Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Veit Helmer: «Όποτε χρησιμοποιείς διάλογο σε μια ταινία, η μαγεία του σινεμά χάνεται»


Ο Ζακ Τατί «συναντά» τον Άκι Καουρισμάκι στο διακριτικά χιουμοριστικό και χωρίς διαλόγους ηθογραφικό δράμα με κωμικά στοιχεία του Γερμανού Veit Helmer Το σουτιέν. Με επίκεντρο την ιστορία του μοναχικού οδηγού τρένου Νουρλάν (Μίκι Μανόλοβιτς), η ταινία είναι μια οπτική απόλαυση.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την προβολή του φιλμ του στους κινηματογράφους από τις 23 Μαΐου.

Πώς προέκυψαν το εύρημα του σουτιέν, καθώς και οι τοποθεσίες, που κι αυτές λειτουργούν ως χαρακτήρες;

Η αρχική έμπνευση προήλθε πέντε χρόνια πριν από την τοποθεσία, μια γειτονιά στην πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν, το Μπακού, η οποία επρόκειτο να κατεδαφιστεί.

Η γειτονιά αυτή δεν είχε δρόμους, οπότε τα σπίτια μπορούσαν να προσεγγιστούν μόνο μέσω των σιδηροδρομικών γραμμών.

Έμοιαζε με ήσυχο μέρος, αλλά τρεις-τέσσερις φορές τη μέρα ή νύχτα τεράστια τρένα περνούσαν προκαλώντας διαολεμένο θόρυβο. Όταν έφευγαν, όλα γίνονταν πάλι ήσυχα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή μου! Υπήρχε τόσο πολύ οπτικό δράμα σ’ αυτό.

Σε είχε συνεπάρει.

Με είχε συνεπάρει, γιατί ήξερα ότι θα με οδηγούσε σε ένα πολύ καλό κινηματογραφικό δράμα.



Διαισθάνθηκες, λοιπόν, πολλές κινηματογραφικές δυνατότητες στο περιβάλλον και τους ανθρώπους.

Πυροδότησαν τη φαντασία μου, και πολύ γρήγορα σκέφτηκα την ιδέα του οδηγού του τρένου. Αν θες να αφηγηθείς την ιστορία ενός άγνωστου μέρους, ο καλύτερος τρόπος είναι υπό το πρίσμα ενός ξένου.

Αλλά στη γειτονιά ποτέ δεν υπάρχουν ξένοι. Ούτε καν οι ταξιτζήδες δεν την ξέρουν.

Η δραματουργική ερώτηση ήταν τι θα τον έκανε να επιστρέψει εκεί. Επινόησα, έτσι, τη ρουτίνα του- ενός ανθρώπου με γερμανικά χαρακτηριστικά, κατά κάποιο τρόπο, που καθαρίζει εθελοντικά το τρένο κι επιστρέφει τα χαμένα αντικείμενα στους ιδιοκτήτες τους.

Το σουτιέν είναι το πιο δελεαστικό και ντελικάτο αντικείμενο, που θα έκανε την ιστορία πιο ενδιαφέρουσα.

Δημιουργεί, εξάλλου, ένα αποτελεσματικό κοντράστ με το μοναχικό χαρακτήρα του οδηγού.

Και τον αλλάζει. Στην αρχή μοιάζει μοναχικός, αλλά εργάζεται ακόμη, αργότερα θα συνταξιοδοτηθεί. Το σουτιέν φαντάζει...

...Σαν τον καταλύτη σε μια αφύπνιση.

Ή το δόλωμα για να βρει ένα καινούριο νόημα στη ζωή. Στο χωριό όλοι είναι παντρεμένοι, τα εγγόνια ψαρεύουν με τους παππούδες τους, κάτι του λείπει. Κατά κάποιο τρόπο, ακολουθεί το σουτιέν, και το νόημα του σουτιέν εξαρτάται από το τι βλέπει σ’ αυτό. 



Με συνάρπασε η κινηματογραφική γλώσσα σου: καθόλου διάλογος, μόνο φυσικοί ήχοι και μουσική. Γιατί;

Για να είμαι ειλικρινής, η αληθινή καλλιτεχνική ταινία και ο διάλογος δεν μπορούν πραγματικά να συνδεθούν. Είναι σαν δύο στοιχεία που το ένα δεν αρέσει στο άλλο, όπως το λάδι και το ξύδι.

Ο διάλογος ταιριάζει πιο πολύ στο θέατρο, νομίζω. Όποτε αρχίζεις να χρησιμοποιείς διάλογο σε μια ταινία, η μαγεία του σινεμά χάνεται. Είμαστε, όμως, τόσο συνηθισμένοι στο διάλογο, χάνοντας όλα αυτά τα στοιχεία της οπτικής αφήγησης.

Για μένα αποτελεί πρόκληση και αποστολή το να επαναφέρω την οπτική μαγεία στα φιλμ. Είναι μια πολύ πιο δύσκολη και πολύπλοκη διαδικασία από το να γράφω απλώς διαλόγους.

Συνιστά ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση και για τον θεατή, αμφισβητεί την αντίληψη που έχει για την παρακολούθηση ταινιών.

Ισχύει αυτό. Το κοινό χρειάζεται να είναι πιο προσεκτικό, γιατί η ιστορία δεν είναι «προμαγειρεμένη», είναι πιο «ωμή» κι απαιτεί την εμπλοκή σου. Πρέπει να «διαβάσεις» τις εικόνες. Για κάποιους θεατές, η παρακολούθηση ήταν σαν πνευματική εμπειρία.

