Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Δημήτρης Πουλικάκος: «Στην ζωή μόνο ο έρωτας και ο θάνατος έχουν σημασία»

 


Ζωντανή ενσάρκωση της Ιστορίας του (ελληνόφωνου) ροκ, ο αειθαλής Δημήτρης Πουλικάκος τραγουδά, παρέα με τους «Γεια σου Τάκη» και τους PANX ROMANA, τα Μπλουζ της Ψωροκώσταινας το Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου.

Συναντώντας τον λίγες εβδομάδες πριν την συναυλία.

Τι είναι η μουσική για σένα;

Η μουσική είναι η μόνη συμπαντική γλώσσα, απ’ όσο ξέρω. Όπως είναι και οι αριθμοί. Μόνο που με τους αριθμούς δεν μπορείς να χορέψεις.

Όταν μπήκες στον κόσμο της, την έβλεπες και τότε ως κάτι ολιστικό;

Ναι, χωρίς ωστόσο να ξέρω το πώς και το γιατί. Η μουσική είναι μεγάλη παρηγοριά, και πανταχού παρούσα. Στις καλές και στις κακές στιγμές του κάθε ανθρώπου.

Και δεν είναι άσχετη από τα κοινωνικά δρώμενα. Ακόμα και οι στρατοί χρησιμοποιούν τα κρουστά για να τονώσουν το ηθικό των στρατιωτών.

Είσαι «παιδί» της Κατοχής. Σε καθόρισε αυτό;

Γεννήθηκα μέσα στην Κατοχή, επομένως έχω από πολύ νωρίς ζήσει την μαλακία που μας δέρνει ακόμα. Ο άνθρωπος είναι μαλάκας από αρχαιοτάτων χρόνων. Απλώς σήμερα είμαστε πιο πολλοί. Το θέμα είναι να μην είσαι πολύ μαλάκας.

Να στο θέσω διαφορετικά. Η πολλή σοβαροφάνεια σκοτώνει την σοβαρότητα. Όπως και η πολλή μαλακία.

Παλαιότερα ήταν περισσότερες οι διαφυγές ή λιγότερο αισθητή η γενικευμένη μαλακία;

Ήταν λιγότερο αισθητή. Ή, αν θες, ήταν πιο αθώο το περιβάλλον. Τώρα, όλοι είναι ψυλλιασμένοι για όλα. Ως εκ τούτου, είναι όλοι εναντίον όλων. Γάμησέ τα, δηλαδή. Συλλογικά, δεν υπάρχει σωτηρία. Ίσως ατομικά ή για μικρές κοινότητες.

Εκτός από την ενασχόλησή σου με την μουσική, διάβαζες κιόλας στα πρώτα σου βήματα;

Βέβαια. Λογοτεχνία, αλλά και κόμικς. Η περιέργεια, άλλωστε, σε ορίζει ως άνθρωπο και σε οδηγεί στο διάβασμα. Φτάνει να μην περιπλέκουμε υπερβολικά τα πράγματα με ψυχοθεραπευτές, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους.

Απλώς να τα ζούμε, να τα επικοινωνούμε και να τα μοιραζόμαστε.

Θέλει, όμως, προσοχή με ποιους τα μοιραζόμαστε.

Άκουγα τις προάλλες το Μεταφοραί-Εκδρομαί Ο Μήτσος. Με εντυπωσιάζει το πόσο φρέσκο εξακολουθεί να ηχεί, συνθετικά και στιχουργικά. Έχει την ηλικία μου, αλλά μοιάζει «εφηβάκι».

Σαν να είναι γραμμένο τώρα.

«Είμαστε αλέγρα απαισιόδοξοι», λέω καμιά φορά στα λάιβ που παίζουμε. Επειδή ξέρεις την ατομική ή την συλλογική μοίρα, δε σημαίνει ότι δε θα ζήσεις με τους ανθρώπους που αγαπάς και με το χαμόγελο στα χείλη. Όσο άσχημα κι αν περνάς.

Βέβαια, υπάρχει κόσμος που υποφέρει. Θα υποφέρει, όμως, λιγότερο αν ακούει γύρω του μόνο κλάψα και παράπονο; Δε μ’ αρέσει το παράπονο. Η γκρίνια είναι κάτι υγιές, το παράπονο με θλίβει. Δε μου προσφέρει αισιοδοξία.

Πάντως, η ακρόαση του συγκεκριμένου δίσκου μου πρόσφερε αισιοδοξία και ευδιαθεσία.

Άρα κάνει την δουλειά του.

Την κάνει ακόμα, όπως την έκανε και τότε, και υπό δύσκολες συνθήκες παραγωγής.

Πριν από μερικές δεκαετίες έπρεπε να διαθέτεις εκατομμύρια για να έχεις ένα στούντιο. Σήμερα, από τεχνικής άποψης είναι εύκολα.

Το θέμα είναι να κάνεις τον άλλο να σκεφτεί ορισμένα πράγματα, χωρίς όμως να βυθιστεί σε τραγικές σκέψεις.

Τα πράγματα είναι απλά. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι και δύσκολα. Άλλο το απλά, άλλο το απλοϊκά. Δυστυχώς, τα απλοϊκά prevail, όπως λέμε και στο χωριό μου.

Ο μακαρίτης ο Πάνος Κουτρουμπούσης, γείτονάς μου κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του στα Εξάρχεια, συνέβαλε καθοριστικά στο artwork του εξωφύλλου και του οπισθοφύλλου του Μεταφοραί. Τον ήξερες από παλιά, έτσι;

Από το 1959-60. Ήταν μέλος μιας παρέας που σύχναζε στο Βυζάντιο, στην κάτω πλευρά της πλατείας Κολωνακίου, η οποία ήταν ένα είδος ουδετέρας ζώνης.

Στο ίδιο πεζοδρόμιο έβλεπες να κάθεται σ’ ένα τραπέζι ένας υπουργός με την παρέα του, στο διπλανό ένας νταβατζής με τους μπράβους του και απέναντι ο Πάνος Κόκκας, ο εκδότης της εφημερίδας Ελευθερία, με τον Χατζιδάκι να πίνουν ναργιλέ.

Τι άνθρωπος ήταν, λοιπόν, ο Κουτρουμπούσης; Μου φαινόταν κάπως δύστροπος.

Είχε τις δυστροπίες του, αλλά ήταν πολύ σπουδαίο παιδί, ιδιαίτερο και πολυτάλαντο, τόσο στα γραπτά του όσο και ως κινηματογραφιστής και ηθοποιός στα ταινιάκια που γυρίζαμε πριν την έλευση της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Το ηθοποιιλίκι είναι επίσης μεγάλο κoμμάτι των δημιουργικών δραστηριοτήτων σου, και σ’ έχει καταστήσει αναγνωρίσιμο από ακόμα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Οι Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας είναι βασική μου αναφορά.

