Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Πατρίσιο Γκουσμάν: «Είμαι πιο πολύ περίεργος παρά νοσταλγικός»


Η πολιτική συναντά την ποίηση και η οργή τη νοσταλγία στην Οροσειρά των ονείρων, το βραβευμένο στο φετινό Φεστιβάλ Καννών πιο πρόσφατο φιλμ του Πατρίσιο Γκουσμάν, του κορυφαίου Λατινοαμερικανού ντοκιμαντερίστα.

Μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας, κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 10 Οκτωβρίου. Με αυτή την αφορμή κουβεντιάζουμε με τον γλυκομίλητο σκηνοθέτη που, αν και 78 χρονών, ακούγεται σαν τριαντάρης!

Σάς θεωρώ ίσως τον πιο σημαντικό ντοκιμαντερίστα εν ζωή.

Σε ευχαριστώ πολύ! (Γέλιο)

Η Οροσειρά των ονείρων είναι, για μένα, ένας οργισμένος, παθιασμένος και, πάνω απ’ όλα, πολιτικός φόρος τιμής στην παιδική ηλικία της Χιλής και τη χαρά της. Τι θέλατε να εξερευνήσετε περισσότερο αυτή τη φορά;

To κύριο ζήτημα στην Οροσειρά των ονείρων είναι η αναζήτηση ενός χαρακτήρα που γνωρίζει την οροσειρά των ονείρων, γιατί αυτό το βουνό είναι ένα σύνορο της Χιλής που ταυτόχρονα φέρνει στο νου τη μοναξιά της.

Είναι ένα τείχος ανάμεσα στη Χιλή και τον κόσμο, ένα σύνορο που απομονώνει τη χώρα μας. Ένα σύνορο λιγάκι δραματικό, σαν το τέλος της πατρίδας και του έθνους.

Μου αρέσει πολύ η οροσειρά από φυσικής άποψης, οπότε ξεκινήσαμε το φιλμ με αυτή την ανήμερη εικόνα της.

Ταυτόχρονα εμφανίζονται οι χαρακτήρες. Ο πρώτος είναι ένας άνθρωπος που κατοικεί εκεί και ξέρει όλα τα μυστικά αυτού του τεράστιου βουνού. Λίγο λίγο, αρχίζει να μιλά για τη Χιλή με αφετηρία το βουνό.

Σταδιακά, οι χαρακτήρες γίνονται ποικίλοι.



Ακριβώς.

Εμφανίζεται, λοιπόν, ένας πολύ σημαντικός ιστορικός, που ονομάζεται Χόρχε Μπαραντίτ, κι έπειτα ένας ακόμη άνθρωπος, ο οποίος στο τέλος του φιλμ γίνεται πρωταγωνιστής, που είναι ένας σκηνοθέτης.

Ο Πάμπλο Σάλας.

Ακριβώς. Είναι ένας εξερευνητής της πραγματικότητας. Δεν ξέρει πολύ καλά την οροσειρά, αλλά εξερευνά τη χιλιάνικη κοινωνία εδώ και τριάντα χρόνια, κινηματογραφώντας αδιάλειπτα και διαρκώς τους Χιλιανούς.

Η ανακάλυψη αυτού του απομονωμένου ντοκιμαντερίστα ολοκληρώνει την εικόνα της Χιλής.

Είναι σαν μια φιλμική και ταυτόχρονα κοινωνική συνείδηση της Χιλής. Έτσι δεν είναι;

Ναι. Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει καλά την πραγματικότητα, αλλά τραβάει με ένα τρόπο λίγο ζόρικο όλα όσα συμβαίνουν στους δρόμους του Σαντιάγο.

Με αυτά τα αδιάκοπα γυρίσματα ανά τα χρόνια αρχίζει να φιλοτεχνεί ένα μεγάλο πορτρέτο μιας χώρας απομονωμένης από τη Δικτατορία. Στο τέλος συνεχίζει με μια χώρα λιγάκι αποπροσανατολισμένη στα χρόνια της Δημοκρατίας.

Είναι ένα υπέροχο, μοναδικό πορτρέτο ενός ολόκληρου έθνους, και με την υπομονή του να έχει την κάμερα στο χέρι είναι σαν να ζει και να κινηματογραφεί την ίδια στιγμή.

