Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 30ό Διεθνές Φεστιβάλ Κιν/φου Αθήνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 30ό Διεθνές Φεστιβάλ Κιν/φου Αθήνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

Νικολέτα Λεούση: «To σινεμά ως μέσο πρέπει, θεωρώ, να είναι παιδική χαρά»

 

Νικολέτα Λεούση (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Το σινεμά ως μέσο έκφρασης συναντιέται με το λεωφορείο ως μέσο μεταφοράς στην Άσκοπη μετακίνηση της Νικολέτας Λεούση, μιας από τις ευφυέστερες, πιο πρωτότυπες και προσωπικές ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Δράμας.

Η Άσκοπη μετακίνηση συνεχίζει να μετακινείται φεστιβαλικά (επόμενες στάσεις κινηματογράφος Ίριδα και ΦΚΘ), κι εμείς συναντιόμαστε με την σκηνοθέτρια.

Γιατί προβληματιζόσουν ως προς το κατά πόσο θα σου «έβγαινε» η Άσκοπη μετακίνηση, η πιο πρόσφατη μικρού μήκους δουλειά σου, η οποία κέρδισε το βραβείο της Π.Ε.Κ.Κ. στο 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας;

Ήθελα πολύ ν’ απαλλαγώ από την αίσθηση της πίεσης που ένιωθα τα προηγούμενα χρόνια.

Πίεση να «βγάλεις» κάτι συγκεκριμένο;

Πίεση να «βγάλω» κάτι, κατ’ αρχάς. Δεν μπορούσα, όμως, να γράψω μυθοπλασία. Συνέθετα κάτι, κι έπειτα το παρατούσα.

Έθεσα, λοιπόν, στον εαυτό μου ορισμένα ερωτήματα: «Τι είμαι, αν δεν κάνω ταινίες καθώς περνούν τα χρόνια; Μπορώ ακόμα να λέω ότι είμαι σκηνοθέτρια; Είμαι διατεθειμένη να ζήσω με την ιδέα πως μπορεί να μην το αγαπάω πια;»

Όλα ξεκίνησαν, επομένως, σαν ένα τεστ, μια επιστροφή στα πολύ βασικά. Εξάλλου, έγινα σκηνοθέτρια επειδή έπαιρνα το λεωφορείο!

Πρόκειται για μια από τις πιο πρωτότυπες συνδέσεις κινηματογράφου και μέσων μαζικής μεταφοράς που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.

Ήμουν φοιτήτρια πια όταν αποφάσισα να γίνω σκηνοθέτρια, σε μια περίοδο κατά την οποία χρησιμοποιούσα τα λεωφορεία καθημερινά και ταυτόχρονα ονειροπολούσα, σκεπτόμενη τις ζωές των ανθρώπων και «σκηνοθετώντας» τα πλάνα μου απ’ το τζάμι.

Άρχισα ν’ ανακαλύπτω τον κινηματογράφο απ’ τα δεκαπέντε μου μέσα από βιντεοκασέτες. Ως φοιτήτρια παρακολουθούσα ό,τι κυκλοφορούσε. Δεν υπήρχε, ωστόσο, κάποια επιρροή από το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον.

Λόγω, επομένως, αυτών των ερωτημάτων είχε η Άσκοπη μετακίνηση αυτόν τον τόσο προσωπικό χαρακτήρα - τόσο σε καθαρά υπαρξιακό επίπεδο όσο και μέσα απ’ την φυσική παρουσία πολλών ανθρώπων απ’ το οικογενειακό περιβάλλον σου.

Πώς είναι να κινηματογραφείς τους ανθρώπους σου, μεγάλους και μικρούς;

Ήταν πολύ ευχάριστη εμπειρία.

Ο πατέρας του συντρόφου μου πάσχει από άνοια, γι’ αυτό και αγωνιούσα πώς θα λειτουργούσε στο πλαίσιο ενός γυρίσματος. Ο ίδιος, όμως, βίωσε την διαδικασία σαν παιχνίδι. Έβλεπα πόσο του άρεσε, οπότε ξεθάρρεψα κι εγώ και του ζητούσα πράγματα.

Η μαμά μου έχει παίξει σ’ όλες μου τις ταινίες. Κατά βάθος, θεωρώ ότι θα ήθελε να έχει ασχοληθεί με κάτι καλλιτεχνικό, αλλά καθώς προερχόταν απ’ την εργατική τάξη, δούλευε από μικρή και ουδέποτε είχε την άνεση να εκφράσει μια τέτοια φιλοδοξία.

Όταν παίζει, ντρέπεται, αλλά το ευχαριστιέται!




Η κορούλα;

Θέλει να ξανακάνουμε φιλμ! Παιδικό, όμως. Είδε την Άσκοπη μετακίνηση σαν παιχνίδι.

Κι εκείνη. Άρα αυτή πρέπει να ήταν αίσθηση του συνόλου των συντελεστών/συντελεστριών, πως πρόκειται για ένα ευφάνταστο φιλμικό παιχνίδι.

Υπήρχε, βέβαια, κι η απορία για το τι θα προέκυπτε από όσα τους έβαζα να κάνουν. «Θα το δείτε μετά», τους έλεγα.

Είναι η έξυπνη «αλαφράδα» της ταινίας ένα προσχεδιασμένο ή απροσχεδίαστο «αντίδοτο» στον συνολικό ζόφο;

To σινεμά ως μέσο πρέπει, θεωρώ, να είναι παιδική χαρά. Αυτή η χαρά -θέτοντάς το κάπως χοντροκομμένα- μπορεί να είναι μια πράξη αντίστασης. Και συνιστά τον τρόπο μου να προσεγγίζω τα όσα συμβαίνουν.

Άρα όσο πιο ζοφερή είναι η κοινωνικοπολιτική κατάσταση, τόσο πιο έξυπνα ανάλαφρες μπορεί να γίνονται οι δικές σου δουλειές;

Μακάρι! Τι μπορώ να εισφέρω στο κοινωνικό σύνολο; Να μοιραστώ χαρά, ελπίδα, δύναμη, κουράγιο.

Και στις 37 μέρες, ένα φιλμ που γραφόταν στην διάρκεια των Μνημονίων πολύ πριν εκλεγεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ένιωθα την ανάγκη να υπάρχει μια ηρωίδα η οποία αντιστέκεται σε σημείο τρέλας κι η πίστη στο ότι κάτι καλό μπορεί να συμβεί, και να ξεκινά από εμάς.

Δε θα έκανα ποτέ μια ταινία μ’ έναν χαρακτήρα που δε συμπαθώ. Δε θεωρώ, εξάλλου, πως υπάρχει ο απόλυτα κακός χαρακτήρας.




Σε κάθε περίπτωση, η διαρκής διερώτηση για τα κίνητρα και τους στόχους του -ακόμα και, ενίοτε, η αυτοαμφισβήτηση- είναι απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου εμπλεκόμενου σε μια δημιουργική διαδικασία.

Δεν έχει νόημα ν’ ασχολείσαι με κάτι αν δε σε «καίει» ή αν δε θέλεις να ανακαλύψεις κάτι μέσα απ’ αυτό.

Τι σε «καίει» πιο πολύ; Ή εξαρτάται και απ’ την φάση ζωής στην οποία κάθε φορά βρίσκεσαι; Σίγουρα, πάντως, οι δουλειές σου εγγράφονται σ’ ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.