Από τη στιγμή, επίσης, που δεν υπάρχει διάλογος, ο ήχος γίνεται πιο σημαντικός, και τον χρησιμοποιώ με ένα πολύ ενεργητικό τρόπο. Δεν είναι εικονογράφηση φόντου, αλλά ένα κυρίαρχο ατμοσφαιρικό αφηγηματικό στοιχείο.



Κι οι ηθοποιοί σε μια ταινία όπως η δικιά σου έχουν πολύ πιο απαιτητικό ρόλο, πρέπει να είναι ακόμα πιο πειστικοί στην αποτύπωση των χαρακτήρων τους.

Όλοι οι ηθοποιοί είναι επαγγελματίες εκτός από το αγοράκι, το οποίο ανακάλυψα στη γειτονιά. Πιστεύω ότι το 90% της σκηνοθεσίας γίνεται αν έχεις επιλέξει τους κατάλληλους ηθοποιούς.

Καταβάλλω, λοιπόν, πολλή προσπάθεια στην αναζήτηση, τη διεξαγωγή οντισιόν και την επιλογή του cast. Αν αυτό επιτευχθεί, ως σκηνοθέτης χρειάζεται να δώσεις πολύ λίγες κατευθυντήριες γραμμές στη διάρκεια των γυρισμάτων.

Το πλεονέκτημα ενός φιλμ χωρίς διαλόγους είναι πως μπορείς να κάνεις casting ηθοποιών από όλο τον κόσμο. Γι’ αυτή την ταινία έκανα οντισιόν σε δέκα χώρες.

Το πιο σημαντικό για μένα ήταν οι ηθοποιοί να κάνουν τις λιγότερες δυνατές σωματικές κινήσεις, γιατί η κάμερα μπορεί να «δει» κάθε συναίσθημά τους, αν εκείνοι το βιώνουν. Δεν τους ήταν εύκολο, αλλά ήμουν τυχερός που με εμπιστεύτηκαν.

Όσον αφορά στον αγαπημένο Μίκι Μανόλοβιτς, τον πρωταγωνιστή;

Ο Μίκι Μανόλοβιτς ήταν σημαντικός ως κάποιος που ανοίγει πόρτες. Έχει μια αθώα και γοητευτική ποιότητα. Κατά κάποιο τρόπο, είναι σαν άγγελος. Δε θα μπορούσα να σκεφτώ κάποιον άλλο ηθοποιό για το συγκεκριμένο ρόλο. 



Τι απέγιναν οι κάτοικοι της περιοχής αφότου κατεδαφίστηκε η γειτονιά;

Το μέρος δεν ήταν ασφαλές, οπότε η μόνη λύση ήταν η μετεγκατάσταση των κατοίκων. Ήταν δυστυχείς μ’ αυτό, γιατί ζούσαν εκεί επί τριάντα χρόνια κι ήταν πολύ κεντρικά. Μπορείς, λοιπόν, να πεις ότι πρόκειται για μια διαδικασία «εξευγενισμού».

Νομίζω, όμως, πως η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν τους αποζημίωσε με αρκετά δίκαιο τρόπο, ώστε να χτίσουν καινούρια σπίτια κι επέλεξαν να μετακομίσουν στην ίδια γειτονιά, για να συνεχίσουν να ζουν μαζί.

Πολλές γειτονιές στο Μπακού υποβάλλονται, πάντως, σε αντίστοιχη διαδικασία, γεγονός με το οποίο δε συμφωνώ. Οι τουρίστες δε θα πήγαιναν εκεί για να δουν ουρανοξύστες στο στιλ του Ντουμπάι.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Τιφλίδα, την πρωτεύουσα της Γεωργίας, την οποία επισκέφτηκα προ ετών.

Η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν δεν ήθελε να γυρίσουμε την ταινία, και κάθε μέρα μάς σταματούσε η Αστυνομία. Ολοκληρώσαμε το φιλμ στην Τιφλίδα. Εκεί γυρίσαμε σκηνές που δε θα μας είχαν επιτρέψει να γυρίσουμε στο Αζερμπαϊτζάν.

Οι κάτοικοι της γειτονιάς αντιμετώπισαν το συνεργείο και την προοπτική των γυρισμάτων με απροθυμία ή περιέργεια;

Ήταν κάπως έκπληκτοι, γιατί δεν μπορούσαν να δουν κάποια μαγεία στην περιοχή τους. Κάποιοι υποψιάζονταν ότι γυρίζαμε μια πορνογραφική ταινία, γιατί διαρκώς τοποθετούσαμε τα σουτιέν έξω από τα σπίτια.

Αλλά μιας και το αγοράκι ήταν από τη γειτονιά κι ο πατέρας του μια αξιοσέβαστη φιγούρα, αυτό τους έπεισε πως γυρίζαμε ένα σοβαρό καλλιτεχνικό φιλμ. Πιο πολύ μας ειδοποιούσαν πότε ερχόταν η Αστυνομία, παρά μας δημιουργούσαν προβλήματα.

Στην ταινία σου εκτίμησα, επίσης, τη λεπτή και συγκινητική αίσθηση του χιούμορ. Χαρακτηρίζει την προσέγγισή σου στη δημιουργία φιλμ ή προέκυψε και από την αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους και τα ποικίλα περιβάλλοντα;

(Παύση) Δεν είμαι σίγουρος αν έχω μια ξεκάθαρη απάντηση. Προκύπτει με οργανικό τρόπο. Μου αρέσει να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία. Δε χρειάζεται να κατατάξω τον εαυτό μου σε κάποιο είδος.

Σε κάθε θλιμμένη ιστορία είναι απαραίτητο το «καρύκευμα» του χιουμοριστικού στοιχείου. Ίσως τα κωμικά στοιχεία προσφέρουν κάποια ανακούφιση στον μοναχικό οδηγό κατά την ατέρμονη αναζήτησή του.