Κατονομάζετε το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό -το νεοφιλελευθερισμό, πιο συγκεκριμένα- ίσως για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα ως τον εχθρό που ευθύνεται για την καταστροφή της Χιλής. Μιλήστε μου γι’ αυτή την επιλογή σας.

Το πρώτο πράγμα που προσελκύει την προσοχή στη Χιλή είναι ακριβώς το οικονομικό σύστημα.

Δεν έχουμε χώρα, είναι ένα σούπερμαρκετ. Όλος ο κόσμος ασχολείται με την κατάσταση καθενός μέσα σ’ αυτό το σούπερμαρκετ. Πρόκειται για μια δύσκολη πραγματικότητα, κι επίσης μονότονη.

Ανέκαθεν η Χιλή ήταν μια πολύ ανομοιογενής και γεμάτη με περιέργεια και καλλιτεχνικές δραστηριότητες χώρα. Στις μέρες μας ασφαλώς υπάρχουν διανοούμενοι και ομάδες ιστορικών, αλλά δυστυχώς βρισκόμαστε σε απόλυτη απομόνωση.

Η οικονομική κατάσταση είναι ζόρικη, όμως τελικά καλή -σε σύγκριση με τη Βολιβία ή το Περού-, αλλά είναι μια χώρα δύσκολη, πλήρως αποκομμένη από τον κόσμο.



Και μια χώρα που ξεχνά, που οι κάτοικοί της επιλέγουν να ξεχνούν.

Η μεγάλη μάζα των Χιλιανών είναι εκτός της Ιστορίας.

Δεν κατανοούν την προέλευση αυτής της χώρας, δηλαδή την περίοδο του Αλιέντε, της λαϊκής ενότητας, μιας περιόδου μοναδικής στον κόσμο, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια επανάσταση χωρίς την προσφυγή στα όπλα.

Είναι ένα οικουμενικό παράδειγμα πολιτισμού και μοναδικής πρωτοβουλίας στη Λατινική Αμερική, αλλά όλα αυτά έχουν ξεχαστεί κι η Ιστορία ξεκινά δέκα χρόνια μετά.

Δεν υπάρχουν ενδιαφέροντα βιβλία Ιστορίας, γι’ αυτό κι ο Μπαραντίτ φιλοξενείται στο φιλμ, γιατί είναι ο μοναδικός ιστορικός σήμερα που γράφει εκ νέου την Ιστορία της χώρας. Έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία, πουλώντας 400.000 αντίτυπα.

Υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που ενδιαφέρεται ν’ ακούσει τα μαθήματα ολόκληρης της Ιστορίας.

Θα ήταν υπέροχο.

Είναι υπέροχο.

Είστε ο κύριος αφηγητής των ιστοριών και των ταινιών σας. Γιατί;

Αγαπώ πολύ την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Είναι μια πρακτική κι ευχάριστη φόρμα ανάπτυξης ενός ντοκιμαντέρ.

Ταυτόχρονα, η φωνή σας υποδηλώνει έναν άνθρωπο ήρεμο και ισορροπημένο. Είστε τέτοιος άνθρωπος;

Στην οπτική μου για τη Χιλή υπάρχει ηρεμία και στοχαστικότητα. Είναι πολύ σημαντικό αυτό όταν αφηγείσαι.

Νιώθετε νοσταλγία για το παρελθόν σας;

Ναι και όχι. Υπάρχουν στιγμές νοσταλγίας για όσα έχουν χαθεί στη Χιλή με την πάροδο του χρόνου, αλλά ταυτόχρονα είμαι ένας άνθρωπος περίεργος.

Θεωρώ ότι η περιέργεια είναι θεμελιώδες γνώρισμα του ντοκιμαντερίστα, γι’ αυτό και είμαι πιο πολύ περίεργος παρά νοσταλγικός. 



Τι ονειρεύεστε πιο έντονα, τι σάς ενδιαφέρει περισσότερο- προσωπικά και καλλιτεχνικά;

Με ενδιαφέρουν πολύ η οικογένεια και οι φίλοι μου και, γενικότερα, έχω την περιέργεια να βρίσκομαι σε επαφή με τα πράγματα που περνούν. Διανύουμε μια περίοδο λιγάκι δραματική, αλλά δε νιώθω άγχος. Κυρίως περιέργεια.

Η περιέργεια είναι ένα όχημα με τη βοήθεια του οποίου κρατάς επαφή με την πραγματικότητα μιας χώρας ή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τομέα, της αέναης παρατήρησης, ζω.

Είναι αλήθεια πως υπάρχει λίγη απομόνωση στην περίπτωσή μου, αλλά από την ταπεινή μου θέση αντικρίζω τον κόσμο με πάθος.

Είστε πολύ αγαπητός εδώ. Βρίσκετε αναλογίες ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Χιλή του παρελθόντος και του παρόντος- πολιτικά και κοινωνικά;

Είναι μια καλή ερώτηση, γιατί η Ελλάδα είναι για μας η μητέρα ενός πολιτισμού.

Πριν αφιερωθώ στο σινεμά, είχα σπουδάσει Ιστορία -για την ακρίβεια φιλοσοφία- στο πανεπιστήμιο, και την πολιτισμική μου βάση συγκροτούν όλα όσα σχετίζονται με την Ελλάδα.

Δεν μπορώ να διαχωρίσω την Ελλάδα των χρόνων της Δικτατορίας, την Ελλάδα του σήμερα και την Ελλάδα του παρελθόντος. Για μας, τους Χιλιανούς, είναι ένα θεμελιώδες πολιτισμικό απόθεμα.

Γι’ αυτό και μια συνέντευξη με έναν Έλληνα δεν είναι η ίδια με έναν Γερμανό ή έναν Άγγλο. Είναι κάτι άλλο.

Ποιες είναι οι ταινίες που σάς έχουν καθορίσει ως σκηνοθέτη και θεατή;

Είναι δύσκολο να απαντήσω, γιατί πρέπει να απαριθμήσω πολλούς τίτλους.

Κατά πρώτον θαυμάζω συγκεκριμένους ντοκιμαντερίστες, υπήρξαν οι οδηγοί για τη δουλειά μου: τα φιλμ του Φρεντερίκ Ροσίφ και του Κρις Μαρκέρ, τα φιλμ του Κλοντ Λανζμάν που κατέγραψαν την Ιστορία του ευρωπαϊκού ιουδαϊσμού. Ήταν μια βάση.

Αγαπώ πολύ τις ταινίες μυθοπλασίας, κατ’ εμέ είναι το ίδιο πράγμα. Λατρεύω τα φιλμ του Φελίνι, για μένα ήταν ένα αξέχαστο fresco του κόσμου. Σήμερα θαυμάζω τους ντοκιμαντερίστες που βρίσκονται μαζί μας, όπως τον Νικολά Φιλιμπέρ.

Είμαι περιτριγυρισμένος από τη μικρή οικουμενική κουλτούρα του ντοκιμαντέρ και νιώθω ότι συνοδεύομαι από αυτή τη λίστα των ονομάτων.

Από την πλευρά μου, σάς εύχομαι υγεία -κυρίως-, πνευματική διαύγεια και πολλή δημιουργικότητα!

Ευχαριστώ, κατά τη γνώμη μου είναι τα πιο βασικά πράγματα στη ζωή!

Ευχαριστώ, επίσης, που μοιραστήκατε τις σκέψεις και τις εμπειρίες σας μαζί μου.

Ευχαριστώ κι εγώ για τη συνέντευξη. Adios!

Θερμές ευχαριστίες στην Ρενάτε Ζάξε, παραγωγό του ντοκιμαντέρ, για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Πατρίσιο Γκουσμάν και το έργο του μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό του site (στα ισπανικά).

Το ντοκιμαντέρ του Πατρίσιο Γκουσμάν Oροσειρά των ονείρων προβάλλεται από τις 10 Οκτωβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της AMA Films.

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Geir Gulliksen: «Δεν είναι δυνατό να γράφω αν δεν μπορώ να νιώθω τις προτάσεις στο σώμα μου»


Η σταδιακή κατάρρευση ενός γάμου βρίσκεται στον πυρήνα του αγωνιώδους, νευρώδους και συναισθηματικά φορτισμένου μυθιστορήματος του βραβευμένου Νορβηγού συγγραφέα Geir Gulliksen Η ιστορία ενός γάμου.

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά ο Geir Gulliksen ρίχνει φως στο συγγραφικό του σύμπαν.

Δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, εκδότης, είσαι όντως πολυτάλαντος άνθρωπος. Πώς «πλοηγείσαι» ανάμεσα στις διαφορετικές πτυχές της συγγραφικής σου ταυτότητας;

Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε όταν ήμουν εικοσιδύο. Το ένιωσα σαν να ήταν της τελευταίας στιγμής, έγραφα από τα δεκατέσσερα. Για πολλά χρόνια στο εξής προσπάθησα να είμαι ένα πολύ αυστηρό είδος συγγραφέα.

Ήθελα να γράψω ποίηση κι ίσως κάποια πολύ σύντομα και σκοτεινά μυθιστορήματα. Κάποια στιγμή κατάλαβα, όμως, πως πορευόμουν σε λάθος μονοπάτι.

Δεν είναι καλή ιδέα να αποφασίζεις εκ των προτέρων τι είδους συγγραφέας θέλεις να είσαι- ούτε και να νομίζεις ότι μπορείς ν’ αποφασίσεις πώς θέλεις να φαίνεσαι ως άνθρωπος. Πρέπει να ασχοληθείς με τον εαυτό σου, με το ποιος πραγματικά είσαι, ιδίως ως συγγραφέας.

Δεν προσπαθώ, λοιπόν, να καθορίσω ποιος πρέπει να είμαι ως συγγραφέας, απλώς προσπαθώ να ακολουθώ αυτά που με σαγηνεύουν, καθώς και τα προβλήματά μου.

Πιστεύω ότι το πιο σημαντικό για έναν συγγραφέα είναι να καταπιάνεται με την ανικανότητά της/του στη ζωή, και να τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία για τη συγγραφή.

Κατά τύχη έγινα εκδότης στα τριάντα μου.

Σχεδίαζα να σταματήσω μετά από καναδυό χρόνια, αλλά δεν ήταν δυνατό. Συνδέθηκα βαθιά με τους συγγραφείς που συνεργαζόμουν και με την ιδέα να κάνω τη συγγραφή ευκολότερη για άλλους συγγραφείς.

Τα τελευταία χρόνια εργάζομαι ως εκδότης τις Δευτέρες και τις Τρίτες. Την υπόλοιπη βδομάδα -και τα βράδια- είμαι συγγραφέας.

Το γράψιμο ασφαλώς είναι πολύ σημαντικό για μένα, αυτό σκέφτομαι την περισσότερη ώρα. Αλλά δε θέλω να ξέρω τι είδους συγγραφέας είμαι.

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, οι Σκανδιναβοί συγγραφείς και σκηνοθέτες -στην περίπτωσή σου Νορβηγοί- αποδίδουν τόση σπουδαιότητα στη μυθοπλαστική εξερεύνηση της (δυσ)λειτουργίας οικογενειών και ζευγαριών;

Δεν ξέρω, έτσι είναι πράγματι; Σ’ αυτή την περίπτωση, θα προτιμούσα να ακούσω τις σκέψεις σου γιατί μπορεί να ισχύει αυτό!

Πρόσφατα, ωστόσο, διάβασα τη νέα και πολύ τολμηρή βρετανική μετάφραση της Οδύσσειας από την Έμιλι Γουίλσον, και σίγουρα κι εκείνο το βιβλίο αφορά, επίσης, σε κάποιο βαθμό στην αγάπη, την οικογενειακή ζωή και την πιθανότητα ευτυχίας-όχι;

Η ιστορία ενός γάμου φαίνεται να είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα της προσωπικής σου ζωής. Υπήρξε η συγγραφική διαδικασία ένας τρόπος «εξορκισμού» κάποιων «δαιμόνων»; Κι αν ναι, πέτυχε το στόχο της;

Βεβαίως κι είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα. Η λέξη «κλειδί», ωστόσο, είναι το εμπνευσμένο, δεν πρόκειται καθόλου για αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα.

Καθετί που γράφω είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, αλλά όταν γράφω μυθοπλασία είναι αναγκαίο για μένα να αφήνω πίσω του την προσωπική μου οπτική, τις δικές μου απόψεις.

Ξεκάθαρα, αυτό το μυθιστόρημα παίζει με το γεγονός ότι ο αφηγητής προσπαθεί να πει την ιστορία από τη σκοπιά της γυναίκας του, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αφορά σε μένα ως συγγραφέα που προσπαθεί να εξερευνήσει την οπτική υπαρκτών προσώπων.

Ήθελα να εξερευνήσω το πώς μιλάμε για την αγάπη όταν η αγάπη έχει πεθάνει, και πώς ένας άντρας που αποπειράται να καταλάβει μια γυναίκα από την οποία έχει αποξενωθεί θα μπορούσε να σκέφτεται.

Ο Γιον, ο πρωταγωνιστής/αφηγητής του βιβλίου και άντρας με το φετίχ του «κερατά», επιδιώκει να εξετάσει τη σταδιακή κατάρρευση του γάμου με την Τίμι από τη σκοπιά της. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή;

Μόλις πρόσφατα, μία Νορβηγίδα κριτικός έγραψε ότι αυτό το μυθιστόρημα έχει περισσότερο να κάνει με την αντιπαράθεση παρά με την αναγνώριση, και χάρηκα πολύ με τον τρόπο ανάγνωσής της.

Ήθελα να φέρω τον εαυτό μου και τους αναγνώστες μου αντιμέτωπους με έναν άντρα που κάνει επιλογές τις οποίες οι περισσότεροι θα αισθάνονταν ως αποκρουστικές. Μία οικογενειακή θεραπεύτρια που ξέρω είπε πως από τις πρώτες σελίδες και σε όλο το μυθιστόρημα έλεγε ξανά και ξανά «όχι, όχι, όχι» στις επιλογές του Γιον.

Με χαροποίησε και μένα αυτό- ήθελα να εξερευνήσω εμπειρίες τις οποίες οι περισσότεροι από μας θα εύχονταν να αποφύγουν στην ερωτική τους ζωή.

Ίσως, όμως, πρέπει ν’ απαντήσω αλλιώς. Ο Γιον είναι ένας άντρας που φοβάται πολύ μη χάσει την γυναίκα του. Φοβάται -σωστά ή λανθασμένα- ότι μπορεί να ερωτευτεί κάποιον άλλο. Οι περισσότεροι θα βιώσουμε, τουλάχιστον μία φορά, τέτοιο φόβο.

Το αληθινά ενδιαφέρον είναι πως, όταν πραγματικά φοβάσαι κάτι, μπορεί να είσαι εκείνος που το κάνει να συμβεί. Νομίζω ότι αυτό κάνει ο Γιον. Καταστρέφει την ερωτική του σχέση, γιατί φοβάται πως θα καταστραφεί από κάποιον άλλο.

Πιστεύω ότι πολλοί έχουν καταστρέψει μια ερωτική σχέση από φόβο μήπως καταστραφεί. Αυτό με ενδιέφερε πιο πολύ όταν έγραφα το μυθιστόρημα.

Ο ρυθμός και ο συγγραφικός τρόπος της Ιστορίας ενός γάμου είναι αγωνιώδεις, γεμάτοι νεύρο και εξαιρετικά έντονοι. Δουλεύεις πολύ και τους δύο, ώστε να πετύχεις την επιθυμητή διεισδυτικότητα και αληθοφάνεια;

Δεν είναι δυνατό για μένα να γράφω αν δεν μπορώ να νιώθω τη συγγραφή, τις προτάσεις, στο ίδιο μου το σώμα.

Σ’ αυτή την περίπτωση, είχα κρατήσει πολλές σημειώσεις πριν ξεκινήσω να γράφω- κρατώ τις περισσότερες σημειώσεις για τα μυθιστορήματά μου στο τηλέφωνο-  και θεώρησα πως ήξερα για το είδος των συναισθημάτων και της απελπισίας για τα οποία θα έγραφα.

Όταν, όμως, άρχισα στ’ αλήθεια να γράφω, βίωσα την αγωνία της ερωτικής ιστορίας με τρόπο για τον οποίο δεν ήμουν προετοιμασμένος. Έγραψα με ένα παράξενο είδος χαράς, ένα είδος γιόρτασε-αυτή-τη-δυστυχία συναισθήματος.

Το κλείσιμο του μυθιστορήματός σου είναι ιδιαιτέρως δυνατό με ένα απελπισμένο τρόπο, επισημαίνοντας τη βεβαιότητα του αφηγητή για το τέλος της αγάπης κι άλλων έντονων συναισθημάτων. Είναι κι η δική σου προσέγγιση αυτή;

Καθώς έγραφα τη σκηνή που σκέφτεσαι, αισθανόμουν ότι κάθε λέξη ήταν αληθινή- έτσι είναι, πάντα, σκέφτηκα. Είχα την αίσθηση πως τελικά το είχα καταλάβει, έτσι πεθαίνει η αγάπη, πάντα.

Έπειτα, όμως, από καμιά ώρα είχα γυρίσει στη ζωή μου. Έχω ένα ευτυχισμένο γάμο, και πιστεύω στην αγάπη, πιστεύω ότι θα διαρκέσει. Νομίζω, λοιπόν, πως η σκηνή ήταν αληθινή στο μυθιστόρημα, και σε εκείνη τη φάση της ιστορίας.

Ήταν ο μόνος τρόπος να αντικρίσω την αγωνία και άλλα έντονα συναισθήματα μέσω του Γιον.

Σκόπευα να γράψω ένα πολύ πιο μεγάλο μυθιστόρημα, αλλά όταν έφτασα σε εκείνο το τέλος κατάλαβα ότι δε θα ήταν καλή ιδέα να γράψω περαιτέρω.

Η αγάπη πεθαίνει «όχι μ’ έναν βρόντο, μα μ’ έναν λυγμό», παραφράζοντας το ποίημα του Τ.Σ. Έλιοτ. Δε θα έλεγα πως πρόκειται για γενική αλήθεια- ελπίζω όχι, τουλάχιστον! Αλλά είναι η αλήθεια στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Η Νορβηγία θα είναι η τιμώμενη χώρα στην επικείμενη Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης. Ποια είναι η άποψή σου για την ποικίλη παραγωγή της σύγχρονης νορβηγικής λογοτεχνίας; Ταυτίζεσαι με κάποια λογοτεχνική τάση;

Δεν ταυτίζομαι με κάποια λογοτεχνική τάση. Νομίζω ότι το πιο σημαντικό στη λογοτεχνία είναι πως έχει ελευθερία, πως κάθε συγγραφέας μπορεί να εξερευνήσει οτιδήποτε νιώθει αναγκαίο.

Ούτε και με τη νορβηγική λογοτεχνία ταυτίζομαι ιδιαιτέρως πολύ. Οι πιο σημαντικοί συγγραφείς για μένα είναι συγγραφείς όπως η Μαργκερίτ Ντιράς, ο Ντ. Χ. Λόρενς και η Πολωνή ποιήτρια Βισουάβα Σιμπόρσκα.

Photo credit (Geir Gulliksen): Oda Berby.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Monica Gram, ατζέντισσα του Geir Gulliksen, για την ευγενική και πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα του Geir Gulliksen Η ιστορία ενός γάμου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ποταμός.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

Kike Ferrari: «Πιστεύω στη λογοτεχνία ως μια δημιουργική στρατηγική για την κριτική σκέψη»


Συγγραφέας, εργάτης, πατέρας, ο Αργεντίνος Kike Ferrari είναι μια πολυσύνθετη και εκρηκτική προσωπικότητα.

Συνομιλώντας μαζί του με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία στα ελληνικά του καυστικού, πολιτικοποιημένου νεο-νουάρ μυθιστορήματός του Από μακριά μοιάζουν με μύγες.

Συγγραφέας, εργάτης, πατέρας: πώς επικαλύπτονται, συγκλίνουν ή αποκλίνουν αυτοί οι «μικρόκoσμοι» που ταυτόχρονα κατοικείς; Και πώς επηρεάζουν την εμπλοκή σου με τη συγγραφή λογοτεχνίας;

Με φυσικό τρόπο. Όλοι μας είμαστε συντεθειμένοι από αυτούς τους «μικρόκοσμους» που αναφέρεις. Κανένας δεν είναι μόνο συγγραφέας, μόνο ταξιτζής, μόνο αστροναύτης ή εργάτης σε εργοστάσιο.

Κατά κάποιο τρόπο, όλα αυτά που συνθέτουν τη ζωή μου -και πέραν αυτών, η πολιτική και οι πολεμικές τέχνες, και η αγάπη μου για τον ποταμό Plate, για παράδειγμα- τρέφουν τη δουλειά μου ως συγγραφέα, ακόμα κι αν αποσπούν χρόνο από αυτή.

Διαβάζοντας το απολαυστικά καυστικό Από μακριά μοιάζουν με μύγες, το διάσημο μότο που αποδίδεται στον Μπακούνιν, «Η φαντασία θα καταστρέψει την εξουσία και το γέλιο θα σας θάψει», ερχόταν διαρκώς στο μυαλό μου.

Πιστεύεις πως η φαντασία και το γέλιο αποδομούν την εξουσία;

Πιστεύω στη λογοτεχνία ως μια δημιουργική στρατηγική για την κριτική σκέψη. Ότι η φαντασία, το χιούμορ, η βία των λέξεων -ακόμα κι η υπεκφυγή- είναι ανατρεπτικά εργαλεία που ασκούν μια πάρα πολύ διαβρωτική επίδραση στην εξουσία.

