλλη ελευθερία, όπως προανέφερα. Για ποιον λόγο να χαρίσουμε ένα προσιτό πρώτο επίπεδο σε μια εμπορική ταινία και να μην είναι προτέρημα του arthouse σινεμά;

Αν καταφέρεις να χτίσεις κάτι τέτοιο που να σε αγγίζει ως θεατή συναισθηματικά, είσαι ελεύθερος να κάνεις σε ένα δεύτερο επίπεδο ό,τι θέλεις, εμπλουτίζοντάς το με όσα υποβόσκουν.

Προσπαθούμε να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι αγαπάμε τον κινηματογράφο και πως θα του αφιερώσουμε χρόνο. Ο άνθρωπος που θα δει την ταινία δεν οφείλει σε εμάς κάποιου είδους προσοχή.

Αν όντως θέλεις ο μεγαλύτερης ηλικίας θεατής να μην αντιμετωπίζει το φιλμ σου σαν «Μίκυ Μάου», σημαίνει ότι θέλεις να τον προσεγγίσεις, οπότε δεν μπορείς να απαιτείς.

Να δίνεις και να παίρνεις, χωρίς εκπτώσεις στις προθέσεις και τις φιλοδοξίες.

Ά.Κ.: Αν αυτό που κάνουμε μας ικανοποιεί, δε μας κοροϊδεύει και δε μας περνάει για ηλίθιους, σίγουρα θα «πιάσει» και άλλους ανθρώπους. Η ειλικρίνεια είναι το παν.

Οι ταινίες που μας αρέσουν μπορεί να είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που κάνουμε. Εμένα μου αρέσουν τα αινιγματικά φιλμ, όπως του Λιντς ή του Αντονιόνι.



Κάνατε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, το αγαπημένο μου!

Ά.Κ.: Συναντώντας τους ανθρώπους του Φεστιβάλ, νιώσαμε ότι δε βρισκόμασταν σε μια «εξωγήινη» χώρα. Ενάμισι λεπτό μετά την έναρξη της προβολής, όλοι είχαν συντονιστεί και «έπεφταν» τα χαμόγελα σε όλα τα σωστά σημεία.

Βιώσαμε μεγάλη χαρά.

Η οποία στη Δράμα πολλαπλασιάστηκε.

Ά.Κ.: Δεν το συζητάμε!

Όταν αισθάνεσαι ότι γελάει ο θεατής, είναι σαν ένα τεράστιο «κύμα» που χτυπάει στην οθόνη, σου ξανάρχεται και σε βρίσκει πάντα απροετοίμαστο.

Νιώσαμε αγαλλίαση επειδή αποδέχονται τους ανθρώπους μας γνωρίζοντας τα καλά τους και τα κακά τους, αυτούς για τους οποίους κάνουμε ταινίες και θέλουμε να εκπροσωπούμε.

Σαν να κάθεσαι σε ένα τραπέζι με συγγενείς και να υπάρχει πάντα κάποιος που ντρέπεσαι γι’ αυτόν, αλλά να χαίρεσαι όταν τον αποδέχεται κάποιος εξωτερικός επισκέπτης.



Θα ήθελα να δω κάποια στιγμή αυτή τη μεγάλου μήκους δουλειά σας, κατά προτίμηση πριν φτάσετε τα 90, όπως δηλώσατε χαριτολογώντας στη Δράμα!

Ά.Κ. (Ρίχνοντας το βλέμμα του τριγύρω): Θεωρούμε πολύ κινηματογραφικό τον κύριο που κουνάει τα χέρια του ή εκείνον που βγαίνει με τη σακούλα από το φαρμακείο.

Αν υπήρχε κάποιος που είχε κάνει καλύτερα αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εμείς, θα το ακολουθούσαμε άνετα για να γυρίσουμε τρία φιλμ σε αυτό το είδος. Θα ήμασταν ικανοποιημένοι φτιάχνοντας μέτριες ταινίες.

Γιατί μπορούμε να ταυτιζόμαστε με την εμπειρία ,μιας κοινότητας με την οποία δεν έχουμε καμία σχέση;

Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από το δικό μας περιβάλλον, να πούμε ιστορίες που είναι σημαντικές για εμάς και να τις μεταφέρουμε σαν μια συζήτηση που δυσκολεύεσαι να ανοίξεις πολύ πιο άμεσα, και σε ένα παγκόσμιο κοινό.

Το μικρού μήκους animation των Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη Από το Μπαλκόνι παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο 27ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Πραγματοποίησε την πανελλήνια «πρώτη» του στο 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου απέσπασε 6 βραβεία.

Στη συνέχεια έκανε την αθηναϊκή πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, όπου κέρδισε 2 βραβεία.

Επόμενος σταθμός, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, μεταξύ 21 και 27 Οκτωβρίου.



Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2021

Fernanda Valadez: «Στο Μεξικό βιώνουμε τον φόβο στην καθημερινή ζωή μας»

 


Βραβευμένη με τον Χρυσό Αλέξανδρο του περσινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ταινία της Μεξικανής σκηνοθέτριας Fernanda Valadez Χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνιστά μια οξεία και στοχαστική ματιά στο φαινόμενο της μετανάστευσης.

Μια κουβέντα μαζί της με αφορμή την έξοδο του φιλμ στα σινεμά από τις 14 Οκτωβρίου.

Πώς πάνε τα πράγματα στο Μεξικό από επιδημιολογικής άποψης;

Είχαμε ένα δύσκολο καλοκαίρι, αλλά αυτή τη στιγμή η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη. Σχεδόν ο μισός πληθυσμός έχει εμβολιαστεί, κι έχουμε πολύ περισσότερες κοινωνικές δραστηριότητες.