Η ταινία του Veit Helmer Το σουτιέν προβάλλεται από τις 23 Μαΐου στους κινηματογράφους σε διανομή της Filmtrade.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Clare Mackintosh: «Βρίσκω ενδιαφέρον να εξερευνώ τους φόβους των ανθρώπων»


Πρώην αστυνομικός, σύμβουλος social media και δημοσιογράφος, η Βρετανίδα Clare Mackintosh είναι ένα από τα ανερχόμενα «αστέρια» της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας.

Πρόσφατα επισκέφτηκε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προκειμένου να παρουσιάσει τη δουλειά της και να συνομιλήσει με το κοινό. Συναντηθήκαμε στην Αθήνα.

Αστυνομικός, δημοσιογράφος, σύμβουλος social media, συγγραφέας: η επαγγελματική σας διαδρομή υπήρξε ασυνήθιστη. Τι σας ώθησε στη συγγραφή;

Πάντα ήθελα να γράφω, αλλά ποτέ δε θεώρησα τη συγγραφή καριέρα. Όταν έφυγα από την Αστυνομία, κυρίως για να περάσω χρόνο με τα παιδιά μου, χρειαζόταν να βγάζω λεφτά και το γράψιμο ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω από το σπίτι.

Άρχισα, λοιπόν, να προωθώ γραπτά μου σε εφημερίδες και περιοδικά, χωρίς να έχω εμπειρία ως δημοσιογράφος ή επαφές. Ήμουν, όμως, αποφασισμένη, κι έτσι ξεκίνησα να γράφω για εκδόσεις. Το κοινό νήμα είναι η αφήγηση ιστοριών- πραγματικών ιστοριών κι όχι επινοημένων.

Όπως στην Αστυνομία έλεγα τις ιστορίες θυμάτων και δραστών αδικημάτων, έτσι και ως δημοσιογράφος αφηγούμουν τις ιστορίες των ανθρώπων από τους οποίους έπαιρνα συνέντευξη.

Ταυτόχρονα άρχισα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα Σ’ άφησα. Έκτοτε υπήρξα πολύ τυχερή που κατάφερα να εργαστώ ως μυθιστοριογράφος πλήρους απασχόλησης.

Θεωρείτε, λοιπόν, τον εαυτό σας αυτοδίδακτο, κατά κάποιο τρόπο;

Ποτέ δεν παρακολούθησα μαθήματα δημιουργικής γραφής, οπότε υποθέτω ότι είμαι αυτοδίδακτη. Μόνο που ως συγγραφέας μαθαίνεις κυρίως μέσω της ανάγνωσης, νομίζω. Διαβάζω εμμονικά, πάντα έχω ένα βιβλίο μαζί μου.

Όσο περισσότερο διαβάζω, τόσο περισσότερα μαθαίνω για τη συγγραφή. 



Ποια λογοτεχνικά είδη ή συγγραφείς εκτιμάτε περισσότερο;

Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς αλλάζουν συνέχεια, και δεν περιορίζομαι σε ένα είδος. Νομίζω πως μια καλή ιστορία είναι μια καλή ιστορία είτε πρόκειται για αστυνομικό είτε για αισθηματικό μυθιστόρημα.

Με ελκύουν βιβλία που έχουν πολύ δυνατούς χαρακτήρες. Δε χρειάζεται να μου αρέσουν, αλλά θέλω να παρακολουθήσω την ιστορία τους. Λατρεύω την Κέιτ Άτκινσον, για παράδειγμα.

Η επιλογή σας να γράφετε αστυνομικά μυθιστορήματα συνδέεται με την προηγούμενη επαγγελματική σας εμπειρία ή με την προτίμησή σας να διαβάζετε και τέτοιου είδους βιβλία;

Δεν ισχύει κανένα από τα δύο, στην πραγματικότητα. Είναι επειδή με τραβάει αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους μετά από μια αγχωτική κατάσταση, που συχνά περιλαμβάνει τη διάπραξη ενός εγκλήματος.

Το βρίσκω επίσης ενδιαφέρον να εξερευνώ τους φόβους των ανθρώπων και να τους βλέπω να ωριμάζουν ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των φόβων τους.

Τα τρία πρώτα βιβλία μου επικεντρώνονται στο έγκλημα, αλλά το επόμενο, που βγαίνει στη Μεγάλη Βρετανία τον Ιούνιο, δεν περιλαμβάνει καθόλου έγκλημα. Το πέμπτο μου μυθιστόρημα θα εκδοθεί το 2020. Και τα δύο έχουν να κάνουν με τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε κρίσεις.

Αντλείτε, ωστόσο, έμπνευση και υλικό από την εμπειρία σας ως αστυνομικός.

Κάθε συγγραφέας χρησιμοποιεί την εμπειρία του. Το πρώτο μου μυθιστόρημα είναι εμπνευσμένο από πραγματικό γεγονός.

Προσωπικά θεωρώ ότι είναι το πιο δυνατό από όσα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι στιγμής.

Πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια εξερεύνηση της θλίψης και της συμφιλίωσης με το παρελθόν. Ο καταλύτης ήταν ένα πραγματικό περιστατικό, αλλά αυτό ήταν μόνο η αφετηρία.



Το δεύτερο μυθιστόρημά σας, Σε είδα, είναι πραγματικά ευρηματικό και σύγχρονο ως προς τις ανησυχίες του. Σας απασχολεί το ζήτημα της λανθασμένης χρήσης ή της κατάχρησης των social media και των νέων τεχνολογιών;

Δημιουργούμε αυτές τις απίστευτες τεχνολογίες κι είναι σαν παριστάνομαι λιγάκι τον Θεό. Όταν πια τις δημιουργήσουμε, δεν μπορούμε να τις «ξεδημιουργήσουμε».

