Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Αντίνα Πιντιλίε: «Τείνω να πιστεύω πως η κανονικότητα είναι ένα είδος μυθοπλασίας»


Ισορροπώντας ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, το Μη με αγγίζεις, μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Ρουμάνας σκηνοθέτριας Αντίνα Πιντιλίε, αποτελεί μια κινηματογραφικά τολμηρή εξερεύνηση της επιθυμίας, της οικειότητας, της σεξουαλικότητας και της σωματικότητας. Το φιλμ χάρισε στην σκηνοθέτρια την Χρυσή Άρκτο στη φετινή Μπερλινάλε. Συναντηθήκαμε με την Αντίνα Πιντιλίε στο πλαίσιο του 59ου ΦΚΘ. Η ταινία της προβάλλεται στις αίθουσες από τις 8 Νοεμβρίου.

Θεωρώ το Μη με αγγίζεις τολμηρό φιλμ σε πολλά επίπεδα, και σίγουρα δεν απευθύνεται στους λιπόψυχους, ούτε βέβαια και σε όλα τα κοινά και τους κριτικούς.

Διχαστικό.

Έχω διαβάσει μερικές πολύ επιθετικές κριτικές.

«Όλα τα συναισθήματα είναι ευπρόσδεκτα», όπως λέει κι ο Σάνι Λαβ στο φιλμ.

Πώς ερμηνεύεις, λοιπόν, αυτή τη διχασμένη υποδοχή της ταινίας σου;

Από τις απαρχές του αυτό το φιλμ συνελήφθη ως ένας διάλογος με τον θεατή. Από τη μία, αφορούσε σε μας, τους ανθρώπους που εμπλέκονταν στην ερευνητική διαδικασία, και στην αμφισβήτηση των δικών μας προϋπαρχουσών ιδεών σχετικά με την οικειότητα, τη σεξουαλικότητα, τη σωματικότητα, την ομορφιά.

Από την άλλη, υπήρχε αυτή η διάσταση του διαλόγου, στον οποίο προσκαλούμε τον θεατή. Ήταν, επομένως, μια πρόσκληση και στον θεατή να αμφισβητήσει τις δικές του ιδέες ή τα συναισθήματα για όλα αυτά τα θέματα.

Και τους περιορισμούς του.

Ακριβώς. Επειδή, λοιπόν, η ταινία σε προσκαλεί να γίνεις μέρος της διαδικασίας ως θεατής, εξελίσσεται και σε καθρέφτη, όπου μπορεί να αντικρίσεις πτυχές του εαυτού σου με τις οποίες ενδέχεται να μη νιώθεις άνετα ή να μην τις περιμένεις. Γι’ αυτό, επομένως, το φιλμ «πυροδοτεί» τόσο διαφορετικές αντιδράσεις. Αυτό που προτείνει είναι ένας κατ’ ιδίαν διάλογος.



Εξίσου προσωπικό με τη σχέση των συντελεστών της ταινίας με αυτή.

Η σχέση με τον θεατή είναι πολύ προσωπική, γι’ αυτό και διαφορετική. Κάθε άτομο έχει διαφορετική «αποσκευή» και διαφορετική συναισθηματική αντίδραση στις πτυχές που το φιλμ εξερευνά.

Όπως θα παρατήρησες, μετά την Μπερλινάλε υπήρχε αυτή η διχασμένη αντίδραση, κυρίως στον Τύπο. Η εμπειρία μας με το κανονικό κοινό, με τους ανθρώπους που θέλουν να βιώσουν το σινεμά, δεν ήταν τόσο διχασμένη. Οι άνθρωποι πραγματικά καλωσορίζουν αυτή την πρόταση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πάντα αισθάνονται άνετα.

Πότε πότε σκέφτομαι, επειδή υπήρξε αντίσταση και κατά το στάδιο της χρηματοδότησης, ότι η λεγόμενη «κινηματογραφική βιομηχανία» είναι μερικές φορές υπερβολικά φοβισμένη και υποτιμά τη συναισθηματική νοημοσύνη των ανθρώπων που πηγαίνουν στο σινεμά.

Μπορώ να επιβεβαιώσω ως θεατής το φόβο της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Πρέπει ίσως να ανοιχτούμε σε εμπειρίες που το σινεμά προτείνει, οι οποίες είναι διαφορετικές. Ίσως το Μη με αγγίζεις να προτείνει τέτοιες εμπειρίες, γιατί δε θέτει σε αμφισβήτηση μόνο τις προϋπάρχουσες ιδέες σου για την οικειότητα, αλλά και τις προσδοκίες σου για τον κινηματογράφο ως γλώσσα. Υπάρχει, λοιπόν, κι αυτή η πτυχή, η αναζήτηση της σωστής κινηματογραφικής γλώσσας, μέσω της οποίας θα μπορούσαμε να μοιραστούμε τη συγκεκριμένη εμπειρία και να εμπλέξουμε τον θεατή ως συμμέτοχο σ’ αυτή.



Πρόκειται για μια εν εξελίξει διαδικασία για σένα η εξερεύνηση της δυναμικής της κινηματογραφικής γλώσσας;

Είναι κι αυτό, να αμφισβητείς προκαθορισμένες ιδέες για το σινεμά. Πράγματι νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε πιο θαρραλέοι και να εμπιστευόμαστε περισσότερο τη συναισθηματική νοημοσύνη των θεατών, οι οποίοι μπορούν να κατανοήσουν τέτοια ζητήματα και να εμπλακούν σ’ αυτά. Νιώθω, εξάλλου, πως αυτός ο διάλογος έρχεται σε μια στιγμή που είναι αναγκαίος.

Το φιλμ ξεκινά από αυτή την ιδέα: νόμιζα ότι ήξερα πώς λειτουργούν τα πράγματα σε σχέση με την οικειότητα, την ομορφιά, την επιθυμία. Όταν ήμουν 20, είχα βεβαιότητες. 20 χρόνια αργότερα, συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω πολλά. Η πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη, διαφορετική από τις ιδέες με τις οποίες μεγαλώνουμε μέσα στην οικογένειά μας ή το εκπαιδευτικό σύστημα.

