Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Διαμαντής Διαμαντίδης: «Η σοβαροφάνεια δεν υφίσταται στο μενού μας»

 

Μητέρα Φάλαινα Τυφλή

Γιορτάζοντας 20 χρόνια «αναδύσεων», το πολυμελές σχήμα ηλεκτροακουστικής φολκ-ποπ-σόουλ Μητέρα Φάλαινα Τυφλή μάς προσκαλεί σε μια «επετειακή» συναυλία το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στο «Κύτταρο».

Ενόψει της βραδιάς κουβεντιάζουμε με τον Διαμαντή Διαμαντίδη, εκ των ιδρυτικών μελών του σχήματος, κιθαρίστα και τραγουδιστή.

Mητέρα Φάλαινα Τυφλή, 20 χρόνια πριν: γιατί Φάλαινα, γιατί Μητέρα και γιατί Τυφλή; Τι σας συμβαίνει όταν βυθίζεστε στο υγρό στοιχείο και τι όταν «ναυαγείτε» στη στεριά;

Η Μητέρα Φάλαινα Τυφλή αναδύθηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη του 2006 στη μικροσκοπική σκηνή -και κάτω απ’ αυτή- του μυθικού πια Μικρού Μουσικού Θεάτρου της Βεΐκου στο Κουκάκι, ως ένα πολυμελές «ωδικό» κήτος, μια folk-soul-rock πολυμελής μπάντα με πρωτότυπα διηγηματικά τραγούδια και με διάθεση για παρέα, αντάμωμα, σύμπραξη και συνεργασία σε δυτικότροπες ατραπούς τραγουδοποιίας.

Ίσως είναι γνωστό πια πως το όνομα της μπάντας είναι εμπνευσμένο από το τραγούδι του Brian Eno με τίτλο Mother Whale Eyeless από το άλμπουμ του Taking Tiger Mountain (By Strategy) του 1974.

Έντονες επιρροές έχουν ασκήσει Το ταξίδι της φάλαινας των Στέρεο Νόβα και το παραμύθι του Πινόκιο. 

Σχετικά με το «υγρό στοιχείο», η ρευστότητα της ζωής κόντρα στον στέρεο ρεαλισμό της καθημερινότητας, ας πούμε «της στεριάς», είναι δυο συνθήκες που βιώνουμε όλο και πιο έντονα και όλο και πιο συνειδητά καθώς μεγαλώνουμε, δημιουργούμε, αποτυγχάνουμε με πάταγο ή πετυχαίνουμε κάτι ανεπαίσθητο, γλυκά και ταπεινά, σχεδόν από τότε που έχουμε αντίληψη περίπου του ποιες/ποιοι είμαστε.

Αν είμαστε κάτι, ειδικά μεταξύ μας, είναι φίλοι και, μετά, συνδημιουργοί και συμπαίκτες.

Τέλος, το «υγρό στοιχείο» βοηθάει τα πράγματα να κυλάνε, ενώ τα Ναυάγια στη στεριά είναι μία κατάσταση γνώριμη πια, με τις δυσκολίες και τα μαθήματά της.

Ο τίτλος αυτός πάντως, ν’ αναφέρουμε πως είναι εμπνευσμένος από το Έι καπετάνιε του όψιμου ρεπερτορίου του Στέλιου Καζαντζίδη (μουσική: Τάκης Σούκας, στίχοι: Σώτια Τσώτου).

Eίστε μια ακανόνιστα ανακαταδυόμενη μουσική παρέα. Τι καθορίζει τις κατά καιρούς αναδύσεις σας στο μουσικό προσκήνιο, τι σας καλεί να καταδυθείτε στο (όχι απαραίτητα μουσικό) παρασκήνιο και τι συντελείται στο μεταξύ;

Στο μεταξύ ζούμε, δουλεύουμε, μεγαλώνουμε, παντρευόμαστε, χωρίζουμε, κάνουμε οικογένειες, βιώνουμε μικρές και μεγάλες νίκες και ήττες, δημιουργούμε και γκρεμίζουμε, μοιραζόμαστε και κρυβόμαστε, τα καταφέρνουμε και σπάμε τα μούτρα μας, συναντιόμαστε, χανόμαστε, αγαπάμε και αγαπιόμαστε και πάμε παρακάτω.