Η τεχνολογία, όμως, δίνει στους εγκληματίες δυνατότητες να διαπράξουν εγκλήματα που δεν υπήρχαν καν είκοσι χρόνια πριν, και η Αστυνομία με τη σειρά της πρέπει να δημιουργήσει τεχνολογίες για να πολεμήσει αυτό το φαινόμενο. Πρόκειται για ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στη γάτα και το ποντίκι.

Έτσι νιώθεις συγγράφοντας ένα μυθιστόρημα, παίζεις το ίδιο παιχνίδι με τον αναγνώστη. Θέλεις να του δώσεις ένα κομματάκι, να τον οδηγήσεις σε ένα μονοπάτι, και μετά να του το πάρεις και να τον στρέψεις προς μια διαφορετική κατεύθυνση.

Και το κάνετε δεξιοτεχνικά, συντηρώντας την αίσθηση της έκπληξης, ιδίως στο πρώτο μυθιστόρημα.

Ήθελα να «παίξω» με τις προκαθορισμένες αντιλήψεις του αναγνώστη. Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν ψεύδομαι ως προς την ταυτότητα του κεντρικού χαρακτήρα. Αυτό, όμως, απαίτησε πολλή δουλειά σε εγκληματολογικό επίπεδο.

Επιστρέφοντας στο δεύτερο μυθιστόρημά σας, και σε σχέση με τη χρήση των social media, νομίζετε ότι ο λεγόμενος «δυτικός» κόσμος είναι ένα μοναχικό μέρος;

Είναι ενδιαφέρον πως είμαστε μόνοι περιτριγυριζόμενοι από ανθρώπους. Κάποιες φορές λέμε στον εαυτό μας ότι δεν είμαστε επειδή κάνουμε chatting, αλλά δεν πρόκειται για αυθεντικές σχέσεις. Στη σημερινή κοινωνία δε συνδεόμαστε με τους ανθρώπους όπως συνέβαινε πριν από χρόνια, τα πάντα έχουν γίνει επιφανειακά.

Και εικονικά.

Απολύτως! Οι διαδικτυακές φιλίες μπορεί να γίνουν πολύ βαθιές και σημαντικές.

Αλλά και επικίνδυνες, κάποιες από αυτές.

Πράγματι χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί.

Ως μητέρα ανησυχείτε ακόμα περισσότερο.

Είμαι εντελώς παρανοϊκή. Είμαι πολύ αδιάκριτη, γιατί τα παιδιά μου είναι πολύ νεαρής ηλικίας, και θέλω να είμαι εκεί, σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα: να τα βοηθήσω να χρησιμοποιούν τα social media με ασφάλεια.

Πώς ερμηνεύετε τη δημοφιλία των αστυνομικών μυθιστορημάτων παγκοσμίως;

Αξιοποιούν τους φόβους μας. Μας αρέσει η αίσθηση τού να τρομάζουμε τον εαυτό μας και έπειτα, έχοντας διαβάσει μια σελίδα, να επιστρέφουμε στην κανονική ζωή μας.

Μας παρέχουν ένα ασφαλές μέρος να εξερευνήσουμε όσα μας τρομάζουν και να αναρωτηθούμε τι θα κάναμε σε μια αντίστοιχη κατάσταση.

Είναι επίσης ένα είδος που αντικατοπτρίζει την κοινωνία αντικρίζοντας με προσιτό τρόπο ορισμένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα: τη μεταχείριση των γυναικών, την έλλειψη στέγης, τη μετανάστευση.

Χωρίς την αστυνομική λογοτεχνία θα απομέναμε με μη προσιτά λόγια μυθιστορήματα.

Οι γυναικείοι χαρακτήρες κυριαρχούν στα μυθιστορήματά σας- ως θύματα, δράστες, ή και τα δύο.

Μου αρέσει να συνθέτω γυναικείους χαρακτήρες, να γράφω για καθημερινές γυναίκες. Όχι για γυναίκες με ξεχωριστές ικανότητες, γιατί ξέρω ότι θα νικήσουν.

Οι καθημερινές γυναίκες, από την άλλη, πρέπει να «σκάψουν» βαθιά μέσα τους για να βρουν τη δύναμη να ξεπεράσουν τις δυσκολίες.

Θα μπαίνατε στον πειρασμό να καταπιαστείτε με περισσότερο πολιτικής φύσης θέματα στις επόμενες δουλειές σας;

Το επόμενο βιβλίο μου αφορά σε ένα ζευγάρι που διαφωνεί σχετικά με τη θεραπευτική αγωγή την οποία πρέπει να ακολουθήσει ο γιος τους, ενώ το πέμπτο σε έναν λευκό αστυνομικό που σκοτώνει έναν μαύρο άντρα και δικάζεται για ανθρωποκτονία.

Η Clare Mackintosh στις Εκδόσεις Μεταίχμιο


Θα σας ενδιέφερε να γράψετε μια σειρά βιβλίων όπου συγκεκριμένοι χαρακτήρες επανεμφανίζονται κι εξελίσσονται; Βρίσκω πιο απαιτητικό αυτό που κάνετε, να ξεκινάτε από το μηδέν κάθε φορά.

Είναι κάπως εξαντλητικό. Πρέπει να έχεις συγκροτήσει έναν ισχυρό σύμπαν για να συγγράψεις μια σειρά και δε νομίζω ότι το έχω βρει ακόμα.

Πώς σχετίζεστε με τους αναγνώστες;

Λατρεύω να συναντώ τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες! Είναι το αγαπημένο μου κομμάτι της δουλειάς. Λατρεύω να συζητώ μαζί τους στο Facebook και το Instagram και συχνά τους κάνω ερωτήσεις.

Τους θεωρείτε ενεργούς συμμέτοχους, λοιπόν.

Δε θα μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου, αν δεν είχα αναγνώστες. Αν μπουν στον κόπο να μου στείλουν ένα e-mail, πάντα θα απαντήσω. Είναι πολύ σημαντικοί για μένα.

Αποδέχεστε την κριτική;

Βεβαίως! Δε διαβάζω όλες τις κριτικές, δεν έχω το χρόνο. Αν οι αναγνώστες μου μού πουν την άποψή τους, δικαιούνται να την έχουν. Τη σέβομαι, αλλά δε θα αλλάξει αναγκαστικά κάτι, γιατί οι απόψεις είναι υποκειμενικές.

Πολύ γρήγορα τα βιβλία σας έγιναν εξαιρετικά ευπώλητα. Σας αγχώνει ή σας εμπνέει αυτό;

Υπάρχει ένας βαθμός πίεσης να συνεχίσω να είμαι best selling, αλλά νιώθω λιγότερη ανήσυχη τώρα. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα ξανασυμβεί με τα επόμενα δύο, αλλά ξέρω πως το έχω κάνει. Δε βλέπω γιατί να μη συνεχίσω να γράφω καλά βιβλία. Το αν θα βρεθούν στα charts δεν έχει και τόση σημασία.

Το να είμαι μια συγγραφέας που πουλάει πολύ δεν κάνει, άλλωστε, κάποια διαφορά στην καθημερινότητά μου. Κάνω ό,τι ο καθένας- τα βγάζω πέρα με τη δουλειά, τη ζωή κι ίσως την ενασχόληση με παιδιά.

Τα μυθιστορήματά σας αφήνουν μια αίσθηση απειλής. Από πρόθεση;

Ναι, αλλά όχι χάριν του σοκ, αλλά κυρίως γιατί η ζωή δεν είναι τακτοποιημένη. Όταν υπάρχει ένα σοβαρό τραύμα, δεν υπάρχει τέλος σ’ αυτό. Με απογοητεύουν τα βιβλία που κλείνουν ομαλά. Δεν είναι ρεαλιστικό αυτό.

Το κλείσιμο των βιβλίων μου είναι σχεδιασμένο να είναι ικανοποιητικό, αλλά και να σου αφήνει μια ορισμένη αίσθηση αβεβαιότητας σχετικά με το τι θα συμβεί μετά.

Photo credit (Clare Mackintosh-κεντρική): Astrid di Crollalanza.

Περισσότερες πληροφορίες για την συγγραφέα και τη δουλειά της μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό της site.

Ευχαριστώ θερμά την Ντόρα Τσακνάκη, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου των Εκδόσεων Μεταίχμιο, για την πολύτιμη συνδρομή της στη διοργάνωση της συνομιλίας με την συγγραφέα.

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Γιόχεν Βόιτ: «Στη Γερμανία έχουμε κουλτούρα μνήμης»


Ιστορικός και συγγραφέας, ο Γερμανός Γιόχεν Βόιτ αποτύπωσε με τον ιρανικής καταγωγής εικονογράφο Χάμεντ Έσρατ στο κόμικ Κάτω ο Χίτλερ! Ή γιατί ο Καρλ δεν ήθελε να είναι ποδηλάτης την πραγματική ιστορία μιας παρέας θαρραλέων δεκαπεντάχρονων που αντιστάθηκαν στο ναζιστικό καθεστώς.

Κουβεντιάζοντας με τον Γιόχεν Βόιτ, με αφορμή την παρουσίαση του κόμικ στο πλαίσιο της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη.

Πού και πότε γνωριστήκατε με τον εικονογράφο του κόμικ Κάτω ο Χίτλερ! Ή γιατί ο Καρλ δεν ήθελε να είναι ποδηλάτης Χάμεντ Έσρατ;

Συναντηθήκαμε στο Σαλόνι των Κόμικ στο Ερλάνγκεν πριν από τρία χρόνια. Πήγα εκεί γιατί είμαι μεγάλος φαν των κόμικ. Καθόταν και υπέγραφε την καινούρια του δουλειά και κουβεντιάσαμε.

Είχα στο σακίδιό μου μια ιστορία από την Ερφούρτη όπου μένω και είμαι υπεύθυνος σε ένα τόπο μνήμης στεγαζόμενο στο χώρο μιας παλιάς φυλακής.

Όπως φαντάζεσαι, σε μια φυλακή κυκλοφορούν ιστορίες για ανθρώπους που δεν ήταν ένοχοι και υπήρξαν έγκλειστοι για πολιτικούς λόγους. Στη Γερμανία βιώσαμε μέσα σε ένα αιώνα την «ευχαρίστηση» δύο δικτατοριών: των φασιστών-εθνικοσοσιαλιστών και μετά την κομμουνιστική.

Με την ιστορία μιας ομάδας δεκαπεντάχρονων Γερμανών που αντιστάθηκαν στον Χίτλερ ρισκάροντας τόσα πολλά πήγα, λοιπόν, στο Ερλάνγκεν σε αναζήτηση εικονογράφου που θα του άρεσε η ιδέα να την αποτυπώσει.

Από την ομάδα ήξερα τον μόνο επιζώντα, τον Καρλ Μέτσνερ.

Πότε συνάντησες τον Καρλ Μέτσνερ για πρώτη φορά;

Η επαφή μου με τον Καρλ Μέτσνερ χρονολογείται από το 2012, νομίζω. Είδα αυτόν τον ηλικιωμένο, μικροκαμωμένο άνθρωπο να έρχεται στο κτίριο. Μου είπαν ότι ήταν θαρραλέος, εργαζόταν ως ιερέας κι ήταν εναντίον του συστήματος του κρατικού σοσιαλισμού και μέλος της ειρηνικής επανάστασης των τελών της δεκαετίας του ’80.