Στο βραβευμένο με τον Χρυσό Αλέξανδρο του περσινού ΦΚΘ μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου Χαρακτηριστικά γνωρίσματα θίγεις το διαχρονικό ζήτημα της μετανάστευσης με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο.

Ενώ οι περισσότερες συναφείς ταινίες εστιάζουν στα βάσανα των μεταναστών, εσύ επιλέγεις να εστιάσεις στην μητέρα ενός εξ αυτών, που αναζητά τον αγνοούμενο γιο της. Γιατί;

Για δυο λόγους, νομίζω.

Όταν η συν-σεναριογράφος και παραγωγός Astrid Rondero κι εγώ κάναμε έρευνα το 2012, βιώναμε στο Μεξικό μια αύξηση στη βία, η οποία έχει έκτοτε παραμείνει.

Κατάγομαι, εξάλλου, από μια περιοχή της χώρας που συγκαταλέγεται στις πρώτες οι οποίες στέλνουν ανθρώπους νεαρής ηλικίας στη μετανάστευση.

Νιώθω, λοιπόν, εξοικειωμένη με τη βίωση της μετανάστευσης με αυτόν τον τρόπο. Όχι ως το υποκείμενο που φεύγει, αλλά ως το μέλος της κοινότητας που απομένει χωρίς τους νέους της, κυρίως τους νεαρούς άντρες.

Γι’ αυτό, επομένως, αποφάσισα να αφηγηθώ μια ιστορία υπό το πρίσμα μιας μητέρας που αναζητά τον γιο της.

Άρα αισθάνεσαι κοντά στον χαρακτήρα της Magdalena, της μητέρας, από υπαρξιακής και συναισθηματικής άποψης;

Κατά κάποιον τρόπο ναι.

Επίσης, όταν πραγματοποιούσαμε την έρευνα, ανακαλύψαμε πολλές επώδυνες πληροφορίες, κομμάτια ενός «παζλ» που δεν καταλαβαίναμε πολύ καλά εκείνη την περίοδο σχετικά με εξαφανίσεις και θανάτους μεταναστών.

Παράλληλα, κάτω από την επιφάνεια κρύβονταν πολλά για το οργανωμένο έγκλημα ή καρτέλ διακίνησης ναρκωτικών. Άνθρωποι στρατολογούνταν με το ζόρι σ’ αυτά.

Νιώσαμε ότι ο καλύτερος τρόπος να αφηγηθούμε αυτή την επώδυνη πραγματικότητα ήταν να χρησιμοποιήσουμε έναν χαρακτήρα που αγαπούσε έναν δράστη έκνομων ενεργειών.

Μια μητέρα πάντα θα αγαπάει τον γιο της, οτιδήποτε κι αν ανακαλύψει για εκείνον. Πιο πολύ πρόκειται, λοιπόν, για ζήτημα αγάπης, όχι αντίληψης των πραγμάτων.



Έμεινες ικανοποιημένη από την ενσάρκωση του χαρακτήρα της Magdalena από την πρωταγωνίστριά σου, την Mercedes Hernández; Είναι έμπειρη ηθοποιός;

Έχει πολλή εμπειρία στο θέατρο, διαθέτει την ικανότητα να αποδίδει διαφορετικές διαλέκτους και προφορές και συνομιλεί με μη επαγγελματίες ηθοποιούς, γεγονός που βοήθησε την ταινία.

Το θαύμα με τους επαγγελματίες ηθοποιούς είναι πως πρόκειται για «συν-συγγραφείς» στο χτίσιμο ενός χαρακτήρα.

Πάντως, η ελλειπτικότητα στην αφήγηση ίσως δυσχεράνει την κατανόηση ενός θεατή μη προερχόμενου από το μεξικανικό ή το λατινοαμερικανικό περιβάλλον. Σας απασχόλησε ως συν-σεναριογράφους ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

Ήταν ένα από τα ερωτήματα που απευθύναμε στους εαυτούς μας όταν γράφαμε το σενάριο.

Αυτό που θέλαμε να μεταφέρουμε ήταν η αίσθηση του να μην ξέρεις, κάτι που επίσης μοιραζόμαστε στο Μεξικό, ιδίως στα πρώτα χρόνια της προηγούμενης δεκαετίας.

Επειδή τα φαινόμενα που προκαλούν αυτή τη βία είναι τόσο περίπλοκα, διασυνδεόμενα και δύσκολα στην κατανόηση, θέλαμε να αποδώσουμε την αίσθηση του να ζεις σε ένα πολύ επικίνδυνο μέρος.

Σαν ένα ταξίδι στο άγνωστο, χωρίς να γνωρίζεις ή να καταλαβαίνεις.

Ένα ταξίδι στον φόβο.

Στο Μεξικό βιώνουμε αυτόν τον φόβο στην καθημερινή ζωή μας. Πιο πολύ στις αγροτικές περιοχές παρά στην Πόλη του Μεξικού, που είναι μια γιγάντια μητρόπολη.

Για παράδειγμα, κάθε φορά που βγαίνεις σε μια λεωφόρο πάντα λες σε κάποιον πού πηγαίνεις, γνωστοποιείς τη θέση σου.

Είμαστε συνηθισμένες και συνηθισμένοι να μην κάνουμε ερωτήσεις ή να ενοχλούμε όταν βρισκόμαστε σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που δε γνωρίζουμε, γιατί δεν ξέρουμε σε ποιον μιλάμε.

Αυτή η αίσθηση γίνεται οξύτερη και πιο προφανής όταν ένας άνθρωπος ξεκινά ένα τέτοιο ταξίδι, όπως οι οικογένειες που αναζητούν τους αγνοούμενους συγγενείς τους.