Έχουμε ν’ αναδυθούμε ως Μητέρα Φάλαινα Τυφλή από την πραγματικά αξιομνημόνευτη εμφάνισή μας στην Πλατεία Βαρνάβα, στο πλαίσιο της Γιορτής της Μουσικής -που παρεμπιπτόντως εμείς τη γιορτάζουμε κάθε μέρα, αλλά άλλη συζήτηση αυτή- το καλοκαίρι του 2017.

Τώρα, κλείνουμε 20 χρόνια αναδύσεων-καταδύσεων και μουσικών αναζητήσεων, και ήταν καλή αφορμή να ξαναβρεθούμε.

Τραγούδια και ιδέες υπάρχουν στο μεταξύ, όμως κάποια μέλη μένουν εκτός Αττικής και Ελλάδος, άρα όλα είναι σχέδια «επί χάρτου». Ένας τέτοιος «χάρτης» μάς ξαναφέρνει κοντά το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026 στο Κύτταρο.

 Ποιος είναι ο ρόλος που οι παρέες διαδραματίζουν στην καλλιτεχνική -και όχι μόνο- δημιουργία; Τι ισχύει στην περίπτωσή σας; Μας λείπει το ανιδιοτελές «μαζί» στις μέρες μας;

Σίγουρα από κάπου ξεκινάνε όλα.

Όταν έπαιξα τα πρώτα τραγούδια της Φάλαινας κάπου στα 2005 στα δύο ιδρυτικά μέλη της μπάντας, στον Μιχάλη Κραουνάκη (σαξόφωνο, πιάνο) και τη Τζωρτζίνα Κοκκινάκη (βιολί, τραγούδι), είχα ανάγκη σίγουρα να τα σκαλίσουμε και να τα δουλέψουμε μαζί.

Ήθελα, όμως, να κάνουμε και περισσότερη παρέα, να γνωριστούμε, να μοιραστούμε και να κάνουμε από κοινού, κάτι πιο πολύ δικό μας, παρά δικό μου.

Έγραψα εγώ τα τραγούδια, βοήθησε ανεκτίμητα ο Μιχάλης και τα υπόλοιπα παιδιά όπως μπορούσαν, και μέσα σε 5-6 χρόνια ηχογραφήσαμε 26-27 τραγούδια.

Το «ανιδιοτελές» μαζί, είναι μεγάλη κουβέντα: όλοι θέλουν κάτι για πάρτη τους, ακόμη κι αν αυτό είναι η μοιρασιά, η προσφορά, η ομαδική ψυχοθεραπεία, το δόσιμο και η παρέα. Κι αυτό ιδιοτελές είναι, ακόμη κι αν περιλαμβάνει το «μαζί».

Το ό,τι περάσαμε καλά, και ακόμη περνάμε δηλαδή, έχουμε αληθινή και παιδική αγάπη, ακόμη κι αν χανόμαστε, μεταξύ μας τα Φαλαινόπαιδα, είναι το μόνο σίγουρο.

Όταν βρεθήκαμε τον περασμένο Μάρτιο για την πρώτη πρόβα μας μετά από καιρό, ήταν υπέροχα, πραγματικά λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα.

Πάντως, και σήμερα, υπάρχουν παρέες και ομάδες, με δικούς τους κώδικες και επιθυμίες, παγκόσμια, διαταξικά και σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες, και μεγαλουργούν σε όλα τα πεδία της δημιουργίας, της έκφρασης και της καλλιτεχνικής παραγωγής.

Είστε ποπ, αλλά και φολκ, με μια ελαφράδα και συνάμα σοβαρότητα. Τι σημαίνει «ποπ» και «φολκ» εν έτει 2026;

Σημαίνει πολλά σε πολλούς, δεν μπορώ να πω για τους άλλους.

Εμένα μου αρέσουν πολύ αυτά που συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τα τελευταία 30-40 χρόνια, με όλη αυτήν την Alt Country/Folk παραγωγή, αλλά και παλαιότερα, εξερευνώντας και μαθαίνοντας για καλλιτέχνες και μπάντες καθώς μεγαλώνουμε.