Ήταν τόσο σεμνός, ποτέ δε μιλούσε γι’ αυτή την ιστορία. Τον ρωτήσαμε, και μετά άρχισε να μιλά. Θέλαμε να βάλουμε αυτή την ιστορία στην ατζέντα. Στη Γερμανία είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές στη μνήμη. Έχουμε κουλτούρα μνήμης. 



Αυτή η ιστορία, όμως, ήταν σχετικά λιγότερο γνωστή ή και εντελώς άγνωστη σε σχέση, για παράδειγμα, με εκείνη των αδερφών Σολ.

Κανένας δεν ήξερε γι’ αυτή την αντιστασιακή ομάδα από την Ερφούρτη. Πραγματοποιήσαμε έρευνα επί τρία χρόνια,  διεξήγαμε συνεντεύξεις και συγγράψαμε ένα επιστημονικό βιβλίο.

Ήταν μια προσπάθεια να μιλήσουμε για ένα ιστορικό ζήτημα με διαφορετικό τρόπο- όχι επιστημονικό, αλλά συναισθηματικό. Στόχος μου ήταν να δείξω ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, και κάποιες φορές αναγκαίο.

Με ένα πιο ελκυστικό οπτικά τρόπο.

Σκέφτηκα, λοιπόν, να τοποθετήσω στο κέντρο  της ιστορίας έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή συνεχίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και που μπήκε σε μπελάδες και με το νέο σύστημα.

Η αντίστασή του δεν ενδιέφερε κανένα στη ΛΔΓ, κανένας δεν του είπε ότι ήταν ήρωας, ούτε ποτέ πήρε λεφτά από το κράτος όπως οι κομμουνιστές. Η αντίσταση της ομάδας του δε «μετρούσε».

Ο ίδιος ήταν περήφανος και μετριόφρων άνθρωπος. Έλεγε, λοιπόν: «Αφού κανένας δε νοιάζεται, ούτε κι εγώ θα νοιαστώ». Όταν πια ήταν πάνω από 80, μπορούσαν να τον πείσουν να λάβει ένα μηνιαίο επίδομα.

Σε κάθε περίπτωση, ήταν πρόθυμος να μοιραστεί την ιστορία του, κι αυτό είναι εξαιρετικά πολύτιμο για όλους μας.

Υπήρξαμε πολύ τυχεροί.

Επιστρέφοντας στον τρόπο αποτύπωσης της ιστορίας, δεν απευθύνεστε μόνο σε εφήβους. Στο ρωτάω επειδή υπάρχει η συνήθης παρανόηση πως τα κόμικ αφορούν μόνο σε παιδιά και εφήβους.

Δεν πρόκειται για παιδικό βιβλίο. Δε με ενοχλεί, πάντως, οταν δημοσιεύεται ένα άρθρο για το βιβλίο μας στη λογοτεχνική σελίδα για παιδιά της Süddeutsche Zeitung.

Σε σχέση με το κόμικ μας, αρχικά σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να δώσω κάποιες γενικές πληροφορίες για την πολιτική κατάσταση της περιόδου. Είχαμε κατά νου ένα αναγνωστικό κοινό από 15 ετών και πάνω, της ίδιας ηλικίας με τους μαθητές που είχαν δημιουργήσει την αντιστασιακή ομάδα. 



Πώς εξελίχτηκε η συνεργασία με τον Χάμεντ;

Ο Χάμεντ ενδιαφέρθηκε πραγματικά. Κατάγεται από το Ιράν. Ο πατέρας του είχε βιώσει παρόμοια καταπίεση από το πολιτικό σύστημα της χώρας. Όταν ο Χάμεντ ήταν παιδί, κατέφυγαν στη Δυτική Γερμανία. Ίσως γι’ αυτό ενδιαφέρθηκε για την ιστορία.

Βεβαίως νιώθει Γερμανός τώρα, είναι Γερμανός συγγραφέας, έχει μεγαλώσει στη Γερμανία και ζει επί μακρόν στο Βερολίνο. Είναι άνθρωπος της οικογένειας, και η σύζυγός του είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

Είχαμε πολύ καλή σχέση, όπως επίσης και διαμάχες.

Πολύ παραγωγικό και υγιές μεταξύ συνεργατών, θα έλεγα!

Δεν είμαι εύκολος άνθρωπος, ούτε κι εκείνος.

Στην αρχή υπήρξα πολύ αφελής. Σκεφτόμουν να αφηγηθούμε την ιστορία σε πενήντα σελίδες. Εκείνος αντιπρότεινε να της δώσουμε λίγο χώρο. Κι έτσι μεγάλωσε.

Μεγάλωσε κι η απήχηση του κόμικ στο γερμανικό κοινό; Πώς έχει γίνει δεκτό;

Η κριτική υπήρξε πολύ φιλική. Δεν είναι μπεστ σέλερ, αλλά ήδη το Δεκέμβρη του 2018 βγήκε η δεύτερη έκδοση. Έχουν πουληθεί τρεις με τέσσερις χιλιάδες αντίτυπα. Πρόκειται για επιτυχία. Είμαστε περήφανοι γι’ αυτό το κόμικ.

Αναφέρθηκες νωρίτερα στην «κουλτούρα μνήμης» που κυριαρχεί στη Γερμανία. Πώς ερμηνεύεις, λοιπόν, την ανησυχητική άνοδο της Ακροδεξιάς στη χώρα, όπως επίσης και σε πανευρωπαϊκό, αλλά και παγκόσμιο, επίπεδο;

Οι άνθρωποι αναζητούν προσανατολισμό, ξέρεις. Θέλουν να νιώσουν οικεία. Έχει να κάνει με τις διαφορές ανάμεσα σε αυτούς που είναι πλούσιοι με ένα χυδαίο και διεστραμμένο τρόπο κι όσους προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα στην καθημερινή τους ζωή και δεν ξέρουν τι θα φέρει το αύριο.