Επειδή είστε διανοούμενοι, γι’ αυτό! (Γέλιο).

Η ευχαρίστηση που αντλούσες από την συμμετοχή σε ταινίες ήταν παρόμοια με εκείνη την οποία βίωνες ως μουσικός/τραγουδιστής;

Η μουσική είναι μουσική. Την παίζεις με μια παρέα, και βασικά παίζεις αυτό που θέλεις. Το σινεμά είναι κατά παραγγελία και μπορείς να το επαναλάβεις. Το θέατρο είναι λάιβ, μια κι έξω.

Οι ρόλοι που κατά καιρούς έχεις υποδυθεί σε ενέπνεαν, τελικά;

Έτσι φαίνεται. Απλά είναι τα πράγματα κι εκεί.

Δεν είχες προηγούμενη υποκριτική εκπαίδευση.

Εκπαιδεύω τον εαυτό μου από μόνος μου. Και φαίνεται πως έφτανε.

Δεν αποτελεί αυτό έναν ορισμό του ταλέντου; Ή θεωρείς ότι απαιτείται και προσωπική δουλειά και εξάσκηση;

Δεν πιστεύω σε διαγωνισμούς. Εν δυνάμει καλλιτέχνες είναι όλοι οι άνθρωποι. Απλώς νιώθουν ανασφάλειες. Πόσα παιδάκια έχουν σχεδιάσει μια βαρκούλα ή ένα αλογάκι;

Τα περισσότερα. Αλλά πόσα συνέχισαν;

Εκεί παίζει ρόλο κι η οικογένεια, η οποία θα σε προτρέψει να βρεις μια σταθερή δουλειά. Να γίνεις δημόσιος υπάλληλος, ας πούμε. Κακά τα ψέματα, το δημοσιοϋπαλληλίκι είναι βαθιά εντυπωμένο στο DNA του Έλληνα.

Οι γονείς σου δεν ανησυχούσαν μήπως έμενες στην ψάθα εξαιτίας των επιλογών σου στην ζωή;

Ο πατέρας μου εκνευριζόταν όταν, καμιά φορά, τον ρωτούσαν στην γειτονιά: «Τον Δημήτρη, τι τον έχετε;» «Σπουδάσαμε τόσα χρόνια, γιατροί και οι δύο, και με ρωτάνε τι τον έχω αυτόν», έλεγε στην μητέρα μου.

Από την άλλη, του ψιλοάρεσαν οι επιλογές μου. Αλλά δεν το έδειχνε εύκολα - ή τουλάχιστον σε μένα. Δεν πειράζει, όμως, έχω μάθει πολλά πράγματα από αυτόν.

Αισθάνονταν, ωστόσο, και οι δύο γονείς σου μια κάποια υπερηφάνια, καθώς περνούσαν τα χρόνια;

Από μέσα τους.

Μόνο μια φορά, βγαίνοντας από την προβολή της Δονούσας της Αγγελικής Αντωνίου, όπου είχα πάρει το Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου, μου λέει ο πατέρας μου: «Καλή αυτή η σκηνοθέτις». Πεισματάρης. Μανιάτης. Κωλοφάρα. Κι εγώ Μανιάτης είμαι.

Υπάρχει ακόμα κάποιο σπίτι στην Μάνη;

Σε ερειπιώδη κατάσταση. Ίσως το έχει ψιλοφτιάξει ένας ξάδερφος. Δεν έχω ζήσει στην Μάνη, όμως. Ο πατέρας μου ήταν ο τελευταίος που μεγάλωσε κάπως στην περιοχή μέχρι να φύγει λόγω σπουδών.

Το ευρύτερο «χωριό» σου, ωστόσο, εντοπίζεται στο «τρίγωνο» Αναφιώτικα-Κολωνάκι-Εξάρχεια.

Γεννήθηκα επί της Πατησίων, μεγάλωσα μέχρι τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κάτω από την πλατεία Αμερικής και κατόπιν μετακομίσαμε στο Κολωνάκι. Από εκεί, λόγω παρεών, το «τρίγωνο» άνοιξε πιάνοντας από Πλάκα μέχρι Εξάρχεια.

Όλοι αυτοί οι τόποι και οι άνθρωποι έχουν αλλάξει τόσο ώστε να μην είναι πλέον αναγνωρίσιμοι;

Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, αλλάζει όμως η όψη τους. Παλιά τατού είχαν μόνο οι ναυτικοί και οι πρώην φυλακόβιοι. Τώρα έχουν τα μοντέλα κι οι διάφοροι παπάρες των πρωινάδικων. Τι να πεις;

Eκτός από την πολιτική ορθότητα με την οποία δεν έχεις καλές σχέσεις, με ποιους άλλους «βραχνάδες» είσαι αντιμέτωπος;

Και τι δεν είναι «βραχνάς» αυτήν την στιγμή; Ζούμε σε καιρούς εξαπάτησης.

Οι θεσμικοί φορείς γιόρτασαν και μισό αιώνα «Μεταπολίτευσης» πρόσφατα. Τι ακριβώς γιόρτασαν;

Την μαλακία που μας δέρνει.

Ευτυχώς, η πολιτική γίνεται, κατά την γνώμη μου, κυρίως με άλλους...

Κανόνες;

Και τρόπους.

Όλα είναι πολιτική. Μολις βγαίνεις από το σπίτι σου, κάνεις πολιτική χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι.

Το ζητούμενο είναι αν και πώς μπορεί να συλλογικοποιηθεί η πολιτική διαδικασία.

Χρειάζεται να υπάρχει ωριμότητα, η οποία δεν υπάρχει. Είμαστε -φευ, οι περισσότεροι- ανώριμοι, όχι ανώνυμοι.

Μπορεί να κατακτηθεί η ωριμότητα;

Λες να έχει κατακτηθεί μετά από τόσους αιώνες και τόσες επαναστάσεις; Αυτήν την στιγμή πάμε από το κακό στο χειρότερο, από πάσης απόψεως.

Νομίζουμε ότι η ψηφιοποίηση κάνει καλό. Μ’ έναν άνθρωπο βρίσκεις άκρη, μ’ ένα μηχάνημα δε βρίσκεις. Το χακάρισμα, άλλωστε, είναι εύκολο. Και η παρανομία βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από την επιβολή του νόμου.

Ευτυχώς, υπάρχει η μουσική ως προσωπικό και συλλογικό βίωμα και εμπειρία.

Ευτυχώς που όχι μόνο υπάρχει η μουσική, αλλά υπάρχουν και οι μουσικοί που την παίζουν.

«Γιατί στον θάνατο μαθές κανείς δε βάζει βέτο», τραγουδάς κάπου. Δικός σου ο -σπουδαίος- στίχος;

Δικός μου.

Βαρύ θέμα το όποιο «μετά». Eίτε περιγράφεται ως «ανυπαρξία», ή -για τους θρησκευόμενους- ως κάποιος «παράδεισος».