Μιλώντας γιαυτή, είναι ο Μάτσι, ο ορατός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός σου, η ενσάρκωση της καπιταλιστικής νοοτροπίας της εξουσίας με όλη της την αλαζονεία, την κοινοτοπία και τη θρασυδειλία;

Ή πρόκειται για χαρακτήρα περισσότερο συνδεδεμένο με τη σύγχρονη Ιστορία και πολιτική της Αργεντινής;

Ο Μάτσι είναι, ή τουλάχιστον έτσι προσπάθησα να τον κάνω, μια ζωντανή φυσιογνωμία παρά ένα παράδειγμα.

Προφανώς, όταν αποτυπώνεις ένα μέλος μιας κοινωνικής τάξης μ’ αυτό τον ακραίο τρόπο, είναι δύσκολο να μην αποτυπώσεις την τάξη ως σύνολο.

Καταυτό τον τρόπο, ο Μάτσι κατέληξε να αποτελεί την επιτομή του νεοφιλελεύθερου ανθρώπου. Και φαντάζομαι πως στη χώρα σου ένας τέτοιος άνθρωπος δε διαφέρει και πολύ από τον αντίστοιχο στη δική μου.

Το Από μακριά μοιάζουν με μύγες μπορεί να ταξινομηθεί ως «αστυνομική λογοτεχνία», αν και με ένα πρωτότυπο και αναζωογονητικό τρόπο, καθώς η ίδια η έννοια του «εγκλήματος» είναι διφορούμενη και ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες. Ήταν σκόπιμη αυτή η επιλογή σου;

Αντιλαμβάνομαι το είδος ως πλαίσιο αναφοράς, μια υπόθεση για την ανάγνωση. Όταν γράφω αστυνομική λογοτεχνία, αυτό που ψάχνω είναι μια αφήγηση για το έγκλημα και την κοινωνία.

Αναφορικά με την τυποποίηση της φόρμας -ξέρεις, ο ντετέκτιβ που πίνει ουίσκι σε ένα βρόμικο γραφείο με ανεμιστήρα ταβανιού, όταν η ξανθιά με τα μακριά πόδια μπαίνει μέσα- αυτή δε με ενδιαφέρει ούτε στο ελάχιστο.

Γι’ αυτό και το Από μακριά μοιάζουν με μύγες κινείται σαν σφαίρα -ή το προσπαθεί- τόσο γρήγορα όσο η BMW του Μάτσι.

Νομίζεις ότι η αστυνομική λογοτεχνία συνιστά ένα είδος εγγενώς πολιτικό, ή που τουλάχιστον μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα για κοινωνικό και πολιτικό σχολιασμό και παρέμβαση;

Όντως νομίζω πως μπορεί να είναι ένα όχημα για κάτι τέτοιο.

Ακριβώς όπως η επιστημονική φαντασία, που θέτει σε αμφισβήτηση την ιδέα μας για την πραγματικότητα και την αποξενωμένη σχέση μας με τα αντικείμενα, η νουάρ λογοτεχνία, όπως μερικές φορές ονομάζεται, αναπόφευκτα αποκαλύπτει μέσα από την εξέταση του θέματός της το άσχημο πρόσωπο της κοινωνίας όπου ζούμε.

Δηλαδή του καπιταλισμού.

Τσιτωμένο και με γρήγορο ρυθμό, το Από μακριά μοιάζουν με μύγες αποπνέει πολύ κινηματογραφική αίσθηση. Απολαμβάνεις να παρακολουθείς ταινίες;

Βεβαίως. Η γενιά μου είναι σημαδεμένη από το σινεμά, ακόμα κι εκείνοι από μας που προτιμούσαμε το διάβασμα.

Νομίζω ότι για πολλούς από μας το Blade Runner, ο Σημαδεμένος, ο Εξολοθρευτής, ο Ρόκι, το Pulp Fiction και το π υπήρξαν εξίσου επιδραστικά με τη Βουή και το πλήθος ή τον Ξένο.

Υπό ποια έννοια νιώθεις κομμάτι της πλούσιας νοτιοαμερικανικής λογοτεχνικής παράδοσης και με ποιους τρόπους έχεις επηρεαστεί από Βορειοαμερικανούς συγγραφείς επίσης, όπως ο Μπουκόφσκι;

Για εκείνους από μας που έχουμε γεννηθεί στην περιφέρεια, υπάρχει μια ένταση, μια διπλή αίσθηση του ανήκειν, όπως το περιέγραψε ο Μπόρχες πολύ καιρό πριν.

Από τη μία, έχουμε την τοπική μας παράδοση- στην περίπτωσή μου, την αστική λογοτεχνία του Rio de la Plata: τον Μπόρχες, τον Onetti, τον Arlt, μεταξύ άλλων. Από την άλλη, την παγκόσμια λογοτεχνία.

Επομένως, οι Βορειοαμερικανοί συγγραφείς -ο Φόκνερ, ο Χέμινγουεϊ, η ΜακΚάλλερς- υπήρξαν μεγάλη επίδραση.

Το ίδιο, όμως, κι ο Ντοστογιέφσκι κι ο Τσέχοφ. Ο Χιλιανός Μπολάνιο κι ο Μεξικανός Πάκο Τάιμπο. Το γαλλικό νεο-νουάρ και το βρετανικό New Weird.

Ένας συγγραφέας αποτελείται από πολλά πράγματα.

Έχει ζήσει τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στην Αργεντινή. Ποιες είναι οι διαφορές και οι ομοιότητες που εντοπίζεις στις δύο κοινωνίες; Θα αισθανόσουν ως απόκληρος στις σημερινές Η.Π.Α.;

Πάνω από όλα, οι βασικές διαφορές βρίσκονται στο πολιτισμικό πεδίο.

Στο Μπουένος Άιρες, όλα είναι προορισμένα να μοιράζονται: τρώμε πίτσες αρκετά μεγάλες για οκτώ άτομα, πίνουμε μπύρα και μάτε με το λίτρο. Το καθετί είναι έτσι.

Στις Η.Π.Α. οι μερίδες είναι όλες ατομικές: το φαγητό, ο καφές του πρωινού, εκείνες οι μικρές μπύρες.

Η βορειοαμερικανική κοινωνία είναι κομμένη και ραμμένη στην ατομική μονάδα. Δεν αποτελεί μονάχα σύμπτωση που υφίσταται λίγη οργάνωση μέσα στην εργατική τάξη.

Δεν ξέρω πώς θα ένιωθα σήμερα, αλλά ποτέ -ούτε μια φορά- δεν αισθάνθηκα «στο σπίτι μου» εκεί, κι ούτε για ένα λεπτό δεν έπαψε να μου λείπει η χώρα μου.

Με εντυπωσίασε η σχεδόν άμεση ανταπόκρισή σου στο αίτημά μου για μια συνομιλία. Είναι ο διάλογος με τους αναγνώστες σου -είτε στην Αργεντινή είτε αλλού στον κόσμο- ένα θεμελιώδες συστατικό της συγγραφικής διαδικασίας;

Όχι, δεν είναι κομμάτι της συγγραφικής διαδικασίας. Της λογοτεχνικής διαδικασίας, όμως, ναι. Όταν γράφω -κι αυτή είναι μια στιγμή κατά την οποία προσπαθώ να μη σκέφτομαι τον αναγνώστη- δε συντελείται ακόμα η λογοτεχνία.

Η λογοτεχνία είναι ένας μηχανισμός που ενεργοποιείται όταν οι αναγνώστες έρχονται σε επαφή με το κείμενο. Ο διάλογος μαζί τους ολοκληρώνει τη δουλειά μου και αποτελεί τεράστιο πλούτο.

Και, τέλος, πότε θα έρθεις στην Ελλάδα; Στοιχηματίζω ότι οι αναγνώστες αστυνομικής λογοτεχνίας εδώ θα ήθελαν πολύ να αλληλεπιδράσουν μαζί σου!

Δεν ξέρω, ελπίζω σύντομα. Επρόκειτο να έρθω τον Απρίλιο, αλλά κανένας δε μου πλήρωνε το εισιτήριο. Ελπίζω να συμβεί σύντομα. Προς το παρόν, είμαι απλά ευτυχισμένος που το βιβλίο μου κατάφερε να φτάσει εκεί.

Η φωτογραφία του συγγραφέα που συνοδεύει το κείμενο μού παραχωρήθηκε από τον ίδιο.

Το μυθιστόρημα του Kike Ferrari Από μακριά μοιάζουν με μύγες κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.