Προσωπικά ανήκω στη λεγόμενη «μεσαία τάξη» και θα πρέπει να παραμείνουμε καλλιεργημένοι, να μη χάσουμε τα λογικά μας. Το πολιτικό φάσμα στη Γερμανία εκτείνεται από την άκρα Αριστερά που επίσης δεν κινείται κάθε φορά σε δημοκρατικό έδαφος μέχρι την άκρα Δεξιά.

Δεν ισχυρίζομαι, ωστόσο, ότι η κατάσταση είναι όπως το 1932 και πως βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας δικτατορίας. Δεν το πιστεύω αυτό. Είναι υστερικό.

Περισσότερες πληροφορίες για το κόμικ των Γιόχεν Βόιτ και Χάμεντ Έσρατ Κάτω ο Χίτλερ! Ή γιατί ο Καρλ δεν ήθελε να είναι ποδηλάτης, το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη,  εδώ και εδώ.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Ντιέγκο Λέρμαν: «Το “Μια ιδιαίτερη οικογένεια” είναι ένα ηθικό road movie»


Ο Ντιέγκο Λέρμαν, ένας από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους Αργεντίνους σκηνοθέτες, εξερευνά με την ταινία του Μια ιδιαίτερη οικογένεια, που προβάλλεται στις αίθουσες από τις 9 Μαΐου, όλες τις διαστάσεις του απάνθρωπου και δυσλειτουργικού συστήματος υιοθεσίας στην Αργεντινή με επίκεντρο την ιστορία της Μαλένα, η οποία θέλει πάση θυσία να γίνει μητέρα.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Πόση σημασία αποδίδεις στην οικογένεια ως ιδέα και ως καθημερινή εμπειρία;

Η οικογένεια είναι μια συγκινητική ιδέα. Όλες οι κοινωνίες ασχολούνται με αυτή, αλλά οι οικογένειες δεν είναι οι ίδιες στις διαφορετικές περιόδους και τις διάφορες κοινωνίες.

Η δύναμη της οικογένειας συνίσταται στο ότι μπορεί να περιγράφει πολλά για τις ιδέες, τους νόμους και τους τρόπους ζωής, χωρίς να μιλά ευθέως για όλα αυτά.

Στην πιο πρόσφατη ταινία σου Μια ιδιαίτερη οικογένεια εξερευνάς με αξιοσημείωτη αφηγηματική οικονομία και ακρίβεια τις συναισθηματικές, νομικές, ηθικές κι ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις του συστήματος υιοθεσίας στην Αργεντινή. Σε ποιο βαθμό βασίζεται το σενάριο σε πραγματικά γεγονότα;

Μια φίλη μου μού είπε πώς ήταν για εκείνη να υιοθετήσει ένα παιδί μόνη της μερικά χρόνια πριν. Κράτησα την ιστορία στο μυαλό μου.

Όταν τελείωσα το φιλμ Refugiado, ξαφνικά άρχισα να θυμάμαι εκείνη τη μαρτυρία και θεώρησα ότι ήταν καλή ιδέα να προσπαθήσω να γράψω ένα σενάριο με το ίδιο κόνσεπτ που χρησιμοποίησα για εκείνη την ταινία, αλλά προς αντίθετη κατεύθυνση.

Το Refugiado είχε να κάνει με την απόδραση ενός παιδιού και της μητέρας του λόγω ενδοοικογενειακής βίας, επρόκειτο για την αποδόμηση της οικογένειας. 

Μπάρμπαρα Λένι

Το Μια ιδιαίτερη οικογένεια, από την άλλη, είναι το ταξίδι μιας γυναίκας που θέλει να γίνει μητέρα ό,τι κι αν συμβεί, η απελπισμένη μάχη της να χτίσει μια οικογένεια. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή που βρήκα κατά τη διάρκεια της έρευνας ήταν η ηθική.  

Για μένα, το Μια ιδιαίτερη οικογένεια είναι ένα ηθικό road movie, ένα ταξίδι με στόχο την υιοθεσία ενός μωρού.

Είναι, όμως, και μια πιο περίπλοκη αναζήτηση του ορίου αυτής της αναζήτησης και του τι επιτρέπεται να κάνεις εντός ενός συστήματος που δε λειτουργεί κι όπου οι νόμιμες κι οι παράνομες παράμετροι είναι περισσότερο πoλύπλοκες απ’ όσο φαίνονται.

Πραγματοποίησες πολλή έρευνα;

Διεξήγαγα πολλή έρευνα. Άκουσα πολλές μαρτυρίες γυναικών και ζευγαριών που υιοθέτησαν μωρά ή που το προσπάθησαν. Τα περισσότερα ανήκουν στη μεσαία τάξη του Μπουένος Άιρες κι ως επί το πλείστον το έκαναν παράνομα. Οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες έληξαν αίσια σε σχέση με την υιοθεσία, ενώ άλλες όχι.

Το σύστημα υιοθεσίας στην Αργεντινή είναι πολύ μπερδεμένο και είναι πολύ δύσκολο για ένα ζευγάρι ή για μια ανύπαντρη γυναίκα να υιοθετήσουν ένα παιδί. Ταυτόχρονα, υπάρχουν πολλά παιδιά που αναμένουν να υιοθετηθούν, περιμένουν μια οικογένεια...

