Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Ντιέγκο Λέρμαν: «Το “Μια ιδιαίτερη οικογένεια” είναι ένα ηθικό road movie»


Ο Ντιέγκο Λέρμαν, ένας από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους Αργεντίνους σκηνοθέτες, εξερευνά με την ταινία του Μια ιδιαίτερη οικογένεια, που προβάλλεται στις αίθουσες από τις 9 Μαΐου, όλες τις διαστάσεις του απάνθρωπου και δυσλειτουργικού συστήματος υιοθεσίας στην Αργεντινή με επίκεντρο την ιστορία της Μαλένα, η οποία θέλει πάση θυσία να γίνει μητέρα.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Πόση σημασία αποδίδεις στην οικογένεια ως ιδέα και ως καθημερινή εμπειρία;

Η οικογένεια είναι μια συγκινητική ιδέα. Όλες οι κοινωνίες ασχολούνται με αυτή, αλλά οι οικογένειες δεν είναι οι ίδιες στις διαφορετικές περιόδους και τις διάφορες κοινωνίες.

Η δύναμη της οικογένειας συνίσταται στο ότι μπορεί να περιγράφει πολλά για τις ιδέες, τους νόμους και τους τρόπους ζωής, χωρίς να μιλά ευθέως για όλα αυτά.

Στην πιο πρόσφατη ταινία σου Μια ιδιαίτερη οικογένεια εξερευνάς με αξιοσημείωτη αφηγηματική οικονομία και ακρίβεια τις συναισθηματικές, νομικές, ηθικές κι ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις του συστήματος υιοθεσίας στην Αργεντινή. Σε ποιο βαθμό βασίζεται το σενάριο σε πραγματικά γεγονότα;

Μια φίλη μου μού είπε πώς ήταν για εκείνη να υιοθετήσει ένα παιδί μόνη της μερικά χρόνια πριν. Κράτησα την ιστορία στο μυαλό μου.

Όταν τελείωσα το φιλμ Refugiado, ξαφνικά άρχισα να θυμάμαι εκείνη τη μαρτυρία και θεώρησα ότι ήταν καλή ιδέα να προσπαθήσω να γράψω ένα σενάριο με το ίδιο κόνσεπτ που χρησιμοποίησα για εκείνη την ταινία, αλλά προς αντίθετη κατεύθυνση.

Το Refugiado είχε να κάνει με την απόδραση ενός παιδιού και της μητέρας του λόγω ενδοοικογενειακής βίας, επρόκειτο για την αποδόμηση της οικογένειας. 

Μπάρμπαρα Λένι

Το Μια ιδιαίτερη οικογένεια, από την άλλη, είναι το ταξίδι μιας γυναίκας που θέλει να γίνει μητέρα ό,τι κι αν συμβεί, η απελπισμένη μάχη της να χτίσει μια οικογένεια. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή που βρήκα κατά τη διάρκεια της έρευνας ήταν η ηθική.  

Για μένα, το Μια ιδιαίτερη οικογένεια είναι ένα ηθικό road movie, ένα ταξίδι με στόχο την υιοθεσία ενός μωρού.

Είναι, όμως, και μια πιο περίπλοκη αναζήτηση του ορίου αυτής της αναζήτησης και του τι επιτρέπεται να κάνεις εντός ενός συστήματος που δε λειτουργεί κι όπου οι νόμιμες κι οι παράνομες παράμετροι είναι περισσότερο πoλύπλοκες απ’ όσο φαίνονται.

Πραγματοποίησες πολλή έρευνα;

Διεξήγαγα πολλή έρευνα. Άκουσα πολλές μαρτυρίες γυναικών και ζευγαριών που υιοθέτησαν μωρά ή που το προσπάθησαν. Τα περισσότερα ανήκουν στη μεσαία τάξη του Μπουένος Άιρες κι ως επί το πλείστον το έκαναν παράνομα. Οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες έληξαν αίσια σε σχέση με την υιοθεσία, ενώ άλλες όχι.

Το σύστημα υιοθεσίας στην Αργεντινή είναι πολύ μπερδεμένο και είναι πολύ δύσκολο για ένα ζευγάρι ή για μια ανύπαντρη γυναίκα να υιοθετήσουν ένα παιδί. Ταυτόχρονα, υπάρχουν πολλά παιδιά που αναμένουν να υιοθετηθούν, περιμένουν μια οικογένεια...

