Κυριακή 16 Ιουλίου 2023

Hala Alyan: «Η “χώρα” μου είναι σίγουρα ένας τόπος κατακερματισμού»

 

Hala Alyan (Φωτογραφία: Elena Mudd)

Ποιήτρια, συγγραφέας, κλινική ψυχολόγος και -περιστασιακά- ηθοποιός σε ταινίες μικρού μήκους, η Αμερικανο-Παλαιστίνια Hala Alyan μάς αποκαλύπτεται μέσα από ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο καινούριο τεύχος του περιοδικού Τεφλόν.

Μια συνομιλία μαζί της.

Ποιήτρια, συγγραφέας, κλινική ψυχολόγος και -περιστασιακά- ηθοποιός σε ταινίες μικρού μήκους, είσαι ένας πολυδιάστατος άνθρωπος.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους αλληλοσυμπληρώνονται οι ιδιότητες αυτές ώστε να παράγουν το ποικιλόμορφο λογοτεχνικό έργο σου;

Αυτοί οι διαφορετικοί ρόλοι διασταυρώνονται με διαφορετικούς τρόπους και συμπληρώνουν τη δημιουργική μου διαδικασία.

Για παράδειγμα, το υπόβαθρό μου στην ψυχολογία μού επιτρέπει να εντρυφώ στα «έγκατα» των ανθρώπινων συναισθημάτων, να εμβαθύνω σε πολύπλοκα θέματα και να προσεγγίζω την αφήγηση με ενσυναίσθηση και κατανόηση.

Αντίθετα, οι εμπειρίες μου ως ποιήτριας και συγγραφέως εμπλουτίζουν τη δουλειά μου ως ψυχολόγου.

Με βοηθούν, παράλληλα, με να συνδεθώ με άλλους σε βαθύτερο επίπεδο, να κατανοήσω τις αφηγήσεις τους και να θέτω καλύτερες ερωτήσεις για τη ζωή και τις εμπειρίες τους.

Αυτό ελπίζω, τουλάχιστον!

Και κάτω από ποιες συνθήκες εισήλθε η ποίηση στο προσωπικό σου «σύμπαν», τόσο ως αναγνώστρια όσο και ως ποιήτρια;

Μέσω της ανάγνωσης! Ήμουν -όπως πολλοί συγγραφείς- αδηφάγα αναγνώστρια από μικρή ηλικία και έπεσα πάνω στην ποίηση στην πρώτη ή στη δευτέρα γυμνασίου- την αγάπησα, ιδιαίτερα την εξομολογητική ποίηση.

Ως κλινική ψυχολόγος, ειδικεύεσαι στο τραύμα, τον εθισμό και τη διαπολιτισμική συμπεριφορά.

Είναι το τραύμα, στις διάφορες πτυχές και εκδηλώσεις του, ένα ζήτημα και μια εμπειρία που σε βασανίζει κυρίως λόγω των αραβικών/παλαιστινιακών καταβολών σου;

Σίγουρα το υπόβαθρό μου επηρεάζει την κατανόησή μου για το τραύμα σε συγκεκριμένα πλαίσια, αλλά με ενδιαφέρει επίσης η αντιμετώπισή του σε πολιτισμικά υπόβαθρα και περιβάλλοντα.

Πρόκειται για μια περίπλοκη και πολύπλευρη συνθήκη και παθιάζομαι με το να συνεχίσω να εκπαιδεύω τον εαυτό μου πάνω σε καλύτερους τρόπους αντιμετώπισής της, ενώ παλεύω να είμαι πολιτισμικά ικανή.

Τούτου λεχθέντος, γεννήθηκες στο Ιλινόις των ΗΠΑ, μεγάλωσες στο Κουβέιτ, την Οκλαχόμα, το Τέξας, το Μέιν και τον Λίβανο και επί του παρόντος διαμένεις στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.

Έχεις ζήσει ποτέ στην Παλαιστίνη, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα; Και, αν όχι, τρέφει και αναπαράγει αυτό το γεγονός μια αίσθηση εκτοπισμού που μπορεί να βιώνεις;

Την έχω επισκεφτεί μόνο!

Πώς ένιωσες, λοιπόν, κατά την επίσκεψή σου εκεί; Συνδέθηκες άμεσα με -τουλάχιστον- ορισμένες διαστάσεις της αραβικής/παλαιστινιακής καταγωγής σου ή βίωσες και μια πολιτιστική/διανοητική αποστασιοποίηση;

Υπήρξε μια πραγματικά δυνατή εμπειρία. Σίγουρα αισθάνθηκα συνδεδεμένη με πολλούς τρόπους, αλλά ταυτόχρονα ένιωσα και ένα είδος πένθους.

Μου άνοιξε, εξάλλου, τα μάτια όσον αφορά στην έκταση των προνομίων που έχω ως κάποια η οποία διαθέτει αμερικανικό διαβατήριο.

«Νομίζω κάποιες φορές είναι καλύτερο να λες την ουσία […] αντί μια ζωή να στρέφεσαι στην ποίηση σα να ’ταν λόγχη», γράφεις στους Διδύμους.

Αισθάνεσαι ότι η ποίηση μπορεί -κατά καιρούς- να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της «πραγματικής» διαπροσωπικής επικοινωνίας;

Μερικές φορές! Σίγουρα πιστεύω πως υπάρχει χρόνος και τόπος για τον καθένα και την καθεμία, και σίγουρα τρόποι να γίνουν και τα δύο ταυτόχρονα.

Αλλά σίγουρα πιστεύω ότι υπάρχουν ορισμένες εμπειρίες στο πλαίσιο των οποίων προεπιλέγω την ποιητική γλώσσα, και μερικές φορές αυτό μπορεί να είναι ένα είδος άμυνας.

Στον σαν μανιφέστο ποιητικό στοχασμό στην έννοια της «πατρίδας», Κάθε που μου λένε να δηλώσω πίστη, εγώ λέω, εξομολογείσαι: «Η πατρίδα μου είναι φάντασμα// […] η πατρίδα μου είναι ένα άνοιγμα // θέλω να πω σκάσιμο // θέλω να πω σκάσιμο όχι όπως σκάει το μπουμπούκι// αλλά σκάσιμο σαν έκρηξη».