Ανατρεφόμαστε με ορισμένες ιδέες και προσδοκίες για το σώμα και τη σεξουαλικότητα, αλλά η πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει με πολλούς άλλους τρόπους πέραν αυτής της νόρμας. Η κανονιστική αντίληψη της πραγματικότητας είναι συχνά πολύ περιορισμένη. Υπάρχουν τόσα άλλα σώματα που είναι διαφορετικά από την αρχαιοελληνική ιδέα της ομορφιάς.

Κι αυτά τα ανακαλύπτεις σταδιακά, με το χρόνο.

Πολλές από τις ιδέες μας για την οικειότητα και το σώμα άλλαξαν στη διάρκεια της διαδικασίας. Κι αυτό που είναι ενδιαφέρον να ανακαλύπτεις όταν όντως δουλεύεις με την πραγματικότητα είναι ότι είναι πολύ διαφορετική από την κανονιστική μυθοπλασία, όπως την αποκαλώ. Τείνω να πιστεύω πως η κανονικότητα είναι ένα είδος μυθοπλασίας και συνιστά μια περιορισμένη οπτική στην πραγματικότητα.



Προσεγγίζεις τους χαρακτήρες σου με ιδιαίτερη ενσυναίσθηση, τους «αγκαλιάζεις» με την κάμερά σου, κι αυτό αποπνέει πραγματική ζεστασιά.

Προσπαθώ να καταλάβω πώς προέκυψε όλη αυτή η διαδικασία. Όταν ξεκινάς τη ζωή σου με συγκεκριμένες ιδέες και προσδοκίες για τα πράγματα κι αυτές οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται, συνειδητοποιείς ότι λειτουργείς πολύ διαφορετικά από τα ιδεώδη με τα οποία μεγάλωσες. Μπορεί, λοιπόν, να νιώσεις την ανάγκη να κρίνεις τον εαυτό σου, να αισθανθείς ότι κάτι πάει στραβά με σένα, και πως πρέπει να διορθωθείς, ώστε να ανταποκρίνεσαι σ’ αυτές τις ιδέες για την ομορφιά και το πώς σχετιζόμαστε με τους άλλους.

Μέσω της διαδικασίας, ανακαλύπτεις ότι δε χρειάζεται να υιοθετείς κάποια συνταγή. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σχετιστείς, κι είναι εξίσου όμορφοι και έγκυροι σε ανθρώπινο επίπεδο με τους «κανονικούς». Κατ’ αυτό τον τρόπο αποδέχεσαι τον άλλο, συχνά πολύ διαφορετικό από σένα, βιώνοντας, ίσως, ένα αίσθημα παιδιάστικου θαυμασμού και χαράς ανακαλύπτοντας πόσο όμορφοι μπορούν να είναι οι άνθρωποι.

Το φιλμ κι εγώ λειτουργούμε περισσότερο ως αγωγοί, μέσω των οποίων το θαύμα της ανθρωπότητας μεταφέρεται στον θεατή. Γι’ αυτό κι όταν έκανα το casting έψαχνα ανθρώπους που να έχουν το ίδιο συναισθηματικό κίνητρο να περάσουν από αυτή τη διαδικασία και μια αντίληψη του κόσμου που θέλουν να μοιραστούν με τον θεατή. Αυτό, λοιπόν, που βιώνεις ως ζεστασιά προέρχεται κι από τις δύο πλευρές.



Μια τελευταία ερώτηση. Έχοντας εμπλακεί τόσο βαθιά στη διαδικασία δημιουργίας του Μη με αγγίζεις, βγήκες από αυτή λιγότερο φοβισμένη να σε κοιτάζουν και να σε κρίνουν; Σε ποιο βαθμό αποτέλεσε η εν λόγω διαδικασία μεταμορφωτική εμπειρία για σένα;

Είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σ’ αυτό το ταξίδι με συναρπαστικές ανθρώπινες υπάρξεις, οι οποίες με έκαναν, πρώτα απ’ όλα, να αμφισβητήσω τις δικές μου προϋπάρχουσες ιδέες.

Σε ένα ορισμένο επίπεδο, η διαδικασία λειτούργησε όπως θα λειτουργούσε η ψυχοθεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι στην αλληλεπίδραση με τον Άλλο «ξαναμαθαίνεις» να σχετίζεσαι, αναπροσαρμόζεις την οπτική σου στην πραγματικότητα, αποκτάς επίγνωση δυσλειτουργικών τρόπων σκέψης και μοτίβων συμπεριφοράς, ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα για τον εαυτό σου και τους άλλους, σχετικά με τρόπους να συνδέεσαι, για τα προσωπικά όρια που διαπραγματευόμαστε καθημερινά.

Κι αν φτάσεις σε ένα τέτοιο επίπεδο αυτεπίγνωσης, θα αποκτήσεις ανοσία στην έλξη εξτρεμιστικών κινημάτων, του εθνικισμού κι όλων των μορφών που μπορεί να προσλάβει αυτή η αυξανόμενη επιθετικότητα γύρω μας.

Ευχαριστώ θερμά τις Δήμητρα Νικολοπούλου και Αλεξάνδρα Κόλια από το Γραφείο Τύπου του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την πολύτιμη συνδρομή τους στη διοργάνωση της συνέντευξης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.

Η ταινία της Αντίνα Πιντιλίε Μη με αγγίζεις προβάλλεται από τις 8 Νοεμβρίου στις αίθουσες σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Ράντου Ζούντε: «Προτιμώ να κάνω ταινίες που δεν οδηγούν στο μίσος, αλλά στον αναστοχασμό»


Γκονταρικών επιρροών, το Αδιαφορώ αν καταγραφούμε στην Ιστορία ως βάρβαροι, η πολυεπίπεδη τελευταία ταινία του Ράντου Ζούντε, ενός εκ των κορυφαίων σύγχρονων Ρουμάνων σκηνοθετών, καταπιάνεται με την εθνοκάθαρση των Εβραίων από το ρουμανικό κράτος στο Ανατολικό Μέτωπο το 1941.

Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται για την παρουσίαση του φιλμ του στο πλαίσιο του 59ου ΦΚΘ, ενώ ταυτόχρονα είναι και μέλος της Κριτικής Επιτροπής του Διεθνούς Διαγωνιστικού του Φεστιβάλ.