Επισκέφτηκα ορισμένα μέρη και είδα αυτά τα παιδιά και δε νομίζω ότι υπάρχει λογική στον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα υιοθεσίας. 


Εντέλει, υπάρχουν πολλές γυναίκες σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση που συνάντησα, οι οποίες έδωσαν τα παιδιά τους για υιοθεσία: κάποιες εξ αυτών για τα λεφτά, κάποιες γιατί δεν είχαν τους πόρους για να τα μεγαλώσουν.

Υπάρχουν επίσης ορισμένες μικρομαφίες δικηγόρων, γιατρών, νοσοκόμων κ.λπ. που προσπαθούν να βρουν ένα παιδιά γι’ αυτούς που δεν μπορούν να βρουν άλλο τρόπο υιοθεσίας.

Είναι περίπλοκο ζήτημα, γιατί κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για μια δουλειά, και ταυτόχρονα τούς είναι εύκολο να τη διεκπεραιώσουν λόγω της απουσίας του κράτους. Προσποιήθηκα ότι ήθελα να υιοθετήσω ένα μωρό για να δω τι θα συμβεί και έφτασα μέχρι του σημείου να μου ζητήσουν λεφτά.

Η ταινία σου είναι γυρισμένη στις αγροτικές, φτωχές κοινότητες του αργεντίνικου Βορρά. Επέλεξες αυτή την περιοχή γιατί εκεί είναι εντονότερα ορατοί οι ταξικοί διαχωρισμοί της σύγχρονης Αργεντινής;

Τη γυρίσαμε εκεί, επειδή η συγκεκριμένη επαρχία είναι μια από τις διάσημες τοποθεσίες όπου πραγματοποιούνται οι παράνομες υιοθεσίες στην Αργεντινή. Έκανα, λοιπόν, την έρευνα εκεί, κι έπειτα αναζήτησα τοποθεσίες σε κοντινή απόσταση. Πρόκειται για μια κωμόπολη 2.000 κατοίκων που συνορεύει με τη Βραζιλία. 


Μπάρμπαρα Λένι (αριστερά), Γιανίνα Αβίλα (μέση), Ντιέγκο Λέρμαν (δεξιά)

Το cast, κυρίως οι πρωταγωνίστριες Μπάρμπαρα Λένι (Μαλένα) και Γιανίνα Αβίλα (Μαρσέλα), υποδύονται τους ρόλους τους με όλες τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητά τους. Πώς διάλεξες τις/τους ηθοποιούς και ποια ήταν η μεθοδολογία σου στη συνεργασία σας;

Αναζητούσα μια ηθοποιό που θα μπορούσε να υποδυθεί τον κεντρικό ρόλο, που θα μπορούσε να καταλάβει την πρόκληση του να κάνεις την ταινία.

Μου αρέσει, επίσης, να δουλεύω με ερασιτέχνες ηθοποιούς, ντόπιους από την περιοχή. Όταν συνάντησα την Μπάρμπαρα, σκέφτηκα «αυτή είναι», και στ’ αλήθεια δούλεψε!

Το πιο δύσκολο ήταν να βρούμε κάποια από την περιοχή για το ρόλο της Μαρσέλα, της βιολογικής μητέρας. Αλλά μια μέρα βρήκαμε την Γιανίνα Αβίλα, και υπήρξε πολύ σημαντική για το φιλμ και το γύρισμα. Έκανα casting γι’ αυτό το ρόλο γυναικών που είχαν βιώσει κάτι παρόμοιο με το χαρακτήρα της Μαρσέλα. 


Από την ανάδοχη στη βιολογική μητέρα και το μωρό, φαίνεται ότι οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι θύματα του ίδιου σκληρού κι απάνθρωπου συστήματος που εμπορευματοποιεί κι εκμεταλλεύεται την ανάγκη τους για μια ζωή με αξιοπρέπεια και πληρότητα. Αποσκοπείς στην ανατροπή αυτής της κατάστασης;

Ναι. Σκέφτηκα τη δομή του φιλμ σαν μια αρχαιοελληνική τραγωδία όπου όλοι οι χαρακτήρες είναι κατά κάποιο τρόπο θύματα των περιστάσεων. Υπάρχει κάτι ανώτερο από αυτούς που τους ωθεί σε οριακές καταστάσεις, μέσα στις οποίες αναγκάζονται να διαλέξουν ανάμεσα σε πράγματα που τα νιώθουν κακά, αλλά δεν έχουν επιλογή.

