Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2020

“The Soul of Epirus”: Συνομιλώντας με τους Πετρολούκα Χαλκιά και Βασίλη Κώστα


Η σύμπραξη του ζωντανού θρύλου της ηπειρώτικης μουσικής Πετρολούκα Χαλκιά και του εξαιρετικού νεαρού λαουτίστα Βασίλη Κώστα στο πλαίσιο του άλμπουμ The Soul of Epirus αποτέλεσε ένα από τα μουσικά ορόσημα του 2019.


Παρέα με εκλεκτούς μουσικούς, το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου ολοκληρώνουν μια ιδιαιτέρως επιτυχημένη περιοδεία σε Η.Π.Α. και Ελλάδα με μια μοναδική συναυλία στην Αθήνα. Μια συνομιλία μαζί τους, σε δύο μέρη.


Βασίλης Κώστας: «Μ’ αυτό το πρότζεκτ είμαστε πολύ μακριά απ’ την ασφαλή ζώνη που έχει ο κάθε μουσικός»


Σας ευχαριστώ, και τον κ. Χαλκιά κι εσένα και τους υπόλοιπους συντελεστές του The Soul of Epirus γι’ αυτό το υπέροχο δώρο ψυχής.


Μας τιμά ιδιαίτερα!


Εσύ ζεις στη Βοστόνη, έτσι;


Ζω στη Βοστόνη, η βάση μου είναι εκεί.


Η καταγωγή σου, ωστόσο, είναι από το Πωγώνι ή από τα Γιάννενα;


Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στα Γιάννενα, αλλά οι παππούδες από την πλευρά του πατέρα μου μένουν στη Βήσσανη Πωγωνίου. Οι ρίζες μου είναι στο Πωγώνι, δηλαδή. 


Έζησες, επομένως, στα Γιάννενα ως παιδί και έφηβος, και κατόπιν αποφάσισες να μετακομίσεις στις Η.Π.Α.; Πώς προέκυψε;


Μέχρι τα δεκαοκτώ μου ήμουν στα Γιάννενα. Έπειτα, πήγα στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσω στη Φιλοσοφική Σχολή, αλλά ο κύριος λόγος που βρέθηκα στην πόλη ήταν το Ωδείο του Φίλιππου Νάκα. Το πάθος μου ήταν να μελετήσω την τζαζ κιθάρα.


Είχε καταπληκτικούς δασκάλους τότε, ειδικότερα τον Μάκη Στεφανίδη, απόφοιτο του Μπέρκλι, στη Βοστόνη. 


Κάθε φορά στα μαθήματα μού μιλούσε για το Κολέγιο στις Η.Π.Α., πόσο θα άξιζε να δώσω εξετάσεις για να δούμε αν μπορούν να μου δώσουν υποτροφία. Μετά από παρότρυνσή του, λοιπόν, αποφάσισα να δώσω για ακρόαση.


Έτσι, βρέθηκα στις Η.Π.Α. το 2013.


Παράλληλα, είσαι κομμάτι του πολιτισμικού, του μουσικού «σύμπαντος» της Δυτικής Ελλάδας, των Ιωαννίνων, του Πωγωνίου. Πώς συνταιριάζονται αυτές οι αναφορές μέσα σου;


Ήμουν πολύ τυχερός μεταξύ δεκαπέντε και δεκαοκτώ χρονών, όταν ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου με πήγαινε στο άλλο χωριό, την Κληματιά Ιωαννίνων, σε έναν παλαίμαχο κλαρινετίστα, τον Ανδρέα Φάκο.


Δυστυχώς πέθανε πριν από δυόμισι χρόνια.


Στο παρελθόν είχε πάει στην Αυστραλία κι επέστρεψε στο χωριό για να πάρει τη σύνταξή του. Μου μάθαινε τα παλιά ηπειρώτικα ορχηστρικά κομμάτια, έργα τέχνης όπως τη Γράβα ή την Ποταμιά.


Μέσα από τη μαθητεία δίπλα του καταλάβαινα τι σήμαινε για τη δικιά του γενιά η ηπειρώτικη μουσική, όλες τις κοινωνικές της εκφάνσεις. Ακόμα κι ο τρόπος που παίζεις ένα όργανο εξαρτάται από τις αξίες που έχεις ως άνθρωπος.


Με έκανε να κατανοήσω ότι, αν θέλω να παίξω αυτή τη μουσική σε σχετικά υψηλό επίπεδο, πρέπει συνεχώς να εξελίσσω και να βελτιώνω τις πτυχές του δικού μου εαυτού, ώστε να γίνομαι και καλύτερος μουσικός.


Ακριβώς.


Όταν, επομένως, το καταλάβεις αυτό, μπορείς να βρεις τις αξίες και τα ιδανικά που θες να πρεσβεύεις και σε άλλες μουσικές παραδόσεις, σε άλλες κουλτούρες, σε άλλους μουσικούς. Έτσι μιλάμε για ένα πιο βαθύ επίπεδο συνεννόησης και «παντρέματος».


Γι’ αυτό και μερικούς μουσικούς που κατάγονται από την Ιορδανία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη ή τον Παναμά, δε νομίζω ότι μόνο η μουσική μάς φέρνει κοντά, αλλά ένα ολόκληρο πολιτισμικό πλαίσιο.


Τον Πετρολούκα τον Χαλκιά θα τον είχες δει, φαντάζομαι, χωρίς να τον έχεις γνωρίσει, σε μικρότερη ηλικία. Ίσως σε κάποιο πανηγύρι ή τυχαία.


Ο Πετρολούκας Χαλκιάς έπαιξε στο γάμο των γονιών μου! 


Αυτό είναι όντως σημαντικό!


(Γέλιο) Έχει να το λέει. Κοιμήθηκε στο σπίτι του παππού μου, του Βασίλη Κώστα, στη Βήσσανη Πωγωνίου όταν εγώ υπήρχα μάλλον ως ιδέα.


Αποδεικνύεται πως η πολύ μεταγενέστερη σύμπραξή σας δεν υπήρξε καθόλου τυχαία. 


Ακριβώς. Αλλά και όταν γεννήθηκα, από πολύ νεαρή ηλικία, ερχόταν ο παππούς από την πλευρά της μητέρας μου στο σπίτι κάθε βράδυ και βάζαμε δίσκους του Πετρολούκα Χαλκιά. 


Στα μικρά παιδιά η καρδιά μιλάει κι όχι το μυαλό. Τότε εγώ ήμουν ενθουσιασμένος με τον Πετρολούκα.


Όταν στα δώδεκα ήμουν μέρος σε ένα χορευτικό κι έπαιζε εκείνος μουσική στη Βήσσανη Πωγωνίου, κάθε φορά που περνούσα δίπλα του αισθανόμουν ένα δέος κι ένα φόβο μαζί. Αυτό που γίνεται τώρα δεν ήταν μέσα στα πλάνα μου.


Κι όμως συνέβη. Αυτή η ψυχωμένη δουλειά είναι όντως ένας διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ανάμεσα σε είδη -ηπειρώτικα και τζαζ-, ανάμεσα σε συγκεκριμένους μουσικούς κι ερμηνευτές. Ως ανάγκη διαλόγου ξεκίνησε;


Από όταν γνώρισα τον Πετρολούκα Χαλκιά το 2015 στις Η.Π.Α., ήδη μελετούσα τη δική του «φρασεολογία» από το κλαρίνο, αλλά στο λαούτο. Ήμουν και είμαι αφοσιωμένος σε και παθιασμένος μ’ αυτό το πράγμα.


Εκείνος το άκουσε αυτό, οπότε με παρότρυνε να βγάλω κι άλλα δικά του κομμάτια, να εξελίξω περισσότερο αυτό που ήδη παίζω και να προσπαθήσω, σιγά σιγά, να φτάσω κοντά στο δικό του επίπεδο.


Όταν είδε ότι πλησίαζε αυτή η ώρα, πρότεινε να μπούμε στο στούντιο, ώστε να καταγραφεί ένας ισότιμος διάλογος του κλαρίνου με το λαούτο, κάτι που ούτε ο Πετρολούκας είχε κάνει ποτέ στη ζωή του, αλλά πάντα το ήθελε, με ένα έγχορδο.


Αυτός ο διάλογος έχει, όμως, τις ρίζες του 100 χρόνια πριν, στο παίξιμο του τεράστιου κλαρινετίστα Κίτσου Χαρισιάδη. 


Αυτός δημιούργησε τη δική του σχολή, το δικό του τρόπο παιξίματος, τον οποίο ο Πετρολούκας κι ο εγγονός του πρεσβεύουν: παίξιμο χαοτικά περίπλοκο και οργανωμένο παράλληλα.


Κάποιες φορές επίσης γλυκό και παραπονιάρικο. Η παραγωγή του CD, εξάλλου, είναι εξαιρετικά φροντισμένη.


Βάλαμε ποσότητες αγάπης σ’ αυτή τη δουλειά, και οι ώρες για να περάσει το κάθε κομμάτι κι η κάθε λέξη που μπήκε στο συνοδευτικό βιβλιαράκι από το «μοιρογνωμόνιο» ήταν πολλές. 


Μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι, επειδή είμαστε περήφανοι για το αποτέλεσμα που προέκυψε. Ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε τη δεδομένη χρονική στιγμή, και μας δίνει έμπνευση να δούμε τι μπορεί να γίνει περαιτέρω.


Νιώθεις περήφανος και σε προσωπικό επίπεδο που ενεπλάκης σ’ αυτή τη συνεργασία και που το αποτέλεσμά της δικαιώνει και εσάς και μια πολύ ευρύτερη παράδοση και έχει την απήχηση που φαίνεται να έχει;


Μόνο περήφανος; (Γέλιο) Παναγία μου! 


Κατ’ αρχάς, είναι μια τεράστια ευλογία αυτό το πράγμα. Το να κάτσεις δίπλα στον Πετρολούκα Χαλκιά και να εξερευνήσεις μαζί του τη «φρασεολογία» που επικρατούσε πριν από 100 χρόνια βρίσκοντας δημιουργικά «παράθυρα» είναι τιμή.


Είναι ευλογία να έχεις έναν μέντορα να σε βοηθάει να «ξεκλειδώσεις» και πτυχές του ίδιου σου του εαυτού, να μη φοβάσαι, να έχεις διάθεση να παίρνεις ρίσκα σε πραγματικό χρόνο, ν’ αυτοσχεδιάζεις χωρίς να σκέφτεσαι τι θα πουν οι άλλοι.


Να είσαι ειλικρινής, με άλλα λόγια. 


Οι άλλοι, εν προκειμένω κυρίως οι μη ελληνικής καταγωγής ακροατές, πώς αντιμετωπίζουν αυτή τη σύμπραξη;


Προσωπικά ήταν μεγάλη έκπληξη για μένα.


Όταν παίξαμε την ηπειρώτικη μουσική στις Η.Π.Α., το μισό κοινό δεν ήταν Έλληνες. Κι όμως, υπάρχει κάτι που μπόρεσε να κάνει αυτούς τους ανθρώπους να αισθανθούν τι είναι αυτή η μουσική.


Ίσως είναι οι μουσικές πληροφορίες, το στοιχείο του διαλόγου, του αυτοσχεδιασμού, του να παίρνεις ρίσκα. Είναι σαν να είσαι γυμνός εκείνη τη στιγμή. Αυτό, το κοινό το αντιλαμβάνεται. 


Μ’ αυτό το πρότζεκτ είμαστε πολύ μακριά απ’ την ασφαλή ζώνη που έχει ο κάθε μουσικός. Όλο το εγχείρημα βασίζεται στα όρια αυτής της ζώνης, μέχρι που αρχίζεις να εξερευνάς περιοχές οι οποίες ούτε κι εσύ ήξερες ότι υπάρχουν.


Ωραία! Οπότε, όταν με το καλό κατηφορίσετε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου, θα χαρώ να εξερευνήσουμε από κοινού αυτά τα όρια και να δούμε πού μπορούν να φτάσουν και να φτάσουμε. Θα χαρώ να γνωριστούμε από κοντά.


Βεβαίως, με χαρά!


Πετρολούκας Χαλκιάς: «Η ζωή αλλάζει τα πάντα στον άνθρωπο»


Αν δεν ήσασταν εσείς, μάλλον δε θα είχα μάθει τα ηπειρώτικα. Θέλω να σας ευχαριστήσω, λοιπόν.


Παρακαλώ. Τι να κάνουμε; Όσο μπορούμε!


Ξεκινήσατε από μικρός, έτσι;


Από οκτώ χρονών ξεκίνησα το κλαρίνο.


Ήταν ο πατέρας σας ο άνθρωπος από τον οποίο πήρατε τα πρώτα σας μαθήματα;


Ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος, και μετά πήγα στον Φίλιππο τον Ρούντα. Από εκεί ξεκίνησα, μόνος μου, άκουγα τον καθένα, πώς παίζει το κάθε τραγούδι ο Κίτσος ο Χαρισιάδης, ο Φίλιππος ο Ρούντας, ο Τάσης ο Χαλκιάς. 


Έβγαζα το συμπέρασμα τι είναι το καλύτερο και το τεχνικότερο.


Οι μουσικές του κόσμου είναι τρεις: η βυζαντινή, η πεντατονική κι η ευρωπαϊκή. Η πεντατονική είναι η δική μας, η πρώτη που όπου εμφανίζονται ο αυλός, η άρπα. Είναι αναγνωρίσιμη κι από τα ζώα ακόμα.


Μετά ακολουθεί η βυζαντινή, η οποία είναι αδερφική με την πεντατονική.


Με την ευρωπαϊκή δεν ταιριάζουμε. Σύμφωνα μ’ αυτήν, υπάρχει τόνος-ημιτόνιο, ενώ στη βυζαντινή και την πεντατονική από τον τόνο ώς το ημιτόνιο μεσολαβεί ένα «αααα», ένα «τράβηγμα».


Είχατε καλό αυτί, προσοχή, συγκέντρωση κι υπομονή από μικρός.


Έβλεπα πως η κάθε γενιά είχε και τα δικά της συναισθήματα. 


Γεννήθηκα το 1934 και το 1940 άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήμουνα παιδάκι, δεν ήξερα τι είναι ο πόλεμος. Έβλεπα σκοτωμένους Ιταλούς, Γερμανούς, μάζευα χειροβομβίδες για να παίζω. Όλα αυτά μου έχουν γίνει μάθημα. 


Στο Δελβινάκι γεννηθήκατε, έτσι δεν είναι;


Στο Δελβινάκι. Μετά, φύγαμε από το Δελβινάκι με τον Εμφύλιο κι ήρθαμε στα Γιάννενα. Από τα Γιάννενα πήγα στην Πρέβεζα. Εκεί είχε πολλούς και καλούς μουσικούς.


Τότε έλεγαν, θυμάμαι, ότι το «πανεπιστήμιο» των καλών μουσικών ήταν η Πρέβεζα.


Οπότε σας ωφέλησε η παραμονή σας εκεί.


Ναι, ναι. Έμεινα κάμποσο καιρό. Ξαναγυρίσαμε, βέβαια, στα χωριά μας. Στα 17-18, όπως πηγαίναμε στο σχολείο με μια κοπέλα, αποφασίσαμε και παντρεύτηκα.


Έτσι απλά!


Έτσι απλά! (Γέλιο) Στο γάμο μετά είχαν έρθει όλα τα καλύτερα κλαρίνα, οι καλύτεροι του δημοτικού τραγουδιού, γιατί η κοπέλα ήταν από το σόι του Μπατζή. 


Τα τρία καλύτερα γενεαλογικά δέντρα της μουσικής εδώ στην Ελλάδα είναι του Χαρισιάδη -το σόι της μάνας μου-, του Χαλκιά και του Μπατζή.


Εκείνα τα χρόνια, δεν έλεγαν «παίξε ένα πωγωνίσιο», αλλά «παίξε ένα μπατζίτικο». Ο Μπατζής ήταν το καλύτερο κλαρίνο, σκοτώθηκε το ’40. Ήταν πρώτος ξάδερφος της γυναίκας μου. 


Το υπουργείο Πολιτισμού τον είχε στείλει να παίξει στον Χίτλερ. 


Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είπε: «Εγώ θα πάω πρώτος, μπροστά. Τους κερατάδες, εγώ πήγα και τους έπαιξα κλαρίνο. Κι όμως, αυτοί είναι αχάριστοι!». Πολεμούσε όρθιος, κι εκεί σκοτώθηκε.


Κρίμα τον άνθρωπο, θα ήταν νεαρής ηλικίας. 


Πολύ νεαρός. Εγώ, λοιπόν, είμαι κι από τα τρία αυτά γενεαλογικά δέντρα. Και τα παιδιά μου επίσης.


Όπως κι ο εγγονός, ο Πέτρος Χαλκιάς, που ακολουθεί τα «χνάρια» σας.


Ακολουθεί τα χνάρια μου, αλλά κάθε γενιά έχει διαφορετική ζωή. Η ζωή είναι που αλλάζει τα πάντα στον άνθρωπο. Εμείς, όμως, κρατάμε πραγματικά την παράδοση όπως είναι. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα.


Δύο ανθρώποι είδαν την Ακρόπολη. Ο ένας είχε στο μυαλό του να τη χαλάσει, να βγάλει πολλά λεφτά, να την ξαναφτιάξει κι ο άλλος απορούσε πώς είχαν φτιάξει αυτό το πράγμα οι παλιοί, ήθελε να βρει το μυστικό τους.


Έτσι ακριβώς έχουμε εμείς την παράδοση.


Εσείς τη διατηρείτε ζωντανή και «χυμώδη», χωρίς να είναι κάτι μουσειακό και στατικό. Εμένα αυτό με συναρπάζει, που δεν έχω κάποια καταγωγή από Ήπειρο.


Στην Ελλάδα έχουμε όλους τους ρυθμούς, όλα τα χρώματα της μουσικής που υπάρχουν στον κόσμο.


Άλλα τα θρακιώτικα, τα μακεδονικά, τα ποντιακά, άλλα τα νησιώτικα, τα κρητικά. Το καθένα έχει το χρώμα του. Μόνο τα ηπειρώτικα, όμως, βασίζονται στην αρχαία πεντατονική. Αυτό, έχει μία διαφορά.


Όταν ήμουν στην Αμερική...


Όπου ζήσατε πολλά χρόνια...


Πήρα την αμερικανική υπηκοότητα. Για να το καταφέρεις αυτό τότε, έπρεπε να έχεις αδερφό/μάνα/πατέρα. Σε μένα την έδωσαν γιατί είχα προσφέρει το καλύτερο παράδειγμα καλλιτεχνίας.


Ήρθε ο Μπένυ Γκούντμαν και με ρώτησε: «Η τζαζ μουσική της Αμερικής ταιριάζει μ’ αυτή την πεντατονική που κάνετε εσείς. Μήπως την ακούσατε από μας;»


Του απάντησα: «Είναι ποτέ δυνατόν ο πατέρας να κλέψει απ’ το παιδί;». «Έχετε δίκιο, κύριε Χαλκιά», μού λέει, «συγγνώμη». «Ίσως εσείς πήρατε από μας, και καλά κάνατε», του λέω.


Όταν ήρθαν οι Ινδοί στην Ελλάδα, πολύ μεγάλοι καλλιτέχνες, μου κάνουν μοιρολόι, πραγματικά. Λέω στην διερμηνέα: «Θέλουν να με πειράξουν με τα τραγούδια μας μ’ αυτά που κάνουν;»


Θυμώνει ο Ινδός: «Δεν είναι δικά μας τραγούδια αυτά, τα έχουμε από τότε που ήρθε ο Μέγας Αλέξανδρος και μας είπε ότι μ’ αυτά θα ξαναφτιάξουμε το κράτος μας. Η μουσική μας είναι διαφορετική». 


Είστε τυχερός, πάντως, που έχετε συνεργαστεί, ανά τις δεκαετίες, με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Και τώρα, με τον Βασίλη Κώστα, έναν εξαιρετικό μουσικό και άνθρωπο, όσο μπορώ ν’ αντιληφθώ.


Είναι ένα φαινόμενο. Δεν τον ήξερα τον Βασίλη. Έπαιζα, βέβαια, στο γάμο του πατέρα του.


Μου το είπε χτες που μιλήσαμε. 


Τον γνώρισα στην Αμερική. Έπαιξα εγώ τον Σκάρο, κι εκείνος με ρωτά: «Να παίξω λίγο κι εγώ;» Πρώτη φορά άκουσα λαούτο να σολάρει, και να είναι καλός ο σολίστας.


Μου κίνησε την περιέργεια. «Δεν είσαι στην Ελλάδα», του λέω. «Είμαι εδώ και σπουδάζω», μου απαντά. «Θα σε χρειαστώ», του λέω. «Ό,τι θέλεις, μαζί», μου λέει με τη σειρά του.


Κάναμε κάποιες πρόβες όσο έμεινα στην Αμερική κι έμεινα κατάπληκτος. Στα τόσα χρόνια που εργάζομαι -είμαι 85 και πάω στα 86- μπορώ να σου πω ότι κάθε 2.000 χρόνια βγαίνει ένας τέτοιος άνθρωπος. 


Παίζω πράγματα που δεν μπορεί κανένα κλαρίνο -εκτός βέβαια από τον εγγονό μου που τον έχω διδάξει-, κι αυτός με το πρώτο «τακ», αμέσως το παρουσιάζει. Ο Βασίλης τα παίζει σαν να ζούσε εκείνη την εποχή.


Δεν πιστεύω πως θα γνωρίσουμε άλλον τέτοιο άνθρωπο. 


Οπότε αυτή η σύμπραξη πρέπει να ήταν μια εμπειρία που σας «γέμισε» κι εσάς. Θα πρέπει να αισθανθήκατε μεγάλη χαρά.


Βεβαίως! Μεγάλη χαρά νιώθω. Κανονικά δε θα έπρεπε να παίξω κλαρίνο τώρα, γιατί είναι η ηλικία μου τέτοια, η αναπνοή μου δε με φτάνει, αλλά, όταν συνεργάζομαι μ’ αυτόν τον άνθρωπο, κάτι μου δίνει δύναμη και μπορώ και ανταποδίδω κανονικά.


Αυτό είναι υπέροχο! Να είστε πάντοτε γερός, δυνατός και δημιουργικός.


Ευχαριστώ πάρα πολύ!


Photo credit: Γιώργος Βιτσαρόπουλος.


Ευχαριστώ από καρδιάς την Έλενα Χριστάκου, υπεύθυνη επικοινωνίας, για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό των συνομιλιών και τους ωραίους ανθρώπους Πετρολούκα Χαλκιά και Βασίλη Κώστα για το χρόνο τους.


Ο Πετρολούκας Χαλκιάς, ο Βασίλης Κώστας και άλλοι εκλεκτοί μουσικοί θα συμπράξουν συναυλιακά το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου, 20:30, στο Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα).

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Γκιγιέρμο Όρσι: «Το να γράφεις λογοτεχνία βρίσκεται στους αντίποδες κάθε ηθικής στάσης»


Γεννημένος στο Μπουένος Άιρες το 1946, ο Αργεντίνος συγγραφέας και δημοσιογράφος Γκιγιέρμο Όρσι είναι ένας σπουδαίος στιλίστας του νοτιοαμερικανικού νουάρ.


Μας συστήνεται με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία από τις νεότευκτες Εκδόσεις Carnivora του βραβευμένου μυθιστορήματός του Άγια Πόλη.


Δημοσιογράφος με την «καρδιά» ενός λογοτέχνη ή λογοτέχνης με την ακριβολογία ενός δημοσιογράφου; Ή και τα δύο; Πώς θα αυτοπροσδιοριζόσασταν; 


Είμαι συγγραφέας. Αυτό ήμουν προτού καν μάθω να γράφω τα πρώτα μου γράμματα. Το να διηγούμαι ιστορίες υπήρξε πάντοτε η ανάσα μου, θα πέθαινα από ασφυξία αν για κάποιον λόγο με εμπόδιζαν να το κάνω. 


Τα επαγγέλματα που μαθαίνεις ή εξασκείς για να ζήσεις έρχονται εκ παραλλήλου και μπορεί να έχουν ή να μην έχουν σχέση με τη συγγραφή.


«Ο αστυνομικός είναι σαν τον χειρουργό, ανοίγει τα σπλάχνα μιας μιαρής πόλης», λέει κάπου ο Σκοτσέζος. Ως συγγραφέας μυθιστορημάτων νουάρ, νιώθετε κι εσείς σαν «χειρουργός», ίσως ανατόμος, μιας «μιαρής» κοινωνίας;


Δεν προσδοκώ τόσα πολλά, μου αρκεί να καθρεφτίζεται στα κείμενά μου αυτό που συμβαίνει έξω από τα χρονογραφήματα, οι προσωπικές και κοινωνικές συγκρούσεις σε μια χώρα του αποκαλούμενου Τρίτου Κόσμου. 


Αυτές οι συγκρούσεις, μόλο που δεν είναι πολύ διαφορετικές, ενσωματώνουν την περιθωριοποίηση, όπου η βία προσλαμβάνει κάποιες φορές οπερετικές διαστάσεις και η τρωτότητα των πιο φτωχών προσβάλλει την ανθρώπινη ευαισθησία. 


Δεν είμαι χειρουργός, διότι δεν επεμβαίνω και δεν αφαιρώ κάτι το οποίο νοσεί, απλώς το καταδεικνύω, με τον τρόπο που η λογοτεχνία καταδεικνύει τα γεγονότα, λέγοντας ιστορίες, ξεδιπλώνοντας ιστορίες, προσπαθώντας να βρει μέσα σ’ αυτές τις αποχρώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. 


Ποιους θα κατονομάζατε ως λογοτεχνικούς σας «προγόνους» και «απογόνους»;


Κάθε είδος λογοτεχνίας μπορεί να σε επηρεάσει. 


Δεν έχω πανεπιστημιακή μόρφωση, ήμουν και συνεχίζω να είμαι εκλεκτικιστής ως αναγνώστης. Δεν ενημερώνομαι για νέες τάσεις και μόδες, διαβάζω ό,τι με τραβάει για το ύφος του κατ’ αρχάς. 


Μ’ αρέσει να ανακαλύπτω σιγά σιγά την πλοκή, κάπως σαν να χώνομαι στην καταχνιά δίχως άλλο εργαλείο πέρα από τη διαίσθησή μου. 


Η ανάγνωση, για μένα, μοιάζει πολύ με τη συγγραφή, δε με νοιάζει τόσο το τέλος, όσο το ν’ αρχίσω να περιηγούμαι σε ένα κείμενο που μου φάνηκε ελκυστικό εκ πρώτης όψεως.


Κάθε άλλο παρά «άγια πόλη» φαντάζει το Μπουένος Άιρες μέσα από το ομώνυμο μυθιστόρημά σας: πιο πολύ βίαιη, βρώμικη, διεφθαρμένη και κακή. Έτσι τη βιώνετε;


Είναι όμορφη πόλη το Μπουένος Άιρες, τουρίστες απ’ όλον τον κόσμο αλλά και από τη δική μας, εκτεταμένη, χώρα το επισκέπτονται ασμένως. Δεν είναι πιο βρόμικη από άλλες μεγαλουπόλεις του κόσμου. 


Και διεφθαρμένη, ναι, είναι, στο βαθμό που το καπιταλιστικό σύστημα το οποίο μας κυβερνά έχει ανάγκη τη διαφθορά για τις δουλειές του. 


Ο λαός δεν είναι διεφθαρμένος.


Εκατομμύρια άνθρωποι τόσο σε τούτη την πόλη όσο και στις άλλες πόλεις της Αργεντινής είναι εργάτες σε ένα σύστημα που προσφέρει λίγες εγγυήσεις και ελέγχεται από μια παρασιτική κοινωνική τάξη, συμμέτοχη στην ιμπεριαλιστική πολιτική θεώρηση της Λατινικής Αμερικής.


Συμμερίζεστε και σε προσωπικό επίπεδο τον κυνισμό και το σαρκασμό -στα όρια του μηδενισμού- που «διαποτίζουν» τους ήρωές σας; Ή πρόκειται περισσότερο για χαρακτηρολογικά στοιχεία συνδεόμενα με το «σύμπαν» του νουάρ;


Ούτε συμμερίζομαι ούτε απορρίπτω τους χαρακτήρες των ηρώων μου. Μου επιβάλλονται, απλώς. Έτσι είναι και τους σέβομαι. Το να γράφεις λογοτεχνία βρίσκεται στους αντίποδες κάθε ηθικής στάσης. 


Πολύ περισσότερο στο νουάρ μυθιστόρημα, όπου η συμπάθεια προς τους χαρακτήρες δεν υπακούει -δεν πρέπει να υπακούει για να μην τους προδώσεις- σε κανέναν ηθικό κώδικα. 


Αν ένας τέτοιος κώδικας υπάρχει, οφείλει να προκύπτει από τις πράξεις που τους έλαχε να πραγματοποιήσουν και ποτέ να μην επιβάλλεται από τον συγγραφέα.


Πώς προέκυψε ο τσακισμένος χαρακτήρας του Τζάγκουαρ;


Όπως προκύπτει κάθε διασπαστικός, α-κοινωνικός χαρακτήρας, από το καπέλο του μάγου.


O απόηχος της στυγνής δικτατορίας του Βιδέλα είναι έντονος στην Άγια Πόλη. Τι έχει χαραχτεί πιο έντονα στη μνήμη σας από εκείνη την περίοδο;


Οι δικτατορίες αποτέλεσαν το πρωταρχικό εργαλείο για την επιβολή της αποικιοκρατικής εξουσίας στα δικά μας έθνη. 


Εξυπηρέτησαν και συνεχίζουν να εξυπηρετούν την πολιτική των ισχυρών, επιβάλλονται για να διακόψουν τις δημοκρατικές διαδικασίες, υποχρεώνουν σε οπισθοχώρηση εφαρμόζοντας πολιτικές οι οποίες ευεργετούν τον λαό, προκειμένου να επανακατευθύνουν τα έσοδα στους πραγματικούς κατόχους της εξουσίας. 


Η στρατιωτική χούντα με επικεφαλής τον Βιδέλα δεν ήταν διαφορετική: απλώς πολύ πιο βάρβαρη από άλλες παλιότερα και η συνέπειά της ήταν να ισοπεδώσει την κοινωνική και πολιτική συνείδηση η οποία είχε οικοδομηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες. 


Είχε επιτυχία, ίσως όχι αυτή που περίμεναν, αλλά η ανοικοδόμηση των δημοκρατικών αξιών θέλει χρόνο και μεγάλη σαφήνεια στόχων, ιδίως σε κοινωνίες πολύπλοκες από πάντα.


Κυριαρχούν και στην Αργεντινή η ατιμωρησία των υπεύθυνων και η ατομική και συλλογική αμνησία σε σχέση με την πενταετία της δικτατορίας, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες της Νότιας Αμερικής;


Η δικτατορία του 1976 ήταν μια κτηνωδία πρωτοφανής για την Αργεντινή. 


30 χιλιάδες αγνοούμενοι, ένας πόλεμος εναντίον της Αγγλίας και ένας άλλος που παραλίγο να ξεσπάσει εναντίον της Χιλής δεν άφησαν τίποτα όρθιο, μαζί με την καταστροφή της οικονομίας και την τρομοκρατία του πανταχού παρόντος Κράτους χάραξαν ένα σημάδι πολύ βαθύ για να ξεχαστεί. 


Οι δίκες των συνεργών της δικτατορίας από την εκλεγμένη κυβέρνηση του 1983, όπως και οι κατοπινές, των απαγωγέων μωρών, από την εκλεγμένη κυβέρνηση του 2003 -μετά τη μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση του 2001-, απαρτίζουν κομμάτι της κουλτούρας μας.


Το «ποτέ ξανά» έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στο κοινωνικό μας σώμα.


«Οι Σουηδοί δίνουν πάντα άσυλο στους κυνηγημένους, το έχουν αυτό το καλό, αυτό και τον Μπέργκμαν», γράφετε. Σας αρέσει ο Μπέργκμαν; Παρακολουθείτε κινηματογράφο;


Μπέργκμαν, Τριφό, Αντονιόνι, Γκοντάρ, Κουροσάβα, Φελίνι, ο ιταλικός νεορεαλισμός, η ενδοσκόπηση του σουηδικού κινηματογράφου, οι γλώσσες της nouvelle vague, λειτούργησαν ως η αναγκαία τροφή για την κινηματογραφική μου όρεξη.


Από ποια μυθιστορήματα και λογοτεχνικά είδη αντλείτε τη μεγαλύτερη απόλαυση;


Ως αναγνώστης αντλώ απόλαυση από καλογραμμένα κείμενα των οποίων τω ύφος ηχεί όπως η όμορφη μουσική. 


Δεν έχει σημασία τόσο η πλοκή όσο το ύφος, η φόρμα. 


Μέσα από τη φόρμα η τέχνη εισχωρεί στις γκρίζες ζώνες και στους μυστηριώδεις τόπους, σε εγκαταλειμμένα, σήμερα, σπήλαια της ανθρώπινης υπόστασης, στα οποία η επίσκεψη είναι απαγορευμένη διαφορετικά. 


Ως αναγνώστης διαμορφώθηκα κατά τη διάρκεια αυτού που έγινε γνωστό ως boom της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας: Κορτάσαρ, Αργέδας, Γκαρσία Μάρκες, Βάργας Γιόσα, Μανουέλ Σκόρσα, Ερνέστο Σάμπατο, Μπόρχες, Αρόλδο Κόντι...


Στην ίδια επίσης κατεύθυνση, συγγραφείς λιγότερο γνωστοί που με εντυπωσίασαν κάποια στιγμή, όπως ο Χερμάν Ροζενμάχερ, η Αμάλια Χαμίλις, η Σιλβίνα Οκάμπο, η Σάρα Γκαγιάρδο, και τόσοι άλλοι που δημοσίευαν τη δουλειά τους σε περιοδικά μυθικά όπως ο Χρυσός Σκαραβαίος, ο Νότος, οι Μυθοπλασίες, Η κουλτούρα σήμερα...


Το Μπουένος Άιρες λειτουργούσε τότε σαν ένα είδος μεγάλης βιτρίνας για οτιδήποτε γραφόταν στην Αργεντινή


H Άγια Πόλη (Εκδόσεις Carnivora) είναι το πρώτο μυθιστόρημά σας που μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Ποια είναι η σχέση σας με την ελληνική λογοτεχνία -αστυνομική και μη- και την Ελλάδα, γενικότερα;


Δυστυχώς, δεν έχω διαβάσει σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, με εξαίρεση τον μεγάλο Πέτρο Μάρκαρη, σημείο αναφοράς για το νουάρ μυθιστόρημα παγκοσμίως.


Ευχαριστώ θερμά την Ασπασία Καμπύλη, «ψυχή» των Εκδόσεων Carnivora, για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά, καθώς και των απαντήσεων του συγγραφέα στα ελληνικά.


Το μυθιστόρημα του Γκιγιέρμο Όρσι Άγια Πόλη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Carnivora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

Αλεχάντρο Λάντες: «Το “Monos” δημιουργεί ένα μυθικό τοπίο, και δουλεύει όπως ένας μύθος»


Αποκαλυπτικής, σχεδόν παραισθησιακής, γοητείας, τολμηρή και ανησυχαστική, η πολυβραβευμένη (αντι)πολεμική ταινία του Κολομβιανoύ-Εκουαδοριανού Αλεχάντρο Λάντες Οι Monos προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 6 Φεβρουαρίου.


Ο σκηνοθέτης ρίχνει λίγο φως σ’ αυτή την πολύ ιδιαίτερη φιλμική εμπειρία.


Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή την τολμηρή και ανησυχαστική ταινία, οπτικά και συναισθηματικά.


Αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καθόλου καλύτερα, ήταν πολύ ανησυχαστική η διαδικασία δημιουργίας της.


Πώς αισθάνθηκες όταν τελείωσε, λοιπόν;


Δεν έχει τελειώσει ακόμα. Το να τη συνθέσω ήταν μια κόλαση!  Πολλά τα στοιχήματα για μια και μοναδική ταινία.


Τα απαριθμώ: Τα ρίσκα της παραγωγής, οι δημιουργικοί κίνδυνοι, της οπτικής γωνίας, ο αριθμός των ανήλικων μη ηθοποιών, οι χολιγουντιανοί ηθοποιοί, τα ζώα, τα ελικόπτερα, οι υποβρύχιες λήψεις, τα ειδικά εφέ.


Αλλά κι η προσπάθεια να «παίξω» σε μια αρκετά επική κλίμακα. Όταν καταπιάνεσαι με το είδος του πολεμικού φιλμ, είσαι αντιμέτωπος με τον Κόπολα, τον Χέρτσογκ ή το Έλα να δεις του Έλεμ Κλίμοφ.


Το έχεις αναφέρει ως μια από τις πηγές έμπνευσής σου ενώ έγραφες το σενάριο για το Monos.


Ακριβώς. Όταν καταπιάνεσαι μ’ ένα είδος, πρέπει να ξέρεις τι υπάρχει εκεί έξω.


Προέρχομαι από μια χώρα που είχε εμφύλιο πόλεμο διάρκειας εξήντα χρόνων. Αλλά δεν έχω δει κάποια πολεμική ταινία που να με ικανοποιεί γι’ αυτό που λέει σχετικά με τον πόλεμο στη χώρα μας, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο.



Θα αποκαλούσες το φιλμ σου αντιπολεμικό, κατ’ ουσία;


Νομίζω ότι ουσιαστικά είναι μια ταινία σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση, την ανθρώπινη φύση και σίγουρα, υπό αυτή την έννοια, εξαναγκάζοντάς μας να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, θα ήλπιζα να μας φέρει σε μια αντιπολεμική κατάσταση.


Ο ίδιος ο τίτλος της είναι ανοιχτος σε διαφορετικές αναγνώσεις κι ερμηνείες. Είχες μια συγκεκριμένη πρόθεση επιλέγοντάς τον;


Σε διαφορετικές ισπανόφωνες χώρες έχει διαφορετικές σημασίες.


Στην Ισπανία σημαίνει «χαριτωμένος». Στην Κολομβία μπορεί να σημαίνει «ξανθός», αλλού «μαϊμούδες». 


Εγώ, όμως, διάλεξα την ελληνική ρίζα, του μόνου, γιατί νομίζω πως το φιλμ, κατά βάθος, αφορά στην ένταση μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού, του ατόμου και της κοινωνίας.


Νομίζω ότι οι έφηβοι στρατιώτες είναι μια μεταφορά για την κοινωνία: μια μικρή ομάδα όπου η επιθυμία να αγαπηθείς και να ανήκεις βρίσκεται πλάι στην επιθυμία για εξουσία.


Ακριβώς. Και λειτουργεί τόσο ως παραβολή, διαθέτοντας τη διαχρονικότητά της, όσο και ως μια ρεαλιστική φιλμική δήλωση, με όλη τη σκληρότητα που κουβαλά.


Είναι ενδιαφέρον που λες κάτι τέτοιο, έτσι είναι ακριβώς. 


Η αντιπαράθεση του στιλιζαρίσματος με το νατουραλισμό είναι κάτι ελκυστικό για μένα.



Το ότι έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει σε πολλές διαφορετικές χώρες, ανάμεσα στις οποίες η Βραζιλία, η Κολομβία και το Εκουαδόρ, πώς «εγγράφεται» μέσα σου τόσο ως σκηνοθέτη όσο και ως άνθρωπο που κάνει κάποιες επιλογές;


Προσπαθώ να κάνω πράγματα που μιλούν σε μένα και τα οποία υπερβαίνουν κάθε έννοια συνόρου. Προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι που είναι οικείο και συγκεκριμένο, αλλά και πραγματικό και διαχρονικό. Κι αν είναι διαχρονικό, μπορεί να είναι ασύνορο.


Πάντα θέλουμε να βάζουμε σημαίες στα πράγματα, κι έχει πλάκα να το κάνεις παρακολουθώντας ποδόσφαιρο την Κυριακή, αλλά δε μου αρέσει αυτό. 


Όταν βλέπω πως το Monos κέρδισε κάθε μεγάλο βραβείο στην ανατολική Ευρώπη που έχει ζήσει πολλούς εμφύλιους, είναι πολύ συναρπαστικό για μένα, γιατί δεν είχα περάσει χρόνο σ’ εκείνο το κομμάτι του κόσμου.


Έχει απήχηση, όμως, ακουμπά κάτι.


Όπως είχε και στους κριτικούς κινηματογράφου που το παρακολούθησαν στη δημοσιογραφική προβολή του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρίμα που δεν μπορούσες να έρθεις, θα ενθαρρύνονταν ερεθιστικές συζητήσεις.


Συμφωνώ, θα το ήθελα. 


Ταξίδευα υπερβολικά πολύ, ωστόσο, κι η κατάσταση έχει λιγάκι βγει εκτός ελέγχου. Το φιλμ έχει διανομή σε περισσότερες από σαράντα χώρες, κι η ομάδα από πίσω του είναι πολύ μικρή. Πολύ έντονη κατάσταση! (Γέλιο)


Λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για ένα πολιτισμό προερχόμενο από τη δύναμη του μύθου, το θεωρώ πολύ γοητευτικό που έχει απήχηση στην Ελλάδα. Κατά κάποιο τρόπο, το Monos δημιουργεί ένα μυθικό τοπίο, και δουλεύει όπως ένας μύθος.


Ήθελα να δείχνει το δρόμο ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο.



To εντυπωσιακό -θα στο έχουν επισημάνει αμέτρητες φορές- είναι και η σκηνοθετική διεύθυνση των ηθοποιών από πλευράς σου, κυρίως των νεότερων. Τι συνέβη μεταξύ σας, λοιπόν;


Αυτό ήταν η «καρδιά», το θεμέλιο του Monos. Αναζητήσαμε περισσότερα από 800 παιδιά ανά την Κολομβία. Από αυτά, προσκαλέσαμε περίπου 25 για μια εκπαίδευση στο βουνό.


Το πρωί μάθαιναν υποκριτική κι έκαναν ασκήσεις αυτοσχεδιασμού και το απόγευμα σωματικές ασκήσεις, χορό, εκμάθηση μεταφοράς όπλων. Ζούσαν μαζί, έτρωγαν μαζί, είχαν το ίδιο πρόγραμμα καθημερινά. Ήταν σαν πείραμα τύπου Μεγάλου Αδερφού.


Μέσα σε δύο-τρεις βδομάδες άρχιζες να βλέπεις πολύ έντονα ό,τι συμβαίνει σε περιορισμένους χώρους όπου ζουν άνθρωποι, τη «χημεία» της ομάδας, σε ποιον δεν αρέσει ποιος, ποιος παλεύει, ποιος φλερτάρει. 


Από αυτούς ξεκίνησα να χτίζω τους οκτώ που θα γίνονταν οι Monos. Έμαθα τι ο καθένας και η καθεμιά φοβόταν κι επιθυμούσε, και γνωρίστηκαν και μεταξύ τους. Υπήρξε, λοιπόν, πολλή οικειότητα, βδομάδες πριν φιλμάρουμε το πρώτο κάδρο.


Ξανάγραψα, μάλιστα, το σενάριο εισάγοντας στοιχεία που είχα μάθει γι’ αυτούς και γι’ αυτές.


Εκτός από οικειότητα, υπήρξε και ένταση ανάμεσά τους;


Ναι, κατά καιρούς. Νομίζω, όμως, πως η κοινή εμπειρία τούς έφερε κοντά. Η ένταση τους έφερε κοντά, γιατί όλοι κι όλες βίωναν μια ακραία κατάσταση.


Γιατί επέλεξες να τους δώσεις τα συγκεκριμένα, πιθανώς περίεργα, παρατσούκλια;


Οι αντάρτες, είτε οι αριστεροί είτε οι δεξιοί, έχουν nom de guerre, ψευδώνυμo. Όταν διεξήγαγα έρευνα, πολλά από αυτά τα ψευδώνυμα ήταν πολύ περίεργα. Υπήρχε, άρα, μια μυθική ποιότητα, αλλά και κάτι πραγματικό.



Πώς έγινε δεκτή η ταινία στην Κολομβία;


Η Κολομβία δεν έχει κινηματογραφική Ιστορία όπως η Ελλάδα. Το σινεμά της είναι πολύ νεαρό. Ούτε υπάρχει πολυπληθές σινεφίλ κοινό. 


Υπήρχε, λοιπόν, πολύς σκεπτικισμός σχετικά με το Monos, και παρότι βραβεύτηκε στο Σάντανς και τα πήγε τόσο καλά στην Μπερλινάλε, την πρώτη βδομάδα κυκλοφορίας δεν το παρακολούθησε σχεδόν κανένας. Αυτό ήταν πολύ απογοητευτικό.


Ανέκαμψε, όμως, εξελισσόμενο στην ταινία που είδαν οι περισσότεροι Κολομβιανοί το 2019, κι αυτό ήταν κάτι απρόσμενο για τον διανομέα μας. Σχεδόν 300.000 Κολομβιανοί πήγαν να παρακολουθήσουν το Monos.


Τι σχόλια είχαν να κάνουν;


Οι κριτικοί δυσκολεύτηκαν πολύ, γιατί είδαν πράγματα που αφορούσαν στην Κολομβία, αλλά με αλληγορικό τρόπο. Ήταν πολύ δύσκολο και για τους θεατές να το παρακολουθήσουν χωρίς το ιδεολογικό πρίσμα τους.


Δημιούργησε, λοιπόν, πολύ διάλογο, κάτι συναρπαστικό.


Αποκόμισες αρνητικές κριτικές στην Κολομβία;


Η χειρότερη κριτική προήλθε από την Κολομβία. Ως επί το επλείστον, ωστόσο, ήταν θετικές, οπότε δε θέλω να είμαι αγνώμων. Άγγιξε μια «χορδή» στη χώρα. 


Άλλωστε, αν κάνεις μια ταινία για τον πόλεμο σε μια εμπόλεμη χώρα και αρέσει σ’ όλους, πρέπει να υπάρχει κάποιο πρόβλημα μ’ αυτή!


Ευχαριστώ θερμά την Λίλιαν Μπικέ, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων της Filmtrade, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Η ταινία του Αλεχάντρο Λάντες Οι Monos προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 6 Φεβρουαρίου σε διανομή της Filmtrade.