Το Αδιαφορώ αν καταγραφούμε στην Ιστορία ως βάρβαροι φαντάζει σαν μια συνέχεια, σε επίπεδο μυθοπλασίας, της προηγούμενης δουλειάς σου, του ντοκιμαντέρ Το νεκρό έθνος. Όντως τη συνέλαβες κατ’ αυτό τον τρόπο;

Είχα κατά νου αυτό το πρότζεκτ πρώτο, τους Βαρβάρους. Έπειτα, όμως, ενώ διεξήγαγα έρευνα, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να γυρίσω το ντοκιμαντέρ πρώτα, ως ένα εύκολο και γρήγορο προϊόν αυτής ακριβώς της έρευνας.

Η ταινία αποτελεί, ωστόσο, και προϊόν του ενδιαφέροντός σου για το ζήτημα του αντισημιτισμού στη Ρουμανία.

Το ενδιαφέρον μου δεν αφορά μόνο στο παρελθόν, αλλά και στο ότι και σήμερα οι άνθρωποι στη Ρουμανία αρνούνται τα όσα συνέβησαν. Ίσως το ίδιο να συμβαίνει και στην Ελλάδα. Η Ιστορία της ήταν ταραχώδης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Εμφύλιο και τη Δικτατορία, κατόπιν. Η Θεσσαλονίκη, εξάλλου, υπήρξε μια πόλη από την οποία εκδιώχθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός.

Και η επόμενη ταινία μου θα αφορά, μάλιστα, στο ίδιο ζήτημα. Ο ιστορικός σύμβουλος με τον οποίο συνεργάζομαι βρήκε αρχειακό υλικό από μια ακόμα σφαγή το 1941. Μιας και δεν είναι σκηνοθέτης, μου είπε: «Σε χρειάζομαι, ας την κάνουμε μαζί». Αρχικά απάντησα αρνητικά. Όταν, όμως, είδα το αρχειακό υλικό, αποφάσισα πως δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ την πρότασή του.

Θα έλεγες ότι το ζήτημα των αντιεβραϊκών διωγμών αποτελεί ταμπού, ένα «τυφλό σημείο» της ρουμανικής κοινωνίας;

Δεν αποτελεί απαραιτήτως ταμπού. Επισήμως, προκειμένου η Ρουμανία να ενταχθεί στην Ε.Ε., έπρεπε να αναγνωρίσει το Ολοκαύτωμα. Στο επίπεδο των ανθρώπων ή του εκπαιδευτικού συστήματος, ωστόσο, επικρατεί απόλυτη σιωπή. Το ίδιο ισχύει και στο ρουμανικό κινηματογράφο. Ίσως υπάρχουν ένα ή δύο τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ για το θέμα.

Πώς ερμηνεύεις αυτό το γεγονός;

Σε ό,τι αφορά την κομμουνιστική περίοδο, η εξήγηση είναι πολύ απλή. Ήταν απαγορευμένο να ισχυρίζεσαι πως η Ρουμανία υπήρξε σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Η δε δικτατορία του Τσαουσέσκου ήταν πολύ εθνικιστική. Πατριωτική, κατά κάποιο τρόπο.

Στη συνέχεια, μετά την Επανάσταση, το ζήτημα ήταν ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονταν να πολεμήσουν τα εγκλήματα της κομμουνιστικής περιόδου κι είχαν ανάγκη μια «χρυσή εποχή» πριν το 1949. Ισχυρίζονταν, λοιπόν, πως οτιδήποτε προγενέστερο συνιστούσε μια τέτοια εποχή. Προφανώς αυτό είναι αναληθές. Πρόκειται για κλισέ.

Αντιλαμβάνεσαι, επομένως, το ρόλο σου ως αποδομητή μύθων και ψευδαισθήσεων εθνικής, εθνικιστικής ή οποιασδήποτε άλλης προέλευσης;

Έτσι νομίζω ότι είναι, κατά μία έννοια. Από την άλλη, ίσως ακούγεται υπερβολικά ηρωικό να λέω πως αυτός είναι ο ρόλος μου. Προσωπικά δε θεωρώ ότι κάνω κάτι ηρωικό. Ίσως έτσι μπορέσω να προκαλέσω κάποια συζήτηση, να προκαλέσω τους ανθρώπους να σκεφτούν, κι ίσως να μην είναι τόσο αλαζόνες. Η εθνικιστική αλαζονεία στη Ρουμανία είναι αηδιαστική. Πιθανώς, άρα, αυτός να είναι ένας από τους ρόλους του φιλμ. Δεν ξέρω!

Θα μπορούσε η Μαριάνα, η πρωταγωνίστρια της ταινίας σου, να θεωρηθεί το φιλμικό alter ego σου;

Μου το ρωτάνε πολύ συχνά αυτό. (Γέλια). Ασφαλώς δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτή τη “Madame Bovary cest moi” κατάσταση. Παρόλα αυτά, δεν την συνέλαβα έτσι, αν και πολλές σκέψεις και πράξεις της με χαρακτηρίζουν. Οπότε λέω όχι!

Το ίδιο ισχύει και για τον Μοβίλα, τον άλλο ωραίο χαρακτήρα της ταινίας;

Κάποιες από τις ιδέες του είναι δικές μου.

Αποτελεί το εκλεπτυσμένο πρόσωπο του λογοκριτή της εποχής μας;

Εκλεπτυσμένο και πιο καλλιεργημένο. (Γέλια). Συνήθως οι λογοκριτές είναι πιο βάναυσοι. Δε λέει, εξάλλου, ανοησίες όλη την ώρα. Όταν κοιτάζεις το παρελθόν, πάντοτε υπάρχει κάτι προβληματικό, κάτι αμφισβητήσιμο. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν κάποιος παράγει ένα φιλμ ή κάποιο άλλο καλλιτεχνικό έργο.

Αμφισβήτηση για τα κίνητρά του;

Ναι. Κάποτε πήγα σε μια συνάντηση σε σχέση με σπουδές για το Ολοκαύτωμα και συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν άτομα που βγάζουν λεφτά από αυτό. Ασφαλώς είναι σημαντικό αυτό που κάνουν, αλλά, ταυτόχρονα, είναι και σαν επένδυση. Όπως, βέβαια, το να γυρίσεις μια ταινία ή να πας σε φεστιβάλ. Κάποιοι, μάλιστα, με κατηγορούν ότι χρησιμοποίησα μια τραγωδία για να κάνω καριέρα. Ότι πληρώθηκα από τη Μοσάντ ή τον Σόρος.

Θα σε ρωτάνε, βέβαια, γιατί δεν κάνεις ένα φιλμ για τα εγκλήματα του κομμουνισμού.

