Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Μουσταφά Καρά: «Το “Κρύο της Τραπεζούντας” είναι μια ταινία για τη μοίρα της Τουρκίας»


Απαράμιλλης αισθητικής και υποκριτικά αψεγάδιαστη, η ταινία Το κρύο της Τραπεζούντας του Τούρκου σκηνοθέτη Μουσταφά Καρά είναι ένας συγκινητικός φόρος τιμής του ίδιου στον τόπο που μεγάλωσε, τους ανθρώπους του, και το συγκλονιστικό φυσικό περιβάλλον. Το φιλμ εστιάζει στην ιστορία του κτηνοτρόφου Μεχμέτ (Χαϊντάρ Σισμάν), ο οποίος εμμονικά αναζητά χρυσάφι, προκειμένου να λυτρώσει την εξαθλιωμένη οικογένειά του και τον ίδιο από την ανέχεια. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας του από τις 23 Μαρτίου σε διανομή NEO Films.

Παρά το ψύχος που κυριαρχεί στην πιο πρόσφατη ταινία σου Το κρύο της Τραπεζούντας, στην πραγματικότητα είναι ένα φιλμ που σου ζεσταίνει την καρδιά. Πόσο σημαντική υπήρξε για σένα η επιλογή της τοποθεσίας;

Πρώτα απ’ όλα, θέλω να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια την ταινία μου. Η τοποθεσία, όπου τη γυρίσαμε, είναι το μέρος που μεγάλωσα και γνωρίζω. Βρίσκεται στα βόρεια της Τουρκίας, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Μεχμέτ, ο πρωταγωνιστής του φιλμ, είναι ένας άνθρωπος καταθλιπτικός, όπως και η Μαύρη Θάλασσα. Θέλαμε να μιλήσουμε γι’ αυτή την περιοχή.

Η τοποθεσία νομίζω πως λειτουργεί ως χαρακτήρας, ως κάτι ζωντανό.

Η τοποθεσία, τα ζώα, η φύση και οτιδήποτε άλλο στην ταινία δεν είναι αξεσουάρ, αλλά ένας ακόμα χαρακτήρας στη ζωή του Μεχμέτ. Ήταν ένα φιλμ εξίσου γι’ αυτόν και την τοποθεσία.



Πόσο κοντά νιώθεις ως άνθρωπος στους χαρακτήρες που αποτυπώνονται στην ταινία σου;

Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή βασίζεται στο χαρακτήρα ενός ανθρώπου από το παρελθόν μου. Επρόκειτο για κάποιον ηλικιωμένο, ο οποίος όλη του τη ζωή αναζητούσε χρυσό, ήταν το πάθος του. Ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός, όπως κι εγώ, που δεν μπορούσε να μιλήσει στους άλλους για το πάθος και τις σκέψεις του. Μοιάζαμε. Tα συναισθήματα, τα οποία βιώναμε, δεν απείχαν. Κι εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω για το πάθος μου, γι’ αυτό και γύρισα την ταινία, που εστιάζει στο πόσο δυσκολότερο είναι να ικανοποιείς ένα πάθος σου, όταν ζεις μια δύσκολη ζωή.

Ζει ο πραγματικός άνθρωπος πίσω από το μυθοπλαστικό χαρακτήρα;

Ναι, ζει. Το μόνο στοιχείο που άντλησα από αυτόν ήταν το πάθος του για τη δουλειά του.

Υπάρχει, επομένως, μια αναλογία ανάμεσα στην παθιασμένη αναζήτηση χρυσού από τον Μεχμέτ και το δικό σου όνειρο να γυρίζεις ταινίες;

Βέβαια, γιατί, όπως εκείνος αναζητούσε μια φλέβα χρυσού, έτσι κι εγώ αναζητούσα τον εαυτό μου. Τα θέματα μπορούν να αλλάξουν, αλλά τα όνειρα και τα πάθη παραμένουν τα ίδια στους ανθρώπους.



Κι οι άλλοι χαρακτήρες;

Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους χαρακτήρες που εμφανίζονται στην ταινία, ήθελα να μιλήσω για άλλους ανθρώπους από τη δική μου ζωή.

Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος συμβολισμός στα σαλιγκάρια, η παρουσία των οποίων γίνεται ολοένα και πιο προφανής από ένα χρονικό σημείο και μετά;

Δεν προσπαθώ να συμβολίσω το καθετί στο φιλμ. Όλα έχουν μια ρεαλιστική διάσταση, ένα σκοπό, κάτι να πουν. Οι γιοι του Μεχμέτ, ο Ιμπραήμ και ο Μουσταφά, πουλάνε αυτά τα σαλιγκάρια, γιατί θέλουν καινούρια ζευγάρια παντελόνια. Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με τα όσα λείπουν στον Μεχμέτ. Προσπαθεί να βρει το ορυχείο, αλλά συντρίβει τα σαλιγκάρια. Δεν αποκομίζει κάτι άλλο στη ζωή του. Πρόκειται για μας, στην πραγματικότητα. Εστιάζουμε σε κάτι, ξεχνώντας τα μικρά πράγματα. Εκείνος, για παράδειγμα, ξεχνά τον άρρωστο γιο του, σκεπτόμενος διαρκώς για το ορυχείο και τον ταύρο. Το ίδιο και μεις, αν σκεφτείς κάποιου είδους συμβολισμό. Δε νομίζω πως οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι σημαντικές στη ζωή- υπάρχει η φύση, τα ζώα, τα φυτά. Ο κόσμος αφορά και σε αυτά, και είναι σημαντικά.



Στην τελευταία μισή ώρα της ταινίας κυριαρχεί η ρεαλιστική διάσταση, με την τοποθεσία να έρχεται σε πρώτο πλάνο. Προς το τέλος, όμως, επιθυμούσα να δημιουργήσω μια σουρεαλιστική αίσθηση. Και με αυτά τα σαλιγκάρια αρχίζουμε να «απογειωνόμαστε» από την πραγματικότητα του Μεχμέτ και να εισερχόμαστε στο όνειρό του.  

Παρακολουθώντας την ταινία σου, διέκρινα επιρροές από τον Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ σε ό,τι αφορά το δραματικό βάθος των χαρακτήρων της και τον Σεμίχ Καπλάνογλου σχετικά με τη λειτουργία του φυσικού περιβάλλοντος ως ενός ακόμα χαρακτήρα. Θα έλεγες πως έχεις επηρεαστεί από τους συγκεκριμένους σκηνοθέτες- ή και άλλους;

Ασφαλώς πρόκειται για σπουδαίους σκηνοθέτες. Είμαι επηρεασμένος από όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμά, όπως τους Αγγελόπουλο, Κιαροστάμι, Μπέργκμαν, Φελίνι. Από τον τουρκικό κινηματογράφο, ως πρώτη επιρροή θα ανέφερα τον Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, και έπειτα τους Σεμίχ Καπλάνογλου και Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ. Χωρίς να το γνωρίζω, κάθε άνθρωπος στη ζωή μου με έχει επηρεάσει σ’ αυτή την ταινία. Είναι όπως όταν ένας συγγραφέας γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά του και είναι επηρεασμένος από τον Τσέχοφ και τον Ντοστογιέφσκι. Έτσι ήμουν κι εγώ. Ταυτόχρονα, όμως, προσπαθούσα να βρω τη δικιά μου «φωνή», το δικό μου «δρόμο».