Η ταινία προσφέρει ένα συναισθηματικό και ατμοσφαιρικό ταξίδι, και λιγότερο ένα πληροφοριακό.

Και οι σιωπές αναδεικνύουν τη διάχυτη αίσθηση του φόβου, στην οποία αναφέρθηκες. Κυριαρχούν στην καθημερινή ζωή της περιοχής όπου ζεις;

Στην πραγματικότητα όχι. Είμαστε πολύ ομιλητικοί άνθρωποι στο Μεξικό.

Υπάρχουν, όμως, ορισμένες στιγμές που οι λέξεις δε φτάνουν, και η σιωπή είναι η πιο κατάλληλη έκφραση μοιράσματος και συντροφικότητας.

Γι’ αυτό και επιλέξαμε να μη μιλάνε πολύ οι ηθοποιοί, και να αφήσουμε το τοπίο να εκφράσει όσα σκέφτονται και νιώθουν.



Το τοπίο φαντάζει συνήθως πολύ άγονο και άδειο, αντανάκλαση κι αυτό των αδιεξόδων και του φόβου των χαρακτήρων.

Έπειτα υπάρχει και το μεταφυσικό στοιχείο. Ποιο ήταν το κριτήριο της επιλογής του;

Όπως προανέφερα, θέλαμε το τοπίο να είναι εκφραστικό, «χάρτης» του εσωτερικού κόσμου των χαρακτήρων, γι’ αυτό και μερικές φορές φαντάζει άγονο, κι άλλες όμορφο, προσφέροντας μια σύντομη στιγμή ειρήνης.

Με αυτή την έννοια γίνεται όλο και λιγότερο ρεαλιστικό, και για να εξωτερικεύσεις το βάθος της αγριότητας που βιώνουμε χρειάζεσαι μεταφορικές εικόνες.

Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να γίνω πιο ρητή όσον αφορά στην αποτύπωση της βίας, αλλά, σύμφωνα με την Astrid, αυτή ήταν μια λανθασμένη προσέγγιση. Είχε δίκιο.

Αν η βία ήταν πιο ωμή, θα αποστασιοποιείτο ο θεατής από την οπτική γωνία της πρωταγωνίστριας. Οπότε συζητήσαμε τι είδους μεταφορές θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε.

Σε κάθε περίπτωση, το ολοκληρωμένο μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου αφήνει υποσχέσεις για ένα ακόμα πιο λαμπρό μέλλον. Πόσο απαιτητικό είναι το να είσαι σκηνοθέτρια στο σύγχρονο Μεξικό;

Στο πλαίσιο των λατινοαμερικανικών και κάποιων αναπτυσσόμενων χωρών είμαστε τυχεροί, γιατί υπάρχουν ακόμα δημόσιοι πόροι, αν και ορισμένοι χάθηκαν εξαιτίας της πανδημίας, οπότε μπορούμε να αφηγούμαστε ιστορίες με πολλή ελευθερία.

Βρισκόμαστε ίσως σε μία συνθήκη κατά την οποία υπάρχει πολλή πίεση από το χολιγουντιανό σινεμά.

Μόλις τρία χρόνια πριν, υπογράφτηκε εκ νέου η εμπορική συμφωνία ανάμεσα στον Καναδά, το Μεξικό και τις Η.Π.Α. δυσκολεύοντας τη χρηματοδότηση των μεξικανικών παραγωγών, καθώς δεν υπάρχουν και ιδιώτες επενδυτές.

Είναι πιο δύσκολο να κάνεις ταινίες στο Μεξικό, αν δεν προστατεύονται σε επίπεδο διανομής. Γι’ αυτό και είναι σημαντική η υπεράσπιση των δημόσιων πόρων.

Τι είδους ιστορίες σε ενδιαφέρει και θα σε ενδιαφέρει να αφηγείσαι;

Έχουμε ένα φιλμ που ήδη χρηματοδοτείται, το οποίο συν-σκηνοθετούμε με την Astrid.

Αφηγούμαστε μια ιστορία ενηλικίωσης, η οποία αφορά σε ένα ορφανό, παιδί ενός sicario, από την οπτική γωνία των ανθρώπων που το συναντούν. Είμαστε πολύ ενθουσιασμένες μ’ αυτό, κι ελπίζουμε να το γυρίσουμε ίσως σ’ έναν χρόνο!

Μέχρι τότε, ελπίζω περισσότεροι θεατές να εκτιμήσουν την ήρεμη, στοχαστική ποιότητα που αποπνέουν τα Χαρακτηριστικά γνωρίσματα.

Προσπαθήσαμε να κάνουμε την καλύτερη ταινία που μπορούσαμε, να αφηγηθούμε μια ιστορία συναισθηματικά συναρπαστική, αντί να είμαστε ενδιαφέρουσες σε κοινωνικό επίπεδο.

Ο τρόπος που το μεξικανικό σινεμά συνδέεται με θεατές από άλλα μέρη του κόσμου ίσως πηγάζει από έναν εξωτισμό παρά από μια ανθρώπινη κοινή ενσυναίσθηση. Αυτή την ανθρώπινη ενσυναίσθηση αποπειραθήκαμε να διεγείρουμε.

Ευχαριστώ θερμά την Diana Arcega (EnAguas Cine) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία της Fernanda Valadez Χαρακτηριστικά γνωρίσματα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 14 Οκτωβρίου σε διανομή της NEO Films.



Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2021

Αλεξάντερ Νανάου: «Μόνο πολίτες και Τύπος μπορούν να φέρουν την αλήθεια στο φως»

 


Στο Κολέκτιβ, το ερευνητικό ντοκιμαντέρ της χρονιάς, ο σημαντικός Ρουμάνος σκηνοθέτης Αλεξάντερ Νανάου χώνει βαθιά το «νυστέρι» του στο διεφθαρμένο σύστημα υγείας της χώρας του με αφετηρία μια πολύνεκρη πυρκαγιά του 2015.

Συνομιλώντας διαδικτυακά με τον σκηνοθέτη ενόψει της προβολής του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 14 Οκτωβρίου.

Η πολύνεκρη πυρκαγιά στο ρουμανικό κλαμπ Κολέκτιβ το 2015 είναι πολυδιάστατη. Γιατί στο ομότιτλο ντοκιμαντέρ σου επιλέγεις να εστιάσεις στο υγειονομικό σκάνδαλο που σχετίζεται με τα αραιωμένα αντισηπτικά;

Το ρουμανικό σύστημα υγείας φανερώνει πόσο οπισθοδρομική παραμένει η κοινωνία, και εξακολουθεί να λειτουργεί όπως επί του κομμουνιστικού συστήματος, δηλαδή φεουδαλιστικά.

Δεν έχει καθόλου να κάνει με την αξιοκρατία, καθοδηγείται από τον κυνισμό της διαφθοράς και από γιατρούς που βασικά δε λειτουργούν ως τέτοιοι, οι οποίοι συμμαχούν με τους πολιτικούς για να κλέψουν λεφτά.

Επιπλέον, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πουν ψέματα ότι μπορούν να θεραπεύσουν εγκαυματίες ασθενείς, όπως εκείνους από το περιστατικό της πυρκαγιάς στο κλαμπ, ενώ δεν μπορούν να το κάνουν σε ένα απλό νοσοκομείο.

Βασικά κάνω ντοκιμαντέρ παρατήρησης.

Αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος να κινηματογραφήσουμε, μέρα με τη μέρα, πολύ ευθέως την πραγματικότητα όπως αυτή εξελισσόταν, και αφορούσε στη μάχη ανάμεσα στον Τύπο, τους πολίτες και την εξουσία.

Ένας από τους βασικούς εχθρούς κατονομάζεται από πολύ νωρίς στο ντοκιμαντέρ, και μάλιστα από τον πατέρα ενός εκ των θυμάτων: πρόκειται για τη διαφθορά. Μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από το οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα;

Πρόκειται για κάτι συστημικό, και αυτό ήταν η πρόθεσή μου να δείξω με το φιλμ. Δεν είναι ζήτημα μεμονωμένων ανθρώπων.

Επαναλαμβάνεται, εξάλλου, και με την πανδημία, την οποία διαχειρίστηκε με καταστροφικό τρόπο μια ανίκανη κυβέρνηση: αυτή τη φορά όχι σοσιαλδημοκρατική, αλλά φιλελεύθερη.

Οι φιλελεύθεροι είναι εξίσου ανίκανοι και διεφθαρμένοι με τους σοσιαλδημοκράτες. Μια ταινία, λοιπόν, μπορεί μονάχα να δείξει ένα μοτίβο, ένα σύστημα.

Είναι, επομένως, σημαντικό να κατανοήσουμε πώς αυτό το σύστημα και οι άνθρωποι λειτουργούν και καταχρώνται την εξουσία τους για να χειραγωγήσουν και να κλέψουν χρήματα.



Είναι, κατά τη γνώμη σου, η ανεξάρτητη ερευνητική δημοσιογραφία ένας τρόπος ενασχόλησης με κοινωνικοπολιτικά ζητήματα όπως αυτό;

Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι ένας ουσιώδης πυλώνας μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Προσφέρει την αλήθεια.

Είναι εξίσου ουσιώδης με πολίτες που έχουν επίγνωση ότι είναι μέρος του παιχνιδιού και πως έχουν ευθύνη που η Ρουμανία είναι τόσο διεφθαρμένη, εφόσον δωροδοκούν τους γιατρούς ή τους αντιμετωπίζουν σαν θεούς.

Δεν μπορεί, όμως, να είναι η λύση.

Η λύση εξακολουθεί να βρίσκεται στους ανθρώπους, στη συνειδητοποίηση του πώς πρέπει να είναι μια κοινωνία βασισμένη σε δημοκρατικές αξίες και της συμβολής τους σε αυτή την κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, η ανεξάρτητη ερευνητική δημοσιογραφία είναι ένα πολύ βοηθητικό εργαλείο, το οποίο δε βρίσκεται σε αφθονία στις μέρες μας.

Δε συμφωνώ.

Συμφωνώ στο ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως άλλωστε και στη Ρουμανία, τα μεγάλα Μ.Μ.Ε. πολλές φορές επηρεάζονται από την πολιτική εξουσία.

Με την κρίση της πανδημίας εισέπραξαν πόρους από την κυβέρνηση. Επρόκειτο για μια συγκαλυμμένη δωροδοκία, βασικά.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην Ελλάδα.

Βλέπουμε πώς τα μεγάλα Μ.Μ.Ε. στην Ρουμανία προστατεύουν την κακή άσκηση της εξουσίας.

Ταυτόχρονα, όμως, έχουμε πολλούς σπουδαίους ερευνητικούς δημοσιογράφους, κυρίως νεαρής ηλικίας, που κάνουν τη δουλειά και αποκαλύπτουν τα πάντα.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δε λειτουργεί το δικαστικό σύστημα και δεν επιλύει όσα υποδεικνύουν οι ερευνητικοί δημοσιογράφοι.

Δες τι συμβαίνει και με τα Pandora Papers. Είναι μια ανοιχτή μάχη, νομίζω.

