Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Rojava Film Commune: «Το σινεμά μπορεί να είναι χειραφετητικό, εξανθρωπιστικό και απολαυστικό»


Λίγες μέρες πριν από την προβολή στο πλαίσιο του B-FEST της πρώτης μεγάλου μήκους κινηματογραφικής παραγωγής της Ιστορίες των κατεστραμμένων πόλεων παρουσία του σεναριογράφου της ταινίας Önder Çakar, η Κινηματογραφική Κομμούνα της Ροζάβα, ένα από τα πιο ελπιδοφόρα εγχειρήματα που ξεπήδησαν από την επανάσταση στην περιοχή, μας συστήνεται.

Η Rojava Film Commune (στο εξής Κινηματογραφική Κομμούνα της Ροζάβα) γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 2015. Ποιο είναι το γενικότερο υπόβαθρο -ταξικό, εκπαιδευτικό, εθνοτικό, πολιτικό- των μεμονωμένων καλλιτεχνών που την απαρτίζουν; Είναι μόνο ντόπιοι, ή και αλληλέγγυοι από το εξωτερικό;

Τα μέλη της Κινηματογραφικής Κομμούνας της Ροζάβα είναι καλλιτέχνες, σκηνοθέτες και ακτιβιστές από τη Ροζάβα, που εμπλέκονταν ενεργά στην προώθηση της τοπικής κουλτούρας και των τεχνών ακόμα και πριν την επανάσταση. Κυρίως Κούρδοι. Από τον προηγούμενο χρόνο γίνονται προσπάθειες να διευρυνθεί η βάση, ενσωματώνοντας περισσότερα μέλη αραβικής καταγωγής και, ελπίζουμε, μειονοτικούς όπως Ασσύριους, Τσετσένους ή Τουρκμένους.

Μερικοί από τους σπουδαστές της Ακαδημίας μας εντάχθηκαν στην Κομμούνα μετά την ολοκλήρωση της μονοετούς εκπαίδευσης και τώρα συνιστούν οργανικό κομμάτι της.

Αυτή τη στιγμή δύο άτομα από το εξωτερικό συμμετέχουν στην Κομμούνα. Ένα εξ αυτών είχε εμπλακεί  στην επανάσταση επί πολλά χρόνια ως πολίτης και το άλλο κατά το παρελθόν είχε στρατολογηθεί στο YPG, αλλά και τα δύο ήταν ήδη σκηνοθέτες στις χώρες τους.



Θα θέλατε να συνοψίσετε τις αρχές και τους στόχους της Κομμούνας; Σε ποιο βαθμό έχουν μέχρι στιγμής υλοποιηθεί οι δεύτεροι;

Η Κομμούνα αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του τοπικού πληθυσμού και στην προσέγγιση του κινηματογράφου ως εργαλείου που μπορεί να αψηφήσει την κυρίαρχη αφήγηση, όπου οι καταπιεσμένοι δεν είναι τίποτα περισσότερο από θέματα σε οποιουδήποτε είδους καλλιτεχνική προσπάθεια.

Πιστεύουμε ακόμα ότι η δημιουργική δύναμη της επανάστασης στη Ροζάβα πρέπει να τροφοδοτήσει το νεαρό σινεμά στην περιοχή. Αλλά η επανάσταση θα ωφεληθεί, επίσης, από πιο ελεύθερες και πρωτοποριακές απόψεις, οι οποίες μπορούν να μοιραστούν τις αξίες της με ευρύτερα κοινά, να προωθήσουν την κριτική σκέψη και να αμφισβητήσουν την παραδοσιακή προπαγάνδα.

Το σινεμά είναι, επίσης, μια τέλεια διεθνιστική μορφή τέχνης που μπορεί να δημιουργήσει συνδέσεις ανάμεσα στους αγώνες και τους πολιτισμούς ανεξαρτήτως γεωγραφικής απόστασης και γλώσσας.

Μέχρι τώρα, δύο γενιές σπουδαστών έχουν ανακαλύψει τον κινηματογράφο και τον τόπο τους ως μέλη της κοινωνίας του, κατανοώντας πως κι εκείνοι έχουν λόγο σ’ αυτό το πολιτικό εγχείρημα και ότι κι οι ίδιοι δικαιούνται να γιορτάζουν την πολιτιστική ταυτότητά τους. Οι περισσότεροι σπουδαστές είναι γυναίκες, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά πως ο ρόλος τους στην κοινωνία της Ροζάβα πρέπει να είναι ηγετικός.



Φέτος, η συμπρόεδρος της Κομμούνας Sevinaz Evdikê σκηνοθέτησε το πρώτο μικρού μήκους φιλμ που γυρίστηκε στην απελευθερωμένη Ράκα, ως μια απόλυτα συμβολική δήλωση ενάντια στη μεσαιωνική κυριαρχία του Ισλαμικού Κράτους. Το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Ροζάβα, καθώς και πολλές προβολές και εργαστήρια, έχουν με αργούς ρυθμούς μετατρέψει τον τοπικό πληθυσμό σε αφηγητές και τα κοινά μπορούν να δημιουργήσουν, να απολαύσουν και να συζητήσουν για ταινίες από όλο τον κόσμο.

Υπάρχουν ακόμα πολλά να γίνουν, και η Κομμούνα παραμένει μικρή, αλλά τα βήματα που έχουν ήδη γίνει σε τόσο αντίξοες συνθήκες αποδεικνύουν πως το σινεμά έχει ευθύνη για την οικοδόμηση του νέου αφηγήματος της Συρίας και του εξανθρωπισμού μιας ρημαγμένης από τον πόλεμο χώρας, όπου η ζωή εξακολουθεί να ξεπερνά το θάνατο και την καταστροφή.

Πώς συνδέεται η Κομμούνα με τους συνεχιζόμενους ευρύτερους αγώνες που συντελούνται στην περιοχή και πέρα από αυτή;

Όπως προείπαμε, η δουλειά της, είτε πρόκειται για κινηματογραφικές παραγωγές, το ντουμπλάρισμα ταινιών στα κουρδικά ή την ανοικοδόμηση της κινηματογραφικής αίθουσας της Amûdê, συνίσταται στην προσπάθεια εμψύχωσης των μειονοτήτων και της προστασίας της κουρδικής πολιτιστικής κληρονομιάς μετά από πολλά χρόνια καταπίεσης και καταναγκαστικής αφομοίωσης από το καθεστώς του Άσαντ.

Προσπαθεί, όμως, επιπλέον να προάγει μια πιο δημοκρατική κατανόηση της παραγωγής ταινιών κατά τη διαδικασία της δημιουργίας τους, αλλά και όταν αυτές προβάλλονται. Το να εκπαιδεύει νεαρούς ντόπιους και να ενθαρρύνει τις γυναίκες να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους συνδέεται με το βασικό μέλημα της επανάστασης, που είναι η εμψύχωση των γυναικών και της νεολαίας.



Σε μια περιοχή όπου τα ξένα Μ.Μ.Ε. επιβάλλουν τις δικιές τους οριενταλιστικές ατζέντες και τα αυταρχικά καθεστώτα εξαλείφουν τη διαφωνία και την κριτική σκέψη, οι τοπικές φωνές και τα εργαλεία δημιουργικής αφήγησης ιστοριών είναι πιο σημαντικά από ποτέ.

Κατά τον ίδιο τρόπο που το ιρανικό σινεμά μας δίδαξε ότι μπορείς να δημιουργήσεις υψηλή τέχνη, να σαγηνεύσεις το κοινό και να ασκήσεις κριτική στο καθεστώς κάτω από τη μύτη του, ή που ο σύγχρονος λατινοαμερικανικός κινηματογράφος αποδεικνύει πως οι κοινωνικο-πολιτικοί αγώνες μπορούν να βρουν ισχυρούς συμμάχους στις ταινίες, ελπίζουμε και στη Ροζάβα να αποδείξουμε ότι το σινεμά μπορεί να είναι χειραφετητικό, εξανθρωπιστικό και απολαυστικό ακόμη και στις πιο σκληρές συνθήκες.



Το φιλμ των Sêro Hindê και Önder Çakar Ιστορίες των κατεστραμμένων πόλεων, που κυκλοφόρησε το 2016 και πρόκειται να προβληθεί στο πλαίσιο του φετινού B-FEST, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, η οποία υλοποιήθηκε από την Κομμούνα. Αποτελούν και οι δύο καλλιτέχνες οργανικό κομμάτι της, ή απλώς διάκειντο ευνοϊκά στον αγώνα της;

Τόσο ο Sêro Hindê όσο και ο Önder Çakar υπήρξαν εκ των βασικών ιδρυτών της Κομμούνας. Ο πρώτος έχοντας ένα πάθος για τις παραδόσεις και την τέχνη της περιοχής και μια βαθιά κατανόησή τους, και ο δεύτερος φέρνοντας μια πιο στρατευμένη προσέγγιση στην αφήγησή της. Επί του παρόντος, ο Sêro Hindê είναι ακόμα ο συμπρόεδρος της Κομμούνας, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στη διδασκαλία και βοηθώντας νέους σκηνοθέτες, καθώς και αναπτύσσοντας καινούριες παραγωγές, όπως ένα φιλμ για τους αφηγητές Γιεζίντι.

Τέχνη ενάντια στον πόλεμο, τέχνη σε καιρό πολέμου, τέχνη του πολέμου: ποια από αυτές τις φράσεις περιγράφει πιο κατάλληλα αυτό που κάνει η Κινηματογραφική Κομμούνα της Ροζάβα, και πώς τα μέλη της οραματίζονται το μέλλον της, ιδίως μετά την πρόσφατη πτώση του Αφρίν;

Αν το περιγράφει κάποια από όλες αυτές, τότε τέχνη σε καιρό πολέμου. Ίσως περισσότερο τέχνη και αγώνας, καθώς πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και θέλουμε να αποτυπώσουμε σχετίζονται με προβλήματα εντός της κοινωνίας, τα οποία δε συνδέονται με τον πόλεμο. Ένας από τους κύριους στόχους της Ακαδημίας είναι να γιορτάσει τη ζωή στην περιοχή και τη δημιουργική δύναμη που τροφοδοτεί μια πολύ ιδιαίτερη επανάσταση. Ένα πιο πρόσφατο ντοκιμαντέρ της, το Darên bi Tenê εστιάζει στους Dengbêj, τραγουδιστές και αφηγητές της περιοχής που ανέλαβαν να αποτυπώσουν τη ζωή και την ουσία των εθνών τους ανά τα χρόνια.



Ένα χρόνο πριν, εγκαινιάσαμε την Κινηματογραφική Κομμούνα του Αφρίν. Δυστυχώς, όλα χάθηκαν και τα μέλη της εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους μετά την τουρκική τζιχαντιστική εισβολή. Τα μέλη της Κομμούνας εργάζονταν σκληρά πάνω σε ταινίες σχετικά με την καταστροφή του Χαλεπίου και, πιο πρόσφατα, με την αντίσταση στο Αφρίν. Μια ομάδα από την Κινηματογραφική Κομμούνα της Ροζάβα πήγε, επίσης, και κινηματογράφησε τις τελευταίες μέρες του νοσοκομείου του Αφρίν και του προσωπικού του.

Η Κομμούνα αντιλαμβάνεται τη διαρκή απειλή, με την οποία η Ροζάβα και ολόκληρη η Ομοσπονδία Βόρειας Συρίας είναι αντιμέτωπες, άλλα έχει και την επίγνωση του ότι ο αγώνας μας είναι μακροπρόθεσμος. Και η ευθύνη μας απέναντι στην περιοχή, τις επαναστατικές αξίες, το διεθνισμό και το σινεμά παραμένει ισχυρή.

Περισσότερες πληροφορίες για την Κινηματογραφική Κομμούνα της Ροζάβα, εδώ.

Στο πλαίσιο του φετινού Β-FEST, θα πραγματοποιηθεί προβολή του φιλμ Ιστορίες των κατεστραμμένων πόλεων, παρουσία του σεναριογράφου Önder Çakar και του Mirko Turunc (Salonicasolidarity Afrin), την Παρασκευή 25 Μαΐου στις 19:00 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256). Θα ακολουθήσει ζωντανή τηλεδιάσκεψη με μέλη της Κινηματογραφικής Ακαδημίας της Ροζάβα.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Μπλαντίν Λενουάρ: «Ο ρατσισμός και ο σεξισμός είναι για μένα παρεμφερείς αγώνες»


Με μια απολαυστική Ανιές Ζαουί στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η ταινία της Μπλαντίν Λενουάρ 50 φορές άνοιξη είναι μια γλυκόπικρη δραματική κωμωδία για τα γυναικεία άγχη, τις αντιφάσεις, τους φόβους, την αποφασιστικότητα και την αντοχή στο πέρασμα του χρόνου. Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια, ενόψει της κυκλοφορίας της ταινίας της στις αίθουσες από τις 17 Μαΐου.

Η ταινία 50 φορές άνοιξη είναι μια γλυκόπικρη δραματική κωμωδία για τα γυναικεία άγχη, τις αντιφάσεις, τους φόβους, την αποφασιστικότητα, την αντοχή. Γεννήθηκε από τη δικιά σου ανησυχία για το πέρασμα του χρόνου και του αντίκτυπού του στη ζωή ενός ανθρώπου;

Πλησιάζοντας τα 40, φοβόμουν πολύ να γεράσω, σαν να ήταν το τέλος κοντά, και οι άντρες φίλοι μου δεν ένιωθαν καθόλου τέτοιο φόβο! Αντιλήφθηκα ότι ολόκληρη η κοινωνία υποτιμούσε τις γυναίκες από τη στιγμή που εκείνες δεν ήταν πλέον γόνιμες, δεν ήταν πλέον ικανές να δώσουν γιους και κόρες στους άντρες. Είμαστε μονάχα συσκευές που κάνουν παιδιά; Σίγουρα όχι. Αλλά τριγύρω είχα πολλές υπέροχες φίλες ηλικίας 50 χρονών, μόνες τους, με τους συζύγους τους να έχουν φύγει με νεότερες γυναίκες και τα παιδιά να έχουν εγκαταλείψει το σπίτι, κι ήταν πολύ δύσκολο να βλέπω αυτή την κατάσταση. Τι αδικία!  

Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα απέτιε φόρο τιμής σ’ αυτές τις ηρωίδες της καθημερινότητας, οι οποίες δεν υπάρχουν καθόλου στο σινεμά ούτε και σε κάποιο μέσο. Γιατί στις ταινίες δεν αναγνωρίζω τις γυναίκες που γνωρίζω στη ζωή. Δε βλέπω τη σπουδαία αλληλεγγύη  που υπάρχει ανάμεσα στις γυναίκες, οι οποίες περνούν το χρόνο τους βοηθώντας τις φίλες, τις αδερφές, τις κόρες, τις μητέρες τους. Στις ταινίες δε βλέπω το χιούμορ, το κουράγιο, την ανθρώπινη ζεστασιά. Έκανα το φιλμ που ήθελα να δω, αυτό που μοιάζει με ό,τι γνωρίζω! Είναι υπέροχο να είσαι γυναίκα, αυτό που είναι δύσκολο είναι η εικόνα, την οποία ορισμένοι άντρες μας επιστρέφουν...



Το σπουδαίο στο να μεγαλώνεις, για μένα επί παραδείγματι, είναι ότι αντιμετωπίζομαι περισσότερο ως σκηνοθέτρια παρά ως γυναίκα! Όταν ξεκίνησα στα 25 μου, δεν ήμουν και τόσο άσχημη, και δυσκολευόμουν να ακουστώ- οι παραγωγοί προτιμούσαν να με κοιτάνε παρά να με ακούνε! Τώρα, όλα είναι πιο εύκολα στην επαγγελματική ζωή μου! Γελάω μ’ αυτό σήμερα, αλλά είναι φρικτό να μη σε παίρνουν στα σοβαρά επειδή είσαι γυναίκα...

Η υπέροχη Ανιές Ζαουί ενσαρκώνει την πρωταγωνίστριά σου Ορόρ με ευαισθησία και πληθωρικότητα.

Δεν ήξερα καθόλου ποια θα υποδυόταν το ρόλο όταν έγραφα το σενάριο! Το σκέφτηκα πολύ αργότερα, κατά την περίοδο της παραγωγής. Ήταν μονάχα μια ηθοποιός της ταινίας, γιατί και στην ίδια αρέσει να είναι μονάχα μια ηθοποιός στις ταινίες!

 «Ανακαλύπτεις τις διακρίσεις καθώς γερνάς», λέει στην Ορόρ γελώντας ένας γυναικείος χαρακτήρας. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στη σύγχρονη Γαλλία ο ηλικιακός ρατσισμός είτε στους χώρους εργασίας ή, γενικότερα, στην κοινωνική ζωή;

Ο ρατσισμός και ο σεξισμός είναι για μένα παρεμφερείς αγώνες: να εκλείψει το πιστεύω πως ο κόσμος ανήκει αποκλειστικά στους λευκούς, πλούσιους, ετερόφυλους. Ο κόσμος είναι περισσότερο ποικιλόμορφος! Αυτό ονομάζεται διαθεματικότητα των αγώνων, το να κατανοείς πως εγώ, ως λευκή γυναίκα, δε βιώνω τις ίδιες δυσκολίες με μια μαύρη, ή με μια λεσβία, ή με μια Μουσουλμάνα. Όλες μαζί μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα, να αποδομήσουμε αυτή την αντρική κυριαρχία που εμποδίζει τις γυναίκες να προχωρήσουν. Πολλοί άντρες εξεγείρονται με την κατάσταση, θα ήταν αρκετό για την αλλαγή της κοινωνίας. Αλλά όσο η εξουσία βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια λευκών και πλούσιων αντρών, θα πολεμήσουμε!



Αποσπάσματα συνέντευξης της φεμινίστριας ανθρωπολόγου Φρανσουάζ Εριτιέ, όπου αναφέρεται στο πώς γίνονται αντιληπτοί και αντιληπτές άντρες και γυναίκες σε διαφορετικά στάδια της ζωής τους, ενσωματώνονται επίσης στην αφήγησή σου. Θεωρείς τον εαυτό σου φεμινίστρια;

Ναι, ασφαλώς. Θα είμαι φεμινίστρια μέχρι να αποκτήσουν οι γυναίκες τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες, για όσο η βία εναντίον των γυναικών δεν πολεμιέται πιο στιβαρά. Υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά, κι είναι πολιτική. Γνωρίζουμε μόνο πως είναι η εκπαίδευση που θα τα αλλάξει όλα. Γιατί καμιά άλλη χώρα, εκτός από τη Σουηδία, δεν εκπαιδεύει τα αγοράκια και τα κοριτσάκια στην ισότητα; Αυτό είναι μεγάλο ερώτημα.

Η Φρανσουάζ Εριτιέ συνέβαλε στην οικοδόμηση της συνειδητότητάς μου, και τη διάνοιξη του γενικότερου διανοητικού μονοπατιού μου. Η σκέψη της είναι πολύ σημαντική. Δυστυχώς, πέθανε δύο μήνες μετά την κυκλοφορία της ταινίας.



Το τραγούδι της Νίνα Σιμόουν I got life συνοψίζει με τέλειο τρόπο το πνεύμα της ηρωίδας και της ταινίας. Το «άκουγες» στο μυαλό σου καθώς δούλευες πάνω στο σενάριο;

Όχι κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Είχα την ανάγκη να δείξω μια μελαγχολική σκηνή. Η Ορόρ θυμάται τις κόρες της όταν ήταν ακόμα μικρές, στο σπίτι. Ήθελα να είναι μια χαρούμενη, αναζωογονητική ανάμνηση- όχι θλιμμένη. Όλοι χορεύουν με τα παιδιά τους! Διάλεξα το συγκεκριμένο τραγούδι για τους στίχους του ασφαλώς, αλλά και γιατί είναι οι κόρες μου που χορεύουν, και ξέρουν πολύ καλά αυτό το τραγούδι!

Καταφέρνεις να αποτυπώνεις την αίσθηση μιας επαρχιακής γαλλικής πόλης εξαιρετικά πετυχημένα. Έχεις ζήσει ποτέ σε μια τέτοια πόλη;

Μεγάλωσα στα παρισινά προάστια.  

Ήθελα να κάνω γυρίσματα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, ώστε η εύθραυστη οικονομική κατάσταση της Ορόρ να μην τοποθετήσει το φιλμ σ’ ένα υπερβολικά σκληρό σκηνικό. Σ’ αυτό το είδος μικρής πόλης, με λίγα χρήματα μπορεί κάποιος να νοικιάσει ένα σπιτάκι, να κάνει βόλτα στην ακροθαλασσιά ή να ασχολείται με τον κήπο του- είναι δωρεάν! Το φιλμ έπρεπε να είναι φωτεινό, ακόμα και χωρίς χρήματα. Σε μια μεγάλη πόλη η ιστορία θα ήταν πιο σκοτεινή.



Το 50 φορές άνοιξη έχει καλό τέλος. Κάτι τέτοιο δεν είναι συχνά μη ρεαλιστικό;

Το καλό τέλος είναι ότι η Ορόρ ξαναβρήκε την αυτοπεποίθησή της: χάρη στην καριέρα της, χάρη στη διαρκή γυναικεία αλληλεγγύη που έχει βιώσει, χάρη στον εραστή της, ο οποίος τη βοήθησε να ανακαλύψει ξανά το κοιμισμένο σώμα της, χάρη στη ζωική της δύναμη. Θέλει να τρέξει προς έναν άντρα, να κάνει μια αρχή, να πάρει ένα ρίσκο. Να ξαναβρεί την αγάπη, το μοίρασμα. Με μια παλιά αγάπη είναι ίσως πιο εύκολο, είναι μια ανακουφιστική βάση- όχι; Το πραγματικό καλό τέλος δεν είναι τούτο- ίσως δε λειτουργήσουν τα πράγματα με τον Τοτός. Είναι η κόρη της η Λουσί, η οποία αντικρίζει την μητέρα της ευτυχισμένη, και δε φοβάται να γεράσει. Η εμπιστοσύνη της μητέρας της μεταφέρεται και στην ίδια, η ζωή δεν είναι τρομακτική πια.

Μ’ αυτή την ταινία ήθελα οι γυναίκες να νιώσουν δυνατές, ευτυχισμένες και περήφανες και να μη φοβούνται ποτέ πια να γεράσουν. Όπως οι άντρες. Εφόσον ο πιο μεγάλος στόχος μου είναι η ισότητα, και οι γυναίκες είναι άνθρωποι όπως οι άλλοι!

Photo credit (Μπλαντίν Λενουάρ): Νίκος Κατσαρός/FFF 2018.

Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Αγγελίδου από την One from the Heart για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Μπλαντίν Λενουάρ 50 φορές άνοιξη προβάλλεται από την Πέμπτη 17 Μαΐου στους κινηματογράφους σε διανομή της One from the Heart.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Χρύσανθος Κωνσταντινίδης: «Στόχος μου ήταν η συλλογική μνήμη»


Κοινωνούς ενός συλλογικού τραύματος, του ναζιστικού ολοκαυτώματος του τόπου καταγωγής του, των Λιγκιάδων Ιωαννίνων, μας καθιστά ο πρωτοεμφανιζόμενος ντοκιμαντερίστας Χρύσανθος Κωνσταντινίδης με το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής. Μέσα από τις μαρτυρίες επιζησάντων και των απογόνων τους και με τη χρήση μιας κινηματογραφικής γλώσσας που συνδυάζει ευαισθησία και ερευνητική εμβάθυνση, ο σκηνοθέτης καταθέτει μια δουλειά επείγουσα και επίκαιρη.

Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, και από τις 26 Απριλίου κυκλοφορεί στις αίθουσες. Με αυτή την ευκαιρία, συναντιόμαστε με τον σκηνοθέτη.



Κατάγεσαι από τους Λιγκιάδες Ιωαννίνων. Αυτός υπήρξε ο βασικός λόγος για την ενασχόλησή σου με το ζήτημα του ναζιστικού ολοκαυτώματος του χωριού, το οποίο συντελέστηκε σχεδόν 75 χρόνια πριν, στις 3 Οκτωβρίου 1943;

Ανατρέχοντας σε παλιές συμπεριφορές της μάνας και του παππού μου κατάλαβα πώς το γεγονός της σφαγής των Λιγκιάδων επηρέασε την ψυχολογία του παππού μου, πώς αυτή πέρασε συμπεριφορικά στην μητέρα μου και πώς κατέληξε σε μένα. Αυτό που μεταφέρθηκε είναι ένα πένθος. Άρχισα, λοιπόν, να το ψάχνω φιλοσοφικά. Η αρχική μου ιδέα αφορούσε στην καταγραφή του γεγονότος ιστορικά, με υπόβαθρο την επίδρασή του στις επόμενες γενιές.

Πότε ξεκίνησε η διαδικασία συλλογής του υλικού και κινηματογράφησης;

Το 2010. Με μια κάμερα είχα πάρει μια συνέντευξη από τον τελευταίο επιζώντα, τον Παναγιώτη Μπαμπούσκα, που ζει ακόμα, κι έπειτα από κάποιους θείους. Μετά, προσπάθησα να βρω συνεργάτες. Στη συνέχεια, διάβασα την τριλογία Μνήμες Κατοχής του  Γερμανού ιστορικού Christoph Schminck-Gustavus, το τελευταίο μέρος της οποίας αναφέρεται στους Λιγκιάδες.



Ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί σου;

Γνωριστήκαμε, συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον, ανταλλάξαμε μέιλ και μου παραχώρησε το υλικό από τις κασέτες με τις μαρτυρίες των επιζώντων που είχε συλλέξει. Όλη η έρευνά του περιστρέφεται γύρω από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Νιώθει ντροπή που η χώρα του διέπραξε αυτά τα εγκλήματα και ως αντιφασίστας θέλει να κάνει κάτι. Η δουλειά του, λοιπόν, αφορά στο να μάθουν τα νέα παιδιά τι ήταν ο ναζισμός και ο πόλεμος και πώς μπορούμε να τους αποφύγουμε.

Η ταινία σου χρηματοδοτήθηκε από πόρους του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον, γεγονός που με προβλημάτισε ως προς τα κίνητρα των μηχανισμών του γερμανικού κράτους. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για το ζήτημα της χρηματοδότησης;

Έχοντας φτιάξει ένα τρέιλερ 5-6 λεπτών και καταρτίσει ένα κοστολόγιο, μαζεύαμε σιγά σιγά χρήματα από Γερμανούς ιδιώτες. Μη φανταστείς ότι πληρωνόταν κανένας από τους συντελεστές- μόνο τη βενζίνη για τις μετακινήσεις, τα ξενοδοχεία, το φαγητό.

Το 2015 ενεργοποιήθηκε το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον. Kανονίσαμε  ραντεβού με τους υπεύθυνους, θέσαμε υπόψη τους το φάκελο της χρηματοδότησης και εγκρίθηκε. Ήταν μια σχέση χρηματοδότη-χρηματοδοτούμενου, χωρίς κανενός είδους παρέμβαση. Πληρώθηκαν και ασφαλίστηκαν οι πάντες, και με μεροκάματο προ κρίσης, ενώ προστέθηκε και συνεργείο.



Αισθανόσουν άγχος απέναντι στους ανθρώπους που προσέγγιζες;

Πήγαινα στο χωριό κάθε Πάσχα και καλοκαίρι. Με ήξεραν, τους ήξερα- όχι τόσο καλά, βέβαια. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, έρχονταν στην γιαγιά μου. Κουβέντιαζαν κι έκλαιγαν. Ήταν μεν πιο εύκολη η πρόσβαση, αλλά, όταν κατάγεσαι από το ίδιο μέρος και κουβαλάς όλο αυτό το φορτίο, διπλασιάζεται η ευθύνη σου.

Η γιαγιά Ευφροσύνη, με όλη την εσωτερικευμένη ενοχή που κουβαλά σε σχέση την υποτιθέμενη ευθύνη της για την καταστροφή του χωριού -γεγονός αβάσιμο-, είναι συγκλονιστική. Θα της άξιζε ξεχωριστό ντοκιμαντέρ.

Αν δεν τελείωνε η ταινία, μόνο και μόνο που έζησα αυτές τις στιγμές με την γιαγιά, ήταν σημαντικό.

Οι ήρωες του Μπαλκονιού αναδύονται ως ήρωες μιας ιστορίας και μιας εποχής, γεγονός που λείπει από τα δημοσιογραφικού ή δημοσιογραφίστικου τύπου ντοκιμαντέρ.

Η κλασική «συνταγή» στο ελληνικό ντοκιμαντέρ -και όχι μόνο- είναι η αφήγηση μιας ιστορίας μέσα από μερικά πορτρέτα. Το καθιστά πιο «ευανάγνωστο» από το κοινό. Στόχος μου ήταν η συλλογική μνήμη. Στο ντοκιμαντέρ μου εμφανίζονται 60 άτομα, όταν το χωριό σήμερα έχει 50 μόνιμους κατοίκους. Στην ταινία δεν αναφέρονται ονόματα. Συγκρατείς τρεις από τους ήρωες: τον Γερμανό ιστορικό, την γιαγιά Ευφροσύνη και τον Παναγιώτη Μπαμπούσκα, τον τελευταίο επιζώντα.

Η προσέγγισή σου διακρίνεται, εξάλλου, από μια ποιητικότητα που δεν καταντά μελοδραματική.

Η ιστορία από μόνη της είναι τραγική, αλλά ήθελα να κρατήσω μια ισορροπία. Έχω «κόψει», λοιπόν, πολλά κλάματα, και αφήσει κάποια. Με τη φωτογραφία και τη μουσική, η οποία χρησιμοποιείται σε ορισμένα σημεία, επιδιώκαμε να εισαγάγουμε τον θεατή σε ένα κλίμα πένθους με πιο αξιοσέβαστο τρόπο. Στην πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη ήθελα να δω τις αντιδράσεις του κόσμου στη διάρκεια της ταινίας. Οι περισσότεροι ξερόβηχαν. Αν το ερμηνεύσεις ψυχολογικά, είναι ένα αγκομαχητό, μια δύσπνοια.



Διαπιστώνω ένα διαρκές και συστηματικό ενδιαφέρον ικανού τμήματος του κοινού για ντοκιμαντέρ ιστορικοπολιτικής φύσης με έμφαση στο στοιχείο των προσωπικών μαρτυριών, το οποίο ανατροφοδοτείται από μια διαρκή παραγωγή τέτοιου τύπου ντοκιμαντέρ. Υπάρχει κοινωνική ανάγκη για τέτοιες καταγραφές;

Δεν ξέρω αν έχει το κοινό την ανάγκη να αναζητήσει, να μάθει, αλλά οι άνθρωποι που έχουν βιώσει το οτιδήποτε και οι μετέπειτα γενιές, στις οποίες ανήκω κι εγώ, με την ίδια καταγωγή έχουν την ανάγκη να το πουν. Είναι λυτρωτικό γι’ αυτούς. Στην Ελλάδα υπάρχει το κλασικό μνημόσυνο των στεφάνων, στοιχείο που λείπει από το ντοκιμαντέρ μου. Στα μνημόσυνα μιλάνε μόνο οι αρχές. Ο μάρτυρας, αυτός που έχει βιώσει κάτι, δε μιλάει.

Σε μια περίοδο απενοχοποιημένης επανόδου του ακροδεξιού και νεοναζιστικού εξτρεμισμού, δουλειές όπως η δικιά σου υπενθυμίζουν με τον τρόπο τους τι σημαίνει ναζισμός σε όλες του τις εκφάνσεις.

Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει κόσμος που έχει μπερδέψει πολύ τα πράγματα. Επειδή ήρθαν οι ναζί στην Ελλάδα, κάποιος μπορεί να ισχυρίζεται πως είναι αντιναζιστής σε ό,τι αφορά τους Γερμανούς, αλλά, σε ό,τι αφορά τους Έλληνες, είναι το ίδιο. Αυτό έχει να κάνει με την επεξεργασία της μνήμης. Δε γίνεται μετά από τόσα χρόνια τα ιστορικά βιβλία να μην αναφέρονται παρά μόνο επιγραμματικά στον Εμφύλιο. Γι’ αυτό κι επικρατεί αυτή η σύγχυση. Στόχος μου, λοιπόν, είναι και πώς μπορούν αυτά τα γεγονότα να τα δουν τα παιδιά. Σ’ εκείνα απευθύνεται το ντοκιμαντέρ περισσότερο.

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ, εδώ.

Το ντοκιμαντέρ του Χρύσανθου Κωνσταντινίδη Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής προβάλλεται στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 26 Απριλίου σε διανομή της New Star.