Παρότι η δουλειά σου δεν έχει ευθέως πολιτικό περιεχόμενο, ως άνθρωπος και καλλιτέχνης επηρεάζεσαι από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Τουρκία και την καταστολή των διαφωνούντων από το καθεστώς Ερντογάν;

Υπάρχει ένα πολιτικό γνωμικό στο φιλμ, αλλά δε θέλω να το τραγουδήσω, γιατί ντρέπομαι γι’ αυτό και είναι αγενές. Το Κρύο της Τραπεζούντας είναι μια ταινία για τη μοίρα αυτής της χώρας και ο τίτλος της στέλνει άλλο ένα μήνυμα. Ως καλλιτέχνης που προσπαθεί να κάνει ταινίες, δεν μπορώ να μιλήσω για την πολιτική μου άποψη όπως κάποιος στο δρόμο. Το να υιοθετώ ή να απορρίπτω μια σκέψη είναι κάτι εύκολο να ειπωθεί. Το σημαντικό είναι να λέω κάτι. Ασφαλώς και με επηρεάζουν τα πολιτικά ζητήματα που ανακύπτουν στη χώρα, αλλά δε με εμποδίζουν να γυρίζω τις ταινίες μου ή να κάνω τη δουλειά μου. Μπορώ να μιλάω για όσα μου αρέσουν και δε μου αρέσουν. Τα πάντα με επηρεάζουν, άρα και η πολιτική. Δεν είναι σπουδαίο πράγμα.

Ελπίζω το ελληνικό κοινό να εκτιμήσει την ταινία σου.

Ελπίζω οι Έλληνες θεατές να την αγαπήσουν, γιατί η τοποθεσία συνδέεται, επίσης, και με τους Έλληνες. Αν παρακολουθήσουν προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσουν πως η μητέρα του Μεχμέτ αφηγείται για το παρελθόν της περιοχής. Ζούμε στον ίδιο πνευματικό κόσμο και νομίζω ότι θα βρουν σύνδεση ανάμεσα σε μας κι εκείνους.

Η ταινία του Μουσταφά Καρά Το κρύο της Τραπεζούντας προβάλλεται από τις 23 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή της NEO Films.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Μια κουβέντα με την Ανιές Σκλάβου και τον Στέλιο Τατάκη, δημιουργούς του ντοκιμαντέρ «Βυζιά»


Το αυτοχρηματοδοτούμενο ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά, μια πολύ ιδιαίτερη ματιά στα βυζιά και τον καρκίνο του στήθους που συνταιριάζει το «κοφτερό» χιούμορ με το σεβασμό στο δραματικό υπόβαθρο του ίδιου του βιώματος της ασθένειας, υπήρξε μια από τις πλέον πολυσυζητημένες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συναντηθήκαμε με τους δημιουργούς της λίγο πριν την αθηναϊκή της πρεμιέρα την Τετάρτη 15 Μαρτίου και ενόψει ενός κύκλου έξι προβολών, αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα, στις 18-19 & 25-26 Μαρτίου και 1-2 Απριλίου.

Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που φοβηθήκατε ότι δε θα τα βγάζατε πέρα με τις απαιτήσεις του θέματος;

(Ανιές Σκλάβου) Όχι, επειδή ήμαστε μια ομάδα, μαζί με την ανθρωπολόγο Λιόπη Αμπατζή, που είχε την αρχική ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τα βυζιά. Όταν είχε κάνει το μεταπτυχιακό της στην κοινωνική ανθρωπολογία, είχε δουλέψει πάνω στην εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος, κυρίως στα μπαρ κονσομασιόν. Την περίοδο, κατά την οποία η ίδια νόσησε και μέσα στην προσπάθειά της να δει πώς θα αντιμετωπίσει την ασθένεια, συνειδητοποίησε ότι μέσω ενός ντοκιμαντέρ θα ήταν πολύ πιο εύκολο να περάσει αυτό που θα ήθελε από το να γράψει ένα κείμενο, η απήχηση του οποίου θα ήταν πολύ πιο περιορισμένη.

(Στέλιος Τατάκης) Ο τίτλος είναι κάτι που τραβάει...

(Ανιές) Στην πορεία θεωρήσαμε πως και η δική της ιστορία ήταν πολύ δυνατή, οπότε συζητώντας οι τρεις μας και μετά από πολύ brainstorming καταφέραμε να διαμορφώσουμε άξονες όπου θα κινούμασταν.

(Στέλιος) Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν αν θα λειτουργήσουν οι τρεις αυτοί άξονες: η προσωπική ιστορία της Λιόπης, οι μικρότερες ιστορίες πολλών ανθρώπων και η «φωνή» των βυζιών.



Σας απασχόλησε το ενδεχόμενο ο τίτλος να εκληφθεί ως αρνητικά προβοκατόρικος;

(Ανιές) Η επιλογή του τίτλου ενείχε μια ιντριγκαδόρικη διάσταση. Σίγουρα, όμως, μέσα στο ντοκιμαντέρ είχαμε αποφασίσει να λέμε αλήθειες, πράγματα που δε λέγονται εύκολα, όπως δε μιλάμε εύκολα για το στήθος κι εμείς οι γυναίκες, πόσο μάλλον και για την ασθένεια. Συνεπώς και η ίδια η λέξη είναι ένα θέμα...

Ταμπού, ίσως;

(Ανιές) Είναι ένα ταμπού. Το «βυζαίνω» ως ρήμα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε άνετα. Ένα παιδάκι βυζαίνει το δάχτυλό του ή το στήθος της μαμάς του, για παράδειγμα, αλλά «βυζαίνει το βυζί της μαμάς του» δε θα το πούμε εύκολα. Υπήρχε, λοιπόν, και μια ιδεολογική ματιά στην προσέγγισή μας, μια προσπάθεια απενοχοποίησης της λέξης.

Πρόκειται, άρα, για μια προσέγγιση δύο ταμπού, κατά κάποιο τρόπο.

(Ανιές) Κατά κάποιο τρόπο ναι, γιατί δεν είναι πολιτικά ορθή λέξη.

(Στέλιος) Είναι ένας επαναπροσδιορισμός της καθημερινής χρήσης της.

(Ανιές) Μέσα στο ντοκιμαντέρ λέμε πως πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά που μας απασχολούν και, κυρίως με άξονα την ασθένεια, υπάρχουν πάρα πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις. Δεν μπορείς να είσαι μόνο μαχήτρια. Υπάρχουν στιγμές που ενδέχεται να εγκαταλείψεις τα όπλα, γιατί ο καρκίνος του μαστού δεν είναι μια ασθένεια, η οποία μόνο απειλεί τη ζωή σου, αλλά που, ακόμα κι όταν την ξεπεράσεις, μπορεί να αφήσει ένα σημάδι που ισοδυναμεί με την αφαίρεση της ταυτότητας, του φύλου, του ερωτισμού σου. Με μια μαστεκτομή μπορεί να χάσεις πολλά.

(Στέλιος) Μια γυναίκα ίσως αμφισβητήσει τη θηλυκότητά της.



Η μεγαλύτερη αρετή της συγκεκριμένης δουλειάς είναι ότι καταφέρνει να συνταιριάξει τη φαινομενικά πιο ανάλαφρη, απενοχοποιημένη προσέγγιση με το σεβασμό στη σοβαρότητα και στο δραματικό υπόβαθρο της ίδιας της εμπειρίας της ασθένειας. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να πετύχετε αυτές τις ισορροπίες;

(Στέλιος) Δε μας ενδιαφέρει να προβαίνουμε σε ακρότητες απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουμε, μας ενδιαφέρει η επίδειξη σεβασμού προς το θέμα και τον άνθρωπο, χωρίς να εκβιάζουμε το συναίσθημα του θεατή. Αυτό μπορεί να προκύψει αυθόρμητα- ως ένα μειδίαμα, ένα σκίρτημα. Κάτι τέτοιο είναι από μόνο του αρκετό, χωρίς να χρειάζεται να πιέζεις τις καταστάσεις.

(Ανιές) Η αλήθεια είναι ότι δε μας πήρε πολύ χρόνο από τη στιγμή που αποφασίσαμε  να το προχωρήσουμε και μαζευτήκαμε οι τρεις μας. Οι άξονες είχαν, λίγο πολύ, αποφασιστεί αρκετά νωρίς, oπότε τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2016 και ολοκληρώθηκαν αρχές Ιανουαρίου, μία μέρα πριν υποβληθεί η αίτηση για το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Δεν πρόκειται, άρα, για ένα εγχείρημα, το οποίο χρειάστηκε πολύ χρόνο για την υλοποίησή του. Η επιλογή, εξάλλου, να χρησιμοποιήσουμε τα βυζιά ως αφηγητές μας έδωσε αρκετή ελευθερία στο πώς θα θέσουμε τα θέματα που θέλαμε να θίξουμε, μιας και δεν επιθυμούσαμε να κάνουμε κάτι επιστημονικό, ούτε, όμως, και να πρόκειται αμιγώς για μια μαρτυρία. Θέλαμε να θέσουμε κάποια ζητήματα. Από κει και πέρα, ας ψαχτεί και ας σκεφτεί ο καθένας λίγο.



Τελειώνοντας το ντοκιμαντέρ, αφήνει μια συγκρατημένη αίσθηση χαρμολύπης.

(Ανιές) Έτσι είναι κι ζωή.

(Στέλιος) Τα πάντα συνοψίζονται στα δευτερόλεπτα του τέλους.

Θεωρείτε ότι είναι έτοιμο ένα μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφόφιλου κοινού στην Ελλάδα να παρακολουθήσει τέτοιου είδους ταινίες;

(Ανιές) Κρίνοντας από τη μικρή μέχρι τώρα πορεία του στη Θεσσαλονίκη, ήδη ανάμεσα σε μερικές δεκάδες ανθρώπους βρέθηκαν τέσσερις που άρχισαν να μιλάνε για δικές τους προσωπικές ιστορίες μπροστά σε αγνώστους. Η παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ τους έκανε να το θελήσουν. Η ελληνική ταινία, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή για φιξιόν, χρειάζεται το χρόνο της στην αίθουσα και το κλασικό προμόσιον από στόμα σε στόμα. Αν, επομένως, επικοινωνηθεί σωστά και παραμείνει σε μια αίθουσα, μπορεί, τελικά, πολύς κόσμος να καταφέρει να τη δει.

(Στέλιος) Μπορεί να δυσκολέψει κάποιους, να τους βαρύνει λίγο, αλλά αυτό θεωρητικά είναι και καλό, το να παίρνει, δηλαδή, κάποιος «δουλειά για το σπίτι». Και μας ενδιαφέρει άμεσα ο θεατής. Δεν κάνουμε κάτι απλώς για να είμαστε εμείς ευχαριστημένοι ή για να κάνει μια δουλειά μας «βόλτα» στα φεστιβάλ. Όταν βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ μας μονταρισμένο, είμαστε πιο σκληροί από τους θεατές. Εκθέτουμε και εκτιθέμεθα.

(Ανιές) Χρειάζεσαι τους θεατές για να υπάρξεις.

(Στέλιος) Είναι μια αμφίδρομη σχέση.

(Ανιές) Αυτό που θέλουμε να πετυχαίνουμε στις δουλειές μας είναι να καταλαβαίνει ο θεατής τι θέλουμε να πούμε, να μη χρειάζεται να κάνουμε μία ανάλυση πριν την προβολή και μία μετά. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μάλλον κάτι έχεις χάσει.

Το ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά προβάλλεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα τα Σαββατοκύριακα 18-19 και 25-26 Μαρτίου, καθώς και την 1-2 Απριλίου στις 16:00. Κάθε προβολή θα συνοδεύεται από συζήτηση.

Περισσότερες πληροφορίες: https://www.facebook.com/breasts.Stories/ και https://www.facebook.com/aavora.athens/     

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Ntshavheni wa Luruli: «Ως μαύροι Νοτιοαφρικανοί, δεν κατανοούμε τις κουλτούρες μας πολύ»


Η σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα στη σύγχρονη Νότια Αφρική, μέσα από την ιστορία της Elelwani, που λαβαίνει υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό, αλλά οι γονείς της επιδιώκουν να παραμείνει στη χώρα, υποτασσόμενη στις παραδόσεις της φυλής της, βρίσκεται στο επίκεντρο της ομώνυμης ταινίας του Νοτιοαφρικανού σκηνοθέτη Ntshavheni wa Luruli. Η ταινία του προβλήθηκε στο πλαίσιο της 6ης Εβδομάδας Αφρικανικού Κινηματογράφου, η οποία ολοκληρώνεται την Τετάρτη 15 Μαρτίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Ο σκηνοθέτης επισκέφτηκε για λίγες μέρες στην Αθήνα, κι είχαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε μαζί του.

Είναι η πρώτη σας φορά στην Ελλάδα;

Ναι, η πρώτη μου φορά. Έχω ταξιδέψει παντού, ποτέ, όμως, δεν είχα έρθει εδώ. Όταν, μάλιστα, ήμουν φοιτητής, είχα συγγράψει μια σύντομη εργασία για τις μυθολογίες, θεωρώντας ότι η ελληνική και η αφρικανική μυθολογία είναι παρόμοιες.

Αν κρίνω και από την ταινία σας Elelwani, σας γοητεύουν οι μυθολογίες, γενικότερα.

Απολύτως. Σημερα το πρωί, είπα «δε γυρίζω πίσω, αν δεν επισκεφτώ το Ναό του Ολυμπίου Διός και τα υπόλοιπα μνημεία»!

Αυτό ισχύει και για τη μυθολογία της φυλής Βέντα, όπως αποτυπώνεται στο φιλμ. Πρόκειται για φυλή, έτσι;

Είναι φυλή, η μικρότερη φυλή, η μικρότερη «εθνοτική ομάδα» στη Νότια Αφρική, για να χρησιμοποιήσουμε τον πολιτικά ορθό όρο. Και το αστείο είναι πως, ακόμα και εντός του ίδιου του νοτιοαφρικανικού έθνους, πρόκειται για μια κουλτούρα που δεν είναι πολύ γνωστή, γιατί οι κυρίαρχες φυλές, οι οποίες είναι διεθνώς γνωστές, είναι άλλες. Οι Ζουλού, για παράδειγμα.



Εσάς τι σας προσέλκυσε στη συγκεκριμένη φυλή;

Ανήκω σ’ αυτή!

Η ταινία βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα.