Πάντως υπάρχει πολύς δρόμος μπροστά. Τι γίνεται με τη κοινωνία των πολιτών στη Ρουμανία, που φαίνεται πως ταρακουνήθηκε από αυτό το περιστατικό;

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το περιστατικό στο κλαμπ Κολέκτιβ ήταν ένα σημείο καμπής για τη ρουμανική κοινωνία.

Η κοινωνία των πολιτών αφυπνίστηκε και άρχισε να διαμορφώνεται και να αποκτά επίγνωση.

Ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ το κίνημα διαμαρτυρίας που πολλοί Ρουμάνοι της Διασποράς επέστρεψαν στο Βουκουρέστι για να συμμετάσχουν σε αυτό. Και χτυπήθηκε από την αστυνομία με οργανωμένο τρόπο.

Η Εισαγγελία ξεκίνησε να διερευνά την οργανωμένη βία εναντίον των ειρηνικών διαδηλωτών κι έπειτα ο Πρόεδρος Κλάους Γιοχάνις τοποθέτησε έναν διεφθαρμένο εισαγγελέα που «έκλεισε» την υπόθεση.

Ελάχιστα απρόσμενη εξέλιξη.

Όχι, έτσι λειτουργούν τα πράγματα.

Από τη μία, έχουμε μια κοινωνία πολιτών που καταλαβαίνει όλο και περισσότερο τι θέλει.

Από την άλλη, τους ισχυρούς που αλληλοπροστατεύονται και κάνουν κακή χρήση της εξουσίας τους για να «πνίξουν» κάθε απόπειρα διαμόρφωσης μιας ανοιχτής κοινωνίας.

Μετά την πυρκαγιά στο κλαμπ Κολέκτιβ δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στη Ρουμανία ένα μεταρρυθμιστικό κόμμα από νεαρούς ανθρώπους, οι οποίοι προσπάθησαν να προωθήσουν μια μεταρρυθμιστική ατζέντα.

Καθώς μιλάμε, συντρίβονται από το παλαιοκομματικό σύστημα, γιατί θέλουν να μεταρρυθμίσουν το διεφθαρμένο κράτος.

Τις προάλλες, άλλωστε, «έπεσε» η τρέχουσα κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης.

Ακριβώς επειδή εκδιώχτηκε από την κυβέρνηση το μεταρρυθμιστικό κόμμα και ο Πρόεδρος ήθελε να διορίσει ξανά αμφιλεγόμενους εισαγγελείς, κάτι με το οποίο διαφωνούσε ο υπουργός Δικαιοσύνης που προερχόταν από το μεταρρυθμιστικό κόμμα.

Τη στιγμή που εκδιώχτηκαν, άρχισαν να αντικαθίστανται οι επαγγελματίες οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε κρατικούς φορείς από άτομα πολιτικά προσκείμενα στο παλαιοκομματικό σύστημα.

Πολύ αποκαρδιωτικά ακούγονται όλα αυτά.

Όλος ο Τύπος είναι εξοργισμένος και χιλιάδες άνθρωποι μπαίνουν στη σελίδα του Προέδρου αφήνοντας σχόλια.

Είναι σαφές ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, όχι όμως κι αυτά τα άτομα. Αλλά θα πέσουν. Δε θα συνεχιστεί αυτό για πάντα.



Επιστρέφοντας στο ντοκιμαντέρ, «πρωταγωνιστούν» σ’ αυτό κάποιοι χαρακτήρες.

Εκτός από τον δημοσιογράφο Καταλίν Τολοντάν και την ομάδα του, που αποκάλυψαν το υγειονομικό σκάνδαλο, υπάρχει κι η επιζώσα εγκαυματίας. Ήταν δύσκολο να πειστεί να συμμετάσχει;

Στην αρχή ήταν.

Όσο, όμως, δυνάμωνε κι εκείνη έγινε ευκολότερο.

Αυτό που βοήθησε ήταν πως ένα από τα μέλη του δημιουργικού τιμ, που κινηματογραφούσε τη συναυλία εκείνη τη βραδιά, ήταν επίσης θύμα της πυρκαγιάς.

Έπειτα έχουμε τον μεταβατικό υπουργό Υγείας, τον οποίο παρουσιάζεις με έναν αρκετά θετικό τρόπο.

Τον αποτύπωσα όσο πιο ρεαλιστικά μπορούσα. Αυτό που προσπάθησα να δείξω ήταν η σωστή ισορροπία ανάμεσα στα δυνατά του σημεία και τις αδυναμίες του.

Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις ως αφηγητής είναι να αφήσεις αρκετό χώρο στον θεατή να αμφισβητήσει τον χαρακτήρα και να διατυπώσει τις δικές του ερωτήσεις

Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω πολιτικός αντιπροσωπεύει το ακριβώς αντίθετο της σαπίλας των ανθρώπων του συστήματος. Όντως πάλευε για διαφάνεια και αλήθεια.

Δεν μπορώ να το αρνηθώ αυτό ως σκηνοθέτης.

Αποτελούν τέτοιοι άνθρωποι την απάντηση σε εκκρεμή ζητήματα όπως της διαφθοράς;

Οι αξίες από τις οποίες εμφορούνται και η στάση τους εναντίον της αδικίας είναι σίγουρα ο τρόπος ν’ αλλάξουν τα πράγματα.

Από την άλλη, δεν είναι ο ένας ή ο άλλος άνθρωπος η λύση, γιατί, όπως ξέρεις και από την ελληνική πραγματικότητα, τα άτομα μπορούν να συντριβούν μέσα σε μια ώρα.

Η ειλικρίνεια που τους χαρακτηρίζει και η διαφάνεια που προωθούν μπορούν, ωστόσο, να ανοίξουν «πόρτες» προς έναν άλλο τρόπο άσκησης της πολιτικής.