Μόλις γέννησα, βίωσα ένα σοκ σε σχέση με το τι σημαίνει να έχεις παιδί στην σημερινή Ελλάδα. Δε γίνεται, όμως, να νοιαστείς για το παιδί σου, αν δε σε νοιάζει ο κόσμος και τα παιδιά των άλλων.

Και δε γίνεται ν’ αφηγηθείς μια ιστορία αποκομμένη από το κοινωνικό της πλαίσιο. Πρέπει από πριν να βασίζεσαι στους ανθρώπους και να συνεχίσεις να το κάνεις και μετά.

Ξεφεύγοντας από το εγχώριο καλλιτεχνικό-κινηματογραφικό πεδίο, ποια είναι η γνώμη σου για καλλιτεχνικά έργα τα οποία φαίνεται να είναι αποσυνδεδεμένα από την όποια κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα;

Όσον αφορά στην Ελλάδα αυτό οφείλεται στην μεγάλη δυσκολία της δημιουργίας τους.

Ένας γενικότερος λόγος σχετίζεται με την κουλτούρα του να είσαι ο καλύτερος. Οι δημιουργοί δε σκέφτονται την απήχηση που θα έχουν στον θεατή, αλλά στα φεστιβάλ.

Εδώ εμπλέκεται η βιομηχανία, ένας πολύ δυνατός μηχανισμός - και παντοδύναμος έναντι των πεινασμένων για ταινίες νεότερων Ελλήνων/Ελληνίδων σκηνοθετών/σκηνοθετριών.

Και προϋπόθεση να προβληθεί σε πολλά φεστιβάλ είναι να δομείται μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Σαν να ακολουθείται μια συνταγή, μέσα και από το «στρώσιμο» των σεναρίων στα labs, οπότε κόβονται όλα τα ρίσκα. Πολλά από αυτά κόβονται ήδη απ’ το μυαλό του σκηνοθέτη. Θα σκεφτεί, άρα, μια ιστορία που δεν έχει κάποια ρίσκα.

Για μένα, πάντως, είναι συνυφασμένη η καλλιτεχνική δημιουργία και με την ανάληψη -ενίοτε- ρίσκων.

Αυτό έχει να κάνει και με μια γενικότερη νοοτροπία.

Όταν, για παράδειγμα, σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε στην ημέρα μας, μπορεί να επιλέξουμε κάτι το οποίο δεν εμπεριέχει πολύ ρίσκο. Υπάρχει το κυνήγι της ασφάλειας. Πόσο χρόνο θα διαθέσουμε σε μια φιλία; Πιο σπάνια συμβαίνει πια.

Κατά συνέπεια γίνονται και οι ταινίες πιο δειλά, πιο προστατευμένα, έτσι ώστε να μην τσακωθούμε με το κοινό. Εφόσον το καταφέρεις, η βιομηχανία σε βοηθάει και σε επιβραβεύει.

Ως θετικός άνθρωπος, ωστόσο, θεωρώ ότι αυτή η κατάσταση δε θα κρατήσει πολύ, πως θα δημιουργηθεί ένας κινηματογραφικός κόσμος ο οποίος θα κάνει πράγματα πιο κοντά σ’ αυτό που ζούμε - και το κοινό θ’ ανταποκριθεί θετικά, αν έρθει σ’ επαφή μ’ αυτά.

Παίζει ρόλο και η επιλεγόμενη -υβριδική- φόρμα;

Θα ήθελα να επαναλάβω ένα φιλμ το οποίο είναι λίγο ντοκιμαντέρ και λίγο στημένο παιχνίδι. Προσφέρει ελευθερία.

Αν αρχίσεις να μιλάς την γλώσσα της ελευθερίας στα πρώτα λεπτά μιας ταινίας, ο θεατής καταλαβαίνει πώς θα πορευτείς, και μετά μπορείς να κάνεις ό,τι θες.

Ακόμα και μια μεγάλου μήκους δουλειά αντίστοιχη στιλιστικά;

Νομίζω πως μπορεί να γίνει. Με micro budget, βέβαια, όπως και η Άσκοπη μετακίνηση.

Μέσα από αυτήν αισθάνομαι, πάντως, ότι ανακάλυψα πως αγαπώ το σινεμά, ότι υπάρχει δρόμος και θα τον φτιάξω εγώ, χωρίς να ζητήσω άδεια και να νιώθω την υποχρέωση πως πρέπει όλα να πάνε καλά.

Δεν υπάρχει, άλλωστε, κάποια ανταμοιβή σ’ αυτό το ταξίδι στην Ελλάδα. Πάντα θα ξεκινάς απ’ την αρχή. Άσκοπη μετακίνηση, όμως, δεν είναι. Έχει πολύ μεγάλη σημασία ν’ ακολουθείς τον σκοπό σου.

Η ταινία της Νικολέτας Λεούση Άσκοπη μετακίνηση έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε το βραβείο της Π.Ε.Κ.Κ.

Την Κυριακή 27 Οκτωβρίου προβάλλεται στον κινηματογράφο Ίριδα (Ακαδημίας 55), 19:00-21:00.

Κατόπιν, ταξιδεύει στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου).



Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

30ό ΔΦΚΑ: Ομνύει στη «συμπερίληψη», ανθεί στους αποκλεισμούς

 

Φωτογραφία: Ioannis Stefanidis/AIFF 2024

Ομνύει «καταστατικά» στη «συμπερίληψη», αλλά ανθεί στους αποκλεισμούς. Ο λόγος για το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, γνωστό και ως «Νύχτες Πρεμιέρας», που φέτος συμπληρώνει 30 χρόνια λειτουργίας.

Πέρα από την καθιέρωση ενός εισιτηρίου το οποίο κάθε άλλο παρά οικονομικό για τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα μπορεί να θεωρείται (8 Ευρώ), φέτος η διοργάνωση του Φεστιβάλ προχώρησε σε άλλη μια πρωτοτυπία.

Περιόρισε δραστικά τη δυνατότητα των διαπιστευμένων (από αυτό) δημοσιογράφων/κριτικών κινηματογράφου να έχουν δωρεάν πρόσβαση τουλάχιστον στις προβολές του Διεθνούς Διαγωνιστικού του Φεστιβάλ.

Έτσι, εκτός κι αν κάποιος/κάποια είναι μέλος της ΠΕΚΚ και ταυτόχρονα της επιτροπής της η οποία δίνει το αντίστοιχο βραβείο, δικαιούται μόνο 5 δωρεάν προβολές συνολικά.

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πρακτικά αδύνατη η όποια σοβαρή δημοσιογραφική κάλυψη του ΔΦΚΑ από ένα ευρύτερο σώμα δημοσιογράφων/κριτικών κινηματογράφου.

Αν κάτι τέτοιο επιθυμεί τελικά η οργανωτική ομάδα του Φεστιβάλ, ας έχει τουλάχιστον την εντιμότητα να το δηλώσει ευθαρσώς.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Άλκι Παπασταθόπουλος: «Κάνω σινεμά μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχω την ζωή»

 


Ένα βαθιά πολιτικό «love story αποχωρισμού» με δυο τρανς ηρωίδες οι οποίες βιώνουν έναν ανομολόγητο έρωτα σε μια κοινωνία όπου η καταστολή παραμονεύει, το Honeymoon του Άλκι Παπασταθόπουλος ξεχώρισε φέτος στην Δράμα.

Μια εκτενής συνομιλία με το Άλκι.

Μόλις σε είδα στην σκηνή του Ολύμπια την ημέρα την ελληνικής πρεμιέρας του Honeymoon στην Δράμα φορώντας παλαιστινιακή μαντήλα, σκέφτηκα: «Θέλω να γνωρίσω έναν άνθρωπο που επιλέγει αυτήν την συμβολική κίνηση».