Επισκέφτηκα ορισμένα μέρη και είδα αυτά τα παιδιά και δε νομίζω ότι υπάρχει λογική στον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα υιοθεσίας. 


Εντέλει, υπάρχουν πολλές γυναίκες σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση που συνάντησα, οι οποίες έδωσαν τα παιδιά τους για υιοθεσία: κάποιες εξ αυτών για τα λεφτά, κάποιες γιατί δεν είχαν τους πόρους για να τα μεγαλώσουν.

Υπάρχουν επίσης ορισμένες μικρομαφίες δικηγόρων, γιατρών, νοσοκόμων κ.λπ. που προσπαθούν να βρουν ένα παιδιά γι’ αυτούς που δεν μπορούν να βρουν άλλο τρόπο υιοθεσίας.

Είναι περίπλοκο ζήτημα, γιατί κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για μια δουλειά, και ταυτόχρονα τούς είναι εύκολο να τη διεκπεραιώσουν λόγω της απουσίας του κράτους. Προσποιήθηκα ότι ήθελα να υιοθετήσω ένα μωρό για να δω τι θα συμβεί και έφτασα μέχρι του σημείου να μου ζητήσουν λεφτά.

Η ταινία σου είναι γυρισμένη στις αγροτικές, φτωχές κοινότητες του αργεντίνικου Βορρά. Επέλεξες αυτή την περιοχή γιατί εκεί είναι εντονότερα ορατοί οι ταξικοί διαχωρισμοί της σύγχρονης Αργεντινής;

Τη γυρίσαμε εκεί, επειδή η συγκεκριμένη επαρχία είναι μια από τις διάσημες τοποθεσίες όπου πραγματοποιούνται οι παράνομες υιοθεσίες στην Αργεντινή. Έκανα, λοιπόν, την έρευνα εκεί, κι έπειτα αναζήτησα τοποθεσίες σε κοντινή απόσταση. Πρόκειται για μια κωμόπολη 2.000 κατοίκων που συνορεύει με τη Βραζιλία. 


Μπάρμπαρα Λένι (αριστερά), Γιανίνα Αβίλα (μέση), Ντιέγκο Λέρμαν (δεξιά)

Το cast, κυρίως οι πρωταγωνίστριες Μπάρμπαρα Λένι (Μαλένα) και Γιανίνα Αβίλα (Μαρσέλα), υποδύονται τους ρόλους τους με όλες τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητά τους. Πώς διάλεξες τις/τους ηθοποιούς και ποια ήταν η μεθοδολογία σου στη συνεργασία σας;

Αναζητούσα μια ηθοποιό που θα μπορούσε να υποδυθεί τον κεντρικό ρόλο, που θα μπορούσε να καταλάβει την πρόκληση του να κάνεις την ταινία.

Μου αρέσει, επίσης, να δουλεύω με ερασιτέχνες ηθοποιούς, ντόπιους από την περιοχή. Όταν συνάντησα την Μπάρμπαρα, σκέφτηκα «αυτή είναι», και στ’ αλήθεια δούλεψε!

Το πιο δύσκολο ήταν να βρούμε κάποια από την περιοχή για το ρόλο της Μαρσέλα, της βιολογικής μητέρας. Αλλά μια μέρα βρήκαμε την Γιανίνα Αβίλα, και υπήρξε πολύ σημαντική για το φιλμ και το γύρισμα. Έκανα casting γι’ αυτό το ρόλο γυναικών που είχαν βιώσει κάτι παρόμοιο με το χαρακτήρα της Μαρσέλα. 


Από την ανάδοχη στη βιολογική μητέρα και το μωρό, φαίνεται ότι οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι θύματα του ίδιου σκληρού κι απάνθρωπου συστήματος που εμπορευματοποιεί κι εκμεταλλεύεται την ανάγκη τους για μια ζωή με αξιοπρέπεια και πληρότητα. Αποσκοπείς στην ανατροπή αυτής της κατάστασης;

Ναι. Σκέφτηκα τη δομή του φιλμ σαν μια αρχαιοελληνική τραγωδία όπου όλοι οι χαρακτήρες είναι κατά κάποιο τρόπο θύματα των περιστάσεων. Υπάρχει κάτι ανώτερο από αυτούς που τους ωθεί σε οριακές καταστάσεις, μέσα στις οποίες αναγκάζονται να διαλέξουν ανάμεσα σε πράγματα που τα νιώθουν κακά, αλλά δεν έχουν επιλογή.

Είναι κάτι σκληρό και βάναυσο, και ταυτόχρονα έτσι νιώθω ότι χτίστηκε το σύστημά μας.

Η Αργεντινή ταρακουνήθηκε από μια σοβαρή οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές του 2000. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος εκείνων των χρόνων σε σένα; Αισθάνεσαι αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας σου μέσα σε ένα ακόμα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον;

Είμαι αρκετά απαισιόδοξος σχετικά με την πραγματικότητά μας.

Αυτή τη στιγμή βιώνουμε μια επαναφορά σε νεοφιλελεύθερες φόρμουλες, και η γενιά μου ξέρει πολύ καλά πού οδηγεί αυτό.

Ταυτόχρονα, υπάρχει εδώ στην Αργεντινή ένα περιβάλλον με δυνατότητες στον τομέα των τεχνών, γενικότερα, και του κινηματογράφου, ειδικότερα, που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να ονειρεύομαι και να κάνω ταινίες με ταλαντούχους ανθρώπους τριγύρω, κι αυτό το λατρεύω.

Ευχαριστώ θερμά την Giorgina Mesiano από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας Campo Cine για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Ντιέγκο Λέρμαν Μια ιδιαίτερη οικογένεια προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 9 Μαΐου σε διανομή της Weird Wave.