Είναι κάτι σκληρό και βάναυσο, και ταυτόχρονα έτσι νιώθω ότι χτίστηκε το σύστημά μας.

Η Αργεντινή ταρακουνήθηκε από μια σοβαρή οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές του 2000. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος εκείνων των χρόνων σε σένα; Αισθάνεσαι αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας σου μέσα σε ένα ακόμα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον;

Είμαι αρκετά απαισιόδοξος σχετικά με την πραγματικότητά μας.

Αυτή τη στιγμή βιώνουμε μια επαναφορά σε νεοφιλελεύθερες φόρμουλες, και η γενιά μου ξέρει πολύ καλά πού οδηγεί αυτό.

Ταυτόχρονα, υπάρχει εδώ στην Αργεντινή ένα περιβάλλον με δυνατότητες στον τομέα των τεχνών, γενικότερα, και του κινηματογράφου, ειδικότερα, που μου δίνει διαρκώς την ευκαιρία να ονειρεύομαι και να κάνω ταινίες με ταλαντούχους ανθρώπους τριγύρω, κι αυτό το λατρεύω.

Ευχαριστώ θερμά την Giorgina Mesiano από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας Campo Cine για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Ντιέγκο Λέρμαν Μια ιδιαίτερη οικογένεια προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 9 Μαΐου σε διανομή της Weird Wave.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Tayfun Pirselimoğlu: «Το σινεμά στις μέρες μας μετατρέπεται σε αλισβερίσι»


Μια δυσοίωνη και πολύσημη φιλμική παραβολή για το τέλος του κόσμου με επιρροές από το σινεμά του Αγγελόπουλου και του Μπέλα Ταρ, το Sideway, η πιο πρόσφατη δουλειά του Τούρκου δημιουργού Tayfun Pirselimoğlu, προβάλλεται από τις 15 Μαρτίου στην Αθήνα. Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη στο πλαίσιο του περσινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας, λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας του.

Είσαι ένας σινεφίλ σκηνοθέτης και λάτρης των φιλμ. Πώς θα όριζες την κινηματογραφοφιλία στις μέρες μας;

Στις μέρες μας διαφέρει από εκείνη του παρελθόντος. Η ποιότητα του σινεμά είναι, εξάλλου, φρικτά χαμηλότερη. Οι κινηματογραφόφιλοι θεατές υποφέρουν για να παρακολουθήσουν καλές ταινίες. Κι αυτό συμβαίνει παντού στον κόσμο, όχι μόνο στην Τουρκία ή την Ελλάδα. Το να είσαι σινεφίλ σήμερα απαιτεί περισσότερα προσόντα, ώστε να βρεις τη σωστή ταινία (γέλιο). Και είναι δυσκολότερο απ’ ό,τι παλαιότερα.

Απαιτεί, επίσης, και κάποιου είδους εκπαίδευση, με την ευρύτερη έννοια του όρου.

Η οπτική σου γωνία πρέπει να είναι ευρύτερη εκείνης των υπόλοιπων. Έχω ένα ορισμό του καλού φιλμ: όταν βγαίνεις από την αίθουσα με ερωτηματικά, αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια ένδειξη καλής ταινίας.

Υπέφερες για να κάνεις αυτή την ταινία, όπως και οι σινεφίλ θεατές;

Η παραγωγή δεν αποτελεί πρόβλημα για μένα, αλλά η γνωριμία της με τους κατάλληλους ανθρώπους γίνεται δυσκολότερη, γιατί και το κοινό αλλάζει. Η αντίληψή του είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν. Χρειαζόμαστε ευφυέστερο κοινό, κι αυτή η ποιότητα σπανίζει.

Το είδος του κοινού που θα εκτιμούσε την αμφισημία, την αβεβαιότητα.

Απαιτούν πιο ξεκάθαρες απαντήσεις, όχι εκείνες που θα τους κάνουν να υποφέρουν ως θεατές.

Γιατί επέλεξες τον τίτλο Sideway, αν η αγγλική εκδοχή αποτελεί πιστή μετάφραση του τουρκικού;

Δε σημαίνει ακριβώς το ίδιο. Αφορά σε κάτι που δε συμβαίνει στον κεντρικό δρόμο, αλλά στο πλάι, στο περιθώριο. Δε συνειδητοποιείς τι συμβαίνει εκεί, αλλά είναι πιο σημαντικό. Ίσως το αγνοείς, καθώς περπατάς στον κεντρικό δρόμο, αλλά ο παράδρομος είναι πιο επικίνδυνος.



Το αγκυροβολημένο πλοίο στ’ ανοιχτά είναι ένα από τα δυσοίωνα και δυσερμήνευτα σημάδια του φιλμ.

Υπάρχουν πολλά σημάδια στην ταινία, δε θέλω να πω τι σημαίνει το καθένα. Προσωπικά πιστεύω πως ό,τι συμβαίνει σήμερα είναι ένα είδος διολίσθησης προς κάποιο τέλος. Και βρίσκεται παντού. Στη χώρα μου, στη χώρα σου, στον κόσμο. Είναι η απουσία προοπτικής, η απουσία λογικής. Στην ταινία οι διάλογοι δε βγάζουν πάντα νόημα, γιατί χάσαμε τις καθημερινές μας διασυνδέσεις. Χάσαμε το έδαφος, γι’ αυτό και κατρακυλάμε. Είμαι πεσιμιστής.

Μου το είχες αναφέρει και στην προηγούμενη συνομιλία μας προ ετών στην Αθήνα.

Δες τι συνέβη έκτοτε στον κόσμο (γέλιο)! Δυστυχώς, είχα δίκιο. Με αυτή την ταινία προσπαθώ, λοιπόν, απλώς να αποτυπώσω το σημερινό κόσμο. Δεν μπορείς να κατονομάσεις τον τόπο ή να την τοποθετήσεις στο χρόνο.

Ούτε κι οι ήρωες έχουν όνομα.

Ούτε κι εκείνοι. Είναι πέραν του χρόνου, του χώρου, της εθνικότητας, της θρησκείας.



Το φιλμ αποπνέει, ωστόσο, μια ισχυρή, ακόμα και μεταφυσική, αίσθηση.

Γιατί όλοι περιμένουμε κάποιον να μας σώσει. Στο Ισλάμ, στο Χριστιανισμό, στην εβραϊκή θρησκεία υπάρχει πάντα το ίδιο μοτίβο, ότι χρειαζόμαστε κάποιον να μας βοηθήσει να επιβιώσουμε. Αλλά και πως πριν την Ημέρα της Κρίσης θα υπάρχει ο Χριστός και ο Αντίχριστος. Στην ταινία μου δεν ξέρουμε ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός.  Έχουμε κάποιους υποψήφιους για τον Αντίχριστο.

Αρκετούς!

Αρκετούς! Αλλά αναμένουμε κάποιον Χριστό.

Κι όχι απλώς με τη θρησκευτική έννοια.

Με κάθε έννοια. Την πολιτική.

Έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στην ταινία σου και τις Αρμονίες του Βερκμέιστερ του Μπέλα Ταρ, κυρίως σε επίπεδο συμβολισμών. Συμφωνείς;

Θαυμάζω τον Μπέλα Ταρ, βεβαίως, Τον θεωρώ ιδιοφυή. Ποτέ δεν το είχα σκεφτεί αυτό που αναφέρεις, όμως. Συλλέγεις πράγματα στο μυαλό σου, υποσυνείδητα. Πρόκειται για μια ιστορία που είχα γράψει χρόνια πριν. Την έβγαλα, λοιπόν, από τo τσεπάκι μου.

Ήταν και η επιλογή της τοποθεσίας εξίσου σημαντική με την ίδια την αφήγηση;

Είναι η γενέτειρά μου, η Τραπεζούντα. Ειδικά το χειμώνα είναι τόσο σκοτεινή και ερημωμένη, ένα μέρος συνεχώς βροχερό. Στη διάρκεια των γυρισμάτων παρουσιάστηκε, ωστόσο, ένα πρόβλημα: δεν είχαμε αρκετή βροχή. Συμβαίνει, ξέρεις. Η κακοτυχία των σκηνοθετών (γέλιο). Ξέρω την υφή του μέρους και της περιοχής.



Και των ανθρώπων. Που παίζουν με εξαιρετική φυσικότητα, σαν να αναβλύζουν οι ερμηνείες από μέσα τους.

Και των ανθρώπων. Έχουν ξεχωριστά πρόσωπα. Οι περισσότεροι είναι κάτοικοι της περιοχής, των γύρω χωριών.

