Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Γκιόρτσε Σταβρέσκι: «Το σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά αγνοεί τα κοινωνικά ζητήματα, την ανισότητα και τη φτώχεια»


Συνυφαίνοντας το προσωπικό με το κοινωνικό με δεξιοτεχνία και σιγουριά ασυνήθιστες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη μεγάλου μήκους ταινίας, η δηκτική μαύρη κωμωδία του Γκιόρτσε Σταβρέσκι Μυστικό συστατικό  καταπιάνεται ταυτόχρονα με το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας της Π.Γ.Δ.Μ. και με μια δυσλειτουργική σχέση πατέρα-γιου, διερωτώμενη τι κάνει τη ζωή αξιοβίωτη σε αβίωτους καιρούς.

Κουβεντιάζοντας με τον ταλαντούχο σκηνοθέτη ενόψει της εξόδου του φιλμ στους κινηματογράφους στις 19 Ιουλίου.

Συνυφαίνοντας το προσωπικό με το συλλογικό με δεξιοτεχνία και σιγουριά ασυνήθιστες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη μεγάλου μήκους ταινίας, στο Μυστικό συστατικό καταπιάνεσαι ταυτόχρονα με το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας της Π.Γ.Δ.Μ. και μια δυσλειτουργική σχέση πατέρα-γιου, αναλογιζόμενος τι κάνει τη ζωή αξιοβίωτη σε αβίωτους καιρούς. Υπήρχαν όλα αυτά τα θεματικά νήματα εκεί από την πρώτη στιγμή που συνέλαβες το φιλμ σου;

Λοιπόν, ναι, τα θέματα ήταν εκεί από την αρχή, αλλά σε μια ελαφρώς διαφορετική μορφή. Όταν ξεκίνησα να γράφω, είχα συλλάβει το φιλμ ως ένα οικογενειακό δράμα και ήταν πολύ πιο σκοτεινό. Αλλά τότε άρχισα να νιώθω δυσφορία με το σενάριο. Τώρα που το σκέφτομαι, στην πραγματικότητα πάλευα με ενός είδους προσωπική κρίση, η οποία συνδεόταν με τη δημιουργική μου ταυτότητα. Είμαι άνθρωπος που απολαμβάνει πολύ το χιούμορ, αλλά προσπαθούσα να το κρατήσω μακριά από τη δουλειά μου. Νόμιζα ότι μόλυνε την ανάγκη μου να κάνω καθαρό δράμα και το κρατούσα σε απόσταση.

Τελος πάντων, κάτι δεν «κόλλαγε» ουσιωδώς στην ιστορία μου και δεν απολάμβανα τη συγγραφή πλέον. Απορριφθήκαμε, επίσης, από ένα pitching forum κι ένας παραγωγός που δουλεύει εκεί μας απεύθυνε μερικά άσχημα σχόλια, γεγονός που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως δεν πίστευα στην ιστορία μου αρκετά, ώστε να την υπερασπιστώ.

Κατά κάποιο τρόπο, αυτό δημιούργησε την τέλεια καταιγίδα, έτσι, μετά από μερικές δύσκολες βδομάδες άγχους και μηδενισμού, όλα συνέτειναν στο να παραδεχτώ την ήττα μου και να πω: «Γάμησέ τα, αρνούμαι τον Θεό μου του δράματος, η ζωή δεν έχει νόημα έτσι κι αλλιώς, κι ακόμα περισσότερο σ’ αυτή την παλαβή χώρα- θα κάνω μια κωμωδία». Έτσι, αν και όλα ήταν εκεί από την αρχή, είχαν διαφορετική γεύση, την οποία δεν πίστευα. Και σ’ ευχαριστώ για τα κομπλιμέντα. 



Οι χαρακτήρες του Μυστικού συστατικού μοιάζουν αληθινοί κι όχι καρικατούρες, και ο τρόπος που τους προσεγγίζεις είναι «διαποτισμένος» με αξιοπρέπεια, γενναιοδωρία, σεβασμό και τρυφερότητα. Υπάρχουν κομμάτια σου μέσα τους; Και πώς δουλεύεις με τους/τις ηθοποιούς;

Σ’ ευχαριστώ, εκτιμώ τα καλά σου λόγια. Για να είμαι ειλικρινής, ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Βέλε, γράφτηκε με μένα ως πρότυπο υποσυνείδητα. Αλλά βρήκα έναν ηθοποιό θεμελιωδώς διαφορετικό από μένα, ο οποίος, κατά παράξενο τρόπο, έμοιαζε τέλειος για το ρόλο μόνο αν ήμουν πρόθυμος να προβώ σε μια σημαντική αλλαγή στο σενάριο.

Στην ιστορία υπάρχουν δύο νεαρά αδέρφια, τα οποία είναι πολύ διαφορετικά: το ένα ήταν σπασίκλας, με τέλειους βαθμούς, που κέρδιζε βραβεία ως παιδί-θαύμα της επιστήμης και που θέλει να γίνει επιστήμονας των υπολογιστών. Κι ο άλλος που δεν είναι φιλόδοξος, μισεί το σχολείο και τις αρχές, και διαλέγει την ταπεινή δουλειά του πατέρα του ως μηχανικός τρένων. Αλλά σε ένα μοιραίο αυτοκινητιστικό ατύχημα ο αδερφός μηχανικός κι η μαμά τους πεθαίνουν και ο σπασίκλας αρχίζει να δουλεύει ο ίδιος ως μηχανικός τρένων, για να υποστηρίξει τον άρρωστο και θλιμμένο πατέρα.

Το πρόβλημα, καθώς προείπα, ήταν πως βρήκα έναν ηθοποιό που ήταν τέλειος ως ο αδερφός μηχανικός, ο οποίος πεθαίνει. Αποφάσισα, λοιπόν, να «σκοτώσω» τον σπασίκλα και να προσαρμόσω το σενάριο για τον μηχανικό. Ξαφνικά, όλα πήραν το δρόμο τους.

Σχετικά με τη δεύτερη ερώτησή σου, νομίζω ότι το πιο σημαντικό στη συνεργασία με τους ηθοποιούς είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Προσπαθούσα να μην επιβάλλομαι, αλλά να ακούω το πολύτιμο feedback τους, προστατεύοντας την ίδια στιγμή το πρωταρχικό μου όραμα: τη ρεαλιστική υποκριτική και το «ξερό», ειρωνικό χιούμορ. 



Η ταινία σου είναι τυπικά «βαλκανική», κυρίως ως προς τον τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, το ανάλαφρο και το βαθιά θλιμμένο. Πώς αντιλαμβάνεσαι προσωπικά αυτό που θα μπορούσε να οριστεί ως «βαλκανικότητα» στην τέχνη, και ιδίως στο σινεμά;

Πρέπει να πω ότι έχω μια σχέση αγάπης-μίσους με τον όρο «βαλκανικός». Στη μουσική, για παράδειγμα, ο πρώτος συνειρμός μου είναι η φτηνιάρικη “turbo folk” που προέρχεται κυρίως από τη Σερβία και τη Βουλγαρία, την οποία πραγματικά μισώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Στο σινεμά, κυρίως στις αμέτρητες κωμωδίες από τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, με εξαίρεση τα φιλμ του «Μαύρου Κύματος» της δεκαετίας του ’60, μισώ πολλά πράγματα που μπορώ να συνδέσω με τον όρο «βαλκανικός»: το σοβινισμό, το σκληρό χιούμορ, την υπερβολική υποκριτική, τη ρηχότητα της πλοκής, κ.λπ.

Βάζοντας όλα αυτά στην άκρη, υπό το φως του χαριτωμένα επινοημένου προαναφερόμενου ορισμού σου, πρέπει να πω πως απολαμβάνω πολλές πρόσφατες «βαλκανικές» κυκλοφορίες: τα σύγχρονα βουλγαρικά φιλμ, το νέο ρουμανικό σινεμά, το ελληνικό “weird wave”, κι επίσης μερικές κουλ ταινίες από χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό τσούρμο σκηνοθετών και μ’ αυτή την έννοια, αν η ταινία μου περνιέται για τυπικά βαλκανική, το θεωρώ σπουδαίο κομπλιμέντο. Όσο για τις δικές μου επιρροές, εμπνέομαι κυρίως από τον ιταλικό Νεορεαλισμό, το τσεχοσλοβακικό Νέο Κύμα κι ένα ακόμα τσούρμο από αδέρφια, επίσης: τους Κοέν και τους Νταρντέν.

Το Μυστικό συστατικό είναι βαθιά πολιτικό, αν και με κινηματογραφικούς όρους. Ως σκηνοθέτης, νιώθεις ηθικά υποχρεωμένος να καταπιάνεσαι με ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα μέσω της δουλειάς σου; Και, αν ναι, ποιο είναι το πιο πιεστικό πρόβλημα στη σύγχρονη Π.Γ.Δ.Μ.;

Ναι, το ένιωσα ως προσωπική υποχρέωση να μιλήσω σχετικά με τα τρέχοντα θέματά μας. Το φιλμ είναι ένα ισχυρό μέσο και κάθε σκηνοθέτης πρέπει να επιλέγει τις μάχες του/της με σύνεση. Νομίζω, επίσης, πως το σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά ασχολείται πολύ περισσότερο με τα τυποποιημένα κεντρο-αριστερά ζητήματα «ταυτοτικής πολιτικής», και αγνοεί τα κοινωνικά ζητήματα, την ανισότητα και τη φτώχεια. Έχοντας ανατραφεί από μια οικογένεια χαμηλότερου εισοδήματος, έχω αισθανθεί πολλά από τα προβλήματα στο ίδιο μου το πετσί. Ήταν, επομένως, μια φυσιολογική απόφαση για μένα να πάρω θέση και να καταπιαστώ μ’ αυτά τα θέματα.

Απαντώντας στη δεύτερη ερώτησή σου, νομίζω ότι το πιο πιεστικό πρόβλημα στη Μακεδονία αυτή τη στιγμή είναι η διαφθορά, κυρίως η διεφθαρμένη, δυσλειτουργική, διαλυμένη εξουσία του νόμου. Πέρα από τα παράδοξα ψευτό-μπαρόκ κτίρια του «Σκόπια 2014», αυτό ήταν άλλο ένα «δώρο» της προηγούμενης κυβέρνησής μας. Δεν είμαι σίγουρος πόσα από αυτά άλλαξαν αφότου έχασαν στις εκλογές, αλλά γινόμαστε διαρκώς μάρτυρες της επιλεκτικής δικαιοσύνης, ακούγοντας για διεφθαρμένους αξιωματούχους και ακυρωθείσες ποινές.

Είναι μια χώρα όπου η διαφθορά είναι τόσο κατάφωρα προφανής, ώστε νομίζω πως κανένας δεν πιστεύει στη δικαιοσύνη πλέον. Για μένα, αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό πρόβλημα από τη «διαμάχη για το όνομα», που είναι απλώς μια λειτουργία, ένα σύμπτωμα των παραπάνω. 



Συνολικά, νομίζω ότι κάνεις πληβειακό σινεμά με σινεφίλ ευαισθησίες. Συμφωνείς;

Πληβειακό, με σινεφίλ ευαισθησίες σινεμά. Ολόψυχα ναι. Πρέπει να είναι ένα από τα πιο κουλ κομπλιμέντα που έχει δεχτεί η ταινία μέχρι τώρα. Τι να πω, στ’ αλήθεια συμπάσχω με τους καθημερινούς ανθρώπους. Πιστεύω, σε αντίθεση με το αφήγημα που προσφέρεται από τις ελίτ, οι οποίες υποστηρίζουν πως οι περισσότεροι δεν είναι αρκετά μορφωμένοι ώστε να κάνουν τις σωστές επιλογές, ότι πρώτα και κύρια είναι η φτώχεια και η ανισότητα, που καθοδηγούν τις αποφάσεις του «99%».

Και όσο απρόσμενες μπορεί να φαίνονται τέτοιες αποφάσεις (ο ΣΥΡΙΖΑ να κερδίζει στην Ελλάδα), ή εντελώς παράλογες (Brexit και Τραμπ), είναι αρκετά λογικές υπό την έννοια ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν πως χειραγωγούνται και δεν τους αντιμετωπίζουν με σεβασμό, και ψηφίζουν μηδενιστικά για να τιμωρήσουν τις “status-quo” πολιτικές των κεντρώων κομμάτων, που μοιάζουν να διαφέρουν όλο και λιγότερο, αδιαφορώντας από κοινού για τις ασθένειες της εργατικής τάξης.

Πότε πότε, μου κάνουν την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά: «Γιατί η εμμονή με τους φτωχούς;» Πάντα λέω: «Πρώτον, χρειάζονται μια φωνή, και δεύτερον, εκεί βρίσκονται οι πραγματικές (σινεφιλικά ευαίσθητες) ιστορίες».

Το ντεμπούτο σου μυθοπλασίας είναι συμπαραγωγή της Π.Γ.Δ.Μ. και της Ελλάδας. Πόσο ουσιώδης ήταν αυτός ο παράγοντας σε σχέση με την ολοκλήρωση της ταινίας σου;

Απόλαυσα τη συνεργασία με τους φίλους μου από την Ελλάδα. Πολλά πράγματα ήταν ζωτικής σημασίας. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τις συμπαραγωγούς μου Κωνσταντίνα Σταυριανού και Ρένα Βουγιούκαλου από την Graal S.A. για την εμπιστοσύνη τους στην ιστορία μου και σε μένα ως σκηνοθέτη. Εν μέσω οικονομικού αναβρασμού στην Ελλάδα, κατάφεραν να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση πείθοντας όσους παίρνουν τις αποφάσεις στο Ε.Κ.Κ. ότι αξίζει να γίνει αυτό το φιλμ, γεγονός που κατέστησε αυτή τη συνεργασία δυνατή.

Τέλος, η δημιουργική συνεισφορά που λάβαμε από τους Έλληνες συναδέλφους μας συμπλήρωσε τέλεια τα πεδία όπου ένιωθα πως χρειαζόμασταν τη μεγαλύτερη βοήθεια: για την παραγωγή δεχτήκαμε πολύτιμα σχόλια από τις συμπαραγωγούς μου και στη διάρκεια της post-production δουλέψαμε φανταστικά στην Αθήνα με τον Γιάννη Ζαχαρόγιαννη για τις χρωματικές διορθώσεις και με τον Κώστα Βαρυμποπιώτη για το μιξάζ. 



Το Μυστικό συστατικό ξεκίνησε το πετυχημένο ταξίδι του προς τη διεθνή κριτική αποδοχή και την εκτίμηση του κοινού στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου κέρδισε το βραβείο κοινού στην ενότητα Ματιές στα Βαλκάνια. Σε εξέπληξε αυτή η βράβευση;

Ναι, σίγουρα. Φίλε μου, πέρασα σπουδαία. Οι υπέροχοι οικοδεσπότες μας, ο υπεύθυνος των Ματιών στα Βαλκάνια Δημήτρης Κερκινός και το δεξί του χέρι, ο Γιάννης Παλαβός, μας έκαναν να νιώσουμε ξεχωριστοί όταν φτάσαμε, διοργανώνοντας συνεντεύξεις και διασφαλίζοντας ότι όλα θα πήγαιναν ρολόι. Στη διάρκεια της πρώτης προβολής, της παγκόσμιας πρεμιέρας, αισθάνθηκα τόσο συγκινημένος, που δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Ήμουν τόσο στρεσαρισμένος, και δεν ήξερα τι να περιμένω. Τότε συνέβη κάτι μαγικό, μια ανακούφιση: οι άνθρωποι όντως απολάμβαναν την ταινία, γελούσαν με τα αστεία, θλίβονταν σιωπηλά για τις κακοτυχίες του ήρωά μας.

Στο τέλος υπήρξε θυελλώδες χειροκρότημα που έλιωσε την καρδιά μου. Στη διάρκεια του αξέχαστου Q&A συνειδητοποίησα πως οι άνθρωποι δεν πήραν την ταινία ελαφρά τη καρδία, αλλά είχαν συγκινηθεί βαθιά και ήθελαν να συζητήσουν για τα πολλά παρόμοια ζητήματα και προβλήματα που φαίνεται ότι μοιραζόμαστε. Όταν το φιλμ κέρδισε το βραβείο, μου είπαν ότι είχε πιάσει ένα από τα υψηλότερα σκορ στην ιστορία. Ήταν σούπερ.

Η τελετή απονομής ήταν αληθινά ξεχωριστή. Ήταν σαν όνειρο. Φοβόμουν τόσο πολύ πως θα έκανα κάποιο λάθος με την αποδοχή μου, που, πραγματικά, δε θυμάμαι και πολλά. Θυμάμαι, όμως, τα χαμόγελα και τις αγκαλιές. Μεγαλειώδεις στιγμές. 



Αυτή τη στιγμή είσαι «πνιγμένος» στην προετοιμασία της επόμενης ταινίας σου. Νιώθεις πως έχεις ανακαλύψει το συστατικό της επιτυχίας; Ποιο είναι, τελικά, το (μυστικό) «συστατικό» σου στη ζωή;

Δημιουργώ ιστορίες- κάποιες πολύ διαφορετικές από αυτή, άλλες αποπνέουν την ίδια αίσθηση, αλλά, ειλικρινά, δεν είμαι σίγουρος τι έπεται. Δεν έχω κάποια συνταγή, βεβαίως. Δεν μπορώ να πω ότι έχω ανακαλύψει κάτι στην πραγματικότητα, ούτε στις ταινίες ούτε στη ζωή. Είμαι ακόμα πιο μπερδεμένος τώρα, το μυστήριο της ζωής μου βάθυνε ακόμα πιο πολύ. Αλλά δεν ήταν τα πάντα μάταια, και, παρόλο που η ζωή μου είναι το ίδιο αινιγματική με πριν, βρήκα όντως ορισμένα «συστατικά» που με συγκράτησαν από το να κάψω το λάπτοπ μου από δυσφορία ενώ μοντάριζα τον ήχο στην κρεβατοκάμαρά μου, κι έπειτα από το να μεταναστεύσω όσο πιο μακριά γίνεται από τα Βαλκάνια.

Τι βοηθάει: ένα (ή πέντε) ουισκάκια τη μέρα, τζόγκινγκ τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο, το να παίζω κιθάρα και να μουρμουρίζω, και το να διαφωνώ με παλαβούς δεξιούς σχετικά με τους κινδύνους του καπιταλισμού στο ίντερνετ χρησιμοποιώντας το iPhone μου, ενώ παρακολουθώ το Μουντιάλ στην επίπεδη τηλεόρασή μου. Ένα ακόμα πράγμα που έμαθα: ζούμε σε υπέροχους καιρούς με πολλά συστατικά.

Η ταινία του Γκιόρτσε Σταβρέσκι Μυστικό συστατικό προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Ιουλίου σε διανομή της Filmcenter Tριανόν. 

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Gjorce Stavreski: “Contemporary European cinema is turning a blind eye to social subjects, inequality and poverty”


Interweaving the personal and the collective with dexterity and confidence uncommon for a debut feature film-maker, Gjorce Stavreski’s poignant black comedy Secret Ingredient simultaneously deals with the dysfunctional healthcare system in F.Y.R.O.M. and a dysfunctional father-son relationship, while contemplating what makes life worth living in unlivable times. In conversation with the talented director ahead of the film’s Greek release on July 19th.

Interweaving the personal and the collective with dexterity and confidence uncommon for a debut feature film-maker, in Secret Ingredient you simultaneously touch on the dysfunctional healthcare system in F.Y.R.O.M. and a dysfunctional father-son relationship, while contemplating what makes life worth living in unlivable times. Have all these thematic threads been there ever since you first conceived your film?

Well, yes, the themes were there from the beginning, but in a slightly different form. When I started to write, the film was conceived as a family drama and it was much darker. But then I started feeling frustrated with the script. When I now think about it, I was actually struggling with some kind of personal crisis connected with my creative identity. I’m a person who enjoys humor a lot, but I was trying to keep it at distance from my work. I thought that it’s contaminating my urge to make pure drama and I kept it at bay.

Anyway, something was fundamentally off with my story and I didn’t enjoy writing it anymore. We were also rejected by one pitching forum and a producer who works there gave me some nasty comments, which made me realize that I didn’t believe in the story enough to stand by it and defend it.

In a way, that created a perfect storm, so after some difficult weeks of anxiety and nihilism it all resulted with throwing in the towel and saying: Fuck it, I’m denying my God of drama, life is meaningless anyway, even more so in this crazy country- I’ll do a comedy. So, although everything was there at the beginning, it had a different flavor that I didn’t believe in. And thanks for the compliments.



The characters of Secret Ingredient feel real and not like caricatures, and your approach towards them is imbued with dignity, generosity, respect and tenderness. Are there parts of you traced in them? And how do you work with actors/actresses?

Thank you, I appreciate your kind words. If I’m honest about it, the main character, Vele, was subconsciously written with me as a role model. But I found an actor fundamentally different from me, and at the same time he strangely seemed perfect for the role, if only I was willing to do a major script change.

In the story there are two young brothers who were vastly different: one was nerd, with perfect grades, who won awards as a science prodigy and who wants to be a computer scientist; and the other one who is not as ambitious, hates school and authorities, and chooses the mundane life of their father working as train mechanic. But in a fatal car crash the brother mechanic dies with their mom and the nerdy brother starts working as a train mechanic himself to support his depressed and sick father.

The problem was, as I said, that I found an actor who was perfect as the brother mechanic who dies. So, I decided to kill the “nerd” instead and adapt the script for the mechanic. Suddenly, everything fell into place.

Regarding your second question, I think the most important thing when working with actors is the mutual trust. I was trying not to impose myself and listen to the actors’ valuable feedback, but at the same time protecting my original vision: realistic acting and the deadpan humor.



Your film is typically “Balkan”, primarily in the way it balances between the comic and the tragic, the light-hearted and the deeply despondent. How do you personally perceive what may be termed as “Balkan-ness” in art, and especially in cinema?

I have to say that I have a love-hate relationship with the term “Balkan”. In music, for example, my first association would be the trashy “turbo folk” coming mostly from Serbia and Bulgaria, which I really hate from the bottom of my heart. In cinema, especially in the countless comedies coming from Ex-Yu countries -excluding the “Black Wave” movies in the ‘60s-, I despise many things that I connect with the term “Balkan”: chauvinism, insensitive humor, over-the-top acting, shallowness of the plot, etc.

Putting that aside, in light of your charmingly coined definition above, I have to say that I enjoy a lot of recent “Balkan” releases: contemporary Bulgarian films, new Romanian cinema, the Greek “Weird Wave” and also some cool new films coming from Ex-Yu countries as well. That’s a hell of a bunch of filmmakers and in that sense, if my film comes across as a typical Balkan one, I regard it as a great compliment. As for my own influences, I’d say I was mostly inspired by the Italian Neorealism, Czechoslovak New Wave and another bunch of brothers as well: Coen and Dardenne.

Secret Ingredient is also profoundly political, though in cinematic terms. As a film-maker, do you feel morally obliged to tackle sensitive societal issues through your work? And, if so, what is the most pressing problem in contemporary F.Y.R.O.M.?

Yes, I really felt a personal obligation to speak up about our current issues. The film is a powerful medium and every filmmaker has to wisely choose his/her battles. I also think that contemporary European cinema is much more preoccupied with the standard center-left “identity politics” issues, turning a blind eye to social subjects, inequality and poverty. Being raised in a lower income family, I’ve felt many of the problems on my own skin, so it was a natural decision for me to take a stance and tackle those subjects.

Answering your second question, I think the most pressing problem in Macedonia right now is the corruption, especially our corrupted, dysfunctional and almost dismantled rule of law. Besides the absurd faux-baroque buildings of “Skopje 2014” this was another “gift” from our previous government. I’m not sure how much of that has changed since they lost the elections, but we are constantly witnessing selective justice, hearing about corrupt officials and overturned sentences.

It’s a country where the corruption is so blatantly obvious, that I think nobody believes in justice anymore. In my eyes, that’s a much bigger problem than the “name dispute”, which is just a function, a symptom of the above.



On the whole, I think that you make plebian cinema with cinephile sensitivities. Do you agree?

Plebian, cinephile-sensitive cinema. Wholeheartedly yes. That has to be one of the coolest compliments the film has received. What can I say, I really sympathize with the ordinary people. I believe, contrary to the narrative offered by the elites, who argue that most people are not educated enough to make the right choices, that first and foremost it’s the poverty and inequality that’s driving the most decisions made by the “99%”.

And however unexpected those decisions may seem (Syriza wining in Greece), or downright absurd (Brexit and Trump) they are quite logical in a sense that people know they are manipulated and disrespected, and vote nihilistically to punish the “status-quo” politics of the center parties, which seem to differ less and less, jointly disregarding the ailments of the working class.

From time to time, people ask me the same question over and over again: Why the obsession with the poor? I always say: First, they need a voice, and second, that’s where the real (cinephile-sensitive) stories lay.

Your debut feature is a co-production between F.Y.R.O.M. and Greece. How crucial has this factor been with regard to the completion of your film?

I enjoyed collaborating with my friends from Greece. Many things were vital. I can’t thank enough my co-producers Konstantina Stavrianou and Rena Vougioukalou from Graal S.A., for the trust they had in the story and in me as film-maker. In the midst of the financial turmoil in Greece, they managed to secure funding by persuading the decision makers in the Greek Film Centre that this film is worth making, which made this cooperation possible.

Lastly, the creative input we’ve received from our Greek colleagues complemented perfectly the areas where I felt we needed most help: in production I received invaluable comments from my co-producers and during post-production we did amazing job in Athens with the colorist Yannis Zaharoyiannis and dubbing mixer Kostas Varibopiotis.


Secret Ingredient started its successful journey towards international critical acclaim and audience appreciation from last year’s Thessaloniki Film Festival, where it won the audience prize in the Balkan Survey section. Did that award come as a surprise?

Yes, you bet. Oh, man, I had such a great time. Our wonderful hosts, the Balkan Survey director Dimitris Kerkinos and his right-hand man Yannis Palavos, made sure we felt special when we arrived, arranging interviews and making sure everything goes smoothly. During the first screening, on the world premiere of our film, I felt so emotional, I couldn’t hold back my tears. I was also stressed out and I didn’t know what to expect. Then magic happened, a relief: people were really enjoying the film, smiling to the jokes, silently grieving to the misfortunes of our hero.

At the end there was a thunderous applause that melted my heart. During the unforgettable Q&A session I realized that people didn’t take the film lightly, but were deeply touched and wanted to talk about the many similar issues and problems that we seem to share. When the film won the award, I was told that it got one of the best scores on the festival ever. It was a blast.

The award ceremony was really special. It felt like a dream. I was so afraid that I’d make a mistake with my acceptance speech that I don’t remember many things actually. But I remember the smiles and hugs. Glorious times.



You’re currently “drowning” in the preparation of your follow-up film. Do you feel that you have discovered the ingredient of success? What’s your (secret) “ingredient” in life, after all?

I’m developing stories- some are much different than this one, others breathe the same air, but I’m not sure what’s next honestly. I have no recipe of course. I can’t say that I’ve discovered anything actually, neither in movies nor in life. I’m even more confused now, the mystery of my existence deepened even further. But not everything was in vain, and though my life is as enigmatic as before, I’ve actually found some “ingredients” that kept me away from burning my laptop in frustration while editing the sound in my bedroom, and then immigrating as far away from the Balkans as possible.

What helps: a glass (or five glasses) of bourbon a day, jogging at least twice per year, playing guitar and mumbling, and arguing with right-wing lunatics about the perils of capitalism on Internet using my iPhone, while watching the World Cup on my flat TV. Another thing I learned: we live in wondrous times with many ingredients.

Gjorce Stavreski’s Secret Ingredient is released in Greek cinemas on July 19th, distributed by Filmcenter Trianon.  

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Ahmet M. Rahmanović: «Οι καλλιτέχνες πρέπει να στέκονται στην πλευρά της αλήθειας»


Οκτώ χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το σκοτεινό και καθηλωτικό μυθιστόρημα του Βόσνιου Μουσουλμάνου Ahmet M. Rahmanović Black Soul, το οποίο αφηγείται την οδύσσεια του πρωταγωνιστή του Hamza από τη σπαρασσόμενη Βοσνία στο Σικάγο, παραμένει μια από τις πιο επιδραστικές λογοτεχνικές καταγραφές όσων συνέβησαν στον πόλεμο της Βοσνίας. Λίγες μέρες πριν από την 23η επέτειο της σφαγής της Σρεμπρένιτσα, συνομιλούμε με τον συγγραφέα.

«Η ιστορία που ακολουθεί είναι μυθοπλασία. Ό,τι συνέβη στην πραγματικότητα ήταν χειρότερο», γράφετε στις εισαγωγικές σημειώσεις του σκοτεινού και καθηλωτικού μυθιστορήματός σας Black Soul. Πότε και γιατί αποφασίσατε να αναδημιουργήσετε μυθοπλαστικά τις προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες και αναμνήσεις από τον πόλεμο στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη;

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο, ένας Δυτικοευρωπαίος δημοσιογράφος τράβηξε μια φωτογραφία ενός μικρού σκυλιού που πέθαινε στο δρόμο αφότου είχε χτυπηθεί από οβίδα. Εκείνη η φωτογραφία προκάλεσε μεγαλύτερη προσοχή και φρίκη στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη από τις φωτογραφίες των σφαγμένων ανθρώπων, των βιασμένων γυναικών, των στρατοπέδων συγκέντρωσης κ.λπ.

Κατάλαβα πως η αλήθεια δεν είχε ενδιαφέρον για τον μέσο Ευρωπαίο ή πολιτικό. Έτσι προέκυψε η ιδέα μου να γράψω την αλήθεια για τον πόλεμο στη Βοσνία, αλλά τυλίγοντας και παρουσιάζοντάς τη σαν ένα μυθιστόρημα δράσης γεμάτο ένταση. Το Black Soul παραμένει ανάμεσα στα μπεστ σέλερ στη Βοσνία, και το πιο ευπώλητο αγγλόφωνο βιβλίο στη χώρα.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε στο St. Charles σε δύο μήνες.

Από την άποψη της αφήγησης, το μυθιστόρημά σας ξετυλίγεται σαν ένα βαλκανικού τύπου υπαρξιακό νουάρ ή μια αρχαιοελληνική τραγωδία. Στιλιστικά και φιλοσοφικά, υπήρξαν αυτοί οι τρόποι γραφής ανάμεσα στις επιρροές σας;

Δεν υπάρχει ευτυχές τέλος μέτα από ένα πόλεμο. Μόνο οι ηλίθιοι και οι κερδοσκόποι είναι ευτυχείς. Αν και φαίνεται παράξενο, το Black Soul είναι ένα μυθιστόρημα για την ελπίδα. Ο Hamza απείχε ένα βήμα από την επιστροφή στην κανονική ζωή. Δεν τα κατάφερε, αλλά το μυθιστόρημα δείχνει το δρόμο προς την επιτυχία, και το φως στο τέλος του τούνελ. Μόνο η αγάπη μπορεί να επαναφέρει τους παλιούς πολεμιστές στην κανονική ζωή.

Το Black Soul έχει κάποια στοιχεία κλασικής ελληνικής τραγωδίας, αλλά όπως ο Avdaga (σημ.: ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος) λέει κάποια στιγμή: «Το να διαλέγεις το θάνατο δεν είναι κατ’ ανάγκη η χειρότερη επιλογή».

Ο Hamza, ο βαθιά τραυματισμένος κεντρικός πρωταγωνιστής και κινητήρια δύναμη της αφήγησης στο Black Soul, και η οδύσσειά του με αφετηρία τη ρημαγμένη από τον πόλεμο Βοσνία και τέρμα το Σικάγο βρίσκονται στον πυρήνα του βιβλίου σας. Θα θέλατε να αναφερθείτε λεπτομερέστερα στη διαδικασία δημιουργίας του χαρακτήρα του;

Ο χαρακτήρας του Hamza είναι κυρίως αληθινός, και αποτελεί μετουσίωση περισσότερων πραγματικών χαρακτήρων, συμπεριλαμβανομένων και προσωπικών εμπειριών. Έχοντας αυτό κατά νου, ένας Αμερικανός εκδότης μου πρόσφερε ένα συμβόλαιο για τη δικιά μου μη-μυθοπλαστική ιστορία. Δυστυχώς, τα συναισθήματα είναι ακόμα υπερβολικά έντονα για να προχωρήσω σε αυτό το εγχείρημα.

Ως χαρακτήρας, ο Hamza συνδυάζει τη μοίρα και τις εμπειρίες των ανθρώπων που πέρασαν τον πόλεμο στα πεδία των μαχών, των ανθρώπων που κρατήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, των ανθρώπων που έχασαν τα παιδιά τους στον πόλεμο κ.λπ.

Ως επί το πλείστον, τείνετε να αναφέρεστε σε άτομα σερβικής εθνικότητας ως “Chetniks”, δηλαδή φασίστες, είτε πρόκειται για στρατιώτες ή παραστρατιωτικούς είτε πολίτες. Νιώθετε ακόμα πικρία και οργή απέναντί τους, ή τους έχετε συγχωρέσει;

Ίσως παρατήρησες το σύνθημα “nož, žica, Srebrenica” («μαχαίρι, σύρμα, Σρεμπρένιτσα») σε ποδοσφαιρικά στάδια στη Σερβία. Η τελευταία φορά που αυτό τραγουδήθηκε δημόσια ήταν στη Βιέννη, μετά τον αγώνα μεταξύ Σερβίας και Ελβετίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στις 22 Ιουνίου. Ίσως δεν έχεις αναρωτηθεί τη σημασία αυτού του σλόγκαν, αλλά εμπεριέχει τη σύνοψη της ιδεολογίας του κινήματος των Chetniks. Υπάρχει ένα μαχαίρι για το σφάξιμο του θύματος, έπειτα το αγκαθωτό σύρμα με το οποίο δένονται οι φυλακισμένοι, και η Σρεμπρένιτσα ως το τελευταίο παράδειγμα της γενοκτονίας τους.

Οι Chetniks συνιστούν κομμάτι των Σέρβων αυτής της νοοτροπίας, ανεξαρτήτως αν είναι πολίτες ή μέλη του στρατού. Ασφαλώς, δεν είναι όλοι οι Σέρβοι Chetniks, ούτε καν όσοι πολέμησαν στη σερβική πλευρά. Στο μυθιστόρημα, οι Chetniks δεν έχουν όνομα, με εξαίρεση εκείνους που επιδεικνύουν ανθρωπιά. Δυστυχώς, είναι οι ήσυχοι μέσα στη θάλασσα της απανθρωπιάς.

Όσον αφορά στη συγχώρεση και τη λησμονιά, νομίζω πως ο σκοπός και η εχθρότητα είναι τέτοια, που κανείς δε δικαιούται να μιλά για άλλους. Πρέπει να εναπόκειται στο κάθε άτομο αν μπορεί να συγχωρέσει ή αν θα επιλέξει να μην το κάνει. Ελπίζω οι επόμενες γενιές να βρουν ένα τρόπο να ζουν ως φυσιολογικοί άνθρωποι.

Πιστεύετε ότι η τέχνη, γενικότερα, και η λογοτεχνία, ειδικότερα, είναι ηθικά υποχρεωμένες να παίρνουν θέση;

Οι καλλιτέχνες πρέπει να στέκονται στην πλευρά της αλήθειας. Η «ουδετερότητα» εξισώνει το θύμα με τον εγκληματία. Έβλεπα τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς διεθνώς να λένε πως δεν ήξεραν ποιος πυροβολούσε, αν και οι βολές, η πορεία και η έκρηξη των όλμων ήταν ορατές διά γυμνού οφθαλμού.. Αποφάσισα να σταθώ στην πλευρά της αλήθειας, ανεξαρτήτως αν αφορούσε στο ζήτημα των εγκληματιών Chetniks, των Βόσνιων πολιτικών, ή της μαύρης αγοράς του Σαράγεβο.

Το Black Soul διαθέτει εξαιρετικά κινηματογραφική δομή. Νομίζετε πως μια διασκευή του για τη μεγάλη οθόνη θα αναδείκνυε περαιτέρω τη δυναμική του;

Μερικά χρόνια πριν, συνεργάστηκα με έναν Αμερικανό σεναριογράφο πάνω στο σενάριο του Black Soul. Οι δρόμοι μας χώρισαν όταν δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε στο ότι ο πόλεμος στη Βοσνία δεν ήταν Εμφύλιος, αλλά επιθετικός. Πέρα από αυτό, έκανα κάποιες επαφές στη Βοσνία, αλλά τίποτα δεν πήγε καλά.

Γνωρίζω πως η κινηματογράφηση και η διαδικασία μετατροπής σε ταινία θα είναι δύσκολες. Σε αντίθεση με το No Mans Land, το Black Soul είναι απολύτως ξεκάθαρο ως προς τα ζητήματα του ποιος πυροβολεί, ποιος είναι ο επιτιθέμενος και ποιος το θύμα. 



23 χρόνια μετά τον τερματισμό του πολέμου και ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου, η πολιτικο-οικονομική κατάσταση στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη φαίνεται ανησυχητικά ασταθής. Πώς θα τη σχολιάζατε;

Η πολιτική και οικονομική κατάσταση στη Βοσνία δεν είναι καλή. Η οικονομία βελτιώνεται χρόνο με το χρόνο, αλλά η πολιτική κατάσταση είναι τελματωμένη, ή επιστρέφει στα επίπεδα του 1992. Η εμπλοκή των γειτόνων μας από τη Σερβία και την Κροατία εξακολουθεί να είναι σοβαρή και αρνητική. Τόσο οι Σέρβοι όσο και οι Κροάτες ερμηνεύουν το ρόλο τους στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Ντέιτον ως εγγυητών της συμφωνίας, κι όχι ως των επιτιθέμενων που εισέβαλαν στη Βοσνία, γεγονός το οποίο αποτελεί το συμπέρασμα των Δικαστηρίων της Χάγης.

Ο πόλεμος δε θα ξανάρθει στη Βοσνία: η Κροατία ως μέλος της ΕΕ δε θα είναι πρόθυμη να κάνει αυτή την κίνηση. Θα συνεχίσουν να αποσταθεροποιούν τη Βοσνία, και θα επιχειρήσουν να επιβάλουν μια τρίτη, κροατική οντότητα- μια κίνηση βαθιά καταστροφική για τους Κροάτες στην υπόλοιπη Βοσνία. Η Κροατία έχει, επίσης, εμπλακεί σε μια συνεχιζόμενη συνεργασία με τη RS (Ρεπούμπλικα Σέρπσκα), αν και περίπου το 90% του πληθυσμού των Κροατών προπολεμικά έχει εκτοπιστεί από την RS.

Οι Chetniks δε θα ξεκινήσουν ένα καινούριο πόλεμο στη Βοσνία. Ουδέποτε στην ιστορία τους έχουν επιτεθεί σε κάποιον που μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, η πολιτική κατάσταση στη Βοσνία θα επιδεινωθεί, λόγω της ανικανότητας της Ευρώπης και της εμπλοκής της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Αυτό θα συνεχιστεί μέχρι οι Η.Π.Α. να εκτιμήσουν ότι τα συμφέροντά τους απειλούνται, και να αποφασίσουν να επέμβουν. Υπάρχουν ήδη κάποια σημάδια γιαυτό.

Ως πιστός Μουσουλμάνος και ταυτόχρονα πολίτης των Η.Π.Α., πώς αντιλαμβάνεστε και θα σχολιάζατε τη στοχοποίηση των Μουσουλμάνων, περισσότερο ή λιγότερο ξεκάθαρα, ως εχθρών από την κυβέρνηση Τραμπ;

Το αμερικανικό σοκ της 11/9 είχε, ίσως, τη μεγαλύτερη επίδραση στην εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α.- ιδίως απέναντι στις λεγόμενες ισλαμικές χώρες. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ δε φαίνεται να τελειώνουν. Η επέμβαση και η αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη διευκόλυναν την ισχυροποίηση της Αλ Κάιντα, την εισαγωγή και την ενδυνάμωση του Ισλαμικού Κράτους. Οι μπερδεμένες αντιδράσεις των Η.Π.Α. έχουν εκδηλωθεί μέσω διαφορετικών κυβερνήσεων, κι έχουν τώρα κλιμακωθεί με την απαγόρευση εισόδου στις Η.Π.Α. πολιτών από επτά χώρες με μουσουλμανική πλειονότητα.

Ελπίζω η αμερικανική διαδικασία να συνεχίσει την ιστορική ανοδική πορεία της, παρά τα περιστασιακά εμπόδια. Είναι ένδειξη της πολυπλοκότητας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος ότι, αν και η εξωτερική πολιτική έχει εισαγάγει την «απαγόρευση στους Μουσουλμάνους», στο εσωτερικό εξακολουθούν να αναγνωρίζονται στους Μουσουλμάνους όλα τα δικαιώματα και τα προνόμια ενός Αμερικανού πολίτη.

Θα σκεφτόσαστε ποτέ να επιστρέψετε στο Σαράγεβο ή να γράψετε ένα καινούριο μυθιστόρημα; Ο πόλεμος είναι στο μυαλό του ανθρώπου, τελικά; Και, αν ναι, μπορεί να απαλλαγεί από αυτόν μια και καλή;

Πηγαίνω στη Βοσνία τακτικά, για διακοπές. Δουλεύω πάνω σ’ ένα καινούριο μυθιστόρημα, το οποίο θα μπορούσε να κυκλοφορήσει το νωρίτερο μέσα στον επόμενο χρόνο. Δυστυχώς, το θέμα είναι πάλι ο πόλεμος, γιατί δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτόν. Όπως ένας φίλος επεσήμανε στην ερώτησή μου πόσο συχνά θυμάται το στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου ήταν έγκλειστος: «Xίλιες φορές τη μέρα, κάθε μέρα».  

Κεντρική φωτογραφία (Σαράγεβο): Γιάννης Κοντός.

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για το χρόνο που μου αφιέρωσε και τον γιο του, Faruk Rahmanović, για τη μετάφραση των απαντήσεών του στα αγγλικά, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα με την σύζυγό του.

Το μυθιστόρημα του Ahmet M. Rahmanović Black Soul κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Xlibris και Connectum.