Βρίσκεται η χώρα σου με φυσικό τρόπο κάπου στον χώρο και τον χρόνο ή είναι κυρίως μια κατάσταση ύπαρξης, μια κατακερματισμένη συλλογή από αναμνήσεις, συναισθήματα, μυρωδιές και ήχους;

Νομίζω πως η «χώρα» μου είναι σίγουρα ένας τόπος συλλαβισμού και κατακερματισμού. Η έννοια της «χώρας» στα γραπτά μου δεν περιορίζεται σε μια φυσική θέση στον χώρο και τον χρόνο.

Είναι μια κατάσταση ύπαρξης, κάτι που υπάρχει μέσα μου και είναι μια πηγή συνεχούς απολογισμού.

«Θέλω να πω μαθαίνω αγγλικά// θέλω να πω ξεχνώ τ’ αραβικά», υπογραμμίζεις στο προαναφερθέν ποίημα.

Χρησιμοποιείς τα αραβικά στην καθημερινότητά σου; Θα έγραφες ποτέ σε αυτή τη γλώσσα; Αν ναι, θα ήταν τότε η αφήγησή σου διαφορετική;

Μιλάω αραβικά σε καθημερινή βάση, αλλά μιλάω άπταιστα μόνο στην προφορική/καθομιλούμενη εκδοχή της γλώσσας.

Οι δεξιότητές μου στην ανάγνωση/γραφή είναι πιθανώς επιπέδου νηπιαγωγείου, οπότε δυστυχώς δε θα μπορούσα να γράψω στα αραβικά.

Ως ποιήτρια, γενικά, και αραβικής/παλαιστινιακής καταγωγής ειδικότερα, διατηρείς έμμεσα ή ρητά μια -πολιτική- στάση μέσα από το έργο σου.

Αποκαλύπτεις επίσης τις απόψεις σου δημόσια; Αμφισβητούν τον κυρίαρχο φιλο-ισραηλινό βορειοαμερικανικό λόγο όσον αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα και τον αραβικό κόσμο γενικότερα; Σε αντιμετωπίζουν με σεβασμό;

Οποιοδήποτε γραπτό σχετικά με την Παλαιστίνη θεωρείται συχνά ότι είναι «πολιτικό» σε ορισμένα περιβάλλοντα.

Προσωπικά, πιστεύω πως η τέχνη έχει τη δύναμη να αμφισβητεί κυρίαρχους λόγους και να φωτίζει διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Γράφω και μιλώ για τις απόψεις μου σε διάφορους χώρους και ναι, ως επί το πλείστον έχουν αντιμετωπιστεί με σεβασμό.

Κατά την πρόσφατη παρουσίαση στην Αθήνα του νέου τεύχους του περιοδικού Tεφλόν, που φιλοξενεί εκτενές αφιέρωμα στο έργο σου, προβλήθηκε ένα εντυπωσιακό βίντεο το οποίο σε δείχνει να διαβάζεις την ποίησή σου.

Είναι η ανάγνωση ποίησης μια ζωτική προσωπική ανάγκη;

Είναι μια απολύτως ζωτική ανάγκη, αλλά είναι και μια από τις μεγαλύτερες πηγές κοινότητας που έχω γνωρίσει ποτέ.

Μου επέτρεψε να συνδεθώ με άλλους, να αποκαλύψω κοινό έδαφος, να αναλογιστώ διάφορες ανθρώπινες συνθήκες, να συνδημιουργήσω πραγματικότητες.

Έχει επίσης μια συλλογική και, ως εκ τούτου, ενδυναμωτική διάσταση;

Πιστεύω ότι η αφήγηση είναι μια από τις πιο ενδυναμωτικές μορφές σύνδεσης που έχουμε σ’ αυτόν τον κόσμο.

Περισσότερες πληροφορίες για την Hala Alyan μπορείτε να αναζητήσετε στον προσωπικό ιστότοπό της. Την ευχαριστώ για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Στο νέο τεύχος (#29) του πάντα εκλεκτικού περιοδικού Τεφλόν δημοσιεύεται εκτενές αφιέρωμα στην ποίηση της Hala Alyan.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει 16 μεταφρασμένα ποιήματά της. Κείμενo: Kyoko Kishida, Μετάφραση: Jazra Khaleed, Kyoko Kishida.



Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Σέλβα Αλμάδα: «Για μένα η γραφή μοιάζει με μια άβυσσο ευτυχίας»

 

Σέλβα Αλμάδα (Φωτογραφία: Vale Fiorini)

Πολυσυζητημένο, βραβευμένο και διασκευασμένο για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την όπερα, το μυθιστόρημα της Αργεντίνας συγγραφέως Σέλβα Αλμάδα, Ο άνεμος που σαρώνει, είναι ένα πυκνό ηθικό/υπαρξιακό «road movie».

Εκτυλισσόμενο σε έναν αρχικά άνυδρο, κι έπειτα σαρωμένο από κατακλυσμιαία βροχή ερημότοπο, το βιβλίο μάς συστήνει μια ξεχωριστή συγγραφέα. Μια συνομιλία μαζί της.

Eίστε διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος και ποιήτρια. Ποιες είναι οι απαιτήσεις, οι προκλήσεις και οι χαρές της καθεμιάς φόρμας ξεχωριστά;

Θα λέγατε πως αισθάνεστε πιο οικεία εντός ενός πιο πυκνού και περιεκτικού αφηγηματικού πλαισίου;

Παρ’ όλο που το πρώτο βιβλίο το οποίο εξέδωσα ήταν μια ποιητική συλλογή, ουσιαστικά δεν αισθάνομαι ποιήτρια. Και όντως αυτά ήταν τα μόνα ποιήματα που έγραψα στη ζωή μου.

Ναι, είμαι μυθιστοριογράφος και από αυτήν την άποψη δε μου αρέσει να κατηγοριοποιώ τα βιβλία... Προτιμώ τις υβριδικές φόρμες, και τα κείμενα που ρέουν, όπου ενστικτωδώς ψήγματα της φαντασίας συναντούν πραγματικά στιγμιότυπα.

Το μυθιστόρημα Ο άνεμος που σαρώνει αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, επονομαζόμενης και «τριλογίας των ανδρών».