Πρόκειται για διασκευή μυθιστορήματος, το οποίο είχε γραφτεί το 1954. Αυτό που έκανα ήταν να μετασχηματίσω τους χαρακτήρες του, ώστε να ταιριάζουν στη Νότια Αφρική του σήμερα. Μου αρέσει το θέμα του γυναικείου αγώνα. Ως μαύροι Νοτιοαφρικανοί, δεν κατανοούμε ακόμα τις κουλτούρες μας πολύ.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα, η Νότια Αφρική, σε αντίθεση με κάθε άλλη χώρα στην Αφρική, ξεκίνησε με την αποικιοκρατία. Στη συνέχεια, προέκυψε το απάρτχαϊντ. Υπήρξαμε, λοιπόν, θύματα διπλής καταπίεσης. Η αποικιοκρατία προφανώς αφορούσε περισσότερο στην εισαγωγή των ιεραποστόλων, του Χριστιανισμού, του δυτικού πολιτισμού. Το σινεμά των αφρικανικών χωρών που ανεξαρτητοποιήθηκαν, όπως η Νιγηρία ή η Σενεγάλη, καταπιάνεται πιο πολύ με την επανάκτηση της κουλτούρας τους. Με μας, δεν υπάρχει μόνο η αποικιοκρατία. Όταν, επομένως, αρχίζεις να μιλάς για τις ιθαγενείς κουλτούρες και τις παραδόσεις μας, προκαλεί σύγχυση σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία. Θεωρητικά, λέμε ότι είμαστε Αφρικανοί, αλλά τι εννοούμε μ’ αυτό;



Όταν ήρθαμε στην Ταινιοθήκη για την προβολή της ταινίας, προσφέρονταν στο φουαγιέ εδέσματα από διάφορες αφρικανικές κουζίνες. Ρώτησα, λοιπόν, τους Νοτιοαφρικανούς «πού είναι η νοτιοαφρικανική κουζίνα»; Έφεραν κρασί, γιατί δεν έχουμε ιθαγενή κουζίνα. Όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά γιατί η νέα γενιά έχει απομακρυνθεί από αυτά. Οι άνθρωποι που ξέρουν είναι ηλικιωμένοι, κάποιοι έχουν πεθάνει, και μαζί τους έχει πεθάνει κι αυτή η γνώση. Άρα, όταν μιλάμε για τη Νότια Αφρική σήμερα, πρόκειται για κάτι ψευτο-αμερικανικό, ψευτο-ευρωπαϊκό.

Τι επιδιώκατε να αναδείξετε μέσα από την αφήγησή σας;

Αυτό που ήθελα να κάνω στην ταινία ήταν να διερευνήσω με μεταφορικό και συμβολικό τρόπο, και χρησιμοποιώντας το ιδίωμα της ερωτικής ιστορίας, τον εσωτερικό αγώνα του κεντρικού χαρακτήρα, της Elelwani, που έχει υποτροφία να σπουδάσει στο εξωτερικό, αλλά στο σπίτι της λένε «πριν γίνεις κάτι άλλο, πρέπει να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου». Η εικόνα που βλέπεις η ουσία της ταινίας, έχει να κάνει με την αλλαγή και το μετασχηματισμό, που βιώνουμε σήμερα στη Νότια Αφρική.

Αλλά και στην επανάκτηση κουλτούρας ή την ανανοηματοδότησή της σε ένα καινούριο πλαίσιο.

Ακριβώς. Το ορθό είναι «αναγνώριση», αναγνώρισε την κουλτούρα και την παράδοσή σου. Στην Ελλάδα διατηρείτε όλα τα μνημεία. Εμείς πρέπει να καταστρέψουμε τα μνημεία μας, επειδή δεν έχουμε σχέση με αυτά. Αυτό το φαινόμενο αμφισβητώ. Ο γυναικείος χαρακτήρας, όπως είναι δομημένος σε όλη την ταινία, είναι επαναστατημένος. Είναι, έτσι, το είδος του ανθρώπου που δε θα κάνει αυτό που του λένε. Ντύνεται διαφορετικά, κι αυτό αποτυπώνει την αυτοσυνειδησία της σε σχέση με το ποια είναι. Κι έπειτα, σαν πεταλούδα, μπορεί να πετάξει και να γίνει ό,τι θέλει. Ως καλλιτέχνης, όμως- κι αυτό είναι το πρόβλημα-, δεν μπορώ να εξηγώ το καθετί, να το «ταΐζω» με το κουτάλι στο κοινό. Δεν είναι αναγκαίο.



Στο λεγόμενο «δυτικό κόσμο» δεν προβάλλονται ευρύτερα, κι όχι μόνο στο πλαίσιο φεστιβάλ, τόσο πολλές ταινίες αφρικανικής προέλευσης, κι είναι γεγονός πως δε γνωρίζουμε πολλά για τις αφρικανικές χώρες, τις κουλτούρες, τους ανθρώπους τους.

Αυτό το πρόβλημα πρέπει να μας απασχολήσει ως Νοτιοαφρικανούς καλλιτέχνες. Από τη στιγμή που αρχίζω να εξηγώ γιατί οι χαρακτήρες του φιλμ περπατάνε κάποιες στιγμές στα γόνατα, ξαφνικά γίνεται αντιληπτό από τους ανθρώπους πως αυτό βγάζει νόημα. Για μένα, για να απολαύσω τον Σέξπιρ, πρέπει να κατανοήσω αυτή την κουλτούρα. Για να κατανοήσω την ελληνική μυθολογία, πρέπει να προετοιμάσω τον εαυτό μου, αλλιώς δεν έχει νόημα. Το πρόβλημα με μας είναι ότι, τον περισσότερο καιρό, υπάρχει μια συγκεκριμένη προσδοκία από μια αφρικανική ιστορία, κι αυτή συνίσταται στο ρομαντισμό, στο να υπενθυμίζεις πόσο υπέροχα ήταν τα πράγματα στο παρελθόν. Γι’ αυτό και δείχνεις ηλιοβασιλέματα, δύσεις, λιοντάρια κ.λπ.

Κι εσείς χρησιμοποιείτε αυτά τα μοτίβα, πάντως.

Ναι, αλλά ως κομμάτι της αφήγησης. Το λιοντάρι είναι σαν πνεύμα. Οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν περιμένουν κάτι βαθύτερο απ’ αυτό. Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Να σου δώσω ένα παράδειγμα. Ξέρεις τον Δράκουλα. Έχεις ένα χαρακτήρα που αναδύεται από τον τάφο, όπου είχε ζήσει επί χιλιετίες. Αυτή η ύπαρξη βγαίνει από τον τάφο της, κυνηγά γυναίκες και τους πίνει το αίμα. Αυτό που ξέρουμε είναι μια αλληγορία σχετικά με την αθανασία. Σε προκαλώ τώρα. Υπόθεσε ότι ο Δράκουλας είχε γραφτεί από έναν μαύρο. Για τους περισσότερους, αυτό θα αποτελούσε ένα συμβολισμό της βαρβαρότητας, του πρωτογονισμού. Δε θα μιλήσουν ποτέ για αθανασία σ’ αυτό το πλαίσιο.

Φαντάζομαι πως αποτελεί πρόκληση για σας να γυρίζετε ταινίες.

Πολύ μεγάλη πρόκληση. Γιατί δεν ταιριάζουν με τα στερεότυπα, γι’ αυτό και πολλοί μπερδεύονται.



Κι η καινούρια σας δουλειά, σε τι στάδιο ολοκλήρωσης βρίσκεται;

Νομίζω ότι θα αρέσει στον κόσμο. Σ’ αυτό το εγχείρημα ασχολούμαι περισσότερο με τη διάσωση των ρινόκερων. Ακόμη κι έτσι, η προσέγγισή μου έχει συμβολικό χαρακτήρα. Εξ αρχής, εξηγείς τι σημαίνει ο ρινόκερος στην Αφρική, γιατί είναι ιερό ζώο. Οπότε, το να σκοτώνεις ένα ιερό ζώο ισοδυναμεί με το φόνο μιας φυλής. Είναι κάτι μεγαλύτερο από τη σφαγή ενός ζώου. Το προσεγγίζω διαφορετικά από κάποιον άλλο, που θα έλεγε «ας σώσουμε τους ρινόκερους». Ξεκινώ προσπαθώντας να δείξω τη σπουδαιότητά του εντός μιας κοινωνίας. Προφανώς κάποιοι θα το βρουν χριστιανικό.