Η φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου είναι για μια ακόμα φορά μαγευτική, συναρπαστική, εγγενές στοιχείο της αφήγησης.

Είναι ιδιοφυία, είναι δάσκαλος. Είναι, επίσης, φίλος μου. Το να δουλεύεις μ’ έναν φίλο σε μια ταινία είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Αποτελεί προνόμιο. Έχουμε ένα πρότζεκτ που ελπίζουμε πως θα γυρίσουμε το 2018.

Σου δίνει μια αίσθηση αισιοδοξίας η ολοκλήρωση της ταινίας σου;

Αν και είμαι πεσιμιστής, και παρότι η ταινία δεν είναι τόσο απαισιόδοξη όσο εγώ, δίνει κάποια ελπίδα. Αλλά και η επόμενη δουλειά μου βασίζεται σε ένα από τα μυθιστορήματά μου και είναι κάπως πιο μακάβρια (γέλιο). Αφορά σε κάποιον που επιστρέφει στη γενέτειρά του για την κηδεία του πατέρα του και τότε... συμβαίνουν πράγματα. Αρκεί για τώρα.

Όσο για το μέλλον του σινεμά, στο οποίο είσαι «ταγμένος»;

Γίνεται όλο και δυσκολότερο να γυρίζεις τέτοιες ταινίες. Το σινεμά στις μέρες μας μετατρέπεται σε αλισβερίσι. Και σ’ αυτή τη δουλειά πουλάω «πραμάτεια» κάπως βαριά, όχι ευπώλητη. Απλώς προσπαθώ να βγω από αυτό τον κύκλο.

Photo credit (Tayfun Pirselimoğlu): Γιάννης Κοντός.

Ευχαριστώ θερμά τον Paweł Dobrowolski  από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας για την πολύτιμη συνδρομή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.

Η ταινία του Tayfun Pirselimoğlu Sideway προβάλλεται μεταξύ 15 και 18 Μαρτίου στον κινηματογράφο Αλκυονίς.

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Χάνα Σλακ: «Αν προσπαθείς να “θάβεις” πράγματα στο συλλογικό υποσυνείδητο, θα το δηλητηριάσουν»


Εμπνευσμένη από την πραγματική ιστορία του βοσνιακής καταγωγής ανθρακωρύχου Μεχμεντάλια Άλιτς, ο οποίος αγωνίζεται για την αξιοπρεπή ταφή των θυμάτων συνοπτικών εκτελέσεων σε ορυχείο στη Σλοβενία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταινία της Σλοβένας Χάνα Σλακ Ο ανθρακωρύχος είναι προορισμένη να προκαλέσει συζητήσεις.

Πολιτικά αμφιλεγόμενη, αλλά καλοσκηνοθετημένη και με εξαιρετική ερμηνεία από τον Λέον Λούτσεβ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτελεί τη σλοβενική υποψηφιότητα για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το 2018. Παρακολούθησα την ταινία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαρσοβίας, όπου απέσπασε 2 βραβεία. Εκεί, συναντηθήκαμε με την σκηνοθέτρια.

Ο Ανθρακωρύχος προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.



Ας «σκάψουμε» λοιπόν, όπως κι ο ανθρακωρύχος Μεχμεντάλια Άλιτς, στα πραγματικά γεγονότα, από τα οποία αντλείς την έμπνευσή σου. Τι συνέβη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σ’ εκείνο το ορυχείο στη Σλοβενία;

Δεν είναι ξεκάθαρο. Στην ταινία υπάρχουν 3, ίσως, θεωρίες. Για μένα, το βασικό ζήτημα είναι ότι ούτε ένας από τους 4.000 ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί δεν έχει ταυτοποιηθεί. Δεν έχουμε, επομένως, καμία βεβαιότητα ως προς το ποιοι ήταν. Βασικά υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος να εγκύψουμε στα γεγονότα και να γράψουμε γι’ αυτά όσο πιο αντικειμενικά γίνεται. Αυτό δεν έχει γίνει, αν και στην ευρύτερη περιοχή μας, στο Σαράγεβο, έχουμε το καλύτερο εργαστήριο για αναγνώριση στον κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου μια τέτοια έρευνα θα είναι αδύνατη, γιατί πρέπει να υπάρχουν συγγενείς, προκειμένου να προκύψει δείγμα αίματος. Και αυτοί πεθαίνουν, χωρίς να έχουν μεταφέρει τις ιστορίες τους στις νεότερες γενιές.