Είναι ακριβής αυτός ο χαρακτηρισμός; Κι αν ναι, τι σας ώθησε να αφηγηθείτε τις ιστορίες αυτής της τριλογίας από τη σκοπιά ανδρικών χαρακτήρων;

Όχι, εκ των υστέρων μετάνιωσα για αυτόν τον χαρακτηρισμό. Όταν έγραφα το Ο άνεμος που σαρώνει ούτε καν σκεφτόμουν να γράψω άλλο μυθιστόρημα, πόσο μάλλον τρία.

Οπότε θα προτιμούσα οι νέοι αναγνώστες να μπουν στο βιβλίο χωρίς αυτές τις ετικέτες που καταλήγουν λίγο σαν οδηγίες χρήσεως ανάγνωσης του βιβλίου.

Πολυσυζητημένο, βραβευμένο και διασκευασμένο για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την όπερα, το πρόσφατα μεταφρασμένο και στα ελληνικά μυθιστόρημά σας είναι ένα πολυδιάστατο ηθικό και υπαρξιακό «road movie».

Το βιβλίο έγινε όπερα και μάλιστα σε μια πολύ καλή διασκευή. Βρίσκεται στο στάδιο της post-production της κινηματογραφικής μεταφοράς, αλλά δεν έχω δει τίποτε μέχρι στιγμής.

Ναι, όταν το έγραφα το είχα στο μυαλό μου ως ένα υπαρξιακό μάλλον road movie παρά ηθικό, που διερευνά τη δύναμη της φύσης vs. της δύναμης της θρησκείας, τα πιστεύω μας και τις αμφιβολίες μας.

Εδώ αναμετρώνται ένας βαθιά θρησκευόμενος ιερέας, η σκεπτικίστρια κόρη του, ένας απαθώς άθεος ηλικιωμένος μηχανικός και ο ιδεαλιστής και «εύπλαστος» βοηθός του.

Οι χαρακτήρες και οι ηθικές τους ανησυχίες υπήρξαν η αφετηρία της μυθοπλασίας;

Το μυθιστόρημα έχει κυρίως αυτά τα δύο αντρικά πρόσωπα, ο κάθε ένας δυνατός με τον τρόπο του, δυο διαφορετικοί τύποι πατρότητας.

Είναι πρόσωπα που εναντιώνονται ο ένας στον άλλον, δεν παύουν όμως να είναι ο ένας καθρέφτης του άλλου. Και οι κόντρες τους κι οι διαφωνίες τους διαμορφώνουν την ιστορία. Αλλά και το βλέμμα των δύο εφήβων βαραίνει στην πλοκή.

Εντέλει, κατ’ εσάς, μια ηθική χωρίς Θεό είναι εξίσου «έγκυρη» με μια ένθεη ηθική- και αντιστρόφως;

Ναι, η συνάντηση είναι τυχαία. Τουλάχιστον αυτό ισχύει για μένα, που δεν πιστεύω σε κάποιον θεό.

Και η ίδια η πίστη -είτε σε κάτι γήινο, εγκόσμιο, είτε σε κάτι μεταφυσικό-, πότε γίνεται πράξη απελευθερωτική και πότε πράξη αυτοχειριασμού;

Δεν πιστεύω ότι οι θρησκείες -καμία θρησκεία- έχουν κάτι το απελευθερωτικό. Αλλά γνωρίζω ανθρώπους που πιστεύουν, δεν ξέρω αν είναι απελευθερωτικό.

Το ότι υπάρχει, όμως, ένας βαθμός εμπιστοσύνης σε μια ανώτερη δύναμη που μας βοηθάει να βρούμε κάποια εξήγηση ή λογική στις καταστάσεις που μας συμβαίνουν, το ότι υπάρχει στους πιστούς μια παράδοση σε αυτόν τον άλλο που μας προστατεύει, κάποιες φορές μου φαίνεται συγκινητικό.

Αυτές οι άλλοτε αλληλοαναιρούμενες, άλλοτε συγκλίνουσες ανησυχίες διαχέονται στον αχανή, θαρρείς εγκαταλελειμμένο, αρχικά άνυδρο, κατόπιν σαρωμένο από κατακλυσμιαία βροχή ερημότοπο όπου τυχαία οι τέσσερις συνυπάρχουν.

Ποιος είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν και η σπουδαιότητα που φέρουν ο χώρος και οι μεταβολές του καιρού στη μυθοπλασία σας;

Από τη στιγμή που άρχισα να γράφω το βιβλίο, αμέσως το τοπίο, ο φυσικός χώρος εμφανίστηκε σαν ένα ακόμα πρόσωπο, εξίσου ισχυρό όπως ο Πίρσον ή ο Μπράουερ.

Θέλω να πω ότι δεν τα βλέπω σαν ένα απλό σκηνικό, αλλά σαν ένα ακόμα ήρωα που αλληλοεπιδρά με τα άλλα πρόσωπα.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείτε, πυκνή και απέριττη, εντυπωσιάζει, προβληματίζει και συγκινεί, θυμίζοντας συχνά Κάρβερ, Φόκνερ και Χέμινγουεϊ. Πόσο επίπονη είναι η διαδικασία συγγραφής αυτή καθαυτή για εσάς;

Είναι επίπονη με την έννοια ότι η γραφή προϋποθέτει δουλειά και μάλιστα σκληρή δουλειά.

Εκτός αυτού όμως, για μένα η γραφή μοιάζει με μια άβυσσο ευτυχίας, αφού νιώθω πολύ καλύτερα όταν γράφω, πιο πλήρης... με την έννοια ότι νιώθω πως αντιλαμβάνομαι τον κόσμο και τους άλλους καλύτερα.

Αλλά, αν πάμε σε πιο τεχνικά θέματα, αυτό που με δυσκολεύει περισσότερο είναι ο τόνος της αφήγησης και δεν μπορώ να ησυχάσω μέχρι να τον βρω.

Και επιπλέον, διορθώνω πολύ, αυτό είναι για μένα το καλύτερο κομμάτι της γραφής, να διαβάζω δυνατά αυτά που έγραψα καθώς προχωράει η πλοκή και να τα διορθώνω.

Συνειδητά ή μη, αποτελείτε κομμάτι μιας ποικιλόμορφης και παλλόμενης -πολιτισμικά, πολιτικά, ταξικά- λογοτεχνικής παράδοσης, τόσο στην αργεντίνικη όσο και στην ευρύτερα λατινοαμερικάνικη εκδοχή της.