Το «ποπ» τώρα είναι άλλη υπόθεση. Αν έχει διεισδυτικότητα και απεύθυνση ένα ή περισσότερα τραγούδια, έχει να κάνει και με τα κανάλια και τους διαύλους επικοινωνίας, της δυνατότητες που έχει ένα καλλιτέχνης κ.λπ.

Τώρα βλέπεις τι γίνεται: πλατφόρμες και μάγκες.

Αυτό νομίζω που λείπει πραγματικά είναι τα live, οι μικρές σκηνές όπως ο Πυρήνας, το Καφέ «Αλάβαστρον», το ΜΜΘ, τα μπαρ και οι μικροί χώροι των 80-120 ατόμων όπου παίζαμε, συναντιόμασταν, δημιουργούσαμε, μοιραζόμασταν, βριζόμασταν, αλληλεπιδρούσαμε.

Π.χ., τα χρόνια από το 2009 στο 2013 στο «Αλάβαστρον» είναι για μένα η πιο δημιουργική περίοδος.

Όχι μόνο τις βραδιές που βρισκόμασταν για τα acoustic sessions με τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή και πληθώρα σημαντικών καλεσμένων.

Και οι υπόλοιπες βραδιές της εβδομάδας, ήταν «φωτιά», κάθε βραδιά.

Αγαπάτε τον Βαγγέλη Γερμανό, αλλά και τον Διονύση Σαββόπουλο. Και τον Δήμο Μούτση. Και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πείτε μου για τα ακούσματα τα οποία σας ενέπνευσαν.

Σίγουρα, όταν ξεκινήσαμε, αυτά που αναφέρεις μας/με καθόριζαν, με είχαν επηρεάσει πάρα πολύ.

Επιπλέον, τραγουδοποιοί όπως ο Sufjan Stevens, o Dave Matthews, ο Iron & Wine, μπάντες όπως οι Arcade Fire, οι Calexico και οι Δανοί Cody, ήταν στο καθημερινό playlist και κάτι έφερναν στον τρόπο που έγραφα και ενορχηστρώναμε τα τραγούδια.

Όμως και οι μπάντες εδώ, όπως οι Κόρε. Ύδρο., οι Magic de Spell, οι Υπεραστικοί και οι Lost Bodies, αλλά και οι τραγουδοποιοί μας, ο Moa Bones, ο Σπύρος Γραμμένος, o Simon Bloom, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Ορέστης Ντάντος:

Όλοι, με τον τρόπο τους και τα τραγούδια τους, μάς ενέπνευσαν και συνεχίζουν να το κάνουν, ώστε ν’ ακολουθούμε την άκρη του νήματος για τα τραγούδια αναδύονται και θ’ αναδυθούν από μέσα μας και χάρη στη Φάλαινα.

Πόσο σημαντικές είναι η ελαφράδα και η σοβαρότητα, και πόσο σας ενοχλεί η σοβαροφάνεια;

 Όπως λέει και ο Ghost Dog στην ομώνυμη ταινία του ΘΕΟΥ Τζιμ Τζάρμους: «Διαχειρίσου τα σοβαρά με ελαφρότητα» - ή κάτι τέτοιο.

Γενικώς, το χιούμορ μάς καθορίζει και μας δείχνει τον δρόμο, όλα τ’ άλλα είναι «ρέστα για παγωτά» που λέει και ο Γιωργάκης από το Ρελαντί.

Η σοβαροφάνεια δεν υφίσταται στο μενού μας.

Γενικώς, μεγαλώσαμε πια (όχι πολύ, αλλά όσο χρειάζεται) για να μην ασχολούμαστε με το δήθεν και την πόζα. Άρα, μάλλον διάγουμε βίο γελαστό, αυθόρμητο -όσο γίνεται- μα και αξιοπρεπή -επίσης, όσο γίνεται-.

Εκεί που θα ζήσω: Ένα ερωτικό, «οραματικό» τραγούδι. Πού -και πώς- θα θέλατε να ζήσετε; Ή το ζείτε ήδη αυτό το «πού» και το «πώς»;

Αυτό το τραγούδι, από τα πρώτα της Φάλαινας, έχει να κάνει περισσότερο με τις συνθήκες της καθημερινότητας. «Ερωτικό» δεν είναι ακριβώς, όπως ας πούμε η Άγρια Γιατρειά ή το Πάλι εσύ εδώ, είναι περισσότερο «οραματικό» όπως το λες.