Γιατί σε αναστατώνει τόσο πολύ η γενοκτονία στην Γάζα;

Σε φεστιβαλικό επίπεδο, δε θεωρώ ότι πρόκειται για μια τόσο συμβολική κίνηση, εφόσον έχει πλέον επιβληθεί ακραία λογοκρισία.

Ειδικά τον τελευταίο χρόνο, στα φεστιβάλ συντελείται τρομερή αποσιώπηση σε σχέση με την γενοκτονία στην Γάζα.

Η εκπροσώπηση Παλαιστίνιων σκηνοθετών σ’ αυτά είναι, εξάλλου, πολύ μικρότερη, εργαζόμενοι σε πολιτιστικούς φορείς απολύονται και μεγαλόσχημοι ακαδημαϊκοί κάνουν διαλέξεις σε υπόγεια.

Προσωπικά, δεν μπορώ να εμφανιστώ κάπου όπου μου προσφέρεται ένα βήμα και να μη μιλήσω γι’ αυτό το ζήτημα. Ήδη μου φαίνεται παράξενο κι αντιφατικό πως συμβαίνει μια γενοκτονία κι εμείς γιορτάζουμε τις ταινίες.

Κι όταν μάλιστα, όπως κι εσύ ήδη το επεσήμανες, δεν εκπροσωπείται καν η παλαιστινιακή πλευρά. Κι όταν αυτό συμβαίνει, συμβαίνει σε πολύ περιορισμένο βαθμό.

Την στιγμή που μιλάμε υπάρχουν στην Ελλάδα φεστιβάλ που συνεργάζονται με την Πρεσβεία του Ισραήλ. Το Φεστιβάλ Δράμας δεν ήταν, ευτυχώς, ένα από αυτά.

Ένα παράλληλο δίωρο πρόγραμμα με ταινίες για την Παλαιστίνη θα ήταν, πάντως, απαραίτητο. Σε άλλα φεστιβάλ -όπως στης Γλασκώβης, της Κοπεγχάγης, του Λάιντεν- κάτι τέτοιο έχει συμβεί.

Δεν είναι δυνατόν τα φεστιβάλ, ως πηγή προοδευτισμού, από την μία να κάνουν λόγο για ανοιχτότητα και ποικιλομορφία, κι από την άλλη να μην αναφέρονται στην γενοκτονία έστω με όρους διεκδίκησης της κατάπαυσης πυρός.

Για να επιστρέψουμε σε σένα και στην δουλειά σου, νιώθεις ότι μπορείς ν’ αφηγηθείς τις ιστορίες που θέλεις ν’ αφηγηθείς;

Έχω μάθει πάντα να μιλάω για τις ιστορίες που ξέρω. Δεν προσπαθώ ποτέ να μιλήσω για ιστορίες οι οποίες δε με αφορούν και δεν προέρχονται από την δική μου κοινότητα.

Κι αν δε γνωρίζω τα θέματα που θίγω, συνεργάζομαι με ανθρώπους οι οποίοι τα ξέρουν καλύτερα από μένα.

Ακόμα κι αν αποφάσιζα να ψηλαφίσω μια άλλη κοινότητα, θα προσπαθούσα να το κάνω από μια θέση που θα δημιουργήσει ένα τίμιο representation για αυτά τα άτομα.

Δηλαδή, αν είσαι cis straight και θες ντε και καλά να κάνεις ένα κουίρ φιλμ, τουλάχιστον do your research.




Δεν αποτελεί δυνητικό κίνδυνο η μετατροπή της ενασχόλησης με το έμφυλο/την ΛΟΑΤΚΙ+ θεματολογία σε μόδα;

Για μένα ο βασικός κίνδυνος αφορά στο ίδιο το σινεμά, καθώς γίνονται ταινίες που δεν είναι καλές γιατί οι άνθρωποι οι οποίοι τις κάνουν δεν ξέρουν για ποιο πράγμα μιλούν.

Ο δεύτερος κίνδυνος συνίσταται στο ότι χρηματοδοτούνται οι ίδιοι δημιουργοί που θα σκηνοθετούσαν ένα αστυνομικό δράμα, για παράδειγμα, για να αποτυπώσουν τις ζωές άλλων, στους οποίους δε δίνεται η ευκαιρία να απεικονίσουν τις δικές τους ζωές.

Εκτίμησα το Honeymoon -και νομίζω πως εκτιμήθηκε τόσο πολύ ευρύτερα- επειδή ακριβώς αποπνέει την αλήθεια του (δυνητικά) βιωμένου. Αυτό αποδεικνύει, άλλωστε, τα λεγόμενά σου.

Χρειάστηκε, ωστόσο, αρκετός χρόνος ώστε να με εμπιστευτεί το industry και να μου δώσει λεφτά, γιατί επρόκειτο για μια ακριβή παραγωγή. Επομένως, έπρεπε να λάβω όλες τις επιχορηγήσεις που μπορούσα να λάβω.

Ταυτόχρονα, το Honeymoon λειτουργεί έτσι επειδή και οι δύο πρωταγωνίστριες, η Μαίρη Πετρούλιου και η Νάσια Συντέτα, έδωσαν πολλή από την εμπειρία τους σ’ αυτό το φιλμ.

Τα δύο τελευταία drafts του σεναρίου γράφτηκαν πάνω στις δικές τους εμπειρίες, τους δικούς τους μανιερισμούς.

Ήμουν πάντα όλο αυτιά. Αυτό νομίζω ότι πρέπει να συμβαίνει όταν αποφασίζεις να δουλέψεις με μειονότητες και να εκπροσωπήσεις αυτές τις φωνές, ακόμα κι όταν προέρχεσαι από το ίδιο community.

Θέλω οι ταινίες που κάνω να είναι ενδυναμωτικές για το όλο το community χωρίς να δίνεται η αίσθηση ότι είναι misery porn. Nα μην αισθανθεί κάποιο μέλος του community πως, έχοντας παρακολουθήσει το Honeymoon, επανατραυματίζεται.

Εκτός από το κοινό της κοινότητας, δε σε ενδιαφέρει και το ευρύτερο;

Η ταινία ήταν από τις πιο commercial που μπορούσες να βρεις σε προγράμματα διεθνών φεστιβάλ - κι έχει ταξιδέψει πολύ στο εξωτερικό. Αυτή ήταν μια στόχευση εξ αρχής.

Ήθελα να είναι ένα φιλμ που θα το καταλάβαινε η μάνα μου κι ο πατέρας μου ή η γιαγιά κάποιου, το οποίο θα έχει μια απεύθυνση όσο πιο massive μπορώ να πετύχω ως δημιουργό.

Παράλληλα, ήθελα να δείξω σε ένα ευρύτερο κοινό ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είμαστε εδώ για να μας λυπάστε. Προτιμώ το κοινό να αισθανθεί φόβο, συνειδητοποιώντας πως αυτό το community διαθέτει δύναμη.

Σπάνια αναδεικνύονται και αναπαρίστανται φιλμικά τα υποκείμενα -ατομικά και συλλογικά- στην πολυπλοκότητά τους. Συνήθως παρουσιάζονται είτε ως θύματα που αξίζουν τον οίκτο μας, είτε ως εχθροί που χρήζουν καταπολέμησης.

Ο τρίτος -και πιο ambiguous- πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του Honeymoοn, εκείνος του Παύλου, μεταβλήθηκε, τουλάχιστον σεναριακά, περισσότερο από όλους.