Έχετε βρει ή εξακολουθείτε να αναζητάτε τη θέση σας σ’ αυτή την παράδοση και ως γυναίκα συγγραφέας;

Θα ήταν παράξενο να μην αισθάνομαι μέρος της παράδοσης, θα ήταν ματαιοδοξία.

Ασφαλώς και είμαι μέρος μιας παράδοσης της λογοτεχνίας μιας χώρας και μιας γλώσσας και μου αρέσει αυτό.

Μου αρέσει να ξέρω ότι η γραφή μου συνομιλεί με άλλες, προηγούμενες ή ακόμα και τις ανταγωνίζεται, αλλά πως δεν είμαι μόνη, ούτε η γραφή μου αναδύεται από κάποια αυτόκλητη γενιά.

Όταν λέμε ότι η γραφή είναι μοναχικό επάγγελμα -κι εγώ η ίδια το έχω πει κατ’ επανάληψη-, ψευδόμαστε. Γράφουμε περιστοιχισμένοι από τα έργα των άλλων, αυτών που πια δεν υπάρχουν· γράφουμε πάντα συντροφεμένοι.

Ευχαριστώ θερμά την Μαργαρίτα Ζούλη, Διευθύντρια Μάρκετινγκ των Εκδόσεων Κλειδάριθμος, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Την ευχαριστώ, εξάλλου, για την παραχώρηση της φωτογραφίας της συγγραφέως που συνοδεύει το κείμενο.

Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως την Αγγελική Βασιλάκου για τη φροντισμένη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ισπανικά και των απαντήσεων της συγγραφέως στα ελληνικά.

Το μυθιστόρημα της Σέλβα Αλμάδα Ο άνεμος που σαρώνει κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος σε μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου.



Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Φρεντερίκ Πωλέν: «Η μυθοπλασία είναι σαν “σημαδούρα” που σου επιτρέπει να επιπλέεις»

 

Φρεντερίκ Πωλέν (Φωτογραφία: Julien Lutt)

Καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δημοσιογράφος και -κυρίως- συγγραφέας, ο Φρεντερίκ Πωλέν υπήρξε παρών στη «μάχη της Γένοβας το 2001», και αυτό τον σημάδεψε.

Το νουάρ μυθιστόρημα Η νύχτα που έπεσε στις ψυχές μας, το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, συνιστά τη μυθοπλαστική αποτύπωση της εμπειρίας του συγγραφέα. Συζητώντας μαζί του.

Γεννημένος στην περιοχή του Παρισιού και κάτοικος Ρεν για πολλά χρόνια, έχετε ασκήσει διαφορετικά επαγγέλματα, μεταξύ των οποίων τη διδασκαλία και τη δημοσιογραφία, προτού αφοσιωθείτε στη συγγραφή το 2009.

Γιατί στη συγγραφή, κατ’ αρχάς;

Η συγγραφή είναι μια παράξενη δραστηριότητα: χωρίς αφεντικό, χωρίς πρόγραμμα και, αν είσαι τυχερός, δεν απαιτούνται θέματα. Έχεις την επιλογή να εργαστείς πάνω σε ένα θέμα που αποφασίζεις να ερευνήσεις.

Είναι μια μάλλον σπάνια κατάσταση ελευθερίας στην κοινωνία μας.

Και επειδή πίστευα στη δύναμη της λογοτεχνίας. Ίσως είμαι από τους τελευταίους, αλλά νομίζω ότι το μυθιστόρημα μπορεί να αμφισβητήσει, να κάνει τους αναγνώστες να σκεφτούν αρκετά ώστε να τροποποιήσουν την άποψή τους.

«Το νουάρ μυθιστόρημα είναι για μένα το δεσμευμένο μυθιστόρημα», δηλώνετε σε συνέντευξή σας στη Libération.

Αυτός, υποθέτω, είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο επιλέξατε το νουάρ ως «όχημα» για την εξερεύνηση της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας; Και πώς ορίζετε τη «δέσμευση» - ηθική, πολιτική, λογοτεχνική ή άλλη;

Δεν το ξεκίνησα: η πραγματικότητα θα είναι πάντα πιο βίαιη από τα μυθιστορήματά μου. Δεν επέλεξα το «νουάρ» ως «όχημα», προέκυψε με φυσικό τρόπο.

Αλλά είναι αλήθεια ότι το νουάρ είναι ένα μυθιστόρημα κοινωνικής, πολιτικής, ακόμη και πολιτισμικής κριτικής.

Η δέσμευση, για μένα, είναι η εφαρμογή του δικαιώματος του πολίτη. Πριν γίνω συγγραφέας, είμαι πολίτης. Και, κάπως έτσι, την ιθαγένειά μου, την ασκώ με τα γραπτά μου αμφισβητώντας την ευθύνη της χώρας μου για την κατάσταση του κόσμου.

Στα μυθιστορήματά σας η πρόσφατη Ιστορία χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη από την οποία εξάγονται αλήθειες που συχνά αποκρύπτονται ή παραποιούνται από τον επίσημο λόγο και στη συνέχεια μετατρέπονται σε μυθοπλασία.

Γιατί αυτή η προσέγγιση είναι τόσο σημαντική για εσάς;

Είμαι πεπεισμένος πως η Ιστορία είναι πολύ συχνά ένα ψέμα στο οποίο συμφωνούν οι νικητές. Τα μαθήματα Ιστορίας είναι πολύ συχνά επιφανειακά για να κατανοήσουν την πραγματικότητα. Και δε μιλάω για τις εφημερίδες και τα κοινωνικά δίκτυα...

Η Ιστορία απαιτεί πολύ χρόνο για να εξηγηθεί και να γίνει κατανοητή. Το μυθιστόρημα μπορεί να αποτελεί αυτό το τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στα μυθιστορήματά μου, η μυθοπλασία μου δεν τροποποιεί τα ιστορικά στοιχεία. Επιτρέπει στους αναγνώστες να αμφισβητούν τον εαυτό τους χωρίς να «πνίγονται» στη βία και τον παραλογισμό της πραγματικότητας.

Η μυθοπλασία είναι σαν μια «σημαδούρα» που σου επιτρέπει να επιπλέεις με φρίκη.