Ας πούμε, το να καταφέρει κανείς να ζήσει σε ένα φυσικό περιβάλλον αντί ανάμεσα στα μπετά και στα καυσαέρια, είναι επίτευγμα πια και όραμα αληθινό, με ουσία.

Ε, οι περισσότεροι από εμάς, λίγο έως πολύ, το πετυχαίνουμε από καιρού εις καιρόν, ή και μόνιμα, να ζήσουμε κάπου πιο όμορφα απ’ ό,τι ζούσαμε μέχρι τώρα.

Αστραδενή: Ατενίζετε καθόλου και τα αστέρια; Συνομιλείτε μαζί τους;

Εδώ η αναφορά είναι λογοτεχνική (στο βιβλίο Αστραδενή της Ευγενίας Φακίνου), όμως σίγουρα τ’ αστέρια, αφού πέφτουν μπροστά στα μάτια μας, όλο και κάποια ευχή θα κάνουμε.

Κι αφού καθρεφτίζονται σε ωκεανούς και σε πηγάδια, κάπως τελικά είναι μέρος και του δικού μας μουσικού σύμπαντος.

Το κενό: Το φοβάστε;

Το κενό δεν υπάρχει, είναι η ανασφάλεια που τρέφουμε από παιδιά και όταν δε φεύγουμε απ’ αυτήν την κατάσταση, κάπως διαιωνίζεται.

Όταν το καταλάβουμε, νιώθουμε πλήρεις. Ορισμένες φορές δε, πιο πλήρεις απ’ όσο θα θέλαμε, και προσπαθούμε ν’ αδειάσουμε.

Είδες αυτή την ταινία, το Backrooms; Ε, κάπως έτσι. Ο φόβος είναι ίσως το μόνο που πραγματικά φοβόμαστε, α και η μοναξιά. Και η αγάπη και η παρέα, τελικά, όλα τα μπορούν. Love No Fear, κατά τον Neil Young.

«Κι αν έμεινες αξύριστοςΚι αν έχεις γίνει χώμαΣκέψου πως τα χειρότερα δεν ήρθανεΑκόμα»: Διαχρονικό σχόλιο για την εγχώρια (σίγουρα) κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Πώς τα πάτε με την πολιτική;

Ποιητικός στίχος του φίλου τραγουδοποιού και αδερφού Σπύρου Γραμμένου, πραγματικά διαχρονικός.

Δεν μπορώ να πω για όλες και όλους στη Φάλαινα, για μένα το πολιτικό στίγμα είναι απαραίτητο, «which side are you on?» δηλαδή.

Δε χωνεύω και δεν αποζητώ τις ίσες αποστάσεις και το απολιτίκ σε καμία περίπτωση, αλλά στα τραγούδια μας, αν και όποτε υπάρχει, δίδεται κυρίως υποδόρια, μέσα από την αισθητική, το στίχο, τις θεματικές και τα νοήματα που αναδεικνύουμε.

Αν εξαιρέσεις το Μέρες από Ατσάλι από τα Ναυάγια στη Στεριά (2014) το οποίο είναι ένα στρατευμένο πολιτικά τραγούδι και μιλάει για την απεργία των Χαλυβουργών το 2011, τα περισσότερα τραγούδια της Φάλαινας έχουν στοιχεία πολιτικά, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται από το πολιτικό τους στίγμα.

Ίσως υπάρχει ανάγκη για περισσότερα στρατευμένα πολιτικά τραγούδια, όμως έχουμε τους Υπεραστικούς, τους Κοινούς Θνητούς, τους Ρεβάνς και άλλους.

«Είναι που η συνήθεια σού κλέβει τη σιωπήΜια σιωπή που ίσως ποτέ δεν είχες φανταστεί». Σας φοβίζει η σιωπή;

Η σιωπή είναι μια ενεργητική, άκρως δυναμική και κινητική διαδικασία, τουλάχιστον έτσι όπως την έχω ορίσει. Η μόνη σιωπή που φοβίζει, είναι η νεκρική. Πώς να δημιουργήσει κανείς κάτι όμορφο ή έστω αξιοπρεπές στον θόρυβο;

Εντός της σιωπής γεννιούνται κόσμοι. Σαν το Κλειστό δωμάτιο των Κατσιμιχαίων. (Και) εκεί θα μας βρεις.

