Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Χρύσανθος Κωνσταντινίδης: «Στόχος μου ήταν η συλλογική μνήμη»


Κοινωνούς ενός συλλογικού τραύματος, του ναζιστικού ολοκαυτώματος του τόπου καταγωγής του, των Λιγκιάδων Ιωαννίνων, μας καθιστά ο πρωτοεμφανιζόμενος ντοκιμαντερίστας Χρύσανθος Κωνσταντινίδης με το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής. Μέσα από τις μαρτυρίες επιζησάντων και των απογόνων τους και με τη χρήση μιας κινηματογραφικής γλώσσας που συνδυάζει ευαισθησία και ερευνητική εμβάθυνση, ο σκηνοθέτης καταθέτει μια δουλειά επείγουσα και επίκαιρη.

Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, και από τις 26 Απριλίου κυκλοφορεί στις αίθουσες. Με αυτή την ευκαιρία, συναντιόμαστε με τον σκηνοθέτη.



Κατάγεσαι από τους Λιγκιάδες Ιωαννίνων. Αυτός υπήρξε ο βασικός λόγος για την ενασχόλησή σου με το ζήτημα του ναζιστικού ολοκαυτώματος του χωριού, το οποίο συντελέστηκε σχεδόν 75 χρόνια πριν, στις 3 Οκτωβρίου 1943;

Ανατρέχοντας σε παλιές συμπεριφορές της μάνας και του παππού μου κατάλαβα πώς το γεγονός της σφαγής των Λιγκιάδων επηρέασε την ψυχολογία του παππού μου, πώς αυτή πέρασε συμπεριφορικά στην μητέρα μου και πώς κατέληξε σε μένα. Αυτό που μεταφέρθηκε είναι ένα πένθος. Άρχισα, λοιπόν, να το ψάχνω φιλοσοφικά. Η αρχική μου ιδέα αφορούσε στην καταγραφή του γεγονότος ιστορικά, με υπόβαθρο την επίδρασή του στις επόμενες γενιές.

Πότε ξεκίνησε η διαδικασία συλλογής του υλικού και κινηματογράφησης;

Το 2010. Με μια κάμερα είχα πάρει μια συνέντευξη από τον τελευταίο επιζώντα, τον Παναγιώτη Μπαμπούσκα, που ζει ακόμα, κι έπειτα από κάποιους θείους. Μετά, προσπάθησα να βρω συνεργάτες. Στη συνέχεια, διάβασα την τριλογία Μνήμες Κατοχής του  Γερμανού ιστορικού Christoph Schminck-Gustavus, το τελευταίο μέρος της οποίας αναφέρεται στους Λιγκιάδες.



Ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί σου;

Γνωριστήκαμε, συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον, ανταλλάξαμε μέιλ και μου παραχώρησε το υλικό από τις κασέτες με τις μαρτυρίες των επιζώντων που είχε συλλέξει. Όλη η έρευνά του περιστρέφεται γύρω από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Νιώθει ντροπή που η χώρα του διέπραξε αυτά τα εγκλήματα και ως αντιφασίστας θέλει να κάνει κάτι. Η δουλειά του, λοιπόν, αφορά στο να μάθουν τα νέα παιδιά τι ήταν ο ναζισμός και ο πόλεμος και πώς μπορούμε να τους αποφύγουμε.

Η ταινία σου χρηματοδοτήθηκε από πόρους του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον, γεγονός που με προβλημάτισε ως προς τα κίνητρα των μηχανισμών του γερμανικού κράτους. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για το ζήτημα της χρηματοδότησης;

Έχοντας φτιάξει ένα τρέιλερ 5-6 λεπτών και καταρτίσει ένα κοστολόγιο, μαζεύαμε σιγά σιγά χρήματα από Γερμανούς ιδιώτες. Μη φανταστείς ότι πληρωνόταν κανένας από τους συντελεστές- μόνο τη βενζίνη για τις μετακινήσεις, τα ξενοδοχεία, το φαγητό.

Το 2015 ενεργοποιήθηκε το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον. Kανονίσαμε  ραντεβού με τους υπεύθυνους, θέσαμε υπόψη τους το φάκελο της χρηματοδότησης και εγκρίθηκε. Ήταν μια σχέση χρηματοδότη-χρηματοδοτούμενου, χωρίς κανενός είδους παρέμβαση. Πληρώθηκαν και ασφαλίστηκαν οι πάντες, και με μεροκάματο προ κρίσης, ενώ προστέθηκε και συνεργείο.



Αισθανόσουν άγχος απέναντι στους ανθρώπους που προσέγγιζες;

Πήγαινα στο χωριό κάθε Πάσχα και καλοκαίρι. Με ήξεραν, τους ήξερα- όχι τόσο καλά, βέβαια. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, έρχονταν στην γιαγιά μου. Κουβέντιαζαν κι έκλαιγαν. Ήταν μεν πιο εύκολη η πρόσβαση, αλλά, όταν κατάγεσαι από το ίδιο μέρος και κουβαλάς όλο αυτό το φορτίο, διπλασιάζεται η ευθύνη σου.