Σταδιακά συνειδητοποίησα πως δεν είναι δυνατόν οι ηρωίδες να συναντάνε μόνο κακούς ανθρώπους και να τους συμβαίνουν κακά πράγματα. Δεν είναι έτσι η ζωή.

Ούτε ήθελα να στοχοποιήσω το υποκείμενο του chaser, δηλαδή τους cis straight άντρες που φετιχοποιούν τα τρανς σώματα.

Είναι μια κατηγορία ανθρώπων η οποία συχνά απεικονίζεται ως ανώμαλη, αλλά για μένα η συγκεκριμένη ανάγνωση είναι πάρα πολύ περιορισμένη.

Συνήθως, αυτοί οι άντρες απεικονίζονται κυρίως με αυτόν τον τρόπο στο σινεμά γιατί έτσι ποινικοποιείται κι η ίδια η επιθυμία προς τα τρανς σώματα.

Για μένα, ο Παύλος είναι απλώς πολύ ερωτευμένος με την Σάντρα, γι’ αυτό και του γεννιούνται φροντιστικά συναισθήματα. Εξελίχθηκε, λοιπόν, σε κανονικό τύπο.

Κάθε άνθρωπος, άλλωστε, συντίθεται από αντιφάσεις - και προχωράει ή δεν προχωράει.

Ακόμα και τις ίδιες τα ηρωίδες, προσπάθησα να μην τις αποτυπώσω ως glorified, να είναι όσο πιο three-dimensional μπορούσαν να είναι, μιας κι η ταινία μιλάει και για τον μεταξύ τους έρωτα, ο οποίος είναι ανείπωτος.

Είναι δυο τύπες που αγαπιούνται λόγω του bonding το οποίο έχουν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι γκόμενες.




Ένιωσα, παρακολουθώντας το Honeymoon, πως υπήρχαν δύο αφηγηματικές κλιμακώσεις.

Η μια λίγο μετά την αρχή του, στον σταθμό των ΚΤΕΛ όπου δέχονται ομοφοβική/τρανσφοβική επίθεση, και η δεύτερη προς το τέλος του φιλμ. Είναι έτσι διαρθρωμένες ώστε να δώσουν μια δραματουργική πνοή στην ταινία;

Όσο οι τύπες είναι monitored, δεν είναι όπως θέλουν να είναι μεταξύ τους. Βρίσκονται διαρκώς σε μια διαδικασία fight or fly.

Οι συγκεκριμένες σκηνές δεν είναι, επομένως, τοποθετημένες ακριβώς ως κλιμακώσεις, αλλά ως η οριοθέτηση της αρχής και του τέλους του χρόνου που θα είναι η Σάντρα και η Φαίη μεταξύ τους.

Δόμησα την ταινία ως ένα love story αποχωρισμού. Αφορά στην νοηματοδότηση της σχέσης τους, κι όχι στην βία την οποία δέχονται. Αυτήν έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να την παραλείψω. Διαφορετικά, θα έκανα φιλμ επιστημονικής φαντασίας!

Ήθελα να μιλήσω για το πόσο σημαντικό είναι να εγκαταλείπεις το όνειρο σου για χάρη της συντροφικότητας και του μαζί.

Το Honeymoon είναι βαθιά πολιτική δουλειά - κι όχι με τον τρόπο του μανιφέστου. Κατά την γνώμη σου, νεότερες γενιές εγχώριων «μικρομηκάδων» αποφεύγουν τις ταινίες με πολιτικές αιχμές; Αυτή είναι η δικιά μου εκτίμηση.

Δεν ξέρω αν αυτό έχει απαραιτήτως να κάνει με το σινεμά ή με το γενικότερο outlook των ανθρώπων για την ζωή. Μπορεί να σχετίζεται με μια γενικότερη έλλειψη πολιτικοποίησης.

Σε γενιές μικρότερες κι απ’ την δική μου, υπάρχουν άτομα που είναι ακραία πολιτικοποιημένα κι άλλα που επιλέγουν ως πολιτικοποίηση το «ντελούλου».

Υπάρχει μια αμηχανία ως προς το να κάνουν σινεμά που να είναι διδακτικό. Γι’ αυτά τα παιδιά, το διδακτικό είναι και cringe.

Ένα κουίρ άτομο επειδή είναι όπως είναι, επειδή φέρει το σώμα που φέρει, κάνει πολιτική κάθε μέρα, ακόμα κι αν δεν κατανοεί κατ’ ανάγκη τι είναι ο καπιταλισμός ή πώς λειτουργεί.




Moυ λείπουν, ωστόσο, οι μικρού μήκους ταινίες με κοινωνικοπολιτική διάσταση, σε μια περίοδο κοσμογονικών αλλαγών σε εγχώριο και παγκόσμιο επίπεδο. Αντιθέτως, εντοπίζω μια εσωστρέφεια, μια τάση απόσυρσης στον εαυτό.

Μάλλον γίνονται πιο προσωπικές δουλειές.

Έχουμε περάσει δυο χρόνια κόβιντ και τρία χρόνια μηδενικής συλλογικοποίησης και απόλυτης καταστολής.

Αν σ’ αυτήν την πενταετία προσθέσεις την εμπεδωμένη από τον κόσμο αίσθηση πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για ν’ αλλάξεις το οτιδήποτε, δεν είναι τόσο παράλογο που δημιουργούνται πιο εσωστρεφείς ταινίες.

Πολλοί, εξάλλου, οι οποίοι θέλουν να κάνουν «πολιτικό» σινεμά, στρέφονται στην κατεύθυνση του μαγικού ρεαλισμού, οπότε μπορεί ο πολιτικός χαρακτήρας των φιλμ τους να είναι πιο sugar-coated, πιο υπαινικτικός.

Ασχολούμενο επίσης, με πολιτικά ζητήματα φοβάσαι ότι θα κριθείς βάσει του περιεχομένου όσων θέλεις ν’ αφηγηθείς, του πολιτικού μηνύματος της δουλειάς σου, εξαιτίας του οποίου μπορεί να μην πάρεις τα χρήματα που αιτείσαι.

Το Honeymoon καθυστέρησε τόσο πολύ να πάρει χρηματοδότηση και λόγω του περιεχομένου του.

Κι όταν αυτό συνέβη, δεν ήταν γιατί είχε αλλάξει η ταινία, αλλά γιατί είχε, στο μεταξύ, αλλάξει η κοινωνία προς το χειρότερο, άρα περισσότεροι άνθρωποι καταλάβαιναν την ανάγκη να γίνει αυτή η ταινία.

Το Honeymoon εντάσσεται στιλιστικά στην παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, ο οποίος, όπως δήλωσες στο Q&A στην Δράμα την επομένη της πρεμιέρας του, σε έχει κουράσει.

Σε έχει κουράσει ως είδος ή είναι η κοινωνική πραγματική πραγματικότητα την οποία αποτυπώνει αυτή που σε έχει κουράσει περισσότερο;

Νομίζω ότι είναι η πραγματικότητα.

Επειδή κάνω σινεμά μόνο και μόνο γιατί δεν αντέχω την ζωή και θέλω να ξεφύγω από αυτήν, γράφω ταινίες μέσα από την ζωή - κι έτσι ξεφεύγω απ’ το χάλι μου.

Ο ζόφος της ζωής στις μέρες μας εξελίσσεται, όμως, με τόσο ραγδαίους ρυθμούς, που οι χρόνοι του σινεμά δεν τoν προλαβαίνουν.