Πλοία της γόνιμης γραμμής. Από τα καλύτερα τραγούδια που (δεν) έχει τραγουδήσει ο Βαγγέλης Γερμανός. Εν πλω «συνελήφθη» η ιδέα;

Αν αυτό το τραγούδι ήταν καράβι, επιβιβασμένοι και παρέα στο κατάστρωμα θα ήταν σίγουρα ο Βαγγέλης, ο Mike Scott από τους Waterboys, ο Tom Petty, ο Ben Harper και ο Βασίλης Καζούλης.

Πολλές οι διαδρομές τα τελευταία χρόνια για Κυκλάδες και Κρήτη, πως να μην επηρεαστούμε; Η Αμοργός, η Ικαρία, η Γαύδος, η Κρήτη, η Ανάφη, μάς σημάδεψαν και μας «γονιμοποίησαν». Γι’ αυτό και τις τραγουδάμε ακόμα…

«Όπου εσύ αγαπάςΕίναι εκεί που νιώθεις σπίτι». Ποιο είναι αυτό το «σπίτι» για σένα/εσάς;

«Σπίτι» είναι οι άνθρωποί μας. Οι φίλοι μας, η οικογένειά μας, η μπάντα μας, οι αγαπημένοι μας, οι παρέες μας, οι κώδικές μας, τα βιβλία και οι δίσκοι μας, τα μέρη μας, απάγκιο και καταφύγιό μας.

Όχι τα ντουβάρια, η συνήθεια και το «comfort zone», που λένε και οι ινφλουένσερς.

Μητέρα Φάλαινα Τυφλή, 20 χρόνια μετά, Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, «Κύτταρο». Τι άλλαξε κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν, τι κρατάτε, τι αφήνετε στην άκρη και με ποιο «φως» φαντάζεστε το μέλλον (σας);

Έχουν αλλάξει όλα, για να μπορούν να μείνουν τα ίδια.

Και συνεχίζουν ν’ αλλάζουν, ώστε να μπορούμε ν’ ανταμώνουμε, ν’ αγκαλιαζόμαστε, να μοιραζόμαστε και να ξαναγαπιόμαστε από την αρχή, τόσο μεταξύ μας τα Φαλαινόπαιδα, όσο κι η μπάντα με το κοινό της.

Μαζί μεγαλώνουμε και μαζί τα φάγαμε... τα μούτρα μας!

Να που, όμως, ξανασηκωνόμαστε και «αναδυόμαστε». Όλα όσα έχουμε ζήσει, τα κρατάω γιατί μας καθόρισαν, καλά και λιγότερο καλά.

Το «φως» είναι το ίδιο το μέλλον, κάτι διαφορετικό, κάτι ξεχωριστό, κάτι άλλο, κάτι καλύτερο για όλους. Με παρέα, νομίζω, γίνεται καλύτερα.

Ραντεβού στο «Κύτταρο», παιδιά!

Ευχαριστώ θερμά τον Διαμαντή Διαμαντίδη για τον χρόνο του και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του γκρουπ.

Παρέα με εκλεκτούς προσκεκλημένους, η Μητέρα Φάλαινα Τυφλή «αναδύεται» στο «Κύτταρο» Live Club (Ηπείρου 48 & Αχαρνών) το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30.



Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Αλίς Ντουάρντ: «Ήταν σημαντικό να επαναφέρω την αγάπη στο επίκεντρο μιας κουίρ ιστορίας»

 


Mια τρυφερή ιστορία (κουίρ) αγάπης και συνάμα ένα αιχμηρό σχόλιο για τον παραλογισμό της γραφειοκρατίας, το θαυμάσιο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Αλίς Ντουάρντ, Γράμματα Αγάπης, προβάλλεται από τις 27 Αυγούστου στα σινεμά.

Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια.

Είναι κρίμα που δεν παρευρέθηκες στην προβολή της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας σου, Γράμματα Αγάπης, στο πλαίσιο του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος.

Ακολούθησε μια πολύ ουσιαστική και διαφωτιστική συζήτηση με ένα ζευγάρι γυναικών από την Ελλάδα το οποίο αντιμετωπίζει παρόμοια ζητήματα με τους βασικούς χαρακτήρες. Τι αποκομίζεις από την αλληλεπίδρασή σου με το κοινό;

Παρουσιάζω το φιλμ στο κοινό εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, στη Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη. Εκείνο το διάστημα εργαζόμουν στο Παρίσι και, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στο Φεστιβάλ.

Το Γράμματα Αγάπης μεταφράζεται επακριβώς Απόδειξη Αγάπης. Πέρα από το γραφειοκρατικό πλαίσιο, χρειάζεται η αληθινή αγάπη κάποια «απόδειξη» για να επιβεβαιωθεί;

Ο τίτλος αναδεικνύει τον παραλογισμό της διαδικασίας υιοθεσίας. Το ζευγάρι αναζητά νομική κατοχύρωση, ωστόσο η απόφαση να γίνουν γονείς ως ζευγάρι πηγάζει, τελικά, από την αγάπη.

Ήθελα η λέξη «αγάπη» να υπάρχει στον τίτλο, επειδή ήταν πολύ σημαντικό για μένα να επαναφέρω την αγάπη στο επίκεντρο μιας κουίρ ιστορίας.

Εκτυλισσόμενο την εποχή του «νόμου Tομπιρά», το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Σελίν και της Nαντιά, ενός ομόφυλου ζευγαριού που περιμένει παιδί. Ωστόσο, η Nαντιά (η μη κυοφορούσα σύντροφος) καλείται να αποδείξει τη νομιμότητα της γονεϊκής της ιδιότητας.

Γιατί επέλεξες να προσεγγίσεις με όρους μυθοπλασίας τον συγκεκριμένο νόμο, καθώς και τις συνέπειες και τις περιπλοκές του; Πώς αξιολογείς τη σημασία του κατά την εποχή που κυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ;

Έζησα εκείνη την ιστορική περίοδο.

Η σύζυγός μου κι εγώ συμμετείχαμε σε διαδηλώσεις υπέρ του «νόμου Tομπιρά» και βιώσαμε τη βία των αντιπάλων, οι οποίοι ήταν πάρα πολλοί στη Γαλλία εκείνη την εποχή.

Χαιρετίσαμε τον νόμο ως μια τεράστια ευκαιρία, παρά τις δυσκολίες και την έλλειψη σαφήνειας.

Πέρασα η ίδια από τη διαδικασία της υιοθεσίας. Ήταν μια εμπειρία βαθιά επώδυνη αλλά και γεμάτη απίστευτη χαρά, καθώς συνειδητοποιούσα ότι αυτό γινόταν πλέον εφικτό.

Όταν ήμουν νεότερη, δεν υπήρχε προοπτική νόμιμης δημιουργίας οικογένειας στη Γαλλία.


Ella Rumpf, Monia Chokri (από αριστερά)


Πολλές από τις νομικές προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά την σύντροφο που δεν κυοφορεί, φαντάζουν παράλογες, τιμωρητικές και έντονα ταξικά προσανατολισμένες. Έχει τροποποιηθεί με πιο ορθολογικό τρόπο από το 2014;

Το 2021 η νομοθεσία άλλαξε και ο σύντροφος μπορεί πλέον να προβεί σε εκ των προτέρων αναγνώριση του παιδιού.

Επομένως, ένα παιδί μπορεί να έχει δύο μητέρες στο πιστοποιητικό γέννησής του. Υπάρχει ακόμη δρόμος για την επίτευξη της ισότητας, αλλά τα πράγματα προχωρούν. Πλέον τίθεται το ζήτημα της νομιμοποίησης της παρένθετης μητρότητας.

Οι πρωταγωνίστριές σου (Ella Rumpf, Monia Chokri, Noémie Lvovsky) ανήκουν σε διαφορετικές γενιές. Γιατί; Πώς ήταν η συνεργασία με την καθεμία ξεχωριστά, αλλά και με όλες μαζί;

Ήθελα η ταινία να πραγματεύεται τη γονεϊκότητα με την ευρεία έννοια και ήθελα να δημιουργήσω αυτόν τον χαρακτήρα της μητέρας, ώστε να ανοίξει το θέμα στις γενιές.