Η γιαγιά Ευφροσύνη, με όλη την εσωτερικευμένη ενοχή που κουβαλά σε σχέση την υποτιθέμενη ευθύνη της για την καταστροφή του χωριού -γεγονός αβάσιμο-, είναι συγκλονιστική. Θα της άξιζε ξεχωριστό ντοκιμαντέρ.

Αν δεν τελείωνε η ταινία, μόνο και μόνο που έζησα αυτές τις στιγμές με την γιαγιά, ήταν σημαντικό.

Οι ήρωες του Μπαλκονιού αναδύονται ως ήρωες μιας ιστορίας και μιας εποχής, γεγονός που λείπει από τα δημοσιογραφικού ή δημοσιογραφίστικου τύπου ντοκιμαντέρ.

Η κλασική «συνταγή» στο ελληνικό ντοκιμαντέρ -και όχι μόνο- είναι η αφήγηση μιας ιστορίας μέσα από μερικά πορτρέτα. Το καθιστά πιο «ευανάγνωστο» από το κοινό. Στόχος μου ήταν η συλλογική μνήμη. Στο ντοκιμαντέρ μου εμφανίζονται 60 άτομα, όταν το χωριό σήμερα έχει 50 μόνιμους κατοίκους. Στην ταινία δεν αναφέρονται ονόματα. Συγκρατείς τρεις από τους ήρωες: τον Γερμανό ιστορικό, την γιαγιά Ευφροσύνη και τον Παναγιώτη Μπαμπούσκα, τον τελευταίο επιζώντα.

Η προσέγγισή σου διακρίνεται, εξάλλου, από μια ποιητικότητα που δεν καταντά μελοδραματική.

Η ιστορία από μόνη της είναι τραγική, αλλά ήθελα να κρατήσω μια ισορροπία. Έχω «κόψει», λοιπόν, πολλά κλάματα, και αφήσει κάποια. Με τη φωτογραφία και τη μουσική, η οποία χρησιμοποιείται σε ορισμένα σημεία, επιδιώκαμε να εισαγάγουμε τον θεατή σε ένα κλίμα πένθους με πιο αξιοσέβαστο τρόπο. Στην πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη ήθελα να δω τις αντιδράσεις του κόσμου στη διάρκεια της ταινίας. Οι περισσότεροι ξερόβηχαν. Αν το ερμηνεύσεις ψυχολογικά, είναι ένα αγκομαχητό, μια δύσπνοια.



Διαπιστώνω ένα διαρκές και συστηματικό ενδιαφέρον ικανού τμήματος του κοινού για ντοκιμαντέρ ιστορικοπολιτικής φύσης με έμφαση στο στοιχείο των προσωπικών μαρτυριών, το οποίο ανατροφοδοτείται από μια διαρκή παραγωγή τέτοιου τύπου ντοκιμαντέρ. Υπάρχει κοινωνική ανάγκη για τέτοιες καταγραφές;

Δεν ξέρω αν έχει το κοινό την ανάγκη να αναζητήσει, να μάθει, αλλά οι άνθρωποι που έχουν βιώσει το οτιδήποτε και οι μετέπειτα γενιές, στις οποίες ανήκω κι εγώ, με την ίδια καταγωγή έχουν την ανάγκη να το πουν. Είναι λυτρωτικό γι’ αυτούς. Στην Ελλάδα υπάρχει το κλασικό μνημόσυνο των στεφάνων, στοιχείο που λείπει από το ντοκιμαντέρ μου. Στα μνημόσυνα μιλάνε μόνο οι αρχές. Ο μάρτυρας, αυτός που έχει βιώσει κάτι, δε μιλάει.

Σε μια περίοδο απενοχοποιημένης επανόδου του ακροδεξιού και νεοναζιστικού εξτρεμισμού, δουλειές όπως η δικιά σου υπενθυμίζουν με τον τρόπο τους τι σημαίνει ναζισμός σε όλες του τις εκφάνσεις.

Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει κόσμος που έχει μπερδέψει πολύ τα πράγματα. Επειδή ήρθαν οι ναζί στην Ελλάδα, κάποιος μπορεί να ισχυρίζεται πως είναι αντιναζιστής σε ό,τι αφορά τους Γερμανούς, αλλά, σε ό,τι αφορά τους Έλληνες, είναι το ίδιο. Αυτό έχει να κάνει με την επεξεργασία της μνήμης. Δε γίνεται μετά από τόσα χρόνια τα ιστορικά βιβλία να μην αναφέρονται παρά μόνο επιγραμματικά στον Εμφύλιο. Γι’ αυτό κι επικρατεί αυτή η σύγχυση. Στόχος μου, λοιπόν, είναι και πώς μπορούν αυτά τα γεγονότα να τα δουν τα παιδιά. Σ’ εκείνα απευθύνεται το ντοκιμαντέρ περισσότερο.

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ, εδώ.

Το ντοκιμαντέρ του Χρύσανθου Κωνσταντινίδη Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής προβάλλεται στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 26 Απριλίου σε διανομή της New Star.