Αυτή είναι η πιο συχνή ερώτηση. «Γιατί όχι για τα εγκλήματα του κομμουνισμού, γιατί όχι για περιόδους της Ιστορίας κατά τις οποίες οι Ρουμάνοι ήταν τα θύματα;» Οι άνθρωποι προτιμούν να παρουσιάζονται ως θύματα. Το να διατηρείς την ανάμνηση του εαυτού ως θύματος, ωστόσο, μπορεί να σε οδηγήσει στην καλλιέργεια μίσους απέναντι σε άλλους. Όπως συμβαίνει με τους ισλαμιστές στις μέρες μας. Προτιμώ να κάνω ταινίες που δεν οδηγούν στο μίσος, αλλά μόνο στον αναστοχασμό. Όχι που να στοχοποιούν μια μειονότητα.

Το Αδιαφορώ… αποτελεί την πρόταση της Ρουμανίας για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας του 2019. Ποιος το αποφάσισε;

Υπάρχει μια επιτροπή κριτικών. Ήταν πραγματικά παράξενο που διάλεξαν τη δουλειά μου. Μάλλον γιατί η πλειονότητα των μελών της επιτροπής είναι άτομα νεαρής ηλικίας. Ήταν καθαρή τύχη, λοιπόν. Μέχρι σήμερα, το σινεμά στη Ρουμανία ήταν κάπως ανεξάρτητο, ενώ το Ρουμανικό Κέντρο Κινηματογράφου δεν υφίστατο υπερβολική πολιτική πίεση. Αλλά τους τελευταίους μήνες τα πράγματα ήδη άλλαξαν και θα υπάρξει, νομίζω, πολύ μεγαλύτερος πολιτικός έλεγχος.

Τα διάφορα κοινά στη Ρουμανία πώς την αντιμετώπισαν; Ευνοϊκά, επιθετικά, αδιάφορα;

Γι’ αυτού του είδους τις ταινίες τα κοινά δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, πολύ μεγάλα. Οι περισσότεροι από τους σινεφίλ κι όσους ενδιαφέρονται για την Ιστορία υπήρξαν πολύ θετικοί. Οι υπόλοιποι υπήρξαν πολύ επιθετικοί, για δύο λόγους. Κάποιοι από αυτούς, επειδή αρνούνται τα όσα συνέβησαν. Άλλοι, και μάλιστα κάτοχοι πανεπιστημιακών πτυχίων, γιατί τη θεώρησαν πολύ κακή. «Ποιος στην πραγματικότητα διαβάζει από ένα βιβλίο επί πέντε λεπτά;», αναρωτιόντουσαν σχετικά με το φιλμ.

Πάντα με εντυπωσιάζει η στιλιστική ποικιλομορφία της δουλειάς σου. Νιώθεις μια εσωτερική ανάγκη να πειραματίζεσαι με καινούρια στιλ και φόρμες;

Επειδή δεν είμαι ικανός να βρω ένα στιλ, νομίζω! Υποφέρω όλη μου τη ζωή γιατί δεν έχω ένα. Με κάθε φιλμ ξεκινάω από την αρχή.

Το Αδιαφορώ… χαρακτηρίζεται από ένα ιστορικό υπόβαθρο. Από την άλλη, είναι πολύ σύγχρονο στις ανησυχίες του και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την Ιστορία. Τι σε ανησυχεί περισσότερο στη σημερινή Ευρώπη;

Η Ακροδεξιά κατακτά ισχύ παντού. Η Ρουμανία είναι πάντα λίγο καθυστερημένη, αλλά πλησιάζει τους υπόλοιπους με ταχείς ρυθμούς. Είναι εκπληκτικό που η κατάσταση άλλαξε τόσο πολύ μέσα στα τέσσερα χρόνια από την αρχική σύλληψη της ταινίας.

Ευχαριστώ θερμά την Αλεξάνδρα Κόλια από το Γραφείο Τύπου του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.

Η ταινία του Ράντου Ζούντε Αδιαφορώ αν καταγραφούμε στην Ιστορία ως βάρβαροι προβάλλεται, σε επανάληψη, την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου (20:30, Αίθουσα Σταύρος Τορνές), στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.



Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Μίλκο Λάζαροφ: «Βάσισα ολόκληρη την ιστορία στην απουσία της κόρης»


Γυρισμένη στον αχανή ρωσικό Βορρά, η ταινία του Βούλγαρου Μίλκο Λάζαροφ Άγα είναι ένας βαθύς και «υπόγεια» συγκινητικός φιλμικός στοχασμός πάνω στη ζωή, το θάνατο και τους οικογενειακούς δεσμούς, μέσα από την ιστορία ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, του Νανούκ και της Σέντνα, και της αποξενωμένης κόρης τους Άγα.

Το φιλμ απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, και προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 59ου ΦΚΘ. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Ο Νανούκ, το μυθοπλαστικό όνομα του πρωταγωνιστή στην «υπογείως» συγκινητική τελευταία σου ταινία μυθοπλασίας Άγα, δεν είναι η μόνη ομοιότητα με το πρωτοποριακό βωβό docudrama του Ρόμπερτ Φλάερτι Ο Νανούκ του Βορρά. Όντως σε ενέπνευσε εκείνο το φιλμ; Είχες, επίσης, την πρόθεση να εξερευνήσεις τους τρόπους με τους οποίους οι ακραίες κλιματολογικές συνθήκες «σμιλεύουν» την ανθρώπινη ψυχή;

Ονόμασα τον βασικό χαρακτήρα Νανούκ ως φόρο τιμής στο αριστούργημα του Φλάερτι. Δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στον Νανούκ του Βορρά και την Άγα, δεδομένου ότι το φιλμ του Φλάερτι είναι ντοκιμαντέρ.

Η κύρια πρόθέσή μου ήταν να παρατηρήσω τη ζωή δύο ηλικιωμένων ανθρώπων από το Βορρά. Αν εντοπίζεις οικολογική διάσταση στην ταινία, αυτή προέκυψε με φυσικό τρόπο. 