Το να τρέξω, λοιπόν, πίσω από μια πραγματικότητα η οποία πάει από το κακό στο χειρότερο, προκειμένου να μιλήσω γι’ αυτήν, μπορεί να με διαλύσει.

Από την άλλη, δε θέλω να καταφύγω στην συγγραφή ιστοριών πολύ εσωτερικής χρήσης.

Θέλω να συνεχίσω να κάνω πολιτικό σινεμά. Κι ο μόνος τρόπος να το καταφέρω είναι να δημιουργήσω σύμπαντα τα οποία καθρεφτίζουν το δικό μας, αλλά δεν είναι αυτό.

Ευχαριστώ το Άλκι Παπασταθόπουλος για την παραχώρηση των φωτογραφιών που συνοδεύουν το κείμενο.

Η ταινία του Άλκι Παπασταθόπουλος Honeymoon έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε τέσσερα βραβεία.

Η αθηναϊκή πρεμιέρα του φιλμ πραγματοποιείται στο πλαίσιο του τμήματος Ελληνικές μικρές ιστορίες του 30ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας (Πέμπτη 10 Οκτωβρίου, κινηματογράφος Άστορ, 17:00).

Την Παρασκευή 25 Οκτωβρίου (21:15-23:00) ταξιδεύει στον κινηματογράφο Ίριδα (Ακαδημίας 55), όπου, μεταξύ 24 και 27 Οκτωβρίου, θα προβληθεί μια επιλογή φιλμ από τα φετινά Εθνικά προγράμματα του Φεστιβάλ Δράμας.

Η ταινία συνεχίζει την εγχώρια φεστιβαλική διαδρομή της στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου).



Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Υρώ Τσάμογλου: «Σε κάθε παράσταση ή ταινία υπάρχει χώρος για χιούμορ»

 


Μια από τις ταινίες που χειροκροτήθηκαν περισσότερο στο φετινό Φεστιβάλ Δράμας, το απαρατάτεμε της Μένης Τσιλιανίδου είναι μια πανέξυπνη κωμωδία με έντονο ΛΟΑΤΚΙ αποτύπωμα, που σέβεται τον εαυτό της και το κοινό.

Μια συζήτηση με την βραβευμένη στην Δράμα πρωταγωνίστρια του φιλμ, Υρώ Τσάμογλου, ενόψει της προβολής του απαρατάτεμε στις 30ές Νύχτες Πρεμιέρας.

Είναι πολύ ενθαρρυντικό να εισπράττεις αναγνώριση με οποιονδήποτε τρόπο όταν βρίσκεσαι στα πρώτα σου καλλιτεχνικά βήματα.

Πώς νιώθεις, λοιπόν, για το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Εθνικό Σπουδαστικό που κέρδισες για τον ρόλο σου στο απαρατάτεμε, το οποίο πολύ άρεσε φέτος στην Δράμα;

Είμαι πολύ χαρούμενη!

Ελπίζω όλα τα βραβεία που κέρδισε η ταινία να βοηθήσουν, γιατί είναι δύσκολα τα πράγματα. Μπορεί, όμως, να είναι και η τελευταία μου δουλειά στον κινηματογράφο - που ελπίζω να μην είναι!

Η δικιά σου σχέση με το σινεμά τόσο ως θεατής όσο και ως ηθοποιός, πόσο πίσω στον χρόνο ανάγεται;

Όλοι και όλες ως παιδιά έχουμε παρακολουθήσει κινηματογράφο στην Τηλεόραση με τους γονείς μας.

Το να τον παρακολουθείς, όμως, στην μεγάλη οθόνη ένα βράδυ, στο σκοτάδι, με συνοδεία ποπ κορν και μπύρες, είναι σαν ιεροτελεστία.

Ποια ήταν μια από αυτές τις βραδιές που πιο πολύ σου έχει εντυπωθεί στην μνήμη;

Η αλήθεια είναι ότι με τους γονείς μου ποτέ δεν πηγαίναμε σινεμά ή θέατρο. Δεν ήταν πολύ κινηματογραφόφιλοι ή θεατρόφιλοι. Μεγαλύτερη πια ξεκίνησα να το κάνω, με παρέες.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά το Interstellar, με το οποίο είχα πάθει πλάκα, ή το Αμελί.

Επειδή όλα ξεκινάνε όχι κατ’ ανάγκη για κάποιον λόγο, αλλά κάποτε, ποια ήταν η στιγμή που αποφάσισες να δοκιμάσεις τον εαυτό σου στην ηθοποιία; Ή επρόκειτο για κάτι τυχαίο;

Όταν βρισκόμουν στην αμήχανη διαδικασία της συμπλήρωσης του μηχανογραφικού ενόψει Πανελληνίων, η η ηθοποιία ήταν το μόνο πεδίο στο οποίο θα μπορούσα να σκεφτώ τον εαυτό μου να υπάρχει τα επόμενα χρόνια της ζωής μου χωρίς κατάθλιψη.

Αλήθεια; Επειδή ο χώρος του θεάματος, γενικά, και του σινεμά, ειδικά, κάθε άλλο παρά χαρούμενος είναι, ιδίως σε ό,τι αφορά το πώς εισέρχεσαι και παραμένεις σ’ αυτόν.

Δεν αγνοούσα παντελώς τα προβλήματα που υπάρχουν, ωστόσο ιδανικά δε θα ήθελα να έχω μια δουλειά 9-5, 5 στα 7, αν και το έχω κάνει κατά περιόδους και μου έχει δημιουργήσει πολύ μεγάλη θλίψη. Δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι.

Θέλεις, επομένως, κάτι που να σε απελευθερώνει σε πολλά επίπεδα, έτσι;

Η τέχνη σε γεμίζει. Νιώθω ότι ο χρόνος ενασχόλησης μ’ αυτήν είναι πιο ποιοτικός.

Τυχαία, επομένως, ξεκίνησα, αλλά βρήκα έναν δρόμο με την εισαγωγή μου στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ. Κατόπιν έδωσα εξετάσεις για Υποκριτική, και πέρασα.

Όλα κυλούσαν όμορφα στην Σχολή, ήμασταν πολύ δεμένα όλα τα παιδιά.

Ποτέ δεν είχα σκεφτεί να κυνηγήσω το σινεμά, ωστόσο. Έπεσε στην αντίληψή μου η ακρόαση για το απαρατάτεμε, όμως, και σκέφτηκα: «Ας στείλω».




Είχες άλλη υποκριτική εμπειρία πριν από αυτή;

Στον κινηματογράφο όχι. Όσον αφορά στο θέατρο, είχαμε παρουσιάσει την διπλωματική μας, τις Μάγισσες, σε διάφορους χώρους στην Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Βενετία.

Είχα συμμετάσχει σε μια ακόμη παράσταση, την Ευριπίδου Άλκηστη του Γιάννη Μαυρόπουλου.

Και η διπλωματική και η ταινία αγαπήθηκαν από τον κόσμο.

Με βάση την μέχρι τώρα υποκριτική σου εμπειρία, βρίσκεις διαφορές ανάμεσα στο θέατρο και το σινεμά;

Είναι διαφορετικοί κόσμοι. Είναι εντελώς διαφορετικό να παίζεις μπροστά σε ανθρώπους και μπροστά σε μια κάμερα.

Στο απαρατάτεμε, για παράδειγμα, οι σεναριογράφοι και η σκηνοθέτρια είχαν ένα όραμα, οπότε υπήρχε μια πιο «καθαρή» κατεύθυνση.

Οι Μάγισσες, από την άλλη, ήταν devised theater (θέατρο της επινόησης), συνεπώς δεν υπήρχε έτοιμο κείμενο. Εμείς δημιουργήσαμε το κείμενο και τις σκηνικές δράσεις.

Σε ό,τι αφορά την διαδικασία των προβών, υπάρχουν ομοιότητες, αν και οι θεατρικές πρόβες είναι πιο δημιουργικές.

Κέρδισες ή έζησες κάτι περισσότερο από τις πρόβες για το απαρατάτεμε σε σχέση με τις παραστάσεις;

Το ταξίδι στο απαρατάτεμε συνίστατο, αφ’ ενός, στο να ανακαλύψω τον ρόλο της πρωταγωνίστριας, της Νίνας: γιατί είναι όπως είναι, σκέφτεται όπως σκέφτεται, λέει ό,τι λέει.

Αφ’ ετέρου, στην αλληλεπίδραση με τον Στάθη, τον Δημήτρη Ναζίρη.

Στις Μάγισσες, αντιθέτως, δεν υπήρχαν «ρόλοι». Ήμασταν δύο άτομα επί σκηνής, τα οποία μόνο κατά διαστήματα έμπαιναν σε ρόλους.

Η έμφυλη/ΛΟΑΤΚΙ+ διάσταση του φιλμ ήταν ήδη αποτυπωμένη στο σενάριο ή είχες κι εσύ κάποιον λόγο για τον χαρακτήρα που ενσάρκωνες;

Όλες είμαστε στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, άρα ήταν σημαντικό ο χαρακτήρας της Νίνας να μην είναι μια καρικατούρα. Φροντίσαμε, λοιπόν, να είναι έτσι δομημένος, ώστε να μπορεί το κοινό να ταυτιστεί μαζί του.

Δε συνέβαλα στην δημιουργία της Νίνας σεναριακά, αλλά είχα την ελευθερία να προτείνω ιδέες.




Η συνύπαρξη με τον Δημήτρη Ναζίρη ήταν εξίσου απολαυστική και εκτός μεγαλης οθόνης, δεδομένου του ότι είστε ηθοποιοί διαφορετικών γενεών και καταβολών;

Ο Δημήτρης Ναζίρης υπήρξε για ένα εξάμηνο δάσκαλός μου στην Σχολή. Δυστυχώς, το μάθημα πραγματοποιήθηκε μέσω Ζοοm λόγω κορονοϊού, οπότε δεν είχαμε αναπτύξει κάποια σχέση.

Προσωπικά, αισθάνθηκα τρομερό άγχος όταν έμαθα πως θα συμμετείχε ο Δημήτρης, ένας ηθοποιός τόσο έμπειρος, στην ταινία και φοβήθηκα ότι θα τον απογοήτευα.

«Δέσαμε», όμως, αμέσως, καθώς είναι ένας ανοιχτός, κουλ, συνεννοήσιμος άνθρωπος, καθόλου τυπικός εκπρόσωπος της γενιάς του, και σε απόλυτη επαφή με την δική μας γενιά.

Καθόλου αυτονόητα όλα αυτά. Όπως δεν είναι αυτονόητο να σκηνοθετείς ή να συμμετέχεις σε μια έξυπνη κωμωδία, η οποία δεν υποτιμά ούτε τον εαυτό της ούτε το όποιο κοινό.

Πόση ανάγκη για έξυπνες κωμωδίες που δεν υποτιμούν ούτε αυτούς/αυτές που τις κάνουν ούτε το κοινό τους έχουμε;

Ως θεατές και θεάτριες πάντα έχουμε την ανάγκη να γελάμε. Σε κάθε παράσταση ή ταινία, ανεξαρτήτως είδους, υπάρχει, λοιπόν, άπειρος χώρος για χιούμορ.

Πόσο εύκολο είναι διολισθαίνει κάποιος σε ευκολίες, μη σεβόμενος τον εαυτό του, την δουλειά του και το κοινό;

Πολλές φορές είναι λεπτές οι γραμμές. Όταν βιώνεις μια δημιουργική διαδικασία καθημερινά, το βλέμμα σου δεν είναι τόσο καθαρό. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η ειλικρινής ματιά άλλων, κοντινών ανθρώπων.

Πρέπει να υπάρχει σεβασμός και συνειδητότητα όσον αφορά στο ποιοι και ποιες είμαστε, ποια άτομα αντιπροσωπεύουμε, σε ποια εποχή ζούμε και, κυρίως, καθαρή πρόθεση. Αν προτίθεμαι να κοροϊδέψω, αυτό θα βγει και στην οθόνη.

Νιώθεις ότι η καλώς εννοούμενη αθωότητα που χαρακτηρίζει την στάση πολλών εκ των εμπλεκομένων στο πεδίο του σινεμά στα πρώτα τους βήματα έχει ημερομηνία λήξης; Μετατρέπεται κάποια στιγμή σε αλληλοφάγωμα και κυνισμό;

Δεν έχω ζήσει κάτι τέτοιο. Η άγνοια κινδύνου πολλές φορές λειτουργεί θετικά. Σίγουρα, πάντως, θα αλλάξω κι εγώ. Ελπίζω, όμως, να έχω την ωριμότητα να διαχειριστώ την κατάσταση χωρίς να πέσω σε κατάθλιψη.

Οπότε, αν εντοπίσω κάποιο αρνητικό στην δουλειά ενός ανθρώπου, θα του το πω για να υπάρξει βελτίωση.

Προσωπικά, αισθάνομαι την ανάγκη να βρίσκομαι μέσα στην τέχνη, κι ας μην προσφέρει αναγνωρισιμότητα.

Ελπίζω και οι όποιες επόμενες δουλειές σου να σε βρουν με το ίδιο χαμόγελο, την ίδια αισιοδοξία και με περισσότερη, καλώς εννοούμενη, ωριμότητα.

Χρειάζεται η τελευταία! (Γέλιο).

H ταινία της Μένης Τσιλιανίδου απαρατάτεμε, με την Υρώ Τσάμογλου και τον Δημήτρη Ναζίρη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, κέρδισε τρία βραβεία στο πλαίσιο του Εθνικού Σπουδαστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (Σκηνοθεσίας, Γυναικείας και Ανδρικής Ερμηνείας).

Το απαρατάτεμε προβάλλεται την Δευτέρα 7 Οκτωβρίου στο πλαίσιο του τμήματος Ελληνικες Μικρές Ιστορίες των 30ών Νυχτών Πρεμιέρας (κινηματογράφος Άστορ, 17:00).

Προβάλλεται, επίσης, στο 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου).



Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Δάφνη Χαιρετάκη: «Το σινεμά είναι ένας χώρος διαλόγου και εμπειρίας»

 


«Διασταύρωση» ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, η μικρού μήκους ταινία της Δάφνης Χαιρετάκη, Αυτό που ζητάμε από ένα άγαλμα είναι να μην κινείται, στοχάζεται παιχνιδιάρικα πάνω στο παρελθόν και το παρόν, την κοινωνία και την πολιτική.

Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών, το φιλμ προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας. Συναντώντας την σκηνοθέτρια.

Αν αφετηρία της περίεργα ποικιλόμορφης μικρομεσαίου μήκους ταινίας σου, Αυτό που ζητάμε από ένα άγαλμα είναι να μην κινείται, είναι ένα όνειρο ή ένας εφιάλτης, ξεκινούν, κατά περίπτωση, τα φιλμ σου από ένα όνειρο - ή έναν εφιάλτη;

Δεν ξεκινούν από όνειρα ή εφιάλτες, αλλά μάλλον από εμπειρίες, σημειώσεις και σκέψεις οι οποίες με απασχολούν μέχρι που κάτι τις κάνει να ζωντανεύουν. Αυτή, συνειδητοποιώ ότι είναι η έναρξη της διαδικασίας δημιουργίας μιας ταινίας.

Στην περίπτωση του Αγάλματος, η αναφορά στο όνειρο ή τον εφιάλτη πρόκειται περισσότερο για ένα αφηγηματικό τρικ, το οποίο κατόπιν αποκτά πολλές μορφές.

Τι ρόλο έπαιξε σ’ αυτήν την διαδικασία η παιδική ηλικία και γιατί αναφέρεσαι σε μια επιστροφή στο «σπίτι της παιδικής ηλικίας»; Μου έκανε εντύπωση ως όρος.

Επειδή έχω ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, συχνά -όταν επέστρεφα στην Ελλάδα- διέμενα στο πατρικό μου.

Για την ακρίβεια, επρόκειτο για το σπίτι της μητέρας μου, που άλλοτε ανήκε στην προγιαγιά μου και το οποίο, λόγω του ότι δυσκολευόμασταν να το συντηρήσουμε, είχε μετατραπεί σε ερείπιο.

Πολύ κοντά βρίσκεται το Λύκειο του Αριστοτέλη. Η σχέση με τα αρχαία ποτέ δε μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα, ακόμα κι όταν ήμουν στην Ελλάδα. Ήθελα ν’ αποκοπώ απ’ αυτά.

Με τα χρόνια, όμως, και μέσα από την διαμονή μου στο συγκεκριμένο σπίτι, φανταζόμουν διάφορα να ζωντανεύουν. Γι’ αυτό και το περιγράφω έτσι.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση σου με το παρελθόν, ιστορικό και πολιτισμικό, εγχώριο και παγκόσμιο;

Έχω πολύ κακή μνήμη, γενικά! Όσο και να μελετώ, ξεχνώ. Επειδή, εξάλλου, φοίτησα σε γαλλικό σχολείο, δε γνωρίζω την ελληνική Ιστορία τόσο καλά.

Τελειώνοντας, λοιπόν, το σχολείο, συνειδητοποίησα πως είχα τεράστια κενά, οπότε, όλο και περισσότερο, άρχισα να ενδιαφέρομαι γι’ αυτήν την Ιστορία και να προσπαθώ να καταλάβω πώς συνομιλεί με το παρόν.

Μιας κι η έννοια του «αγάλματος» επανέρχεται με διάφορους τρόπους στο διάβα του φιλμ, τι συμπυκνώνει για σένα;

Μια περίοδο που ήταν δύσκολη για μένα, την περίοδο της επιστροφής μου στην Ελλάδα και στην Αθήνα, η οποία ανακάλεσε μνήμες του 2008 και του 2015.

Γυρίζοντας στην Ελλάδα, ένιωσα πολύ «ορφανή» σε σχέση με φιλίες, παρέες και δράσεις, κι ας μη συμμετείχα ποτέ σε πολλά.

Η εξερεύνηση της έννοιας του «αγάλματος», το οποίο δε μ’ ενδιέφερε ως τέτοιο, ξεκίνησε, επομένως, από μια αίσθηση ακινησίας και από μια απορία σε σχέση με το τι κάνω και τι κάνουμε.

Οι συναντήσεις με τους ανθρώπους στον δρόμο ή στην λαϊκή της Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, όπως αποτυπώνονται στην ταινία, υπήρξαν τυχαίες;

Εντελώς τυχαίες. Δε γνωρίζω τους ανθρώπους. Τους σταματώ, οπλίζομαι με θάρρος και προσπαθώ να τους εξηγήσω τι κάνω, ώστε να τους εισαγάγω σ’ ένα πλαίσιο και να μου απαντήσουν.

Τα γυρίσματα στην Καλλιδρομίου ήταν τα τελευταία του φιλμ, σε ένα μέρος που μου είναι οικείο και σε μια περίοδο κατά την οποία ήμουν πια πιο σίγουρη για την ταινία. Εκείνη η μέρα ήταν σαν δώρο.

Δε σε φοβίζει το τυχαίο;

Με φοβίζει πάρα πολύ. Πριν προχωρήσω σε τέτοια γυρίσματα, είμαι ικανή να μην κοιμηθώ το βράδυ, διερωτώμενη γιατί το κάνω στον εαυτό μου αφού κανένας δε με υποχρεώνει.

Το έχω ανάγκη, όμως. Όταν συμβαίνει, κάτι μου δίνει. Μπορεί ένα «κλειδί» γι’ αυτό που ετοιμάζω. Καμιά φορά απογοητεύομαι από τις απαντήσεις, αλλά όταν τις ξανακούσω, μπορεί ν’ ανακαλύψω ένα στοιχείο που αρχικά μου είχε διαφύγει.




Η δομή του φιλμ επηρεάζεται, επομένως, από αυτές τις συναντήσεις ή -έτσι κι αλλιώς- προϋπάρχει ένα «σκελετός»;

Υπάρχει σενάριο, αλλιώς δεν μπορείς να αιτηθείς χρηματοδότηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ένα από τα πιο «κλασικά» σενάρια που έχω γράψει.

Αφού ξεκινήσει η ταινία, η δομή διαλύεται εντελώς, και ξαναχτίζεται μέσα και από τις συναντήσεις. (Γέλιο).

Αν, για παράδειγμα, έλειπαν οι συναντήσεις στην Καλλιδρομίου, οι οποίες εισάγουν μια πολιτική διάσταση, θα είχα πρόβλημα.

Παρότι το Άγαλμα δε φαίνεται να έχει έναν θεματικό άξονα, εξερευνά πολλά ζητήματα χωρίς να γίνεται βαρύγδουπο, ούτε όμως και ανάλαφρο.

Χαίρομαι που το επισημαίνεις.

Για μένα ήταν σημαντικό, για μια ταινία που ξεκινά από την ακινησία και την στασιμότητα, να μην είναι η ίδια ακίνητη.

Αρχίζοντας γυρίσματα αφότου έλαβα την χρηματοδότηση, βρέθηκα, λοιπόν, σε μια παράξενη κατάσταση: κίνησης. Έπρεπε να κινηθώ προς κάτι ζωντανό. Το ήθελα πολύ και για τον εαυτό μου και για το φιλμ.

Δεν ήθελα μια μελαγχολική ταινία, αλλά με ενέργεια, όπως είναι οι δουλειές των Καταστασιακών ή των Σουρεαλιστών, όπου μέσα από την απόγνωση αναδύεται κάτι φωτεινό.

Είναι και «γκονταρική».

Έχω δει πολύ Γκοντάρ, οπότε μ’ έχει σημαδέψει. Αλλά και δοκιμιακό σινεμά.

«Διασταύρωση» δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας μου θυμίζει πιο πολύ. Σε απελευθερώνει δημιουργικά αυτή η αφηγηματική προσέγγιση;

Όχι μόνο με απελευθερώνει, αλλά, όσες φορές έχω επιχειρήσει να γράψω «κλασική μυθοπλασία», κατόπιν δε μ’ ενδιαφέρει να την τραβήξω. Κάτι θέλω να συμβεί και με τον άλλο. Είναι μια περιπέτεια του μυαλού και της ζωής.

