Με πρωταγωνίστρια
την Λένα (Ελίνα Τσιορμπατζή), μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί
να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες, οι Μικρές Ανάσες,
το μεγάλο μήκους ντεμπούτο της Αμέρισσας Μπάστα, είναι από τις πιο
στέρεες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.
Κουβεντιάζοντας
με την σκηνοθέτρια με αφορμή την έξοδο του φιλμ στους κινηματογράφους
στις 4 Ιουνίου.
Δε βιοπορίζεσαι από το σινεμά.
Τι πυροδοτεί, τροφοδοτεί και συντηρεί, λοιπόν, τη μακροχρόνια ενασχόλησή σου με
αυτό πέρα από και παρά τις όποιες προκλήσεις, ματαιώσεις, αλλά και χαρές;
Πράγματι, εργάζομαι στο
χώρο του βιβλίου, τον οποίο αγαπώ επίσης πάρα πολύ. Κάνω ταινίες γιατί αγαπώ
τον κινηματογράφο, γιατί το θέλω και το χρειάζομαι πολύ.
Δεν ξέρω προσωπικά κάποιον
σκηνοθέτη ή σκηνοθέτιδα κινηματογράφου που ζει μόνο από αυτό, όλοι και όλες
όσες ξέρω έχουν και κάποια παράλληλη ενασχόληση.
Είμαστε μια μικρή αγορά,
ο κόσμος δεν πηγαίνει αρκετά στις αίθουσες πλέον και επίσης παίρνει τουλάχιστον
5-7 χρόνια να γίνει μια ταινία, οπότε είναι μάλλον μονόδρομος το να κάνεις και
κάτι ακόμα παράλληλα.
Οι Μικρές
Ανάσες, πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, επισφραγίζει μια αξιοσημείωτη
και συνεπή διαδρομή στο πεδίο τής μικρού μήκους δημιουργίας.
Ποιος είναι, για σένα, ο
ρόλος της ανάσας, του λαχανιάσματος, του καρδιοχτυπιού σε αφηγηματικό επίπεδο;
Η ανάσα, το λαχάνιασμα
και ο παλμός μας είναι οι πιο άμεσες εκφράσεις της ανθρώπινης κατάστασης.
Στις Μικρές Ανάσες
λειτουργούν όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και αφηγηματικά: αποτυπώνουν την
αγωνία, την επιθυμία, την προσπάθεια των ηρώων να συνεχίσουν όταν όλα μοιάζουν
να καταρρέουν.
Με ενδιαφέρει ο τρόπος
που το σώμα «μιλάει» πριν από τις λέξεις· πολλές φορές μια ανάσα ή ακόμα και
μια σιωπή μπορεί να αποκαλύψουν περισσότερα από έναν διάλογο.
Αντλώντας από την
παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, οι Μικρές Ανάσες είναι ένα φιλμ
γειωμένο στο ελλαδικό παρόν, με πρωταγωνίστρια την Λένα, μια νεαρή γυναίκα που
προσπαθεί να βρει τα πατήματά της σε ασφυκτικές συνθήκες.
Μου θύμισε αρκετά την
Ροζέτα από τη σπαρακτική ομώνυμη ταινία των αδερφών Νταρντέν. Αποτελεί για σένα
συνειδητό σημείο αναφοράς; Τι σε γοητεύει περισσότερο στον κοινωνικό ρεαλισμό;
Η Ροζέτα είναι
σίγουρα μια ταινία αναφοράς για μένα, όπως και συνολικά το έργο των Νταρντέν. Η
αγαπημένη μου ταινία τους βέβαια είναι Το παιδί με το ποδήλατο!
Αυτό που αγαπώ στον
κοινωνικό ρεαλισμό είναι ότι κρατάει πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Στις
μικρές καθημερινές του μάχες, στις αντιφάσεις, στην προσπάθεια να σταθεί όρθιος
μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
![]() |
| Ελίνα Τσιορμπατζή |
Tι συμπυκνώνει η επιλογή
μιας γυναίκας ως του κεντρικού χαρακτήρα και πώς διεύθυνες την ταλαντούχα και
πολλά υποσχόμενη Ελίνα Τσιορμπατζή στην πρώτη της μεγάλου μήκους εμφάνιση;
Συνέβη η συγκεκριμένη
ιστορία να έχει έναν γυναικεία χαρακτήρα στο επίκεντρο - δεν είναι προϋπόθεση
για να πω μια ιστορία, ήταν ωστόσο κάτι με το οποίο μπορούσα ευκολότερα να
σχετιστώ.
Η Ελίνα έχει αμεσότητα,
εκφραστικότητα και δύναμη, κράτησε όλη την ταινία πάνω της χωρίς να υπάρχει
καμία σκηνή όπου δεν είναι στο επίκεντρο, με την κάμερα να την ακολουθεί
συνεχώς.
Παρότι η εμπειρία της
ήταν μικρή, νιώθω ότι κατάφερε να μπει εντελώς μέσα στο χαρακτήρα και να είναι
η Λένα.
Πέραν της
πρωταγωνίστριας, όλοι χαρακτήρες έχουν τον απαιτούμενο κινηματογραφικό χρόνο
για να αναπτυχθούν επαρκώς. Είναι, για σένα, το σινεμά άσκηση δημοκρατίας και
ελευθερίας;
Θα μπορούσες να το πεις
και έτσι. Είναι επιθυμία μας να έχουν όλοι οι χαρακτήρες χρόνο και χώρο να
υπάρξουν, ανεξάρτητα με το αν έχουν κεντρικό ρόλο.
Προσωπικά, δε μου αρέσουν
οι χαρακτήρες που είναι μόνο άσπροι ή μαύροι, θέλω να έχουν τη δυνατότητα να
φαίνονται και να φέρονται ως κανονικοί, ολόκληροι άνθρωποι.
Αυτό απαιτεί όχι μόνο να
δίνουμε χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να ξετυλίξουν τα δικά τους μοναδικά
εκφραστικά μέσα.
Η πόλη, εν προκειμένω οι
γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, είναι ο αφανής, αλλά αισθητός χαρακτήρας του
φιλμ. Ποια είναι η σχέση σου με αυτήν τόσο ως κάτοικος, όσο και ως σκηνοθέτρια;
Αγαπώ την Αθήνα πάρα
πολύ. Δεν έχω μεγαλώσει εδώ, αλλά πάντα ένιωθα ότι είναι το σπίτι μου. Είναι
μια πόλη που μπορεί να γίνει πολύ σκληρή, είναι η αλήθεια.
Παράλληλα, όμως, είναι
μια ανεξάντλητη πόλη· πάντα μπορείς να ανακαλύψεις κάτι καινούργιο - μια
γειτονιά, ένα ηλιοβασίλεμα, μια μαγική θέα, ένα νέο στέκι.
Έχω επιχειρήσει και
παλιότερα να αποτυπώσω κινηματογραφικά διαφορετικές γειτονιές της, με τις
μικρού μήκους ταινίες μου, πάντα είναι κάτι που με εμπνέει δημιουργικά.
Στις Μικρές Ανάσες θέλαμε η πόλη να μη λειτουργεί απλώς ως
φόντο, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος καθορίζει σε έναν βαθμό τη
διαδρομή της ηρωίδας.
Οι δρόμοι, οι πλατείες,
το σκληρό καλοκαιρινό φως και οι αντιθέσεις της πόλης αντανακλούν σε μεγάλο
βαθμό τη δική της εσωτερική κατάσταση.
Η Αθήνα είναι γεμάτη
αντιφάσεις: σκληρότητα και τρυφερότητα, εγκατάλειψη και ομορφιά, μοναξιά και
συλλογικότητα. Αυτές οι αντιφάσεις είναι που με ενδιαφέρουν κινηματογραφικά και
οι οποίες, πιστεύω, συντείνουν στη μοναδική της διάσταση.
Η ταινία κινείται σε
πολλούς άξονες (ενδοοικογενειακές/ερωτικές/φιλικές σχέσεις, έκτρωση, εργασιακή
εκμετάλλευση, κοινωνικός ρατσισμός, έμφυλες ταυτότητες), αλλά ποτέ δε χάνει τον
ρυθμό ή τη στόχευσή της. Πώς τα κατάφερες;
Υπήρχε η κεντρική
ιστορία, αυτή μιας νέας γυναίκας που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια απόλυση και
μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, γύρω από την οποία χτίστηκε το σύμπαν της ταινίας.
Είναι σίγουρα πολλά τα
θέματα που προκύπτουν, όμως είναι έτσι και η πραγματική ζωή τις περισσότερες
φορές, ειδικά για τα παιδιά τα οποία δεν προέρχονται από προνομιακό περιβάλλον.
Το καλοδουλεμένο, από
κοινού με τον Δημήτρη Νάκο, σενάριο αναδεικνύει και υπηρετεί τη συχνά
αντιφατική αλήθεια των ηρώων/ηρωίδων. Πόσο προωθητική υπήρξε η προϋπάρχουσα
προσωπική και καλλιτεχνική σχέση με τον Δημήτρη;
Με τον Δημήτρη ζούμε και
δημιουργούμε μαζί εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η σχέση μας μετράει τα ίδια χρόνια
με την ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο - εκείνος είχε ξεκινήσει νωρίτερα.
Ήμασταν από την αρχή
συντονισμένοι, υπάρχει κατανόηση, αλληλοϋποστήριξη και μια αδιαπραγμάτευτη και
παντοτινή κοινή αγάπη για τον κινηματογράφο.
Η μουσική, και κυρίως οι
στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται, λειτουργεί εξίσου προωθητικά/επικουρικά
ως προς την αφήγηση. Με ποιo κριτήριο επιλέχθηκε;
Είναι κομμάτια που
εκφράζουν την ψυχική κατάσταση της Λένας, την οργή της, την απογοήτευσή της και
την ελπίδα της. Μερικές φορές υπογραμμίζει και μερικές φορές προοικονομεί τις
εξελίξεις.
Επίσης, είναι το ασφαλές
καταφύγιο της από το θόρυβο που υπάρχει γύρω της. Ακούγοντας τα και ως σύνολο,
νιώθω ότι είναι ένα soundtrack
της καλοκαιρινής Αθήνας, που αντανακλά όλα τα συναισθήματα της ταινίας.
![]() |
| Τζέο Πακίτσας |
«Λες να τα
καταφέρουμε;» αναρωτιέται η Λένα απευθυνόμενη στον Στέλιο. Στο φιλμ
καταφάσκεις, μέσω των χαρακτήρων σου, έστω και αβέβαια/εύθραυστα. Ως κοινωνίες
και άνθρωποι, πώς πιστεύεις ότι θα «τα καταφέρουμε»;
Είναι σημαντικό για μένα
να υπάρχει μια ακτίδα ελπίδας. Το έχω και η ίδια ανάγκη ως άνθρωπος βάσει
ιδιοσυγκρασίας και είναι ορατό -αναγκαστικά- σε κάθε δουλειά μου.
Εάν υπάρχει μια
πιθανότητα να τα καταφέρουμε, είναι με το να είμαστε πιο ενωμένοι, να στρέψουμε
ξανά το βλέμμα ο ένας προς τον άλλον και να αντισταθούμε στην απομόνωση και την
αδιαφορία που μας επιβάλλει η καθημερινότητα.
Τι σε φοβίζει, τι σε
εξοργίζει και τι σε γεμίζει περισσότερο ελπίδα στο παρόν και στο -κοντινό-
μέλλον;
Με φοβίζει η
κανονικοποίηση της βίας και της ανισότητας. Το πόσο εύκολα συνηθίζουμε πράγματα
που κάποτε θα μας σόκαραν, είτε αφορούν περιθωριοποίηση ανθρώπων, είτε
περιβαλλοντική καταστροφή, είτε τη διάβρωση βασικών δικαιωμάτων.
Με εξοργίζει η αδιαφορία
απέναντι στους πιο ευάλωτους και η αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως
αριθμοί ή στατιστικά στοιχεία.
Αυτό το οποίο μπορεί να
μου δώσει ελπίδα είναι ότι, πού και πού, γνωρίζω ανθρώπους οι οποίοι
νοιάζονται.
Βλέπω νέους να διεκδικούν
έναν δικαιότερο κόσμο, κοινότητες που οργανώνονται, ανθρώπους οι οποίοι
επιλέγουν τη φροντίδα, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, ακόμη και στις πιο
δύσκολες συνθήκες.
Ίσως η ελπίδα να μη
βρίσκεται στις μεγάλες αφηγήσεις ή στις θεαματικές αλλαγές, αλλά σε μικρές
καθημερινές πράξεις που επιμένουν να υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Οι Μικρές Ανάσες
έκαναν την παγκόσμια πρεμιέρα τους στο 66ο Διεθνές
Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Ευχαριστώ θερμά την
σκηνοθέτρια για τον χρόνο τον οποίο μου διέθεσε, καθώς και
για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.
Η ταινία της Αμέρισσας
Μπάστα Μικρές
Ανάσες προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 4
Ιουνίου σε διανομή της Feelgood Entertainment.






%20(3).jpg)