Γιατί απουσιάζει το ενδιαφέρον για διερεύνηση αυτών των γεγονότων;

Γιατί δεν είναι βέβαιο τι συνέβη, κι έτσι μπορείς να έχεις διάφορες θεωρίες, επιλέγοντας εκείνη που σου ταιριάζει καλύτερα. Αυτό το ζήτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο τεράστιας εκμετάλλευσης για πολιτικούς λόγους. Τόσο Δεξιά, όσο και η Αριστερά, το εκμεταλλεύονται ενόψει κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Είναι ένα μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο. Με το να το διεξαγάγεις έρευνα και να πεις την αλήθεια, χάνεις κάποιο είδος «πυρομαχικών» για πολιτική χειραγώγηση.



Εσύ, όμως, όπως και άλλοι στο πεδίο τους, νοιάζεσαι.

Αυτό που κατάφερε ο Μεχμεντάλια ήταν ότι όχι μόνο κατάφερε να βρει αυτούς τους ανθρώπους και να δημοσιοποιήσει την αλήθεια, αλλά και εγκαινίασε μια τρίτη φωνή. Από τη μία, υπήρχε η αριστερή, πολύ ιδεολογική, γεμάτη μίσος φωνή, κι από την άλλη η δεξιά, πολύ θυματοποιημένη, πολύ συναισθηματική. Και η τρίτη φωνή είναι συναισθηματικά φορτισμένη, αλλά όχι ιδεολογική. Είναι απλώς ανθρώπινη. Αυτή η φωνή έλειπε από την κοινωνία. Πολλοί, όπως εγώ, ανακουφίστηκαν που την άκουσαν. Δεν ταυτίζομαι με καμία από τις άλλες δύο. Είναι απαίσιες. Δε μου αρέσουν. Ο στόχος μου είναι ενισχύσω την τρίτη φωνή.

Εστιάζοντας κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σε θύματα πολίτες.

Ίσως έχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με όρους «πολίτες» ή «στρατιώτες». Είναι άνθρωποι. Χωρίς συν ή πλην. 4.000 άνθρωποι.



Η επιλογή του Λέον Λούτσεβ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο επηρεάστηκε από το κoινό του υπόβαθρο με τον πραγματικό ανθρακωρύχο;

Όταν διαλέγω ηθοποιούς, ιδίως για πρωταγωνιστικούς ρόλους όπως αυτός, δεν κοιτάζω την εθνικότητά τους. Το σημαντικό είναι η ανθρωπιά του Λέον. Νομίζω πως μοιράζοναι μια κοινή ανθρωπιά με τον Μεχμεντάλια. Αυτό που τους συνδέει είναι ότι ασχολήθηκαν με τις προκλήσεις, τις οποίες βίωσαν, με παρόμοιο τρόπο και οι επιλογές τους βασικά καθορίστηκαν από την ηθική τους. Δε μιλώ για τον Λέον τόσο ως ηθοποιό, αλλά ως άνθρωπο. Ο χαρακτήρας είχε βαθιά απήχηση μέσα του.

Η ερμηνεία του χαρακτηρίζεται από έντονη εσωτερικότητα.

Είναι διαισθητικός ηθοποιός, όχι διανοούμενος. Γίνεται αυτός ο χαρακτήρας. Χαίρομαι πραγματικά για τη συνεργασία μας. Στην πραγματικότητα ο Λέον δεν ήταν εκεί στη διάρκεια των γυρισμάτων καθόλου. Δεν ξέρω τον Λέον Λούτσεβ. Απλώς ξέρω τον Μεχμεντάλια.



Συμμερίζεσαι, εξάλλου, την ίδια ηθική ευθύνη απέναντι στη μνήμη, την ιστορία, την κοινωνία, τους ανθρώπους μ’ εκείνον.

Ό,τι συνέβη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι δικιά μας ευθύνη. Αυτές οι ανακαλύψεις, όμως, έγιναν στη διάρκεια της ενήλικης ζωής μας. Είμαστε, λοιπόν, υπεύθυνοι να ασχοληθούμε μ’ αυτές. Πώς καταπιανόμαστε, λοιπόν, υπεύθυνα;

Εκτιμώ, επίσης, το ότι αυτές οι διαφορετικές ιστορικές περίοδοι- ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα- τείνουν να επικαλύπτονται ή να μπλέκονται στο πλαίσιο της αφήγησης και στην ιστορία του Μεχμεντάλια.