Θα είναι και πάλι μια ταινία ανοιχτή σε ερμηνείες. Αλλά αυτή είναι κι η γοητεία του σινεμά, έτσι δεν είναι;

Έτσι είναι, κι είμαι ανοιχτός σ’ αυτή. Μια φεμινίστρια, ένας φυλετιστής, ένας μαρξιστής θα τη δουν διαφορετικά.

Ευχαριστώ την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου της 6ης Εβδομάδας Αφρικανικού Κινηματογράφου για τη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η 6η Εβδομάδα Αφρικανικού Κινηματογράφου, η οποία φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-36), ολοκληρώνεται την Τετάρτη 15 Μαρτίου με τις ακόλουθες προβολές (είσοδος δωρεάν):

19.00 Το κόκκινο κασκόλ, Μαρόκο, Ελληνικοί υπότιτλοι.

21.00 Abd Εl-Kader, Αλγερία, Αγγλικοί υπότιτλοι.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Βιτάλι Μάνσκι: «Έφυγα από τη Ρωσία πρωτίστως για να σώσω την ψυχή μου»


Ρώσος πολίτης, με εβραϊκές και ουκρανικές καταβολές, και αυτοεξόριστος στη Λετονία, ο Βιτάλι Μάνσκι είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους ντοκιμαντερίστες με πάνω από 30 φιλμ στο ενεργητικό του. Στο Κάτω από τον ήλιο (2015) αποδομεί το βορειοκορεατικό καθεστώς με μια υποδειγματική χρήση του μοντάζ, ενώ στην πιο πρόσφατη δουλειά του Στενοί δεσμοί (2016) αναδεικνύει τη ποικιλομορφία και τη συνθετότητα της ουκρανικής κοινωνίας και τον αντίκτυπο του πολέμου στους απλούς ανθρώπους μέσα από το πορτρέτο της σπαρασσόμενης από έριδες ευρύτερης οικογένειάς του. Ο Βιτάλι Μάνσκι, ένας άνθρωπος με βλέμμα στοχαστικό που αποπνέει έντονη μελαγχολία, βρέθηκε για λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή το αφιέρωμα στο έργο του που φιλοξενεί το 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Τον συναντήσαμε.

Η έναρξη της ενασχόλησής σας με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ συνέπεσε με την περίοδο της κατάρρευσης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Πώς επηρέασε το γεγονός αυτό την επιλογή σας να πορευτείτε στο συγκεκριμένο «μονοπάτι» δημιουργίας, καθώς και την ίδια την επιλογή των θεμάτων;

Ειλικρινά μιλώντας, ποτέ δεν είχα σχεδιάσει να κάνω ντοκιμαντέρ στη ζωή μου. Γεννήθηκα στη Σοβιετική Ένωση και νόμιζα ότι η Σοβιετική Αυτοκρατορία είναι αιώνια. Σ’ αυτό το παλιό σύστημα δεν έβλεπα κάποιο χώρο για το είδος του ντοκιμαντέρ που θα με ενδιέφερε. Πήγα, λοιπόν, να σπουδάσω σκηνοθεσία ταινιών μυθοπλασίας. Νόμιζα πως θα γύριζα μιούζικαλ. Σαν το La La Land (γέλια). Στο πανεπιστήμιο με μετέφεραν στο τμήμα του ντοκιμαντέρ, λόγω κακής συμπεριφοράς. Αλλά αυτή η περίοδος συνέπεσε με την περεστρόικα. Ακόμα και πριν, όμως, είχα κάνει μια ταινία μαζί με τους συναδέλφους μου σχετικά με το φαινόμενο της αυτοκτονίας στη Σοβιετική Ένωση. Η προβολή αυτού του φιλμ απαγορεύτηκε, ακόμα και ενώπιον των σπουδαστών της ομάδας μας, 14 άτομα συνολικά.

Η περεστρόικα, ωστόσο, ξεκινούσε, κι η κατάσταση είχε αλλάξει. Έτσι, η ταινία προβλήθηκε σε μεγάλες αίθουσες, όπου την παρακολούθησαν χιλιάδες άτομα, τα οποία είχαν ανάγκη να βλέπουν ταινίες που μιλάνε για τη ζωή τους. Την πραγματική ζωή, τα πραγματικά προβλήματα (στα αγγλικά). Στη συνέχεια, με χαρά άρχισα να γυρίζω ντοκιμαντέρ, και εξακολουθώ να το κάνω.

Πόσο έχει αλλάξει η Ρωσία- αν έχει αλλάξει- σε σύγκριση με την πρώην Σοβιετική Ένωση από άποψη νοοτροπίας;

Νομίζω ότι δεν είναι σωστό να συγκρίνουμε τη σημερινή κατάσταση με εκείνη που επικρατούσε επί Σοβιετικής Ένωσης, γιατί διανύσαμε ένα μονοπάτι που δεν ήταν ίσιο. Βιώσαμε, λοιπόν, την απελευθέρωση. «Κολυμπούσαμε» στην ελευθερία (στα αγγλικά). Είχαμε περίπου 10 χρόνια ελεύθερης ζωής και τότε ξεκινούσαμε μια καινούρια ζωή (στα αγγλικά). Κάθε μέρα κλείναμε μία με δύο πόρτες προς την ελευθερία: την ελευθερία του Τύπου, της Τηλεόρασης, της έκφρασης (στα αγγλικά). Επιστρέφουμε στο ολοκληρωτικό σύστημα και υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη σιωπή. Αυτή η περίοδος ελευθερίας σχετιζόταν με τη δεκαετία του ’90.



Μετά την πρεμιέρα του τελευταίου σας ντοκιμαντέρ Στενοί δεσμοί στο 19ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης δηλώσατε πως νιώθατε ασφυξία στη Ρωσία σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική ελευθερία. Υποθέτω ότι αυτή η ελευθερία δεν είναι διαπραγματεύσιμη για σας, θέλετε να κάνετε ταινίες με τον τρόπο που τις έχετε οραματιστεί, χωρίς να δέχεστε παρεμβάσεις οποιουδήποτε τύπου.

Όχι ακριβώς. Δεν έχει να κάνει με τη δημιουργία ταινιών, αλλά με το πώς αυτές γεννιούνται. Και γεννιούνται μέσα σε μια ψυχή, την προσωπική μου ψυχή. Αν, λοιπόν, αισθάνομαι ότι η ψυχή μου «ξεραίνεται», δεν μπορώ να κάνω φιλμ. Από τεχνικής άποψης θα μπορούσα, αλλά απλώς δε θα μπορούσα να αντέξω αυτή την ατμόσφαιρα. Κι έτσι έφυγα, γιατί δεν ήθελα να υπνωτιστώ, όπως συμβαίνει με τους συναδέλφους μου και τους κατοίκους της Ρωσίας. Έφυγα από τη Ρωσία πρωτίστως για να σώσω την ψυχή μου.

Την ίδια απογοήτευση και αίσθηση ασφυξίας μου έχουν μεταφέρει και άλλοι συνάδελφοί σας, οι οποίοι εξακολοθούν να ζουν στη Ρωσία- πόσο δύσκολο είναι να ολοκληρώσουν την παραγωγή των ταινιών τους και να τις προβάλλουν στις αίθουσες.

Είμαι, επίσης, διευθυντής ενός φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και κάθε χρόνο περνάω περίπου 2 μήνες στη Ρωσία στο πλαίσιο της οργάνωσης αυτού του φεστιβάλ. Κάθε φορά προβάλλουμε περί τις 150 ταινίες. Πέρσι ήταν η 10η χρονιά. Μπορείς να φανταστείς πως, σε όλη την ιστορία του φεστιβάλ, κανένα από αυτά τα φιλμ δεν προβλήθηκε στη Ρωσία τηλεοπτικά; Τα ίδια αυτά τα φιλμ προβάλλονται σε τηλεοπτικά κανάλια άλλων χωρών ανά τον κόσμο, ενώ βρίσκουν ακόμα και κινηματογραφική διανομή. Πρόκειται για ταινίες ποιότητας, τις οποίες το κοινό ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει. Αλλά όχι στη Ρωσία (στα αγγλικά).

Και ιδίως ταινίες που αμφισβητούν την εξουσία και κάθε λογής στερεότυπα, υποθέτω.

Ακόμα και ταινίες που απλώς δείχνουν την πραγματική ζωή, χωρίς να αναφέρονται στην πολιτική.



Εσείς, ωστόσο, είστε ένας από τους κινηματογραφιστές που αμφισβητούν την εξουσία, όπως κάνατε στο Κάτω από τον ήλιο, όπου η διαδικασία του μοντάζ είναι υποδειγματική. Πόσο σημαντικό είναι για σας το μοντάζ;

Θα συνέκρινα το γύρισμα με την εγκυμοσύνη και το μοντάζ με το νεογέννητο ή ακόμα και την ανατροφή του παιδιού αυτού μέσα στα χρόνια. Θεωρώ ότι το μοντάζ είναι πιο σημαντικό, γατί, αν χρησιμοποιήσουμε τον ίδιο παραλληλισμό, ένας άνθρωπος διαμορφώνεται μέσω της εμπειρίας και της ανατροφής. Το ίδιο ισχύει και για μια ταινία.

Και είναι η ίδια η διαδικασία του μοντάζ, η οποία κατά κάποιο τρόπο αποδόμησε τον προπαγανδιστικό μηχανισμό του βορειοκορεατικού καθεστώτος σ’ αυτό το ντοκιμαντέρ, που την καθιστά ακόμα πιο δημιουργική.

Στην πραγματικότητα, το φιλμ είναι το μοντάζ. Συνήθως έχω 100-200 ώρες υλικού και μπορώ να αφηγηθώ 10-20 διαφορετικές ιστορίες. Εξαρτάται από μένα το πώς θα τις διηγηθώ, ποια είναι η αντίληψή μου γι’ αυτές.



Στην αρχή των Στενών δεσμών λέτε «ποτέ δεν πίστευα ότι θα έκανα αυτή την ταινία». Γιατί και πώς καταφέρατε, τελικά, να την ολοκληρώσετε;

Δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα έκανα γυρίσματα με τους οικείους μου, τους συγγενείς μου, όταν έφτασε ο πόλεμος στα σπίτια τους και θα ήμουν ευτυχισμένος, αν δεν είχα ποτέ γυρίσει αυτή την ταινία.

Πέρα από μια επώδυνη και ενδοσκοπική διαδικασία, νομίζετε πως τους βοήθησε, ή συνέβη το αντίθετο;

Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό τους βοήθησε, αλλά πιστεύω ότι βοήθησε άλλους.



Είστε ακόμα ο μόνος που μιλά με όλους τους συγγενείς σας;

Ειλικρινά, δε βλέπω το νόημα στο να επικοινωνούν μεταξύ τους, γιατί επιμένουν στις θέσεις τους, οι οποίες έχουν θεμελιώδη χαρακτήρα, και δε διαθέτουν ευελιξία, ώστε να τις αλλάξουν. Δεν υπάρχει, επομένως, καμία διαπραγμάτευση. Είναι καλύτερο να μην επικοινωνούν. Μετά την πρεμιέρα των Στενών δεσμών στη Θεσσαλονίκη, μια γυναίκα από το κοινό με καταγωγή από το Ντονιέτσκ, που ζει στην Ελλάδα, με πλησίασε και προσπαθούσε να με πείσει πως η μη αναγνωρισμένη Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονιέτσκ είναι πραγματικό κράτος κι έχει δικαίωμα να υπάρχει, ότι δεν υφίσταται ρωσική επιθετικότητα, αλλά εμφύλιος πόλεμος. Αυτή ήταν η θέση της. Πώς μπορούμε να συζητήσουμε γι’ αυτή; Δεν έχει νόημα. Κι αν πρόκειται για κάποιον ξένο, στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Αν, όμως, πρόκειται για συγγενείς, μέλη μιας οικογένειας, το ζήτημα είναι πιο ευαίσθητο. Ίσως, λοιπόν, είναι καλύτερο να μείνουν μακριά ο ένας απο τον άλλο προς το παρόν.

Τι είναι «σπίτι» για σας, τελικά;

(Μεγάλη παύση). Δεν υπάρχει μια απλή απάντηση. Χωρίς τη θέλησή μου, αναγκάστηκα να φύγω από τη Ρωσία και τώρα προσπαθώ να στήσω ένα καινούριο σπιτικό στο εξωτερικό- και είναι δύσκολο.



Αισθάνεστε άνετα στη Λετονία;

Τι σημαίνει να νιώθει κάποιος άνετα; Από τη μία, είναι πράγματι ένα άνετο μέρος για να ζεις. Από την άλλη, δεν αισθάνομαι άνετα στη Λετονία, γιατί όλη μου η ζωή, ό,τι έχτιζα, έχει μείνει πίσω. Και τώρα καταρρέει. Το προϊόν της δουλειάς μου παρέμεινε στη Ρωσία, τα παιδιά μου και οι συνάδελφοί μου ζουν στη Ρωσία, πέρασα δεκαετίες εκεί. Είναι το παρελθόν μου. Και τώρα, το να παρατηρώ πως πεθαίνει, δε με κάνει να νιώθω άνετα.

Νομίζετε ότι θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι να υπερβούν τις καταστροφικές συνέπειες της εμμονικής τους προσκόλλησης σε εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες;

Όχι στη διάρκεια της ζωής μας. Δε θα το πετύχουμε, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δε χρειάζεται να προσπαθήσουμε. Πρέπει.

Ευχαριστώ θερμά τον Βιτάλι Μάνσκι για το χρόνο που μου διέθεσε, την Αλεξάνδρα Κόλια από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για τη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνομιλίας και ασφαλώς, την διερμηνέα Ναταλία Λιάλινα για τον άψογο επαγγελματισμό και την ευγένειά της.

Το αφιέρωμα στον Βιτάλι Μάνσκι στο πλαίσιο του 19ου ΦΝΘ ολοκληρώνεται την Κυριακή 12 Μαρτίου με την προβολή της ταινίας του Ιδιωτικά χρονικά. Μονόλογος (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 11:00).

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Κριστίνα Γκρόζεβα: «Η αξιοπρέπεια είναι είδος υπό εξαφάνιση»


Πραγματοποιώντας τις υποσχέσεις που είχαν αφήσει με τη σκοτεινή ηθική παραβολή Το μάθημα, το εκ Βουλγαρίας σκηνοθετικό ζευγάρι Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλτσάνοφ, μεταπλάθουν στο Glory, μια δηκτική τραγικωμωδία, τη βουλγαρική μετα-κομμουνιστική πραγματικότητα με τρόπο βαθύ και ουσιαστικό. Πρωταγωνιστής της ταινίας ο Τσάνκο Πέτροφ, ένας τίμιος εργάτης σιδηροδρόμων, που βρίσκει τυχαία ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, το οποίο και παραδίδει. Το βουτηγμένο στη διαφθορά υπουργείο Μεταφορών τον τιμά σε τελετή, απονέμοντάς του ένα ολοκαίνουριο ρολόι, αλλά χάνει το παλιό του, οικογενειακό κειμήλιο. Ο Τσάνκο θα κάνει το παν για να το επανακτήσει, και μ’ αυτό την αξιοπρέπειά του. Η συν-σκηνοθέτρια Κριστίνα Γκρόζεβα μας μιλά για την ταινία, με αφορμή την εξοδό της στις αίθουσες στις 2 Μαρτίου.

Σε ποιο βαθμό συνέβαλε το δημοσιογραφικό σου υπόβαθρο στη διαμόρφωση της αφηγηματικής και της οπτικής σου προσέγγισης- ακόμα και στην επιλογή των θεμάτων στα ντοκιμαντέρ και τις ταινίες μυθοπλασίας που έχεις συν-σκηνοθέτήσει και συν-σεναριογραφήσει με τον Πέταρ Βαλτσάνοφ;

Στη βραχύβια καριέρα μου στη δημοσιογραφία είχα την ευκαιρία να συναντήσω μια μεγάλη ποικιλία ανθρώπινων τύπων- από εγκληματίες μέχρι υπουργούς, από σούπερσταρ μέχρι ζητιάνους. Νομίζω ότι αυτό με βοηθά στην ανάπτυξη των χαρακτήρων στις ιστορίες μας. Κυρίως στο Glory, οι χαρακτήρες της κυρίας επί των δημοσίων σχέσεων, καθώς και η διάθεση και η ατμόσφαιρα στην ομάδα των δημοσίων σχέσεων, μου είναι πολύ γνωστές. Είναι σημαντικό για έναν σκηνοθέτη να μιλά για πράγματα, με τα οποία είναι εξοικειωμένος.

Πάντοτε αναρωτιόμουν πώς συνεργάζονται τα ζευγάρια σκηνοθετών/σεναριογράφων. Τι συμβαίνει με σένα και τον Πέταρ;

Το πιο σημαντικό στη συνεργασία μας είναι ότι διαρκώς προκαλούμε ο ένας τον άλλο δημιουργικά, κι αυτό μας βοηθά να μην πέφτουμε θύματα της ρουτίνας, των κλισέ και των εύκολων λύσεων. Επιπλέον, το να δουλεύω με τον Πέταρ έχει πλάκα και ένταση. Κάποιο καιρό πριν, έπρεπε να σκηνοθετήσω ένα μικρού μήκους φιλμ μόνη μου κι ήταν φρικτά βαρετή διαδικασία. Ωστόσο, σε κάποια φάση κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του Glory, αποφασίσαμε να προσκαλέσουμε έναν τρίτο συνεργάτη, τον νεαρό Βούλγαρο σεναριογράφο Ντέτσο Ταραλέζκοφ. Η εμπλοκή του έκανε τη διαδικασία ακόμα πιο δυναμική και αστεία και, το πιο σημαντικό, αποδείχτηκε αποτελεσματική. Τον κρατάμε μαζί μας για τα επόμενα εγχειρήματά μας.



Τα πρώτα 2 μέρη της διαφαινόμενης τριλογίας σας, Το μάθημα και το Glory, είναι στέρεα αγκυρωμένα στη σύγχρονη μετα-κομμουνιστική πραγματικότητα της Βουλγαρίας, αποτελώντας ένα δραματουργικά βαθύ, συχνά σκοτεινό, άλλοτε δηκτικά χιουμοριστικό, βασισμένο σε χαρακτήρες, μυθοπλαστικό ξαναδούλεμα θραυσμάτων ανθρώπινων ιστοριών αντλημένων από αυτή την πραγματικότητα. Ποιος ήταν πυρήνας του σεναρίου του Glory και πόση μυθοπλασία «ενσταλάχτηκε» σ’ αυτό;

Ο δάσκαλός μου Γκεόργκι Ντιουλγκέροφ έχει ένα γνωμικό, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει καλύτερος σεναριογράφος από την ίδια τη ζωή. Η ζωή στη Βουλγαρία τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεπεράσει κάθε όριο παραλογισμού. Ό,τι είναι αστείο, το νιώθεις θλιβερό και ό,τι είναι θλιβερό, στην πραγματικότητα το αισθάνεσαι ξεκαρδιστικό. Έτσι, ο πιο γρήγορος τρόπος να κυνηγήσεις κινηματογραφικές ιδέες είναι απλώς να ρίξεις μια ματιά γύρω σου, ή να ανοίξεις την εφημερίδα. Σχεδόν κάθε τίτλος εκεί φαντάζει σαν μια ταινία έτοιμη για παραγωγή.



Ένα κομβικό ζήτημα στην ταινία σας είναι εκείνο της αξιοπρέπειας. Και ο κεντρικός χαρακτήρας, τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Στέφαν Ντενολιούμποφ, είναι, όντως, ένας άνθρωπος αποφασισμένος να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του ό,τι και να γίνει. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για το χτίσιμο του χαρακτήρα του; Είναι η αξιοπρέπεια κάτι που χάνεται καθ’ οδόν στις μέρες μας, ενόσω οι περισσότεροι προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε μέσο- κι όχι μόνο στη βουλγαρική κοινωνία;

Δουλέψαμε διαφορετικές εκδοχές του χαρακτήρα: είχαμε έναν ξεροκέφαλο άνθρωπο, έναν θυμωμένο άνθρωπο, έναν βαθιά προβληματικό άνθρωπο. Αλλά, τότε, μας ήρθε η ιδέα πως έχει αυτό το φρικτό τραύλισμα, το οποίο τον κρατά απομονωμένο, σαν αποκλεισμένο από τη διαφθορά και την κλοπή που ανθούν γύρω του. Ένα αουτσάιντερ ανάμεσα σε αουτσάιντερ, ένας άνθρωπος με πολύ λίγα πράγματα αξίας, για τα οποία νοιάζεται, πράγματα που τον κάνουν αυτό που είναι. Έτσι, όταν του αφαιρείται ένα απο αυτά, πρέπει να το ξαναβρεί, αλλιώς θα πάψει να υπάρχει. Δεν πρόκειται τόσο για τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς του, όσο για τη διατήρηση της ταυτότητάς του. Γι’ αυτό και στο τέλος της ταινίας τον βλέπουμε σχεδόν κυριολεκτικά αποπροσωποποιημένο. Σχετικά με την αξιοπρέπεια, έχεις δίκιο, νομίζω ότι είναι είδος υπό εξαφάνιση.



Η ταινία σας περιστρέφεται πολύ γύρω από το χρόνο. Γιατί θέλατε τόσο πολύ να εξερευνήσετε αυτή την έννοια;

Προέκυψε φυσιολογικά. Από την ίδια τη σύλληψη της ιστορίας, ξέραμε πως το ρολόι είναι το σεναριακό μας εύρημα. Στα πραγματικά γεγονότα, ο εργάτης σιδηροδρόμων είχε βραβευτεί με ένα ρολόι που σταμάτησε να λειτουργεί λίγο αργότερα, κι αυτό μας ενέπνευσε να σκεφτούμε «κι αν είχε αυτό το παλιό ρολόι μεγάλης συναισθηματικής αξίας που χάνεται στη διάρκεια της τελετής;» Τότε σκεφτήκαμε ότι και το βιολογικό ρολόι της πρωταγωνιστριας επίσης χτυπά, και κάπως «κούμπωσε». Σε μεγαλύτερη κλίμακα, εξάλλου, μια τέτοια ιστορία είναι αναπόφευκτα ένα σχόλιο, το σχόλιό μας για τους καιρούς που ζούμε.

Οι ταξικοί διαχωρισμοί και η συστημική διαφθορά θίγονται επίσης, με μυθοπλαστικά ελκυστικό τρόπο. Πόσο κυρίαρχες είναι ως καταστάσεις στη Βουλγαρία του σήμερα;

Ποιος είπε πως είναι μυθοπλασία; Υπάρχουν πολύ λίγα μέρη στον κόσμο, όπου οι ταξικές διαιρέσεις δεν είναι μεγάλο και επιδεινούμενο ζήτημα. Η Ανατολική Ευρώπη σίγουρα δεν είναι ένα από αυτά. Η Βουλγαρία, σύμφωνα με την Eurostat, είναι η πιο διεφθαρμένη χώρα στην Ευρώπη. Η διαφθορά εδώ είναι τόσο φυσιολογική όσο κι ο αέρας που αναπνέουμε. Μεγάλης κλίμακας υπεξαίρεση, συστημική κλοπή, δικαστήρια για νοίκιασμα, μια απρόσκοπτη συγχώνευση κυβέρνησης και οργανωμένου εγκλήματος και, το χειρότερο, η ατιμωρησία όσων βρίσκονται στην εξουσία- είναι πολύ αποκαρδιωτικό να ξυπνάς με την ίδια κατάσταση καθημερινά για δεκαετίες. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον πλούτο, η διαφθορά πράγματι διαχέεται προς τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας. Καθετί υποδεικνύει ότι η διαφθορά και η κλοπή είναι κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές, οπότε γιατί να μην προβαίνουν σ’ αυτές όλοι;



Το μοντάζ είναι άλλη μία από τις αρετές της ταινίας. Πόση σημασία του αποδίδετε και πόσο διαρκεί συνήθως η διαδικασία;

Το μοντάζ είναι σίγουρα είναι το δομημένο στάδιο της δουλειάς μας. Ο Πέταρ αναλαμβάνει εξολοκλήρου το ρόλο του μοντέρ κι εγώ κρατώ τις αποστάσεις μου, για να έχω μια φρέσκια και απροκατάλητη άποψη για την ταινία. Δεν ανακατεύομαι πριν γίνει το πρώτο cut. Αν μου επιτρέπεις να επικαλεστώ τον δάσκαλό μου Γκεόργκι Ντιουλγκέροφ ξανά, μια ταινία γεννιέται 3 φορές- την πρώτη στο σενάριο, τη δεύτερη στη διάρκεια των γυρισμάτων και, τελικά, στο μοντάζ. Πώς θα μοιάζει το πραγματικό φιλμ και πώς θα το νιώθεις εξαρτάται ουσιαστικά από το μοντάζ. Μερικές φορές σκηνές που δε δούλεψαν στη διάρκεια του γυρίσματος συνέβη να δουλέψουν σπουδαία στο cut, και αντιστρόφως. Αν είσαι αμελής στο μοντάζ, μπορεί να σκοτώσεις τη διάθεσή ή την ενέργεια αυτού που θεωρούσες ότι ήταν εξαιρετική σκηνή.

Το βουλγαρικό σινεμά φαίνεται πως σταδιακά επιστρέφει στο κινηματογραφικό προσκήνιο, και αρκετές σκηνοθέτριες όπως εσύ, η Ραλίτσα Πέτροβα (που επίσης παίζει ένα μικρό ρόλο στο Glory) και η Σβέτλα Τσοτσόρκοβα, προσελκύετε πολλή δικαιολογημένη προσοχή κι αναγνώριση. Πώς σχετίζεστε με το εγχώριο κοινό;

Νομίζω ότι το βουλγαρικό σινεμά κερδίζει όλο και περισσότερη αναγνώριση διεθνώς. Η Ραλίτσα Πέτροβα δεν είναι η μόνη νέα Βουλγάρα σκηνοθέτρια που συμμετέχει στην ταινία μας. Έχουμε, επίσης, τους Μίλκο Λαζάροφ, Νικολάι Τοντόροφ, Ντίμιταρ Σάρτζεφ και Πάβελ Βεσνάκοφ, οι οποίοι στο σύνολό τους έχουν αποδείξει το ταλέντο τους και είναι καθ’ οδόν για την πρώτη ή τη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας τους. Είναι αλήθεια, ωστόσο, πως οι σκηνοθέτριες έχουν κυρίαρχο μερίδιο στις πιο πετυχημένες κινηματογραφικές παραγωγές της Βουλγαρίας τα τελευταία χρόνια. Το τοπικό κοινό, πάντως, είναι «σκληρό καρύδι». Αν και γενικά οι άνθρωποι θέλουν πιο πολλές βουλγαρικές ταινίες, είναι, επίσης, πολύ προσεκτικοί, πιθανόν ως αποτέλεσμα της συστημικής απογοήτευσης στο βουλγαρικό μετα-κομμουνιστικό σινεμά, που τους έκανε απρόθυμους να επενδύσουν χρήματα κι εμπιστοσύνη σε καινούριους βουλγαρικούς τίτλους.



Ως συνέπεια, τα multiplex είναι απρόθυμα να προγραμματίσουν βουλγαρικές ταινίες και συνήθως τις βάζουν στις χειρότερες ώρες, με ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, βεβαίως. Μικρότερες, ανεξάρτητες αίθουσες σπανίζουν και, όταν κοιτάς την κατάσταση εκτός μεγάλων πόλεων, συνειδητοποιείς τον τεράστιο αριθμό κοινοτήτων που ούτε καν έχουν πρόσβαση σε αίθουσα. Πρόσθεσε την τεράστια απόκλιση ανάμεσα στις τιμές των εισιτηρίων και του επιπέδου ζωής, κι έχεις την εικόνα όπου η διαδικτυακή πειρατεία φαντάζει το πιο φυσιολογικό πράγμα. Μιλώντας για διαφθορά και κλοπή...

Με το Glory, καταφέρνετε να επιβεβαιώσετε και να εκπληρώσετε τις υποσχέσεις που άφησε το Μάθημα. Ήσαστε αγχωμένοι για την αποδοχή της δεύτερης ταινίας σας;

Την ώρα που κάνουμε μια ταινία, δε σκεφτόμαστε αν θα αρέσει στους ανθρώπους ή όχι. Θέλουμε να απολαμβάνουμε αυτό που κάνουμε εκείνη τη στιγμή. Οι όποιες αμφιβολίες για αν το αν θα γεμίσεις την αίθουσα, αν οι άνθρωποι θα χειροκροτήσουν, ή αν θα επιλεγείς από ένα μεγάλο φεστιβάλ, είναι περισπασμός, μια ενόχληση στη δημιουργική διαδικασία.

Μιλώντας για τη δεύτερη ταινία σας μυθοπλασίας, είστε ήδη καθ’ οδόν για την προετοιμασία του τρίτου μέρους της τριλογίας;

Το τρίτο μέρος της τριλογίας είναι ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο ανάπτυξης και προτιμάμε να το κρατήσουμε μυστικό προς το παρόν. Το ερχόμενο φθινόπωρο πρόκειται να γυρίσουμε μια άλλη ταινία, που δεν είναι μέρος της τριλογίας. Ο τίτλος εργασίας είναι The Father. Θα ξαναδουλέψουμε με τους συμπαραγωγούς μας από την Ελλάδα, την Graal Films, σπουδαίους επαγγελματίες κι ανθρώπους. Είμαστε ενθουσιαμένοι που τους έχουμε μαζί μας σ’ αυτή την καινούρια περιπέτεια, γιατί η σύμπραξή μας έχει σίγουρα εξελιχτεί σε κάτι περισσότερο από μια επαγγελματική συνεργασία.

Η ταινία των Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλτσάνοφ Glory προβάλλεται στις αίθουσες από τις 2 Μαρτίου σε διανομή της Seven Films.