Σύμφωνα με το διάσημο απόφθεγμα του Χέρμπερ Μαρκούζε, το οποίο αναπαράγετε στην εισαγωγή του μυθιστορήματός σας Η νύχτα που έπεσε στις ψυχές μας, «Η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν καταργεί ούτε τους αφέντες ούτε τους δούλους».

Μπορεί αυτή η επιλογή του αποσπάσματος να «διαβαστεί» ως ένδειξη της προτίμησής σας για τις κινητοποιήσεις σε επίπεδο βάσης και της δυσπιστίας σας προς την κοινοβουλευτική πολιτική;

Προφανώς. Δεν είμαι ειδικός στην ιταλική πολιτική, αλλά στη Γαλλία οι ηγέτες μας συχνά δε νοιάζονται για τους ανθρώπους. Το 2005, το δημοψήφισμα για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα απορρίφθηκε από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων.

Η κυβέρνηση το πέρασε από το Κογκρέσο κι έτσι επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δύο ή τρία χρόνια αργότερα. Πόσες φορές έχει χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Συντάγματος;

Οι αρνήσεις της δημοκρατίας είναι συχνές στη Γαλλία. Ζούμε σε δημοκρατία, αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε στον ορισμό της δημοκρατίας. Το μυθιστόρημα μπορεί να αμφισβητήσει τον όρο αυτό.

Ήσασταν παρών στη Γένοβα το 2001.

Με ποια έννοια ήσασταν «παρών», κατά πόσο αυτή η εμπειρία σας στιγμάτισε και σας ωρίμασε ως άνθρωπο και πολιτικό ακτιβιστή και γιατί αποφασίσατε να τη μετατρέψετε σε μυθοπλασία αρκετά χρόνια αργότερα;

Ήμουν στις διαδικασίες στη Γένοβα. Ήμουν ακόμη πολύ κοντά στις συγκρούσεις όταν σκοτώθηκε ο Κάρλο Τζουλιάνι. Νομίζω ότι άφησα κάποιες από τις ψευδαισθήσεις μου στη Γένοβα. Αυτό ήταν το τέλος της νιότης μου. Αυτό νομίζω σήμερα.

Από τη Γένοβα και εξής, δεν έχω εμπιστοσύνη στην αστυνομία στο πεδίο και στους πολιτικούς αρχηγούς στις συνελεύσεις και στα υπουργεία. Μέχρι τη Γένοβα, πίστευα πως οι συγκρούσεις στους δρόμους ήταν δραματοποιημένες.

Στη Γένοβα, είδα ότι κάποιος θα μπορούσε να τραυματιστεί σοβαρά, ή ακόμα και να πεθάνει, υποστηρίζοντας τις ιδέες του. Στην Ιταλία, στην Ευρώπη, στον 21ο αιώνα.

Όλα αυτά, μου πήρε είκοσι χρόνια για να τα καταλάβω. Και έπρεπε να γίνω αναγνωρισμένος συγγραφέας προκειμένου να μπορέσω να φτιάξω ένα μυθιστόρημα από αυτό. Να γράψω για τη ζωή μου, κατά κάποιο τρόπο.

Οι ήρωες/ηρωίδες σας είναι συχνά πιο διεφθαρμένοι/-ες ή επιρρεπείς σε λάθη από τους εχθρούς τους.

Ο Βαγκ, ας πούμε, εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος και πρώην ακτιβιστής της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας (LCR) που φαινομενικά έγινε αναρχικός, εξελίσσεται σε χαφιέ της αστυνομίας στην πορεία. Γιατί;

Γιατί είναι χαρακτήρας μυθιστορήματος! Δεν είμαι βέβαιος ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός «καρφιών» στη γαλλική άκρα αριστερά. Σε βάθος χρόνου, κάποιες πληροφορίες. Αλλά ένας χαφιές σαν τον Βαγκ, πρόκειται για μυθοπλασία.

Ωστόσο, ως χαρακτήρας νουάρ μυθιστορήματος, ο Βαγκ είναι αυτός που θέτει στον εαυτό του ερωτήσεις σχετικά με τη δέσμευσή του, με την πιθανότητα πως η εμπλοκή σε αυτή την άκρα αριστερά θα μπορούσε να είναι ένα ταξίδι μονής κατεύθυνσης.

Η Nαταλί, από την άλλη, η σύντροφός του και αναρχική του «black block», φαντάζει γνήσια παρά τη συχνά κλισεδιάρικη πολιτική ορολογία της.

Νιώθετε πολιτικά πιο κοντά σε μια ορισμένη αναρχική πολιτική οπτική, ανεξάρτητα από την όποια κριτική;

Δε με τρομάζουν οι ιδέες και ο τρόπος δράσης αυτών που αποκαλούνται «black block». Όταν είσαι αντιμέτωπος με την κώφωση των πολιτικών μας ηγετών, ο ακτιβισμός είναι συχνά η μόνη απάντηση.

Το να κάψεις ένα εστιατόριο στα Ηλύσια Πεδία δεν είναι για μένα πράξη πολέμου ή αγριότητας.

Ένα εργοστάσιο που κλείνει τις πόρτες του και μεταφέρεται στην Κίνα, η χρήση του 49.3 και ακόμη περισσότερο ενός μπάτσου που σκοτώνει ένα 17χρονο παιδί σε αδιέξοδο- αυτό είναι αγριότητα.

Για τους θαυμαστές του, ένας χαρισματικός πολιτικός ηγέτης. Για τους επικριτές του, αντιθέτως, ένας λαϊκιστής σημαδεμένος από σκάνδαλα, που ασκούσε πολιτική εξουσία για να πλουτίσει και να προωθήσει τις επιχειρήσεις του.

Ο λόγος, βέβαια, για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τον πρωθυπουργό της Ιταλίας όταν σημειώθηκαν οι ταραχές στη Γένοβα, ο οποίος πέθανε πριν από λίγες εβδομάδες. Αν αφήνει μια «κληρονομιά», σε τι αυτή συνίσταται;

Στην ανοιχτή πόρτα στην ακροδεξιά. Αλλά και στην επιβεβαίωση ότι κάθε πολιτική αντιπολίτευση που δεν εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο μπορεί να ποινικοποιηθεί. Ειδικά αν τοποθείται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος.

