Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Αλίς Ντουάρντ: «Ήταν σημαντικό να επαναφέρω την αγάπη στο επίκεντρο μιας κουίρ ιστορίας»

 


Mια τρυφερή ιστορία (κουίρ) αγάπης και συνάμα ένα αιχμηρό σχόλιο για τον παραλογισμό της γραφειοκρατίας, το θαυμάσιο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Αλίς Ντουάρντ, Γράμματα Αγάπης, προβάλλεται από τις 27 Αυγούστου στα σινεμά.

Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια.

Είναι κρίμα που δεν παρευρέθηκες στην προβολή της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας σου, Γράμματα Αγάπης, στο πλαίσιο του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος.

Ακολούθησε μια πολύ ουσιαστική και διαφωτιστική συζήτηση με ένα ζευγάρι γυναικών από την Ελλάδα το οποίο αντιμετωπίζει παρόμοια ζητήματα με τους βασικούς χαρακτήρες. Τι αποκομίζεις από την αλληλεπίδρασή σου με το κοινό;

Παρουσιάζω το φιλμ στο κοινό εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, στη Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη. Εκείνο το διάστημα εργαζόμουν στο Παρίσι και, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στο Φεστιβάλ.

Το Γράμματα Αγάπης μεταφράζεται επακριβώς Απόδειξη Αγάπης. Πέρα από το γραφειοκρατικό πλαίσιο, χρειάζεται η αληθινή αγάπη κάποια «απόδειξη» για να επιβεβαιωθεί;

Ο τίτλος αναδεικνύει τον παραλογισμό της διαδικασίας υιοθεσίας. Το ζευγάρι αναζητά νομική κατοχύρωση, ωστόσο η απόφαση να γίνουν γονείς ως ζευγάρι πηγάζει, τελικά, από την αγάπη.

Ήθελα η λέξη «αγάπη» να υπάρχει στον τίτλο, επειδή ήταν πολύ σημαντικό για μένα να επαναφέρω την αγάπη στο επίκεντρο μιας κουίρ ιστορίας.

Εκτυλισσόμενο την εποχή του «νόμου Tομπιρά», το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Σελίν και της Nαντιά, ενός ομόφυλου ζευγαριού που περιμένει παιδί. Ωστόσο, η Nαντιά (η μη κυοφορούσα σύντροφος) καλείται να αποδείξει τη νομιμότητα της γονεϊκής της ιδιότητας.

Γιατί επέλεξες να προσεγγίσεις με όρους μυθοπλασίας τον συγκεκριμένο νόμο, καθώς και τις συνέπειες και τις περιπλοκές του; Πώς αξιολογείς τη σημασία του κατά την εποχή που κυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ;

Έζησα εκείνη την ιστορική περίοδο.

Η σύζυγός μου κι εγώ συμμετείχαμε σε διαδηλώσεις υπέρ του «νόμου Tομπιρά» και βιώσαμε τη βία των αντιπάλων, οι οποίοι ήταν πάρα πολλοί στη Γαλλία εκείνη την εποχή.

Χαιρετίσαμε τον νόμο ως μια τεράστια ευκαιρία, παρά τις δυσκολίες και την έλλειψη σαφήνειας.

Πέρασα η ίδια από τη διαδικασία της υιοθεσίας. Ήταν μια εμπειρία βαθιά επώδυνη αλλά και γεμάτη απίστευτη χαρά, καθώς συνειδητοποιούσα ότι αυτό γινόταν πλέον εφικτό.

Όταν ήμουν νεότερη, δεν υπήρχε προοπτική νόμιμης δημιουργίας οικογένειας στη Γαλλία.


Ella Rumpf, Monia Chokri (από αριστερά)


Πολλές από τις νομικές προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά την σύντροφο που δεν κυοφορεί, φαντάζουν παράλογες, τιμωρητικές και έντονα ταξικά προσανατολισμένες. Έχει τροποποιηθεί με πιο ορθολογικό τρόπο από το 2014;

Το 2021 η νομοθεσία άλλαξε και ο σύντροφος μπορεί πλέον να προβεί σε εκ των προτέρων αναγνώριση του παιδιού.

Επομένως, ένα παιδί μπορεί να έχει δύο μητέρες στο πιστοποιητικό γέννησής του. Υπάρχει ακόμη δρόμος για την επίτευξη της ισότητας, αλλά τα πράγματα προχωρούν. Πλέον τίθεται το ζήτημα της νομιμοποίησης της παρένθετης μητρότητας.

Οι πρωταγωνίστριές σου (Ella Rumpf, Monia Chokri, Noémie Lvovsky) ανήκουν σε διαφορετικές γενιές. Γιατί; Πώς ήταν η συνεργασία με την καθεμία ξεχωριστά, αλλά και με όλες μαζί;

Ήθελα η ταινία να πραγματεύεται τη γονεϊκότητα με την ευρεία έννοια και ήθελα να δημιουργήσω αυτόν τον χαρακτήρα της μητέρας, ώστε να ανοίξει το θέμα στις γενιές.

Το κεντρικό ερώτημα είναι: θα τα πάνε καλύτερα ή χειρότερα τα ζευγάρια γυναικών σε σχέση με τα άλλα; Στην πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τον τύπο της οικογένειας, όταν έχεις παιδιά, πάντα προσπαθείς για το καλύτερο και κάνεις ό,τι μπορείς.

Είμαι πολύ χαρούμενη με το δίδυμο Ella/Monia· τις θεωρώ ένα πραγματικό κινηματογραφικό ζευγάρι.

Η Noémie Lvovsky είναι μια εξαιρετική Γαλλίδα ηθοποιός, η οποία δούλεψε πάνω στο παίξιμο του πιάνου για να κάνει την ερμηνεία της πειστική.

Είμαι ενθουσιασμένη με αυτήν την επιλογή ηθοποιού, καθώς και με όλους τους δευτερεύοντες ρόλους του φιλμ, όπως τον νεαρό γιατρό ή το ζευγάρι των φίλων.

Η τελευταία μου ερώτηση αφορά το μέλλον. Κατ’ αρχάς, πώς οραματίζεσαι την κατάσταση του κόσμου, δεδομένου ότι ζούμε σε ένα παγκόσμιο κλίμα συγκρούσεων και ο φασισμός βρίσκεται σε άνοδο, ιδίως στη Δύση;

Ο κόσμος είναι πραγματικά τρομακτικός. Εναπόκειται σε εμάς να συνεχίσουμε να υψώνουμε τη φωνή μας και να αντιστεκόμαστε στην άνοδο του φασισμού.


Noémie Lvovsky


Δεύτερον, πώς φαντάζεσαι τη δημιουργία ταινιών στο άμεσο μέλλον, ειδικά με τη σταδιακή εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης σε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής μας;

Για μένα, τίποτα δεν είναι πιο όμορφο από ένα τυχαίο συμβάν όταν βλέπω ένα φιλμ. Ένα βλέμμα προς την κάμερα, ένα αντικείμενο που πέφτει, μια ατάκα που ψιθυρίζεται. Δε νομίζω ότι η τεχνητή νοημοσύνη το προσφέρει αυτό.

Και εδώ, επαφίεται σε εμάς -κινηματογραφιστές και θεατές εξίσου- να αντισταθούμε σε αυτό.

Τρίτον, τι θα μπορούσε να απογίνει το ζευγάρι της ταινίας; Θα ήταν άραγε ακόμα μαζί; Θα είχε γίνει η καθημερινότητά του έστω και λίγο πιο εύκολη;

Κατά τη γνώμη μου, το φιλμ αφηγείται την ιστορία εκείνης της νομικής διαδρομής, η οποία όμως περνά σε δεύτερη μοίρα μόλις έρχεται στη ζωή το παιδί.

Είτε υπάρχουν τα απαραίτητα έγγραφα είτε όχι, το παιδί είναι εκεί και το ζευγάρι φέρει την ευθύνη του. Το παιδί βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ζωής τους.

Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε αυτόν τον κόσμο -και στον κόσμο του κινηματογράφου- σε λίγα μόλις χρόνια από τώρα;

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να κάνεις προβολές στο μέλλον στις μέρες μας. Ελπίζω να διατηρήσω την ειλικρίνειά μου και τη χαρά της επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους.

Η ταινία της Αλίς Ντουάρντ Γράμματα Αγάπης έκανε την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού Τμήματος του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος, όπου απέσπασε το Βραβείο Κοινού.

Από τις 27 Αυγούστου προβάλλεται στους κινηματογράφους σε διανομή του Cinobo.



Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο: «Η συγγραφή είναι πάντα ένα ταξίδι σε άγνωστες περιοχές»

 


Υπαρξιακό -και πραγματικό- οδοιπορικό και κατάδυση στον κόσμο της ψυχικής υγείας, το Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, μυθιστορηματικό ντεμπούτο της Περουβιανής συγγραφέως Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο, εκπλήσσει.

Μια συζήτηση μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Σπούδασες τουρισμό στο Περού και κοινωνιολογία στη Νορβηγία, κατέχεις μεταπτυχιακό τίτλο στην ισπανική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο του Τρόμσο και διδάσκεις ισπανικά και νορβηγικά σε μετανάστες.

Είσαι, επίσης, πολλά υποσχόμενη συγγραφέας. Τι σε οδήγησε, κατ’ αρχήν, στο βορειότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης;

Πριν έρθω στη Νορβηγία, πέρασα μερικά χρόνια στην Ισπανία. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να εργαστώ εκεί, στη συνέχεια να σπουδάσω και να δω πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα.

Τελικά, γνώρισα έναν Νορβηγό στην Ισπανία και, μετά από λίγο καιρό, γίναμε ζευγάρι.

Μόλις η σχέση εδραιώθηκε, το σχέδιο άλλαξε. Δεν ήταν ότι είχα επιλέξει να μεταναστεύσω από το Περού στη Νορβηγία.

Ήμουν 21 ετών τότε και είχα πολλά σχέδια, αλλά η μετακόμιση σε μια χώρα με άγνωστη γλώσσα δε μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό.

Πώς θα περιέγραφες τη νορβηγική κοινωνία σε σύγκριση με -ή σε αντιδιαστολή προς- την περουβιανή;   

Είναι ένα σύνθετο ζήτημα, αλλά πιστεύω ότι οι κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής, σε γενικές γραμμές, είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην κοινότητα. Αρκεί να δεις πώς ορίζεται συνήθως η οικογένεια.

Εδώ, η οικογένεια αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά.

Όταν κάποιος από τη Νορβηγία ρωτάει «Έχεις οικογένεια;», αναφέρεται αποκλειστικά στα παιδιά. Στη δική μου περίπτωση, απαντώ πάντα: «Δεν έχω παιδιά, αλλά η οικογένειά μου βρίσκεται στο Περού».

Πώς αντιλαμβάνεσαι την Ευρώπη από πολιτιστική και πολιτική άποψη;

Η κατάσταση είναι κρίσιμη.

Ξεκινώντας από τους πολέμους -όπως αυτόν στην Ουκρανία, για να αναφερθούμε στην Ευρώπη- θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό να τους θεωρούμε απλώς ως μεμονωμένες συγκρούσεις μεταξύ συγκεκριμένων εθνών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Οι πόλεμοι έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο.

Παρατηρείται σαφής άνοδος των ολοκληρωτικών ιδεών· δεν είναι πλέον απλώς αποδεκτές - είναι οι ίδιες οι ιδέες που μας κυβερνούν.

Διαπιστώνω μια μορφή οπισθοδρόμησης όσον αφορά στα δικαιώματα:

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τη μεταναστευτική πολιτική -η οποία πλέον προσεγγίζεται υπό το πρίσμα του ελέγχου των συνόρων, της «προστασίας των αξιών» και της έννοιας των «πραγματικών Ευρωπαίων»- γεγονός που συνιστά βήμα προς τα πίσω.

Με ποιους τρόπους η «νομαδική» σου ζωή διαμόρφωσε -ή άλλαξε- τη θεώρησή σου για τον εαυτό σου, τον κόσμο, τους άλλους και -το σημαντικότερο- για την ίδια τη διαδικασία της γραφής;

Είναι δύσκολο να το πω, γιατί πιστεύω ότι βρισκόμαστε πάντα σε μια κατάσταση διαρκούς αλλαγής.

Υπάρχουν εσωτερικές, προσωπικές αλλαγές - εκείνες που συνδέονται με τον χρόνο και την εμπειρία.

Αλλάζουμε, όμως, επίσης μέσα από τις αλληλεπιδράσεις μας με το περιβάλλον και, όπως το έθεσες εσύ, μέσα από εκείνη τη «νομαδική ύπαρξη» η οποία συνεπάγεται μια μετατόπιση στη γλώσσα και στο τοπίο.

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τις φυσικές καταστροφές. Πώς ήμασταν προτού πάρουν φωτιά τα δάση; Τι ήταν αυτό που μας προκαλούσε εκείνο το ίδιο αίσθημα ερήμωσης;

Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία της γραφής:

Για μένα, πρόκειται για μια εσωτερική διαδικασία, η οποία όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δε βρίσκομαι σε απόλυτη επαφή με το περιβάλλον μου.

Με τον εξωτερικό κόσμο, τη φύση και τα τοπία, με τις φωνές, τις εικόνες και τις καταστάσεις που πυροδοτούν ένα έργο μυθοπλασίας.

Το πρώτο σου μυθιστόρημα, Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora, αποτελεί ένα υπαρξιακό αλλά και πραγματικό οδοιπορικό και μια βουτιά στον κόσμο της ψυχικής υγείας.

Σε ποιον βαθμό η συγγραφή μοιάζει με ένα ταξίδι σε ανεξερεύνητες περιοχές, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά; Η ενασχόλησή σου με ζητήματα ψυχικής υγείας πηγάζει αποκλειστικά από ενδιαφέρον λογοτεχνικής ή κοινωνιολογικής φύσης;

Για μένα, η συγγραφή είναι πάντα ένα ταξίδι σε άγνωστες περιοχές. Δεν ξέρω πού κατευθύνεται η αφήγηση. Μπορεί να έχω κατευθυντήριες γραμμές και προσχέδια, αλλά, τελικά, το κείμενο παίρνει μορφή καθώς γράφεται και ξαναγράφεται.

Είναι σαν να έχουμε τον χάρτη μιας πόλης το οποίο επισκεπτόμαστε ως τουρίστες. Ο χάρτης χρησιμεύει απλώς για να προσανατολιστούμε, αλλά η ουσιαστική εμπειρία του ταξιδιού -εκείνο που δεν αποτυπώνεται σε φωτογραφίες- είναι η ουσία της γραφής.

Πιστεύω πως η ανάγνωση είναι η άλλη όψη της γραφής: τόσο η δική μου ανάγνωση όσο και ο τρόπος με τον οποίο οι άλλοι διαβάζουν όσα γράφω.

Είναι ένα υφαντό από χρόνο και λέξεις: τα βιβλία που έχω διαβάσει είναι παρόντα στη γραφή μου και, ταυτόχρονα, γράφω ένα βιβλίο το οποίο θα διαβαστεί - για να ειπωθεί ξανά ή να ξαναγραφτεί με διαφορετικό τρόπο.

Η ενασχόληση με τη συγγραφή κειμένων για θέματα ψυχικής υγείας υπήρξε φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι τα έχω βιώσει και η ίδια. Δεν ξεκίνησα ποτέ με σκοπό να γράψω για την ψυχική υγεία, αλλά επιδιώκω πάντα να γράφω για όσα γνωρίζω.

«Μια ιστορία ευαλωτότητας και συντροφικότητας… Στο ‘Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία’ υπάρχει μια προσπάθεια μετάφρασης κόσμων», σχολιάζει η Gabriela Wiener.

Είναι, κατά τη γνώμη σου, το -συχνά παραισθησιακό, και ωστόσο εξαιρετικά ακριβές- συγγραφικό σου ύφος, το οποίο φτάνει στο αποκορύφωμά του στις ανησυχητικές τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, ένα εργαλείο μετάφρασης πραγματικοτήτων;

Η πραγματικότητα είναι τόσο σύνθετη όσο ο καθένας από εμάς και οι καταστάσεις της ύπαρξής μας· η ιδέα ότι μπορεί να αποτυπωθεί σε ένα κείμενο μου φαίνεται αδύνατη.

Πρόκειται απλώς για απόπειρες, κι όμως, δεν υφίσταται κάτι τέτοιο όπως η πραγματικότητα.

Ακόμα και όταν γράφω για κάτι που έχω βιώσει, θα πρόκειται πάντα για μυθοπλασία.

Σε ποιο σημείο της δημιουργικής διαδικασίας εισήλθε η σκυλίσια διάσταση στην αφήγηση και τι ακριβώς συμβολίζει;

Το σκυλί είναι παρόν σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης - ως σύμβολο, αλλά και ως χαρακτήρας με φωνή. Είναι η φωνή που ανοίγει την ιστορία, διαθέτοντας τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση ενός σκύλου ο οποίος ξέρει ότι είναι ο αρχηγός της αγέλης.

Είναι ζωντανό επειδή μιλάει, κι όμως μας μιλάει από τον τάφο. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες αποτελούν την αγέλη αυτού του σκύλου.

Το σκυλί ενσαρκώνει τη ζωή, τη ροή του λόγου και της σκέψης, καθώς και την πρωταρχική επιθυμία· ωστόσο, αντιπροσωπεύει επίσης τον «μαύρο σκύλο» της κατάθλιψης, το άρρωστο αδέσποτο, τη λύσσα και τον θάνατο.

Υπάρχει ένα «πραγματικό» σκυλί που πεθαίνει σε μια παραλία, και αυτή η εικόνα λειτουργεί ως μια ψυχαναλυτική συνεδρία που σηματοδοτεί την έναρξη της συγγραφικής διαδικασίας - αν και όχι της ίδιας της ιστορίας.

Έχεις συμπεριληφθεί στην περίοπτη λίστα «Hay Bogotá 39» η οποία αναδεικνύει τους 39 πιο υποσχόμενους/υποσχόμενες Λατινοαμερικανούς/Λατιονοαμερικανίδες συγγραφείς κάτω των 39 ετών.

Πώς οραματίζεσαι το μέλλον σου στον χώρο της συγγραφής, αλλά και το μέλλον της λογοτεχνίας γενικότερα, στους ταραγμένους καιρούς τους οποίους διανύουμε;

Όπως ανέφερα νωρίτερα σχετικά με το θέμα της ψυχικής υγείας:

Δεν είχα σκοπό να γράψω για την ψυχική υγεία, αλλά μόλις ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημα, προέκυψε μια διαδικασία αναστοχασμού γύρω από το θέμα - τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας τους αναγνώστες.

Πιστεύω ότι ο στοχασμός που προκύπτει από τη γραφή και την ανάγνωση σηματοδοτεί τη δυνατότητα για διάλογο.

Θα ήθελα να πιστεύω πως η προοπτική του διαλόγου είναι αυτή που θα μπορούσε να μας σώσει από τον κατακερματισμό, την πόλωση και το μίσος ή τον φόβο για τον «άλλον».

Αν υφίσταται η δυνατότητα διαλόγου, τότε υπάρχει και η δυνατότητα περιορισμού της βίας.

Ανεξάρτητα από τους καιρούς -είτε σκοτεινούς είτε φωτεινούς-, ελπίζω να συνεχίσω να γράφω.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πάντα πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση των Ασπασίας Καμπύλη και Χριστίνας Φιλήμονος.



Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Anneke van Giersbergen: «Είμαι πιο νοσταλγική από όσο συνήθιζα να είμαι»

 

Anneke van Giersbergen (Φωτογραφία: Mark Uyl)

Από τα σημαντικότερα metal (και όχι μόνο) συγκροτήματα, οι Ολλανδοί The Gathering γιορτάζουν τα 30 χρόνια του θρυλικού Mandylion και έρχονται για δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (24 και 26 Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα).

Μια συζήτηση με την Anneke van Giersbergen, την τραγουδίστρια που καθόρισε τη φυσιογνωμία του γκρουπ, για τη μουσική, τη ζωή, τη νοσταλγία και τον θάνατο.

Είτε ως soprano είτε ως mezzo-soprano, διαθέτεις μια από τις πιο ξεχωριστές φωνές της σύγχρονης μουσικής. Πότε συνειδητοποίησες για πρώτη φορά την κλίση σου;

Δεν είμαι και τόσο βέβαιη.

Από μικρή λάτρευα τη μουσική και το τραγούδι και είχα παρατηρήσει από την εμπειρία μου ότι είχα καλή φωνή, οπότε είχα συνειδητοποιήσει πως αυτός ήταν σίγουρα ένας καλός λόγος να συνεχίσω να κάνω μουσική.

Υπήρξε μια αποφασιστική στιγμή κατά την οποία το συνειδητοποίησες;

Όχι ακριβώς.

Όταν, όμως, πήγα σε ειδικό σχολείο σε ηλικία δεκατριών-δεκατεσσάρων χρονών, παραδίδονταν μαθήματα μουσικής και ο δάσκαλος μού είπε ότι έχω την καλύτερη φωνή στην τάξη και πως έπρεπε να κάνω μαθήματα φωνητικής για να τη βελτιώσω.

Έκτοτε, είχα πλέον συνειδητοποιήσει ότι έχω καλή φωνή, πως θέλω να κάνω κάτι με αυτήν στη ζωή μου και άρχισα να τη δουλεύω. Σε κάθε περίπτωση, ήμουν πολύ νέα.

Πώς καταφέρνεις να «κατοικείς» κάθε μουσικό είδος με το οποίο καταπιάνεσαι;

Δεν το πολυσκέφτομαι, υποθέτω. Βασίζομαι πολύ στο συναίσθημα. Η καρδιά μου βρίσκεται στo metal και στο progressive rock.

Μερικές φορές, όταν ακούω ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής, αναρωτιέμαι: «Δε θα ήταν ωραίο να το τραγουδούσα;» Και απλά το κάνω.

Το ίδιο συμβαίνει όταν μου προτείνεται να συμμετάσχω σε ένα καινούριο πρότζεκτ, εφόσον νιώθω ότι μπορώ να αφιερώσω τον εαυτό μου και τη δημιουργικότητά μου σε αυτό.

Όταν εισήλθες στο «σύμπαν» των The Gathering, αισθάνθηκες ευπρόσδεκτη σε αυτό - αλλά και στον κόσμο του metal, εν γένει;

Ασφαλώς. Έψαχναν τραγουδίστρια και θεώρησαν πως η φωνή μου ταίριαζε άριστα με το είδος μουσικής που έπαιζαν. Μου ζήτησαν, λοιπόν, να τραγουδήσω και αμέσως υπήρχαν καλές δονήσεις.

Το κοινό της metal μουσικής, ωστόσο, δεν ήταν εξοικειωμένο με την παρουσία πολλών γυναικών τραγουδιστριών.

Οπότε, στις πρώτες μας συναυλίες ήταν απρόθυμο και αρκετά έκπληκτο να ακούει μουσική που ήταν σχεδόν doom metal και βασισμένη στα πλήκτρα τραγουδισμένη από γυναίκα. Χρειάστηκε, επομένως, λίγο χρόνος για να συνηθίσει στο σοκ!

Όταν, όμως, συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζαμε τους στίχους και τη μουσική, κερδίσαμε πολύ σεβασμό.

Πέρα από την απροθυμία και την έκπληξη που βίωνε το metal κοινό στη θέα μιας γυναίκας τραγουδίστριας, υπήρχε κι ένα στοιχείο σεξισμού στη στάση του στην Ολλανδία των eighties;

Υπήρχαν τύποι οι οποίοι φώναζαν.

Σε κάθε εργασιακό χώρο συναντάς άντρες που δε δείχνουν σεβασμό στις γυναίκες, ωστόσο. Ήταν παρόντες, επομένως, και στον χώρο του metal, αλλά όχι σε τόσο έντονο βαθμό.

Στο μουσικό είδος το οποίο υπηρετούσαμε και υπηρετούμε, το progressive metal, το κοινό σέβεται πολύ τους/τις καλούς/καλές μουσικούς. Αλλά, όπως προείπα, πάντα υπάρχουν άντρες που δε σέβονται τις γυναίκες και θα κάνουν ανόητα σχόλια.

Όντας -πέρα από τραγουδίστρια και κιθαρίστρια- και στιχουργός, πώς διαχειρίζεσαι αυτές τις διαφορετικές ιδιότητες τις οποίες φέρεις;

Συνήθως, η σύνθεση της μουσικής συμβαδίζει με τη συγγραφή των στίχων. Μερικές φορές μπορεί να προηγείται η μελωδία, άλλες οι στίχοι.

Οι συναυλίες είναι η εμπειρία την οποία απολαμβάνω περισσότερο, επειδή μπορώ να προσφέρω στο κοινό τα πάντα την ίδια στιγμή, αναδημιουργώντας τους στίχους και τη μελωδία.

Γενικά, μου αρέσει να γράφω στίχους, και τους γράφω μόνη μου. Κατόπιν, ενορχηστρώνουμε εκ νέου τις συνθέσεις με τους εκάστοτε συνεργάτες μου.

Το εμβληματικό Mandylion βρίσκεται στην «καρδιά» της εν εξελίξει περιοδείας σας ως σχήματος. Πώς ερμηνεύεις τη διαχρονική απήχησή του, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του;

Μας ζεσταίνει την καρδιά που τόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να το ακούνε.

Νομίζω πως αφήσαμε ένα αποτύπωμα σε αυτήν την εποχή του heavy metal των δεκαετιών των eighties και των nineties. Για εμάς, ως δημιουργούς και μουσικούς, είναι πολύ ωραίο να βλέπουμε τόσους ανθρώπους στις συναυλίες μας.

Εκτός από τη συνεργασία σου με τους The Gathering, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες/άλλες καλλιτέχνιδες, έχεις και μια λαμπρή προσωπική σταδιοδρομία.

Το άλμπουμ σου The Darkest Skies Are The Brightest, ειδικότερα, συγκαταλέγεται στα κορυφαία και πιο προσωπικά σου. Θα ήθελες να εμβαθύνεις στην αφετηρία της δημιουργίας του;

Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι όντως αρκετά προσωπικό για μένα.

Είχα αρχίσει να συνθέτω «βαριά» τραγούδια για ένα καινούριο πρότζεκτ μου.

Αποφάσισα, ωστόσο, να ακολουθήσω τη διαίσθηση και τα συναισθήματά μου, κι έτσι αυτό το άλμπουμ «κύλησε» από μέσα μου. Ήταν ακουστικό, πιο «απαλό», με αυθεντικούς στίχους και αυθεντική δημιουργικότητα.

Δεν ήξερα αν θα αρέσει στο κοινό, αλλά έγινε πολύ ευνοϊκά δεκτό και είναι ένας από τους πιο ειλικρινείς δίσκους τους οποίους έχω κάνει. Είμαι πολύ ευτυχής που βγήκε έτσι.

Το La Vie, La Mort, L’Amour, το επικείμενο άλμπουμ σου, είναι εξίσου προσωπικό, με την έννοια ότι αναφέρεται σε αγαπημένους σου ανθρώπους τους οποίους έχεις χάσει, αν κατάλαβα σωστά.

Όντως είναι έτσι. Αφορά στη ζωή, τον θάνατο και την αγάπη. Καθώς μεγαλώνουμε, όλοι χάνουμε ανθρώπους.

Πρόκειται για μια πολύ αληθινή συνθήκη. Έτσι αποφάσισα να γράψω γι’ αυτήν, αναλογιζόμενη και τη δική μου ζωή, αλλά και τον δικό μου θάνατο. Ξέρω πως πολλοί άνθρωποι βιώνουν τέτοια συναισθήματα και κάνουν τέτοιες σκέψεις. Δεν είμαι η μόνη.

Κι όταν γράφεις και τραγουδάς για τέτοια ζητήματα, οι άνθρωποι σού ανοίγονται και μοιράζονται πράγματα μαζί σου. Αυτό ανακάλυψα.

Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι, επίσης, εξαιρετικά ειλικρινές. Ακούγοντάς το, το κοινό κατανοεί από πού προέρχομαι, πού βρίσκομαι και προς τα πού οδεύω.

Δημιουργείται, συνεπώς, ένας ξεχωριστός δεσμός με τους ακροατές και τις ακροάτριες. Κι αυτό είναι όμορφο.

Ένας τέτοιος δεσμός δημιουργήθηκε και με εμένα ως ακροατή, καθώς έχασα και τους δύο γονείς μου το 2024 από καρκίνο.

Λυπάμαι πολύ!

Είσαι συμφιλιωμένη με το σκοτάδι που βρίσκεται μπροστά - ή γύρω μας;

Δύσκολη ερώτηση.

Μου αρέσει η ζωή μου. Κάποιες φορές είναι δύσκολη, άλλες όμορφη και διασκεδαστική. Όλοι οι άνθρωποι θέλουμε να πεθάνουμε σε μεγάλη ηλικία και ευτυχισμένοι.

Όταν, όμως, έχεις παιδιά -έχω έναν γιο είκοσι ενός ετών-, γι’ αυτά φοβάσαι και εκείνα θέλεις να ζήσουν τη ζωή τους. Οπότε είμαι ευτυχισμένη με τη ζωή μου, αλλά θέλω κι ο γιος μου να είναι ευτυχισμένος.

Μιας και ξαναβρεθήκατε με τους The Gathering ενόψει της περιοδείας, υπάρχει περίπτωση να συνθέσετε, να ηχογραφήσετε και να κυκλοφορήσετε κάτι καινούριο ως συγκρότημα;

Δεν έχουμε κανένα σχέδιο. Οι The Gathering θα συνεχίσουν με ό,τι έχουν κατά νου, κι εγώ με τις δικές μου περιοδείες.

Θέλαμε να γιορτάσουμε τα τριάντα χρόνια του Mandylion, και θα ολοκληρώσουμε την περιοδεία μας τον Ιανουάριο του 2027 με μια τεράστια συναυλία στο Άμστερνταμ, όπου θα παίξουμε το Mandylion, αλλά και το Nighttime Birds.

Το αγαπώ κι αυτό.

Σε ευχαριστώ! Είναι ένας ξεχωριστός δίσκος και για εμάς, και μάς τον ζητάει το κοινό στις συναυλίες.

Μιλήσαμε αρκετά (και) για το παρελθόν. Αισθάνεσαι καθόλου νοσταλγία για ανθρώπους, τόπους, καταστάσεις;

Αρκετή. Παλιότερα δεν ένιωθα έτσι. Αλλά τώρα, με την περιοδεία και εξαιτίας του ότι μεγαλώνουμε λιγάκι και αποκτούμε οικογένειες, ανατρέχω στο παρελθόν περισσότερο. Αυτές οι αναμνήσεις είναι και διασκεδαστικές.

Ακούω πολύ heavy metal και progressive rock από τα eighties στο αυτοκίνητο και τα λατρεύω. Αλλά ναι, είμαι πιο νοσταλγική από όσο συνήθιζα να είμαι.

Ανά διαστήματα, επιστρέφεις συναυλιακά στην Ελλάδα. Πόσο συνδεδεμένη αισθάνεσαι με το ελληνικό και το αθηναϊκό κοινό;

Είστε πολύ παθιασμένοι/παθιασμένες με την τέχνη, τη μουσική, την ποίηση. Είναι, λοιπόν, πολύ ξεχωριστό να παίζω ενώπιον ανθρώπων οι οποίοι τρέφουν τέτοιο σεβασμό για την τέχνη.

Πέραν αυτού, αγαπώ την ελληνική κουζίνα και τον καιρό στη χώρα!

Ανυπομονώ για τη συναυλία σε έναν τόσο όμορφο χώρο όπως το Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού στις 26 Σεπτεμβρίου.

Τα λέμε τότε, λοιπόν.

Υπέροχα!

Ευχαριστώ θερμά τον Jim Kotsis για την καθοριστική συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης με την καλλιτέχνιδα.

Οι The Gathering, με την Anneke van Giersbergen στα φωνητικά, εμφανίζονται ζωντανά στη Θεσσαλονίκη στις 24 Σεπτεμβρίου (Μονή Λαζαριστών) και στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου (Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού).

Οι πόρτες ανοίγουν στις 19:00.