Αυτό που αποκαλείται «Νιρβάνα» είναι πιθανότατα η ανυπαρξία.

Πώς ξεπερνιέται ο φόβος του «σκοταδιού»;

Εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία και τον χαρακτήρα του καθενός αν και πόσο θα φοβάται. Κακά τα ψέματα, στην ζωή μόνο ο έρωτας και ο θάνατος έχουν σημασία.

Γιατί να δώσεις περισσότερη σημασία στον θάνατο; Θα σου τύχει. Το πώς θα πεθάνεις έχει σημασία. Αν θα ταλαιπωρηθείς ή όχι. Γιατί να φοβάσαι τον θάνατο; Την αρρώστια να φοβάσαι.

«Μη γίνεις γιατρός», με συμβούλευαν οι γονείς μου. «Γλιτώνει ο άρρωστος; Ο Θεός τον γλίτωσε. Δε γλιτώνει; Τον “έφαγε” ο γιατρός», θα σου πουν. Γάμησέ τα!

Την αγάπη -σε όλες της τις εκφράσεις και εκφάνσεις- την έχεις απολαύσει, χορτάσει στην ζωή σου;

Ναι. Υπάρχει αγάπη γύρω μου: και στις παρέες, στους φίλους μου, και με τις κυρίες με τις οποίες έχω συναναστραφεί.

Απωθημένα έχεις;

Απλώς πριν «φύγω» να έχω τελειώσει κάποιες δουλίτσες. Κάποια τραγουδάκια μου να τα αφήσω κανονικά, φτιαγμένα. Αυτό!

Ευχαριστώ θερμά την Εύα Κολόμβου για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ο Δημήτρης Πουλικάκος και οι «Γεια σου Τάκη» τραγουδούν, παρέα με τους PANX ROMANA, τα Μπλουζ της Ψωροκώσταινας το Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:30, η συναυλία ξεκινάει στις 20:45.



Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

David Surkamp: «Ας ελπίσουμε ότι θα γίνομαι καλύτερος όσο γερνάω»

 


Ενόψει των δύο συναυλιών των εμβληματικών Pavlov’s Dog σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (10 και 11 Σεπτεμβρίου), κουβεντιάζουμε με τον αγέραστο David Surkamp, τον βασικό στιχουργό, συνθέτη και τραγουδιστή του συγκροτήματος.

Σ’ ευχαριστώ για τον χρόνο σου, κατ’ αρχάς. Είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε, και  το συνειδητοποιούμε μεγαλώνοντας, έτσι δεν είναι; Ιδίως όταν δεν τον αξιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο.

Απολύτως! Γι’ αυτό δε γερνάμε καθιστάμενοι σοφοί, άλλωστε;

Η μουσική σου είναι διαχρονική, πάντως.

Μιας κι είσαι το μοναδικό σταθερό μέλος των Pavlov’s Dog στις δεκαετίες που ακολούθησαν το εκρηκτικό σας ντεμπούτο, Pampered Menial, πώς νιώθεις γι’ αυτό;

Πάντα προσπαθούσα να συνθέσω μουσική η οποία θα άντεχε στον χρόνο. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Και πέρασε μισός αιώνας.

Πολύς καιρός. Κι όμως, η μουσική σου εξακολουθεί να έχει αντίκτυπο σε νεότερες αλλά και παλαιότερες γενιές.

Υποθέτω ότι είμαι τυχερός.

Μόλις ολοκληρώσαμε ένα καινούριο άλμπουμ, μάλιστα, το Wonderlust, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2025. Χαίρομαι γι’ αυτό, αισθάνθηκα πως είχε έρθει η ώρα για μια καινούρια δουλειά.

Σίγουρα πας με το πάσο σου όσον αφορά στην σύνθεση μουσικής, στις συναυλίες, στο τραγούδι, τόσο ως μέλος των Pavlov’s Dog, όσο και στην υπόλοιπη καριέρα σου. Ηχογραφείς κάτι μόνο όταν νιώθεις την ανάγκη να το κάνεις.

Η παρατήρησή σου είναι απολύτως σωστή. Πρόκειται για ηθελημένη επιλογή. Δε γράφω με το ζόρι.

Αντιθέτως, η σύνθεση τραγουδιών μού βγαίνει εύκολα, δεν είναι κάτι για το οποίο υποφέρω.

Κι αν προκύψει δυσκολία στη σύνθεση ενός τραγουδιού, θα το βάλω στην άκρη αναμένοντας να ξεπηδήσει αργότερα σε πιο ολοκληρωμένη μορφή.

Ας γυρίσουμε λίγο τους δείκτες του ρολογιού, επιστρέφοντας στις απαρχές των Pavlov’s Dog. Ήταν δικιά σου η εμμονή με τα σκυλιά, εξ αρχής, ή συλλογική;

Η αρχική σύνθεση των Pavlov’s Dog προήλθε από την εφηβική μου μπάντα. Ο Rick Stockton κι εγώ υπήρξαμε μέλη της.

Χρειαζόμασταν ντράμερ, όμως. Είχαμε ακούσει για δύο φανταστικούς Εβραίους μουσικούς, φοιτητές, που έμεναν στην πανεπιστημιούπολη.

Έτσι, πήγα να τους βρω με την ακουστική Gibson μου. Νόμιζαν πως θα με τεστάρουν εκείνοι, ενώ συνέβαινε το αντίθετο.

Έπαιξα, λοιπόν, μερικά τραγούδια με την ακουστική μου κιθάρα. Ένα από αυτά ήταν το The Wizard των Τ. Rex. Φάνηκε να τους βάζει φωτιά. Τους εξήγησα, όμως, ότι δε μ’ ενδιέφεραν οι διασκευές. Κι έτσι τα δύο γκρουπ συνυπήρχαν.

Ταυτόχρονα, σπούδαζα ψυχολογία. Δεν μπορούσαμε να βρούμε όνομα για το καινούριο συγκρότημα. Καθώς, λοιπόν, ο Siegfried Carver ξεφύλλιζε το εγχειρίδιό μου ψυχολογίας, αναρωτήθηκε: «Τι λέτε για το Pavlov’s Dog;» Κι έμεινε για μισό αιώνα.

Εντυπωσιακό! Αισθανόσασταν τρυφερότητα και για τα σκυλάκια; Δεν εννοώ με την ψυχαναλυτική/ψυχολογική έννοια.

Πάντα είχα κάποιον σκύλο. Όταν ήμουν οκτώ ή εννιά χρονών, είχα πάει με το ποδήλατό μου σ’ ένα καταφύγιο ζώων, αλλά δε μου ήταν σαφές πως θα έπρεπε να πληρώσω για να τον πάρω.

Για να με αφήσουν, επομένως, να φύγω αφού στο μεταξύ είχα βρει έναν σκύλο, έπρεπε να έρθει ο πατέρας μου και να πληρώσει!

Ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που συνέθεσες, αν μπορείς να θυμηθείς;

Ήμουν πέντε ή έξι χρονών. Είχαμε μια νταντά, την Lucy Davis, κι έγραψα ένα τραγούδι για εκείνη. Το λάτρεψε πραγματικά. Τότε ξεκίνησα να γράφω.

Δεν κατέληξε σε κάποιο από τα άλμπουμ που ακολούθησαν, φαντάζομαι.

Όχι, ήταν πλήρης καταστροφή. Ήταν πολύ θυμωμένη μαζί μου, αλλά εγώ την αγαπούσα. Ήταν πολύ καλή κυρία.

Θα ήταν ωραίο, ωστόσο, αν είχε διασωθεί, ίσως με άλλη μορφή.

Δε σωζόταν, νομίζω.

Κατόπιν, συνέθετες την μουσική καθώς έγραφες τους στίχους; Ήταν μια ταυτόχρονη διαδικασία;

Για μένα αυτά τα δύο συνήθως πάνε μαζί, σαν ραδιοφωνική μετάδοση. (Γέλιο).

Σε ποιον -ή σε τι- πρέπει να αποδοθούν τα εύσημα για τόσο μοναδική φωνή σου; Είναι θέμα γονιδίων; Υπήρχαν συγγενείς επίσης ευλογημένοι με μια τέτοια φωνή;

Η μητέρα μου ήταν μια παγκοσμίως γνωστή κατασκευάστρια κουκλών, αλλά κανένας από τους συγγενείς μου δεν έπαιζε μουσική.

Ο μπαμπάς μου έπαιζε ένα τραγούδι κάθε πρωί πριν φύγει για την δουλειά, το Stardust, στο πιάνο που πάντα είχαμε στο σαλόνι. Δεν είχε στ’ αλήθεια κλίση στην μουσική, αλλά μπορούσε να παίζει εκείνο το ένα τραγούδι!

Ίσως αυτό συνέβαλε στην κατοπινή σου εξέλιξη.

Μόλις μπόρεσα να τα φτάσω, βαρούσα τα πλήκτρα του πιάνου!

Τραγουδούσα σε τόσο υψηλές νότες εν μέρει γιατί ο ήχος της μπάντας ήταν στο παρελθόν πάντα πολύ δυνατός, κι αυτό δε βοηθούσε πολύ την φωνή μου.

Οπότε, για να ακουστώ, έκανα ό,τι και το βιολί. Τραγουδούσα δυνατά, κι οι υψηλές νότες διαπερνούσαν τον ήχο. Κατόπιν, εξελίχθηκε σε στιλ.

Και το βιολί-κιθάρα είναι άλλο ένα σήμα κατατεθέν των Pavlov’s Dog.

Δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή βιολίστρια, η Abbie Steiling, είναι υπεύθυνη για την μουσική διεύθυνση του συγκροτήματος, συνεχίζοντας στο πνεύμα του Siegfried Carver.

«Τι θα έκανε ίσως ο Siegfried;» Αυτήν την σκέψη έχει πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της.

Έγραψε, μάλιστα, ένα ορχηστρικό τραγούδι στο καινούριο άλμπουμ με τίτλο Siegfried calling.

Ήταν τόσο καλό, που το περιλάβαμε στον δίσκο, όταν το 99% των τραγουδιών είναι γραμμένα από μένα. Δεν μπορείς, ωστόσο, να αγνοείς ένα τέτοιο ταλέντο και μια τέτοια μελωδία.

Πότε-πότε, ο ήχος του βιολιού-κιθάρας μου θυμίζει τους It’s a beautiful day.

Παράξενη παρατήρηση.

Δε λέω πως δε μου άρεσαν, αλλά δεν ήμουν και μεγάλος φαν τους. Η συνθέτριά τους Linda Laflamme, ωστόσο, κατάγεται από το St Louis του Μιζούρι, απ’ όπου κατάγομαι κι εγώ. Τι ταλέντο!

Τι μουσική σε έλκυε στην εφηβική σου ηλικία ή λίγο αργότερα;

Ως παιδί, άκουγα φολκ μουσική: Peter, Paul and Mary, Bob Dylan κ.λπ. Πάντα, όμως, μου άρεσε η ηλεκτρική κιθάρα και ήθελα να έχω μία.

Ο πρώτος δίσκος των King Crimson με άφησε άναυδο. Το αγαπημένο μου συγκρότημα ήταν, πάντως, οι Fairport Convention.

Είναι κι από τα δικά μου αγαπημένα, ιδίως κατά την περίοδο στην οποία συμμετείχε σ’ αυτό η πρόωρα -και βλακωδώς- χαμένη Sandy Denny.

Τραγουδούσα μια εποχή με τον Ian Matthews, άλλωστε, με τους Hi-Fi, γεγονός που πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν η πιο ανόητη ιδέα η οποία είχε ποτέ υπάρξει, πως αυτό δε θα λειτουργούσε. Ο Ιan κι εγώ είχαμε αντίθετη γνώμη.

Είχα επίσης ανοίξει την συναυλία των Fairport Convention εδώ, στο St Louis, στο πλαίσιο της τελευταίας βορειοαμερικανικής περιοδείας τους με την Sandy.

Είχε σπάσει τον αστράγαλό της και τραγουδούσε από το πιάνο. Κατά τα άλλα, με το ένα χέρι της κρατούσε τσιγάρο και με το άλλο το τασάκι. «Πώς έχει μια τόσο αγγελική φωνή;» αναρωτιόμουν. Φαινόταν να διαχειρίζεται αρκετά ικανοποιητικά το αλκοόλ.

Όχι και τόσο, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε.

Όχι και τόσο, πράγματι. Ήταν, πάντως, το κάτι άλλο κι είχα απολύτως εντυπωσιαστεί από την περφόρμανς της. Σπουδαίοι καιροί!

Σπουδαίο είναι και το Prodigal Dreamer, το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Pavlov’s Dog. Ποιος είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν τα όνειρα στην καλλιτεχνική και την καθημερινή ζωή σου;

Δυσκολεύομαι να θυμηθώ τα όνειρά μου. Κι όταν τα θυμάμαι, συνήθως πρόκειται για κάτι το οποίο με ξυπνάει απότομα, σαν να πέφτω, χωρίς όμως να πέφτω στην πραγματικότητα.

Σε ό,τι αφορά το Prodigal Dreamer, νομίζω πως είναι το καλύτερό μας άλμπουμ. Είχε αρχίσει ν’ απογειώνεται, κι έπειτα ενέσκηψε ο κορονοϊός. Αυτό ήταν το τέλος του.

Κι η τελευταία σας συναυλία στην Ελλάδα ήταν λίγο πριν την έλευση της «πανδημικής» περιόδου.

Ας ελπίσουμε ότι θα γίνομαι καλύτερος όσο γερνάω, για δεν πρόκειται να εγκαταλείψω την σύνθεση μουσικής και στίχων. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.

