Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Igor Drljaca: “I call Bosnia and Herzegovina a Kafka country”


In conversation with Sarajevo-born Bosnian-Canadian film director Igor Drljaca, whose highly nuanced documentary The Stone Speakers examines the competing historical, political and religious narratives built around popular tourist sites in Bosnia and Herzegovina.

The documentary is having its Bosnian premiere at the forthcoming 25th Sarajevo Film Festival.

What’s your view of the situation in Bosnia and Herzegovina?

It’s a state divided along ethnic lines and the power is distributed that way.

It’s like saying “there’s no Greece, only a province of Greece.” It’s an absurd situation. I call Bosnia and Herzegovina a Kafka country.

How did this very original -to my mind- approach of yours to Bosnia’s History through the examination of the tourist industry and the competing narratives around it come to life? Was this an issue that you had been researching anyway?

While working on a different project, I became fascinated by how mythology and ideology are intertwined in the creation of meaning for the people here.

One thing I noticed is that you try to create a tourist attraction, whether it relates to a claim that something has happened somewhere, or to an actual thought-out idea.

What I essentially wanted to figure out was how people perceived these places. I didn’t want to be judgemental. But then, through the subtle friction, I realized that there was a lot more to all of them than meets the eye.

If you create a very critical piece of work, you’re actually shutting off dialogue, so if I started criticizing these sites it would be pointless.

That’s clear. You tend to present people’s testimonies or lines of argumentation in a non-judgemental way.  

I wanted all people to think about their own take on the particular History, how and by whom it is informed. I wanted them to think about how History in their own region, family and ethnic groups is created.



Why did you decide to focus on these particular places/cities?

Međugorje has had a lot of pilgrims from all over the world ever since the ‘80s, it constitutes an ever-growing attraction.

With regard to Visoko, they’re trying to re-brand it like a new age phenomenon, and as a result it attracts a lot more tourists again.

I kept hearing about Andrićgrad in Višegrad from people that had visited it.

What about Tuzla?

My grandfather is buried in the graveyard there. What I was fascinated by was the way the city is attempting to create all these new attractions like the salt lakes next to the graveyard.

I was also fascinated by the way they’re trying to tie the struggle that the Kings had in the Middle Ages both against the Orthodox people and the Catholics to the contemporary struggle for a Bosnian identity.

Because, however, of the way the constitution is created there can’t be a meaningful change in the political sphere. So, you have all these center-Left or Left parties, some of which ideologically represent progress, but they don’t have power.

Even if you were to get all of them in the same room, you wouldn’t be able to change the constitution. It doesn’t say that they even exist. You have to tie yourself to one of the three ethnic groups. 



Did you get to know Bosnia and Herzegovina better or more deeply through the process of filming this documentary and the related research?

A bit, especially the Medieval period. Bosnia and Herzegovina has so many medieval structures from before the Ottoman time. What’s fascinating is how Croatian, Serbian and Bosnian historians have a completely different interpretation of that period.

One of the things that I felt, especially while traveling to Višegrad and Međugorje, is the fear that if the state wasn’t structured the way it is, you’d have this ridiculous domination by Muslim forces, even though a large number of Bosniaks are secular.

That fear is not based on any reality, but on mythologies from other periods. In part this is how the war was waged, based on these fears.

Sarajevo is my favorite city abroad, and I feel that films like yours enrich one’s perception and understanding of Bosnia and Herzegovina.

Most people that come here find the place fascinating, they’re perplexed by it, because when you’re on the street you feel that you’re in this weird time-warp, and because it’s like a crossroad - and has been a crossroad of the Christian and the Muslim Empire.

Sarajevo still has this heaviness, but also an optimism. They’re both there, and they exist at the same time.

It’s a city becoming bigger and bigger, but also bears the sensibility of a small town. It always had the ability to make you feel not lost in a big place.

It’s open to everybody, but it’s really hard for people to see a future where this society will have a civic identity. Sarajevo Canton is trying to build that, but we’ll see where it goes.



What about the new film that you’re working on? Is it going to be a fictional one?

It will be a narrative feature. A fictional film set in modern-day Sarajevo, where two young people fall in love and because of the situation in the city and where they come from it’s really hard for them to stay together. It’s a love story.

It’s also an edgy fairytale, structured like a fairytale that doesn’t have a happy ending.

For now, The Stone Speakers is about to have its Bosnian premiere during the course of the forthcoming Sarajevo Film Festival. Does it feel like a moving prospect or not?

I feel a little nervous about it.

When you’re showing it in an environment like this, people are going to read into things that I may not intend to. Everybody always tries to figure out where you come from- ideologically or your ethnic group.

They’re very confused about mine. My name and surname are very Serbian, but then they realize that I’m not fully Serbian -I come from a mixed marriage-, and have a completely different read of me.   

First they try to figure out who you are and then to interpret your film. The danger with this situation is that you’re actually not watching the same film.

I’m not too optimistic.

More info about Igor Drljaca and his work may be found in his personal website.

The Stone Speakers will be screened within the context of BH Film-Documentary Film section of the forthcoming Sarajevo Film Festival (16-23 August 2019) on Monday 19th of August, Multiplex Cinema City, Hall 4, at 20:00.

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Rodrigo Sorogoyen: «Φτιάχνοντας αυτή την ταινία είναι ένας τρόπος να εξιλεωθώ για την πολιτική μου αδράνεια»


Με 7 βραβεία Goya και άλλη μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Αντόνιο ντε λα Τόρε, Ο έκπτωτος του Rodrigo Sorogoyen είναι ένα καλογυρισμένο πολιτικό θρίλερ για τη διαφθορά στην ισπανική πολιτική σκηνή.

Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας. Ο έκπτωτος προβάλλεται από τις 8 Αυγούστου στους κινηματογράφους.

Ο έκπτωτος είναι ένα καλοφτιαγμένο, με εξαιρετικό ρυθμό και σασπένς πολιτικό θρίλερ. Τι σε συναρπάζει περισσότερο στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος;

Αυτό που με συναρπάζει πιο πολύ, αλλά και οποιονδήποτε κινηματογραφιστή αυτού του είδους, είναι η ανάγκη να δημοσιοποιήσω μια πραγματικότητα πολιτική.

Είναι και το είδος των ταινιών που προτιμάς να παρακολουθείς;

Όχι ιδιαίτερα. Μου αρέσουν όλα τα είδη ταινιών. Τόσο για να φτιάχνω φιλμ όσο και για να βλέπω με ενδιαφέρουν όλα τα είδη.

Η συγκεκριμένη ταινία εμπνέεται, έστω και χαλαρά, από γεγονότα που έχουν συμβεί ή συμβαίνουν στην Ισπανία. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για την πηγή της έμπνευσης;

Υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις πολιτικής διαφθοράς στην Ισπανία που μας έχουν τραβήξει την προσοχή πολύ κι έχουν πάρει μεγάλες διαστάσεις, κάποιες από αυτές μετά από πολλά χρόνια.

Ένα συγκεκριμένο γεγονός μας ενέπνευσε περισσότερο για το χτίσιμο αυτής της ταινίας. Να σου μιλήσω πιο πολύ γι’ αυτό;

Ναι.

Πρόκειται για τις κλασικές περιπτώσεις διοικητών συνήθως της περιφέρειας και δήμων που ανέθεταν σε κάποιους επιχειρηματίες δημόσια έργα και μέσω προμηθειών εισέπρατταν κι αυτοί το μερίδιό τους.

Διαμορφωνόταν, έτσι, ένα πελατειακό δίκτυο και σε αυτό μεγάλες εταιρείες άρχιζαν να χρωστάνε λεφτά σε μέλη πολιτικών κομμάτων. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος χρέους. Έτσι προέκυψε η ιδέα για το φιλμ.



Τέτοια γεγονότα προφανώς δεν αφορούν μόνο την Ισπανία. Συνεπώς η ταινία σου έχει πολύ πιο οικουμενική στόχευση.

Φυσικά, έτσι είναι.

Ο βασικός πρωταγωνιστής της, ο πολιτικός Μανουέλ (Αντόνιο ντε λα Τόρε), είναι ένας πολυσύνθετος χαρακτήρας. Πώς δουλεύτηκε αυτός ο χαρακτήρας σε συνεργασία με την σεναριογράφο;

Γιατί πολυσύνθετος;

Ταυτόχρονα είναι εξίσου ένοχος με τους υπόλοιπους και μας γίνεται συμπαθής, γιατί είναι κι αυτός ένα θύμα.

Το περίεργο είναι ότι όλοι οι δημοσιογράφοι κάνουν την ίδια ερώτηση, και πάντοτε με ξαφνιάζει η αναφορά στη «σύνθετη προσωπικότητα». Θεωρώ πως δεν είναι, είναι κάποιος πολύ απλός. Γιατί ένας εγκληματίας δεν μπορεί να είναι συμπαθητικός;

Θα μπορούσε να είναι.

Η πλειονότητα των εγκληματιών συνήθως είναι συμπαθητικοί στο περιβάλλον τους. Τους βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση, κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Θεωρώ ότι δεν έχω δημιουργήσει κάποιο πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Ο Αντόνιο ντε λα Τόρε είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός. Πώς θα περιέγραφες τη μεταξύ σας συνεργασία; Συνέβαλε κι ο ίδιος στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του;

Η συνεργασία ήταν πολύ έντονη, πολύ στενή, είμαστε και πολύ καλοί φίλοι, κατανοούμε ο ένας τη ζωή και το επάγγελμα του άλλου.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε μεγάλο πρόβλημα στην επιλογή του προσώπου, γιατί όταν με την σεναριογράφο σκεφτήκαμε αρχικά για το χαρακτήρα είχαμε κατά νου αυτόν ως ερμηνευτή.

Είναι ένας άνθρωπος πολύ εξωστρεφής, ευφυής, διασκεδαστικός και καλός, γιατί ήταν καλός άνθρωπος ο Μανουέλ. Το να είναι κάποιος διεφθαρμένος μπορεί να γίνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. 



Μπορεί κάποιος να βρίσκεται στο γραφείο του σκεπτόμενος πώς μπορεί να καταστρέψει τον πολίτη, την κοινωνία. Οι περισσότεροι μπαίνουν σε ένα σύστημα και μπορεί ούτε καν να το καταλάβουν.

Το σύστημα σού προσφέρει μια ευελιξία και μέσα σε αυτή υπάρχει η παγίδα. Παρόλο, λοιπόν, που αυτοί οι άνθρωποι είναι ένοχοι, είναι η «λέρα» της κοινωνίας (γέλιο), για μένα δε σημαίνει ότι είναι κακοί άνθρωποι.

Μπορεί να συμπεριφερθώ άσχημα, και είναι πιθανό κάποιες φορές να ήμουν κακός -κι εσύ επίσης (γέλιο)- και το πιο πιθανό είναι πως θεωρούμε τους εαυτούς μας καλούς. Εσύ όχι;

Καθένας μας έχει και τις φωτεινές και τις σκοτεινές πλευρές του. Εσύ πιστεύεις στην πολιτική; Ποια είναι η γνώμη σου για το πώς μπορεί κάποιος να δράσει πολιτικά ως άνθρωπος και σκηνοθέτης;

Είμαι λιγότερο ενεργός πολιτικά από όσο θα μου άρεσε.

Φτιάχνοντας αυτή την ταινία είναι σαν ένας τρόπος να εξιλεωθώ γι’ αυτή την πολιτική αδράνεια. Είμαι πολιτικά ευαισθητοποιημένος. Δεν είμαι, όμως, ακτιβιστής.

Το να είσαι πολιτικά ενεργός δε σημαίνει ότι μπορείς να πας σε μια διαδήλωση μια Κυριακή, πρέπει να αφιερώσεις πολύ χρόνο και να κάνεις πολλά πράγματα. Εγώ αφιερώνω τη ζωή μου στον κινηματογράφο κι όχι σε ένα πολιτικό ακτιβισμό.



Βρίσκεις κάτι που να σε γεμίζει με αισιοδοξία στην ισπανική πολιτική, κοινωνική, καλλιτεχνική πραγματικότητα, μιας και μιλάμε για σινεμά;

Σε όλους αυτούς τους τομείς σίγουρα υπάρχει αισιοδοξία, αλλά είναι φευγαλέα, δεν είναι κάτι στέρεο. Οι δομές μόνο μου προκαλούν απαισιοδοξία. Την αισιοδοξία μού τη δίνουν μεμονωμένοι άνθρωποι και μεμονωμένες στιγμές.

Eντυπώσεις από την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας;

Δεν παρατήρησα πολύ μεγάλο ενθουσιασμό κατά τη διάρκεια της προβολής, τα χειροκροτήματα ήταν περιορισμένα, δεν είχε θετική υποδοχή.

Αυτά, όμως, που ακούω από τους δημοσιογράφους και τον κόσμο που ήρθε και μου είπε ότι του άρεσε, ήταν αρκετά.

Η συνέντευξη με τον Rodrigo Sorogoyen πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας.

Ευχαριστώ θερμά τον Στέφανο Άλαν Κόλλια από το Φεστιβάλ και τον Σάκη Τσιτομενέα από τη Seven Films για την πολύτιμη συνδρομή τους.

Η ταινία του Rodrigo Sorogoyen Ο έκπτωτος προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 8 Αυγούστου σε διανομή Rosebud.21 και Seven Films.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

Nayrouz Qarmout: Μια γεμάτη σιγουριά και τόλμη λογοτεχνική φωνή από τη Λωρίδα της Γάζας


Γεννημένη στον προσφυγικό καταυλισμό του Γιαρμούκ στη Δαμασκό το 1984 και «επιστρέψασα» στη Λωρίδα της Γάζας στα 11, η συγγραφέας, δημοσιογράφος και ακτιβίστρια των γυναικείων δικαιωμάτων Nayrouz Qarmout είναι μια από τις πιο δυναμικές, πολιτικοποιημένες και ταλαντούχες σύγχρονες παλαιστινιακές φωνές.

Το πρώτο της ταξίδι στο εξωτερικό -έπειτα από πολλές απορρίψεις παροχής βίζας από τη Μεγάλη Βρετανία- αφότου μετακόμισε στη Γάζα και η συμμετοχή της στην περσινή διοργάνωση του φημισμένου Διεθνούς Φεστιβάλ Βιβλίου Εδιμβούργου δικαιολογημένα προκάλεσαν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για τη δουλειά της.

Χρησίμευσε επίσης ως μια επώδυνη υπόμνηση των βασάνων των Παλαιστίνιων που ζουν υπό ισραηλινή κατοχή, καθώς και της επιμονής τους να συνεχίζουν τον αγώνα για την ύπαρξη και τον αυτοκαθορισμό τους.

Το πολυαναμενόμενο The Sea Cloak, η πρώτη της συλλογή διηγημάτων που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 22 Αυγούστου από τις Εκδόσεις Comma Press, περιλαμβάνει 11 διηγήματα, 10 εκ των οποίων ανέκδοτα, με εξαίρεση το ομότιτλο, που έχει δημοσιευτεί στο The Book of Gaza.

Όλα τους προσφέρουν μια βαθιά και πολυδιάστατη ματιά στη σύγχρονη παλαιστινιακή κοινωνία, κυρίως εκείνη της Γάζας, από μια -ως επί το πλείστον, αλλά όχι αποκλειστικά- γυναικεία οπτική, με έμφαση σε γυναίκες διαφορετικών ηλικιών.

Το ελεγειακό, συναισθηματικό, και κατά καιρούς ακόμα και χιουμοριστικό ομότιτλο διήγημα δίνει τον τόνο, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη στιλιστική ωριμότητα και μια αίσθηση αφηγηματικής οικονομίας ασυνήθιστη για πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα.

Αυτό που είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι ότι η Nayrouz Qarmout τολμά να καταπιαστεί με αμφιλεγόμενα, σύνθετα κι ευαίσθητα ζητήματα, όπως η διαμάχη μεταξύ παλαιστινιακών πολιτικών οργανώσεων (14 June) και η νοοτροπία ενός βομβιστή αυτοκτονίας (Our Milk).

Το The Sea Cloak αναμφίβολα αποδεικνύει για μια ακόμα φορά πως το διήγημα ως φόρμα είναι ολοζώντανο ανάμεσα σε Παλαιστίνιους διαφορετικών ηλικιών και πρέπει να απευθυνθεί σε ευρύτερα αναγνωστικά κοινά παγκοσμίως.

Η συγγραφέας έχει προσκληθεί να συμμετάσχει στο φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου Εδιμβούργου τη Δευτέρα 12 Αυγούστου (περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ, εδώ και εδώ).

Ας ελπίσουμε ότι δε θα υποχρεωθεί να βιώσει μαρτύριο παρόμοιο με εκείνο στο οποίο υποβλήθηκε πριν φτάσει στον προορισμό της το 2018.

Η συλλογή διηγημάτων της Nayrouz Qarmout The Sea Cloak & Other Stories κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Comma Press στις 22 Αυγούστου.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Nayrouz Qarmout: A confident and daring literary voice from Gaza Strip


Born in Yarmouk Refugee Camp, Damascus, in 1984 and “returned” to Gaza Strip at the age of 11, author, journalist and women’s rights activist Nayrouz Qarmout is one of the most dynamic, politicized and talented contemporary Palestinian voices.

Her first trip abroad -after multiple UK visa rejections- ever since moving to Gaza Strip and participation in last year’s edition of the highly acclaimed Edinburgh International Book Festival justifiably generated considerable interest in her work.

It also served as a painful reminder of the plight of the Palestinian people living under Israeli occupation, as well as of their persistence to continue the struggle for existence and self-determination.

The long-awaited The Sea Cloak, her first collection of short stories due for release on August 22nd by Comma Press, features 11 stories, 10 of which previously unpublished, with the exception of the self-titled one, included in The Book of Gaza.

All of them provide a profound and multidimensional insight into the contemporary Palestinian society, in particular that of Gaza Strip, mostly -but not exclusively- from a female perspective focusing on women of different ages.

The elegiac, emotional, at times even humorous eponymous story sets the tone, displaying remarkable stylistic maturity and a sense of narrative economy uncommon for a debut author.

What is even more remarkable is that Nayrouz Qarmout dares to tackle controversial, complex and delicate issues, such as the fighting between Palestinian political factions (14 June) and the mentality of a suicide bomber (Our Milk).

The Sea Cloak undoubtedly proves for yet another time that the short story form is alive and well among Palestinians of different ages and should reach out to wider audiences on a worldwide level.

The author has been invited to participate in this year’s Edinburgh International Book Festival on Monday 12th of August (more info may be found here, here and here).

Hopefully she won’t have to experience a similar ordeal to the one inflicted on her in 2018 before reaching her destination.

Nayrouz Qarmout’s The Sea Cloak & Other Stories is released by Comma Press on August 22nd.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2019

Safy Nebbou: «Το να προσπαθείς να είσαι κάποιος άλλος εγείρει προβλήματα»


Με πρωταγωνίστρια την ακαταμάχητη Ζιλιέτ Μπινός, η ταινία του Safy Nebbou Ποια νομίζεις ότι είμαι είναι ένα «καλοκουρδισμένο» ψυχολογικό θρίλερ για τη μοναξιά και τον έρωτα στην εποχή των social media με σαφείς χιτσκοκικές αναφορές.

Κουβεντιάζοντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουλίου.

Η ταινία σου βασίζεται στο πρόσφατο ομότιτλο μυθιστόρημα της Camille Laurens. Τι σε ενέπνευσε σ’ αυτό και πόσο άλλαξε στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Το πρώτο που με ενέπνευσε ήταν η πρωτοτυπία του θέματος, η δομή του μυθιστορήματος.

Αναπόφευκτα, όταν διασκευάζουμε ένα μυθιστόρημα κάνουμε επιλογές, φυσικά ακολουθούμε κατευθύνσεις που συχνά είναι πιο προσωπικές. Το προσαρμόζουμε κινηματογραφικά, και προσαρμοζόμαστε κι οι ίδιοι.

Η διαδικασία της κινηματογραφικής διαχείρισης της διασκευής σε προβλημάτισε, σε δυσκόλεψε- αν όχι σε φόβισε;

Δεν ήταν περίπλοκη. Δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερα προβλήματα, περιέργως. Το σενάριο είναι αρκετά σύνθετο, αλλά για μένα ήταν πολύ ψυχαγωγικό. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω τις λύσεις.

Ήταν πιο δύσκολο να κάνω το Στα δάση της Σιβηρίας, γιατί η αφήγηση ήταν πολύ πιο γραμμική.

Πρόκειται για ένα φιλμ, μεταξύ άλλων, για τη μοναξιά στην εποχή των social media και της ολοένα πιο έντονης εισόδου της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας. Θεωρείς ότι τα social media έχουν ενισχύσει αυτή τη μοναξιά;

Είναι πολύ νωρίς για να αναλύσουμε πραγματικά την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχουν κι άλλες ταινίες που ασχολούνται με αυτό με τρόπο πιο συγκεκριμένο και βαθύ.

Κάποιοι μέσω των social media έχουν ωφεληθεί, έχουν βρει φίλους, ένα έρωτα. Για κάποιους άλλους, όμως, είναι πιο δραματικό όλο αυτό, πιο χρονοβόρο, εμπλέκονται με τρόπο πολύ πιο άσχημο.

Μέσα από τα social media επινοούνται, εξάλλου, ταυτότητες, όπως βλέπουμε να συμβαίνει και στην ταινία σου. Το βρίσκεις επικίνδυνο;

Δεν ξέρω. Δεν έχουμε αρκετές περιπτώσεις, πρέπει να περιμένουμε, είναι νωρίς.

Έχω συναντήσει και μιλήσει με ψυχιάτρους, ψυχοθεραπευτές και ψυχολόγους για την ταινία και μου είπαν πως πολλοί ασθενείς τους έχουν θέμα εξάρτησης από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι πιο πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας το τελευταίο πράγμα που κάνουν πριν πέσουν για ύπνο είναι να κοιτάξουν το τηλέφωνό τους και το πρώτο πριν σηκωθούν να το ανοίξουν.

Αν δεν είναι επικίνδυνο, το να προσπαθείς να είσαι κάποιος άλλος εγείρει κάποια προβλήματα.



Όλοι οι ήρωες κι οι ηρωίδες του φιλμ γίνονται θύτες και θύματα κατά τη διάρκειά της, ενώ το πραγματικό συγχέεται με το φανταστικό, κάτι που μου θύμισε λίγο τη ματιά του Χίτσκοκ. Σε έχει επηρεάσει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης;

Όντως έχω επηρεαστεί από τον Χίτσκοκ σε αυτή την ταινία. Υπάρχει κάτι χιτσκοκικό ακόμα και στην αισθητική της κατασκευή. Ο τρόπος που τη σκηνοθέτησα δεν είναι πολύ νατουραλιστικός, έχει έντονα συμβολικό χαρακτήρα.

Ο ίδιος δε ο ήρωας έχει ερωτευτεί μια γυναίκα την οποία στην ουσία δε βλέπει, οπότε αυτό δημιουργεί ένα αίσθημα ιλίγγου.

Η Ζιλιέτ Μπινός είναι μια αγαπημένη ηθοποιός- διεθνώς, στη Γαλλία και στην Ελλάδα. Θα μπορούσες να φανταστείς το φιλμ με άλλη πρωταγωνίστρια; Πώς κύλησε η μεταξύ σας συνεργασία;

Ήταν η πρώτη επιλογή.

Την ήξερα από πριν, ήμασταν μέλη κριτικής επιτροπής σε κάποιο Φεστιβάλ στη Γαλλία. Η σχέση μας είναι αδελφική, είμαστε κι οι δυο πολύ δουλευταράδες, οπότε ήταν μια πραγματικά πολύ εποικοδομητική συνεργασία.

Έβαλε κάτι από τον εαυτό της στο ρόλο, άντλησε στοιχεία από την προσωπικότητά της, από προσωπικά βιώματα ή σκέψεις;

Διάβασε το μυθιστόρημα αφού δέχτηκε το ρόλο, συζητήσαμε και πρότεινε πράγματα. Είναι ένας άνθρωπος που δουλεύει πάρα πολύ και προσπαθεί να ξεπεράσει το ίδιο του το χάρισμα.

Έχει ξεκινήσει να προβάλλεται στη Γαλλία; Εντυπώσεις κοινού και κριτικής;

Βγήκε στις 27 Φεβρουαρίου. Tα σχόλια του Τύπου είναι θετικά, έχει πουληθεί σε τριανταεφτά χώρες και από όλες τις ταινίες μου -είναι η έκτη- έχει το καλύτερο feedback.