Και τα κατάφερε. Δες: παντού στην Ευρώπη, σήμερα, η ακροδεξιά μπαίνει στις κυβερνήσεις ή στα κοινοβούλια και τα κινήματα πολιτών κινδυνεύουν με διάλυση.

Θα έλεγα πως ο Μπερλουσκόνι ήταν μια ντροπή, αλλά στη Γαλλία, έχουμε το ίδιο. Είμαι πολύ απαισιόδοξος για την επόμενη εκλογική διαδικασία. Είναι πιθανό, το 2027, ένας ακροδεξιός υποψήφιος να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές.

Η κρατική -και ιδιαίτερα η αστυνομική- βία ήταν ανεξέλεγκτη στη Γένοβα, και αυτό αντικατοπτρίζεται εύγλωττα και στο μυθιστόρημά σας. Ωστόσο, η Γένοβα δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια μεμονωμένη περίπτωση.

Η Γένοβα δεν είναι πλέον μια μεμονωμένη περίπτωση. Στη Γαλλία, για δέκα χρόνια, κάθε κίνημα διαμαρτυρίας συνεπάγεται δυσανάλογη καταστολή.

Χάνουμε ένα μάτι, ένα χέρι, υφιστάμεθα μήνες στη φυλακή, μόνο και μόνο επειδή συμμετείχαμε σε μια διαδήλωση.

Στις 27 Ιουνίου 2023, ο Ναέλ Μ., ένας 17χρονος οδηγός δικύκλου αλγερινής-μαροκινής καταγωγής, σκοτώθηκε από Γάλλο αστυνομικό στην προσπάθειά του να διαφύγει ενός ελέγχου, γεγονός που πυροδότησε εκτεταμένες ταραχές στη χώρα.

Δεν είναι αφελές να υποθέσει κάποιος ότι ένας κατασταλτικός θεσμός όπως η αστυνομία μπορεί να «εκδημοκρατιστεί» μέσα στο καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα;

Το πρόβλημα είναι πως η αστυνομία είναι πλέον το «μαντρόσκυλο» του συστήματος και ότι το σύστημα δεν ξέρει πια να κάνει τίποτα άλλο παρά να καταστέλλει αυτούς που το αρνούνται.

Το πρόβλημα στη Γαλλία είναι πως περισσότεροι από τους μισούς αστυνομικούς και χωροφύλακες ψηφίζουν ακροδεξιά.

Κατά τη γνώμη σας, η γαλλική αστυνομία καθοδηγείται βασικά από μια ρατσιστική νοοτροπία;

Δεν νομίζω ότι πρόκειται για ψυχολογικό ρατσισμό. Είναι ένας ρατσισμός που οδηγεί στον φόβο και ο φόβος είναι πάντα κακός σύμβουλος.

Ο Nαέλ πυροβολήθηκε από έναν αστυνομικό που στην πραγματικότητα νόμιζε πως ήταν εγκληματίας ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει δράση.

Ή -κι αυτό είναι χειρότερο- ο μπάτσος πυροβόλησε επειδή περιφρόνησε τη ζωή ενός μελαμψού ατόμου. Ο αριθμός των θανάτων λόγω «άρνησης συμμόρφωσης» στη Γαλλία είναι συγκλονιστικός.

Επί του παρόντος, δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τις Η.Π.Α...

Ευχαριστώ θερμά την Άλκηστη Τριμπέρη (Εκδόσεις Πόλις) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα που συνοδεύει το κείμενο.

Το μυθιστόρημα του Φρεντερίκ Πωλέν Η νύχτα που έπεσε στις ψυχές μας κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Μαριάννας Μαντά.



Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Στιβ Σεμ-Σάντμπεργκ: «Η συγγραφή είναι για μένα μια διαισθητική διαδικασία»

 

Στιβ Σεμ-Σάντμπεργκ (Φωτογραφία: Stefan Tell)

Στα «χνάρια» του Βόιτσεκ, ενός εκ των πιο αυθεντικών (αντι)ηρώων του 20ού αιώνα και ενσάρκωσης του καταπιεσμένου προλετάριου, επιχειρεί να «βαδίσει» ο Σουηδός συγγραφέας Στιβ Σεμ-Σάντμπεργκ με το εξαιρετικό μυθιστόρημά του, Β.

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά, συζητάμε με τον συγγραφέα για την Ιστορία, την πολιτική, τη λογοτεχνία, τον Γκέοργκ Μπύχνερ και την Ευρώπη του χτες, του σήμερα και του αύριο.

Στο μυθιστόρημά σας Β., που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, αναπλάθετε το θεατρικό έργο Βόιτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ, έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της νεωτερικής λογοτεχνίας.

Θα θέλατε ν’ αναλύσετε τη διαδικασία επανεπινόησης αυτού του ημιτελούς και αποσπασματικού κειμένου μέσω της επίπονης έρευνας δικαστικών αρχείων της εποχής; Ποιες ήταν οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίσατε;

Το μυθιστόρημά μου δεν αποτελεί απόπειρα να αναδημιουργήσω μυθοπλαστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ, Βόιτσεκ.

Ο καλύτερος τρόπος να το θέσω είναι λέγοντας ότι το βιβλίο μου βασίζεται σε μια πραγματική υπόθεση εγκλήματος, η οποία είχε συζητηθεί ευρέως σε λαϊκούς και ιατρικούς κύκλους την εποχή του Μπύχνερ.

Αυτή ήταν η βασική πηγή που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας. Βεβαίως χρησιμοποίησε και πολλές άλλες.

Αυτό που επέλεξα να κάνω ήταν να την κοιτάξω λίγο πιο προσεκτικά, κι έτσι ανακάλυψα πως υπήρχε εύκολα διαθέσιμο τεράστιο ανθρώπινο υλικό για τον «αληθινό» Βόιτσεκ.

Στο συγκεκριμένο υλικό συγκαταλεγόταν μια πολύ εκτενής ψυχολογική έρευνα σχετικά με την πνευματική κατάστασή του πριν τον φόνο και κατά τη διάρκεια του, η οποία είχε διενεργηθεί από έναν γιατρό επί πολλά χρόνια.

Ανακάλυψα, επίσης, ορισμένες νύξεις για τα κατατόπια του κατά τη δεκαοκταετή θητεία του ως πεζικάριου σε διαφορετικούς στρατούς.

