Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

Κυριάκος Δαρίβας: «Το καλύτερο σχολείο είναι η μπάντα»

 

Κυριάκος Δαρίβας (αριστερά), Παύλος Σιδηρόπουλος (δεξιά)

Μια συνάντηση με τον Κυριάκο Δαρίβα, τον εξαιρετικό ντράμερ των Απροσάρμοστων του Παύλου Σιδηρόπουλου και εμπνευστή της μουσικής συντροφιάς-παράστασης «Η Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο».

Μιλώντας για την ελληνική πραγματικότητα, είναι ο κόσμος των ντραμς και των κρουστών γενικότερα υποτιμημένος -ή λιγότερο προβεβλημένος- σε σχέση με εκείνο άλλων οργάνων, βάσει της πολυετούς εμπειρίας σου;

Κατά το παρελθόν, τα τύμπανα ήταν πολύ «πίσω». Στις μέρες μας, αντιθέτως, παραείναι προβεβλημένα.

Αν ξεκινήσαμε με την λογική ότι τα τύμπανα κρατάνε τον ρυθμό και αποτελούν την βάση του γκρουπ, αυτήν την στιγμή είναι -κυρίως στο εξωτερικό- τόσο φλύαρα που ακόμα κι εγώ, αν και ντράμερ, τα βρίσκω ώρες ώρες ενοχλητικά φλύαρα.

Πού αποδίδεις αυτήν την ενοχλητική φλυαρία τους;

Όλα σχετίζονται με την εξέλιξη των πραγμάτων, Γιάννη μου. Άλλοτε θα πάει πάνω, άλλοτε κάτω.

Παρότι είναι απίστευτα και πολύ δύσκολα από τεχνικής άποψης τα όσα παίζονται στο πεδίο των ντραμς, είναι έξω από την δική μου μουσική λογική. Γυρνάς στο σπίτι κι από τα 300 ακούσματα δε θυμάσαι τίποτα!

Κι όμως, κάποιος παίζει πέντε νοτούλες στην κιθάρα, στο μπάσο ή στα ντραμς, και τις θυμάσαι για πάντα στην ζωή σου.

Ακόμα θυμάμαι τα σόλα των Led Zeppelin από το 1975, ακριβώς γιατί ήταν πέντε νοτούλες γλυκιές.

Ήταν, όμως, και ιδιαίτερες «πέντε νοτούλες».

Σίγουρα.

Σήμερα, από την άλλη, ζούμε στην εποχή της ταχύτητας κι όλα βασίζονται εκεί. Αν, λοιπόν, ως μουσικός δεν παίξεις «παπάδες», δε σε παίρνουν σε δουλειές.

Όταν ξεκίνησες εσύ, πώς ήταν τα πράγματα;

O Τρανταλίδης ήταν ο πρώτος διδάξας Έλληνας ντράμερ στο ροκ πεδίο. Δεν ήταν ένας Charlie Watts που απλά έπαιζε το τέμπο με μηδενικές αλλαγές. Ήταν ξεχωριστό το παίξιμό του, και σίγουρα ήταν καλύτερος από έναν Δαρίβα ο οποίος έπαιζε ένα τέμπο.

Πολυλογία, ωστόσο, δεν υπήρχε τότε. Θα έκανες τις αλλαγές σου, αλλά θα ήταν αυτές που έπρεπε, που ταίριαζαν στην μουσική.

Για σένα, ήταν τα ντραμς κεραυνοβόλος έρωτας ή είχες δοκιμάσει κι άλλα όργανα;

Γιάννη μου, είχαμε πάει με τους γονείς σε ηλικίας οκτώ-εννιά χρονών μου σ’ ένα κέντρο διασκέδασης όπου υπήρχε μια ορχήστρα. Με το που την βλέπω, θαμπώνουν όλα και εστιάζω μόνο στα τύμπανα.

Οπότε ναι, ήταν εξ αρχής μόνο αυτά.

Ήταν μια δύσκολη εποχή για να καλλιεργήσεις μια τέτοια ενασχόληση και βιοποριστικά, αλλά και ως ενδιαφέρον. Πώς, λοιπόν, το κατάφερες, παράλληλα με τυχόν άλλες ασχολίες;

Δεν τα ξέχασα ποτέ.

Όταν ήμουν στην πρώτη γυμνασίου, ένας φίλος με ρώτησε, «Τι μουσική ακούς;» «Ροκ», απάντησα, αλλά ντρεπόμουν, καθώς δεν είχα ούτε έναν δίσκο. Κι έτσι πήγαμε να αγοράσουμε δισκάκια.

Πήρα το In rock των Deep Purple, το Tarkus ων Emerson, Lake & Palmer, κι έπειτα πήγαινα και μόνος μου.

Έβαζα τους δίσκους στο πικαπάκι της Philips, έβγαζα τα σιδεράκια από το ξύλινες κρεμάστρες και χάλασα πολλές καρέκλες, μαξιλάρια και στρώματα παίζοντας πάνω τους τύμπανα.

Ο πατέρας κατάλαβε πολύ νωρίς -θαρρώ πως ήταν ανοιχτό μυαλό για να το κάνει- ότι δε θα γινόμουν ούτε γιατρός ούτε δικηγόρος, οπότε μου πήρε τα πρώτα μου τύμπανα σε ηλικία δεκαέξι χρονών. Από τον Αρμάο, επί της Χαριλάου Τρικούπη στα Εξάρχεια.

Κόστισαν 7.900 δραχμές. Παρότι κατέληξα πλέον να έχω αγοράσει και τύμπανα 3.500 Ευρώ, αυτά τα τύμπανα μου έμειναν για πάντα χαραγμένα στην μνήμη, γιατί ήταν τα πρώτα που ακούμπησα, κούρδισα, μύρισα, που κοιμόμουν και ξύπναγα δίπλα τους.

Μια σχέση ζωής, επομένως.

Σχέση ζωής, ακριβώς. Ήταν η ζωή μου όλη.

Και είναι, κατά μία έννοια.

Και είναι. Σαφώς! Θα έδινα τα πάντα για να τα ξαναέχω μπροστά μου.

Το 1980 μου πήρε το δεύτερο σετ ντραμς, από την Πατούσα 4. Πολύ καλά τύμπανα. Μάρκας Gretsch. Τα κράτησα αρκετά. Μέχρι που πέθανε ο Παύλος, αυτά έπαιζα.

Δε στεναχωριέσαι που δεν υπάρχουν πια αυτά τα πρώτα τύμπανα;

Πάρα πολύ, για συναισθηματικούς λόγους. Με τις αναμνήσεις τις παλιές έχω μια αγάπη.

Και με τους ανθρώπους.

Και με τους ανθρώπους, σαφώς. Με τα πάντα.

Μικρός, ζούσα στο Κουκάκι και πήγαινα σχολείο στην Πλάκα, στο 1ο Αρρένων. Όταν περνάω από την περιοχή σήμερα, το κάνω για να νιώσω λίγο κάπως, αλλά όλα έχουν τουριστικοποιηθεί, έχουν αλλάξει δραματικά. Την προσπάθειά μου την κάνω, ωστόσο.

Κάπως έτσι ξεκίνησε ως ανάγκη και ως ιδέα η Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, στο πλαίσιο της διατήρησης μιας μνήμης;

Με αυτήν την έννοια, ναι, αλλά δεν πρόλαβε να παλιώσει.

Όταν διαλύθηκαν οι Απροσάρμοστοι το 2021, ο Βασίλης Στάης από το Κύτταρο με ρώτησε: «Τι κάνουμε τώρα, Κυριάκο;» «Το έχω έτοιμο», του απάντησα. Έτσι ξεκίνησε η «Γιορτή».

Ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει στην ζωή μου, γιατί μ’ ενδιέφερε να βρω ανθρώπους οι οποίοι είχαν μια σχέση με τον Παύλο κι ας μην είχαν ζήσει μαζί του.

Αυτοί ήταν ο Βασίλης Σπυρόπουλος και ο Τολάκος Μαστρόκαλος -αγαπημένος- από τους Σπυριδούλα και ο Νίκος Γιαννάτος, φίλος και μπασίστας που έπαιζε με τον Παύλο. Οι υπόλοιποι ήταν άνθρωποι οι οποίοι «ανδρώθηκαν» μουσικά με τον Παύλο.

Δεν τους ήξερα όλους προσωπικά.

Tον Frank από τους PANX ROMANA, για παράδειγμα, με τον οποίο παίζαμε στις ίδιες συναυλίες, δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ. Τον συνάντησα μετά από τόσα χρόνια, κι είναι «λίρα εκατό»!

Το δύσκολο και το ψυχοφθόρο, λοιπόν, ήταν να «περάσω» το κλίμα, να «υποδείξω» το «μονοπάτι» μέσω του οποίου θα πορευόμασταν.

Όλη αυτή η διαδικασία απαίτησε -και απαιτεί- καιρό και φαιά ουσία, αλλά θέλω να είμαι πιστός. Θέλω να είμαι όσο το δυνατόν πιο κοντά σ’ αυτό που έπαιζαν οι Απροσάρμοστοι, οι τρεις τελευταίοι που είχαν μείνει. Δε μ’ ενδιαφέρει η διασκευή.

Βρισκόμαστε στον τρίτο χρόνο της «Γιορτής» και όλοι έχουν καταλάβει το πνεύμα.

Mιλάμε για ανθρώπους όπως ο Σαλβαδόρ, ο Σπυρόπουλος, ο Frank που από μόνοι τους γεμίζουν χώρους όπως το Θέατρο Βράχων, το Κύτταρο, την Τεχνόπολη. Δεν έχουν «ανάγκη» την «Γιορτή» κι ήρθαν μονάχα με γνώμονα την αγάπη τους για τον Παύλο.

Σαν να μου χρώσταγε πολλά αυτή η ζωή, και μου έδωσε την συγκεκριμένη παρέα!

Γιατί κρατάς κατά πρώτον το χαμόγελο του Παύλου Σιδηρόπουλου;

Γιατί από το «καλημέρα» ένα τεράστιο χαμόγελο ήταν το κυρίαρχο όταν ήταν καλά και δεν τον είχε πάρει από κάτω το θέμα του.

Κατόπιν, χαρακτηριζόταν από μια φοβερή καταδεκτικότητα απέναντι στον οποιονδήποτε. Ευγενικός άνθρωπος. Δεν προσποιείτο. Το είχε στο DNA του.

Στις μέρες μας, αντιθέτως, η υποκρισία και η προσποίηση κυριαρχούν.

Μιλώντας για την υποκρισία στο μουσικό πεδίο, πολύς κόσμος διερωτάται γιατί στο αφιέρωμα που έκανε ο Πορτοκάλογλου για τον Παύλο δε μας κάλεσε. Σε ό,τι με αφορά -πιστεύω και τα παιδιά-, με κάλεσε.

Αλλά με το «θάψιμο» που είχε «φάει» ο Παύλος από τον Πορτοκάλογλου, θα έπρεπε να πάω να γλείψω εκεί που έφτυνα. Δε θέλω να μπω σε λεπτομέρειες.

Δε χρειάζεται.

Με εντυπωσιάζει το πόσος κόσμος αντλεί έμπνευση, συναίσθημα ή νοσταλγία από αυτές τις μουσικές συναντήσεις μνήμης, όπως προτιμώ να τις αποκαλώ.

Οι τρεις-τέσσερις πρώτες σειρές του συναυλιακού χώρου καταλαμβάνονται από άτομα 14 έως 25 χρονών. (Γέλιο).

Αυτά τα παιδιά τα θαυμάζω ειλικρινά, γιατί έχουν κάνει κάτι εκπληκτικό: έψαξαν, έμαθαν και αγάπησαν τον Παύλο μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες και σε μια κοινωνία η οποία τον αποκλείει.

Πουθενά δεν υπάρχει ο Παυλάκης. Είναι παράδειγμα προς αποφυγή για το σύστημα.

Όταν, όμως, ανακαλύψουν τους στίχους της Αποκάλυψης, οι οποίοι αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει σήμερα, τα υπόλοιπα γίνονται εύκολα.

Ίσως έπαιξε κάποιον ρόλο και ο μύθος ο οποίος, χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος, πλέχτηκε μετά θάνατον γύρω από αυτόν.

Δεν έφταιγε αυτός, όπως σωστά επεσήμανες.

Δεν πέρναγε ούτε έξω από το Ρόδον, μεταφορικά μιλώντας, το μεγαλύτερο κλαμπ στην Ελλάδα παλαιότερα. Δεν τον ήθελαν. Όταν τα μισά ονόματα που αυτό φιλοξενούσε είχαν το θέμα του Παύλου με τα ναρκωτικά.

Το αποκορύφωμα της υποκρισίας; Μετά τον θάνατό του παίζουμε στο Ρόδον τέσσερις-πέντε φορές!

Υπήρχε ο θρύλος πια, και φράγκα μπροστά. Μεγάλη υποκρισία!

Πολλοί ροκ μουσικοί της γενιάς σου διατηρείτε μια αίσθηση όχι μόνο ενότητας, αλλά και κοινότητας. Δεν κυριαρχεί το αλληλοφάγωμα και ο ανταγωνισμός.

Δεκάξι χρονών ήμασταν σ’ ένα λαϊβάκι στο Άλσος της Νέας Σμύρνης. Είχα πάρει τα τύμπανά του. Ήταν να παίξει ένα γκρουπάκι του οποίου ο ντράμερ τουλάχιστον ήταν πολύ καλύτερος από μένα. Δεν άφησα να παίξει με τα τύμπανά μου, ρε συ!

Συν τω χρόνω έφυγε αυτό, αλλά πάντα «έπαιζε» το «Είμαστε καλύτεροι από αυτούς».

Στην ηλικία που βρίσκομαι δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Με άριστα το δέκα, είμαι στο εφτά; Είμαι, το απολαμβάνω και με τα τύμπανά μου παίζει όλος ο κόσμος.

Διαδραματίζει, επομένως, ρόλο η ηλικία και το ότι δεν έχεις ν’ αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν.

Έχοντας προ πολλού απαλλαγεί από το όποιο ανταγωνιστικό πνεύμα, συνομιλείς με τους νεότερους, τους βοηθάς, τους ακούς και σε ακούνε;

Έχω πολλούς φίλους ντράμερ, αλλά δεν έχω κάνει μάθημα ποτέ σε άλλους, ούτε πρόκειται. Κι εγώ αυτοδίδακτος υπήρξα, όπως οι περισσότεροι τότε. Αν ξεκινούσα σήμερα, θα πήγαινα στο Ωδείο, γιατί χρησιμεύει.

Σε συναυλίες ποτέ δεν πολυπήγαινα. Είναι ζήτημα να έχω πάει σε δέκα λάιβ μεγάλων ονομάτων. Φρικτά λίγα! Δε μ’ ενδιέφερε, δεν ξέρω γιατί. Μουσική, ωστόσο, ακούω.

Το καλύτερο σχολείο, όμως, είναι η μπάντα. Εκατοντάδες μουσικοί παίζουν φοβερά πράγματα μόνοι τους. Γιατί; Κάνε την μπάντα σου, και θα δεις πως μέσα από την μουσική συντροφικότητα θα βγουν κι άλλα πράγματα πολύ πιο ωραία.

Επί έξι εβδομάδες προβάραμε με τον Παύλο το Welcome to the show, τρεις-τέσσερις μέρες την εβδομάδα. Και βγήκε αυτό που βγήκε. Ήμασταν, βέβαια, πιτσιρικάδες τότε.

Τα γκρουπ υπομονή και επιμονή χρειάζονται για να πετύχουν. Αυτό έχω καταλάβει.

Η Εύα Κολόμβου υπήρξε πολύτιμη αρωγός στην υλοποίηση και αυτής της συνέντευξης. Την ευχαριστώ.

Ευχαριστώ, επίσης, τον Κυριάκο Δαρίβα για την κουβέντα και την παραχώρηση της φωτογραφίας που συνοδεύει το κείμενο.

Η «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» με την συμμετοχή του πολυμελούς ομώνυμου σχήματος και του Στέλιου Σαλβαδόρ με τα Μωρά στη Φωτιά συμβαίνει το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων.



Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2024

Στέλιος Σαλβαδόρ: «Οι ευαίσθητοι άνθρωποι πρέπει να συναντιούνται»

 

Στέλιος Σαλβαδόρ. Φωτογραφία: Ηλίας Μωραΐτης

Ο Στέλιος Σαλβαδόρ και τα Μωρά στη Φωτιά παρέα με τη μουσική συντροφιά «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» ανεβαίνουν στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου για να τιμήσουν τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Μια συζήτηση με τον πολυτάλαντο Στέλιο Σαλβαδόρ - με στίχους, για στίχους και μουσικές.

«Έρχομαι από τον θάνατο των παιδικών μου χρονών / Και τη μοναξιά, τη μοναξιά που έχω ζήσει μες στην ομίχλη». Από τον («θάνατο») των παιδικών σου χρόνων και τη μοναξιά πηγάζει η ανάγκη ενασχόλησής σου με τη μουσική;

Από μικρός, και μάλλον χωρίς να το συνειδητοποιήσω, ενδιαφερόμουν για ό,τι είχε να κάνει με τη μουσική και τη λογοτεχνία.

Στο σχολείο, όμως, με είχαν στη θετική κατεύθυνση, δηλαδή ακόμη κι εγώ πίστευα πως τα μαθηματικά κι η φυσική μ’ ενδιέφεραν μέχρις ότου εκεί, κάπου στις πανελλήνιες εξετάσεις, κατάλαβα ότι δε μ’ ενδιέφεραν τα μαθηματικά.

Σε συνδυασμό με κάποια οικογενειακά θέματα, και μέσα στο πλαίσιο μιας εφηβικής επανάστασης, έκανα τελικά αυτό που ήθελα πάντα.

«Περπατάμε στην πόλη σαν μια μηχανή/ και νιώθουμε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί/ κάνουμε θόρυβο κι αυτό είναι γεγονός/ Μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς, κάπως αλλιώς».

«Εξερράγη», τελικά, αυτή η θορυβώδης γενιά; Kαι πού οδήγησε η «δοκιμή» με την «τύχη» της;

Κάθε νέος αισθάνεται κάπως έτσι. Έχει τη «φόρα» και θέλει να τα αλλάξει όλα και προσπαθεί ο καθένας να βρει τον δικό του τρόπο για να το κάνει αυτό.

Δε νομίζω ότι ως γενιά γενικά οδηγηθήκαμε σε μια μεγάλη έκρηξη και μεμονωμένα ό,τι προσπάθησε να κάνει ο καθένας θεωρήθηκε λίγο τρελό και περιττό μέσα στο κλίμα μιας κατ’ επίφαση ευμάρειας και προόδου.

Όσοι προσπάθησαν να κάνουν κάποια πράγματα ήταν στο περιθώριο. Ένας κούκος δε φέρνει την Άνοιξη.

«Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ/ ετοιμάσου να μπεις στον καινούριο χορό/ είμαι πάνω, είμαι κάτω, είμαι κει, είμαι εδώ». 40 χρόνια Μωρά στη Φωτιά, Βέροια, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κέρκυρα. Τι ίχνη αφήνουν ο χρόνος και οι τόποι;

Δεν έχω δει ακόμη τίποτα, δεν έχω ζήσει τίποτα, το μέλλον είναι μπροστά. Χα, χα , χα.

«Κοιτάω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη/ και είμαι φρίκη μα δε με νοιάζει πια/ Γιατί είναι άλλη μια σκυλίσια μέρα σαν κι αυτή/ Δε φοβάμαι το αγκάθι στην πληγή». Τι φοβάσαι;

Το να σταματήσω να ανησυχώ.

«Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά/ κι η ζωή είναι εφιάλτης/ σταματάει μονάχα όταν ξυπνάς/ Έχω δει οργή και πόνο κι αμαρτία/ μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο». Πώς παραμένουμε λύκοι;

Με το να ακούμε τη συνείδησή μας και να μη φοβόμαστε την προσπάθεια που θα χρειαστεί για να την κρατήσουμε καθαρή.

«Ταξιδεύουμε για νέα εποχή/ και θα ψάχνουμε για πάντα/ κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ/ Μα νι φέ στο». Η συλλογική αναζήτηση της ουτοπίας είναι διαδικασία αναζωογονητική ή/και αποκαρδιωτική;

Είναι πολύ αναζωογονητική όσο παραμένει συλλογική και πολύ αποκαρδιωτική όταν συρρικνώνεται και τείνει προς το να γίνει ατομική.

«Η ευχαρίστηση χρειάζεται πόνο στα σκοτεινά/ περνάει μέσα απ’ τον πόνο στα σκοτεινά/ γιατί ο δρόμος αυτός μας οδηγεί στην ηδονή/ και δε μας νοιάζει ό,τι κι αν θα μας συμβεί». Πώς τα πας με τα σκοτάδια - τα ηδονικά και τα άλλα;

Δεν υπάρχουν σκοτάδια. Ρίχνουμε φως στα σκοτάδια. Τίποτα στο σκοτάδι... ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ.

«Γιατί, όλοι εναντίον όλων/ έτσι θα’ ναι πάντα και παντού/ Γιατί, όλοι εναντίον όλων/ έτσι θα’ ναι πάντα και παντού/ Στο παιχνίδι της ζωής μαζί.../ Στο παιχνίδι της ζωής...» Πώς σπάει το απόστημα του καλλιεργούμενου κοινωνικού κανιβαλισμού;

Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση...

Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι συμβαίνει. Βέβαια, για να γίνει αυτό, χρειάζεται και αυτογνωσία.

Όταν, όμως, οι νέες γενιές από νωρίς βομβαρδίζονται από τα social media, από τις κρίσεις (οικονομικές κ.λπ.) και είναι πάντα θυμωμένες, δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις.

Πρέπει να αφήσουμε τις νέες γενιές να σκεφτούν πιο καθαρά και να διοχετεύσουν την οποιαδήποτε οργή τούς δημιουργεί η δύσκολη κατάσταση την οποία βιώνουν πιο υγιώς.

Λιγότερη απομόνωση, περισσότερες συναντήσεις με το «άλλο», είτε είναι ιδέες, είτε είναι άλλοι άνθρωποι κ.λπ. Έμφαση στην αξία του ανθρώπου και στα δικαιώματά του.

«Τώρα εγώ τραγουδάω και μιλάω, και γελάω, σε φιλάω, σε πονάω, σε γαμάω, κουρασμένο μυαλό, κουρασμένο μυαλό/ Κι όλα αυτά επειδή σε τρομάζει η επαφή, μ’ έναν που’ χει αισθανθεί/ γιατί κρύφτηκες εκεί;». Μπράιαν Ίνο: Τι σημαίνει για σένα;

Το live των 801 και η ζωντανή ηχογράφηση που κυκλοφόρησε με επηρέασε πολύ τότε και είχε βέβαια ως άμεσο αποτέλεσμα το Third Uncle στον πρώτο μας δίσκο.

Από τότε παρακολουθώ όλες του τις δουλειές -και ως παραγωγού και ως δημιουργού- και θεωρώ πως έχω επηρεαστεί σίγουρα, ίσως και με τρόπους που δεν έχω καταλάβει.

«Χαμένος μέσα σ’ όλα τα διλήμματα/ ψάχνω γι’ αλήθεια μέσα στ’ απορρίμματα». «Λένε πως άμα βγεις στο δρόμο/ ό, τι αναζήτησες θα βρεις / μα η αλήθεια υπάρχει μόνο/ σε ό,τι είσαι έτοιμος να δεις».

Πού την ψάχνεις -και πού τη βρίσκεις- την αλήθεια;

Κατ’ αρχάς προσπαθώ να είμαι εγώ συνεπής με τα πιστεύω μου, γιατί αυτό είναι η πρώτη προϋπόθεση.

Ότι αν είναι τουλάχιστον ένας αληθινός, δηλαδή ο εαυτός σου, ή προσπαθεί τουλάχιστον να είναι αληθινός, τότε στις συναντήσεις του με τους άλλους ανθρώπους υπάρχει περίπτωση να αναγνωρίσει και τις δικές τους αλήθειες.

Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο: Τι αντλείς από την ποίηση γενικά και τον Καρυωτάκη, ειδικά; Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και τη (ροκ) στιχοπλοκία;

Στην ποίηση μπορείς να βρεις άλλον έναν ευαίσθητο άνθρωπο κι εγώ αυτό ακριβώς βρίσκω. Έναν άνθρωπο που ανησυχεί είτε για αυτά που συμβαίνουν στη ζωή του, είτε για αυτά που συμβαίνουν μέσα του, είτε ακόμη απλά για το έργο του.  

Και οι ευαίσθητοι και ανήσυχοι άνθρωποι πρέπει να συναντιούνται.

Το χρυσό κλειδί: τόσο πλούσιος πνευστός, σχεδόν φάνκι ήχος! Πώς προέκυψε;

Είναι ο πιο πρόσφατος δίσκος του συγκροτήματος, που έχει όλες μου τις επιρροές και μουσικές επιδιώξεις, λίγο πιο ανοιχτός υφολογικά από τους προηγούμενους.

Πρέπει να αναφέρουμε και τη συμβολή των μουσικών για την ηχογράφηση του δίσκου.

Για παράδειγμα, ο Λάκης Ραγκαζάς στην κιθάρα και ο Κώστας Κατσαρός στην τρομπέτα και τα συνθεσάιζερ, που με τα παιξίματά τους έδωσαν μια ιδιαίτερη «νότα» σ’ αυτό το άλμπουμ.

Με την ευκαιρία, να αναφέρω και τους υπόλοιπους μουσικούς του συγκροτήματος, οι οποίοι είναι ο Φώτης Τσακυρίδης στα ντραμς, ο Δημήτρης Ματζίρης στο τρομπόνι και ο Σάκης Ζαχαριάδης στην κιθάρα.

Τα Μωρά στη Φωτιά υπήρξαν από τους στυλοβάτες του ελληνόφωνου ροκ στα eighties. Πού το εντοπίζεις σήμερα;

Υπάρχουν νέα παιδιά που δραστηριοποιούνται ωραία στο μουσικό χώρο, όπως είναι οι Κοινοί Θνητοί.

Έτσι κι αλλιώς, δε βλέπω το ελληνικό ροκ μουσικολογικά και μόνο. Eίναι και μια διάθεση στίχου και τοποθέτησης πέρα από το είδος της μουσικής.

Ακόμη και κάποιο ραπ ή χιπ χοπ τραγούδι μπορεί να είναι σ’ αυτό το πλαίσιο συγγενικό, αλλά υπάρχουν και πολλά αμιγώς ροκ συγκροτήματα: Vodka Juniors, Nightstalker, VIC, Naxatras, Planet of Zeus, ακόμη και metal. Πολλά.

28 Σεπτεμβρίου 2024, Θέατρο Βράχων, Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τα Μωρά στη Φωτιά. Με εκλεκτούς συμπράττοντες. Την αναμένεις με συγκίνηση; Σου λείπει ο Σιδηρόπουλος ως άνθρωπος και καλλιτέχνης, πέρα από μυθοποιήσεις;

Εννοείται ότι αναμένω αυτήν τη συνάντηση, ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν η σημαντικότερη -αν όχι η μοναδική μου- επιρροή από τον ελληνικό χώρο. Θεωρώ ότι η απουσία του είναι μια μεγάλη έλλειψη κι ένα λάθος μήνυμα που δεν έπρεπε να δοθεί.

Άνθρωποι και μουσικοί σαν τον Παύλο Σιδηρόπουλο πρέπει να βγαίνουν νικητές σε όλα τα επίπεδα, και στη ζωή και στη μουσική, διαφορετικά «περνάει» το μήνυμα πως όλα πρέπει να γίνονται αλλιώς.

Και όχι, ο Παύλος Σιδηρόπουλος έκανε τα πάντα όπως έπρεπε να γίνουν και έδωσε σε όλους εμάς τη σκυτάλη, ενώ θα έπρεπε να συνεχίζει ο ίδιος να μας εμπνέει.

Δεν έχουμε, όμως, παράπονο. Μας άφησε ένα πολύ σημαντικό έργο, δυσανάλογα σημαντικό, γι’ αυτό τον ροκ χώρο στην Ελλάδα.

Είμαι ευτυχής που μετά από πολλά χρόνια στα οποία ήθελα να συνεργαστούμε με τον Κυριάκο Δαρίβα αυτό συμβαίνει τώρα, με όλη την προσπάθεια που κάνει και τους καλλιτέχνες οι οποίοι συμμετέχουν, να τιμήσουμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Ευχαριστώ θερμά την Εύα Κολόμβου, χάρη στην πολύτιμη συνδρομή της οποίας υλοποιήθηκε η συνέντευξη.

Ο Στέλιος Σαλβαδόρ και τα Μωρά στη Φωτιά και το «σούπερ γκρουπ» «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» ανεβαίνουν στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου για να τιμήσουν τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Η μουσική παρέα «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» αποτελείται από τους:

Κυριάκο Δαρίβα (Απροσάρμοστοι), Βασίλη Σπυρόπουλο (Σπυριδούλα), Στέλιο Σαλβαδόρ (Μωρά στη Φωτιά), Frank Panx (Panx Romana), Νίκο Γιαννάτο (Πυξ Λαξ), Νίκο Εφεντάκη και Δημήτρη Παπαδημητρίου (Άσσοι του Καράτε), Βασίλη Ράλλη, Σίμο Κοκαβέση, Γιώργο Λαγγουρέτο (x Magic De Spell), Αλέξανδρο Δάικο & Κύριο Κ.



Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Εουτζένιο Μπάρμπα: «Αν η ανθρώπινη φυλή έχει μέλλον, θα υπάρχει και το θέατρο»

 

Εουτζένιο Μπάρμπα (μέση)/Ευάγγελος Βάντζος (αριστερά)/Κώστας Βάντζος (δεξιά) Φωτογραφία: Κώστας Κατέχος

Παγκοσμίου φήμης σκηνοθέτης και θεωρητικός του θεάτρου, ο ιταλικής καταγωγής Εουτζένιο Μπάρμπα έχει επανακαθορίσει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε, παρακολουθούμε και επιτελούμε το θέατρο.

Συνομιλώντας μαζί του ενόψει μιας ακόμη επίσκεψής του στην Ελλάδα, με αφορμή το τετραήμερο αφιέρωμα που διοργανώνει η ομάδα τέχνης Fabrica Athens (19-22/9).

«Έζησα με την ταμπέλα του ξένου πρώτα σαν Ιταλός εργάτης στη Νορβηγία, και ύστερα με τους Νορβηγούς ηθοποιούς μου σαν ένα ανορθόδοξο θέατρο [...] στη Δανία. Όλοι μας ήμασταν εξόριστοι», γράφετε στο Οι ζωές μου στο Τρίτο Θέατρο.

Έχει, λοιπόν, το τραύμα της εξορίας επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε/συλλαμβάνετε/επιτελείτε το θέατρο, προσωπικά και συλλογικά;

Το να ζεις ως ξένος σε μια νέα χώρα έχει πολλές συνέπειες, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές.

Χάνεις την μητρική σου γλώσσα και, μετά από μια μακρά περίοδο σχεδόν έλλειψης κατανόησης και συνεχών παρεξηγήσεων, αρχίζεις να εκφράζεσαι σε μια άλλη γλώσσα με ήχους και γραμματική πολύ διαφορετικά από αυτά που έχεις απορροφήσει από τότε που γεννήθηκες.

Αυτό επηρεάζει επίσης τον τρόπο έκφρασης και αντίδρασης στους ανθρώπους.

Οι κώδικες συμπεριφοράς είναι διαφορετικοί και απαιτείται μακρά περίοδος για να προσαρμοστεί κάποιος σε αυτούς. 

Είμαι Νοτιοϊταλός, ήμουν μάλλον μελαχρινός και έμοιαζα περισσότερο με Τούρκο παρά με την πλειονότητα των ξανθών Νορβηγών.

Ήμουν με την μία «διακριτός», κι αυτή η αντίληψη μπορούσε να δημιουργήσει ένα αίσθημα ενδιαφέροντος και ενσυναίσθησης αλλά και αντιδράσεις απόρριψης.

Δούλεψα δύο χρόνια ως ναύτης σε ένα εμπορικό πλοίο και βίωσα πολύ ρατσισμό από την πλευρά του σκανδιναβικού πληρώματος. Η εξορία είναι σαν δηλητήριο, μπορεί να σε σπάσει ή να σε κάνει πιο δυνατό.

Αν δεν ήσασταν «εξόριστος»/«μετανάστης», δε θα δημιουργούσατε καθόλου θέατρο ή θα δημιουργούσατε ένα εντελώς διαφορετικό θέατρο;

Είναι δύσκολο να απαντηθεί αυτό το υποθετικό ερώτημα. Είμαστε το αποτέλεσμα γενετικών και κοινωνικών παραγόντων. Φαντάζομαι ότι θα ήταν διαφορετικά.

Το ταξίδι, τόσο με την έννοια της φυσικής συνάντησης με ανθρώπους, τόπους και πολιτισμικές εκφράσεις όσο και με την μεταφορική, μέσα από τις αναγνώσεις και τον (αυτο)στοχασμό, είναι ο πυρήνας της ύπαρξής σας. Γιατί;

Η εσώτερη επίγνωση του εαυτού μας, οι διάλογοί μας μ’ αυτόν και με άλλους ανθρώπους, καθώς και το όραμά μας για τον κόσμο, οι αξίες και οι προκαταλήψεις μας εξαρτώνται από τις βιογραφικές μας αντιξοότητες.

Δημιουργώ τον κόσμο γύρω μου και είμαι το δημιούργημα αυτού του κόσμου. Είμαι σίγουρος ότι, αν δεν είχα διαβάσει το μυθιστόρημα του Kνουτ Χάμσουν Στο άστρο του φθινοπώρου στα δεκαεπτά μου, η ζωή μου θα ήταν διαφορετική.

Μερικά βιβλία που έχω διαβάσει είναι εντυπωμένα στο σώμα και την μνήμη μου με ένα ατελείωτο αναζωογονητικό αποτέλεσμα.

Αλλά και άνθρωποι που έχω γνωρίσει, γυναίκες που έχω αγαπήσει, οι επιτυχίες και οι ταπεινώσεις είναι φυσικά πτυχές αυτού το οποίο αποκαλούμε «η εμπειρία μας» και που καθορίζουν τις αποφάσεις και τις επιλογές μας.

Μπορούμε να σκεφτούμε εξηγήσεις, αλλά αυτές είναι εκλογικεύσεις και δε ρίχνουν πολύ φως στην μυστηριώδη διαδικασία της εσωτερικής μας ζωής.

Όπως περιεκτικά επισημαίνει ο Ευάγγελος Βάντζος στον πρόλογο του προαναφερθέντος βιβλίου, δεν είστε μόνο «ένας σπουδαίος δάσκαλος», αλλά και «ένας συναρπαστικός αφηγητής». Τα γραπτά σας είναι, άρα, «λογοτεχνία».

Πώς συνδέονται, σύμφωνα με εσάς, η λογοτεχνία, το θεατρικό κείμενο και η θεατρική πρακτική;

Είναι όλα λεγόμενα «καλλιτεχνικά» προϊόντα που διαφέρουν από την πραγματικότητα την οποία περιγράφουν γιατί την «αποξενώνουν», την καθιστούν μη οικεία και έτσι επηρεάζουν την προσοχή ή την αντίληψη του παρατηρητή ή του ακροατή.

Οι Έλληνες επινόησαν την «τέχνη του λόγου», ο Δημοσθένης ή ο Σωκράτης ήταν μάστορες σε αυτό. Η ρητορική θεωρείτο τέχνη μέχρι τον 19ο αιώνα. Μετά, στο θέατρο και αλλού θεωρήθηκε κενή διακήρυξη.

Ως σκηνοθέτης, είναι μέρος των τεχνικών μου γνώσεων να ξέρω πώς να εμπνέω τους ηθοποιούς μέσω λέξεων και επιτονισμών.

Η πρωτοτυπία του θεατρικού σας οράματος εδράζεται κυρίως στην θεώρηση της τέχνης σε επίπεδα οργάνωσης, στην άρθρωση τεσσάρων βασικών ερωτημάτων και στον διάλογο με διαφορετικές θεατρικές παραδόσεις.

Θα θέλατε να αναλύσετε την φύση της γοητείας που σας άσκησε στην πορεία κάθε θεατρική παράδοση (κλασικά ασιατικά θέατρα, Ευρωπαίοι/Βορειοαμερικανοί μεταρρυθμιστές του 20ού αιώνα, ομαδικό θέατρο Λατινικής Αμερικής);

Αυτή η γοητεία εξαρτάται από το γεγονός ότι, ως αυτοδίδακτος, έψαχνα για καταστάσεις, βιβλία και συγκεκριμένα παραδείγματα που θα μπορούσαν να μου διδάξουν κάτι.

Έψαχνα παντού για αυτό που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο, διάβαζα και ταξίδεψα και άντλησα στοιχεία από διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς.

Πρόκειται μια τυπική ετερογενή εγκυκλοπαιδική γνώση όπου πολλές επιρροές αναμειγνύονται και μετατρέπονται σε ένα ρεαλιστικό εργαλείο το οποίο με βοηθά στο έργο μου ως σκηνοθέτης του θεάτρου.

Από την αρχή με γοήτευσε η ασιατική παραδοσιακή υποκριτική, πιθανώς επειδή το 1963, όταν ήμουν 23 ετών, ταξίδεψα στην Ινδία και μελέτησα το Kathakali, μια παραδοσιακή μορφή εντελώς άγνωστη στην Ευρώπη..

Μου προξένησε βαθιά εντύπωση, ήταν για μένα αδιανόητο να υπάρχει τέτοιο θέατρο. Έχω την αίσθηση ότι οι παραστάσεις μου προσπαθούν να συναγωνιστούν την υποβλητικότητα και το μεγαλείο των Ασιατών ερμηνευτών.

Στην δεκαετία του 1970 συνεισφέρατε όχι στην «ανακάλυψη» αλλά στην «ονοματοδοσία» του έκτοτε αποκαλούμενου «Τρίτου Θεάτρου», ενός θεάτρου που «ζει στο περιθώριο, συχνά έξω ή στα περίχωρα των πρωτευουσών της κουλτούρας».

Πώς άλλαξε αυτή η θεατρική παράδοση με την πάροδο του χρόνου και κατά πόσο επηρέασε επίσης τόσο το «κατεστημένο»/«μέινστριμ» θέατρο όσο και το «πρωτοποριακό»/ «πειραματικό»;

Μετά το 1968 μια ολόκληρη γενιά προσέγγισε το θέατρο ως ένα μετασχηματιστικό εργαλείο που μπορούσε να αλλάξει τους ανθρώπους και την κοινωνία. Το πολιτικό θέατρο εξέφρασε αυτή τη λαχτάρα για μετάλλαξη.

Αυτή η γενιά δεν ενδιαφερόταν για το θέατρο όπως υπήρχε στην κοινωνία της, ένα κτίριο όπου οι ηθοποιοί σκηνοθέτησαν ιστορίες οι οποίες δεν είχαν σχέση με τα δεινά των ανθρώπων, με την εκμετάλλευση και με την φρίκη των εγκληματικών ιδεολογιών.

Ήταν μια εποχή κατά την οποία αυτή η εξέγερση πήρε διαφορετικές μορφές και εμπνεύσεις, από το όραμα του Μπρεχτ μέχρι αυτό του Αρτώ.

Συμμετείχαν ομάδες με εσωτερικές σχέσεις και τρόπους παραγωγής που απείχαν πολύ από τα μέινστριμ θέατρα.

Δραστηριοποιήθηκαν εκτός του θεσμοθετημένου χώρου των θεάτρων τα οποία χρηματοδοτούνται από το κράτος ως φορείς «πολιτισμούς». Αυτές οι ομάδες δεν ενδιαφέρθηκαν για ένα παραδοσιακό θέατρο τέχνης ούτε για πειράματα.

Εξ’ ου και ο ορισμός μου για το Τρίτο Θέατρο.

Σήμερα, η κατάσταση είναι διαφορετική - τόσο οι πολιτικές συνθήκες όσο και η νοοτροπία. Στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους, ωστόσο, υπάρχει μια ενεργή θεατρική κουλτούρα έξω από τα θεσμοθετημένα κτίρια.

Επομένως, πρέπει να αναγνωρίσουμε την παρουσία και τα αποτελέσματα αυτού του Τρίτου Θεάτρου.

Γιατί, κατά την γνώμη σας, διατηρούμε την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε με την προϋπόθεση ότι αντιστεκόμαστε στην «αποπλάνηση» της εποχής εντός της οποίας τυχαίνει να ζούμε;

Και πώς το ίδιο το θέατρο παραμένει -αν το κάνει- όχημα και εργαλείο προσωπικής και συλλογικής απελευθέρωσης;

Είναι αδύνατο να μιλήσουμε για το θέατρο. Είναι μια κενή έννοια. Σήμερα υπάρχει μια πληθώρα θεατρικών μορφών με διαφορετική υποκριτική τεχνική, διαφορετικούς θεατές και στόχους:

Από τα υψηλού επιπέδου επαγγελματικά μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ έως τις μικρές παραστάσεις στην Αφρική που διδάσκουν τους θεατές τους πώς να βράζουν νερό για να αποφύγουν την δυσεντερία.

Ένας νέος άνθρωπος πρέπει να βρει ποιο από αυτά τα θέατρα μπορεί να ικανοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες για την είσοδο σε αυτό το επάγγελμα.

Πριν διαβάσω το θεμελιώδες βιβλίο σας, περίμενα ότι, στην ηλικία σας, όλες -ή τουλάχιστον οι περισσότερες- από τις ερωτήσεις σας -θεατρικές ή άλλες- θα είχαν βρει κάποιες απαντήσεις. Αυτό, ωστόσο, δε φαίνεται να ισχύει.

Είναι πιο ενδυναμωτικό να συνεχίζει κάποιος να θέτει ερωτήματα και να στοχάζεται ακόμη και σε ένα όψιμο στάδιο της ζωής του, παρά να βιώνει την αυτάρεσκη απόλαυση του να έχει αποκτήσει κάποιου είδους υπαρξιακή σοφία;

Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί: κάποιοι λαχταρούν για λογικές απαντήσεις, άλλοι για τον ορισμό των σωστών ερωτήσεων.

Όταν ξεκίνησα, δεν ήξερα πολλά για το θέατρο και την τεχνική της υποκριτικής. Ως εκ τούτου, έκανα ερωτήσεις. Άλλαξαν με τον καιρό, αφού οι γνώσεις μου και οι ανάγκες μου είχαν αλλάξει.

Αλλά και σήμερα το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: Εγώ είμαι το θέατρο: ποια είναι η ευθύνη μου απέναντι στην κληρονομιά που έλαβα από το παρελθόν και ποιες αξίες μπορώ να μεταδώσω σε αυτούς που θα με ακολουθήσουν;

Και μιλώντας για το πέρασμα του χρόνου, αποτελείτε την ενσάρκωση της ζωτικότητας. Έχει κάποια σχέση η ενασχόληση με το θέατρο και η παρουσία των αξιόλογων ανθρώπων που σας συνόδευσαν σε αυτά τα ταξίδια;

Νομίζω ότι είναι γενετικό θέμα. Η μητέρα μου είχε πολλή ζωτικότητα και έφτασε στα 96. Έτσι, έχω μερικά ακόμη χρόνια διασκέδασης μπροστά μου.

Αν υποθέσουμε πως το θέατρο δεν είναι μια ξεπερασμένη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, πιστεύετε ότι έχει μέλλον; Και αν ναι, πού μπορεί να εντοπιστεί αυτό το μέλλον;

Αν η ανθρώπινη φυλή έχει μέλλον, θα υπάρχει και το θέατρο. Οι άνθρωποι είναι ζώα με το θέατρο στο DNA τους.

Με μια μορφή που ξέρουμε ή με τρόπο που δεν μπορούμε να φανταστούμε, οι άνθρωποι θα ακούν και θα παρακολουθούν άλλους ανθρώπους να ξεπερνούν την ιδιωτική τους διάσταση και να προσφέρουν ψυχαγωγία και διασκέδαση, αλλά και να ξυπνούν μια συνείδηση ​​της τραγικής διάστασης της ζωής.

Ανάμεσα στους πολλούς ταξιδιωτικούς σας προορισμούς, η Ελλάδα, την οποία σκοπεύετε να επισκεφτείτε για άλλη μια φορά τον Σεπτέμβριο, φαίνεται να ανήκει στους πιο αγαπημένους σας. Γιατί;

Με έτρεφε ο ελληνικός πολιτισμός. Σπούδασα πέντε χρόνια αρχαία ελληνικά στο γυμνάσιό μου που ήταν η Στρατιωτική Σχολή Nunziatella στην Νάπολη. Μετέφραζα τον Αρχίλοχο και τον Πλάτωνα και φυσικά τον Σοφοκλή και τον Αριστοφάνη.

Για μένα οι Έλληνες επινόησαν το θέατρο με τις μορφές που το συλλαμβάνουμε και το ασκούμε σήμερα. Στην Ελλάδα έχω αγαπημένους φίλους:

Τον μεταφραστή μου Κώστα Βάντζο που σε μια προηγούμενη ζωή ήταν αδερφός μου, τον οποίο γνώρισα μαζί με τους Κάρολο Κουν και Διονύση Φωτόπουλο το 1980.

Επίσης, τους ιδρυτές του Τεχνοχώρου Φάμπρικα που βάφτισαν τον γιο τους χρησιμοποιώντας εν μέρει το όνομά μου.

Πώς να μην ερωτευτώ μια τέτοια χώρα και τους γενναιόδωρους ανθρώπους της;

Στην Κρήτη, το Θέατρο Όμμα Στούντιο έχει εκδώσει τα βιβλία μου και άνοιξε ένα Κέντρο Θεατρικής Ανθρωπολογίας.

Η Λυδία Κονιόρδου συνεργάστηκε μαζί μου και με την Julia Varley στην μετάδοση της γνώσης στην Διεθνή Σχολή Θεατρικής Ανθρωπολογίας (ISTA).

Από την δεκαετία του 1980, ο Θεόδωρος Τερζόπουλος με έχει καλέσει αρκετές φορές στους Δελφούς στις εκπληκτικές διεθνείς συναντήσεις του.

Η Μαγδαληνή Ρεμούνδου, εξάλλου, έκανε μια ταινία της οποίας ο τίτλος Ποιος είναι ο Eugenio Barba ξυπνάει την περιέργεια.

Το Ίδρυμα Barba Varley (Fondazione Barba Varley) έχει στενή συνεργασία με τις Μαρία Φραγκή και Κάτια Σαβράμη του Πανεπιστημίου Πατρών.

Η Άλκηστις Κοντογιάννη και οι συνάδελφοί της στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου μου έχουν απονείμει τιμητικό τίτλο.

Το παρελθόν και το παρόν αυτού το οποίο αποκαλείτε «Ελλάδα» είναι μέρος της ζωής μου. Είμαι ξένος, αλλά νιώθω σαν μέτοικος που χάρη σε αυτούς τους δεσμούς κατέκτησα την διαφορετικότητα, άρα και την ταυτότητά μου.

Ευχαριστώ θερμά τον Κώστα Βάντζο για την καθοριστική συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον Εουτζένιο Μπάρμπα.

Το βιβλίο του Εουτζένιο Μπάρμπα Οι ζωές μου στο Τρίτο Θέατρο - Διαφορά, Τέχνη, Εξέγερση κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Κάπα Εκδοτική σε μετάφραση των Κώστα και Ευάγγελου Βάντζου.

Η πολυ-δραστική ομάδα Τέχνης Fabrica Athens γιορτάζει τα «60 Χρόνια Eugenio Barba-Odin Teatret» με ένα τετραήμερο αφιέρωμα καλλιτεχνικών και εκπαιδευτικών δράσεων στην Αθήνα, 19-22 Σεπτεμβρίου 2024.

Το πρόγραμμα των δράσεων έχει ως εξής:

Πέμπτη 19/9

18:00 Zona Limite, μια ταινία του Stefano Di Buduo, για την εβδομάδα Holstebro Festive Week του Odin Teatret

Τεχνοχώρος Φάμπρικα (Μ. Αλεξάνδρου 125, Κεραμεικός, Αθήνα)

21:00 HUGO PRATT E IL SUO DOPPIO: Corto Maltese, παράσταση του Teatro Potlach-μέλος του «Τρίτου Θεάτρου» και πάνω από 40 χρόνια συνεργάτες με τον  Eugenio Barba

ΡΕΚΤΙΦΙΕ - Κέντρο Έρευνας Μεικτών Παραστατικών Τεχνών (Κωνσταντινουπόλεως 119, Βοτανικός, Αθήνα)

Παρασκευή 20/9

21:00 COMPASSION, Odin Teatret, παράσταση με την Julia Varley, σκηνοθεσία Eugenio Barba

ΡΕΚΤΙΦΙΕ - Κέντρο Έρευνας Μεικτών Παραστατικών Τεχνών (Κωνσταντινουπόλεως 119, Βοτανικός, Αθήνα)

Σάββατο 21/9

11:00-13:00 Masterclass με τους Eugenio Barba και Julia Varley

21:00 COMPASSION, Odin Teatret, παράσταση με την Julia Varley, σκηνοθεσία Eugenio Barba

ΡΕΚΤΙΦΙΕ - Κέντρο Έρευνας Μεικτών Παραστατικών Τεχνών (Κωνσταντινουπόλεως 119, Βοτανικός, Αθήνα)

Κυριακή 22/9

11:00 THE THRILLING VIOLINISTS, παιδική παράσταση με την Antonia Cezara και τον Jakob Nielsen

Περισσότερες πληροφορίες/κρατήσεις:

https://www.more.com/theater/tetraimero-afieroma-60-xronia-eugenio-barba-odin-teatret-stin-athina-fabrica-athens-12th-hrtfest/

Ο Eugenio Barba και η Julia Varley θα ταξιδέψουν, κατόπιν, στα Ιωάννινα για ένα μοναδικό σεμινάριο.

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 60 χρόνων από την ίδρυση του Odin Teatret, η Καλλιτεχνική Σκηνή Ηπείρου ΣΥΝΘΕΣΗ θα φιλοξενήσει στα Ιωάννινα τον Eugenio Barba και θα τον τιμήσει για την πολύπλευρη προσφορά του στο παγκόσμιο θέατρο.

Η ξεχωριστή αυτή δράση γίνεται στο πλαίσιο ενός νέου κύκλου συνεργασιών που εγκαινιάζει η ΣΥΝΘΕΣΗ.

Το οριστικό πρόγραμμα του σεμιναρίου έχει ως εξής:

Κυριακή 22/9

19:00-20:00 Προβολή ντοκιμαντέρ της Μαγδαληνής Ρεμούνδου: Ποιος είναι ο Eugenio Barba

20:00-21:00 Παρουσίαση: Εουτζένιο Μπάρμπα - Θέατρο Odin: Το Τρίτο Θέατρο

Θα μιλήσουν οι: Κώστας Βάντζος και ο Ευάγγελος Βάντζος

21:00-22.00: Εουτζένιο Μπάρμπα-Odin Teatret 60 Χρόνια

Θα μιλήσουν οι Eουτζένιο Μπάρμπα, Κώστας Βάντζος, Ευάγγελος Βάντζος:

Δευτέρα 23/9

19:00-20:00 Προβολή του ντοκιμαντέρ: Η κατάκτηση της Διαφοράς (1 ώρα)      

20:00-21:30 Work Demonstration από την Julia Varley: Το Ιπτάμενο Χαλί

Tρίτη 24/9

18:00-19:30 Masterclass του Εουτζένιο Μπάρμπα

19:30-20:30 Προβολή του ντοκιμαντέρ: Η Τέχνη του Αδυνάτου

20:30-21:00 Αποχαιρετιστήριο Πάρτι