80% γυναίκες έχουν παρακολουθήσει την ταινία γιατί η ηρωίδα είναι γυναίκα, οπότε υπάρχει μια ταύτιση.



Πάντως αυτό που της συμβαίνει θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα.

Όντως, αλλά στη Γαλλία έχουν δυστυχώς σκιαγραφήσει το πορτρέτο αυτού του ανθρώπου με γυναικεία χαρακτηριστικά.

Άλλωστε κι ο συμπρωταγωνιστής της, που υποδύεται το ρόλο του Άλεξ, λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο, αν και πολύ νεότερος.

Ναι, μόνο που είναι η δική της ιστορία. Θα έπρεπε, λοιπόν, να διευρυνθεί αυτό το προφίλ.

Έχοντας ξανάρθει πολλές φορές στην Αθήνα, αισθάνεσαι οικεία εδώ;

Αγαπώ πολύ την Ελλάδα. Πρωτοήρθα πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια κι έκτοτε έρχομαι κάθε χρόνο με την οικογένειά μου, καλώ φίλους, νοικιάζω σπίτι, αγαπώ τη Φολέγανδρο και την Τήνο.

Αισθάνομαι πολύ οικεία με τους Έλληνες.

Ευχαριστώ θερμά την Σταματίνα Στρατηγού, υπεύθυνη Τύπου του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος, για τη συνδρομή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης, και την Ειρήνη Τζουρά για τη διερμηνεία.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος στην Αθήνα.

Η ταινία του Safy Nebbou Ποια νομίζεις ότι είμαι προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Ιουλίου σε διανομή της Rosebud.21.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Κρίστοφερ Κινγκ: «Η μουσική είναι μια οικουμενική γλώσσα»


Βραβευμένος μουσικός παραγωγός, συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου, λάτρης της ηπειρώτικης μουσικής και «επίτιμος» Ηπειρώτης, ο Αμερικανός Κρίστοφερ Κινγκ είναι συγγραφέας του απολαυστικού βιβλίου Ηπειρώτικο Μοιρολόι.

Πρόκειται για ένα βιωματικό, ευρυμαθές και ιδιοσυγκρασιακό οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης. Κουβεντιάζοντας με τον συγγραφέα, λίγο πριν τον συναντήσουμε στο φετινό Φεστιβάλ Βωβούσας.

Πώς γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και ωρίμασε η αγάπη σου για τους παλιούς δίσκους γραμμοφώνου με την πάροδο του χρόνου;

Όταν πρωτοάκουσα το Dark was the night cold was the ground του Blind Willie Johnson, συνειδητοποίησα ότι αυτή ήταν η μουσική που έψαχνα και πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο για μένα εκτός από αυτό.

Ήταν σαν αποκάλυψη.

Ξεκίνησε στα δεκαπέντε μου.

Όταν άλλα παιδιά ήταν βαθιά απορροφημένα από τις κασέτες των Led Zeppelin, των R.E.M. και τις υπόλοιπες ανοησίες, εγώ γέμιζα το χρόνο μου πηγαίνοντας σε σοφίτες, υπόγεια και αγορές, προσπαθώντας να βρω παλιούς δίσκους γραμμοφώνου.

Σε καταλαβαίνω.

Στο παρελθόν υπήρξα συλλέκτης δίσκων βινυλίου κι ένιωθα λίγο σαν παρίας συγκρινόμενος με τον «φυσιολογικό» ακροατή. Αισθάνεσαι κι εσύ ότι, κατά καιρούς, δε συμβαδίζεις με τον κόσμο, την κοινωνία, τη μουσική του σήμερα;

Αυτό είναι πιθανόν ευφημισμός. (Γέλιο)

Είμαι ένας κινούμενος και ομιλών αναχρονισμός από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.

Από την άλλη, δε νομίζω πως το να νιώθω αποξενωμένος είναι αναγκαστικά ένα πεδίο μόνο για έναν άνθρωπο όπως εγώ. Σε καθέναν συμβαίνει κάποια στιγμή στη ζωή του.

Χάρη στη συναυλία του Λέοναρντ Κοέν στην Ισταμπούλ, κατέληξες να ανακαλύψεις ένα δίσκο του Κίτσου Χαρισιάδη. Αισθάνθηκες εκείνη τη στιγμή ότι αυτό το ενδιαφέρον θα εξελισσόταν στην αναζήτηση και τη χαρά ολόκληρης ζωής;

Όχι.

Αρχικά νόμιζα πως αυτή μουσική -όπως κι άλλες που βρίσκονταν στα ράφια μου-αντιπροσώπευε ένα αδιέξοδο, μια μουσική παράδοση που κάποτε ήταν στιβαρή, αλλά που από καιρό είχε πάψει να υπάρχει.

Μόνο αφότου άκουσα το Ηπειρώτικο Μοιρολόι του Αλέξη Ζούμπα και ταξίδεψα στην Ήπειρο για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι αυτό που συναντούσα ήταν μια στιβαρή μουσική κουλτούρα.

Η απουσία κοινής γλώσσας λειτούργησε ως σοβαρό εμπόδιο;

Στην αρχή, ναι.

Έπειτα, όμως, συνειδητοποίησα πως μπορείς να ακούσεις ένα τραγούδι από το Ζαγόρι ή το Πωγώνι διαθέτοντας μια βασική κατανόηση της γλώσσας και τα τραγούδια βγάζουν νόημα, γιατί η μουσική γλώσσα είναι οικουμενική.

Το πιο απαιτητικό ζήτημα στη συγγραφή του βιβλίου μου ήταν, ωστόσο, η απουσία επάρκειάς μου στα ελληνικά. Κάθε χρόνο βελτιώνομαι όλο και περισσότερο, πάντως!

Οπότε θα συμφωνείς ότι η μουσική είναι μια από τις μορφές τέχνης που υπερβαίνουν φραγμούς τάξης, γλώσσας, εκπαίδευσης πιο πολύ από άλλες, έχοντας ευκολότερα απήχηση στον άνθρωπο.

Αυτό το συμπέρασμα συνάγω προς το τέλος του βιβλίου.

Ίσως η πρώτη έκφραση επικοινωνίας να ήταν ένας συνδυασμός γλώσσας και μουσικής, σαν ένα τιτίβισμα.

Συνεπώς, η μουσική όντως υπερβαίνει τη φυλή, την τάξη, τα πάντα, γιατί είναι μια οικουμενική γλώσσα.

Πόσο εκτεταμένα έχεις ταξιδέψει στην Ήπειρο όλα αυτά τα χρόνια;

Έχω πρακτικά πάει σε κάθε χωριό στο Κεντρικό και το Δυτικό Ζαγόρι, στο μεγαλύτερο μέρος του Πωγωνίου και στην περιοχή γύρω από την Κόνιτσα, το Μέτσοβο, τα Ιωάννινα, την Πρέβεζα και την Άρτα.

Οι μόνες περιοχές που δεν έχω επισκεφτεί σε βάθος βρίσκονται στα νοτιοανατολικά, στα σύνορα με την Πίνδο.

Πόσο συχνά επισκέφτεσαι την ευρύτερη περιοχή;

Συνήθως επισκέφτομαι την Ήπειρο τρεις φορές το χρόνο, όλες τις εποχές, και μένω περί τις τριανταπέντε με σαρανταπέντε μέρες τη φορά.

Αντανακλάται το βαθύ ενδιαφέρον κι ο σεβασμός σου στην τοπική κουλτούρα στη συμπεριφορά των ντόπιων απέναντι σου, στα φιλόξενα αισθήματα με τα οποία σε περιβάλλουν;

Mε έχουν αγκαλιάσει θερμά σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που έχω συναντήσει σε πολλά από τα χωριά τα οποία έχω επισκεφτεί. Αυτό που αναζητώ είναι, τελικά, να μη με βλέπουν ως τον «Κρις τον Αμερικανό», αλλά, απλά, ως «τον Κρις».

Αυτό έχει συμβεί σε κάποια μέρη, κι είναι καλό σημάδι. Δεν είμαι εξωτικός πλέον.

Έχεις ενσωματωθεί σε σημαντικό βαθμό στο πολιτισμικό πλαίσιο. Δεν ξέρω αν ένας τέτοιος στόχος μπορεί να υλοποιηθεί πλήρως.

Όχι, είναι ανόητο.

Είσαι Έλληνας, έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Όσες επισκέψεις κι αν πραγματοποιήσεις σε κάποια αγροτική περιοχή, θα εξακολουθήσεις να θεωρείσαι Αθηναίος.



Μπορείς να ανακαλέσεις την πιο έντονη ανάμνηση/εμπειρία σου από όλα τα ταξίδια στην Ήπειρο;

Δύσκολη ερώτηση, γιατί τα τελευταία εννιά χρόνια είναι γεμάτα από βαθιές αναμνήσεις.

Η πιο διαρκής εμπειρία για μένα ήταν η αλληλεπίδραση, η διαμονή κι η επικοινωνία με τους Σαρακατσάνους, κυρίως εκείνους στη Βίτσα και τα γύρω χωριά. Σχεδόν νιώθω σαν μέλος της οικογένειας. Είναι πολύ θερμοί, ανοιχτοί και φιλόξενοι.

Εκτιμάς ότι η αυθεντικότητα μπορεί να εντοπιστεί όπου υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής μουσικής;

Θεωρείς  πως τα μπλουζ του Δέλτα ή τα ηπειρώτικα μοιρολόγια είναι τα μόνα είδη μουσικής που δικαίως διεκδικούν «διαπιστευτήρια» αυθεντικότητας;

Πρώτα απ’ όλα, δεν είμαι φασίστας!

Δεν υπονόησα κάτι τέτοιο!

Δε θεωρώ, λοιπόν, ότι η αισθητική μου θα έπρεπε να εξουσιάζει την αισθητική του οποιουδήποτε άλλου.

Δεύτερον, είναι γεγονός πως ορισμένες μελωδίες και τραγούδια από την Ήπειρο, τα μπλουζ του Δέλτα, την πρώιμη αμερικανική country, καθώς και τις ουκρανικές μπάντες εγχόρδων και τη μουσική cajun με συγκινούν κατά τέτοιο τρόπο που τα αγαπώ.

Αν πρέπει να επιχειρηματολογήσω γιατί, είναι επειδή μου λένε κάτι σχετικά με την αυθεντικότητα. Δε θα ήθελα, όμως, να υπαγορεύσω σε κάποιον τι είναι ή δεν είναι αυθεντικό. H αισθητική μου είναι πολύ προσωπική και ιδιοσυγκρασιακή.

Το ύφος του βιβλίου σου άλλοτε παραπέμπει σε αρχαιολογική/ανθρωπολογική μελέτη, άλλοτε σε βιωματική καταγραφή μιας προσωπικής οδύσσειας, άλλοτε ακόμα και σε μυθοπλασία.

Πώς εξελίχθηκε και μεταβλήθηκε το συγγραφικό σου στιλ κατά τη διάρκεια της συγγραφής;

Είναι δύσκολο να μιλήσεις για το συγγραφικό σου στιλ, όταν πρόκειται για πολύ οργανική διαδικασία.

Δεν είμαι εκπαιδευμένος συγγραφέας. Είμαι ένας εκπαιδευμένος φιλόσοφος, αν αυτό σημαίνει κάτι. Ή ένας εκπαιδευμένος νεκροθάφτης. Ο τρόπος που γράφω είναι ο τρόπος που μιλάω και σκέφτομαι.

Κάποιες φορές βλέπω τα πράγματα υπό το πρίσμα μιας πολεμικής ταινίας, άλλες σκέφτομαι σαν αρχαιολόγος, ορισμένες σαν κοινωνιολόγος, μερικές σαν συγγραφέας ταξιδιωτικών οδοιπορικών.

Το φιλοσοφικό μου υπόβαθρο με βοηθά να σκέφτομαι κριτικά. Από την άλλη, βοηθά και με το χιούμορ. Το συγγραφικό μου στιλ είναι, λοιπόν, μια οργανική εκδήλωση του τρόπου που βγάζω άκρη στον κόσμο.

Πώς έχει ανταποκριθεί το αναγνωστικό κοινό στις Η.Π.Α. στο βιβλίο σου; Το αντιμετωπίζει ως την παράξενη δουλειά κάποιου περίεργου ή ως κάτι βαθύτερο και πιο σημαντικό;

Υπάρχει ευρεία γκάμα αντιδράσεων.

Κάποιοι συγκινήθηκαν τόσο βαθιά, που θέλουν να πάνε στην περιοχή και να βιώσουν τη μουσική μόνοι τους. Από την άλλη, υπάρχουν εκείνοι που απωθήθηκαν από την πολύ περιορισμένη αίσθηση του γούστου μου.

Έχουν τα γραπτά σου και οι κυκλοφορίες των δίσκων ασκήσει επίδραση σε κάποιους, τους έχουν κινητοποιήσει να εξερευνήσουν τα ηπειρώτικα;

Δεν ξέρω πώς μετρά κάποιος τη μουσική επίδραση. Κάποιοι σημαντικοί μουσικοί στις Η.Π.Α. κι αλλού, πάντως, πρωτοάκουσαν ηπειρώτικα μέσα από τους δίσκους που εξέδωσα.

Έχουν, εξάλλου, πουληθεί 9.000 αντίτυπα του δίσκου του Κίτσου Χαρισιάδη στις Η.Π.Α.- τα 8.500 από αυτά πιθανότατα όχι σε Έλληνες.

Το ζήτημα, Γιάννη, είναι ότι -αν είσαι ερωτευμένος με κάποιον- θέλεις να μοιραστείς το συναίσθημά σου, να τον εξυμνήσεις. Παράπλευρο αποτέλεσμα; Kι οι άλλοι βλέπουν την ομορφιά του.

Aν, λοιπόν, ακούσω κάτι που θεωρώ πως είναι όμορφο, μπορεί και κάποιος άλλος να νιώσει έτσι και να θελήσει να το μοιραστεί.

Ελπίζω, λοιπόν, ότι θα συνεχίσεις να «σκάβεις».

Τα πρώτα σαρανταεφτά χρόνια μου αντιπροσωπεύουν το πρώτο μέρος της ζωής μου, κι αυτή η δουλειά το δεύτερο. Αυτό είναι το έργο της ζωής μου.

Περισσότερα για τον Κρίστοφερ Κινγκ και τη δουλειά του μπορείτε να διαβάσετε στο πρoσωπικό του site.


Το ντοκιμαντέρ του Paul Duane Ὅσον ζῇς, φαίνου, ένα οδοιπορικό στη μουσική της Ηπείρου με κύριο «ξεναγό» τον Κρίστοφερ Κινγκ, προβάλλεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Βωβούσας την Παρασκευή 19 Ιουλίου.

Το Σάββατο 20 Ιουλίου πραγματοποιείται συζήτηση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ με τον Κρίστοφερ Κινγκ.