Προσπάθησα ν’ ακολουθήσω τα «χνάρια» αυτού του Βόιτσεκ -του «αληθινού», αν θέλεις να το θέσουμε έτσι- όσο πιο προσεκτικά ήταν δυνατόν, αλλά -πέραν αυτού- το αξιοσημείωτο θεατρικό του Μπύχνερ υπήρξε, ασφαλώς, τεράστια έμπνευση.

Διαρκώς ποδοπατημένος από τους φορείς της εξουσίας, ο Βόιτσεκ είναι εκ των πιο αυθεντικών (αντι)ηρώων του 20ού αιώνα, μια ενσάρκωση του καταπιεσμένου, περιθωριοποιημένου προλετάριου που αναζητά νόημα στη μίζερη ύπαρξή του.

Πώς συνδέεστε με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα σε συναισθηματικό, διανοητικό και πολιτικό επίπεδο;

Νομίζω ότι είναι σημαντικό να έχουμε δυο πράγματα κατά νου.

Η Ευρώπη του πρώιμου 19ου αιώνα ήταν μια άκαμπτη ταξική κοινωνία. Αν δε διέθετες τα οικονομικά μέσα ή κάποιον εξωτερικό ευεργέτη για να σου παράσχει, για παράδειγμα, εκπαίδευση ήταν αδύνατον να ανελιχθείς πέραν της τάξης σου.

Για έναν άνθρωπο με τις καταβολές του Βόιτσεκ υπήρχαν μόνο δύο τρόποι: είτε να εργαστεί ως υπηρέτης, είτε να καταταγεί ως στρατιώτης στη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων.

Ο Βόιτσεκ έκανε και τα δύο. Σε όλη του τη ζωή ουδέποτε θεωρήθηκε κάτι περισσότερο από ένα αντικείμενο προς χρήση και κατάχρηση, και όταν πλέον δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ή να υποστεί κακομεταχείριση αφηνόταν απλώς στην άκρη.

Αν δεν είχε διαπράξει αυτό το έγκλημα, να σκοτώσει τη γυναίκα που αγαπούσε, κανένας δε θα του είχε αφιερώσει την παραμικρή σκέψη. Το διέπραξε, όμως.

Γι’ αυτό υπήρξε αρκετά «τυχερός» ώστε να θεωρηθεί αντικείμενο για τρίτη φορά, τώρα στα χέρια των γιατρών που ήθελαν να τον εξετάσουν προκειμένου ν’ ανακαλύψουν αν είναι «νοήμων» ή όχι. Δεν ήταν, έχοντας υποφέρει δύο δεκαετίες πολέμου και ένδειας.

Πρέπει, ωστόσο, να θυμάσαι πως όλα ετούτα συνέβησαν δεκαετίες πριν τον Φρόιντ.

Μόλις αρχίζαμε να συλλαμβάνουμε τον άνθρωπο ως μια ανθρώπινη ύπαρξη με συνείδηση, διορατικότητα, ενσυναίσθηση και ικανότητα να δρα με έναν ηθικά υπεύθυνο τρόπο.

Παλαιότερα, αν ήσουν ψυχικά ασθενής, απλώς θεωρείτο ότι είχες διαπράξει έγκλημα εναντίον του Θεού και υφίστασο τη δέουσα τιμωρία.

Διατρέχοντας την έρευνα σχετικά με την ψυχική κατάσταση αυτού του «κτηνώδους δολοφόνου», όπως επανειλημμένως αποκαλείτο ο Β., σύντομα συμπεραίνεις πως ο Κλάρους, η ιατρική αυθεντία (!), ήταν ο αδαής.

H άγνοιά του γίνεται αντιληπτή όταν, για παράδειγμα, χτυπά με τις αρθρώσεις των δακτύλων του το μέτωπο του Β. προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει πού ήταν κρυμμένες οι φωνές τις οποίες ο Β. ισχυριζόταν ότι άκουγε.

Ο Β. έχει επίγνωση της κατάστασής του, ξέρει πως είναι ένας απόβλητος, ένας άχρηστος, και στη διάρκεια της μακράς ανάκρισής του είναι στην πραγματικότητα ο μόνος που απαντά με αντικειμενικό και νηφάλιο τρόπο.

Πού θα εντοπίζατε τους «Βόιτσεκ» του σημερα; Ανάμεσα στους μετανάστες χωρίς χαρτιά, τους διωκόμενους πρόσφυγες, τους επισφαλώς εργαζόμενους σε χώρες της «Δύσης» και της «Ανατολής» εξίσου;

Νομίζετε ότι οι «Βόιτσεκ» αυτού του κόσμου θα ακουστούν πραγματικά μόλις συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός (τους) και αποφασίσουν να οργανωθούν συλλογικά προκειμένου «κυνηγήσουν» τους στόχους τους;

Δε νομίζω πως οι συγγραφείς πρέπει να προβαίνουν σε πολιτικές δηλώσεις, να διατυπώνουν προβλέψεις ή να εκφέρουν ηθικές κρίσεις.

Το ηθικό δίδαγμα μιας ιστορίας πρέπει να βρίσκεται στη συγγραφή της, στη φιλοδοξία να δείξεις τη ζωή που βίωναν οι χαρακτήρες με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Με δυο λόγια, να τους ζωντανέψεις.

Αν τα τραύματα που οι «Βόιτσεκ» βιώνουν αποκαλυφθούν, για παράδειγμα μέσω ενός μυθιστορήματος όπως αυτό, πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος θα ξέρει ενστικτωδώς με ποιο τρόπο ν’ αντιδράσει.

Όχι μόνο έναντι της δικιάς του μοίρας, αλλά και εκείνης οποιουδήποτε ανθρώπου υποφέρει από πόλεμο και διώξεις σήμερα.

Η λογοτεχνική ταραχή ή/και ο λογοτεχνικός ακτιβισμός, από την άλλη, είναι και θα παραμείνουν επιπεδα, μια προπαγάνδιση ιδεολογικών απόψεων με άλλα μέσα.

«Ίσως […] υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να διαβάζει κανείς εκτός από τα μάτια. Ίσως δεν χρειάζεται να ερμηνεύει κανείς άψογα τις λέξεις για να μάθει τι λέει ένα βιβλίο», εξηγεί ο Β. στον Κλάρους.