Σε συνεντεύξεις, καθώς και στο Q&A μετά τη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας στο Σαράγεβο όπου την παρακολούθησα, ανέφερες ότι δεν ξέρεις πώς κατέληξες στη Δημοκρατία των Sakha. Ποιες ήταν οι πιο σοβαρές προκλήσεις που εσύ και το συνεργείο σου αντιμετωπίσατε και ποιες οι πιο αξιομνημόνευτες χαρές που βιώσατε;

Δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες να βρω την κατάλληλη τοποθεσία γι’ αυτή την ταινία. Οι Sakha συνδύαζαν πολλά από τα στοιχεία που αναζητούσαμε. Γι’ αυτό επέλεξα αυτή την περιοχή. Το να γυρίσω το φιλμ εκεί αποτελούσε αρκετά μεγάλη πρόκληση. Έχω πολλές αναμνήσεις κι είναι όλες γεμάτες από αξέχαστα συναισθήματα.

Η μεγαλύτερη χαρά μου ως θεατή, πάντως, ήταν να «βυθίζομαι» στις ερμηνείες του ηλικιωμένου ζευγαριού, του Νανούκ και της Σέντνα, που έμοιαζαν πραγματικά ριζωμένοι στο τοπίο. Ζουν στην περιοχή; Είχαν προηγούμενη υποκριτική εμπειρία; Και πώς ήταν να τους σκηνοθετείς;

To να δουλεύω με την Φεοντόσια και τον Μιχαήλ ήταν πραγματική ευχαρίστηση για όλη την ομάδα. Είναι υπέροχοι ηθοποιοί. Στην πραγματικότητα, εκείνη δεν είναι επαγγελματίας κι εκείνος παίζει στο θέατρο. Και οι δύο ζουν στη Δημοκρατία των Sakha.



Η Άγα, η φαινομενικά αποξενωμένη κόρη τους, είναι «υπεύθυνη» για τον τίτλο της ταινίας, αν και είναι παρούσα μόνο σε λίγα από τα με δύναμη συντεθειμένα κάδρα της. Γι’ αυτό και θέλησες να αναδείξεις τη σπουδαιότητά της ως χαρακτήρα;

Έχεις απόλυτο δίκιο. Βάσισα ολόκληρη την ιστορία στην απουσία της κόρης. Στο τέλος έγινε το “poanta” του φιλμ (σημ.: η τελευταία «πινελιά» σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, η οποία συνοψίζει το μήνυμα του δημιουργού).

Η ταινία σου θριάμβευσε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο και θα προβληθεί, επίσης, στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ποια είναι η σχέση σου με τις δύο πόλεις και τα αντίστοιχα Φεστιβάλ και πώς αξιολογείς το ρόλο τους στην προώθηση παραγωγών/συμπαραγωγών από την περιοχή;

Η Άγα είναι ένα πρότζεκτ του CineLink και βρήκαμε τους Γερμανούς συμπαραγωγούς μας στο Σαράγεβο. Νομίζω, λοιπόν, ότι αυτές οι φημισμένες πλατφόρμες αναπτύσσουν τον κινηματογράφο της περιοχής μας.

Έχω ένα προσωπικό λόγο να είμαι συνδεδεμένος με τη Θεσσαλονίκη. Εκεί για πρώτη φορά γνώρισα τον σπουδαίο Έλληνα ηθοποιό και καλό μου φίλο Χρήστο Στέργιογλου. Τότε προετοιμαζόμουν για την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, την Αποξένωση



Έχοντας φτάσει στην άκρη του κόσμου για τους σκοπούς του προηγούμενου φιλμ σου, το επόμενο θα γυριστεί πιο κοντά στο «σπίτι»;

Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Περιμένω ακόμα την έμπνευση για την επόμενη δουλειά μου!

Photo credit (Μίλκο Λάζαροφ): Γιάννης Κοντός.

Ευχαριστώ θερμά την Βεσέλκα Κιριάκοβα, παραγωγό της Άγα, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Μίλκο Λάζαροφ Άγα προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Τρίτη 6 (18:00, Αίθουσα Σταύρος Τορνές) και το Σάββατο 10 Νοεμβρίου (23:00, Αίθουσα Σταύρος Τορνές).

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Ντομίνγκα Σοτομαγιόρ: «Μεγαλώνω μαζί με τις ταινίες μου»


Η γλυκόπικρη και νοσταλγική ανάπλαση της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας σε μια αυτόνομη κοινότητα στους πρόποδες των Άνδεων βρίσκεται στον «πυρήνα» της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας μυθοπλασίας της Χιλιανής Ντομίνγκα Σοτομαγιόρ Πολύ αργά για να πεθάνουν νέοι, η οποία της χάρισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Το φιλμ προβάλλεται εκτός συναγωνισμού στο 59ο ΦΚΘ. Συναντηθήκαμε με την σκηνοθέτρια στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Σαράγεβο.

H παιδική κι η εφηβική ηλικία φαίνεται να σού ασκούν ιδιαίτερη γοητεία. Γιατί είναι τόσο σημαντικές για σένα;

Είναι παράξενο. Ποτέ δεν αποφασίζω τι είδους ταινία θα γυρίσω. Είναι μια αυθόρμητη διαδικασία. Αναζητώ εικόνες από όσα παρατηρώ και βιώνω, τις οποίες στη συνέχεια συνδέω. Μου αρέσει, εξάλλου, η καθαρότητα στο βλέμμα των παιδιών κι η περιέργειά τους, το γεγονός ότι δεν ξέρουν πώς να αυτοπεριοριστούν. Υπήρξα κι εγώ πολύ περίεργη ως μικρή. Μεγάλωσα σ’ αυτό το είδος κοινότητας όπου οι γονείς ήταν αληθινά ανοιχτοί, ούτε καν είχαμε τοίχους. Νομίζω πως μεγαλώνω μαζί με τις ταινίες μου.

Γιατί αποφάσισες να συμπεριλάβεις στο Πολύ αργά για να πεθάνουν νέοι αυτούς τους δύο συγκεκριμένους χαρακτήρες, της Κλάρας και της Σοφίας;

Υπάρχουν πολλά στοιχεία από μένα σε όλους τους χαρακτήρες. Ξεκίνησα με την ιδέα του φόβου του θανάτου. Θυμάμαι μια πολύ σκοτεινή νύχτα όταν ήμουν οκτώ χρονών, κατά τη διάρκεια της οποίας φοβόμουν μήπως πεθάνει κάποιος δικός μου. Ταυτόχρονα, θυμάμαι την πρώτη μου αγάπη, στα 15, όταν νιώθεις υπερβολικά εμμονικός με τον άλλο. Κατά παράξενο τρόπο, συνδέω τα δύο συναισθήματα στο ίδιο επίπεδο. Το φόβο του θανάτου και τον έρωτα στα 15. Η Κλάρα κι η Σοφία αισθάνονταν το ίδιο.