Το κεντρικό ερώτημα είναι: θα τα πάνε καλύτερα ή χειρότερα τα ζευγάρια γυναικών σε σχέση με τα άλλα; Στην πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τον τύπο της οικογένειας, όταν έχεις παιδιά, πάντα προσπαθείς για το καλύτερο και κάνεις ό,τι μπορείς.

Είμαι πολύ χαρούμενη με το δίδυμο Ella/Monia· τις θεωρώ ένα πραγματικό κινηματογραφικό ζευγάρι.

Η Noémie Lvovsky είναι μια εξαιρετική Γαλλίδα ηθοποιός, η οποία δούλεψε πάνω στο παίξιμο του πιάνου για να κάνει την ερμηνεία της πειστική.

Είμαι ενθουσιασμένη με αυτήν την επιλογή ηθοποιού, καθώς και με όλους τους δευτερεύοντες ρόλους του φιλμ, όπως τον νεαρό γιατρό ή το ζευγάρι των φίλων.

Η τελευταία μου ερώτηση αφορά το μέλλον. Κατ’ αρχάς, πώς οραματίζεσαι την κατάσταση του κόσμου, δεδομένου ότι ζούμε σε ένα παγκόσμιο κλίμα συγκρούσεων και ο φασισμός βρίσκεται σε άνοδο, ιδίως στη Δύση;

Ο κόσμος είναι πραγματικά τρομακτικός. Εναπόκειται σε εμάς να συνεχίσουμε να υψώνουμε τη φωνή μας και να αντιστεκόμαστε στην άνοδο του φασισμού.


Noémie Lvovsky


Δεύτερον, πώς φαντάζεσαι τη δημιουργία ταινιών στο άμεσο μέλλον, ειδικά με τη σταδιακή εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης σε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής μας;

Για μένα, τίποτα δεν είναι πιο όμορφο από ένα τυχαίο συμβάν όταν βλέπω ένα φιλμ. Ένα βλέμμα προς την κάμερα, ένα αντικείμενο που πέφτει, μια ατάκα που ψιθυρίζεται. Δε νομίζω ότι η τεχνητή νοημοσύνη το προσφέρει αυτό.

Και εδώ, επαφίεται σε εμάς -κινηματογραφιστές και θεατές εξίσου- να αντισταθούμε σε αυτό.

Τρίτον, τι θα μπορούσε να απογίνει το ζευγάρι της ταινίας; Θα ήταν άραγε ακόμα μαζί; Θα είχε γίνει η καθημερινότητά του έστω και λίγο πιο εύκολη;

Κατά τη γνώμη μου, το φιλμ αφηγείται την ιστορία εκείνης της νομικής διαδρομής, η οποία όμως περνά σε δεύτερη μοίρα μόλις έρχεται στη ζωή το παιδί.

Είτε υπάρχουν τα απαραίτητα έγγραφα είτε όχι, το παιδί είναι εκεί και το ζευγάρι φέρει την ευθύνη του. Το παιδί βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ζωής τους.

Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό: πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε αυτόν τον κόσμο -και στον κόσμο του κινηματογράφου- σε λίγα μόλις χρόνια από τώρα;

Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να κάνεις προβολές στο μέλλον στις μέρες μας. Ελπίζω να διατηρήσω την ειλικρίνειά μου και τη χαρά της επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους.

Η ταινία της Αλίς Ντουάρντ Γράμματα Αγάπης έκανε την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού Τμήματος του 26ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου Ελλάδος, όπου απέσπασε το Βραβείο Κοινού.

Από τις 27 Αυγούστου προβάλλεται στους κινηματογράφους σε διανομή του Cinobo.



Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο: «Η συγγραφή είναι πάντα ένα ταξίδι σε άγνωστες περιοχές»

 


Υπαρξιακό -και πραγματικό- οδοιπορικό και κατάδυση στον κόσμο της ψυχικής υγείας, το Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, μυθιστορηματικό ντεμπούτο της Περουβιανής συγγραφέως Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο, εκπλήσσει.