Θα αποδοθεί ποτέ δικαιοσύνη για τα θύματα και τους συγγενείς τους;

Μέχρι σήμερα κανένας δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα.

Ούτε κάποιος από τη φαρμακευτική εταιρεία που αραίωνε τα αντισηπτικά, ούτε κάποιος γιατρός από το νοσοκομείο.

Ο δήμαρχος της περιοχής όπου βρισκόταν το κλαμπ καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε οκτώμισι χρόνια, αλλά άσκησε έφεση.

Ο απελθών πρωθυπουργός στάθηκε δίπλα του όταν άνοιξαν τα σχολεία, για να δώσει «σήμα» στο δικαστικό σύστημα ότι είναι άνθρωπός τους και χρήζει προστασίας.

Είναι ανοιχτό ερώτημα το αν θα υπάρξει απόδοση δικαιοσύνης.

Μπορεί το ντοκιμαντέρ σου να βοηθήσει, όχι στο επίπεδο της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, αλλά στην καλλιέργεια επίγνωσης, συνειδητοποίησης;

Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να σκεφτούν τι θέλουν από την κοινωνία και τη ζωή τους.

Κι αυτό το κατάφερε, αν κρίνω από τον αριθμό-ρεκόρ εισιτηρίων που έκοψε και τη μετέπειτα προβολή του στο HBO.

Βλέπουν ποιοι είναι και αναγνωρίζουν τι δε θέλουν μέσα από αυτό. To φιλμ είναι μέρος μιας αλλαγής που συντελέστηκε στη ρουμανική κοινωνία μετά την πυρκαγιά και πολλοί απέκτησαν μεγαλύτερη επίγνωση.

Αυτό σημαίνει δύο πράγματα:

Αρκετοί αποφάσισαν να μεταναστεύσουν -η Ρουμανία έχει το μεγαλύτερο μεταναστών μετά τη Συρία το 2019-20-, κυρίως λόγω της έλλειψης αξιοκρατίας και γιατί δε θέλουν να χαραμίσουν τη ζωή τους σε μια τέτοια κοινωνία.

Το άλλο μέρος αποφάσισε να εμπλακεί.

Προτιμώ τη δεύτερη επιλογή, οπουδήποτε στον κόσμο διεξάγονται παρόμοιες μάχες.

Το σημαντικό είναι το ότι η εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες και τον Τύπο ενισχύεται. Μόνο οι πολίτες και ο Τύπος μπορούν να φέρουν την αλήθεια στο φως.

Και η πίεση που έπειτα ασκεί ο Τύπος ενημερώνοντας μπορεί να φέρει την αλλαγή.

Το ντοκιμαντέρ του Αλεξάντερ Νανάου Κολέκτιβ προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 14 Οκτωβρίου σε διανομή του Cinobo.



Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021

Hoda Barakat: «Αισθάνομαι άνετα σε όλον τον κόσμο γιατί νιώθω σαν ξένη παντού»

 


Ένας διαυγής, συχνά σπαρακτικός στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, τον εκτοπισμό και την εξορία, το Νυχτερινό ταχυδρομείο, το βραβευμένο μυθιστόρημα  της σημαντικής Λιβανέζας συγγραφέως Hoda Barakat, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Μια σε βάθος κουβέντα μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Ένας βαθύς, ρέων στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, τον εκτοπισμό και την εξορία, το Νυχτερινό ταχυδρομείο, το βραβευμένο σας μυθιστόρημα που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, είναι δομημένο σε επιστολική μορφή.

Γιατί επιλέξατε αυτό το αφηγηματικό στιλ;

Οι γραπτές επιστολές σε αυτό το μυθιστόρημα είναι ανολοκλήρωτες, δεν έχουν διεύθυνση και σχεδόν καμία πληροφορία αποστολέα.

Ως εκ τούτου, ως ρομαντικό στιλ, τα γράμματα δε «σχηματίζουν» ένα επιστολικό μυθιστόρημα, αφού η δομή «εκρήγνυται» και τα κομμάτια ή τα θραύσματα δε συνθέτουν έναν αναγνώσιμο καθρέφτη με την κλασική έννοια του όρου.

Δεν είχα εξασκήσει αυτή τη «μορφή» γραφής πριν, και ήταν μια αληθινή περιπέτεια. Κάθε μυθιστόρημα επιβάλλει τη μορφή, το ύφος που ταιριάζει στο περιεχόμενό του, αυτό που θέλει να αφηγηθεί ή αυτό που θέλει να προτείνει ως προσέγγιση.

Στο Νυχτερινό ταχυδρομείο οι «κλασικές» μορφές αφήγησης δε λειτούργησαν. Ήταν απαραίτητο να επινοήσω, να ρισκάρω, να αφεθώ στην ελευθερία του ενστίκτου- ή σχεδόν... Σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ διαφορετικό από τα άλλα μυθιστορήματά μου.

Όπως συμβαίνει στη νουβέλα του Τολστόι Το πλαστό κουπόνι, κάθε ανεπίδοτη επιστολή συμπτωματικά καταλήγει στα χέρια του επόμενου χαρακτήρα.

Πρόκειται για εκδήλωση της αναπόδραστης διασυνδεσιμότητας των ανθρώπινων ζωών, επιλογών και «πεπρωμένων»;

Ναι, σε γενικές γραμμές. Ζούμε σε μια εποχή τόσο πολλαπλών και διαφορετικών μέσων επικοινωνίας, σχεδόν επιβληθέντων -ακόμη και ασφυκτικά-, αλλά είμαστε περίεργα μόνοι.