Μου άσκησαν κριτική για το γεγονός αυτό. Αφ’ ενός, γιατί είναι ένδειξη κακού γούστου να παραλληλίζει κάποιος τη δολοφονία των προδοτών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Αλλά δεν είναι δικός μου ο παραλληλισμός. Σοκαρίστηκα μ’ αυτόν εξίσου με οποιονδήποτε άλλο. Προέρχεται από τη ζωή και τις σκέψεις του Μεχμεντάλια.



Αφ’ ετέρου, επειδή κάποιες από τις λεπτομέρειες των αντικειμένων που βρήκε στο ορυχείο θύμιζαν το Ολοκαύτωμα. Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Πολύ σχολαστικά αναδημιούργησα τις φωτογραφίες και τις περιγραφές του. Κάθε μαζικός θάνατος, ανεξαρτήτως υποβάθρου, αφήνει τα ίδια ίχνη, υλικά ή αόρατα, στην κοινωνία. Ένα ορφανό πολέμου είναι ορφανό πολέμου. Δε ρωτάς τι έκαναν οι γονείς του. Κι όλα μοιάζουν.

Πιστεύεις πως ο πόλεμος, ή τα τραύματα που άφησε ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, είναι παρελθόν, δεδομένου ότι οι «σειρήνες» του εθνικισμού ηχούν στα Βαλκάνια πολύ δυνατά όλα αυτά τα χρόνια, και στις μέρες μας;

Κάθε γενιά έχει το δικό της έργο: να ασχοληθεί με το παρελθόν και να χτίσει το μέλλον. Η γενιά μου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ανεπούλωτα τραύματα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την άλλη, υπάρχουν πράγματα που παραμένουν έγκυρα σε καθε γενιά. Όπως το κουράγιο, για παράδειγμα. Το κουράγιο να μένεις πιστός στην εσωτερική σου ηθική. Σ’ αυτό, επίσης, αφορά η ταινία.

Πώς μπορούν να επουλωθούν τραύματα, όπως οι μαζικοί θάνατοι;

Η καλύτερη θεραπεία είναι να αρχίσεις να μιλάς γι’ αυτά. Στην πραγματικότητα, το να μιλάς γι’ αυτά είναι ήδη μερικές φορές η λύση. Προσφέρει ανακούφιση και απελευθέρωση. Το ίδιο ισχύει για μια κοινωνία. Αν προσπαθείς να «θάβεις» πράγματα στο συλλογικό υποσυνείδητο, θα το δηλητηριάσουν, και μ’ αυτό το μέλλον σου. Μιλώντας για τα πράγματα, αυτά χάνουν τις κρυφές τερατώδεις δυνάμεις τους και αποδεικνύονται αρκετά κοινότοπα.



Ο Ανθρακωρύχος επιλέχτηκε ως η υποψηφιότητα της Σλοβενίας για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας του 2018. Έχοντας κατά νου το πολιτικά φορτισμένο θέμα της ταινίας, εξεπλάγης με την επιλογή;

Δεν ξέρω. Οι υποψήφιοι επιλέγονται από την Ένωση Σλοβένων Σκηνοθετών, όχι από τους κριτικούς, το κοινό, ή τους πολιτικούς. Είναι οι συνάδελφοί μου, οι οποίοι αποφάσισαν. Μ’ αυτή την έννοια δεν εκπλήσσομαι, αλλά νιώθω τιμή. Αυτό που θα αποτελούσε νίκη για όλους μας θα ήταν αν ο Ανθρακωρύχος έμπαινε στη βραχεία λίστα των υποψηφιοτήτων. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται λόμπινγκ. Και το λόμπινγκ απαιτεί είτε διασυνδέσεις ή λεφτά, που δεν έχουμε.

Η ταινία σου προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη και το Φεστιβάλ;

Έχω ξεχωριστούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη, και χαίρομαι που θα έρθω. Θέλω να δω πόσο έχει αλλάξει η πόλη, οι άνθρωποι και το Φεστιβάλ.

Ευχαριστώ θερμά τον Paweł Dobrowolski από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαρσοβίας για τη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία Ο ανθρακωρύχος της Χάνα Σλακ προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 18:00) και το Σάββατο, 4 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 20:30).