Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

Χόρχε Γκαλάν: «Νοσταλγώ μια χώρα που έληξε με τον Εμφύλιο της δεκαετίας του ‘80»


«Παιδί» του Εμφυλίου του Ελ Σαλβαδόρ, ο βραβευμένος συγγραφέας και ποιητής Χόρχε Γκαλάν μάς προσφέρει με το πρόσφατο μυθιστόρημά του Τα δικά μας χρόνια το θραυσματικό «πανόραμα» ενός αιώνα πολυτάραχης σαλβαδοριανής Ιστορίας.

Μια άκρως διαφωτιστική συνομιλία μαζί του.

Γράφεις -ποίηση, μυθιστορήματα, παιδικά βιβλία- από τα δεκαεννιά σου. Είναι όλα μέσα προς επίτευξη του ίδιου σκοπού, «μονοπάτια» μέσα από τα οποία φτάνεις στον ίδιο προορισμό- υπαρξιακό, λογοτεχνικό, ψυχικό;

Είναι διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν στην ίδια πόλη.

Στο τέλος, όλα είναι λογοτεχνία. Αν και υπάρχει ένα μονοπάτι που είναι πιο βραχύ και πιο έντονο: η ποίηση. Άλλο ένα, πιο εκτεταμένο και δυσκολότερο, είναι το μυθιστόρημα.

Και υπάρχει κι ένα που διασχίζει όμορφα δάση: η παιδική και η νεανική λογοτεχνία.

Είσαι ένας εξέχων εκπρόσωπος του μαγικού ρεαλισμού, όπως είναι εμφανές και στα Δικά μας χρόνια, που πρόσφατα κυκλοφόρησαν στα ελληνικά. Τι σε συναρπάζει πιο πολύ σ’ αυτό το είδος;

Υπάρχει μια ορθολογική διάσταση πίσω από την υιοθέτησή του;

Ποτέ δε σκέφτομαι τον μαγικό ρεαλισμό. Σκέφτομαι την προφορική παράδοση. Αφηγούμενος αυτές τις ιστορίες με αυτόν τον τρόπο με φέρνει πλησιέστερα στον παλιό τρόπο εξιστόρησης στους ανθρώπους μας.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες που περιέλαβα στα Δικά μας χρόνια, τις οποίες μού είχαν αφηγηθεί με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπήρχε σχεδόν καμία διαφορά ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.

Το μυθιστόρημα Τα δικά μας χρόνια παρέχει ένα κατακερματισμένο «πανόραμα» ενός αιώνα σαλβαδοριανής Ιστορίας.

Στον πυρήνα του, ωστόσο, βρίσκεται η αναζήτηση του αφηγητή για την Μερσέδες, τη χαμένη του αγάπη, και μια προσπάθεια ανασύστασης της μνήμης της. Συμφωνείς;

Ναι, συμφωνώ. Τα μυθιστορήματα Τα δικά μας χρόνια, Το δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού και Νοέμβριος επιζητούν να μιλήσουν για τον 20ό αιώνα στη χώρα μου σε διαφορετικές στιγμές και διαστάσεις.

Στα πρώτα δύο μυθιστορήματα το ασυνήθιστο είναι παρόν σε κάθε λεπτό, παρά τις δραματικές στιγμές. Στην τελευταία ιστορία, αυτή που ακολουθεί τα Δικά μας χρόνια, το φρικτό έπεται του ασυνήθιστου.

Αυτό έχει συμβεί στη χώρα μου, γι’ αυτό και το έγραψα κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ο αφηγητής είναι επίσης σταδιακά ανίκανος να ταυτιστεί με το Ελ Σαλβαδόρ του παρόντος, σε αντίθεση με τη χώρα των δικών τους χρόνων. Ισχύει και για σένα αυτό το αίσθημα αποξένωσης σε οποιοδήποτε επίπεδο;

Νοσταλγώ μια χώρα που δεν ήξερα, μια χώρα που έληξε με τον Εμφύλιο της δεκαετίας του ’80. Από τότε και στο εξής, είμαστε ένα μείγμα. Η ταυτότητά μας είναι εν πολλοίς χαμένη. Περιλαμβάνω τον εαυτό μου σ’ εκείνους που περπατούν στη σκιά.

H θρησκεία, τα θρησκευτικά ήθη και οι πρακτικές χαρακτηρίζουν την αφήγησή σου. Θεωρείς τον εαυτό σου θρησκευόμενο, έχεις λάβει θρησκευτική ανατροφή;

Κι αν ναι, πώς αυτή «μεταφράζεται» σε αυτό που είσαι και στα θέματα για τα οποία και τον τρόπο που γράφεις;

Δεν ασκώ τη θρησκευτικότητα για την οποία μιλάνε τα μυθιστορήματά μου. Με το να γράφω γι’ αυτή τη διάσταση, προσπαθώ απλώς να λάβω υπόψη τι συμβαίνει στην κοινωνία μου. Δε νιώθω ευθέως επηρεασμένος από αυτή.

H σφαγή, γνωστή ως La Matanza, 30.000 κυρίως αυτοχθόνων, που πραγματοποιήθηκε από το καθεστώς του Μαξιμιλιάνο Ερνάντες Μαρτίνες το 1932, ανακατασκευάζεται γλαφυρά στο μυθιστόρημά σου.