Είναι σαν τους «φίλους» στο Facebook. Όπως το να διαβάζεις γρήγορα ειδήσεις στο διαδίκτυο και να κάνεις «ζάπινγκ» μεταξύ των ειδησεογραφικών καναλιών... Ένα συντριπτικό βάρος που σε οδηγεί σε ένα αστρικό κενό.

Καταλαβαίνουμε πολύ λίγα και δε συγκρατούμε τίποτα. Ο κόσμος της διανόησης έχει ακυρώσει τη συζήτηση, τώρα υπάρχουν οι συγκρούσεις που κάνουν τον θόρυβο...

Σε αυτόν τον κόσμο, και για πρώτη φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, υπάρχουν περισσότεροι από 84 εκατομμύρια εκτοπισμένοι.

Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε πώς να τους αποκαλέσουμε: μετανάστες, εξόριστους, πεινασμένους που ξεφεύγουν από την πείνα, τους πολέμους, την κλιματική καταστροφή;

Δε γνωρίζουμε και είναι πιο βολικό να μην γνωρίζουμε, ενώ είναι αόρατοι. Οι αριθμοί δεν έχουν κανένα νόημα και συνεχίζουμε τη ζωή μας.

Ήθελα απλώς να ακούσω, να ακούσω για λίγο, την αναπνοή των ανθρώπων ανάμεσα σε αυτούς τους «περιπλανώμενους», ως ατόμων, σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ύπαρξής τους ή κατά τη φυγή τους. 

Ούτε να τους υπερασπιστώ, ούτε να προσποιηθώ ότι τους βρίσκω λύσεις. Ούτε να τους αθωώσω, ούτε να τους δραματοποιήσω. 

Οι χαρακτήρες μου δε συγκροτούν μια ομάδα, δε μοιάζουν και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους ή με τον έξω κόσμο στον οποίο έχουν πέσει, ή έχουν σταματήσει για λίγο κατά τη φυγή τους...

Τα περικομμένα γράμματά τους δεν είναι καν ομολογίες αφού λένε ψέματα, μόνο ο αναγνώστης του μυθιστορήματος θα σχεδιάσει το σκηνικό και θα εντοπίσει τη «μεγάλη εικόνα» του παζλ αυτών των θρυμματισμένων ζωών και πεπρωμένων... 

Γυναίκες ή άντρες, και ανεξαρτήτως ηλικίας/υποβάθρου, οι χαρακτήρες σας είναι τσακισμένοι, τραυματισμένοι -από τη ζωή, τα πολιτικά συστήματα, προσωπικές επιλογές και αποτυχίες-, αλλά όχι πάντα εύκολοι στο να ταυτιστείς μαζί τους.

Αισθάνεστε τρυφερότητα γι’ αυτούς;

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους χαρακτήρες υπάρχει ένας βασανιστής που βασάνισε και σκότωσε πολιτικούς και ποινικούς κρατούμενους, και κατέληξε να σκοτώσει την Ευρωπαία που τον δέχτηκε στο σπίτι της.

Οπότε δεν μπορώ να νιώσω τρυφερότητα γι’ αυτόν, ούτε καν να τον λυπηθώ!

Αλλά αυτός ο άντρας ήταν ένα παιδί, και είχε μια μητέρα στην οποία αποφάσισε να γράψει ένα γράμμα που δε θα φτάσει σ’ αυτή, και το ξέρει.

Αυτή η στιγμή της μεγάλης μοναξιάς, της τεράστιας ασάφειας της ανθρώπινης φύσης είναι που προσελκύει τη λογοτεχνία, τουλάχιστον ελκύει εμένα.

Φύγατε από τον Λίβανο λίγο μετά τον τερματισμό του Εμφυλίου και έκτοτε ζείτε στη Γαλλία. Έχετε σταδιακά καταφέρει να συμφιλιωθείτε με το τραύμα που σας προκάλεσε ο πόλεμος μέσω της συγγραφικής διαδικασίας;

Όχι, δεν το πιστεύω, αλλά η συγγραφή με βοήθησε να το αντιμετωπίσω, να το «εξημερώσω» για να ζήσω μαζί του.

Είναι όμως ένας διαρκής αγώνας, κουραστικός επίσης, γιατί τα μαθήματα του πολέμου σε διδάσκουν αμείλικτα την ανθρώπινη κατάσταση και αλλάζουν την αντίληψή σου για τον κόσμο και τη φύση των ανθρώπων.

Δεν εγκαταλείψατε ποτέ την αθωότητα και δεν έχετε πια πίστη...

Ο Λίβανος επί του παρόντος είναι αντιμέτωπος ένα σοβαρό οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο. Ανησυχείτε μήπως αυτή η κατάσταση αποβεί ανεξέλεγκτη, εκτός κι αν εφαρμοστούν δίκαια και αποτελεσματικά μέτρα;

Ο Λίβανος μοιάζει προς το παρόν με τους χαρακτήρες μου: ακυβέρνητος. Είναι ένα τραύμα που ποτέ δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω, ούτε να θεραπεύσω, ούτε καν να ηρεμήσω. Τώρα αιμορραγεί μέρα νύχτα και πονάει ακόμα περισσότερο...

Όσοι έφυγαν πίστεψαν ότι είναι δυνατόν να απομακρυνθούμε από αυτό, έστω και λίγο. Νομίζω, όμως. πως υποφέρουν περισσότερο από αυτή τη νοσηρή και αρρωστημένη προσκόλληση...

Δεν ξέρω ποιες είναι ή θα μπορούσαν να είναι οι λύσεις. Κανείς δεν τις βλέπει, ούτε τις φαντάζεται. Κανένας. Τίποτα.