Τι σηματοδοτεί η αναγνωστική -και μάλιστα η συγγραφική- διαδικασία για εσάς; Συνιστά μια σύγκρουση με τα απροσμέτρητα και συχνά τρομακτικά ανθρώπινα «βάθη» και μια κατάδυση σ’ αυτά;

Πολύ. Η συγγραφή είναι για μένα μια διαισθητική διαδικασία. Νιώθεις τον δρόμο προχωρώντας, σχεδόν σαν να ήσουν τυφλός.

Ταυτόχρονα, όμως, έχω μια τεράστια -για κάποιους ελαφρώς γελοία- πίστη στην ικανότητα της λογοτεχνίας -εν προκειμένω του μυθιστορήματος- ν’ αντιλαμβάνεται και να δίνει νόημα σε πραγματικότητες που δεν μπορείς ν’ αγγίξεις απλά και μόνο μέσω ιστορικών και βιογραφικών καταγραφών!

Βεβαίως, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Β., υπάρχει έρευνα που πρέπει να διεξαχθεί, αλλά πέραν αυτού δεν κάνω μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς.

Τμήματα του βιβλίου εξακολουθώ να αισθάνομαι σαν να τα έγραψα μέσα σε ένα όνειρο, αν και αυτό συνέβη ενόσω ήμουν απολύτως ξύπνιος και ήταν μέρα μεσημέρι.

Το Β. εκτυλίσσεται σε μια διαιρεμένη Ευρώπη, ρημαγμένη από τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Μερικές, μάλιστα, από τις πολεμικές αγριότητες περιγράφονται πράγματι με ενοχλητική λεπτομέρεια.

Είχατε την πρόθεση να αποτυπώσετε την ηθική εξαχρείωση που προκλήθηκε στον ανθρώπινο ψυχισμό μέσω των πολέμων γενικότερα;

Βρίσκετε αναλογίες ανάμεσα στους Ναπολεόντειους Πολέμους και όσους ακολούθησαν στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένου και του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία; Πού οδεύει η Ευρώπη, κατά τη γνώμη σας;

Έγραψα το Β. κατά τη διάρκεια της ενδεκαετούς παραμονή μου στη Βιέννη. Το πιο έντονο διάστημα της συγγραφής συνέβη να συμπέσει με την προσφυγική κρίση του 2015.

Θυμάμαι μέρες όταν χιλιάδες μετανάστες και πολιτικοί πρόσφυγες κυριολεκτικά κατέκλυζαν τον δρόμο της γειτονιάς όπου έμενα, οι περισσότεροι εξ αυτών καθ’ οδόν για τη Γερμανία.

Θυμάμαι τότε να σκέφτομαι πως είχε ανοίξει μια γιγάντια πόρτα στο παρελθόν και μέσα από αυτή όλη η προ του 1848 Ευρώπη με τους φρικτούς πολέμους της και τα ατέλειωτα βάσανα περνούσε γρήγορα.

Είναι η πρώτη φορά κατά την οποία, γράφοντας ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στο παρελθόν, τα γεγονότα τα οποία περιγράφονται σ’ αυτό φαντάζουν τόσο αλλόκοτα παρόμοια με όσα συμβαίνουν στον καιρό μας.

Ποια είναι η αγαπημένη σας θεατρική ή/και κινηματογραφική διασκευή του Βόιτσεκ;

Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη προτίμηση.

Παρακολούθησα τη διασκευή του θεατρικού σε μορφή μιούζικαλ από τους Ρόμπερτ Γουίλσον και Τομ Γουέιτς όταν έκανε την πρεμιέρα του στην Κοπεγχάγη το 2000.

Tο είδα για δεύτερη φορά στη Βιέννη τον Δεκέμβριο του 2013, ακριβώς πριν ξεκινήσω τη συγγραφή του μυθιστορήματος μου.

Μου αρέσει επίσης πολύ η όπερα του Άλμπαν Μπεργκ, Wozzeck.

Το Β. έχει γίνει διεθνές μπεστ σέλερ. Αποκαλύπτει το γεγονός αυτό κάτι ενθαρρυντικό για τις αναγνωστικές συνήθειες, την ηθική στάση και τις πολιτικές/ιστορικές ανησυχίες των ποικίλων αναγνωστικών κοινών παγκοσμίως;

Δε θα μπορούσα να το ξέρω και -όπως προανέφερα- προτιμώ να μην προβαίνω σε διαγνώσεις ή πολιτικές προβλέψεις.

Γνωρίζω ότι το βιβλίο έχει ευρέως μεταφραστεί και τουλάχιστον ελπίζω πως έχει φτάσει σε ποικίλα κοινά σε πολλές διαφορετικές χώρες.

Πιστεύω, όμως, ότι αυτό το μυθιστόρημα δεν αφορά μόνο στον πόλεμο και την ένδεια, αλλά και στη νεωτερικότητα με την ευρύτερη έννοια της λέξης:

Το σταδιακό άνοιγμα των ματιών των ανθρώπων σε έναν κόσμο φτιαγμένο όχι από τον Θεό, αλλά από τον ίδιο τον Άνθρωπο.

Αυτό, άλλωστε, ήταν και το πρωταρχικό θέμα του Μπύχνερ, ο οποίος ήταν από πολλές απόψεις προάγγελος, ένας άνθρωπος μπροστά από την εποχή του. Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του η Ευρώπη θα ζούσε τις επαναστάσεις του 1848.

Όλα τα θεατρικά έργα του έχουν να κάνουν με το πώς ο άνθρωπος προσπαθεί και αποτυγχάνει να γίνει μια πολιτισμένη ύπαρξη.

Η διαρκής δημοφιλία του Βόιτσεκ αποδεικνύει ότι αυτό είναι ένα θέμα με το οποίο πολλοί εξακολουθούμε να συνδεόμαστε. Ίσως περισσότερο από ποτέ στους καιρούς που υπομένουμε τώρα.

Ευχαριστώ θερμά την Signe Bedinger (Nordin Agency), κύρια ατζέντισσα του Στιβ-Σεμ Σάντμπεργκ, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Στιβ-Σεμ Σάντμπεργκ Β. κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση του Γιώργου Μαθόπουλου.