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

Ευαγγελία Κρανιώτη: «Αυτό που με ώθησε στον κινηματογράφο είναι πως φάνταζε λιγότερο “καθαρό” μέσο»


Υπεύθυνη για μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων, το ντοκιμαντέρ Exotica, Erotica, Etc., η εικαστικός και σκηνοθέτρια Ευαγγελία Κρανιώτη επέστρεψε φέτος με το Obscuro Barroco, μια εξερεύνηση της μεταβαλλόμενης ταυτότητας του Ρίο ντε Τζανέιρο μέσα από μια κατάδυση στο μικρόκοσμο της queer κοινότητας της πόλης, με «όχημα» την εμβληματική τρανς ακτιβίστρια και ηθοποιό Luana Muniz.

Το ντοκιμαντέρ πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στη φετινή Μπερλινάλε, όπου απέσπασε το βραβείο Teddy, και την πανελλήνια στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ενόψει σειράς προβολών του σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Αμαλιάδα, «συναντηθήκαμε» με την σκηνοθέτρια μέσω Skype.



Η πολύ ξεχωριστή εικαστική σου ματιά, όπως αποτυπώνεται και στο Exotica, Erotica, Etc. και στο πρόσφατο Obscuro Barroco, είναι προϊόν της ενασχόλησής σου με τη φωτογραφία και τις εγκαταστάσεις, μεταξύ άλλων;

Το γεγονός ότι τα πρώτα μου πρότζεκτ έλαβαν χώρα στο ευρύτερο πεδίο της τέχνης με έκανε αρχικά να θέσω στον εαυτό μου ερωτήματα αισθητικής φύσης. Κι αυτό δεν μπορούσε να χαθεί, γιατί το ίδιο μου το βλέμμα έχει «σμιλευτεί» μέσα από χρόνια ενασχόλησης με την εικόνα. Απλώς εξελίχτηκε «αγκαλιάζοντας» και το λόγο, άλλη μια από τις μεγάλες μου αγάπες από μικρή. Αυτά τα δύο απέκτησαν νόημα εφόσον άρχισα να θέλω να διηγούμαι ιστορίες.

Τα δύο πρότζεκτ, επομένως, σίγουρα συνδέονται, γιατί τα κινηματογράφησα η ίδια, σαν να ήμουν ένας σεισμογράφος ή παλμογράφος. Ακόμη και η οποιαδήποτε ανατριχίλα, είτε δικιά μου είτε του ανθρώπου που κινηματογραφούσα, πέρναγε στην εικόνα.



Δεδομένου ότι και στα δύο ντοκιμαντέρ σου συνυπάρχουν στοιχεία τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας, είναι στις μελλοντικές σου προθέσεις η στροφή προς μια πιο «καθαρή» μυθοπλασία;

Αυτό που με ώθησε στον κινηματογράφο και στην κινούμενη εικόνα είναι πως φάνταζε στα μάτια μου λιγότερο «καθαρό» μέσο. Είχε κάτι το βαθιά ανθρώπινο, μια άλλη ένταση μέσα του. Φαντάζομαι ότι, επειδή έχω μάθει να κινηματογραφώ μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο κι όταν ξεκίνησα αυτό το πρότζεκτ δεν είπα «πάω να κάνω ένα ντοκιμαντέρ», αλλά «πάω να ζήσω μια πολύ ενδιαφέρουσα περιπέτεια», την απέδωσα με τον τρόπο που της άξιζε, κι αυτός ήταν η κινηματογράφηση.

Ο ίδιος ο τίτλος του ντοκιμαντέρ συμπυκνώνει το βίωμά σου σχετικά με την πόλη του Ρίο ντε Τζανέιρο;

Σίγουρα το επίθετο «σκοτεινό» ήταν κομμάτι της εμπειρίας μου στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Από την άλλη, ο τίτλος Obscuro Barroco είναι απόηχος της οπτικής εμπειρίας που συνιστά η ταινία, στο πλαίσιο της οποίας σχεδόν αποκλειστικά κινηματογράφησα το φως, τα χρώματα, τις λάμψεις στο σκοτάδι.

Από κει και πέρα, η προσθήκη του μπαρόκ στον τίτλο ήταν πολύ συνειδητή, αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγα όταν αποφάσισα να κάνω ένα πρότζεκτ στην πόλη του Ρίο, η οποία με ώθησε στην κινηματογράφηση.



Επέστρεψα εκεί συνειδητά τη χρονιά των Ολυμπιακών, για να επισπεύσω αυτό που είχα κατά νου, το οποίο αρχικά ήταν μια μεγάλη εγκατάσταση, ένα οπτικοακουστικό αρχείο που θα οργάνωνα ως αλφαβητάρι. Σ’ αυτό το πλαίσιο, είχα ξεκινήσει μια έρευνα σχετικά με πολλές πτυχές της ζωής του Ρίο, κάποιες από τις οποίες αφορούσαν στην αρχιτεκτονική και την ιστορία του.

Τότε άρχισα να ψάχνω το μπαρόκ ως έννοια και τη σχέση του με τη βραζιλιάνικη κουλτούρα και ταυτότητα. Η Βραζιλία, ως νέο κράτος, έχει θέμα με την προέλευσή της και το τι χρωστάει στις φυλές, από τις οποίες αποτελείται.

Αποτυπώνεις, άλλωστε, το ρευστό, μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της ταυτότητας και της ίδιας της πόλης.

Δε θα μπορούσα παρά να επιλέξω την queer κοινότητα, όταν συνειδητοποίησα ότι και για μένα το Ρίο είναι αυτή η συνεχής καμπύλη, η οποία διαρκώς μεταμορφώνεται. Αλλά επίσης, επειδή πρόκειται για ένα πρότζεκτ πάνω στον Άλλο, είμαι εγώ που κοιτώ, «αγγίζω» με το βλέμμα μου μια άλλη κουλτούρα, την οποία νιώθω απίστευτα οικεία.

Εκεί έβρισκα το δεύτερο μισό που απαρτίζει την τραγωδία ως έννοια και εμπειρία, το διονυσιακό, αν υποθέσουμε πως ως κληρονομιά φέρουμε το απολλώνειο. Αυτή την ανάμειξη των δύο άρχισα να ψάχνω στην ιστορία της Βραζιλίας. Έτσι οδηγήθηκα στο μπαρόκ, όταν έμαθα περισσότερα για την περίοδο της αποικιοκρατίας, κατά την οποία το ευρωπαϊκό μπαρόκ ήρθε στη Βραζιλία, μετατρεπόμενο σ’ αυτό που συνθέτει πλέον τη βραζιλιάνικη κουλτούρα.



Είναι, ωστόσο, ένα μπαρόκ, το οποίο οφείλει την ύπαρξή του στην πρόσμειξη των λαών, μαύρων και λευκών, στο γεγονός ότι οι λευκοί  αποικιοκράτες απέκτησαν παιδιά με τις σκλάβες τους, κι αυτά τα παιδιά, που δεν ήταν ούτε σκλάβοι, αλλά ούτε ελεύθεροι, προωθήθηκαν στη μουσική και στην τέχνη. Αυτά, λοιπόν, τα παιδιά πήραν τα εργαλεία του ευρωπαϊκού μπαρόκ και τα έκαναν κάτι άλλο. Μέσα από τα χέρια τους γεννήθηκε το βραζιλιάνικο, καθ’ όλα υβριδικό μπαρόκ.

Αυτή η «αντίσταση» μέσω της τέχνης και η περίοδος κατά την οποία αναδύθηκε η έννοια του “homem barroco” στη λογοτεχνία, δηλαδή του ανθρώπου της εποχής μπαρόκ, με έκαναν να ανακαλύψω την έννοια ενός τραγικού ήρωα μέσα στο βραζιλιάνικο μπαρόκ, ενός ανθρώπου διχασμένου ανάμεσα στα ένστικτα και τη λογική, στο σώμα και το πνεύμα, γεγονός που βρήκα να ταιριάζει πολύ τόσο με τη δική μας τραγική κληρονομιά, όσο και με το χαρακτήρα της πόλης.

Βήμα βήμα, λοιπόν, στράφηκα σ’ αυτό που μου φάνηκε ότι συνένωνε τα δύο: στα σώματα. Η βραζιλιάνικη κουλτούρα είναι πολύ σωματική.



Όπως σωματική είναι και η ταινία σου.

Δε θα μπορούσε να μην είναι. Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα όταν είδα ότι μια κουλτούρα που από μόνη της είναι πανσεξουαλική έχει την ίδια έχθρα είτε λόγω θρησκείας είτε λόγω machismo απέναντι στους ανθρώπους, οι οποίοι -για μένα- την ενσαρκώνουν απόλυτα.

Άρχισα, έτσι, να αναζητώ τη δυαδικότητα στα πάντα: ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το αρσενικό και το θηλυκό. Ήταν, επομένως, ξεκάθαρο πως έπρεπε να στραφώ προς ένα σώμα που είχε βιώσει οριακές εμπειρίες αναφορικά με την ταυτότητά του, αν μ’ ενδιέφερε να εξερευνήσω τη βραζιλιάνικη ταυτότητα μέσα από τον ίλιγγο του μπαρόκ και της σωματικότητας.

Και η Luana Muniz ήταν το «όχημα», μέσω του οποίου μπορούσες να αποδώσεις αυτό που ήθελες.

Ένιωσα σαν να κοιτάζω το Ρίο ντε Τζανέιρο στα μάτια.



Το Οbscuro Barroco είναι ένα πορτρέτο και της ίδιας, έστω κι αν δεν είχες ξεκινήσει με αυτή την πρόθεση. Συναντηθήκατε τυχαία;

Όταν δουλεύεις με την πραγματικότητα, συμβαίνουν πράγματα που δεν είχες προβλέψει. Κάποια άλλα τα κυνηγάς. Όταν συναντηθήκαμε, δεν είχα προβλέψει ότι θα υπήρχε αυτή την έλξη. Δουλεύεις το τυχαίο στο ντοκιμαντέρ, αλλά επιμένεις τόσο πολύ, που εντέλει είναι σαν να προκαλείς πράγματα (γέλιο). Σχεδόν όπως συμβαίνει και με τη μυθοπλασία. Είναι σαν να ξεκινάς από τον αντίθετο πόλο, αλλά να καταλήγεις στο ίδιο κέντρο.

Το σώμα της ήταν σαν ένα μανιφέστο, όπως ανέφερες στο Q&A μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ σου στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ήταν τόσο ατίθασο σώμα, σαν καλλιτεχνική δημιουργία, σαν να μπορούσε να διασχίζει τους δρόμους ακόμα και ακρωτηριασμένο, σαν να είχε τη δικιά του γεννήτρια ζωής. Το σώμα της Luana, όπως και πολλών τραβεστί, ήταν μπαρόκ. Η ίδια ανήκε στη γενιά που ήθελε τις υπερβολικές καμπύλες. Σαν να έπρεπε να περάσει στην κοινωνική συνείδηση αυτού του είδους το σώμα, για να ανοίξει το δρόμο ελευθερίας και σε άλλα σώματα, σε άλλου είδους ταυτότητες, πολλαπλές. Ήταν ένας ογκόλιθος, που του άξιζε να ζει σαν κομμάτι της φύσης.

Παρόλα αυτά, ήταν κομμάτι της Luana, η οποία δεν υπάρχει πια, κι έτσι το σώμα της παραμένει μόνο στη φαντασία και μέσα από την ταινία.


Δραστηριοποιείσαι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, εκτός ελληνικών συνόρων. Θα σε ενδιέφερε μελλοντικά να καταπιαστείς μ’ ένα θέμα περισσότερο εστιασμένο στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Ήδη υπάρχουν τέτοιες ιστορίες στο μυαλό μου που σκοπεύω να αφηγηθώ μέσα από εικόνες. Το ότι δε ζω στην Ελλάδα με κάνει να την επιθυμώ, να τη νοσταλγώ. Αν έμενα εκεί, δεν ξέρω αν θα ήμουν τόσο ευαίσθητη στα ερεθίσματα της ελληνικής πραγματικότητας, ή αν θα είχα το βλέμμα μου στραμμένο αλλού. Εντέλει λαμβάνω ερεθίσματα από την Ελλάδα, στα οποία δεν είμαι καθόλου αδιάφορη. Ελπίζω, λοιπόν, πως ένα από τα επόμενα πρότζεκτ μου θα κινηματογραφηθεί εκεί.

Σε άγχωσε η δημοφιλία που κατέκτησες μέσω του Exotica, Erotica, Etc.;

Νιώθω ότι χτίζω σιγά σιγά και πολύ αθόρυβα αυτό που θέλω να κάνω, οπότε δεν αισθάνθηκα τέτοια πίεση. Ήταν, ωστόσο, πολύ ευπρόσδεκτη η υποδοχή της ταινίας: τόσο, ώστε να μου δώσει κουράγιο και επιθυμία να συνεχίσω. Ένα ραντεβού με το κοινό που ήθελα ν’ ανανεώσω!

Photo credit (Ευαγγελία Κρανιώτη): EPA/Hayoung Jeon.

Το ντοκιμαντέρ της Ευαγγελίας Κρανιώτη Obscuro Barroco προβάλλεται την Τετάρτη 25 Απριλίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (19:30) στο πλαίσιο του CineDoc, στη Θεσσαλονίκη, αίθουσα Σταύρος Τορνές (21:00), στην Πάτρα, κινηματογράφος Πάνθεον (21:30) και στην Αμαλιάδα, CineCinema (22:00). Επαναπροβάλλεται την Κυριακή 29 Απριλίου στην Αθήνα στον κινηματογράφο Δαναό (16:00).

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Håvard Bustnes: «Για να πολεμήσεις το φασισμό πρέπει να τον καταλάβεις»


Εστιάζοντας στην καθημερινότητα τριών γυναικών της Χρυσής Αυγής, ο Νορβηγός σκηνοθέτης Håvard Bustnes αποπειράται να διερευνήσει την άνοδο της νεοναζιστικής οργάνωσης στο πολιτικά αμφιλεγόμενο ντοκιμαντέρ του Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής.

Το φιλμ πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα του κατά τη διάρκεια του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ενώ θα προβληθεί στις 18 και 22 Απριλίου στην Αθήνα στο πλαίσιο του CineDoc. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Αποφάσισες να ασχοληθείς με τις συγκεκριμένες γυναίκες της Χρυσής Αυγής από επιλογή ή γιατί δε σου επιτράπηκε η πρόσβαση στους άντρες της νεοναζιστικής συμμορίας;

Αρχικά με ενδιέφερε πώς οι γυναίκες της Χ.Α. ανέτρεφαν τα παιδιά τους. Είχαμε πρόσβαση στην οικογένεια Γερμενή, γιατί ο παραγωγός μου Christian Falch είχε κάνει την παραγωγή στο ντοκιμαντέρ Blackhearts, που εστίαζε σε συγκροτήματα μπλακ μέταλ. Σ’ αυτό συμμετείχε και ο Γερμενής. Θεώρησα ότι έπρεπε να κάνω ένα μεγαλύτερο, πιο πολιτικό φιλμ. Λίγους μήνες μετά, η κοινοβουλευτική ομάδα της Χ.Α. συνελήφθη.

Υπήρχαν κάποιες «κόκκινες γραμμές» τόσο από τη δικιά σου, όσο και από τη δικιά τους πλευρά, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων; Πράγματα που δεν μπορούσαν να κινηματογραφηθούν ή να απαντηθούν;

Δεν έγινε έτσι. Υπήρχαν, ωστόσο, στιγμές κατά τις οποίες δε μας επιτράπηκε να έχουμε πρόσβαση σε ορισμένα μέρη, για παράδειγμα στα κεντρικά γραφεία τους. Αλλά αυτό συμβαίνει σε όλα τα ντοκιμαντέρ. Οι χαρακτήρες σου αποφασίζουν πότε θα σε προσκαλέσουν.

Έπειτα από λίγο, όμως, επρόκειτο όλο και περισσότερο περί ενός αγώνα για επικράτηση. Προσπάθησαν, βεβαίως, να κάνουν τη δικιά τους ταινία, κι εγώ τη δικιά μου, γι’ αυτό συμπεριλάβαμε κι εμένα ως χαρακτήρα, γιατί ήταν σημαντικό να δείξω στο κοινό ότι ήθελαν να κάνουν το φιλμ όπως το επιθυμούσαν.

Αυτή η σύγκρουση εν μέρει εξηγεί την πολυεπίπεδη προσέγγιση, στην οποία συνυπάρχουν αντιπαρατιθέμενα στοιχεία, όπως αποδόμηση, διακωμώδηση, απόπειρα κατανόησης του γιατί αυτά τα άτομα σκέφτονται και δρουν μ’ αυτό τον τρόπο και πληροφόρηση. Ποιος ήταν, λοιπόν, ο βασικός σου στόχος;

Πάντα ήμουν περίεργος πώς είναι δυνατόν να είσαι ναζιστής. Πίστευες στο ναζισμό ή δεν είχες άλλη επιλογή; Όταν, λοιπόν, είδα κλιπάκια με τους ανθρώπους της Χ.Α., σκέφτηκα ότι ήταν πιθανό να βρω απάντηση στην πραγματική ζωή του σήμερα στην Ελλάδα. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να κατανοήσεις γιατί κάτι τέτοιο συμβαίνει στην εποχή μας, έχοντας όλη τη γνώση του τι έχει συμβεί.

Τι αποκόμισες από αυτές;

Δεν ξέρω αν πήρα απάντηση.

Νομίζω πως είναι πολύ ευφυείς.

Ήταν πολύ σημαντικό να δείξω ότι αυτό που κάνουν είναι επικίνδυνο. Παρόλα αυτά, θα ήταν πολύ πιο βολικό να τις παρουσιάσω σαν τέρατα. Σαν να είναι εκείνες τέρατα κι εμείς ανθρώπινες υπάρξεις, που δε θα μπορούσαμε ποτέ να γίνουμε σαν αυτές.

Δε νομίζω, πάντως, ότι το διακύβευμα εδώ είναι αν πρόκειται για ανθρώπους ή τι αυτό σημαίνει επί της ουσίας στην περίπτωσή τους, αλλά πώς δρουν σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Κατανοώ αυτό που λες. Σέβομαι την άποψή σου.

Αναρωτιέμαι, επομένως, μιας και δηλώνεις στο ντοκιμαντέρ ότι είσαι ανθρωπιστής, θα μπορούσε ή θα έπρεπε η ανθρωπιστική προσέγγιση να επεκτείνεται και στην εξερεύνηση θεμάτων όπως ο νεοναζισμός;

Το ζήτημα είναι ποιος είναι ο στόχος μας. Στόχος μας είναι να απαλλαγούμε από αυτόν. Πώς θα γίνει αυτό; Νομίζω πως πρέπει να κατανοήσουμε τι πραγματικά σημαίνει. Για να πολεμήσεις το φασισμό πρέπει να τον καταλάβεις. Κι αν θεωρείς ότι όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν είναι ανόητοι σκίνχεντ, αυτό θα ήταν πολύ πιο βολικό. Πρέπει να είσαι ευφυής. Και να κατανοήσεις όλες αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας που είναι πολύ συνηθισμένες στην Ελλάδα και στην αριστερίστικη πλευρά του πολιτικού φάσματος.

Ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσεις τους φασίστες, πάντως, δεν είναι να τους πετάς πέτρες. Νομίζω πως αυξάνονται γιατί τόσο πολλοί τους επιτίθενται. Και αυτές οι δύο ομάδες αλληλοεξαρτώνται.

Διαφωνώ μαζί σου. Η άνοδος του νεοναζισμού οφείλεται σε ευρύτερους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, δεν μπορεί να αποδίδεται στη δράση των αντιφασιστών. Δεν πρόκειται για κάποια «βεντέτα» ανάμεσα σε αντιφασίστες και φασίστες.

Είναι πολύπλοκο ζήτημα.

Ως άνθρωπος και ως ντοκιμαντερίστας, ποιος πιστεύεις, λοιπόν, ότι είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμηθεί ο φασισμός;

Δεν είμαι ειδικός. Αν το ντοκιμαντέρ μου ήταν το μόνο για το ζήτημα, δε θα έπρεπε να είναι έτσι. Αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης συζήτησης, ένα έργο τέχνης που στέκεται από μόνο του. Νομίζω πως η εκπαίδευση βοηθάει, ιδίως τα παιδιά, καθώς και η δημιουργία μιας δικαιότερης κοινωνίας, η προσπάθεια να έχουν όλοι δουλειά και αξιοπρεπές εισόδημα, ο τερματισμός της διαφθοράς.

Πώς είναι η κατάσταση με την Ακροδεξιά στη Νορβηγία; Απ’ όσο γνωρίζω, υπάρχει άνοδός της και στις σκανδιναβικές χώρες. Μην ξεχνάμε και τον Νορβηγό ακροδεξιό μακελάρη Άντερς Μπρέιβικ.

Νιώθουμε ντροπή για τα όσα συνέβησαν στη νήσο Utøya (σημ.: στις 22 Ιουλίου του 2011 ο ακροδεξιός τρομοκράτης Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ δολοφόνησε εκεί 69 άτομα). Στη Νορβηγία, πάντως, η σοσιαλδημοκρατία λειτουργεί αρκετά καλά, δεν είχαμε οικονομική κρίση και οι νεοναζί δεν είναι πολλοί.

Κρίμα που δεν ήσουν παρών στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Οι συζητήσεις με τους σκηνοθέτες είναι ωφέλιμες για όλους.

Δεν προσκλήθηκα. Νομίζεις ότι θα ήταν επικίνδυνο για μένα;

Στο πλαίσιο ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ ο όποιος κίνδυνος είναι μικρός. Ας ελπίσουμε πως και οι αθηναϊκές προβολές του ντοκιμαντέρ σου θα προκαλέσουν ζωηρές συζητήσεις.

Οπωσδήποτε!

Το ντοκιμαντέρ του Håvard Bustnes Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής προβάλλεται στο πλαίσιο του CineDoc την Τετάρτη 18 Απριλίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (19:30) και την Κυριακή 22 Απριλίου στον κινηματογράφο Ααβόρα (18:30). Περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Αϊσέ Τοπράκ: «Η δημιουργία ταινιών αφορά στην προσπάθεια να πω τη δική μου αλήθεια»


Tον αγώνα μιας χούφτας Σύρων γκέι προσφύγων να επιβιώσουν και να διεκδικήσουν κοινωνική ορατότητα μέσω της συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο διαγωνισμό ομορφιάς αποτυπώνει η Τουρκάλα σκηνοθέτρια Αϊσέ Τοπράκ στο ψυχωμένο ντοκιμαντέρ της Μίστερ Γκέι Συρία.

Ήδη πολυβραβευμένο, και έχοντας ταξιδέψει σε περισσότερα από 40 φεστιβάλ, προβάλλεται και στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια.

Το Mίστερ Γκέι Συρία, το ψυχωμένο ντοκιμαντέρ σου που παρακολούθησα στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, είναι, στον πυρήνα του, μια ταινία για την επιβίωση και την ορατότητα υπό ασφυκτικές συνθήκες, για τη μετατροπή της απόγνωσης σε θάρρος, όπως το θέτει και ο κύριος πρωταγωνιστής σου, ο Χουσεΐν. Συμφωνείς;

Απόλυτα! Δεν είναι θύματα, αλλά δυνατά άτομα με τη θέληση να αντεπιτεθούν. Σε μια σκηνή της ταινίας, ο Μαχμούντ (σημ.: ο εμπνευστής/οργανωτής της συμμετοχής των Σύρων προσφύγων στο διαγωνισμό) ρωτά τον Χουσεΐν αν ήθελε να συμμετάσχει στο διαγωνισμό του Mr Gay Syria από κουράγιο ή απόγνωση. Εκείνος του ρίχνει ένα κενό βλέμμα και μετά με ντροπαλή φωνή απαντά ότι η απόγνωση τον οδήγησε στο θάρρος κι αν δεν κάνει κάτι τώρα για να αλλάξει τη ζωή του θα παραμείνει εκεί όπου βρίσκεται.



Θαυμάζω την αποφασιστικότητά του να ξεπεράσει τις δυσκολίες και να βελτιώσει τις ευκαιρίες του στη ζωή με ανάλαφρη καρδιά, ειλικρίνεια και γέλιο. Η αξιοπρέπεια με την οποία οι χαρακτήρες μου αντιμετωπίζουν τη ζωή με δίδαξε κάτι σχετικά με το να αντέχεις υπό όλες τις συνθήκες. Είναι ένα μάθημα, το οποίο ελπίζω πως και όσοι παρακολουθούν το φιλμ θα βρουν πολύτιμο.

Ήταν στόχος σου να αποφύγεις την εύκολη θυματοποίηση των ανθρώπων που εμφανίζονται στην ταινία σου, η οποία είναι η εύκολη αναπαράσταση των προσφύγων, αναδεικνύοντας παρόλα αυτά τις καθημερινές τους αντιξοότητες;

Ενώ έκανα αυτή την ταινία, πάντα είχα στην καρδιά μου να ταξιδέψω το κοινό με τους χαρακτήρες μου. H κωμικοτραγική πορεία τους θα μπορούσε να γίνει το πρίσμα μέσω του οποίου οι θεατές θα εμπλέκονταν σε μια διαφορετική πραγματικότητα της προσφυγικής κρίσης. Οι χαρακτήρες μου στο φιλμ είναι αντιμέτωποι με ένα κόσμο που είναι διπλά εχθρικός απέναντί τους- και επειδή είναι πρόσφυγες και επειδή είναι γκέι. Οι περισσότεροι ζουν υπό απελπιστικές συνθήκες.

Φαντάστηκα, επομένως, ότι, παρά τα τραγικά γεγονότα, η προσεκτική ματιά της ταινίας στους πρόσφυγες θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο το ποιοι πραγματικά είναι- όχι θύματα, αλλά άτομα που έχουν τον έλεγχο της ζωής τους.



Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό πριν γυρίσεις το ντοκιμαντέρ πως ένας διαγωνισμός ομορφιάς θα μπορούσε να έχει απελευθερωτική διάσταση;

Πρέπει να παραδεχτώ ότι τα καλλιστεία για τον Mr Gay World στην πραγματικότητα δεν είχαν απελευθερωτική διάσταση. Αντιθέτως, ήταν ακόμα πιο κάλπικα απ’ όσο νόμιζα. Για παράδειγμα, οι διοργανωτές του διαγωνισμού έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εμποδίσουν τον Σύρο υποψήφιο να λάβει μέρος, περιλαμβανομένης της απαίτησης να καταβάλει πρώτα ένα αντίτιμο της τάξης των 2.000 ευρώ.

Πάντα πίστευα, ωστόσο, πως η αντισυμβατική προσπάθεια του Μαχμούντ να συμμετάσχει κάποιος στο διαγωνισμό, προκειμένου να αναδείξει τη φωνή των προσφύγων, ήταν σπουδαία ιδέα. Είτε δούλεψε είτε όχι, λάτρεψα αυτή του την ιδέα της εύρεσης ενός εναλλακτικού τρόπου να συνεχίσει τον ακτιβισμό του, ενώ βιώνει δύσκολη ζωή όντας κι ο ίδιος πρόσφυγας.

Το ντοκιμαντέρ σου αφήνει τον Χουσεΐν σε μια μισο-αισιόδοξη κατάσταση στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας κοντά στο Αφρίν, το οποίο υφίσταται επανειλημμένες εισβολές από τον τουρκικό στρατό. Είναι ασφαλής;

Ναι, είναι ασφαλής προς το παρόν. Αλλά, βεβαίως, ανησυχεί για την οικογένειά του.



Είναι η δημιουργία ταινιών μια πράξη αντίστασης, μια πολιτική δήλωση για σένα;

Η δημιουργία ταινιών δεν είναι μια πράξη αντίστασης ή μια πολιτική δήλωση για μένα. Αφορά στην προσπάθεια να πω τη δική μου αλήθεια. Να είμαι ειλικρινής και να ξεπερνώ τον κυρίαρχο λόγο. Αυτά μπορεί τελικά να μετατραπούν σε πολιτικές δηλώσεις, αλλά δεν είναι αυτή η αφετηρία μου.

Από το Σέφιλντ στη Θεσσαλονίκη όπου αναμένεται, το Mίστερ Γκέι Συρία απόλαυσε αξιοσημείωτη υποδοχή σε όποιο φεστιβάλ κι αν προβλήθηκε. Επέδρασε το γεγονός αυτό στη ζωή των πρωταγωνιστών του στο ελάχιστο;

Το φιλμ επηρέασε τη ζωή κάποιων εκ των πρωταγωνιστών, και κάποιων όχι. Νομίζω πως όλοι νιώθουν περήφανοι που υπήρξαν κομμάτι του, που υπήρξαν ικανοί να πουν κάτι σχετικά με την κατάστασή τους μέσω αυτού. Νιώθω ότι είχε και ακόμα έχει ενδυναμωτική επίδραση πάνω τους.

Σε πρακτικό επίπεδο, όμως, εκτός από το να διευκολύνει κάποιους από τους χαρακτήρες να ταξιδέψουν σε φεστιβάλ, δεν έχει στ’ αλήθεια αλλάξει τη ζωή τους. Για παράδειγμα, όσοι εξακολουθούν να βρίσκονται στην Ιστανμπούλ αναμένοντας να μετεγκατασταθούν στην Ευρώπη από τον Ο.Η.Ε., δεν έχουν βοηθηθεί από αυτό καθόλου.



Ακόμα κι αφού κέρδισε 8 βραβεία, τα μισά από τα οποία είχαν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ταξιδεύοντας σε περισσότερα από 40 φεστιβάλ, όπου αυτοί οι χαρακτήρες κατόρθωσαν να αγγίξουν καρδιές και μυαλά από την οθόνη, η ταινία δεν υπήρξε αποτελεσματική όσον αφορά στα γραφειοκρατικά ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαδικασία παροχής ασύλου σ’ αυτούς. Με στενοχωρεί βαθιά που η κατάσταση είναι έτσι.

Στην τελική, πάντως, ήρθαμε τόσο κοντά, ώστε δεν είναι πλέον «απλώς» οι χαρακτήρες μου, αλλά φίλοι μου.

Ευχαριστώ θερμά την  Bojana Marić από την Taskovski Films για την πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Το ντοκιμαντέρ της Αϊσέ Τοπράκ Μίστερ Γκέι Συρία προβάλλεται στο πλαίσιο του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ενότητα Ανθρώπινα δικαιώματα) την Τετάρτη 7 Μαρτίου (αίθουσα Φρίντα Λιάππα, 23:00) και το Σάββατο 10 Μαρτίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 22:30).