Έγινε μια υπέροχη επανάσταση, αλλά η μαφία των διεφθαρμένων στην εξουσία κατέληξε να την τσακίσει, να την καταστρέψει. Δεν μπορούμε καν να απελπιστούμε εντελώς. Να ξεχάσουμε λίγο και να συνεχίσουμε τη ζωή μας, έτσι ή αλλιώς.

Αυτή η χώρα είναι μια αναπηρία, μια βαθιά πληγή που συνεχίζεται από το 1975. Την αγαπάμε πάρα πολύ και ονειρευόμαστε να την αφήσουμε στην άκρη του δρόμου... Ταυτόχρονα.

Γράφετε στα αραβικά, αλλά μιλάτε άπταιστα και γαλλικά. Θα αισθανόσασταν άνετα γράφοντας σ’ αυτή τη γλώσσα- ή όντως σε οποιαδήποτε γλώσσα πέραν των αραβικών;

Γράφω και έχω δημοσιεύσει και στα γαλλικά, αλλά όχι τα μυθιστορήματά μου. Τα αραβικά, η αραβική γλώσσα, είναι το μόνο που μου έχει απομένει και είναι συμπαγές από αυτό το «εκεί».

Σπούδασα γαλλικά πριν φύγω από τον Λίβανο και δεν ήταν εύκολο να χρησιμοποιήσω γραπτά, λογοτεχνικά αραβικά. Μαθαίνοντάς τα ξανά ανακάλυψα την απέραντη ομορφιά αυτής της γλώσσας.

Πιστεύω ότι το να γράφεις στα αραβικά πρέπει να είναι προφανές για μια Αράβισσα. Δεν ακολουθείς πιστά μια ξένη γλώσσα επειδή την κατέχεις και μόνο. Ή λόγω πρόσβασης σε μια καλύτερη αγορά.

Μια γλώσσα είναι κάτι φυσικό. Και ίσως το να μένω στη Γαλλία ώθησε και εδραίωσε την επιλογή μου να γράψω στα αραβικά...

Δεν είμαι «γαλλόφωνη συγγραφέας» ακόμη και όταν γράφω στα γαλλικά. Η ζωή μου ως πεζογράφος είναι γραμμένη στα αραβικά. Στη συνέχεια, βλέπω ότι ακολουθούν οι μεταφράσεις και είμαι πολύ ικανοποιημένη.

Νιώθετε άνετα -υπαρξιακά, ψυχικά, πολιτισμικά, πολιτικά- στη Γαλλία και την Ευρώπη, γενικά; Ή εντοπίζετε και βιώνετε αντιφάσεις και ρήξεις εντός του ευρύτερου ευρωπαϊκού πλαισίου;

Αισθάνομαι άνετα σε όλον τον κόσμο γιατί νιώθω σαν ξένη παντού, οπότε δεν έχω απαιτήσεις, απλώς θέλω να με ανέχονται, να με αποδέχονται και να με αγνοούν κοινωνικά.

Όταν συνειδητοποιήσεις πως η χώρα σου, η «πρώτη σου πατρίδα», δεν υπάρχει πια, όλος ο κόσμος γίνεται σαν μια μακρινή γη, ομοιογενής και ξένη, όμορφη ή λιγότερο όμορφη χωρίς μεγάλες διαφορές...

Από την άλλη, είσαι απαλλαγμένος από αυτό το συναίσθημα του ανήκειν, του ταυτοτικού δεσμού, είσαι πιο διαυγής, πιο κριτικός και πιο ελεύθερος απέναντι στην κοινωνία στην οποία ζεις.

Δεν υπάρχουν πια τα καταστροφικά πάθη της αγάπης της πατρίδας. Είναι απελευθερωτικό.

Υπάρχουν ακόμα οι διαφορές προσαρμογής, φυσικά. Η Ευρώπη, για παράδειγμα, μού ταιριάζει πολύ περισσότερο από τις Η.Π.Α., όπου έζησα και δίδαξα για σχεδόν δύο χρόνια, και θα επιστρέψω το επόμενο έτος.

Τώρα λυπάμαι που βλέπω πόσο άλλαξε η Ευρώπη από τότε που έφτασα στη Γαλλία το 1989, και όχι από τη στιγμή που πήγα να σπουδάσω εκεί...

Τελικά μοιάζει, κατά τη γνώμη σας, η συγγραφή με την αποστολή γραμμάτων τη νύχτα- είτε σε γνωστούς είτε σε άγνωστους παραλήπτες;

Για μένα ναι. Γράμματα πεταμένα μέσα στη νύχτα και τυχαία από τα κύματα.

Είναι πάντα μια πραγματικά ωραία έκπληξη όταν προσγειώνονται κάπου και γίνονται δεκτά από τους αναγνώστες! Γιατί πραγματικά φτάνουν! Χωρίς διευθύνσεις ή παραλήπτες. Είναι κάτι θαυματουργό.

Είναι αλήθεια πως έχω λάβει σημαντικά βραβεία και τίτλους αναγνώρισης και εκτίμησης, αλλά, πιστέψτε με, αυτό κάθε φορά ήταν μια έκπληξη.

Δεν το λέω λόγω υπερβολικής σεμνότητας, αλλά επειδή είμαι μία συγγραφέας που ζει και γράφει μόνο, που δεν κηρύττει, που δεν ανακοινώνει αλήθειες ούτε αποκαλύπτει σωτήριες πεποιθήσεις ή ιδέες.

Δε γράφω πλέον μυθιστορήματα «καλών αισθημάτων».

Το μυθιστόρημα της Hoda Barakat Νυχτερινό ταχυδρομείο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση.