Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

Frank Panx: «Είμαστε ευτυχισμένοι όσο πολεμάμε για τον άνθρωπο και τη ζωή»

 


Η έντονη κοινωνική και πολιτική ευαισθησία και η ανυπόκριτη αγάπη για τον άνθρωπο χαρακτηρίζουν τον Frank Panx, έναν από τους συνεπέστερους εκπροσώπους της εγχώριας ροκ σκηνής.

Μια συνάντηση μαζί του στα Εξάρχεια. Μαζί με πολλούς εκλεκτούς προσκεκλημένους, ο Frank Panx συμμετέχει στη Μεγάλη Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο στις 14 Ιουνίου.

Συχνά προσφωνείς τους άλλους ως «αδέρφια». Από πού πηγάζει αυτή η ανάγκη; Και τι, τελικά, σημαίνει για σένα η έννοια της «αδερφοσύνης»;

Η αδερφοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα. Η ανυπόκριτη αγάπη για τον άνθρωπο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Δε με νοιάζει τι χρώμα έχει ο άλλος, σε τι θρησκεία πιστεύει, τι γλώσσα μιλάει: το χέρι θα είναι πάντα απλωμένο. Έχω βιώσει αυτήν τη συνθήκη, και ανταποδίδεται.

Το να αποκαλείς ανθρώπους «αδέρφια» είναι σαν να τους καλείς σε μια ουσιαστική ενότητα. Μια τέτοια ενότητα, ένα τέτοιο δέσιμο ενέχουν μια αλήθεια που υπηρετεί τη ζωή.

Γι’ αυτό και σκεφτόμαστε κι άλλους τρόπους ν’ αγκαλιάσουμε μια συναυλία.

Όπως;

Στην τελευταία συναυλία, ας πούμε, που δώσαμε στην Τεχνόπολη τον Σεπτέμβρη του 2024 καλέσαμε τα αδέρφια μας τα οποία χρησιμοποιούν αμαξίδια να την παρακολουθήσουν δωρεάν. Το ίδιο και τα παιδάκια μέχρι έντεκα ετών.

Καλέσαμε προσφυγάκια από δομές φιλοξενίας, παιδιά από προγράμματα απεξάρτησης που συμμετείχαν και σε ένα δρώμενο. Σ’ έναν εμπορικό χώρο κάναμε το καλύτερο δυνατόν.

Το κοινωνικό πρόσημο που πάντα φέρουν οι συναυλίες των PANX ROMANA συνδέεται και με την ανάδειξη πολλών απ’ όσα συμβαίνουν, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

Είναι το ελάχιστο το οποίο μπορούμε να κάνουμε. Το θεωρώ αυτονόητο.

Δεν μπορώ, επομένως, να «χωνέψω» την αντίληψη άλλων καλλιτεχνών σύμφωνα με την οποία, αν -για παράδειγμα- μιλήσω για το προσφυγικό, αποκλείω κόσμο από μια συναυλία.

Με την έννοια ότι κάποιο μέρος του κοινού δεν ενδιαφέρεται για πολιτικολογία;

Με την έννοια ότι αυτή η πολιτικολογία θέτει εκτός μερίδα κόσμου που θα στήριζε την συναυλία. «Περιόρισε τα σχόλια», μου έχουν πει κάποιοι.

Αυτό κάνω, όμως, ακόμα και πριν τους PANX ROMANA. Δεκαέξι χρονών παιδάκι, τύπωνα σε εφημεριδάκι τις απόψεις μου και το μοίραζα χέρι-χέρι. Δεν είχαμε όργανα τότε. Ήμασταν πολύ φτωχά παιδιά.

Πού γεννήθηκες;

Στα Λιπάσματα στη Δραπετσώνα, στον Πειραιά. Γιαγιά, πατέρας, θείοι δούλευαν στο εργοστάσιο.

Κι ενώ τα φουγάρα του εργοστασίου δούλευαν για να τρώμε, ταυτόχρονα μας «έτρωγαν». Όλη μου η οικογένεια έζησε μέχρι τα εξήντα πέντε μάξιμουμ.

Έχω, λοιπόν, βιώσει θανάτους ατέλειωτους, γιατί όλη η οικογένεια πέρασε από αυτό το εργοστάσιο θανάτου.

Εσύ κι η μητέρα σου επιζήσατε, ωστόσο.

Είμαστε οι δύο τελευταίοι.

Γι’ αυτό και την αγαπάς και την φροντίζεις τόσο πολύ.

Όταν ένας άνθρωπος έκανε δυο και τρεις δουλειές για να κρατήσει ζωντανά τα παιδιά του, θα κάνεις κι εσύ τα πάντα για εκείνον. Όχι μόνο επειδή το χρωστάω στην μητέρα μου, αλλά γιατί μου βγαίνει και αυθόρμητα.

Αναζητώ, επομένως, κίνητρα τα οποία θα την βοηθήσουν να παραμείνει σε καλή φυσική κατάσταση.

Πετυχαίνει τον στόχο της αυτή η αναζήτηση;

Τον πετυχαίνει.

Την ενθαρρύνω, για παράδειγμα, να αυτοοργανώνεται στον κήπο του σπιτιού. Τρώμε τα δικά μας κηπευτικά: λάχανα, μαρούλια, σπανάκι, ντομάτες και πολλά άλλα. Μέχρι και παρτέρια έχω φτιάξει σε τέτοιο ύψος, ώστε να μη χρειάζεται να σκύψει.

Έχει, επομένως, τις ασχολίες της μέσα στην ημέρα. Οπότε νιώθει χρήσιμη και για τον εαυτό της και για τα κατοικίδια που προσέχει.

Όταν, πάλι, φτιάχνει ο καιρός, έχουμε αυτοοργανωθεί στην γειτονιά, και πραγματοποιούμε προβολές οι οποίες αποτελούν τροφή για σκέψη. Τις προάλλες προβάλαμε το Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;

Έτσι, οι δεσμοί των ανθρώπων της γειτονιάς συσφίγγονται: μια οικογένεια θα μαγειρέψει, κάποιος θα φέρει αναψυκτικά, ένας άλλος γλυκά.

Θα προκύψει, άρα, μια πολύ όμορφη ζύμωση που καθιστά την καθημερινή ζωή μας πιο εύκολη και ουσιαστική.

Είμαστε ευτυχισμένοι όσο πολεμάμε για τον άνθρωπο και τη ζωή. Όπου υπάρχει ζωή, βρισκόμαστε κι εμείς για να την υπηρετούμε και να τη βοηθάμε.




Είναι κι οι συναυλίες ένας τόπος ευτυχίας;

Τεράστιος!

Δεν είναι μόνο οι στίχοι που θέλεις να τραγουδήσεις, αλλά και τα θέματα τα οποία θέλεις να αναδείξεις.

Κι είναι ωραίο όταν μπορείς να συνδιαμορφώνεις την διαδικασία της ανάδειξης με τους ανθρώπους που σου στέλνουν μήνυμα πως θα έρθουν στη συναυλία.

Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Κάποιοι ήθελαν να κάνουν κάτι για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη στο πλαίσιο μιας συναυλίας μας. «Δε φτιάχνετε ένα πανό με ό,τι μήνυμα θέλετε να μεταφέρετε; Θα ανεβείτε στην σκηνή για να το σηκώσετε», τους πρότεινα.

Φαντάστηκα πως θα επρόκειτο για ένα πανό δύο-τριών μέτρων. Δέκα μέτρα ήταν, με κάτι κοντάρια δίμετρα!

Έκοψαν, λοιπόν, ένα τμήμα από τα κοντάρια, και παρέμειναν στην σκηνή σε όλη την διάρκεια ενός τραγουδιού με σχετική θεματολογία. Έτσι έγινε η συνδιαμόρφωση.

Με το κοινό, με τ’ αδέρφια μας, συχνά συνδιαμορφώνουμε την επόμενη συναυλία, την επόμενη δράση. Αυτό μας κρατάει ως μπάντα. Γιατί, κατά άλλα, άνθρωποι είμαστε, με κουσούρια, πάθη και τρέλες.

H διαφορά μας από άλλους είναι ότι στοχεύουμε στο καλό αποτέλεσμα.

Σ’ αυτόν τον στόχο έχουμε στρατευτεί, κι ας μην έχουμε κυκλοφορήσει καινούρια δουλειά από το 2016. Πριν από ένα-δυο χρόνια, μάλιστα, διατυπώθηκε η πρόταση να σταματήσουμε.

Με ή χωρίς νέα τραγούδια, ωστόσο, αφήνει πίσω της ένα θετικό πρόσημο παρεμβαίνοντας σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες. Είναι κρίμα να μην υπάρχει στο διάβα των ετών.

Το ίδιο ισχύει και για τους αγαπημένους μας The Last Drive. «Σας χρειαζόμαστε», τους είπα τις προάλλες. «Η βοήθεια που δίνετε είναι υπερ-πολύτιμη».

Παρακολουθούσα τον νεαρόκοσμο που κοπανιόταν ακούγοντας PANX ROMANA στην Τεχνόπολη κι αναρωτιόμουν αν αισθάνεσαι κάποια ευθύνη απέναντί του.

Όποιος ανεβαίνει σ’ αυτό το ρημάδι το πάλκο θα έπρεπε να νιώθει ευθύνη σε σχέση με το τι λέει και το πόσο αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά κάποιους.

Επειδή, λοιπόν, θεωρούμε ότι οι ουσίες μέσα μας είναι εξουσίες πάνω μας -και τις εξουσίες, γενικότερα, δεν τις θέλουμε-, επιθυμούμε αυτό που μας βγαίνει αυθόρμητα.

Γι’ αυτό κι αισθάνομαι ενοχή όταν, παρευρισκόμενος στην ολοκλήρωση «κλειστών» προγραμμάτων απεξάρτησης, συνειδητοποιώ πως γνωρίζω αρκετούς από τους συμμετέχοντες.

Αυτό σημαίνει ότι έχουν συνοδεύσει τα πιώματά τους και με δικά μας τραγούδια, αν και ποτέ δεν είχαμε τέτοιο προφίλ. Προσωπικά, δεν έχω καπνίσει ούτε ένα τσιγάρο!

Πρέπει, επομένως, να λειτουργούμε ως «αντιβιοτικό» στο σαθρό πλαίσιο που κυριαρχεί.

Το ιδανικό -κι αυτό που παλεύουμε να κάνουμε- είναι να καλλιεργήσουμε τη λογική της υγιούς έμπνευσης. Δεν είναι το φτιάξιμο με κάποια ουσία αυτό το οποίο θα με κάνει να χοροπηδήξω σε μια συναυλία, αλλά ένα ανυπόκριτο κι ειλικρινές σκίρτημα ψυχής.

Όπως ανυπόκριτα και ειλικρινής θρησκευόμενη υπήρξε η μητέρα μου, η οποία πρόσφατα «έφυγε». Σ’ αυτήν την στάση αναγνωρίζω ένα μεγαλείο, κι ας μην είμαι προσωπικά θρησκευόμενος.

Φαντάζομαι ότι θα θεωρούσε τον Χριστό ένα ιδιαίτερο πρόσωπο που πρόσφερε ανυπόκριτη αγάπη και πήγαινε κόντρα στο κατεστημένο της εποχής του, γι’ αυτό και τον σκότωσαν.

Στις μέρες μας θα ήταν, πιστεύω, στα Εξάρχεια και στους αγώνες για τον άνθρωπο στον δρόμο.

Πριν «τσαλακώσουν» το παράδειγμά του τα κράτη κι οι εξουσίες για να το φέρουν στα μέτρα τους, ο Χριστός ήταν κάτι άλλο. Άγγιζε ακόμα και τους λεπρούς. Αυτό το άγγιγμα δίνει ζωή και πάντα αναζητούμε.

Μιλώντας για άγγιγμα, με ποιους τρόπους σε είχε αγγίξει ο Παύλος Σιδηρόπουλος;

Τον έχω βιώσει από το 1978 στις συναυλίες του με τους Σπυριδούλα και σε έναν βαθμό πιο κοντά στα πρώιμα eighties, όταν προσπαθούσε να μας βοηθήσει να βγάλουμε τον πρώτο μας δίσκο.

Ο Παύλος έβλεπε πιο μακριά από άλλους. Σου έδειχνε, αλλά δε σου έλεγε τι να κάνεις. Ήταν άνθρωπος σκεπτόμενος, έξω ακόμα και από το κινηματικό «κουτί».

Ταυτόχρονα, ήταν ένας καλλιτέχνης τον οποίο θαύμαζα για την ερμηνεία και τον στίχο του.

Το 1981-82 είχα στην Πλάκα ένα πανκ κλαμπ, την Αρετούσα, με όρους πολύ αδερφικούς και φιλικούς. Μόνο χαμηλού κόστους μπύρες πουλούσαμε. Ο Αρκουδέας, που ήταν διοικητής στο Α.Τ. Πλάκας, μάς έκλεισε.

Ήρθαμε, λοιπόν, στα Εξάρχεια. Ήρθε κι ο Αρκουδέας. Ξεκίνησε η κατάληψη της πλατείας Εξαρχείων από δυνάμεις καταστολής προς τα μέσα της δεκαετίας του ’80, κι η κόντρα της Πλάκας «μετακόμισε» εδώ.

Φθινόπωρο, νομίζω τέλη Σεπτεμβρίου του 1984, συνελήφθησαν 200 πάνκηδες και αναρχικοί.

Ως PANX ROMANA παρέα με τους Stress προσπαθήσαμε να κάνουμε μια συναυλία στο Πολυτεχνείο, αλλά μας έκλεισαν τις πόρτες. Συνέβησαν επεισόδια. Την επομένη γίναμε πρωτοσέλιδα: «Πανκ ή τανκ» ήταν ένα από αυτά.




Ευφάνταστο.

Προσεγγίστηκαν ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Αλέξης Καλοφωλιάς και κάποιοι άλλοι για μια κουβέντα η οποία δήθεν θα γινόταν με μια δημοσιογράφο εφημερίδας τύπου Ελευθεροτυπία. Μου είχε πει ο Παύλος να πάω και εγώ, μα δεν πήγα.

Αντί για μια δημοσιογράφο εμφανίστηκε, όμως, ο Άρης Πορτοσάλτε, που τότε εργαζόταν σε μια δεξιά εφημερίδα. Ό,τι έμεινε ήταν εναντίον μας, εναντίον των πάνκηδων.

Δεν αναφέρθηκε τίποτα από την πλευρά του Παύλου και του Αλέξη.

Αυτή η κόντρα του κράτους με τα Εξάρχεια έχει αποτυπωθεί και σε κάποια από τα τραγούδια μας.

Από το παρελθόν στο παρόν, και στην πιο πρόσφατη μουσική σου «ενσάρκωση». Θα ήθελες να μου μιλήσεις γι’ αυτήν;

Λεγόμαστε Frank Panx & Σαλταδόροι, όνομα που παραπέμπει στο Ξυπόλητο Τάγμα επί Κατοχής και στην εποχή της μεγάλης πείνας.

Θέλοντας, λοιπόν, να μην ξεχαστεί η δράση αυτών των παιδιών, επιλέξαμε το συγκεκριμένο όνομα.

Είμαστε μέλη μιας συλλογικότητας που λέγεται Αντισώματα, μιας πρωτοβουλίας μουσικών η οποία χρονολογείται από το 2014 και που στο μέτρο του δυνατού προσπαθεί να συμβάλλει στην ενίσχυση ευπαθών ομάδων.

Kάνουμε και το Φεστιβάλ Immigraniada.

Μέσα από αυτές τις δράσεις συνάντησα και μουσικούς. Ένας από αυτούς ήταν ο αγαπημένος μου αδελφός, Βασίλης Ράλλης. Η γνωριμία μαζί του οδήγησε ουσιαστικά στη δημιουργία της μπάντας.

Τα περισσότερα τραγούδια (σημ.: ακούστε τα Πεφταστέρια) των Σαλταδόρων είναι απόρροια δράσεων ζωής «περπατημένων».

Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία;

Έχουμε ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις δεκατεσσάρων καινούριων τραγουδιών και αυτήν τη στιγμή είμαστε στην φάση της μίξης.

Όταν τελειώσει κι αυτή, θα τα ανεβάσουμε στο διαδίκτυο και θα τα εκδώσουμε σε βινύλιο με τίτλο Μουσικές από μπαρούτι.

Καλοτάξιδα!

Η συνέντευξη με τον Frank Panx πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο του 2024. Διάφοροι σοβαροί λόγοι καθυστέρησαν τη δημοσίευσή της.

Ευχαριστώ θερμά τον Frank για την ειλικρινή, ουσιαστική κουβέντα και για την παραχώρηση των φωτογραφιών που συνοδεύουν το κείμενο.

Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως την Εύα Κολόμβου για τη πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Η Μεγάλη Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, στην οποία συμμετέχει και ο Frank Panx μεταξύ πολλών εκλεκτών προσκεκλημένων, φιλοξενείται στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων το Σάββατο 14 Ιουνίου.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:00, η συναυλία ξεκινάει στις 21:00.



Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

Κυριάκος Δαρίβας: «Το καλύτερο σχολείο είναι η μπάντα»

 

Κυριάκος Δαρίβας (αριστερά), Παύλος Σιδηρόπουλος (δεξιά)

Μια συνάντηση με τον Κυριάκο Δαρίβα, τον εξαιρετικό ντράμερ των Απροσάρμοστων του Παύλου Σιδηρόπουλου και εμπνευστή της μουσικής συντροφιάς-παράστασης «Η Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο».

Μιλώντας για την ελληνική πραγματικότητα, είναι ο κόσμος των ντραμς και των κρουστών γενικότερα υποτιμημένος -ή λιγότερο προβεβλημένος- σε σχέση με εκείνο άλλων οργάνων, βάσει της πολυετούς εμπειρίας σου;

Κατά το παρελθόν, τα τύμπανα ήταν πολύ «πίσω». Στις μέρες μας, αντιθέτως, παραείναι προβεβλημένα.

Αν ξεκινήσαμε με την λογική ότι τα τύμπανα κρατάνε τον ρυθμό και αποτελούν την βάση του γκρουπ, αυτήν την στιγμή είναι -κυρίως στο εξωτερικό- τόσο φλύαρα που ακόμα κι εγώ, αν και ντράμερ, τα βρίσκω ώρες ώρες ενοχλητικά φλύαρα.

Πού αποδίδεις αυτήν την ενοχλητική φλυαρία τους;

Όλα σχετίζονται με την εξέλιξη των πραγμάτων, Γιάννη μου. Άλλοτε θα πάει πάνω, άλλοτε κάτω.

Παρότι είναι απίστευτα και πολύ δύσκολα από τεχνικής άποψης τα όσα παίζονται στο πεδίο των ντραμς, είναι έξω από την δική μου μουσική λογική. Γυρνάς στο σπίτι κι από τα 300 ακούσματα δε θυμάσαι τίποτα!

Κι όμως, κάποιος παίζει πέντε νοτούλες στην κιθάρα, στο μπάσο ή στα ντραμς, και τις θυμάσαι για πάντα στην ζωή σου.

Ακόμα θυμάμαι τα σόλα των Led Zeppelin από το 1975, ακριβώς γιατί ήταν πέντε νοτούλες γλυκιές.

Ήταν, όμως, και ιδιαίτερες «πέντε νοτούλες».

Σίγουρα.

Σήμερα, από την άλλη, ζούμε στην εποχή της ταχύτητας κι όλα βασίζονται εκεί. Αν, λοιπόν, ως μουσικός δεν παίξεις «παπάδες», δε σε παίρνουν σε δουλειές.

Όταν ξεκίνησες εσύ, πώς ήταν τα πράγματα;

O Τρανταλίδης ήταν ο πρώτος διδάξας Έλληνας ντράμερ στο ροκ πεδίο. Δεν ήταν ένας Charlie Watts που απλά έπαιζε το τέμπο με μηδενικές αλλαγές. Ήταν ξεχωριστό το παίξιμό του, και σίγουρα ήταν καλύτερος από έναν Δαρίβα ο οποίος έπαιζε ένα τέμπο.

Πολυλογία, ωστόσο, δεν υπήρχε τότε. Θα έκανες τις αλλαγές σου, αλλά θα ήταν αυτές που έπρεπε, που ταίριαζαν στην μουσική.

Για σένα, ήταν τα ντραμς κεραυνοβόλος έρωτας ή είχες δοκιμάσει κι άλλα όργανα;

Γιάννη μου, είχαμε πάει με τους γονείς σε ηλικίας οκτώ-εννιά χρονών μου σ’ ένα κέντρο διασκέδασης όπου υπήρχε μια ορχήστρα. Με το που την βλέπω, θαμπώνουν όλα και εστιάζω μόνο στα τύμπανα.

Οπότε ναι, ήταν εξ αρχής μόνο αυτά.

Ήταν μια δύσκολη εποχή για να καλλιεργήσεις μια τέτοια ενασχόληση και βιοποριστικά, αλλά και ως ενδιαφέρον. Πώς, λοιπόν, το κατάφερες, παράλληλα με τυχόν άλλες ασχολίες;

Δεν τα ξέχασα ποτέ.

Όταν ήμουν στην πρώτη γυμνασίου, ένας φίλος με ρώτησε, «Τι μουσική ακούς;» «Ροκ», απάντησα, αλλά ντρεπόμουν, καθώς δεν είχα ούτε έναν δίσκο. Κι έτσι πήγαμε να αγοράσουμε δισκάκια.

Πήρα το In rock των Deep Purple, το Tarkus ων Emerson, Lake & Palmer, κι έπειτα πήγαινα και μόνος μου.

Έβαζα τους δίσκους στο πικαπάκι της Philips, έβγαζα τα σιδεράκια από το ξύλινες κρεμάστρες και χάλασα πολλές καρέκλες, μαξιλάρια και στρώματα παίζοντας πάνω τους τύμπανα.

Ο πατέρας κατάλαβε πολύ νωρίς -θαρρώ πως ήταν ανοιχτό μυαλό για να το κάνει- ότι δε θα γινόμουν ούτε γιατρός ούτε δικηγόρος, οπότε μου πήρε τα πρώτα μου τύμπανα σε ηλικία δεκαέξι χρονών. Από τον Αρμάο, επί της Χαριλάου Τρικούπη στα Εξάρχεια.

Κόστισαν 7.900 δραχμές. Παρότι κατέληξα πλέον να έχω αγοράσει και τύμπανα 3.500 Ευρώ, αυτά τα τύμπανα μου έμειναν για πάντα χαραγμένα στην μνήμη, γιατί ήταν τα πρώτα που ακούμπησα, κούρδισα, μύρισα, που κοιμόμουν και ξύπναγα δίπλα τους.

Μια σχέση ζωής, επομένως.

Σχέση ζωής, ακριβώς. Ήταν η ζωή μου όλη.

Και είναι, κατά μία έννοια.

Και είναι. Σαφώς! Θα έδινα τα πάντα για να τα ξαναέχω μπροστά μου.

Το 1980 μου πήρε το δεύτερο σετ ντραμς, από την Πατούσα 4. Πολύ καλά τύμπανα. Μάρκας Gretsch. Τα κράτησα αρκετά. Μέχρι που πέθανε ο Παύλος, αυτά έπαιζα.

Δε στεναχωριέσαι που δεν υπάρχουν πια αυτά τα πρώτα τύμπανα;

Πάρα πολύ, για συναισθηματικούς λόγους. Με τις αναμνήσεις τις παλιές έχω μια αγάπη.

Και με τους ανθρώπους.

Και με τους ανθρώπους, σαφώς. Με τα πάντα.

Μικρός, ζούσα στο Κουκάκι και πήγαινα σχολείο στην Πλάκα, στο 1ο Αρρένων. Όταν περνάω από την περιοχή σήμερα, το κάνω για να νιώσω λίγο κάπως, αλλά όλα έχουν τουριστικοποιηθεί, έχουν αλλάξει δραματικά. Την προσπάθειά μου την κάνω, ωστόσο.

Κάπως έτσι ξεκίνησε ως ανάγκη και ως ιδέα η Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, στο πλαίσιο της διατήρησης μιας μνήμης;

Με αυτήν την έννοια, ναι, αλλά δεν πρόλαβε να παλιώσει.

Όταν διαλύθηκαν οι Απροσάρμοστοι το 2021, ο Βασίλης Στάης από το Κύτταρο με ρώτησε: «Τι κάνουμε τώρα, Κυριάκο;» «Το έχω έτοιμο», του απάντησα. Έτσι ξεκίνησε η «Γιορτή».

Ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω κάνει στην ζωή μου, γιατί μ’ ενδιέφερε να βρω ανθρώπους οι οποίοι είχαν μια σχέση με τον Παύλο κι ας μην είχαν ζήσει μαζί του.

Αυτοί ήταν ο Βασίλης Σπυρόπουλος και ο Τολάκος Μαστρόκαλος -αγαπημένος- από τους Σπυριδούλα και ο Νίκος Γιαννάτος, φίλος και μπασίστας που έπαιζε με τον Παύλο. Οι υπόλοιποι ήταν άνθρωποι οι οποίοι «ανδρώθηκαν» μουσικά με τον Παύλο.

Δεν τους ήξερα όλους προσωπικά.

Tον Frank από τους PANX ROMANA, για παράδειγμα, με τον οποίο παίζαμε στις ίδιες συναυλίες, δεν τον είχα γνωρίσει ποτέ. Τον συνάντησα μετά από τόσα χρόνια, κι είναι «λίρα εκατό»!

Το δύσκολο και το ψυχοφθόρο, λοιπόν, ήταν να «περάσω» το κλίμα, να «υποδείξω» το «μονοπάτι» μέσω του οποίου θα πορευόμασταν.

Όλη αυτή η διαδικασία απαίτησε -και απαιτεί- καιρό και φαιά ουσία, αλλά θέλω να είμαι πιστός. Θέλω να είμαι όσο το δυνατόν πιο κοντά σ’ αυτό που έπαιζαν οι Απροσάρμοστοι, οι τρεις τελευταίοι που είχαν μείνει. Δε μ’ ενδιαφέρει η διασκευή.

Βρισκόμαστε στον τρίτο χρόνο της «Γιορτής» και όλοι έχουν καταλάβει το πνεύμα.

Mιλάμε για ανθρώπους όπως ο Σαλβαδόρ, ο Σπυρόπουλος, ο Frank που από μόνοι τους γεμίζουν χώρους όπως το Θέατρο Βράχων, το Κύτταρο, την Τεχνόπολη. Δεν έχουν «ανάγκη» την «Γιορτή» κι ήρθαν μονάχα με γνώμονα την αγάπη τους για τον Παύλο.

Σαν να μου χρώσταγε πολλά αυτή η ζωή, και μου έδωσε την συγκεκριμένη παρέα!

Γιατί κρατάς κατά πρώτον το χαμόγελο του Παύλου Σιδηρόπουλου;

Γιατί από το «καλημέρα» ένα τεράστιο χαμόγελο ήταν το κυρίαρχο όταν ήταν καλά και δεν τον είχε πάρει από κάτω το θέμα του.

Κατόπιν, χαρακτηριζόταν από μια φοβερή καταδεκτικότητα απέναντι στον οποιονδήποτε. Ευγενικός άνθρωπος. Δεν προσποιείτο. Το είχε στο DNA του.

Στις μέρες μας, αντιθέτως, η υποκρισία και η προσποίηση κυριαρχούν.

Μιλώντας για την υποκρισία στο μουσικό πεδίο, πολύς κόσμος διερωτάται γιατί στο αφιέρωμα που έκανε ο Πορτοκάλογλου για τον Παύλο δε μας κάλεσε. Σε ό,τι με αφορά -πιστεύω και τα παιδιά-, με κάλεσε.

Αλλά με το «θάψιμο» που είχε «φάει» ο Παύλος από τον Πορτοκάλογλου, θα έπρεπε να πάω να γλείψω εκεί που έφτυνα. Δε θέλω να μπω σε λεπτομέρειες.

Δε χρειάζεται.

Με εντυπωσιάζει το πόσος κόσμος αντλεί έμπνευση, συναίσθημα ή νοσταλγία από αυτές τις μουσικές συναντήσεις μνήμης, όπως προτιμώ να τις αποκαλώ.

Οι τρεις-τέσσερις πρώτες σειρές του συναυλιακού χώρου καταλαμβάνονται από άτομα 14 έως 25 χρονών. (Γέλιο).

Αυτά τα παιδιά τα θαυμάζω ειλικρινά, γιατί έχουν κάνει κάτι εκπληκτικό: έψαξαν, έμαθαν και αγάπησαν τον Παύλο μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες και σε μια κοινωνία η οποία τον αποκλείει.

Πουθενά δεν υπάρχει ο Παυλάκης. Είναι παράδειγμα προς αποφυγή για το σύστημα.

Όταν, όμως, ανακαλύψουν τους στίχους της Αποκάλυψης, οι οποίοι αποτυπώνουν με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει σήμερα, τα υπόλοιπα γίνονται εύκολα.

Ίσως έπαιξε κάποιον ρόλο και ο μύθος ο οποίος, χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος, πλέχτηκε μετά θάνατον γύρω από αυτόν.

Δεν έφταιγε αυτός, όπως σωστά επεσήμανες.