Ο παππούς μου, ο οποίος ήταν τραπεζίτης, μου είχε κάποτε πει: «Δεν ξέρω τι κάνεις, αλλά τις προάλλες παρακολούθησαν την συναυλία σας χιλιάδες άνθρωποι, οπότε κάτι σωστό θα κάνεις. Συνέχισε, λοιπόν».

Είστε πολύ αγαπητοί εδώ στην Ελλάδα, ξέρεις.

Το ελληνικό κοινό είναι το καλύτερο, γιατί ξέρει τα τραγούδια μου το ίδιο καλά με μένα.

Ευχαριστώ θερμά τoν Evan Garnholz για την καθοριστική συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Οι Pavlov’s Dog εμφανίζονται λάιβ την Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα στο Κύτταρο και την Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου στο Principal Club Theater στην Θεσσαλονίκη.



Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Δάφνη Χαιρετάκη: «Το σινεμά είναι ένας χώρος διαλόγου και εμπειρίας»

 


«Διασταύρωση» ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, η μικρού μήκους ταινία της Δάφνης Χαιρετάκη, Αυτό που ζητάμε από ένα άγαλμα είναι να μην κινείται, στοχάζεται παιχνιδιάρικα πάνω στο παρελθόν και το παρόν, την κοινωνία και την πολιτική.

Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών, το φιλμ προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Συναντώντας την σκηνοθέτρια.

Αν αφετηρία της περίεργα ποικιλόμορφης μικρομεσαίου μήκους ταινίας σου, Αυτό που ζητάμε από ένα άγαλμα είναι να μην κινείται, είναι ένα όνειρο ή ένας εφιάλτης, ξεκινούν, κατά περίπτωση, τα φιλμ σου από ένα όνειρο - ή έναν εφιάλτη;

Δεν ξεκινούν από όνειρα ή εφιάλτες, αλλά μάλλον από εμπειρίες, σημειώσεις και σκέψεις οι οποίες με απασχολούν μέχρι που κάτι τις κάνει να ζωντανεύουν. Αυτή, συνειδητοποιώ ότι είναι η έναρξη της διαδικασίας δημιουργίας μιας ταινίας.

Στην περίπτωση του Αγάλματος, η αναφορά στο όνειρο ή τον εφιάλτη πρόκειται περισσότερο για ένα αφηγηματικό τρικ, το οποίο κατόπιν αποκτά πολλές μορφές.

Τι ρόλο έπαιξε σ’ αυτήν την διαδικασία η παιδική ηλικία και γιατί αναφέρεσαι σε μια επιστροφή στο «σπίτι της παιδικής ηλικίας»; Μου έκανε εντύπωση ως όρος.

Επειδή έχω ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, συχνά -όταν επέστρεφα στην Ελλάδα- διέμενα στο πατρικό μου.

Για την ακρίβεια, επρόκειτο για το σπίτι της μητέρας μου, που άλλοτε ανήκε στην προγιαγιά μου και το οποίο, λόγω του ότι δυσκολευόμασταν να το συντηρήσουμε, είχε μετατραπεί σε ερείπιο.

Πολύ κοντά βρίσκεται το Λύκειο του Αριστοτέλη. Η σχέση με τα αρχαία ποτέ δε μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα, ακόμα κι όταν ήμουν στην Ελλάδα. Ήθελα ν’ αποκοπώ απ’ αυτά.

Με τα χρόνια, όμως, και μέσα από την διαμονή μου στο συγκεκριμένο σπίτι, φανταζόμουν διάφορα να ζωντανεύουν. Γι’ αυτό και το περιγράφω έτσι.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση σου με το παρελθόν, ιστορικό και πολιτισμικό, εγχώριο και παγκόσμιο;

Έχω πολύ κακή μνήμη, γενικά! Όσο και να μελετώ, ξεχνώ. Επειδή, εξάλλου, φοίτησα σε γαλλικό σχολείο, δε γνωρίζω την ελληνική Ιστορία τόσο καλά.

Τελειώνοντας, λοιπόν, το σχολείο, συνειδητοποίησα πως είχα τεράστια κενά, οπότε, όλο και περισσότερο, άρχισα να ενδιαφέρομαι γι’ αυτήν την Ιστορία και να προσπαθώ να καταλάβω πώς συνομιλεί με το παρόν.

Μιας κι η έννοια του «αγάλματος» επανέρχεται με διάφορους τρόπους στο διάβα του φιλμ, τι συμπυκνώνει για σένα;

Μια περίοδο που ήταν δύσκολη για μένα, την περίοδο της επιστροφής μου στην Ελλάδα και στην Αθήνα, η οποία ανακάλεσε μνήμες του 2008 και του 2015.

Γυρίζοντας στην Ελλάδα, ένιωσα πολύ «ορφανή» σε σχέση με φιλίες, παρέες και δράσεις, κι ας μη συμμετείχα ποτέ σε πολλά.

Η εξερεύνηση της έννοιας του «αγάλματος», το οποίο δε μ’ ενδιέφερε ως τέτοιο, ξεκίνησε, επομένως, από μια αίσθηση ακινησίας και από μια απορία σε σχέση με το τι κάνω και τι κάνουμε.

Οι συναντήσεις με τους ανθρώπους στον δρόμο ή στην λαϊκή της Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, όπως αποτυπώνονται στην ταινία, υπήρξαν τυχαίες;

Εντελώς τυχαίες. Δε γνωρίζω τους ανθρώπους. Τους σταματώ, οπλίζομαι με θάρρος και προσπαθώ να τους εξηγήσω τι κάνω, ώστε να τους εισαγάγω σ’ ένα πλαίσιο και να μου απαντήσουν.

Τα γυρίσματα στην Καλλιδρομίου ήταν τα τελευταία του φιλμ, σε ένα μέρος που μου είναι οικείο και σε μια περίοδο κατά την οποία ήμουν πια πιο σίγουρη για την ταινία. Εκείνη η μέρα ήταν σαν δώρο.

Δε σε φοβίζει το τυχαίο;

Με φοβίζει πάρα πολύ. Πριν προχωρήσω σε τέτοια γυρίσματα, είμαι ικανή να μην κοιμηθώ το βράδυ, διερωτώμενη γιατί το κάνω στον εαυτό μου αφού κανένας δε με υποχρεώνει.

Το έχω ανάγκη, όμως. Όταν συμβαίνει, κάτι μου δίνει. Μπορεί ένα «κλειδί» γι’ αυτό που ετοιμάζω. Καμιά φορά απογοητεύομαι από τις απαντήσεις, αλλά όταν τις ξανακούσω, μπορεί ν’ ανακαλύψω ένα στοιχείο που αρχικά μου είχε διαφύγει.




Η δομή του φιλμ επηρεάζεται, επομένως, από αυτές τις συναντήσεις ή -έτσι κι αλλιώς- προϋπάρχει ένα «σκελετός»;

Υπάρχει σενάριο, αλλιώς δεν μπορείς να αιτηθείς χρηματοδότηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ένα από τα πιο «κλασικά» σενάρια που έχω γράψει.

Αφού ξεκινήσει η ταινία, η δομή διαλύεται εντελώς, και ξαναχτίζεται μέσα και από τις συναντήσεις. (Γέλιο).

Αν, για παράδειγμα, έλειπαν οι συναντήσεις στην Καλλιδρομίου, οι οποίες εισάγουν μια πολιτική διάσταση, θα είχα πρόβλημα.

Παρότι το Άγαλμα δε φαίνεται να έχει έναν θεματικό άξονα, εξερευνά πολλά ζητήματα χωρίς να γίνεται βαρύγδουπο, ούτε όμως και ανάλαφρο.

Χαίρομαι που το επισημαίνεις.

Για μένα ήταν σημαντικό, για μια ταινία που ξεκινά από την ακινησία και την στασιμότητα, να μην είναι η ίδια ακίνητη.

Αρχίζοντας γυρίσματα αφότου έλαβα την χρηματοδότηση, βρέθηκα, λοιπόν, σε μια παράξενη κατάσταση: κίνησης. Έπρεπε να κινηθώ προς κάτι ζωντανό. Το ήθελα πολύ και για τον εαυτό μου και για το φιλμ.

Δεν ήθελα μια μελαγχολική ταινία, αλλά με ενέργεια, όπως είναι οι δουλειές των Καταστασιακών ή των Σουρεαλιστών, όπου μέσα από την απόγνωση αναδύεται κάτι φωτεινό.

Είναι και «γκονταρική».

Έχω δει πολύ Γκοντάρ, οπότε μ’ έχει σημαδέψει. Αλλά και δοκιμιακό σινεμά.

«Διασταύρωση» δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας μου θυμίζει πιο πολύ. Σε απελευθερώνει δημιουργικά αυτή η αφηγηματική προσέγγιση;

Όχι μόνο με απελευθερώνει, αλλά, όσες φορές έχω επιχειρήσει να γράψω «κλασική μυθοπλασία», κατόπιν δε μ’ ενδιαφέρει να την τραβήξω. Κάτι θέλω να συμβεί και με τον άλλο. Είναι μια περιπέτεια του μυαλού και της ζωής.

Μια «κλασική μυθοπλασία» δε θα μου το επέτρεπε ούτε σε επίπεδο φόρμας ούτε σε επίπεδο ντεκουπάζ.

Η ενέργεια που αποπνέει η ταινία οφείλεται και στην αλληλεπίδραση με ανθρώπους ζωντανούς εντός συλλογικών διαδικασιών;

Αναφέρομαι, εν προκειμένω, στην Δανάη ως φοιτήτρια, πολιτικό υποκείμενο, μυθοπλαστικό χαρακτήρα και μέλος της Κατάληψης της Πρυτανείας του Ε.Κ.Π.Α. ενάντια στο Π.Δ. 85.

Βλέπω πως γνωρίζεις την Δανάη, εγώ δεν την γνώριζα. Όταν, όμως, παρατήρησα εκείνη την παρέα, κάτι μου έκανε. Κινήθηκα προς το μέρος τους και σκέφτηκα να ρωτήσω την Δανάη σχετικά με το άγαλμα.

Η τόσο όμορφη επαναστατική διάσταση την οποία εισήγαγε μέσα από την απάντησή της υπήρξε κομβική στιγμή στην διαδικασία δημιουργίας του φιλμ.

Με συγκίνησε απίστευτα, μου φάνηκε πολύ γενναιόδωρη αυτή η παρέα!




Ήταν και ο αντικομφορμιστής υπαρξιστής ποιητής Γιώργος Μακρής και τα γραπτά του άλλη μια τέτοια κομβική στιγμή;

Ήταν πολύ.

Η Εύα Στεφανή μού είχε μιλήσει για τον Μακρή έχοντας παρακολουθήσει μια παλαιότερη δουλειά μου, τα Αρχιπέλαγα, και θεωρώντας ότι έχω αντλήσει έμπνευση από εκείνον λόγω της αναφοράς στην καταστροφή του Παρθενώνα.

Τον ανακάλυψα εκ των υστέρων, ωστόσο, κι έκτοτε με συνοδεύει.

To σπίτι, μάλιστα, της παιδικής μου ηλικίας γίνεται το σκηνικό όπου συναντιούνται τα μέλη της, εμπνευσμένης από την δουλειά του Μακρή, φανταστικής ομάδας Σ.Α.Σ.Α. (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων).

Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας και ανεξαρτήτως των όποιων απόψεών σου σχετικά με την πολιτική και κοινωνική ακινησία, αισθάνθηκες πως υπάρχουν κάποιες «ρωγμές», τελικά - πολιτικά ή υπαρξιακά;

Υπάρχουν-δεν υπάρχουν, σημασία έχει να μη νιώθουμε εμείς εγκλωβισμένοι. Εμείς, εξάλλου, είμαστε και οι άλλοι.

Το φιλμ άνοιγε, λοιπόν, μια «ρωγμή», τουλάχιστον σε μένα, αλλά και μέσα από την δυναμική που αναπτυσσόταν ανάμεσα στους ανθρώπους που συμμετείχαν σ’ αυτό κουβαλώντας ο καθένας τους μια μικρή «ψηφίδα».

Γι’ αυτό, για μένα, το σινεμά είναι ένας χώρος ζωντανού διαλόγου και ζωντανής εμπειρίας.

Αν δεν έκανα σινεμά, δεν ξέρω τι θα έκανα για να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε επαφή με τα πράγματα.

Σε παλαιότερη συνέντευξη, μου είχες περιγράψει την Ελλάδα ως «πλανεύτρα». Θα την περιέγραφες έτσι και σήμερα; Και, μιας κι έχεις επί μακρόν ζήσει στην Γαλλία, θα την αποκαλούσες επίσης «πλανεύτρα» - ή αλλιώς;

Επειδή πλέον ζω στην Ελλάδα, δεν την νιώθω τόσο πλανεύτρα! (Γέλιο).

Η Γαλλία είναι πλανεύτρα με άλλον τρόπο, νομίζω.

Οι τουρίστες προσδοκούν επισκεπτόμενοι το Παρίσι, για παράδειγμα, να βιώσουν κάτι ρομαντικό, αλλά -αντίθετα- συναντούν κάτι βάρβαρο.

Μια στρατιωτικοποιημένη πραγματικότητα.

Η Γαλλία, ήδη σκληρή όταν πήγα στα δεκαεφτά μου, έχει πια σκληρύνει τόσο πολύ που δεν ξέρω αν θ’ άντεχα να βρίσκομαι εκεί.

Εξακολουθεί, ωστόσο, να υπάρχει κάτι ζωντανό.

Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τις συχνές και -ενίοτε- τόσο συγκρουσιακές κινητοποιήσεις όλων των ειδών και αφετηριών. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει σε καμία, ίσως, άλλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα.

Σχηματικά μιλώντας, η Γαλλία είναι η μόνη χώρα από την οποία θα μπορούσε κάποιος να φαντασιωθεί ότι θα μπορούσε να προέλθει μια σοβαρή επανάσταση -ή έστω εξέγερση- στο κοντινό μέλλον.

Συμφωνώ, κι ας ανεβαίνει η Ακροδεξιά, κι ας συνασπίστηκαν πρόσφατα οι αριστεροί από ανάγκη. Δεν τους το ’χα.

Όπως είχε συμβεί με τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων, ενός συνονθυλεύματος ακροαριστερών και ακροδεξιών, τα οποία υπέστησαν σκληρή καταστολή. Κι όμως, συνέχισαν να βγαίνουν στον δρόμο.

Η ταινία διαγωνίζεται 30ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο (σημ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε πριν το φετινό Φεστιβάλ, όπου απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στην ενότητα Ντοκιμαντέρ).

Τι συναισθήματα σου προξενεί αυτή η προοπτική;

Δεν έχω ξαναπάει στο Σαράγεβο. Τώρα ανακαλύπτω πως πρόκειται για ένα βαλκανικό υπερ-γεγονός!

Δεν προσδοκώ πολλά, ωστόσο, ούτε κάποιο βραβείο. Ήδη το ότι ταξιδεύω με κάνει εξαιρετικά χαρούμενη. Χαίρομαι, επίσης, που θα δω μια πόλη με τέτοια Ιστορία.

Καλή επιτυχία και στο 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (2-8 Σεπτεμβρίου), όπου το φιλμ σου προβάλλεται, σε ελληνική πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού.

Χαίρομαι γα την επικείμενη προβολή στην Δράμα, γιατί πρόκειται για μια ταινία που αφορά στην Ελλάδα.

Η μικρού μήκους ταινία της Δάφνης Χαιρετάκη Αυτό που ζητάμε από ένα άγαλμα είναι να μην κινείται προβάλλεται, σε ελληνική πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Η προβολή πραγματοποιείται την Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου, Κινηματογράφος Ολύμπια, 20:00.

Η ταινία είναι διαθέσιμη και στην διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ (2-9 Σεπτεμβρίου).

Η ταινία της Δάφνης Χαιρετάκη συμμετέχει, επίσης, στο Διαγωνιστικό ταινιών μικρού μήκους των 30ών Νυχτών Πρεμιέρας (2-14 Οκτωβρίου).

Η συνέντευξη είναι αφιερωμένη στην αγαπημένη μου μαμά, η οποία «έφυγε» στις 18 Αυγούστου 2024. Το φιλμ της Δάφνης Χαιρετάκη ήταν το τελευταίο που είδε ποτέ.



Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

Σεντρίκ Καν: «Συνέλαβα την ‘Υπόθεση Γκολντμάν’ ως μια ερωτική επιστολή στον διάλογο»

 

Σεντρίκ Καν (Φωτογραφία: Βαγγέλης Πατσιαλός)

Aκροαριστερός (πρώην) αντάρτης πόλης, απαλλοτριωτής τραπεζών, διανοούμενος, συγγραφέας, ο Πιερ Γκολντμάν υπήρξε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.

Αυτήν την προσωπικότητα επιχειρεί να εξερευνήσει ο Σεντρίκ Καν στο καθηλωτικό δικαστικό δράμα Υπόθεση Γκολντμάν. Μια συνομιλία με τον σκηνοθέτη ενόψει της κυκλοφορίας της ταινίας του στα σινεμά στις 5 Σεπτεμβρίου.

Τι σε γοήτευσε περισσότερο στην τόσο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Πιερ Γκολντμάν, ενός πρώην αντάρτη πόλης, κατόπιν απαλλοτριωτή τραπεζών, διανοούμενου, συγγραφέα;

Είναι η περιπλοκότητά του που μ’ ενδιέφερε. Δεν ήταν μόνο γοητευτικός.

Για μένα ήταν, εξάλλου, το ζήτημα της ιουδαϊκότητας, το πώς δηλαδή ο Γκολντμάν κι ο Κιεζμάν, ο συνήγορός του, βιώνουν το γεγονός ότι είναι Εβραίοι.

Ίσως τελικά αυτό το οποίο περισσότερο μ’ ενδιέφερε στον Γκολντμάν ήταν το ζήτημα της ταυτότητας, το γεγονός πως αναζητά την ταυτότητά του.

Σ’ ενδιέφερε εξίσου κι η εποχή που ο Γκολντμάν έδρασε, συνελήφθη, καταδικάστηκε, εν μέρει αθωώθηκε και τελικά δολοφονήθηκε;

Πιο πολύ μ’ απασχολούσε πώς κατόρθωσε αυτόν τον άθλο, το να βγάλει τον εαυτό του από την δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν και τελικά ν’ αθωωθεί και στα μάτια της κοινωνίας και του δικαστηρίου.

Ν’ απαλλαγεί για το κομμάτι των φόνων, τουλάχιστον. Για τις απαλλοτριώσεις προφανώς καταδικάστηκε.

Θα ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό αν είχε αθωωθεί και για πράγματα τα οποία είχε ήδη ομολογήσει ότι είχε διαπραξει. Ο κόσμος δεν είναι τόσο τρελός!

Θα επρόκειτο και για δικονομικό παράδοξο, άλλωστε.

Μα ναι.

Η ταινία είναι δομημένη ως ένα δικαστικό δράμα με στοιχεία θεατρικότητας. «Δωματίου», θα έλεγα. Γιατί αποφάσισες να υιοθετήσεις την συγκεκριμένη φόρμα και πόσο αυξανόταν ο βαθμός πρόκλησης βάσει αυτής της επιλογής;

Δε μ’ ενδιαφέρει η προκλητικότητα ή η δυσκολία της φόρμας που επιλέγω, αλλά το να εξυπηρετεί την ουσία του φιλμ. Συνέλαβα την ταινία ως μια ερωτική επιστολή στον διάλογο.

Και ο χώρος της δικαστικής αίθουσας ήταν ο ιδανικός προκειμένου να πλαισιωθεί σωστά ο διάλογος.

Δεν ήθελα καθόλου να έχει αυτός ο χώρος «παράσιτα» προερχόμενα είτε από την μουσική είτε από φλάσμπακ, τα οποία θα μπορούσαν, κατά κάποιον τρόπο, να επηρεάσουν την άποψη του θεατή σχετικά με το τι συμβαίνει.

Ήθελα να βιώσει ο θεατής την εμπειρία της ακροαματικής διαδικασίας, να μπορέσει ουσιαστικά να καταλήξει σε μια άποψη περί της αθωότητας ή της ενοχής του Γκολντμάν βάσει των όσων λέχθηκαν στην δικαστική αίθουσα.

Στην ακροαματική διαδικασία όσα παρουσιάστηκαν ήταν και αληθή και ψευδή, ενώ φυσικά υπήρχε και χειραγώγηση από όλες τις πλευρές.




Σε τι συνίσταται η χειραγώγηση από πλευράς Γκολντμάν;

Κατ’ αρχάς επρόκειτο για ποινική δίκη, την οποία πολιτικοποίησε. Προσπάθησε να πολιτικοποιήσει το κατηγορητήριο, προκειμένου να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την αμιγώς ποινική διάστασή του.

Συμφωνείς;

Παρέμενε πολιτικό υποκείμενο, ωστόσο, και ως ένοπλος αντάρτης στην Βενεζουέλα και επιστρέφοντας στην Γαλλία.

Αυτό έλεγε εκείνος.

Σε κάθε περίπτωση, διέπραξε ένοπλες ληστείες από τις οποίες αποκόμιζε χρήματα, αλλά πράγματι επιχειρηματολόγησε ότι αυτές ήταν πολιτικές πράξεις.

Υπάρχει, για παράδειγμα, το ζήτημα των μαρτύρων, οι οποίοι τον αναγνωρίζουν ως το άτομο που διέπραξε τις ένοπλες ληστείες. Εκείνος αντιτείνει πως τον αναγνωρίζουν επειδή μοιάζει με Εβραίο κι εκείνοι είναι αντισημίτες.

Αυτό συνιστά μια χειραγώγηση της αλήθειας.

Υπάρχουν επιπλέον οι θεατές που επίσης χειραγωγούνται από τον Γκολντμάν, έστω και με την μεσολάβηση της ταινίας.

Άρα και η απόδοση από πλευράς Γκολντμάν της κατηγορίας περί ρατσισμού στις αστυνομικές αρχές εντάσσεται στην προσπάθειά του να χειραγωγήσει έδρα και ακροατήριο;

Έχω δυο απαντήσεις. Αν είναι όντως αθώος, τότε πρόκειται για την αλήθεια. Αν δεν είναι αθώος, πρόκειται για την υπερασπιστική του γραμμή.

Μόνος εκείνος είχε την απάντηση, εξάλλου. Μόνος εκείνος γνώριζε αν ήταν μια πράξη χειραγώγησης ή αν ήταν όντως ειλικρινής.

Εσύ είσαι βέβαιος ότι ήταν αθώος;

Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για τίποτα.

Επειδή οι ερωτήσεις που μου θέτεις δίνουν την εντύπωση πως είσαι βέβαιος για την αθωότητά του.




Βεβαιότητα δεν μπορώ να κατέχω.

Εφόσον, λοιπόν, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αθωότητά του, οφείλουμε ν’ αναρωτηθούμε κατά πόσο χειραγωγούσε. Αν ήταν εντέλει ένοχος, η δίκη ήταν μια τεράστια χειραγώγηση της κοινής γνώμης και φυσικά της έδρας.

Ο Κιεζμάν, από την άλλη, ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ο Γκολντμάν ήταν αθώος, αλλά πως πρέπει να υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας.

Που είναι κατάκτηση του νομικού πολιτισμού.

Αθωώθηκε βάσει του τεκμηρίου της αθωότητας, όχι γιατί ο συνήγορός του υποστηρίζει την αθωότητά του.

Γι’ αυτό, άλλωστε, υπάρχει η έντονη μεταξύ τους αντιπαράθεση.

Φυσικά, γιατί δεν ακολουθούν την ίδια υπερασπιστική γραμμή. Ο Κιεζμάν υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν αρκετές αποδείξεις για να αρθεί το τεκμήριο της αθωότητας, ο Γκολντμάν φωνάζει ότι είναι αθώος.

Οι απαντήσεις σου προσθέτουν μια επιπλέον συναρπαστική διάσταση στην ανάγνωση του φιλμ.

Στην αρχή της δίκης, ο Γκολντμάν λέει: «Είμαι αθώος γιατί είμαι αθώος». Για μένα είναι η πιο σημαντική φράση που ακούγεται σ’ όλη την ταινία. Κάποια στιγμή, μάλιστα, σκέφτηκα σοβαρά πως αυτός θα έπρεπε να είναι ο τίτλος της.

Η Υπόθεση Γκολντμάν είναι ένα εξαιρετικά πολιτικό φιλμ. Είναι για σένα το σινεμά, ανάμεσα σε άλλα, είναι ένα «όχημα» για την ενασχόληση με τρέχοντα ή παρελθοντικά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα;

Θεωρώ ότι τα πάντα στην ζωή είναι πολιτικά. Ακόμα κι ο τρόπος που τρώμε, πηγαίνουμε για διακοπές, μιλάμε, με τι ύφος και σε ποιον άνθρωπο λέμε «καλημέρα». Ζούμε και βρισκόμαστε στον κόσμο ακριβώς με τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Οπότε, στο πλαίσιο αυτής της αντίληψής σου περί πολιτικής και πολιτικοποίησης, εντάσσεται και ότι έχεις συνυπογράψει έκκληση για κατάπαυση πυρός στην Γάζα κι επιστροφή των Ισραηλινών αιχμαλώτων στις οικογένειές τους.

Υπέγραψα πολύ νωρίς και χωρίς δεύτερη σκέψη ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στην επίθεση στην Γάζα.

Η θέση μου δεν ήταν εύκολη, γιατί είμαι Εβραίος κι έχω οικογένεια στο Ισραήλ. Πολλά νεαρά άτομα στην οικογένειά μου υπηρετούν στον ισραηλινό στρατό. Για τους δικούς μου ανθρώπους και κοινωνικό κύκλο δε θα ήταν, λοιπόν, κάτι που θα έκανα εύκολα.

Από την άλλη, από ηθικής άποψης, θεωρώ ότι δεν μπορούσα παρά μονάχα να υπογράψω.

Λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεσαι, εκτιμώ την στάση σου ακόμα περισσότερο.

Δεν μπορούσα να μην υπογράψω, γιατί αυτός ο πόλεμος είναι καταστροφή για το Ισραήλ και για το μέλλον του.

Σ’ ευχαριστώ, και σου εύχομαι να συνεχίσεις να σκηνοθετείς τόσο καίριες κι επείγουσες πολιτικές ταινίες.

Θα το προσπαθήσω!

Η συνέντευξη με τον Σεντρίκ Καν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 24ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος.

Ευχαριστώ θερμά τις Σταματίνα Στρατηγού (Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος) και Ευάννα Βενάρδου (Weird Wave) για την πολύτιμη συμβολή τους στην υλοποίησή της.

Η ταινία του Σεντρίκ Καν Υπόθεση Γκολντμάν κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από τις 5 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.