Μια «κλασική μυθοπλασία» δε θα μου το επέτρεπε ούτε σε επίπεδο φόρμας ούτε σε επίπεδο ντεκουπάζ.

Η ενέργεια που αποπνέει η ταινία οφείλεται και στην αλληλεπίδραση με ανθρώπους ζωντανούς εντός συλλογικών διαδικασιών;

Αναφέρομαι, εν προκειμένω, στην Δανάη ως φοιτήτρια, πολιτικό υποκείμενο, μυθοπλαστικό χαρακτήρα και μέλος της Κατάληψης της Πρυτανείας του Ε.Κ.Π.Α. ενάντια στο Π.Δ. 85.

Βλέπω πως γνωρίζεις την Δανάη, εγώ δεν την γνώριζα. Όταν, όμως, παρατήρησα εκείνη την παρέα, κάτι μου έκανε. Κινήθηκα προς το μέρος τους και σκέφτηκα να ρωτήσω την Δανάη σχετικά με το άγαλμα.

Η τόσο όμορφη επαναστατική διάσταση την οποία εισήγαγε μέσα από την απάντησή της υπήρξε κομβική στιγμή στην διαδικασία δημιουργίας του φιλμ.

Με συγκίνησε απίστευτα, μου φάνηκε πολύ γενναιόδωρη αυτή η παρέα!




Ήταν και ο αντικομφορμιστής υπαρξιστής ποιητής Γιώργος Μακρής και τα γραπτά του άλλη μια τέτοια κομβική στιγμή;

Ήταν πολύ.

Η Εύα Στεφανή μού είχε μιλήσει για τον Μακρή έχοντας παρακολουθήσει μια παλαιότερη δουλειά μου, τα Αρχιπέλαγα, και θεωρώντας ότι έχω αντλήσει έμπνευση από εκείνον λόγω της αναφοράς στην καταστροφή του Παρθενώνα.

Τον ανακάλυψα εκ των υστέρων, ωστόσο, κι έκτοτε με συνοδεύει.

To σπίτι, μάλιστα, της παιδικής μου ηλικίας γίνεται το σκηνικό όπου συναντιούνται τα μέλη της, εμπνευσμένης από την δουλειά του Μακρή, φανταστικής ομάδας Σ.Α.Σ.Α. (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων).

Μετά την ολοκλήρωση της ταινίας και ανεξαρτήτως των όποιων απόψεών σου σχετικά με την πολιτική και κοινωνική ακινησία, αισθάνθηκες πως υπάρχουν κάποιες «ρωγμές», τελικά - πολιτικά ή υπαρξιακά;

Υπάρχουν-δεν υπάρχουν, σημασία έχει να μη νιώθουμε εμείς εγκλωβισμένοι. Εμείς, εξάλλου, είμαστε και οι άλλοι.

Το φιλμ άνοιγε, λοιπόν, μια «ρωγμή», τουλάχιστον σε μένα, αλλά και μέσα από την δυναμική που αναπτυσσόταν ανάμεσα στους ανθρώπους που συμμετείχαν σ’ αυτό κουβαλώντας ο καθένας τους μια μικρή «ψηφίδα».

Γι’ αυτό, για μένα, το σινεμά είναι ένας χώρος ζωντανού διαλόγου και ζωντανής εμπειρίας.

Αν δεν έκανα σινεμά, δεν ξέρω τι θα έκανα για να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε επαφή με τα πράγματα.

Σε παλαιότερη συνέντευξη, μου είχες περιγράψει την Ελλάδα ως «πλανεύτρα». Θα την περιέγραφες έτσι και σήμερα; Και, μιας κι έχεις επί μακρόν ζήσει στην Γαλλία, θα την αποκαλούσες επίσης «πλανεύτρα» - ή αλλιώς;

Επειδή πλέον ζω στην Ελλάδα, δεν την νιώθω τόσο πλανεύτρα! (Γέλιο).

Η Γαλλία είναι πλανεύτρα με άλλον τρόπο, νομίζω.

Οι τουρίστες προσδοκούν επισκεπτόμενοι το Παρίσι, για παράδειγμα, να βιώσουν κάτι ρομαντικό, αλλά -αντίθετα- συναντούν κάτι βάρβαρο.

Μια στρατιωτικοποιημένη πραγματικότητα.

Η Γαλλία, ήδη σκληρή όταν πήγα στα δεκαεφτά μου, έχει πια σκληρύνει τόσο πολύ που δεν ξέρω αν θ’ άντεχα να βρίσκομαι εκεί.

Εξακολουθεί, ωστόσο, να υπάρχει κάτι ζωντανό.

Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τις συχνές και -ενίοτε- τόσο συγκρουσιακές κινητοποιήσεις όλων των ειδών και αφετηριών. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει σε καμία, ίσως, άλλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα.

Σχηματικά μιλώντας, η Γαλλία είναι η μόνη χώρα από την οποία θα μπορούσε κάποιος να φαντασιωθεί ότι θα μπορούσε να προέλθει μια σοβαρή επανάσταση -ή έστω εξέγερση- στο κοντινό μέλλον.

Συμφωνώ, κι ας ανεβαίνει η Ακροδεξιά, κι ας συνασπίστηκαν πρόσφατα οι αριστεροί από ανάγκη. Δεν τους το ’χα.

Όπως είχε συμβεί με τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων, ενός συνονθυλεύματος ακροαριστερών και ακροδεξιών, τα οποία υπέστησαν σκληρή καταστολή. Κι όμως, συνέχισαν να βγαίνουν στον δρόμο.

Η ταινία διαγωνίζεται 30ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο (σημ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε πριν το φετινό Φεστιβάλ, όπου απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στην ενότητα Ντοκιμαντέρ).

Τι συναισθήματα σου προξενεί αυτή η προοπτική;

Δεν έχω ξαναπάει στο Σαράγεβο. Τώρα ανακαλύπτω πως πρόκειται για ένα βαλκανικό υπερ-γεγονός!

Δεν προσδοκώ πολλά, ωστόσο, ούτε κάποιο βραβείο. Ήδη το ότι ταξιδεύω με κάνει εξαιρετικά χαρούμενη. Χαίρομαι, επίσης, που θα δω μια πόλη με τέτοια Ιστορία.

Καλή επιτυχία και στο 47ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (2-8 Σεπτεμβρίου), όπου το φιλμ σου προβάλλεται, σε ελληνική πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού.

Χαίρομαι γα την επικείμενη προβολή στην Δράμα, γιατί πρόκειται για μια ταινία που αφορά στην Ελλάδα.

Η μικρού μήκους ταινία της Δάφνης Χαιρετάκη Αυτό που ζητάμε από ένα άγαλμα είναι να μην κινείται προβάλλεται, σε ελληνική πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 47ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Η προβολή πραγματοποιείται την Πέμπτη 5 ΣεπτεμβρίουΚινηματογράφος Ολύμπια, 20:00.

Η ταινία είναι διαθέσιμη και στην διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ (2-9 Σεπτεμβρίου).

Η ταινία της Δάφνης Χαιρετάκη συμμετέχει, επίσης, στο Διαγωνιστικό ταινιών μικρού μήκους των 30ών Νυχτών Πρεμιέρας (2-14 Οκτωβρίου).

Η συνέντευξη είναι αφιερωμένη στην αγαπημένη μου μαμά, η οποία «έφυγε» στις 18 Αυγούστου 2024. Το φιλμ της Δάφνης Χαιρετάκη ήταν το τελευταίο που είδε ποτέ.