Η μεγαλύτερη πρόκληση, πάντως, ήταν πώς θα συνέδεα όλους τους χαρακτήρες μέσω μιας ενιαίας ψυχικής κατάστασης. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για την Κλάρα και την Σοφία, αλλά για όλους. Ακόμα και τον σκύλο!

Το φιλμ σου έχει κάτι το ονειρικό, το άχρονο.

Μου αρέσει να μην καταλαβαίνεις το μέρος, το χρόνο, την απόσταση ανάμεσα στα σπίτια. Το σημείο εκκίνησης ήταν αυτή η παραδείσια ζωή, μακριά από τους κινδύνους της σύγχρονης ζωής και τη Δικτατορία. Την ίδια στιγμή, όμως, το να βρίσκεσαι σ’ αυτή την αυτοεξορία σε κάνει να έρχεσαι αντιμέτωπος με τη βασική ανθρώπινη πραγματικότητά σου.



Πόσο παρόμοια ήταν η κοινότητα όπου έζησες ως παιδί κι έφηβη με εκείνη που αναπαριστάς στο φιλμ;

Ήταν παρόμοια, αλλά ακόμα πιο σύνθετη, γι’ αυτό κι έπρεπε να την απλοποιήσω στην ταινία. Είναι δύσκολο να την περιγράψω. Το μέρος όπου χτίστηκε ήταν φτηνό εκείνη την εποχή κι αυτοί οι αστικής προέλευσης νεαροί και νεαρές μετακόμισαν εκεί αποφασίζοντας να ζήσουν υπό επισφαλείς συνθήκες. Όχι γιατί δεν μπορούσαν να βρουν ένα «κανονικό» σπίτι στην πόλη.

Κάποια ζητήματα είναι σημαντικά για μένα, όπως οι σχέσεις ανάμεσα στις γενιές. Δεν υπήρχαν όρια. Η μητέρα του Λούκας, η ζωγράφος, θυμάμαι ότι μου δίδασκε ζωγραφική όταν ήμουν οκτώ  και πάντα με ρωτούσε τη γνώμη μου για τους πίνακές της. Η φωνή μου είχε αξία για εκείνη. Πάντοτε βιώναμε αυτή την ψευδαίσθηση πως ήμασταν ενήλικες. Αλλά κι οι ενήλικες προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα με τη ζωή τους.

Από την άλλη, υπήρχε διαρκώς μια δυσφορία, γιατί αυτό το μέρος δεν υπάρχει πλέον όπως το βίωσα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτή την κοινότητα ήταν καλλιτέχνες;

Η μητέρα μου είναι ηθοποιός, υπήρχε αυτή η ζωγράφος. Έχτιζαν το σπίτι τους μόνοι τους, αν και δεν ήταν αρχιτέκτονες. Ήταν πολύ όμορφο που ζούσαμε εντός μιας διαδικασίας διαρκούς κατασκευής. Όταν γεννήθηκε ο αδερφός μου, προστέθηκε το δωμάτιό του, κι έπειτα ένας δεύτερος όροφος. Ήταν τρελό. (Γέλια).



Πόσα χρόνια έζησες εκεί;

Φτάσαμε όταν ήμουν τεσσάρων, το 1989, κι έμεινα με τους γονείς μου μέχρι τα 19 ή τα 20. Επρόκειτο για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Μου ήταν πολύ δύσκολο να φύγω. Η σχέση μου μ’ αυτό το μέρος είναι πολύ συναισθηματική.

Φαίνεται.

Ξέρω κάθε πέτρα και κάθε δέντρο του. Νιώθω μελαγχολία, επειδή έχει καταστραφεί. Αν κάνω παιδί, θα ήθελα να έχει μια ζωή σαν τη δική μου. Αλλά αυτό δεν είναι δυνατό, πλέον.

Εκτός από τη μελαγχολία, από το φιλμ αναδύεται κι ένα στοιχείο νοσταλγίας για τη βιωμένη εμπειρία.

Επέστρεψα με τον σύντροφό μου στην κοινότητα όταν ήμουν 27 σε ένα σπιτάκι, και τότε αποφάσισα να κάνω την ταινία. Χρειαζόμουν την απόσταση για να το καταφέρω. Μέχρι τότε ήμουν υπερβολικά συνδεδεμένη με το μέρος. Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερη παιδική ηλικία, αλλά την ίδια στιγμή ήμασταν αναγκασμένοι να μεγαλώσουμε πολύ γρήγορα, γιατί οι γονείς μας ήταν πολύ νέοι κι ανώριμοι. Όχι υπερβολικά ενήλικες.

Γιατί δεν είναι προσβάσιμο το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της περιόδου στην ταινία σου;

Πρώτον, γιατί νομίζω ότι ήταν κάπως έτσι. Ήθελαν να ξεχάσουν τη Δικτατορία, κανένας δε μιλούσε για τον Πινοτσέτ. Το φιλμ μου είναι πολιτικό με ένα πιο «υπόγειο» τρόπο. Δεύτερον, γιατί δεν είναι αυτή η αφετηρία του. Το πνεύμα της περιόδου εντοπίζεται, ωστόσο, στην ταινία. 



Όλοι οι ηθοποιοί σου μπλέκονται υπέροχα.

Η μητέρα μου με βοήθησε στο casting. Απλώς αναζητήσαμε παιδιά μέσα από την κοινότητα, γιατί ήθελα να αποτυπώσω κάτι αληθινό. Ακόμα και σήμερα, η κοινότητα έχει κάτι το ιδιαίτερο. Ο νεαρός που υποδύεται τον Λούκας είναι ένας τυπικός νέος από την κοινότητα. Έχει γεννηθεί εκεί και την αγαπάει.

Κι ο χαρακτήρας της ηθοποιού που υποδύεται την Σοφία;

Φίλη της συντρόφου του αδερφού μου. Τώρα βρίσκεται σε διαδικασία αλλαγής φύλου. Έχει ξεκινήσει να σπουδάζει μουσική, ασχολείται λίγο και με το μόντελινγκ, αλλά δεν είναι ηθοποιός. Όσο για τα παιδιά, δεν ήθελα να έχουν προηγούμενη υποκριτική εμπειρία οπουδήποτε. Ήταν κανόνας. Να είναι «παρθένα», να μην έχουν επίγνωση του πώς θα είναι. Άλλοι, είναι επαγγελματίες.

Παρόλα αυτά, ο συνδυασμός όχι μόνο λειτούργησε, αλλά σου απέφερε κι ένα ιδιαίτερου κύρους βραβείο, εκείνο της καλύτερης σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Ήμουν ευτυχής κι έκπληκτη που με επέλεξαν. Δεν περίμενα να κερδίσω κάτι. Δεν ξέρω αν το άξιζα, αλλά ήταν όμορφο. Αποκόμισα μεν το βραβείο σκηνοθεσίας, αυτό που έκανα, ωστόσο, ήταν να συνδυάσω το ταλέντο πολλών ανθρώπων. Ήταν μια συλλογική, «οικογενειακή» διαδικασία. Δε θα μπορούσα να γυρίσω το φιλμ μόνη μου. Ήμουν σίγουρη πως θα το έβρισκα στη διάρκεια των γυρισμάτων. 



Το σινεμά είναι ένα όπλο, και σ’ αυτή την περίπτωση άλλαξε πράγματα, τουλάχιστον στη ζωή όσων συμμετείχαν σ’ αυτό. Αυτό είναι το πιο σημαντικό βραβείο. Του χρόνου ανοίγω ένα μικρό σινεμά στη Χιλή. Ελπίζω, λοιπόν, αυτή η βράβευση να λειτουργήσει προωθητικά.

Λείπουν οι γυναικείες φωνές στο σύγχρονο νοτιοαμερικανικό, το ευρωπαϊκό σινεμά, και γενικότερα;

Δε θέλω να θεωρούμαι γυναίκα σκηνοθέτρια. Μου αρέσει το Γουέστερν της Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ, το Τόνι Έρντμαν, η Λουκρέσια Μαρτέλ, η Κλερ Ντενί, η Σαντάλ Άκερμαν. Υπάρχουν πολλές σκηνοθέτριες που μου αρέσουν πολύ. Πάντως, νιώθω πρωτίστως άνθρωπος, κι έπειτα γυναίκα και σκηνοθέτρια!

Η συνομιλία με την Ντομίνγκα Σοτομαγιόρ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 24ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Ευχαριστώ θερμά το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για τη συνδρομή του.

Η ταινία της Ντομίνγκα Σοτομαγιόρ Πολύ αργά για να πεθάνουν νέοι προβάλλεται, εκτός συναγωνισμού, στο πλαίσιο του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Τρίτη 6 (20:30, Αίθουσα Φρίντα Λιάππα), την Τετάρτη 7 (19:00, Δημοτικό Θέατρο Συκεών) και το Σάββατο 10 Νοεμβρίου (17:30, Αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη).

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Μεριέμ Μπενμπαρέκ: «Οι άνθρωποι δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες στο Μαρόκο»


Λειτουργώντας διττά, ως οξύ σχόλιο για την πατριαρχική δομή της μαροκινής κοινωνίας, αλλά και ως αμφισβήτηση των οριενταλιστικών στερεοτύπων σχετικά με τη φιλμική αναπαράσταση των Μαροκινών γυναικών, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας της Μαροκινής Μεριέμ Μπενμπαρέκ Σοφία αφηγείται την ιστορία της ομώνυμης ηρωίδας, η οποία βρίσκεται έγκυος εκτός γάμου.

Η ταινία απέσπασε βραβείο σεναρίου στην ενότητα Ένα κάποιο βλέμμα του Φεστιβάλ των Καννών και προβάλλεται στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 59ου ΦΚΘ. Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια.

Στο Q&A μετά την προβολή της ταινίας σου στο Σαράγεβο επισήμανες την ανάγκη σου να αμφισβητήσεις τον τρόπο με τον οποίο οι Μαροκινές αποτυπώνονται στα φιλμ. Θα ήθελες να μου μιλήσεις περισσότερο γι’ αυτό το ζήτημα;

Για μένα αναπαρίστανται με ένα πολύ απλό τρόπο. Όχι σε όλες τις ταινίες, αλλά κυρίως σ’ αυτές που έχουν μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη. Αυτό δεν αφορά μόνο στο σινεμά, αλλά στις τέχνες, γενικότερα. Νομίζω ότι οφείλεται στην οριενταλιστική αντίληψη. Μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί καλλιτέχνες από τον αραβικό κόσμο τροφοδοτούν το κοινό με τις δυτικές προσδοκίες και τα κλισέ. Δεν έχω βρει την απάντηση σ’ αυτό, ακόμα προσπαθώ να καταλάβω. (Γέλια).

Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, πως δεν υπάρχει πατριαρχία στη μαροκινή κοινωνία. Όντως οι γυναίκες είναι θύματα. Ήθελα, ωστόσο, να προτείνω ένα καινούριο στοχασμό σε σχέση με το ρόλο που διαδραματίζει η οικονομία. Ας αναρωτηθούμε, επομένως, μήπως η θυματοποίηση οφείλεται στο ότι πληρωνόμαστε λιγότερο από τους άντρες για την ίδια δουλειά. Σε ένα καπιταλιστικό κόσμο, αποκτάς εξουσία όταν αποκτήσεις χρήματα.



Πράγματι, θίγεις το ζήτημα της ταξικής κινητικότητας και των ταξικών κι εξουσιαστικών συγκρούσεων, όπως και την κατάχρηση εξουσίας.

Ακριβώς! Η Σοφία είναι θύμα αυτής της εξουσίας, δεν είχε άλλη επιλογή. Είναι εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση και προσπαθεί να βρει ένα τρόπο να ξεφύγει από αυτή.

Είναι κυρίαρχο ή ορατό φαινόμενο στη μαροκινή κοινωνία οι ταξικές συγκρούσεις;

Πολύ ορατό. Η μεσαία τάξη στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Είναι πιο κοντά στην μπουρζουαζία, παρά στις λαϊκές τάξεις. Οι άνθρωποι δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες στο Μαρόκο. Αυτό ξεκινάει από την εκπαίδευση. Για να έχεις καλή εκπαίδευση και ιατρική φροντίδα, για παράδειγμα, πρέπει να πληρώσεις σε μηνιαία βάση, και κοστίζει πολύ. Κάποιοι παίρνουν δάνεια με επαχθείς όρους μόνο και μόνο για να πληρώσουν τα δίδακτρα του σχολείου των παιδιών τους. Υπάρχουν γαλλικά, αμερικανικά, ισπανικά σχολεία για όσους έχουν λεφτά, και μαροκινά για όσους δεν έχουν.

Το ίδιο ισχύει ακόμα και για τη γλώσσα. Δε μιλάνε την ίδια γλώσσα.

Η χρήση των γαλλικών, επομένως, συνδέεται με την ελίτ.

Υπάρχει η ελίτ, η οποία χρησιμοποιεί κυρίως γαλλικά. Με το που συναντάς κάποιον, ξέρεις αμέσως πού ανήκει κοινωνικά. 



Ο Ομάρ κι η οικογένειά του ανήκουν, πάντως, στους μη προνομιούχους.

Στις κατώτερες τάξεις, ναι. Ακόμα κι η τοποθεσία που διάλεξα για τα συγκεκριμένα γυρίσματα είναι ενδεικτική, σε μια από τις πιο παλιές, λαϊκές και φτωχές γειτονιές της Καζαμπλάνκα. Έπειτα υπάρχει το κέντρο, όπου κυριαρχούν οι μεσοαστοί, ακόμα κι αν δεν υφίστανται πραγματικά. Προσπάθησα να αναπαραστήσω μέσω του σκηνικού τις κοινωνικές διαστρωματώσεις συνδέοντάς το με την αφήγηση. Γι’ αυτό και δε βλέπουμε την Καζαμπλάνκα στ’ αλήθεια. Το Μαρόκο είναι πολύ όμορφο, αλλά δεν ήθελα να δείξω την τουριστική πλευρά του.

Η πρωταγωνίστριά σου Maha Alemi συνδέει όλες τις πτυχές της αφήγησης. Με εντυπωσίασε η σωματικότητά της, κυρίως. Έχει μια ισχυρή σωματική παρουσία και μια γήινη ποιότητα στην υποκριτική της. Έπαιξαν ρόλο αυτά τα στοιχεία στην επιλογή της για το συγκεκριμένο ρόλο;

Ήθελα να υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην ξαδέρφη της, την Λένα, και την ίδια. Η ομορφιά της Λένα είναι προφανής. Έχει το τέλειο ευρωπαϊκό πρόσωπο. Η Σοφία, από την άλλη, δεν αισθάνεται απολύτως άνετα με το σώμα της, κι είναι κάπως τραχιά.

Κι όμως, έχει μια «ακατέργαστη» γοητεία.

Η Maha Alemi έχει κάτι το χαρισματικό, μια αληθινά μαροκινή ομορφιά. Δεν άρεσε, όμως, σε Γάλλους ιδιοκτήτες αιθουσών. Παραήταν λαϊκή για εκείνους. Κι αυτό λέει πολλά για το τι περιμένει η βιομηχανία από τις γυναίκες. 



Στον απόηχο της Αραβικής Άνοιξης, ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό της μαροκινής κοινωνίας;

Στο Μαρόκο έχουμε τους εντονότερους κοινωνικούς διαχωρισμούς σε σύγκριση με άλλες αφρικανικές χώρες. Αν δεν έχεις λεφτά, μπορεί να πεθάνεις. Ένας φίλος μου πέθανε πρόσφατα, γιατί δεν είχε τα χρήματα να πάει στο νοσοκομείο.

Δυσκολεύτηκες να εξασφαλίσεις χρηματοδότηση για το φιλμ σου, δεδομένων των κυρίαρχων προσδοκιών και στερεοτύπων;

Για ντεμπούτο μυθοπλασίας οι επιτροπές δε χρηματοδοτούν ένα πρότζεκτ που μιλά για την κοινωνία και την πολιτική. Θέλουν να μιλάς για την αγάπη, την ενηλικίωση, την ανακάλυψη της σεξουαλικότητας. Είναι πράγματα που έχω κάνει στο παρελθόν με τις μικρού μήκους ταινίες μου, και τα έχω αφήσει πίσω.

Προσπαθείς να εξελίσσεσαι ως καλλιτέχνις και ως άνθρωπος.

Ακριβώς! Και δε νομίζω ότι η επόμενη δουλειά μου θα μοιάζει καθόλου με την Σοφία. Ούτε κι η τρίτη με τις προηγούμενες δύο. Πρέπει να δοκιμάζουμε καινούρια πράγματα. Στη Γαλλία η κατάσταση είναι περίπλοκη, γιατί περιμένουν να κάνεις τα ίδια. 



Στο τέλος της ταινίας η Σοφία αναδύεται σαν νικήτρια -αν κι η νίκη της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «πύρρεια»-, σαν να έχει πάρει τη ζωή της στα χέρια της.

Ασφαλώς. Εκείνη είναι η νικήτρια. Αυτό ακριβώς ήθελα να δείξω. Το σενάριο ήταν σαν ένα μεγάλο κοινωνικό παιχνίδι, όπου μαθαίνεις τους κανόνες από την αρχή. Κι η Σοφία, αν κι αρχικά είναι εξαρτημένη από την ξαδέρφη της και μοιάζει λίγο ανόητη, τους καταλαβαίνει, χρησιμοποιεί κάθε μέσο κι ανελίσσεται, ιδίως μέσω του γάμου, που είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα για γυναίκες κι άντρες στον αραβικό κόσμο.

Θα προβληθεί στο Μαρόκο;

Είναι μια ταινία γυρισμένη με σεμνότητα, γιατί ήθελα να τη δει το κοινό του Μαρόκου. Δεν ήθελα να είναι άλλο ένα πολυαγαπημένο φιλμ που θα κατέληγε λογοκριμένο. Στο Μαρόκο η λογοκρισία είναι απολύτως επίσημη. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου το είχα, λοιπόν, αυτό κατά νου.

Photo credit (Μεριέμ Μπενμπαρέκ): Γιάννης Κοντός.

Η συνομιλία με την Μεριέμ Μπενμπαρέκ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 24ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Η ταινία της Μεριέμ Μπενμπαρέκ Σοφία προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τη Δευτέρα 5 (15:30, Κινηματογράφος Ολύμπιον) και την Τρίτη 6 Νοεμβρίου (18:00, Αίθουσα Φρίντα Λιάππα), παρουσία της σκηνοθέτριας.