Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

Ρέιτσελ Λία Τζόουνς: «Μπήκα στη σκηνοθεσία μέσω του ακτιβισμού»


Η Ρέιτσελ Λία Τζόουνς, μια αφοσιωμένη ακτιβίστρια Αμερικανοεβραία ντοκιμαντερίστρια, σκηνοθετεί από κοινού με τον Φιλίπ Μπελές την Συνήγορο, το πορτρέτο της εύψυχης Ισραηλινής δικηγόρου Λέα Τσέμελ, που επί σχεδόν μισό αιώνα έχει αφιερώσει τη ζωή της στην υπεράσπιση κάθε Παλαιστίνιου κρατούμενου. Λίγο πριν την προβολή της ταινίας στο Διαγωνιστικό του 21ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, συνομιλούμε με την σκηνοθέτρια.

Δείχνεις ένα βαθύ ενδιαφέρον για τις διαφορετικές πτυχές της ισραηλινής και της παλαιστινιακής ιστορίας, πολιτικής και κοινωνίας. Από πού πηγάζει;

Είμαι Ισραηλινή Εβραία. Είμαι επίσης Αμερικανοεβραία. Ως τέτοια, κυμαίνομαι ανάμεσα σε ελαφρώς διαφορετικές εμπειρίες και κατανόηση του τι σημαίνει να είσαι Εβραίος στον κόσμο σήμερα. Για μένα, «το να είσαι Εβραίος» σημαίνει είτε ότι είσαι ο πιο αδύναμος, τότε και εκεί, ή το να ταυτίζεσαι με τον πιο αδύναμο, εδώ και τώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ πως ταυτίζομαι με τον πιο δυνατό.

Αν ένας από τους ορισμούς του πιο δυνατού είναι «κουλ», τότε δεν καταφέρνω να δω τι είναι κουλ στο να είσαι ένας καταπιεστής. Ενδιαφέρομαι, λοιπόν, για τα μέρη όπου μεγάλωσα και όπου τώρα μεγαλώνω τα παιδιά μου, όπως και όλοι άνθρωποι προφανώς πρέπει. Και με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα σε όλες τις εναλλακτικές ιστορικές αφηγήσεις και απώτερες σύγχρονες πραγματικότητες που κρύβει το Ισραήλ/Παλαιστίνη.

Η πρώτη μου ταινία 500 Dunam on the moon αφορά σε ένα παλαιστινιακό χωριό που καταλήφθηκε και ερήμωσε από τον πληθυσμό του από ισραηλινές δυνάμεις κατά τον πόλεμο του 1948 και έπειτα διατηρήθηκε -η μεγάλη πλειονότητα των παλαιστινιακών χωριών κατεδαφίστηκε- και μετατράπηκε σε μια αποικία Εβραίων καλλιτεχνών.

Καταγράφει το χρονικό της εμπειρίας των ανθρώπων που εξαναγκάστηκαν να φύγουν και βρήκαν καταφύγιο στο γειτονικό λόφο. Που επί δεκαετίες ζούσαν ως «παρόντες απόντες» -ένας ισραηλινός νομικός όρος- σε ένα «μη αναγνωρισμένο χωριό» -ένας ακόμα επίσημος όρος-, χωρίς νερό, ηλεκτρικό ή πρόσβαση σε δρόμο, και δούλευαν ως εργάτες στα παλιά τους σπίτια.

Η δεύτερη ταινία μου Ashkenaz έχει να κάνει με το τι σημαίνει να είσαι Ασκενάζι, Εβραίος ανατολικοευρωπαϊκής προέλευσης, στο Ισραήλ. Ουσιαστικά, είναι ένα φιλμικό δοκίμιο σχετικά με την ισραηλινή εκδοχή της «λευκότητας» και την κατασκευή δύο κοινωνικών και πολιτικών «άλλων»: των Σεφαραδιτών/Μιζραχί και των Παλαιστίνιων.

Η τρίτη ταινία μου Gypsy Davy σχετιζόταν ελάχιστα με Ισραήλ/Παλαιστίνη. Είναι ένα προσωπικό φιλμ για την οικογένειά μου, η οποία, ως επί το πλείστον, ζει στις Η.Π.Α. και την Ισπανία. Μοιράζεται, ωστόσο, την αφηγηματική προσέγγιση της υπόλοιπης δουλειάς μου: η ιστορία του πατέρα μου, του δυνητικού ήρωα/πρωταγωνιστή, του ανθρώπου που ήρθε, και είδε, και κατέκτησε μεταφέρεται αρκετά κριτικά από τους δυνητικούς «ηθοποιούς στους δεύτερους ρόλους»- τις γυναίκες και τα παιδιά του. 



Η Λέα Τσέμελ, το θέμα της Συνηγόρου, που σκηνοθέτησα από κοινού με τον Φιλίπ Μπελές και είναι η πρώτη του ταινία, είναι ένα κομμάτι από τις πολλές εναλλακτικές ιστορίες και τις απώτερες πραγματικότητες που κρύβει το Ισραήλ/Παλαιστίνη. Περί την περίοδο κατά την οποία γεννήθηκα, η Λέα ξεκίνησε ένα προσωπικό, πολιτικό και επαγγελματικό ταξίδι, ακολουθώντας μια διαδρομή που αμφισβητεί το διαχωρισμό Άραβα/Εβραίου.  

Είσαι υπεύθυνη ή έχεις συνεργαστεί σε πολυάριθμα πολιτικά και κοινωνικά αφοσιωμένα ντοκιμαντέρ ανά τα χρόνια. Πώς ορίζεις το πολιτικό σινεμά από την άποψη της φόρμας, του περιεχομένου και της συνολικότερης προσέγγισης στις μέρες μας;

Έχει αποδοθεί στον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ η δήλωση: «Τι είναι το σινεμά; Τίποτα. Τι θέλει το σινεμά; Τα πάντα. Τι μπορεί να κάνει το σινεμά; Κάτι». Είμαι μέσα γιαυτό το «κάτι». Μπήκα στη σκηνοθεσία μέσω του ακτιβισμού. Ποτέ δεν έχαψα την ιδέα της «τέχνης για χάρη της τέχνης» ή «της ταινίας για χάρη της ταινίας».

Αυτές οι ιδέες δεν έχουν κανένα νόημα για μένα, όπως ποτέ δεν κατάλαβα τη φιλελεύθερη ιδέα ενός «αφηρημένου ατόμου». Λες και ο οποιοσδήποτε λειτουργεί εκτός κοινωνικών κατασκευών και σχέσεων εξουσίας, λες και η «μούσα» είναι μια δύναμη της φύσης.

Στο Λύκειο και το Πανεπιστήμιο καταπιάστηκα με τη φωτογραφία. Αλλά, με τα χρόνια, βρήκα τον εαυτό μου να προσθέτει όλο και πιο πολύ κείμενο στις εικόνες. Το φιλμ, αν θέλεις, είναι ακριβώς αυτό: φωτογραφία + κείμενο= τρίτο νόημα. Ο Μπαρτ το είπε καλύτερα: το πληροφοριακό, το συμβολικό, το σημαινόμενο. Ανέκαθεν ένιωθα πιο άνετα με το να υπερ-περιπλέκω, παρά με το να υπεραπλουστεύω.

Αυτή η προσέγγιση στην αφήγηση ενισχύθηκε όταν συμμετείχα στην κριτική επιτροπή ενός διαγωνιστικού προγράμματος ντοκιμαντέρ σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου πριν από μερικά χρόνια. Οι αισθητικά υπέροχες δουλειές, εκείνες με τη μεγαλύτερη έμφαση στη φόρμα παρά στο περιεχόμενο, με άφησαν άδεια, ενώ οι υπερβολικά τσαπατσούλικες στα όρια του ενοχλητικού, αλλά συναισθηματικά και διανοητικές πλούσιες, με άφησαν να συλλογίζομαι για μέρες.

Σε κάθε περίπτωση, το φιλμ έμοιαζε πολύ καλύτερος τρόπος να εμπλακώ με τον κόσμο από το να εργάζομαι σε μια ΜΚΟ. Αλλά ποτέ δεν το είδα ως δόγμα ή μανιφέστο. Αντιθέτως, το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί είναι όταν ο κόσμος που καταλήγεις να (ανα)παριστάς δεν ταιριάζει ακριβώς με τον κόσμο όπως τον φαντάστηκες. 



Μακράν του να είναι μια αγιογραφία, η Συνήγορος είναι ένα πολυεπίπεδο πορτρέτο της Λέα Τσέμελ, ενός ανθρώπου με σπάνιο κουράγιο, ακεραιότητα και ριζοσπαστισμό, ο οποίος έχει κατ’ επανάληψη και ενεργά αψηφήσει και αμφισβητήσει τη σιωνιστική αφήγηση. Ήταν το δέος κι ο θαυμασμός που νιώθεις γι’ αυτήν οι βασικοί λόγοι δημιουργίας του ντοκιμαντέρ;

Όχι. Εννοώ ναι, αλλά όχι. Νομίζω ότι η ταύτιση με εκείνη είχε πολλά να κάνει με αυτά, ως αφετηρία. Μετά από αυτό ήταν να ανακαλύψω όλους τους τρόπους με τους οποίους είναι μεγαλύτερη από τη ζωή και εντελώς θνητή. Και προς μεγάλη μου έκπληξη βρήκα τον εαυτό μου να την εκτιμά ως άνθρωπο όλο και πιο πολύ, αλλά να νιώθει κάπως αναποφάσιστος σε σχέση με τη δουλειά της.

Κατανοώντας, δηλαδή, πως ποτέ δε θα μπορούσα να κάνω ό,τι κάνει -οι περισσότεροι δε θα μπορούσαν. Αλλά επίσης δεν είμαι σίγουρη αν θα ήθελα. Μου αρέσει να μπορώ να διατηρώ κριτική απόσταση από τον κόσμο, να εμπλέκομαι, αλλά περισσότερο ως παρατηρήτρια και λιγότερο ως ηθοποιός.

Η Λέα είναι ένας άνθρωπος που δρα. Είναι εξαιρετικά έξυπνη, κοφτερή σαν διάολος, αλλά όχι πολύ στοχαστική. Η κριτική μπορεί να είναι παραλυτική. Η Λέα δεν έχει την πολυτέλεια της παράλυσης, και δεν είμαι σίγουρη ότι ακόμη και μια κριτική Λέα θα μπορούσε να επιβραδύνει την Λέα που θέλει να γίνει η δουλειά. Είναι σαν το energizer bunny. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως όταν την περιέγραφα έτσι στον συνθέτη θα έγραφε μουσική ταιριαστή με την περιγραφή. Αλλά λειτουργεί.

Νομίζεις γενικά ότι η ταύτιση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον βιογραφούμενο σε ένα ντοκιμαντέρ είναι ζωτική προϋπόθεση για έναν σκηνοθέτη; Θα σε ενδιέφερε ποτέ να αποτυπώσεις κάποιον με θεμελιωδώς διαφορετική κοσμοθεωρία;

Νομίζω πως θα ήταν δύσκολο διαφορετικά. Κάποιοι σκηνοθέτες, όπως ο Έρολ Μόρις, μοιάζουν ικανοί να το κάνουν, και δημιουργούν συναρπαστικά πορτρέτα, τροφή για τη σκέψη. Αλλά θα προτιμούσα να επενδύσω την ενέργειά μου στον εξανθρωπισμό καλών ανθρώπων αναδεικνύοντας τις αδυναμίες τους, παρά να εξανθρωπίζω τους κακούς αναδεικνύοντας τις αρετές τους.

«Η βιντεοκασέτα είναι φτηνή», συνηθίζαμε να λέμε, αλλά ο χρόνος στην οθόνη όχι. Δε νομίζω ότι οι ανεξάρτητοι, κοινωνικά και πολιτικά αφοσιωμένοι σκηνοθέτες πρέπει να σπαταλούν πολύτιμο χρόνο στην οθόνη δίνοντας φωνή στους πολιτικούς και κοινωνικούς αντιπάλους μας. Γιαυτό υπάρχουν οι ειδήσεις



Στην Συνήγορο αποφασίζεις να εστιάσεις σε δύο από τις πολυάριθμες υποθέσεις Παλαιστίνιων πολιτικών κρατούμενων, τις οποίες η Λέα Τσέμελ έχει αναλάβει. Νομίζεις πως αυτές οι υποθέσεις συμπυκνώνουν καλύτερα τον παράλογο, βάναυσο, προκατειλημμένο χαρακτήρα του ισραηλινού δικαστικού συστήματος;

Συχνά στις ταινίες είναι η εξαίρεση στον κανόνα που κατά κάποιο τρόπο τον επιβεβαιώνει. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί, αλλά το έχω δει να συμβαίνει επανειλημμένως. Έτσι, ενώ «γυναίκες και παιδιά» δεν ηγούνται της βίαιης αντίστασης στην κατοχή και ως τέτοιες και τέτοια δε συνιστούν το βασικό πελατολόγιο της Λέα, σίγουρα αντιπροσωπεύουν το ανθρώπινο κόστος της κατοχής.

Τα ισραηλινά δικαστήρια έχουν ποσοστό καταδίκης 93%. Στην περίπτωση της Λέα, σε υποθέσεις «ασφάλειας» δηλαδή, το ποσοστό είναι πιο κοντά στο 99%. Πιο πολύ ήταν συνηθισμένο ότι, ενώ τα ποσοστά καταδικών σε ισραηλινά δικαστήρια ήταν υψηλά -από τη στιγμή, δηλαδή,  που σου απαγγέλλονταν κατηγορίες ήταν πιθανό να καταδικαστείς για κάποιες τουλάχιστον από αυτές- οι ποινές ήταν σχετικά χαμηλές.

Με άλλα λόγια, ήταν τιμωρητικές, αλλά όχι εκδικητικές. Αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, κυρίως στα ισραηλινά πολιτικά δικαστήρια, και δίκες όπως αυτές του παιδιού και της γυναίκας που παρακολουθούμε στην ταινία -και οι δύο κάτοικοι Ιερουσαλήμ, η οποία είναι προσαρτημένη κατεχόμενη περιοχή και άρα υπό πολιτική δικαιοδοσία- είναι καλά παραδείγματα αυτής της καινούριας σκληρής τιμωρητικής τάσης. Στην πραγματικότητα, κατά κάποιο τρόπο την προανήγγειλαν.

Θα φαινόταν πως οι δικαστές και οι εισαγγελείς πριν από αυτούς λένε: «Κανένας, ούτε καν γυναίκες και παιδιά, μπορούν να τη γλιτώσουν όταν εκφράζουν δυσφορία για την κατοχή, κατά τέτοιο τρόπο». Ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο, σε ό,τι αφορά αυτό το ζήτημα.

Παρά την ηλικία της, η Λέα Τσέμελ παραμένει μια θυμωμένη οπτιμίστρια που συνεχίζει να διεξάγει κυρίως χαμένες μάχες. Νομίζεις ότι μπορεί ποτέ να κατακτηθεί η δικαιοσύνη, αν δεν αμφισβητηθούν και αποδομηθούν οι κυρίαρχες δομές εξουσίας και η νοοτροπία σε οποιαδήποτε κοινωνία;

Καθώς κάναμε την ταινία, παρουσιάστηκε μια βασική αντίφαση: από τη μία, η Λέα είναι το αγόρι που δείχνει με το δάχτυλο τον αυτοκράτορα αποκαλώντας τον γυμνό. Κατονομάζοντας, δηλαδή, μεγαλόφωνα το πιο θεμελιώδες ψεγάδι του συστήματος: το ότι ο κατακτητής κρίνει τον κατεχόμενο.

Από την άλλη, είναι το αγόρι με το δάχτυλο στο φράγμα προσπαθώντας να συγκρατήσει την πλημμύρα της αδικίας από το να μας πνίξει όλους και δανειζόμενη το παράθεμα του Mάρτιν Νιμέλερ «Πρώτα ήρθαν για τους Παλαιστίνιους...»

Όπως είπε η Λέα είκοσι χρόνια πριν σε μια τηλεοπτική συνέντευξη, την οποία βλέπουμε στην ταινία: «Είμαι το μέλλον». Σύμφωνα με υπολογισμούς, από το 1967 800.000 Παλαιστίνιοι έχουν συλληφθεί, κρατηθεί και φυλακιστεί με ή χωρίς την προβλεπόμενη διαδικασία. Η Λέα έχει κυριολεκτικά εκπροσωπήσει δεκάδες χιλιάδες από αυτούς και αυτές.

Είναι με αυτούς τους ανθρώπους -εκείνους τους οποίους το Ισραήλ έχει ποινικοποιήσει και φυλακίσει μαζικά- που οι Ισραηλινοί θα πρέπει να μοιραστούν το μέλλον τους. Η Λέα Τσέμελ το κατανοεί αυτό καλύτερα από τον καθένα. Μίλησε τη γλώσσα της αλήθειας απέναντι στην εξουσία πριν ο όρος γίνει δημοφιλής και θα συνεχίσει να το κάνει αφότου ο φόβος τον κάνει ξεπερασμένο.

Ως τέτοια, η Λέα είναι ένα πρότυπο που πρέπει να ζοριστούμε να διατηρήσουμε- σε Ισραήλ/Παλαιστίνη και αλλού. 



Δεν εκτιμώ πως η Συνήγορος, ακόμα κι αν προβληθεί στο Ισραήλ, θα γίνει δεκτή με ενθουσιασμό. Εσύ τι περιμένεις;

Δύο δεκαετίες νωρίτερα, το πιο φιλικό κοινό για ένα φιλμ επικριτικό προς την ισραηλινή αφήγηση επρόκειτο να βρεθεί στο ίδιο το Ισραήλ. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Αν το Ισραήλ είχε επί μακρόν ένα πρόβλημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τώρα έχει κι ένα πρόβλημα με τα πολιτικά δικαιώματα- και η ανατριχιαστική συνέπεια στους Ισραηλινούς Εβραίους είναι απτή. Το λέμε αυτό με μετριοπάθεια, γιατί κι εμείς έχουμε αντιληφθεί τους εαυτούς μας να φλυαρούμε και να τραυλίζουμε κατά καιρούς. 

Τούτου λεχθέντος, έχουμε ένα ισραηλινό κανάλι κι ένα κινηματογραφικό ταμείο, πέραν των διάφορων διεθνών τηλεοπτικών δικτύων και ιδρυμάτων. Ενώ, λοιπόν, η παρούσα κυβέρνηση προσπαθεί να αποδοκιμάσει την κριτική, κυρίως στις τέχνες, και πιθανόν θα υπάρξουν άνθρωποι τόσο σε θέσεις εξουσίας όσο και αυτοανακηρυχθέντες δεξιοί τιμωροί που θα έχουν θέμα με αυτή, δεν είμαστε μόνοι μας.

Η Λέα ωθεί την πράξη του υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα όριά της, εξαναγκάζοντάς μας να θέσουμε δύσκολα ερωτήματα: Είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα όντως οικουμενικά; Μπορούν τα πολιτικά δικαιώματα πράγματι να εγγυηθούν; Πρέπει η πολιτική αλληλεγγύη να είναι άνευ όρων; Και τι συμβαίνει σε αυτές τις κατηγορίες, όταν ένα θύμα είναι επίσης ο δράστης;

Ενώ τέτοια ερωτήματα ανέκαθεν είχαν παγκόσμια συνάφεια, στις εποχές του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας και της μεταναστευτικής κρίσης αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη απήχηση.

Καθώς περισσότερες χώρες ενεργοποιούν νομικά καθεστώτα έκτακτης ανάγκης, κάτι που το Ισραήλ κάνει από τη μέρα που ιδρύθηκε, τα οποία υπονομεύουν τις βασικές αρχές των πολιτικών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο τοπικοποιημένος, διάρκειας δεκαετιών αγώνας της Λέα κουβαλά σημαντικά μαθήματα.

Στην κεντρική φωτογραφία διακρίνονται οι: Φιλίπ Μπελές (αριστερά), Ρέιτσελ Λία Τζόουνς (μέση) και Λέα Τσέμελ (δεξιά). Photo credit: Dan Campbell.

Ευχαριστώ θερμά τον Shoshi Korman από την την εταιρεία διεθνών πωλήσεων της ταινίας Cinephil για την πολύτιμη συνδρομή του στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Το ντοκιμαντέρ των Ρέιτσελ Λία Τζόουνς και Φιλίπ Μπελές Συνήγορος προβάλλεται σε διεθνή πρεμιέρα στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 21ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Τρίτη 5 (αίθουσα Ολύμπιον, 17:45) και την Τετάρτη 6 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 15:30).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου