Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νορβηγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νορβηγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο: «Η συγγραφή είναι πάντα ένα ταξίδι σε άγνωστες περιοχές»

 


Υπαρξιακό -και πραγματικό- οδοιπορικό και κατάδυση στον κόσμο της ψυχικής υγείας, το Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, μυθιστορηματικό ντεμπούτο της Περουβιανής συγγραφέως Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο, εκπλήσσει.

Μια συζήτηση μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Σπούδασες τουρισμό στο Περού και κοινωνιολογία στη Νορβηγία, κατέχεις μεταπτυχιακό τίτλο στην ισπανική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο του Τρόμσο και διδάσκεις ισπανικά και νορβηγικά σε μετανάστες.

Είσαι, επίσης, πολλά υποσχόμενη συγγραφέας. Τι σε οδήγησε, κατ’ αρχήν, στο βορειότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης;

Πριν έρθω στη Νορβηγία, πέρασα μερικά χρόνια στην Ισπανία. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να εργαστώ εκεί, στη συνέχεια να σπουδάσω και να δω πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα.

Τελικά, γνώρισα έναν Νορβηγό στην Ισπανία και, μετά από λίγο καιρό, γίναμε ζευγάρι.

Μόλις η σχέση εδραιώθηκε, το σχέδιο άλλαξε. Δεν ήταν ότι είχα επιλέξει να μεταναστεύσω από το Περού στη Νορβηγία.

Ήμουν 21 ετών τότε και είχα πολλά σχέδια, αλλά η μετακόμιση σε μια χώρα με άγνωστη γλώσσα δε μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό.

Πώς θα περιέγραφες τη νορβηγική κοινωνία σε σύγκριση με -ή σε αντιδιαστολή προς- την περουβιανή;   

Είναι ένα σύνθετο ζήτημα, αλλά πιστεύω ότι οι κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής, σε γενικές γραμμές, είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην κοινότητα. Αρκεί να δεις πώς ορίζεται συνήθως η οικογένεια.

Εδώ, η οικογένεια αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά.

Όταν κάποιος από τη Νορβηγία ρωτάει «Έχεις οικογένεια;», αναφέρεται αποκλειστικά στα παιδιά. Στη δική μου περίπτωση, απαντώ πάντα: «Δεν έχω παιδιά, αλλά η οικογένειά μου βρίσκεται στο Περού».

Πώς αντιλαμβάνεσαι την Ευρώπη από πολιτιστική και πολιτική άποψη;

Η κατάσταση είναι κρίσιμη.

Ξεκινώντας από τους πολέμους -όπως αυτόν στην Ουκρανία, για να αναφερθούμε στην Ευρώπη- θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό να τους θεωρούμε απλώς ως μεμονωμένες συγκρούσεις μεταξύ συγκεκριμένων εθνών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Οι πόλεμοι έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο.

Παρατηρείται σαφής άνοδος των ολοκληρωτικών ιδεών· δεν είναι πλέον απλώς αποδεκτές - είναι οι ίδιες οι ιδέες που μας κυβερνούν.

Διαπιστώνω μια μορφή οπισθοδρόμησης όσον αφορά στα δικαιώματα:

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τη μεταναστευτική πολιτική -η οποία πλέον προσεγγίζεται υπό το πρίσμα του ελέγχου των συνόρων, της «προστασίας των αξιών» και της έννοιας των «πραγματικών Ευρωπαίων»- γεγονός που συνιστά βήμα προς τα πίσω.

Με ποιους τρόπους η «νομαδική» σου ζωή διαμόρφωσε -ή άλλαξε- τη θεώρησή σου για τον εαυτό σου, τον κόσμο, τους άλλους και -το σημαντικότερο- για την ίδια τη διαδικασία της γραφής;

Είναι δύσκολο να το πω, γιατί πιστεύω ότι βρισκόμαστε πάντα σε μια κατάσταση διαρκούς αλλαγής.

Υπάρχουν εσωτερικές, προσωπικές αλλαγές - εκείνες που συνδέονται με τον χρόνο και την εμπειρία.

Αλλάζουμε, όμως, επίσης μέσα από τις αλληλεπιδράσεις μας με το περιβάλλον και, όπως το έθεσες εσύ, μέσα από εκείνη τη «νομαδική ύπαρξη» η οποία συνεπάγεται μια μετατόπιση στη γλώσσα και στο τοπίο.

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τις φυσικές καταστροφές. Πώς ήμασταν προτού πάρουν φωτιά τα δάση; Τι ήταν αυτό που μας προκαλούσε εκείνο το ίδιο αίσθημα ερήμωσης;

Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία της γραφής:

Για μένα, πρόκειται για μια εσωτερική διαδικασία, η οποία όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δε βρίσκομαι σε απόλυτη επαφή με το περιβάλλον μου.

Με τον εξωτερικό κόσμο, τη φύση και τα τοπία, με τις φωνές, τις εικόνες και τις καταστάσεις που πυροδοτούν ένα έργο μυθοπλασίας.

Το πρώτο σου μυθιστόρημα, Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora, αποτελεί ένα υπαρξιακό αλλά και πραγματικό οδοιπορικό και μια βουτιά στον κόσμο της ψυχικής υγείας.

Σε ποιον βαθμό η συγγραφή μοιάζει με ένα ταξίδι σε ανεξερεύνητες περιοχές, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά; Η ενασχόλησή σου με ζητήματα ψυχικής υγείας πηγάζει αποκλειστικά από ενδιαφέρον λογοτεχνικής ή κοινωνιολογικής φύσης;

Για μένα, η συγγραφή είναι πάντα ένα ταξίδι σε άγνωστες περιοχές. Δεν ξέρω πού κατευθύνεται η αφήγηση. Μπορεί να έχω κατευθυντήριες γραμμές και προσχέδια, αλλά, τελικά, το κείμενο παίρνει μορφή καθώς γράφεται και ξαναγράφεται.

Είναι σαν να έχουμε τον χάρτη μιας πόλης το οποίο επισκεπτόμαστε ως τουρίστες. Ο χάρτης χρησιμεύει απλώς για να προσανατολιστούμε, αλλά η ουσιαστική εμπειρία του ταξιδιού -εκείνο που δεν αποτυπώνεται σε φωτογραφίες- είναι η ουσία της γραφής.

Πιστεύω πως η ανάγνωση είναι η άλλη όψη της γραφής: τόσο η δική μου ανάγνωση όσο και ο τρόπος με τον οποίο οι άλλοι διαβάζουν όσα γράφω.

Είναι ένα υφαντό από χρόνο και λέξεις: τα βιβλία που έχω διαβάσει είναι παρόντα στη γραφή μου και, ταυτόχρονα, γράφω ένα βιβλίο το οποίο θα διαβαστεί - για να ειπωθεί ξανά ή να ξαναγραφτεί με διαφορετικό τρόπο.

Η ενασχόληση με τη συγγραφή κειμένων για θέματα ψυχικής υγείας υπήρξε φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι τα έχω βιώσει και η ίδια. Δεν ξεκίνησα ποτέ με σκοπό να γράψω για την ψυχική υγεία, αλλά επιδιώκω πάντα να γράφω για όσα γνωρίζω.

«Μια ιστορία ευαλωτότητας και συντροφικότητας… Στο ‘Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία’ υπάρχει μια προσπάθεια μετάφρασης κόσμων», σχολιάζει η Gabriela Wiener.

Είναι, κατά τη γνώμη σου, το -συχνά παραισθησιακό, και ωστόσο εξαιρετικά ακριβές- συγγραφικό σου ύφος, το οποίο φτάνει στο αποκορύφωμά του στις ανησυχητικές τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, ένα εργαλείο μετάφρασης πραγματικοτήτων;

Η πραγματικότητα είναι τόσο σύνθετη όσο ο καθένας από εμάς και οι καταστάσεις της ύπαρξής μας· η ιδέα ότι μπορεί να αποτυπωθεί σε ένα κείμενο μου φαίνεται αδύνατη.

Πρόκειται απλώς για απόπειρες, κι όμως, δεν υφίσταται κάτι τέτοιο όπως η πραγματικότητα.

Ακόμα και όταν γράφω για κάτι που έχω βιώσει, θα πρόκειται πάντα για μυθοπλασία.

Σε ποιο σημείο της δημιουργικής διαδικασίας εισήλθε η σκυλίσια διάσταση στην αφήγηση και τι ακριβώς συμβολίζει;

Το σκυλί είναι παρόν σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης - ως σύμβολο, αλλά και ως χαρακτήρας με φωνή. Είναι η φωνή που ανοίγει την ιστορία, διαθέτοντας τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση ενός σκύλου ο οποίος ξέρει ότι είναι ο αρχηγός της αγέλης.

Είναι ζωντανό επειδή μιλάει, κι όμως μας μιλάει από τον τάφο. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες αποτελούν την αγέλη αυτού του σκύλου.

Το σκυλί ενσαρκώνει τη ζωή, τη ροή του λόγου και της σκέψης, καθώς και την πρωταρχική επιθυμία· ωστόσο, αντιπροσωπεύει επίσης τον «μαύρο σκύλο» της κατάθλιψης, το άρρωστο αδέσποτο, τη λύσσα και τον θάνατο.

Υπάρχει ένα «πραγματικό» σκυλί που πεθαίνει σε μια παραλία, και αυτή η εικόνα λειτουργεί ως μια ψυχαναλυτική συνεδρία που σηματοδοτεί την έναρξη της συγγραφικής διαδικασίας - αν και όχι της ίδιας της ιστορίας.

Έχεις συμπεριληφθεί στην περίοπτη λίστα «Hay Bogotá 39» η οποία αναδεικνύει τους 39 πιο υποσχόμενους/υποσχόμενες Λατινοαμερικανούς/Λατιονοαμερικανίδες συγγραφείς κάτω των 39 ετών.

Πώς οραματίζεσαι το μέλλον σου στον χώρο της συγγραφής, αλλά και το μέλλον της λογοτεχνίας γενικότερα, στους ταραγμένους καιρούς τους οποίους διανύουμε;

Όπως ανέφερα νωρίτερα σχετικά με το θέμα της ψυχικής υγείας:

Δεν είχα σκοπό να γράψω για την ψυχική υγεία, αλλά μόλις ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημα, προέκυψε μια διαδικασία αναστοχασμού γύρω από το θέμα - τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας τους αναγνώστες.

Πιστεύω ότι ο στοχασμός που προκύπτει από τη γραφή και την ανάγνωση σηματοδοτεί τη δυνατότητα για διάλογο.

Θα ήθελα να πιστεύω πως η προοπτική του διαλόγου είναι αυτή που θα μπορούσε να μας σώσει από τον κατακερματισμό, την πόλωση και το μίσος ή τον φόβο για τον «άλλον».

Αν υφίσταται η δυνατότητα διαλόγου, τότε υπάρχει και η δυνατότητα περιορισμού της βίας.

Ανεξάρτητα από τους καιρούς -είτε σκοτεινούς είτε φωτεινούς-, ελπίζω να συνεχίσω να γράφω.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πάντα πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση των Ασπασίας Καμπύλη και Χριστίνας Φιλήμονος.



Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025

Kalandra: «Το να αναλαμβάνεις ρίσκα σε κάνει να παραμένεις περίεργος»


 

Από τα ανερχόμενα -και πλέον υποσχόμενα- ονόματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής post rock, με έντονες folk επιρροές, σκηνής, το νορβηγικό συγκρότημα Kalandra εμφανίζεται το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου στο Temple.

Κουβεντιάζοντας με την βασική συνθέτρια και τραγουδίστρια του γκρουπ, Katrine Stenbekk, και τον κιθαρίστα του, Jogeir Daae Mæland.

Γιατί σας ελκύουν τόσο πολύ η φύση, η σκανδιναβική μυθολογία και οι σκανδιναβικοί μύθοι και πώς αποφασίσατε να συνδυάσετε αυτές τις αναφορές σε μουσικό πλαίσιο;

Katrine Stenbekk: Συμβαίνει με φυσικό τρόπο, εν μέρει έχουμε μεγαλώσει σ’ αυτό το περιβάλλον.

Εμπνεόμαστε, όμως, και από άλλα συγκροτήματα και από την παραδοσιακή μουσική που ακούμε - όχι μόνο τη νορβηγική, αλλά και από όλο τον κόσμο.

Το ίδιο ισχύει και για τη σύγχρονη μουσική από όλο τον κόσμο, που επίσης ακούμε. Συλλέγουμε, λοιπόν, στοιχεία από εδώ και από εκεί και τα συνδυάζουμε κατά τρόπο που να βγάζει νόημα για εμάς.

Πρόκειται, επομένως, για μια αυθόρμητη, διαισθητική, οργανική διαδικασία. Θα την περιγράφατε κάπως έτσι;

Katrine: Για μένα έτσι είναι, αλλά σε επίπεδο συνεργασίας με το υπόλοιπο συγκρότημα δεν είναι κατ’ ανάγκη οργανική. Εμπεριέχει και πολλή δουλειά.

Μιλώντας, λοιπόν, για δουλειά, πώς δουλεύετε σε επίπεδο σύνθεσης, προβών και συναυλιών;

Jogeir Daae Mæland: Με κάθε καινούρια σύνθεση προσπαθούμε να ανακαλύψουμε εκ νέου τον τρόπο δημιουργίας. Πρέπει να είναι ενδιαφέρων και να έχει πλάκα.

Στο παρελθόν δεν ξέραμε τι θέλαμε ως συγκρότημα, ξέραμε όμως τι δε θέλαμε. Αφαιρώντας, άρα, όσα στοιχεία δεν είναι αρκετά καλά, τελικά οδηγούμαστε σε κάτι καλό.

Στην πορεία γίνεται ξεκάθαρο τι δεν είναι αρκετά καλό;

Katrine: Νομίζω ότι εύκολα αντιλαμβάνεσαι τι δε θέλεις. Από εκεί και πέρα, κάνεις συμβιβασμούς με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος.

Jogeir: Η μουσική φέρει εγγενώς ένα συναίσθημα. Αν η ηχογραφημένη σύνθεση είναι συνεπής προς το αρχικό συναίσθημα, πετυχαίνει τον στόχο της. Με κάποιες ανατροπές, ίσως, καθ’ οδόν.

Ό,τι μπαίνει εμπόδιο στη βίωση αυτού του πρωταρχικού συναισθήματος είναι λάθος.

Οπότε εστιάζετε στο να μεταφέρετε τα συναισθήματα τα οποία κρύβονται ή είναι εγγενή σε κάθε σύνθεσή σας, αν κατάλαβα καλά.

Jogeir: Όχι κατ’ ανάγκη μόνο ένα συναίσθημα, αλλά και μια ιστορία, καθώς θέλεις το συναίσθημα να προκύπτει στο σωστό σημείο της ιστορίας ενός τραγουδιού.

Πώς καταφέρνετε να εξισορροπείτε τη μουσική με τη στιχουργική πτυχή των συνθέσεών σας κάθε φορά;

Katrine: Ποτέ δεν ξέρεις ποια είναι αυτή η ισορροπία. Θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε πολλά τραγούδια μας.

Είσαι η βασική συνθέτρια ή η διαδικασία είναι συνεργατική;

Katrine: Είναι συνεργατική, αλλά θα ήταν λάθος να ισχυριστώ πως κάθε μέλος γράφει εξίσου στην ίδια έκταση. Πάντα τείνω να ξεκινώ εγώ και, προς το τέλος, περιλαμβάνω και τους υπόλοιπους.

Jogeir: Στις περισσότερες συνθέσεις του πιο πρόσφατου άλμπουμ συνέλαβες την αρχική μελωδία, βίωσες το πρωταρχικό συναίσθημα και συνέγραψες το 95% των στίχων.

Είναι βαρύ ή ελαφρύ ένα τέτοιο φορτίο, Katrine;

Katrine: Προσεγγίζω τη δημιουργία τραγουδιών όπως θα προσέγγιζα τη συγγραφή ενός άρθρου, ενός δοκιμίου ή τις εξετάσεις σε μια ξένη γλώσσα.

Αρχικά γράφω ένα ένα συνονθύλευμα από λέξεις και μετά το «ψειρίζω» με τη βοήθεια ενός λεξικού.

Επομένως, οι στίχοι δε ρέουν πάντα από μέσα μου: πρώτα εξετάζω τι θέλω να πω και κατόπιν κάθομαι -κυριολεκτικά- και αναζητώ καλύτερες λέξεις. Είναι σαν σχολική εργασία!

Αν και όπως περιγράφεις τη διαδικασία σύνθεσης των τραγουδιών σας ακούγεται ακαδημαϊκή, ως ακροατής έχω την αίσθηση μιας ρέουσας οντότητας που εμπεριέχει μουσική και στίχο και αποπνέει μια ορισμένη ατμόσφαιρα.

Κatrine: Αυτός είναι ο τελικός στόχος. Εγώ, πάντως, κάθομαι σαν ακαδημαϊκός προσπαθώντας να βρω τη σωστή ροή.

Jogeir: Όσον αφορά στη ροή, ξέρεις πως ένας ορισμένος αριθμός συλλαβών ή μια συγκεκριμένη μελωδία θα προκαλέσει ένα συναίσθημα, κι αν αυτά δεν είναι τα κατάλληλα, θα πρέπει να τα αναθεωρήσεις/βελτιώσεις.

Αν, επομένως, μια λέξη δεν είναι η σωστή, θα πρέπει να βρεις μια άλλη. Γι’ αυτό και πρέπει να ξέρεις εκ των προτέρων τι θέλεις.

Πώς βάζετε στην άκρη τους εγωισμούς του ενός και της άλλης όταν προσπαθείτε να δημιουργήσετε κάτι που τελικά σας αντιπροσωπεύει συλλογικά;

Katrine: Αυτή είναι η πιο δύσκολη δουλειά.

Jogeir: Είναι ένας χορός.

Κatrine: Ένας χορός, ναι. Και το ζήτημα δεν επιλύεται ποτέ.

Σχετίζεται με το να κάνεις συμβιβασμούς, όπως προανέφερα, και με το να ενημερώνεις τα υπόλοιπα μέλη γιατί νιώθεις τόσο έντονα για κάτι, άρα να καταλάβεις και γιατί κάποιος θέλει να αναλάβει ένα συγκεκριμένο ρίσκο ή από πού προέρχεται.

Jogeir: Στις περισσότερες μπάντες ένα ή δύο άτομα είναι οι κινητήριες δυνάμεις, οι ηγετικές φυσιογνωμίες και τα υπόλοιπα οι απλήρωτοι session μουσικοί, οι ακόλουθοι, κατά κάποιον τρόπο.

Είμαστε ευτυχείς που καθένα από τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος έχει το δικό του πεδίο τεχνογνωσίας και όλα δουλεύουν σκληρά για το συγκρότημα.

Κατά διαστήματα έχουμε διαφορετικές ιδέες σχετικά με το πώς πρέπει να είναι η μπάντα -ακόμα και σε μουσικό επίπεδο-, αλλά η τελική ευθύνη επικοινώνησης του κάθε τραγουδιού πέφτει στην Katrine.

Είναι ο τελικός κριτής τού αν νιώθει όσα τραγουδάει. Όπως αντίστοιχα εγώ είμαι τελικός κριτής τού πώς παίζω κιθάρα. Στην τελική, τι είναι καλή μουσική;

Σας αρέσει και να ρισκάρετε δημιουργικά, μετατοπίζοντας τα όριά σας και εισερχόμενοι/-ες σε μη ασφαλείς ζώνες;

Κatrine: Έτσι νομίζω. Έχω γίνει πιο σταθερή με τον καιρό, αλλά το να αναλαμβάνεις ρίσκα σε κάνει να παραμένεις περίεργος, και είναι καλό να πειραματίζεσαι και να μην επαναπαύεσαι.

Jogeir: Το να κάνεις κάτι που δεν ξέρεις είναι λιγάκι άβολο. Πρέπει πάντα ν’ αναρωτιέσαι: «Κάνω αυτό που κάνω σωστά; Μπορώ να βελτιωθώ;» Έτσι ωριμάζεις και μαθαίνεις. Aν δεν ωριμάσεις, βαλτώνεις.

Δέκα λεπτά ενασχόλησης με κάτι το οποίο δε γνωρίζεις είναι πιο αποτελεσματικά από μια ώρα ενασχόλησης με κάτι που ήδη ξέρεις. Είναι δύσκολο το να ωριμάζεις.

Αλλά σε ανταμείβει. Αισθάνεστε ότι έχετε ωριμάσει από την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ και εξής;

Katrine: Ψυχολογικά, είμαι πολύ καλύτερα, αλλά δεν ξέρω αν γράφω καλύτερα τραγούδια.

Jogeir: Διαρκώς ωριμάζουμε, αποκτούμε μεγαλύτερη ικανότητα και σταθερότητα.

Η αισθητική των εξωφύλλων των άλμπουμ σας φαίνεται να παραπέμπει σε άτομα με εικαστικές ανησυχίες/εικαστικό ταλέντο. Ποιος ευθύνεται για τον στιλιστικό προσανατολισμό τους;

Κatrine: Όλοι μας έχουμε μια γνώμη. Πάντα ήθελα τα εξώφυλλα να είναι πίνακες.

Η μαμά μου ζωγραφίζει, οπότε ως παιδί μεγάλωσα με τη ζωγραφική και πάντα ήξερα ότι δεν ήθελα να εμφανίζομαι σ’ αυτά. Είναι πολύ cringe κάτι τέτοιο και δε θέλω να πουλάω το πρόσωπό μου.

Αν οι ακροατές αγοράσουν κάτι που μοιάζει με πίνακα, ίσως το τοποθετήσουν στον τοίχο. Έτσι δεν είναι μόνο μια μουσική σύνθεση, είναι τέχνη.

Επίσης, η συγκεκριμένη αισθητική προσελκύει το βλέμμα και σε κάνει να σκέφτεσαι τι αντιπροσωπεύει μουσικά.

Jogeir: Όταν βλέπεις τα εξώφυλλα, νιώθεις όσα όταν βάλεις τον δίσκο να παίξει. Ξεκινάς ένα ταξίδι. Κρύβουμε επίσης σ’ αυτά κάποια νοήματα τα οποία αποκαλύπτονται σε όσους ακούνε προσεκτικά, ως ανταμοιβή.

Μας αρέσει, τέλος, να συνεργαζόμαστε με σπουδαίους καλλιτέχνες για τη δημιουργία τους.

Χαίρομαι που θα εμφανιστείτε ζωντανά στην Αθήνα τώρα που ετοιμάζεστε ν’ «απογειωθείτε» - όχι στη δύση της καριέρας σας, σε μια προσπάθεια για μια τελευταία «αρπαχτή».

Jogeir: Είμαι οπαδός της Ιστορίας Με συναρπάζει, επομένως, και με κάνει να νιώθω ταπεινοφροσύνη το ότι δίνουμε συναυλίες στην Ιστανμπούλ και την Αθήνα, διαδοχικά.

Δεν έχουμε «απογειωθεί», ωστόσο, δεν έχουμε φτάσει στον επιθυμητό προορισμό μας. Όσο περισσότερο ταξιδεύουμε, όσο περισσότερες συναυλίες δίνουμε, τόσο περισσότερο πρέπει να δουλέψουμε χωρίς να το έχουμε προβλέψει.

Δε βιοποριζόμαστε από τη μουσική, προς το παρόν, αλλά η δίψα να δείξουμε τι αξίζουμε παραμένει, όπως και η κόπωση.

Την προηγούμενη φορά που είχαμε έρθει ως σαπόρτ μπάντα στην Αθήνα είχαμε μείνει μισή μέρα. Μακάρι αυτήν τη φορά να καταφέρουμε να μείνουμε για μια-δυο μέρες.

Ευχαριστώ θερμά την Giulia Wyrd Svartskog (By Norse Music) για την πολύτιμη συνδρομή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Οι Kalandra εμφανίζονται λάιβ στην Αθήνα το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου στο Temple (Ιάκχου 17, Γκάζι) στις 21:00

Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

Γκούναρ Στόλεσεν: «Η συμπάθειά μου είναι πάντα με το μέρος των ηττημένων»

 

Γκούναρ Στόλεσεν (Φωτογραφία: Helge Skodvin)

Μια ένοπλη ληστεία, ένας φόνος και η ανεξιχνίαστη υπόθεση εξαφάνισης ενός μικρού κοριτσιού συνθέτουν τον αφηγηματικό «καμβά» του καθηλωτικού μυθιστορήματος Τα ρόδα δεν πεθαίνουν ποτέ.

Γραμμένο με την αιχμηρή και κοινωνικά ευαίσθητη «πένα» του Νορβηγού Γκούναρ Στόλεσεν, εκ των «νονών» του σκανδιναβικού νουάρ, το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά. Συζητώντας με τον συγγραφέα.

Η πρώτη σας αστυνομική ιστορία, Rygg i rand, to i spann (Side by Side, Two in a bind), κυκλοφόρησε το 1975.

Είναι αστείο να βλέπω, για πρώτη φορά, μια αγγλική μετάφραση του τίτλου αυτού του βιβλίου, αφού δε μεταφράστηκε ποτέ σε καμία γλώσσα!

Λόγω των περιορισμών του είδους αποφασίσατε, ωστόσο, να στραφείτε στην εκδοχή της αστυνομικής ιστορίας με πρωταγωνιστή έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ.

Ποιοι ήταν αυτοί οι περιορισμοί και ποια ήταν -και είναι- τα αφηγηματικά πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης εκδοχής, κατά τη γνώμη σας;

Τα δύο πρώτα και το τέταρτο αστυνομικό μου μυθιστόρημα ήταν συμβατικά αστυνομικά, με δύο αστυνομικούς ντετέκτιβ.

Ήταν γραμμένα στην παράδοση του ζευγαριού των Σουηδών Sjöwall & Wahlöö, που άσκησαν τη μεγαλύτερη επιρροή στους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων της γενιάς μου- και των επόμενων γενεών.

Υπήρχε επίσης μια επιρροή από τον Αμερικανό συγγραφέα αστυνομικών Τσέστερ Χάιμς και -οφείλω να ομολογήσω- από την Αγκάθα Κρίστι, όσον αφορά στην πλοκή.

Οι περιορισμοί των συμβατικών αστυνομικών βιβλίων συνίστανται στο ότι η αστυνομική εργασία είναι τεχνική και κουραστική, και ένιωσα πως μπορεί να ήταν δύσκολο να γράψω μια μεγάλη σειρά σε αυτό το πλαίσιο.

Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς του είδους ήταν οι Ντάσιελ Χάμετ, Ρέιμοντ Τσάντλερ και Ρος Μακντόναλντ, και ήθελα να κάνω ένα πείραμα.

Ήταν δυνατόν να γραφτούν κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα με ιδιωτικούς ντετέκτιβ διαδραματιζόμενα στη Νορβηγία της δεκαετίας του '70 που να είναι πολύ διαφορετικά από τα αντίστοιχα στις ΗΠΑ των δεκαετιών του ’30, του ’40 ή του ’50;

Τότε έγραψα το πρώτο μυθιστόρημα για τον Βαργ Βέουμ (Bukken til havresekken), που κυκλοφόρησε το 1977.

Αμέσως έγινε πολύ μεγαλύτερη επιτυχία από τα δύο αστυνομικά που είχαν προηγηθεί.

Τελείωσα ένα τρίτο μυθιστόρημα για τους δύο αστυνομικούς ντετέκτιβ, γιατί είχα αρχίσει να το γράφω πριν από το μυθιστόρημα του Βαργ Βέουμ.

Μετά, όμως, συνέχισα με τη μεγάλη σειρά για τον Βέουμ στη Νορβηγία με το δεύτερο μυθιστόρημα (Δικός σου ώς το θάνατο, Εκδόσεις Πόλις, 2006).

Φέτος θα κυκλοφορήσει το εικοστό της σειράς, Forfulgt av død.

Για μένα η γραφή σε πρώτο πρόσωπο, όπως του Τσάντλερ και του Μακντόναλντ, μου έδωσε περισσότερη ελευθερία στο προσωπικό στιλ.

Ήθελα επίσης να εισαγάγω τη φόρμα των πνευματωδών σχολίων που ήταν ιδιαίτερη στον Τσάντλερ στο δικό μου είδος νορβηγικής αστυνομικής γραφής.

Διαπίστωσα πως στην παράδοση των μυθιστορημάτων με ιδιωτικούς ντετέκτιβ μπορούσα να διαφοροποιήσω τον τρόπο κατασκευής των ιστοριών περισσότερο από ό,τι στα παραδοσιακά αστυνομικά.

Θεωρείστε από πολλούς -κριτικούς και αναγνώστες- ο «νονός» του πολύ σεβαστού σκανδιναβικού νουάρ. Ποια είναι σύμφωνα με εσάς τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του που το διαφοροποιούν από άλλες νουάρ αφηγήσεις;

Λοιπόν, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να πάρω όλη την τιμή για αυτό. Η πραγματική «νονά» και «νονός» του σκανδιναβικού νουάρ ήταν σίγουρα ο Maj Sjöwall και ο Per Wahlöö, το ζευγάρι Σουηδών που προανέφερα.

Ανήκω στην επόμενη γενιά. Αργότερα, εμφανίστηκαν οι Χένινγκ Μάνκελ, Στιγκ Λάρσον, Γιου Νέσμπε και αρκετοί άλλοι.

Όλοι συμμετείχαν στη δημιουργία της λεγόμενης παράδοσης του «σκανδιναβικού νουάρ», η οποία ξεκίνησε πραγματικά στη Γερμανία, κατόπιν αναπτύχθηκε στη Γαλλία και μετά το 2000 στη Μεγάλη Βρετανία, όπου νομίζω πως επινοήθηκε ο όρος.

Δεν είμαι σίγουρος ότι το σκανδιναβικό νουάρ διαφέρει από άλλες νουάρ αφηγήσεις, πέρα ​​από το γεγονός πως οι ιστορίες διαδραματίζονται σε μια από τις σκανδιναβικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων τόσο της Ισλανδίας όσο και της Φινλανδίας.

Διαπνέεται από το στοιχείο της κοινωνικής ή/και πολιτικής κριτικής που κληρονομήθηκε από την Sjöwall & τον Wahlöö, το έργο των οποίων υπήρξε πραγματικά ένα μεγάλο ορόσημο της σύγχρονης αστυνομικής μυθοπλασίας.

Σήμερα βρίσκεις συγγραφείς σε όλο τον κόσμο που γράφουν στο πλαίσιο της ίδιας παράδοσης, ακόμα κι αν πόρρω απέχουν από οτιδήποτε «σκανδιναβικό».

Ο Βαργ Βέουμ, ο μελαγχολικός ιδιωτικός ντετέκτιβ σας, είναι ένας ιδεαλιστής της γενιάς του 1968, ένας διαζευγμένος, ελαφρώς αλκοολικός πρώην κοινωνικός λειτουργός με ζεστή καρδιά, ανεπτυγμένη κοινωνική συνείδηση ​​και αδιαπραγμάτευτο αίσθημα αλληλεγγύης προς τους απλούς ανθρώπους. 

Λειτουργεί πιο πολύ ως κοινωνικός λειτουργός παρά ως συμβατικός αστυνομικός ντετέκτιβ. Γιατί αποφασίσατε να του αποδώσετε αυτά τα χαρακτηριστικά, που παραπέμπουν σε ένα συγκεκριμένο υπόβαθρο;

Ο λόγος που έδωσα στον Βαργ Βέουμ το συγκεκριμένο υπόβαθρο αντί για εκείνο του αστυνομικού ντετέκτιβ ήταν για να τον διαφοροποιήσω από τον Φίλιπ Μάρλοου και τον Λιου Άρτσερ, τους ντετέκτιβ του Τσάντλερ και του Mακντόναλντ, αντίστοιχα.

Και οι δύο τους είχαν αυτό το υπόβαθρο.

Ως κοινωνικός λειτουργός, ο Βαργ Βέουμ ήρθε πιο κοντά στην καθημερινή κανονική ζωή της Νορβηγίας, και το παρελθόν του ως εργαζόμενου στην προστασία των παιδιών τού παρείχε έναν λόγο να συνεχίσει αυτή τη δουλειά ως ιδιωτικός ερευνητής.

Είναι πάντα στο πλευρό των αδύναμων στην κοινωνία, είτε πρόκειται για παιδιά είτε για γυναίκες-θύματα εγκλημάτων ή κακομεταχείρισης.

Το βροχερό Μπέργκεν, ο τόπος όπου γεννηθήκατε και συνεχίζετε να ζείτε, αποτελεί τον πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό «καμβά» της αφήγησής σας.

Αποτυπώνεται, εξάλλου, αμείλικτα, όπως κάθε καπιταλιστική μητρόπολη  η οποία σέβεται τον εαυτό της. Είστε ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένος με και επικριτικός για τη γενέτειρά σας;

Είμαι απόλυτα δεμένος με τη γενέτειρά μου και νομίζω ότι το Μπέργκεν είναι μια όμορφη πόλη που περιβάλλεται από τυπική νορβηγική φύση, φιόρδ και βουνά.

Με τη βροχερή του ατμόσφαιρα είναι το τέλειο υπόβαθρο για νουάρ μυθιστορήματα όπως το δικό μου.

Αυτό που επικρίνω δεν είναι η πόλη, αλλά κεντρικά στοιχεία της πολιτικής της Νορβηγίας ως μιας καπιταλιστικής χώρας που θα μπορούσε να είναι πολιτεία των Η.Π.Α., ακόμα κι αν πολλοί Αμερικανοί τη βλέπουν ως μια κομμουνιστική χώρα.

Αυτοί, βέβαια, είναι οι ίδιοι Αμερικανοί που αποκαλούσαν τον Ομπάμα «κομμουνιστή»...

Αυτή η κριτική εκφράζεται από τον Βαργ Βέουμ και άλλους χαρακτήρες στα μυθιστορήματα, αλλά προσπαθώ να είμαι ένας πολιτικά «ουδέτερος» συγγραφέας, χωρίς βαριά πολιτική ιδεολογία ως πρόγραμμα στη γραφή μου.

Ακολουθώ τη συμβουλή ενός άλλου Νορβηγού συγγραφέα, του Χένρικ Ίψεν: «Θέτω τις ερωτήσεις. Δεν έχω τις απαντήσεις».

Τείνετε να αποκαλύπτετε το κρυμμένο πρόσωπο της απατηλά προηγμένης/ευημερούσας νορβηγικής κοινωνίας εκδηλώνοντας μια συγκινητική συμπόνια για τη μοίρα των θυμάτων, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής.

Θα θέλατε να αναλύσετε αυτή την επιλογή;

Μπορεί να το έχω ήδη απαντήσει, έτσι δεν είναι;

Ως συγγραφέας, θέλω να αποτυπώσω μια κριτική εικόνα της σύγχρονης ζωής στη Νορβηγία ιδωμένη από τη σκοπιά των πιο αδύναμων- ως κοινωνικός λειτουργός στο μυαλό, αν όχι ως προς την ιδιότητα.

Όπως ισχύει και για τον Βαργ Βέουμ, η συμπάθειά μου είναι πάντα με το μέρος των ηττημένων κι όχι προς την πλευρά των νικητών, κάτι που υποθέτω ότι μπορεί κάποιος να διαβάσει μεταξύ των γραμμών στα βιβλία μου.

«Σε αυτή τη χώρα πας καρφί στην Κόλαση με τις ευλογίες του κράτους, αρκεί να φέρεσαι καλά στο πάρκο, να μη ληστεύεις γριούλες και να μη στραφείς στην πορνεία», σαρκάζει η Σόλβι Χέγκι στο Τα ρόδα δεν πεθαίνουν ποτέ.

Είναι αυτός ο αφορισμός ενδεικτικός των κοινωνικών κανόνων της Νορβηγίας; Τι σας απογοητεύει περισσότερο στη χώρα σας σε πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο στις μέρες μας;

Και τι σας κάνει να είστε ικανοποιημένος, ακόμα και αισιόδοξος;

Φυσικά, αυτή είναι η γνώμη της Σόλβι, αλλά αυτή -και ίσως ο συγγραφέας;- είναι επικριτικοί για την έλλειψη αποτελεσματικής βοήθειας σε άτομα που αποκλίνουν του αξιοσέβαστου τρόπου ζωής σε αυτή τη χώρα, κάτι πιο ορατό μεταξύ των τοξικομανών.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα στη Νορβηγία όπως και σε πολλές άλλες χώρες, αλλά θα πίστευα πως είχαμε τους πόρους για να βοηθήσουμε περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους από ό,τι κάνουμε.

Η Νορβηγία εξακολουθεί να είναι μια πολύ καλή κοινωνία πρόνοιας, ένα καλό μέρος για να ζήσουν όλοι, λόγω του συστήματος που έχουμε για την πληρωμή φόρων.

Αυτό που με εκνευρίζει σήμερα είναι να βλέπω πως πολλοί πλούσιοι δεν πληρώνουν πλέον το μέρος που τους αναλογεί από αυτούς τους φόρους, αλλά εγκαταλείπουν τη χώρα και εγκαθίστανται στην Ελβετία και σε άλλους φορολογικούς παραδείσους.

Εξαιτίας αυτού, η απόσταση μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών μεγαλώνει στη χώρα μας.

Είμαι, λοιπόν, σίγουρος ότι ο Βαργ Βέουμ και οι όμοιοί του θα έχουν πολλή δουλειά τα επόμενα χρόνια λόγω των απογοητεύσεων που δημιουργεί το γεγονός αυτό στους απλούς ανθρώπους.

Θα γράφατε ποτέ -ή θα περνούσε από το μυαλό σας- ένα βιβλίο τοποθετημένο εκτός του πλαισίου του Μπέργκεν και της Νορβηγίας ή πιστεύετε πως τα μυθιστορήματά σας σε κάθε περίπτωση αρθρώνουν οικουμενικές ανησυχίες;

Τα περισσότερα βιβλία στον κόσμο διαδραματίζονται στις χώρες ή τους τόπους γέννησης των συγγραφέων και είμαι σίγουρος ότι η κύρια δράση σε όλα μου τα βιβλία θα συντελείται στο Μπέργκεν ή τη Νορβηγία.

Πολλά από τα μυθιστορήματά σας έχουν διασκευαστεί για το θέατρο και τη μεγάλη οθόνη. Νιώθετε πως το στιλ γραφής σας είναι όντως εγγενώς θεατρικό/κινηματογραφικό;

Από παιδί μου άρεσε τόσο το θέατρο όσο και ο κινηματογράφος, και δούλευα στην Εθνική Σκηνή του Μπέργκεν ως γραμματέας Τύπου για δεκατρία χρόνια πριν γίνω σαράντα. Έχω ο ίδιος γράψει αρκετά έργα ή διασκευές για το θέατρο.

Όταν διαβάζεις τα βιβλία μου, βλέπεις πόσο σημαντικός είναι ο διάλογος, και πρέπει να ομολογήσω ότι μου αρέσει να γράφω διαλόγους, γεγονός που διευκολύνει τις διασκευές των βιβλίων μου για το θέατρο ή τον κινηματογράφο.

Πρέπει, ωστόσο, να πω πως οι ταινίες που βασίζονται στον Βαργ Βέουμ, τα σενάρια των οποίων είναι γραμμένα από σεναριογράφους, είναι πολύ ελεύθερες διασκευές, οι περισσότερες σχεδόν νέες ιστορίες και χωρίς διαλόγους από τα βιβλία.

Οπότε, το να γράψεις ένα βιβλίο είναι φυσικά πολύ διαφορετικό από το να γράψεις για τη θεατρική σκηνή ή την οθόνη.

Το μυθιστόρημα Τα ρόδα δεν πεθαίνουν ποτέ είναι το τέταρτο βιβλίο σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Έχετε εξοικειωθεί περισσότερο με την ελληνική σύγχρονη πραγματικότητα -λογοτεχνική και άλλη- από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο από αυτά τα μυθιστορήματα στο όχι-και-τόσο-μακρινό 2006;

Λυπάμαι που το λέω, αλλά παρακολουθώ τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μόνο εξ αποστάσεως, μέσω των Μ.Μ.Ε., και δεν υπάρχουν πολλοί Έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένοι στα νορβηγικά σήμερα.

Το τελευταίο ελληνικό μυθιστόρημα που διάβασα ήταν το Ζ του Βασίλη Βασιλικού.

Όταν δούλευα στην Εθνική Σκηνή του Μπέργκεν, κάναμε μια παραγωγή με τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη το 1981.

Μια από τις σπουδαίες μου αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο της ζωής μου ήταν η συνάντηση με τον Θεοδωράκη, όταν ήρθε στο Μπέργκεν και κανόνισα μια συνέντευξη Τύπου μαζί του που προσέλκυσε την εθνική προσοχή στη χώρα μας.

Ευχαριστώ θερμά τις Anne Cathrine Eng και Nina Pedersen (Gyldendal Agency) για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Το μυθιστόρημα του Γκούναρ Στόλεσεν Τα ρόδα δεν πεθαίνουν ποτέ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση του Βαγγέλη Γιαννίση.



Κυριακή 23 Απριλίου 2023

Χάνε Έρσταβικ: «Το πιο τρομερό πράγμα στη ζωή μας είναι η έλλειψη αγάπης»

 

Χάνε Έρσταβικ (Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη)

Στο ανησυχαστικό, συχνά άβολο και εξαιρετικά ατμοσφαιρικό μυθιστόρημά της Αγάπη, η Νορβηγίδα συγγραφέας Χάνε Έρσταβικ εξερευνά την αγάπη ως ανάγκη κι έλλειψη μέσα από την ιστορία μιας μητέρας κι ενός γιου που έχουν αποξενωθεί.

Άνθρωπος πρόσχαρος και με μεσογειακό ταμπεραμέντο, βρέθηκε στην Αθήνα το περασμένο φθινόπωρο προκειμένου να παρουσιάσει το βιβλίο της. Συναντηθήκαμε.

Γεννήθηκες στον απώτατο Βορρά της Νορβηγίας, κατόπιν μετακόμισες στο Όσλο και τώρα ζεις μεταξύ Όσλο και Μιλάνου. Πώς επηρεάζουν αυτές οι μετατοπίσεις την αυτοαντίληψή σου ως ανθρώπου και συγγραφέα- αν την επηρεάζουν;

Καλή ερώτηση!

Μετακόμισα στην Ιταλία πριν από έξι και κάτι χρόνια όταν συνάντησα τον μετέπειτα σύζυγό μου, ο οποίος ήταν Ιταλός και υπήρξε ο Ιταλός εκδότης μου.

Γνωριστήκαμε σε λογοτεχνικό φεστιβάλ στη Νορβηγία, ερωτευτήκαμε και μετά από μισό χρόνο πήγα στο Μιλάνο. Τρεις μήνες νωρίτερα η κόρη μου από προηγούμενη σχέση μου είχε μετακομίσει από το σπίτι.

Το πιο σημαντικό ήταν βιώσω αυτή την αγάπη και να ζήσουμε μαζί με τον σύζυγό μου. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε από καρκίνο, αλλά συνέχισα να ζω στην Ιταλία.

Ήταν μεγάλο δώρο να μετακομίσω από τον απώτατο Βορρά της Ευρώπης στον πιο απομακρυσμένο Νότο και να γνωρίσω μια άλλη κουλτούρα που είναι τόσο διαφορετική και να μάθω μια άλλη γλώσσα, καθώς δε μιλούσα ιταλικά.

Τα μιλάς τώρα;

Ναι, τα μιλώ.

Η Νορβηγία είναι υπερβολικά προστατευμένη, τόσο ασφαλής. Είμαστε πέντε εκατομμύρια άνθρωποι και από τη δεκαετία του 1970 και εξής ρέουν πετρελαϊκά χρήματα.

Τίποτα δε θα σου συμβεί. Είναι σαν να υπάρχει ένα μαξιλάρι αν πέσεις. Η Νορβηγία είναι χτισμένη πάνω σ’ αυτή την αίσθηση εμπιστοσύνης που οι πολίτες τρέφουν απέναντι στο κράτος. Το κράτος είναι όπως η οικογένειά μας.

Στη Νορβηγία βιώνουμε, επίσης, την αίσθηση του «εμείς».

Της κοινότητας.

Με πέντε εκατομμύρια ανθρώπους κάτι τέτοιο είναι εύκολο. Στην Ιταλία υπάρχουν περίπου εξήντα έξι εκατομμύρια άνθρωποι. Το «εμείς» εκεί είναι η οικογένεια.

Το κράτος είναι σαν εχθρός και δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη σ’ αυτό. Πρέπει να έχεις δικηγόρο για να συναντήσεις το κράτος.

Είμαι ευγνώμων μου εξήχθην από την ασφάλειά μου. Στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου οι άνθρωποι ζουν όπως στην Ιταλία. Πρέπει να αντιμετωπίσεις τη ζωή διαφορετικά. Κι αυτό με αλλάζει.

Το πώς μπορεί να επηρεάσει το γράψιμό μου δεν το γνωρίζω μέχρι να γράψω.

Μένει ν’ αποδειχτεί, επομένως.

Δεν έχω κάποια ενδιαφέρουσα, ευφυή σκέψη που διοχετεύεται στη συγγραφή ενός βιβλίου. Δε λειτουργώ έτσι. Λειτουργώ αντίστροφα. Φτάνω σ’ ένα σημείο κατά το οποίο δε γνωρίζω τίποτα και τότε πρέπει να γράψω ένα βιβλίο.

Οτιδήποτε προκύπτει σ’ ένα βιβλίο μου αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας μέσω της ζωής μου, δεν προέρχεται από κάποια διανοητική διαδικασία.

Οπότε το μυθιστόρημά σου Αγάπη ήταν προϊόν μια τέτοιας διαδικασίας; Μιας κατάστασης ή ενός αισθήματος που έλειπε ή ήταν παρόν στη ζωή σου εκείνη την περίοδο;

Έτσι νομίζω. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι έγραψα αυτό το βιβλίο εικοσιπέντε και πλέον χρόνια πριν.

Το ξεκίνησα όταν γεννήθηκε η κόρη μου. Επιστρέφοντας από το νοσοκομείο μαζί της αναρωτιόμουν: «Πώς μπορώ να ξέρω ότι ξέρει πως την αγαπώ;»

Η αγάπη ήταν, λοιπόν, το ζήτημα. Αλλά και πώς την εκφράζεις μέσω της γλώσσας. Δυο άνθρωποι μπορεί να λένε «σ’ αγαπώ» και να εννοούν κάτι διαφορετικό. Οι λέξεις, επομένως, είναι τόσο φευγαλέες, διαφεύγουν.

Τι είναι η αγάπη, λοιπόν; Πώς μπορείς να ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί;

Aποκτώντας ένα παιδί εισήχθην στη μοναξιά της παιδικής ηλικίας. Στα τότε προηγούμενα δύο μυθιστορήματά μου δεν υπήρχαν παιδιά, μονό ενήλικες.

Ένιωσα άβολα, ανοίκεια διαβάζοντας το βιβλίο σου. Όχι γιατί μητέρα και γιος είναι εντελώς αποξενωμένοι, ούτε γιατί αλληλομισιούνται. Είναι που δεν ξέρεις τι πραγματικά αισθάνονται ο ένας για την άλλη- και αντιστρόφως.

Πολύ βαθιά, δεν μπορείς να βρεθείς μ’ έναν άλλο άνθρωπο πιο κοντά απ’ ό,τι μπορείς να βρεθείς με τον εαυτό σου.

Κι η Βίμπεκε, η μητέρα, είναι το πιο τραγικό πρόσωπο σ’ αυτό το μυθιστόρημα, γιατί είναι αποξενωμένη από τον εαυτό της ζώντας σ’ έναν φανταστικό κόσμο. Πού βρίσκεται, όμως, πραγματικά;

Aυτή η αποξένωση αναπαράγεται μέσω των γενεών. Πώς θα μπορέσει ένα παιδί να επικοινωνήσει με τα εσώτερα συναισθήματά του αν μεγαλώνει έτσι, αν κανένας δεν του δίνει να καταλάβει τι είναι αληθινό απ’ όσα του συμβαίνουν;

Συνεπώς αυτό το μυθιστόρημα αφορά σε ό,τι δεν υπάρχει, στην έλλειψη.

Ως παιδιά, ωστόσο, ποθούμε την αγάπη. Κι ο Γιον δεν ξέρει αν δικαιούται να ποθεί την αγάπη. Ξέρει, όμως, ότι όταν έχεις γενέθλια, δικαιούσαι να περιμένεις ένα δώρο, μια τούρτα, την προσοχή, κάτι.

Ως αναγνώστης, δεν είμαι καν σίγουρος κατά πόσο όσα εμφανίζονται να βιώνουν οι δυο τους αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας τους ή όχι.

Το αντιλαμβάνομαι ως ένα πολύ ρεαλιστικό μυθιστόρημα.

Σαν να κατοικούν διαφορετικούς ονειρικούς κόσμους- γεγονός όχι κατ’ ανάγκη θετικό ή ανακουφιστικό.

Ίσως και να μας συμβαίνει! Ζούμε τόσο πολύ εντός του εσωτερικού μας κόσμου: προσωπικά ζω κατά 95% μέσα στον κόσμο μου και κατά 5% με όλους εσάς. Δε νομίζεις ότι όλοι ζούμε πολύ εντός του εαυτού μας;

Πώς, όμως, συναντιούνται αυτοί οι κόσμοι- όποτε αυτό συμβαίνει; Κι αν όχι, πόσο τραγικές μπορεί να είναι οι συνέπειες της έλλειψης συνάντησης;

Δε θέλω ν’ αναφερθώ σ’ αυτό, γιατί θα ήταν spoiler! (Γέλιο)

Σε κάθε περίπτωση, το μυθιστόρημά σου αποπνέει μια εντεινόμενη αίσθηση επικείμενης τραγωδίας. Την εισήγαγες συνειδητά;

Όχι, την ήθελα όμως. Όλα είναι γραμμένα σε ενεστώτα, συμβαίνουν τώρα, κι αυτό χτίζει την ένταση περαιτέρω. Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω όλες αυτές τις βαριές λέξεις για την αγάπη, αλλά να είναι ακριβείς και αξιόπιστες.

Ένιωθα, ωστόσο, έναν βαθύ φόβο γράφοντας αυτό το βιβλίο. Οπότε οτιδήποτε εκλαμβάνεις ως τρομακτικό διαβάζοντάς το, αντανακλά τον δικό μου φόβο. Το πιο τρομερό πράγμα στη ζωή μας είναι η έλλειψη αγάπης, νομίζω.

Και η παρουσία του χιονιού συμβάλλει στην οικοδόμηση αυτής της τρομακτικής ατμόσφαιρας. Δε σε τρόμαζε, φαντάζομαι.

Με τρόμαζε, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μεγάλωσα με χιόνι και σκοτάδι στην περιοχή του Βορείου Ακρωτηρίου στη Νορβηγία, πολύ κοντά στη Ρωσία.

Η συγγραφή αυτού του βιβλίου με επανέφερε στα τοπία της παιδικής μου ηλικίας.

Πώς είναι, λοιπόν, να ζεις με το χιόνι;

Για ένα παιδί που μεγαλώνει στον Βορρά της Νορβηγίας το χιόνι είναι τόσο φυσικό όσο είναι για εσάς είναι η ζεστασιά του φως του ήλιου για εσάς. Προστατεύεστε από τον ήλιο, και εμείς προστατευόμαστε από το κρύο.

Το χιόνι απλώς υπάρχει και το διαχειρίζεσαι. Το όμορφο στοιχείο του είναι, όμως, ότι αντανακλά το υπάρχον φως καθώς είναι λευκό. Το χιόνι είναι κάτι ευγενικό, για τον ίδιο λόγο.

Και ανακουφιστικό;

Ανακουφιστικό, γιατί; (Γέλιο)

Δεν ξέρω, αποπνέει κάτι καταπραϋντικό. Αυτή είναι η εικόνα που έχω.

Πάντως, το χιόνι -όπως και η έρημος- αποτελούν μεταβατικές φάσεις κατά τις οποίες αναμένεις είτε την ανάδυση της ζωής είτε τον θάνατο.

Η εναλλαγή της Βίμπεκε και του Γιον ως αφηγητών από τη μια παράγραφο στην άλλη, σαν να πρόκειται για διαφορετικές πτυχές του ίδιου χαρακτήρα, υπήρξε αποτέλεσμα επιλογής;

Ήταν συμπτωματική η συγγραφή του βιβλίου κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ξεκίνησα γράφοντας μικρά κείμενα από την οπτική γωνία πότε της Βίμπεκε, πότε του Γιον.

Όταν είχα γράψει τριάντα τέτοια κείμενα, ένιωσα πως δε λειτουργούσαν. Τα έβαλα, λοιπόν, μαζί στον υπολογιστή και τότε είδα την ενέργεια που εκλυόταν. Κι έτσι συνέχισα.

Αυτή η επιλογή έχει, πάντως, και μια ειρωνική διάσταση, καθώς ως χαρακτήρες είναι πιο κοντά στο κείμενο απ’ ό,τι στην πραγματική ζωή. Εκεί θα μπορούσαν να απλώσουν η μία το χέρι στον άλλο. Αλλά δεν μπορούν. Είναι τόσο κοντά, κι όμως τόσο μακριά.

Η δομή του κειμένου τονίζει, επομένως, τη μεταξύ τους απόσταση.

Aισθάνθηκες καλύτερα μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής;

(Γέλιο) Τι τρομακτική ερώτηση!

Αν τη θεωρείς τρομακτική, μπορείς να την παραλείψεις.

Όχι, είναι υπέροχη ερώτηση!

Η ολοκλήρωση κάθε μυθιστορήματος πάντα είναι μια ανακούφιση, γιατί κάτι πολύ επιτακτικό μέσα μου αποκτά μορφή. Κάτι που υπήρξε πόνος, έλλειψη κατανόησης ή ανικανότητα για κάτι έχει κατά κάποιον τρόπο επιλυθεί.

Αν κι ένα βιβλίο μπορεί να τελειώσει με θλιμμένο ή απελπισμένο τρόπο, η ομορφιά της τέχνης και η τρυφερότητα της ομορφιάς προσφέρουν κάποιου είδους ανακούφιση.

Επίσης, όταν ένα μυθιστόρημα τελειώνει, μπορείς να το μοιραστείς. Η Βίμπεκε κι ο Γιον δε συναντιούνται. Εμείς, όμως, μπορούμε να συναντηθούμε ως αναγνώστες στο κείμενο και εντός της συγγραφής.

Και σε εξωτερικό χώρο, όποτε είναι δυνατόν.

Όπως τώρα, στην Αθήνα.

Το ερώτημά μου -τι είναι η αγάπη και πώς να τη βιώσεις- δεν απαντήθηκε, πάντως. Όλα τα μυθιστορήματά μου περιστρέφονται γύρω από αυτό. Είναι το θεμελιώδες ερώτημά μου στη ζωή.

Με το δέκατο έκτο μυθιστόρημά μου, που ολοκληρώνω αυτόν τον καιρό, νομίζω ότι κάτι έχω καταλάβει σχετικά. Ίσως έχουν λυθεί όλα και δεν ξαναγράψω ποτέ. Ποιος ξέρει!

Ευχαριστώ θερμά την Ισμήνη Κουρούπη (Γραφείο Τύπου & Επικοινωνίας Εκδόσεων Καστανιώτη) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης τον Οκτώβριο του 2022 στην Αθήνα.

Το μυθιστόρημα της Χάνε Έρσταβικ Αγάπη κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Σωτήρη Σουλιώτη.