Αισθανόσουν ηθικά υποχρεωμένος να αποτίσεις φόρο τιμής στη μνήμη αυτού του γεγονότος, η οποία ξεθωριάζει;

Χρειαζόμουν να μιλήσω γι’ αυτή. Δεν ξέρω αν επρόκειτο για ηθική αναγκαιότητα, αλλά ήθελα να το κάνω. Ήθελα να πω τι συνέβη. Ήθελα να φέρω στο παρόν αυτό το φρικτό γεγονός της Ιστορίας μας.

Η έκδοση του Νοέμβριου, του προηγούμενου μυθιστορήματός σου, οδήγησε σε απειλές θανάτου εναντίον σου, που σε ανάγκασαν να ζητήσεις πολιτικό άσυλο στο εξωτερικό. Ποιες πολιτικές ή άλλες δυνάμεις ενοχλήθηκαν από το βιβλίο σου;

Οι απειλές ήταν πάντα ανώνυμες, οπότε δεν μπορώ να αναφέρω μια πολιτική δύναμη.

Σχετικά με τα γεγονότα που συμβαίνουν στο μυθιστόρημα, μια δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ισπανία αυτόν τον μήνα (σημ.: τον Ιούλιο του 2020), με μόνο έναν από τους εμπλεκόμενους στρατιωτικούς στο εδώλιο.

Η ετυμηγορία αναμένεται μέσα στις επόμενες μέρες. 

Θα μπορούσες να περιγραφείς ως «παιδί» του Εμφυλίου του Ελ Σαλβαδόρ. Σε ποιον βαθμό σε έχει διαμορφώσει η εμπειρία εκείνης της περιόδου;

Δεν ήξερα σε ποιον βαθμό με είχε διαμορφώσει μέχρι που ξεκίνησα να γράφω και είχα την ανάγκη να δώσω απαντήσεις στον εαυτό μου: απαντήσεις σε σχέση με το γιατί και το πώς εισήλθαμε σ’ εκείνη τη σκοτεινιά και γιατί δε μας εγκατέλειψε η βία.

Παραμένουμε μια από τις πιο επικίνδυνες χώρες στον κόσμο.

Εκτός αυτού, ένιωθα την ανάγκη να εξιστορήσω τις δικές μου εμπειρίες από εκείνη την περίοδο.

Λίγα είναι γνωστά -τουλάχιστον σε μένα- για την κουλτούρα και τη λογοτεχνία, ιδίως,  του Ελ Σαλβαδόρ. Υπάρχει ζωντανή λογοτεχνική σκηνή; Κι αν ναι, τι τη διακρίνει από άλλες λατινοαμερικανικές παραδόσεις;

Πρόκειται για μια ερώτηση με δύο αντίθετες απαντήσεις.

Ναι, υπάρχει ζωντανή λογοτεχνία, που μπορεί κάποιος να τη δει στα λογοτεχνικά καφενεία, στις απαγγελίες και στις αναγνώσεις, γιατί υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός συγγραφέων που γράφουν ποιητικές δουλειές, μυθιστορήματα ή παιδική λογοτεχνία.

Αλλά, την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει καμία ζωτικότητα στον εκδοτικό κόσμο. Σχεδόν δεν εκδίδονται βιβλία στο Ελ Σαλβαδόρ. Δεν υπάρχει εκδοτική κουλτούρα, κι αυτό αντανακλάται στη δουλειά που γίνεται.

Και τελικά, πόσα έχουν αλλάξει στην προσωπική και κοινωνική ζωή σου με την έλευση της πανδημίας; Έχεις καταφέρει να ξεπεράσεις τους όποιους φόβους δημιουργικά;

Ήταν δύσκολα στην αρχή. Πέρασα ίσως δυο εβδομάδες χωρίς να γράψω ή να διαβάσω. Αλλά, αργότερα, βίωσα την αντίθετη συνέπεια, κι έχω δουλέψει πιο σκληρά από ποτέ.

Photo credit (Χόρχε Γκαλάν): Joaquin Puga.

Ευχαριστώ θερμά την Πόπη Γαλάτουλα, Διευθύντρια Δημοσίων Σχέσεων των Εκδόσεων Ψυχογιός, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Χόρχε Γκαλάν Τα δικά μας χρόνια κυκλοφορεί -μεταφρασμένο μόνο στα ελληνικά- από τις Εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.



Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Τζακ Χίρσμαν: «Ποτέ δεν αναφέρομαι σε μένα ως ποιητή χωρίς να λέω ότι είμαι κομμουνιστής»


Ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, ο 87χρονος Βορειοαμερικανός Τζακ Χίρσμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή κομμουνιστές ακτιβιστές διανοούμενους.

Συνομιλώντας μαζί του, με αφορμή την ποιητική του ανθολογία Μονοπάτι: Ποιήματα 1952-2001, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2019 από τις Εκδόσεις Απόπειρα.

«Έχω τραβήξει τη σφαίρα/τόσες φορές απ’ τον εγκέφαλό σου/που θα μπορούσα να ταΐσω εκατό/ένοπλους αγώνες με τ’ όνειρό σου», γράφετε στο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Αν δεν είχε υπάρξει αυτή η «συνάντηση», δε θα είχατε γίνει ποιητής;

Ίσως θα είχα γίνει, αλλά η ανακάλυψη της δουλειάς του όταν ήμουν φοιτητής στο City College της Νέας Υόρκης όντως άλλαξε τη ζωή μου, γιατί ο Μαγιακόφσκι ήταν ο πρώτος «ποιητής δρόμου» του 20ού αιώνα, ο πρώτος που αγκάλιασε πλήρως την Μπολσεβίκικη Επανάσταση. Αυτή η ανακάλυψη συνέβη το 1953.

Το 1957, στην Ιντιάνα, όπου ήμουν βοηθός καθηγητή και μελετούσα για το διδακτορικό μου, ζήτησα από τον Βίκτορ Έρλιχ, συγγραφέα του Ρωσικού Φορμαλισμού, να μου δώσει τη μετάφραση από τα ρωσικά των ποιημάτων του ΒΜ.

Στη συνέχεια θα τα απέδιδα σε ιδιωματικά αμερικανικά, γιατί ο ΒΜ μού φαινόταν πιο κοντά στους αμερικανικούς δρόμους. Αυτά τα ποιήματα εκδόθηκαν υπό τον τίτλο Electric Iron το 1971.

Την επόμενη χρονιά, με το τέλος του αμερικανικού πολέμου στο Βιετνάμ, άρχισα να μεταφράζω Ρώσους ποιητές στο café Τριέστε στο Σαν Φρανσίσκο.

Από το 1976 μέχρι το 1988 όχι μόνο έγραφα ένα ποίημα τη μέρα στα ρωσικά, εν μέσω δύο ποιημάτων στα αμερικανικά, αλλά και δημιούργησα και διένειμα 75 με 100 χιλιάδες πολιτιστικά agitprop φυλλάδια ή πόστερ εμπνευσμένα από τον ΒΜ.

Τα αποκαλούσα «ομιλούντα φύλλα», ωστόσο, από την ιδιοφυία των Τσιρόκι, τον Sequoyah. Ήταν ο Μαγιακόφσκι που έκανε οπτική προπαγάνδα για την Επανάσταση, που ήταν ο μαέστρος αυτών των έργων μου για δεκάδες χρόνια.

Από τα πρώιμα 60s κι εξής, κυριολεκτικά βγάλατε την ποίησή σας στους δρόμους. Εκεί ανήκει κυρίως ή έχει και μια πιο προσωπική/ενδοσκοπική διάσταση; Έχει υπάρξει ή μπορεί να γίνει εργαλείο για τη συλλογική χειραφέτηση;

Βγήκα στους δρόμους γιατί εκεί ζει η εργατική τάξη. Η ακαδημαϊκή ζωή είναι ο κόσμος της μπουρζουαζίας. Είχα υπάρξει εκεί, κι απολύθηκα από το UCLA επειδή προσπάθησα να αποτρέψω τους φοιτητές μου από την επιστράτευση.

«Επιστράφηκα» στην εργατική τάξη απ’ όπου είχα προέλθει. Εκεί ζει η Επανάσταση. Δε ζει στον κόσμο της μπουρζουαζίας, ο οποίος στις μέρες μας κυριαρχείται από τις εταιρείες, που είναι ο φασισμός του καιρού μας.

Θα διδάσκατε σήμερα;

Απολύτως όχι. Το πανεπιστήμιο και οι εταιρείες υποστηρίζουν τον σύγχρονο φασισμό.

Είχατε ποτέ την ευκαιρία να συναντήσετε τον Τζιμ Μόρισον εκείνη την εποχή;

Συνήθιζε να παρακολουθεί το μάθημά μου στο UCLA.

Είναι, όμως, άσκοπο να πω την αλήθεια για τη συνάντησή μας, γιατί τέσσερις δημοσιογράφοι με είχαν ρωτήσει σχετικά στο παρελθόν και δε δημοσίευσαν ποτέ ούτε μία λέξη, επειδή αυτό δεν εξυπηρετούσε τη διαφήμιση της εικόνας του.

Το ποίημά σας Ευρώπη από το 1968 θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα είδος φόρου τιμής σ’ αυτή. Θα το γράφατε διαφορετικά σήμερα; Τι έχει απομείνει από την Ευρώπη της νεότητάς σας;

Η Ευρώπη μάς έδωσε τον Καρλ Μαρξ και τον Βλαντίμιρ Λένιν. Πραγματικούς επαναστάτες. Αυτό και μόνο είναι μέρος του «φόρου τιμής» μου.

Αν και ο «εθνικισμός» κι η φυλετική μισαλλοδοξία αντηχούν το ναζισμό του παρελθόντος, έχω πίστη στην επαναστατική διάσταση της ευρωπαϊκής ευαισθησίας.


Το σώμα της δουλειάς σας ως μεταφραστή και δοκιμιογράφου είναι επίσης πλούσιο και σημαντικό. Οι επιλογές σας έχουν υπαγορευτεί από μια πολιτισμική, υπαρξιακή και/ή πολιτική σύνδεση με τους αντίστοιχους καλλιτέχνες;

Οι επιλογές μου, με μερικές εξαιρέσεις, προέκυψαν επειδή ήθελα να φέρω κομμουνιστές ποιητές στην αμερικανική γλώσσα.

Γι’ αυτό και μετέφρασα το Ένα ουράνιο τόξο για τη χριστιανική Δύση του Αϊτινού ποιητή Ρενέ Ντεπέστρ, ένα σπουδαίο κομμουνιστικό βιβλίο ποιημάτων για την εισβολή πνευμάτων βουντού από την Αϊτή στο νότιο, και πιο ρατσιστικό, τμήμα των Η.Π.Α.

Μετά από εκείνη τη μετάφραση, ποτέ δεν αναφέρομαι σε μένα ως ποιητή χωρίς επίσης να λέω ότι είμαι κομμουνιστής.

Τι σας τράβηξε πιο πολύ στον Παζολίνι, λοιπόν;

Το ότι ήταν ένας σπουδαίος κομμουνιστής ποιητής, ένας ποιητής κατά βάθος.

Απλά διάβασε το La Belle Bandiere. Το τελευταίο τμήμα του, η λυρική μίξη της κόκκινης σημαίας και των κερασιών, είναι ένας από τους σπουδαιότερους ύμνους στον κομμουνισμό σε ποιητική μορφή.

Και στην Κατερίνα Γώγου, που μέρος της δουλειάς της έχετε επίσης μεταφράσει;

Θεωρώ την Κατερίνα την σπουδαιότερη ποιήτρια της προηγούμενης γενιάς. Μια μείζονα ποιήτρια δρόμου, η γλώσσα της οποίας είναι ταυτόχρονα ευρηματική και παθιασμένη.

Ήταν μια αναρχική, που εραστής της ήταν στην ουσία ένα κομμουνιστικό κίνημα το οποίο την «απατούσε».

Μετέφρασα το πρώτο βιβλίο της, Τρία κλικ αριστερά, αλλά έπειτα, και προς μεγάλη μου ευχαρίστηση, σύστησα τη δουλειά της στον Άγγελο Σακκή, έναν Έλληνα ποιητή και μεταφραστή που ζούσε στο Μπέρκλεϊ.

Μετέφρασε και τα επτά βιβλία της και ελπίζω τα άπαντά της να εκδοθούν σύντομα στις Η.Π.Α. Έχω επίσης μεταφράσει ποιήματα του Σωτήρη Παστάκα.

Η ποιητική σας ανθολογία Μονοπάτι, Ποιήματα 1952-2001 είναι η πρώτη και μόνη ολοκληρωμένη στα ελληνικά, επιμελημένη από τον Χρίστο Αγγελακόπουλο και τις Εκδόσεις Απόπειρα. Ποια είναι η αντίληψή σας για την Ελλάδα;

Σπούδασα κλασικά ελληνικά ως φοιτητής και σύγχρονα στους δρόμους. Η Ελλάδα είναι ένα βαθύ μέρος της ζωής μου. Το ΦΩΣ της δε μοιάζει με κανένα άλλο.

Έζησα εκεί το 1965 για έξι μήνες. Το 1980 ο Λέοναρντ Κοέν παραχώρησε σε μένα και την Kristen Wetterhahn το σπίτι του στην Ύδρα για πέντε βδομάδες, και δέκα χρόνια πριν ο Ντίνος Σιώτης με προσκάλεσε να διαβάσω τη δουλειά μου στην Αθήνα.


Παραμένοντας στο μεταφραστικό «μέτωπο», πώς μάθατε για τον Jusef Gërvalla, η ποιητική συλλογή του οποίου Η ευλογία μιας μητέρας είναι η μόνη διαθέσιμη στα αγγλικά;

Είχα διαβάσει ότι ο Jusef, ο αδερφός του, Bardosh, κι ένας τρίτος σύντροφος είχαν δολοφονηθεί στη Γερμανία. Μάχονταν για την απελευθέρωση του Κοσόβου.

Ξέρω πώς να μεταφράζω από τα αλβανικά, και με τη βοήθεια του Idlir Azizaj, μεταφραστή του Οδυσσέα του Τζόυς στα αλβανικά, μεταφράσαμε το βιβλίο του Gërvalla.

«Υπάρχει μια γλώσσα που λέγεται/Ψυχή, μια γλώσσα που είναι/το φιλί που είναι η μεγαλύτερη/ευτυχία. Δε μεταφράζεται», γράφετε στο Ερωτικό ποίημα, αφιερωμένο «στην Άγγι σας».

«Το πλήγωμα της καρδιάς συστήνει την απαρχή/κάθε αληθινής υποδοχής», συμπεραίνετε, έπειτα, στο Μονοπάτι. Είχατε το μερτικό σας από αγάπη και πλήγωμα στη ζωή σας;

Μπράβο! Αντιλήφθηκες τον πιο σημαντικό στίχο στο Μονοπάτι. Και ναι, είχα το μερτικό μου από αγάπη και πλήγωμα, το τελευταίο με το θάνατο του γιου μου Ντέιβιντ στα 25 του.

«Αρρωστήσαμε απ’ τη μοίρα της εκμετάλλευσης/και θέλουμε μια άλλη κοινωνία/και μπορούμε να την έχουμε, και θα την έχουμε», διακηρύσσετε στο ποιητικό σας «κάλεσμα στα όπλα», Ποίημα για τη νέα χιλιετία. Εξακολουθείτε να συμμερίζεστε αυτή την αισιοδοξία, 20 χρόνια αργότερα;

Ασφαλώς και τη συμμερίζομαι.

Από πολιτικής άποψης, θα αυτοπροσδιοριζόσασταν ακόμα ως κομμουνιστής;

Απολύτως. Kι αν η ελπίδα μου είναι ακριβής, πρέπει κι εσύ.

Για ποια πράγματα θα γράφατε πιο πρόθυμα ή σε ποια θα δρούσατε ενάντια στις μέρες μας, σε μια εποχή που ο ανορθολογισμός -από την αναβίωση της Ακροδεξιάς μέχρι τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό- «κάνουν πάρτι»;

Έχω έναν στόχο, τον μετασχηματισμό αυτού του φασιστικού καπιταλιστικού κόσμου σε έναν κομμουνιστικό. Γι’ αυτό -μαζί με άλλους- δουλεύω, μεταφράζω, γράφω και οργανώνω εκπαιδεύοντας άλλους για την αλήθεια αυτών των ημερών.

Ονειρεύεστε στον ύπνο σας; Κι αν ναι, ποιο είναι το πιο επίμονο όνειρό σας;

Σπάνια ονειρεύομαι ή θυμάμαι τα όνειρά μου, γιατί πίνω ένα ή δύο ποτήρια Στολίσναγια πριν πέσω για ύπνο κάθε νύχτα και προφανώς με αφήνουν να κοιμηθώ υπερβολικά βαθιά.

Μια τελευταία ερώτηση «κλωθογυρίζει» στο μυαλό μου. Από πού πηγάζει η τεράστια ζωτικότητα που σας χαρακτηρίζει;

Έχοντας ζήσει ως παιδί τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πιστεύοντας κυριολεκτικά ότι η ποίηση είναι το σπουδαιότερο όπλο συλλογικοποίησης της ανθρώπινης καλοσύνης, και συνεπώς ο μεγαλύτερος εχθρός του θανάτου, που είναι ο φασισμός.

Από το 2009 υπήρξα από τους ιδρυτές της Επαναστατικής Ταξιαρχίας Ποιητών, που ξεκίνησε στο Σαν Φρανσίσκο. Τώρα υπάρχουν 14 Ταξιαρχίες: 5 στις Η.Π.Α., 2 στη Γαλλία και 7 στην Ιταλία.

Η ετήσια ανθολογία μας διεθνούς ποίησης τιτλοφορείται Ανατρέποντας τον καπιταλισμό. Τον Νοέμβριο του 2020 εκδίδεται το 7ο τεύχος.

Είμαι επίσης ιδρυτικό μέλος του Παγκόσμιου Κινήματος Ποίησης, το οποίο εδρεύει στο Μεντεγίν της Κολομβίας. Το περιοδικό του, που επιμελείται ο Τούρκος ποιητής Ataol Behramoğlu, λέγεται Ποιητικό Πλανηταριάτο.  

Παρέδωσα αυτό το όνομα στον κόσμο μεταφέροντας τον παλιό όρο του «προλεταριάτου» της βιομηχανικής εποχής στο «πλανηταριάτο» της τεχνολογικής. Το Παγκόσμιο Κίνημα Ποίησης ιδρύθηκε το 2011.

Μια πρώτη εκδοχή της συνέντευξης βρίσκεται δημοσιευμένη στο καλοκαιρινό τεύχος (#6) του περιοδικού Yusra, που κυκλοφορεί.

Ευχαριστώ θερμά την Kat Crespin, ιδρύτρια και managing editor του ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου Swimming with Elephants, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Η ποιητική ανθολογία του Τζακ Χίρσμαν Μονοπάτι: Ποιήματα 1952-2001 κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Απόπειρα σε επιλογή και μετάφραση Χρίστου Αγγελακόπουλου.



Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Abdón Ubidia: «Είμαι στρατευμένος στις γραμμές των απελπισμένων»


Ψυχολογικό θρίλερ με ντοστογιεφσκικές καταβολές και ηθικές, πολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, το μυθιστόρημα Σιωπηλή σαν το Θάνατο του σπουδαίου Εκουαδοριανού συγγραφέα Abdón Ubidia κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες.

Ιδιαιτέρως αγαπητός στο εγχώριο αναγνωστικό κοινό, ο 76χρονος -αλλά διαυγέστατος- συγγραφέας, μάς παραχώρησε μια αναλυτική συνέντευξη.

Κατά το παρελθόν υπήρξατε μέλος του λογοτεχνικού κινήματος του Tzantzismo. Θα θέλατε ν’ αναφερθείτε λίγο αναλυτικότερα σ’ αυτό και στη σημασία του για την εν γένει καλλιτεχνική ζωή του Εκουαδόρ;

Τη δεκαετία του ’70, όταν το Κίτο -την εποχή πριν από το πετρέλαιο- ήταν ακόμα ένας τόπος συντηρητικός και απομονωμένος, η ομάδα μας αποτέλεσε ένα είδος λογοτεχνικού αντάρτικου.

Eπιδίωξε να έρθει σε ρήξη τόσο με τα ήθη εκείνης της υπναλέας ζωής, όσο και με τις «κεφαλές» των διανοουμένων οι οποίοι, χάρη σε μια στρατιωτική δικτατορία, επέβαλλαν απόψεις και κριτήρια αντιδραστικά - έτσι τα αποκαλούσαμε τότε.

Εξ ου και το όνομά μας: Τζάντζικος, με άλλα λόγια στην αυτόχθονα γλώσσα σουάρ, «αυτοί που συρρικνώνουν τα κεφάλια».

Έμβλημά μας ήταν τα τζάντζα, τα μικρά τρόπαια τα οποία μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα οι πολεμιστές Σουάρ* φορούσαν ως φυλαχτά, αφού πρώτα υπέβαλλαν τα κεφάλια των εχθρών τους σε μια μυστική κατεργασία συρρίκνωσης.

Θέλαμε να γίνουμε μια μεταφορά των Σουάρ στο διανοητικό περιβάλλον. Ήμασταν αντικαθεστωτικοί τόσο ως προς την πολιτική όσο και ως προς την τέχνη. Ο πολιτικός άξονας του κόσμου βρισκόταν στην Αριστερά.

Και η κυρίαρχη ιδέα ήταν η αλλαγή: η αλλαγή του κόσμου, της τέχνης, της ίδιας της ζωής. Ήταν το σύνθημα.

Είχαμε δεχτεί την παγκόσμια πολιτική επιρροή: την Κουβανική Επανάσταση, τους απελευθερωτικούς πολέμους στην Αφρική, τα ειρηνιστικά, πανεπιστημιακά και εντέλει αντιιμπεριαλιστικά  κινήματα.

Ενώ, όσον αφορά τη λογοτεχνία, γίναμε μάρτυρες της καθυστερημένης, αλλά σαρωτικής αναγνώρισης της Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας, του επονομαζόμενου Boom της λογοτεχνίας μας:

Κορτάσαρ, Μπόρχες, Σάμπατο, Ονέτι, Γκαρσία Μάρκες, Φουέντες και τόσοι άλλοι.

Από εκεί γεννηθήκαμε εμείς, οι νεαροί Τζάντζικος.

Εκτός από συγγραφέας, είσαστε και ερευνητής στο πεδίο της προφορικής λογοτεχνίας. Τι σας σαγηνεύει σ’ αυτή; Τροφοδοτεί το συγγραφικό σας έργο;

Αυτό συνέβαινε τη δεκαετία του ’70. Μόλις έσβησαν οι πολεμικές φωτιές της προηγούμενης δεκαετίας, το ενδιαφέρον του κόσμου για το λαϊκό στοιχείο αυξήθηκε.

Εξ ου και η εκ νέου ανακάλυψη των προφορικών παραδόσεων των λαών μας, ως αντικειμένου μελέτης και λατρείας. Τότε γεννήθηκε ο Μαγικός Ρεαλισμός.

Για να πω την αλήθεια, εγώ τις προσέγγισα λόγω ενός πολύ ιδιότυπου ενδιαφέροντος. Ήθελα να μάθω με ποιο τρόπο είναι αφηγημένες οι ιστορίες που διαρκούν.

Ήρθα σε επαφή με ένα ίδρυμα που μου επέτρεψε να διατρέξω σε βάθος την πόλη και τη χώρα μου με την ιδιότητα του συλλέκτη μύθων και παραδόσεων. Ήταν μια όμορφη εμπειρία.

Κρίμα που αυτές οι παραδόσεις βρίσκονταν ήδη σε διαδικασία εξαφάνισης, λόγω της κατάρρευσης του αγροτικού κόσμου και της ασυγκράτητης ανάπτυξης των πόλεων.

Από την άλλη, η λογοτεχνικοποίηση των προφορικών παραδόσεων, ο Μαγικός Ρεαλισμός με άλλα λόγια, είχε ήδη δώσει πολλά, με ονόματα εμβληματικά όπως ο Αστούριας, ο Ρούλφο, ο Γκαρσία Μάρκες, ο Χόρχε Αμάδο.

Εμείς φτάσαμε αργά σε τούτο το ρεύμα. Ήταν πλέον η εποχή που η πολιτεία άρχιζε να αναδεικνύεται σε σύμβολο και λογοτεχνικό χαρακτήρα.

Εγώ κατέστρεψα το πρώτο μου βιβλίο διηγημάτων όταν αντιλήφθηκα ότι δεν μπορούσαμε πια να συνεχίζουμε με τον Μαγικό Ρεαλισμό.

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο αβέβαιο από ένα διήγημα. Ή γράφεται ή όχι. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να μην το γράψεις», επισημαίνετε στον επίλογο του Σιωπηλή σαν το θάνατο. Γιατί συμβαίνει αυτό, και γιατί τελικά γράφεται;

Γράφεται όταν η δύναμη που σε σπρώχνει να γράψεις ό,τι δεν έχει ειπωθεί νικάει αυτή που σε σπρώχνει να το αποσιωπήσεις ή απλώς να το αναβάλλεις. .

Θα χαρακτήριζα το Σιωπηλή σαν το θάνατο πιο πολύ ψυχολογικό θρίλερ «δωματίου» με ντοστογιεφσκικές καταβολές και ηθικές, πολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, παρά τυπικό «νουάρ». Συμφωνείτε;

Συμφωνώ απολύτως, μόλο που η αναφορά στον Ντοστογιέφσκι με τρομάζει και με κολακεύει.

Ναι, προτιμώ τις ιστορίες που παρότι έχουν νουάρ αναφορές εντρυφούν πιο πολύ στη φύση του ανθρώπινου όντος, στην ψυχολογική και μεταφυσική του υπόσταση.

O τόπος (Κίτο) και ο χρόνος που εκτυλίσσεται η μυθοπλασία (1983) προσδιορίζονται σαφώς από την αρχή της νουβέλας. Πόσο ουσιώδες είναι για σας να τοποθετείτε τη μυθοπλασία σας εντός ενός συγκεκριμένου χωροχρόνου;

Πολύ, ιδίως όταν γράφω ένα ρεαλιστικό αστικό αφήγημα.

Έχω γράψει μυθιστορήματα, όπως το Sueño de lobos (Ο Ύπνος των Λύκων) του 1986, με ένα ακραία ρεαλιστικό σκηνικό Το Κίτο του 1980, ζωγραφισμένο χρονικά και χωρικά με εξαιρετική λεπτομέρεια.

Έφτασα μέχρι τον υπερβολικό βαθμό να είναι αληθινά τα τυχόν αξιοσημείωτα γεγονότα και οι αντίστοιχες ημερομηνίες εκείνου του έτους.

Και μου στοίχισε κάμποση δουλειά η προσπάθεια να προσαρμόσω το αληθινό ημερολόγιο της πολιτείας σε αυτό του μυθιστορήματος, το οποίο αφηγείται την ιστορία του ανθρώπου που ποτέ δεν κοιμάται.

Το ίδιο ισχύει για τις περιγραφές των πιο εμβληματικών σημείων της πόλης, όπως και για τις αναφορές στο κλίμα ή το ορεινό τοπίο. Θεώρησα ότι ο ακραίος αυτός ρεαλισμός του σκηνικού θα αποτελούσε εγγύηση αληθοφάνειας για όσα ανήκαν στη μυθοπλασία.