Δεν πέρναγε ούτε έξω από το Ρόδον, μεταφορικά μιλώντας, το μεγαλύτερο κλαμπ στην Ελλάδα παλαιότερα. Δεν τον ήθελαν. Όταν τα μισά ονόματα που αυτό φιλοξενούσε είχαν το θέμα του Παύλου με τα ναρκωτικά.

Το αποκορύφωμα της υποκρισίας; Μετά τον θάνατό του παίζουμε στο Ρόδον τέσσερις-πέντε φορές!

Υπήρχε ο θρύλος πια, και φράγκα μπροστά. Μεγάλη υποκρισία!

Πολλοί ροκ μουσικοί της γενιάς σου διατηρείτε μια αίσθηση όχι μόνο ενότητας, αλλά και κοινότητας. Δεν κυριαρχεί το αλληλοφάγωμα και ο ανταγωνισμός.

Δεκάξι χρονών ήμασταν σ’ ένα λαϊβάκι στο Άλσος της Νέας Σμύρνης. Είχα πάρει τα τύμπανά του. Ήταν να παίξει ένα γκρουπάκι του οποίου ο ντράμερ τουλάχιστον ήταν πολύ καλύτερος από μένα. Δεν άφησα να παίξει με τα τύμπανά μου, ρε συ!

Συν τω χρόνω έφυγε αυτό, αλλά πάντα «έπαιζε» το «Είμαστε καλύτεροι από αυτούς».

Στην ηλικία που βρίσκομαι δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Με άριστα το δέκα, είμαι στο εφτά; Είμαι, το απολαμβάνω και με τα τύμπανά μου παίζει όλος ο κόσμος.

Διαδραματίζει, επομένως, ρόλο η ηλικία και το ότι δεν έχεις ν’ αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν.

Έχοντας προ πολλού απαλλαγεί από το όποιο ανταγωνιστικό πνεύμα, συνομιλείς με τους νεότερους, τους βοηθάς, τους ακούς και σε ακούνε;

Έχω πολλούς φίλους ντράμερ, αλλά δεν έχω κάνει μάθημα ποτέ σε άλλους, ούτε πρόκειται. Κι εγώ αυτοδίδακτος υπήρξα, όπως οι περισσότεροι τότε. Αν ξεκινούσα σήμερα, θα πήγαινα στο Ωδείο, γιατί χρησιμεύει.

Σε συναυλίες ποτέ δεν πολυπήγαινα. Είναι ζήτημα να έχω πάει σε δέκα λάιβ μεγάλων ονομάτων. Φρικτά λίγα! Δε μ’ ενδιέφερε, δεν ξέρω γιατί. Μουσική, ωστόσο, ακούω.

Το καλύτερο σχολείο, όμως, είναι η μπάντα. Εκατοντάδες μουσικοί παίζουν φοβερά πράγματα μόνοι τους. Γιατί; Κάνε την μπάντα σου, και θα δεις πως μέσα από την μουσική συντροφικότητα θα βγουν κι άλλα πράγματα πολύ πιο ωραία.

Επί έξι εβδομάδες προβάραμε με τον Παύλο το Welcome to the show, τρεις-τέσσερις μέρες την εβδομάδα. Και βγήκε αυτό που βγήκε. Ήμασταν, βέβαια, πιτσιρικάδες τότε.

Τα γκρουπ υπομονή και επιμονή χρειάζονται για να πετύχουν. Αυτό έχω καταλάβει.

Η Εύα Κολόμβου υπήρξε πολύτιμη αρωγός στην υλοποίηση και αυτής της συνέντευξης. Την ευχαριστώ.

Ευχαριστώ, επίσης, τον Κυριάκο Δαρίβα για την κουβέντα και την παραχώρηση της φωτογραφίας που συνοδεύει το κείμενο.

Η «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» με την συμμετοχή του πολυμελούς ομώνυμου σχήματος και του Στέλιου Σαλβαδόρ με τα Μωρά στη Φωτιά συμβαίνει το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων.



Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2024

Στέλιος Σαλβαδόρ: «Οι ευαίσθητοι άνθρωποι πρέπει να συναντιούνται»

 

Στέλιος Σαλβαδόρ. Φωτογραφία: Ηλίας Μωραΐτης

Ο Στέλιος Σαλβαδόρ και τα Μωρά στη Φωτιά παρέα με τη μουσική συντροφιά «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» ανεβαίνουν στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου για να τιμήσουν τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Μια συζήτηση με τον πολυτάλαντο Στέλιο Σαλβαδόρ - με στίχους, για στίχους και μουσικές.

«Έρχομαι από τον θάνατο των παιδικών μου χρονών / Και τη μοναξιά, τη μοναξιά που έχω ζήσει μες στην ομίχλη». Από τον («θάνατο») των παιδικών σου χρόνων και τη μοναξιά πηγάζει η ανάγκη ενασχόλησής σου με τη μουσική;

Από μικρός, και μάλλον χωρίς να το συνειδητοποιήσω, ενδιαφερόμουν για ό,τι είχε να κάνει με τη μουσική και τη λογοτεχνία.

Στο σχολείο, όμως, με είχαν στη θετική κατεύθυνση, δηλαδή ακόμη κι εγώ πίστευα πως τα μαθηματικά κι η φυσική μ’ ενδιέφεραν μέχρις ότου εκεί, κάπου στις πανελλήνιες εξετάσεις, κατάλαβα ότι δε μ’ ενδιέφεραν τα μαθηματικά.

Σε συνδυασμό με κάποια οικογενειακά θέματα, και μέσα στο πλαίσιο μιας εφηβικής επανάστασης, έκανα τελικά αυτό που ήθελα πάντα.

«Περπατάμε στην πόλη σαν μια μηχανή/ και νιώθουμε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί/ κάνουμε θόρυβο κι αυτό είναι γεγονός/ Μιλάω για μια γενιά που δοκιμάζει την τύχη της αλλιώς, κάπως αλλιώς».

«Εξερράγη», τελικά, αυτή η θορυβώδης γενιά; Kαι πού οδήγησε η «δοκιμή» με την «τύχη» της;

Κάθε νέος αισθάνεται κάπως έτσι. Έχει τη «φόρα» και θέλει να τα αλλάξει όλα και προσπαθεί ο καθένας να βρει τον δικό του τρόπο για να το κάνει αυτό.

Δε νομίζω ότι ως γενιά γενικά οδηγηθήκαμε σε μια μεγάλη έκρηξη και μεμονωμένα ό,τι προσπάθησε να κάνει ο καθένας θεωρήθηκε λίγο τρελό και περιττό μέσα στο κλίμα μιας κατ’ επίφαση ευμάρειας και προόδου.

Όσοι προσπάθησαν να κάνουν κάποια πράγματα ήταν στο περιθώριο. Ένας κούκος δε φέρνει την Άνοιξη.

«Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ/ ετοιμάσου να μπεις στον καινούριο χορό/ είμαι πάνω, είμαι κάτω, είμαι κει, είμαι εδώ». 40 χρόνια Μωρά στη Φωτιά, Βέροια, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κέρκυρα. Τι ίχνη αφήνουν ο χρόνος και οι τόποι;

Δεν έχω δει ακόμη τίποτα, δεν έχω ζήσει τίποτα, το μέλλον είναι μπροστά. Χα, χα , χα.

«Κοιτάω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη/ και είμαι φρίκη μα δε με νοιάζει πια/ Γιατί είναι άλλη μια σκυλίσια μέρα σαν κι αυτή/ Δε φοβάμαι το αγκάθι στην πληγή». Τι φοβάσαι;

Το να σταματήσω να ανησυχώ.

«Γεννιόμαστε σαν λύκοι και πεθαίνουμε σαν τα σκυλιά/ κι η ζωή είναι εφιάλτης/ σταματάει μονάχα όταν ξυπνάς/ Έχω δει οργή και πόνο κι αμαρτία/ μα μπορείς ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τον κόσμο». Πώς παραμένουμε λύκοι;

Με το να ακούμε τη συνείδησή μας και να μη φοβόμαστε την προσπάθεια που θα χρειαστεί για να την κρατήσουμε καθαρή.

«Ταξιδεύουμε για νέα εποχή/ και θα ψάχνουμε για πάντα/ κάτι που δεν βρίσκεται ποτέ/ Μα νι φέ στο». Η συλλογική αναζήτηση της ουτοπίας είναι διαδικασία αναζωογονητική ή/και αποκαρδιωτική;

Είναι πολύ αναζωογονητική όσο παραμένει συλλογική και πολύ αποκαρδιωτική όταν συρρικνώνεται και τείνει προς το να γίνει ατομική.

«Η ευχαρίστηση χρειάζεται πόνο στα σκοτεινά/ περνάει μέσα απ’ τον πόνο στα σκοτεινά/ γιατί ο δρόμος αυτός μας οδηγεί στην ηδονή/ και δε μας νοιάζει ό,τι κι αν θα μας συμβεί». Πώς τα πας με τα σκοτάδια - τα ηδονικά και τα άλλα;

Δεν υπάρχουν σκοτάδια. Ρίχνουμε φως στα σκοτάδια. Τίποτα στο σκοτάδι... ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ.

«Γιατί, όλοι εναντίον όλων/ έτσι θα’ ναι πάντα και παντού/ Γιατί, όλοι εναντίον όλων/ έτσι θα’ ναι πάντα και παντού/ Στο παιχνίδι της ζωής μαζί.../ Στο παιχνίδι της ζωής...» Πώς σπάει το απόστημα του καλλιεργούμενου κοινωνικού κανιβαλισμού;

Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση...

Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι συμβαίνει. Βέβαια, για να γίνει αυτό, χρειάζεται και αυτογνωσία.

Όταν, όμως, οι νέες γενιές από νωρίς βομβαρδίζονται από τα social media, από τις κρίσεις (οικονομικές κ.λπ.) και είναι πάντα θυμωμένες, δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις.

Πρέπει να αφήσουμε τις νέες γενιές να σκεφτούν πιο καθαρά και να διοχετεύσουν την οποιαδήποτε οργή τούς δημιουργεί η δύσκολη κατάσταση την οποία βιώνουν πιο υγιώς.

Λιγότερη απομόνωση, περισσότερες συναντήσεις με το «άλλο», είτε είναι ιδέες, είτε είναι άλλοι άνθρωποι κ.λπ. Έμφαση στην αξία του ανθρώπου και στα δικαιώματά του.

«Τώρα εγώ τραγουδάω και μιλάω, και γελάω, σε φιλάω, σε πονάω, σε γαμάω, κουρασμένο μυαλό, κουρασμένο μυαλό/ Κι όλα αυτά επειδή σε τρομάζει η επαφή, μ’ έναν που’ χει αισθανθεί/ γιατί κρύφτηκες εκεί;». Μπράιαν Ίνο: Τι σημαίνει για σένα;

Το live των 801 και η ζωντανή ηχογράφηση που κυκλοφόρησε με επηρέασε πολύ τότε και είχε βέβαια ως άμεσο αποτέλεσμα το Third Uncle στον πρώτο μας δίσκο.

Από τότε παρακολουθώ όλες του τις δουλειές -και ως παραγωγού και ως δημιουργού- και θεωρώ πως έχω επηρεαστεί σίγουρα, ίσως και με τρόπους που δεν έχω καταλάβει.

«Χαμένος μέσα σ’ όλα τα διλήμματα/ ψάχνω γι’ αλήθεια μέσα στ’ απορρίμματα». «Λένε πως άμα βγεις στο δρόμο/ ό, τι αναζήτησες θα βρεις / μα η αλήθεια υπάρχει μόνο/ σε ό,τι είσαι έτοιμος να δεις».

Πού την ψάχνεις -και πού τη βρίσκεις- την αλήθεια;

Κατ’ αρχάς προσπαθώ να είμαι εγώ συνεπής με τα πιστεύω μου, γιατί αυτό είναι η πρώτη προϋπόθεση.

Ότι αν είναι τουλάχιστον ένας αληθινός, δηλαδή ο εαυτός σου, ή προσπαθεί τουλάχιστον να είναι αληθινός, τότε στις συναντήσεις του με τους άλλους ανθρώπους υπάρχει περίπτωση να αναγνωρίσει και τις δικές τους αλήθειες.

Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο: Τι αντλείς από την ποίηση γενικά και τον Καρυωτάκη, ειδικά; Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και τη (ροκ) στιχοπλοκία;

Στην ποίηση μπορείς να βρεις άλλον έναν ευαίσθητο άνθρωπο κι εγώ αυτό ακριβώς βρίσκω. Έναν άνθρωπο που ανησυχεί είτε για αυτά που συμβαίνουν στη ζωή του, είτε για αυτά που συμβαίνουν μέσα του, είτε ακόμη απλά για το έργο του.  

Και οι ευαίσθητοι και ανήσυχοι άνθρωποι πρέπει να συναντιούνται.

Το χρυσό κλειδί: τόσο πλούσιος πνευστός, σχεδόν φάνκι ήχος! Πώς προέκυψε;

Είναι ο πιο πρόσφατος δίσκος του συγκροτήματος, που έχει όλες μου τις επιρροές και μουσικές επιδιώξεις, λίγο πιο ανοιχτός υφολογικά από τους προηγούμενους.

Πρέπει να αναφέρουμε και τη συμβολή των μουσικών για την ηχογράφηση του δίσκου.

Για παράδειγμα, ο Λάκης Ραγκαζάς στην κιθάρα και ο Κώστας Κατσαρός στην τρομπέτα και τα συνθεσάιζερ, που με τα παιξίματά τους έδωσαν μια ιδιαίτερη «νότα» σ’ αυτό το άλμπουμ.

Με την ευκαιρία, να αναφέρω και τους υπόλοιπους μουσικούς του συγκροτήματος, οι οποίοι είναι ο Φώτης Τσακυρίδης στα ντραμς, ο Δημήτρης Ματζίρης στο τρομπόνι και ο Σάκης Ζαχαριάδης στην κιθάρα.

Τα Μωρά στη Φωτιά υπήρξαν από τους στυλοβάτες του ελληνόφωνου ροκ στα eighties. Πού το εντοπίζεις σήμερα;

Υπάρχουν νέα παιδιά που δραστηριοποιούνται ωραία στο μουσικό χώρο, όπως είναι οι Κοινοί Θνητοί.

Έτσι κι αλλιώς, δε βλέπω το ελληνικό ροκ μουσικολογικά και μόνο. Eίναι και μια διάθεση στίχου και τοποθέτησης πέρα από το είδος της μουσικής.

Ακόμη και κάποιο ραπ ή χιπ χοπ τραγούδι μπορεί να είναι σ’ αυτό το πλαίσιο συγγενικό, αλλά υπάρχουν και πολλά αμιγώς ροκ συγκροτήματα: Vodka Juniors, Nightstalker, VIC, Naxatras, Planet of Zeus, ακόμη και metal. Πολλά.

28 Σεπτεμβρίου 2024, Θέατρο Βράχων, Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τα Μωρά στη Φωτιά. Με εκλεκτούς συμπράττοντες. Την αναμένεις με συγκίνηση; Σου λείπει ο Σιδηρόπουλος ως άνθρωπος και καλλιτέχνης, πέρα από μυθοποιήσεις;

Εννοείται ότι αναμένω αυτήν τη συνάντηση, ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν η σημαντικότερη -αν όχι η μοναδική μου- επιρροή από τον ελληνικό χώρο. Θεωρώ ότι η απουσία του είναι μια μεγάλη έλλειψη κι ένα λάθος μήνυμα που δεν έπρεπε να δοθεί.

Άνθρωποι και μουσικοί σαν τον Παύλο Σιδηρόπουλο πρέπει να βγαίνουν νικητές σε όλα τα επίπεδα, και στη ζωή και στη μουσική, διαφορετικά «περνάει» το μήνυμα πως όλα πρέπει να γίνονται αλλιώς.

Και όχι, ο Παύλος Σιδηρόπουλος έκανε τα πάντα όπως έπρεπε να γίνουν και έδωσε σε όλους εμάς τη σκυτάλη, ενώ θα έπρεπε να συνεχίζει ο ίδιος να μας εμπνέει.

Δεν έχουμε, όμως, παράπονο. Μας άφησε ένα πολύ σημαντικό έργο, δυσανάλογα σημαντικό, γι’ αυτό τον ροκ χώρο στην Ελλάδα.

Είμαι ευτυχής που μετά από πολλά χρόνια στα οποία ήθελα να συνεργαστούμε με τον Κυριάκο Δαρίβα αυτό συμβαίνει τώρα, με όλη την προσπάθεια που κάνει και τους καλλιτέχνες οι οποίοι συμμετέχουν, να τιμήσουμε τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Ευχαριστώ θερμά την Εύα Κολόμβου, χάρη στην πολύτιμη συνδρομή της οποίας υλοποιήθηκε η συνέντευξη.

Ο Στέλιος Σαλβαδόρ και τα Μωρά στη Φωτιά και το «σούπερ γκρουπ» «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» ανεβαίνουν στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων το Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου για να τιμήσουν τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Η μουσική παρέα «Γιορτή για τον Παύλο Σιδηρόπουλο» αποτελείται από τους:

Κυριάκο Δαρίβα (Απροσάρμοστοι), Βασίλη Σπυρόπουλο (Σπυριδούλα), Στέλιο Σαλβαδόρ (Μωρά στη Φωτιά), Frank Panx (Panx Romana), Νίκο Γιαννάτο (Πυξ Λαξ), Νίκο Εφεντάκη και Δημήτρη Παπαδημητρίου (Άσσοι του Καράτε), Βασίλη Ράλλη, Σίμο Κοκαβέση, Γιώργο Λαγγουρέτο (x Magic De Spell), Αλέξανδρο Δάικο & Κύριο Κ.