 Ίσως να υπερέβαλα. Εν πάση περιπτώσει, τα πέντε μυθιστορήματα που έχω γράψει αναφέρονται σε μία πολιτεία, το Κίτο, και μία εποχή, αμφότερες πολύ παρούσες και συγκεκριμένες πάντοτε.

Η Χειμωνιάτικη Πόλη, για παράδειγμα, επιδιώκει να αποτελέσει μαρτυρία του Κίτο της δεκαετίας του ’70 και της φαντασμαγορικής πετρελαϊκής του λάμψης.

Ενώ το La Madriguera (Το Λημέρι) του 2004 καθρεφτίζει τις μεταμορφώσεις που βίωσε η πόλη με την αλλαγή του αιώνα.

Για να μην είμαι τόσο κυριολεκτικός, γράφω επίσης διηγήματα φαντασίας.

Τερπινοήσεις τα αποκαλώ, και δεν αναφέρονται σε άλλη πραγματικότητα πέρα απ’ αυτή των φόβων, των επιθυμιών και των ανασφαλειών μας,  στοιχείων πανανθρώπινων με άλλα λόγια.

Ένας γιατρός σε κρίση «ανδρόπαυσης» κι ένας «ιδεολόγος» βασανιστής είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτής της «μονομαχίας».

Πόσο μοιάζουν και πόσο διαφέρουν, τελικά; Και πώς μπορούμε να «σκοτώσουμε» τον εξουσιαστή που όλοι κουβαλάμε μέσα μας;

Σε ένα βιβλίο με αφορισμούς που δημοσίευσα τον περασμένο χρόνο, το Elogio del pensamiento doble (Εγκώμιο της διττής σκέψης), γράφω συγκεκριμένα:

«Το ανθρώπινο ον έχει δύο καρδιές: η μία είναι ατομίστρια, αρπακτική και μοναχική, ενώ η άλλη κοινωνική, αγελαία, ρέπει προς τη συμπόνια, την αλληλεγγύη, ακόμα και τη στοργή. Η τραγωδία αρχίζει όταν ακρωτηριάζεις οποιαδήποτε από τις δυο

Πιστεύω στη διττή υπόσταση της ανθρώπινης φύσης. Είναι το leitmotiv όλων όσων έχω γράψει. Μέσα μας συνυπάρχει ο Άγιος και ο δολοφόνος. Μαζί με όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις. Καλύτερα να μην το ξεχνάμε.

Αυτό που χωρίζει τον έναν από τον άλλο είναι ένα επίφοβο όριο: το ντελικάτο και εύθραυστο δίκτυο των ηθικών ενδοιασμών.

Συνδέεται, για σας, η απόδοση δικαιοσύνης με την υπέρβαση αυτής της προϋπάρχουσας εξουσιαστικής νοοτροπίας και την κατίσχυση μιας αγαπητικής σχέσης με τον άλλο, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη στάση της συντρόφου του θύματος του βασανιστή;

Αν υπάρχει κάποιο μήνυμα στη νουβέλα είναι το εξής: Δεν έχει σημασία η συγκυρία που μας καταδιώκει, μιλώντας με σαρτρικούς όρους, μπορούμε να επιλέξουμε. Στην προκειμένη περίπτωση, ανάμεσα στη φρίκη και την αγάπη.

Ο ανησυχαστικός Ανδαλουσιανός σκύλος επανέρχεται κάθε τόσο στο διήγημά σας. Είσαστε λάτρης του Μπουνιουέλ;

Μεγάλος. Ενός όμως μόνο κομματιού του Μπουνιουέλ.

Δυστυχώς, ο δημιουργός της Ωραίας της ημέρας, της Κρυφής γοητείας της μπουρζουαζίας, της Βιριδιάνα και του Σκοτεινού αντικείμενου του Πόθου, γύρισε και πολλές αξιοθρήνητες ταινίες, κάποιες απ’ αυτές στο Μεξικό για καθαρά βιοποριστικούς λόγους.

Προέρχεστε από την Αριστερά. Εξακολουθείτε να αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο; Κι αν ναι, τι σημαίνει να είσαι αριστερός στη Λατινική Αμερική, και ιδίως στο Εκουαδόρ, του σήμερα;

Ναι, φυσικά. Συνεχίζω το ίδιο. Ποτέ δε συρρίκνωσα το ίδιο μου το κεφάλι.

Όμως, αν παλιότερα η Αριστερά ήταν συνώνυμο της ελπίδας, τώρα, σε τούτο τον κόσμο που έχει κατακτηθεί από τον νεοφιλελευθερισμό, είναι συνώνυμο της απελπισίας.

Εγώ είμαι στρατευμένος στις γραμμές των απελπισμένων. Θυμάμαι ωστόσο πολύ καλά τον αφορισμό του Βάλτερ Μπένγιαμιν: Χάρη στην απελπισία μάς δόθηκε η ελπίδα.

Μιλώντας για το Εκουαδόρ, τον Οκτώβριο του 2019 ξεκίνησαν μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μορένο με αφορμή τα μέτρα λιτότητας και τη διακοπή στις επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα.

Έχουν μακροπρόθεσμες προοπτικές;

Έγραψα ένα άρθρο στο οποίο υποστήριζα πως δεν έχει σημασία αν ο ιός δημιουργήθηκε σε εργαστήριο ή αν προήλθε από τη Φύση, διότι η πανδημία έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ισχυρούς ανά τον κόσμο.

Τη χρησιμοποίησαν προς όφελός τους, για να ανακόψουν τις τεράστιες κινητοποιήσεις, ήδη ανεξέλεγκτες, που ξεσπούσαν σε όλα τα μέρη του κόσμου με κατεύθυνση ξεκάθαρα αντι-νεοφιλελεύθερη.

Και για να εφαρμόσουν επίσης απάνθρωπα αντίποινα: απολύσεις κ.λπ. Το κατάφεραν.

Οι δυσαρεστημένοι, ωστόσο, έμαθαν επίσης νέους τρόπους για να εκφράζονται:

Τα κοινωνικά δίκτυα, τους youtubers που λένε τα δικά τους στο ίντερνετ, τις on line εκπομπές που μεταδίδουν συνεντεύξεις αντισυστημικών, τις ομάδες πολιτικού στοχασμού που ξανασυναντιούνται μέσω Zoom ή Skype και σε πραγματικές συνθήκες.

Τις νέες διαδηλώσεις, σε εμβρυακό στάδιο ακόμα, οι οποίες οργανώνονται με σεβασμό προς τους γνωστούς κανόνες προστασίας από τον COVID-19.

Όλοι λένε ότι μετά την πανδημία ο κόσμος δε θα είναι πλέον ο ίδιος. Η διάκριση, ωστόσο, πλούσιων και φτωχών θα είναι ένα θέμα περισσότερο φλέγον από ποτέ.

Ειλικρινά νομίζω ότι αυτή είναι μια ευκαιρία για το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού, του οποίου τα εισοδήματα απαλλοτριώνονται υπέρ του υπολοίπου 1%, όπως λένε.

Ίσως, με άλλα λόγια, το βραβείο Nobel Stiglitz να αντιδράσει και να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, μεταξύ αυτών την ισότητα και την προστασία ενός πλανήτη, μαστιζόμενου τώρα από μια ανηλεή λεηλασία.

Το διήγημα Σιωπηλή σαν το θάνατο είναι το τέταρτο βιβλίο σας που μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Ποια είναι η σχέση σας με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό και την Ελλάδα, γενικότερα; Την έχετε επισκεφτεί;

Έχω επισκεφτεί τρεις φορές την Ελλάδα, με αφορμή την παρουσίαση των μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων μου.

Το 2010 για τη Χειμωνιάτικη Πόλη, μεταφρασμένη στα ελληνικά από την Βιργινία Γαλανοπούλου.
Τη δεύτερη φορά το 2015 για μια ανθολογία από τις Τερπινοήσεις, μεταφρασμένες στα ελληνικά από το καταπληκτικό σεμινάριο του εξαίρετου Νίκου Πρατσίνη.

Το 2017 για την παρουσίαση του βιβλίου Η ερωτική περιπέτεια και οι χαρακτήρες της, δοκιμίου για τον υπαρκτό έρωτα, μεταφρασμένο από την Δήμητρα Παπακωνσταντίνου.

Και τα τρία βιβλία εκδόθηκαν με εκπληκτικό τρόπο από τις Εκδόσεις Ροές των κυρίων Καρτάκη. Και έτυχαν θερμής υποδοχής, γεγονός που με χαροποιεί ιδιαιτέρως.

Έχω πια αρκετούς φίλους στην Ελλάδα. Οι πρώτοι υπήρξαν η Σουσάνα Βάσκες, πρόξενος του Εκουαδόρ στην Αθήνα, και ένας βαθυστόχαστος μελετητής μεγάλου διαμετρήματος, ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς. Τους οφείλω πολλά.

Όταν περάσει η πανδημία, θα επισκεφτώ την Ελλάδα για τέταρτη φορά. Τότε θα είναι για την έκδοση της Σιωπηλής σαν το Θάνατο, μεταφρασμένης στα ελληνικά από την Ασπασία Καμπύλη για τις Εκδόσεις Carnívora.

Δεν υπερβάλλω όταν λέω ότι οι μεταφράσεις έργων μου που με ενδιαφέρουν περισσότερο είναι οι ελληνικές. Για διάφορους λόγους.

Πρώτα απ’ όλα επειδή, όπως κάθε δυτικός διανοούμενος, έχω εκπαιδευτεί στο πλαίσιο της μυθολογικής, καλλιτεχνικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παράδοσης της αρχαίας Ελλάδας.

Έπειτα, επειδή με ενδιαφέρει η Ιστορία και ο πολιτισμός σας, του σημερινού συμπεριλαμβανομένου. Και τέλος, επειδή έχω γνωρίσει τους ανθρώπους σας, τη μουσική σας, τη γαστρονομία σας και την πολυαγαπημένη Αθήνα σας.

Ζούμε σε καιρό πανδημίας. Εκτός από τον τυχόν φόβο που μπορεί αυτή να σας προκαλεί, σας εμπνέει κιόλας;

Δεν ξέρω αν με εμπνέει, αλλά η πανδημία και οι περιορισμοί της μου αφήνουν πολύ χρόνο ελεύθερο για να διαβάσω και να γράψω.

Πολλές ευχαριστίες για τη συνέντευξη.

*Σουάρ: Ιθαγενής φυλή του ανατολικού Εκουαδόρ.


Το μυθιστόρημα του Abdón Ubidia Σιωπηλή σαν το Θάνατο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora.σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη και επίμετρο του Βίκτωρος Ιβάνοβιτς.

Eυχαριστώ θερμά την Ασπασία Καμπύλη για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων του συγγραφέα στα ελληνικά.