Μια συζήτηση μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Σπούδασες τουρισμό στο Περού και κοινωνιολογία στη Νορβηγία, κατέχεις μεταπτυχιακό τίτλο στην ισπανική λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο του Τρόμσο και διδάσκεις ισπανικά και νορβηγικά σε μετανάστες.

Είσαι, επίσης, πολλά υποσχόμενη συγγραφέας. Τι σε οδήγησε, κατ’ αρχήν, στο βορειότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης;

Πριν έρθω στη Νορβηγία, πέρασα μερικά χρόνια στην Ισπανία. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να εργαστώ εκεί, στη συνέχεια να σπουδάσω και να δω πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα.

Τελικά, γνώρισα έναν Νορβηγό στην Ισπανία και, μετά από λίγο καιρό, γίναμε ζευγάρι.

Μόλις η σχέση εδραιώθηκε, το σχέδιο άλλαξε. Δεν ήταν ότι είχα επιλέξει να μεταναστεύσω από το Περού στη Νορβηγία.

Ήμουν 21 ετών τότε και είχα πολλά σχέδια, αλλά η μετακόμιση σε μια χώρα με άγνωστη γλώσσα δε μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό.

Πώς θα περιέγραφες τη νορβηγική κοινωνία σε σύγκριση με -ή σε αντιδιαστολή προς- την περουβιανή;   

Είναι ένα σύνθετο ζήτημα, αλλά πιστεύω ότι οι κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής, σε γενικές γραμμές, είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην κοινότητα. Αρκεί να δεις πώς ορίζεται συνήθως η οικογένεια.

Εδώ, η οικογένεια αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά.

Όταν κάποιος από τη Νορβηγία ρωτάει «Έχεις οικογένεια;», αναφέρεται αποκλειστικά στα παιδιά. Στη δική μου περίπτωση, απαντώ πάντα: «Δεν έχω παιδιά, αλλά η οικογένειά μου βρίσκεται στο Περού».

Πώς αντιλαμβάνεσαι την Ευρώπη από πολιτιστική και πολιτική άποψη;

Η κατάσταση είναι κρίσιμη.

Ξεκινώντας από τους πολέμους -όπως αυτόν στην Ουκρανία, για να αναφερθούμε στην Ευρώπη- θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό να τους θεωρούμε απλώς ως μεμονωμένες συγκρούσεις μεταξύ συγκεκριμένων εθνών σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Οι πόλεμοι έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο.

Παρατηρείται σαφής άνοδος των ολοκληρωτικών ιδεών· δεν είναι πλέον απλώς αποδεκτές - είναι οι ίδιες οι ιδέες που μας κυβερνούν.

Διαπιστώνω μια μορφή οπισθοδρόμησης όσον αφορά στα δικαιώματα:

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τη μεταναστευτική πολιτική -η οποία πλέον προσεγγίζεται υπό το πρίσμα του ελέγχου των συνόρων, της «προστασίας των αξιών» και της έννοιας των «πραγματικών Ευρωπαίων»- γεγονός που συνιστά βήμα προς τα πίσω.

Με ποιους τρόπους η «νομαδική» σου ζωή διαμόρφωσε -ή άλλαξε- τη θεώρησή σου για τον εαυτό σου, τον κόσμο, τους άλλους και -το σημαντικότερο- για την ίδια τη διαδικασία της γραφής;

Είναι δύσκολο να το πω, γιατί πιστεύω ότι βρισκόμαστε πάντα σε μια κατάσταση διαρκούς αλλαγής.

Υπάρχουν εσωτερικές, προσωπικές αλλαγές - εκείνες που συνδέονται με τον χρόνο και την εμπειρία.

Αλλάζουμε, όμως, επίσης μέσα από τις αλληλεπιδράσεις μας με το περιβάλλον και, όπως το έθεσες εσύ, μέσα από εκείνη τη «νομαδική ύπαρξη» η οποία συνεπάγεται μια μετατόπιση στη γλώσσα και στο τοπίο.

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τις φυσικές καταστροφές. Πώς ήμασταν προτού πάρουν φωτιά τα δάση; Τι ήταν αυτό που μας προκαλούσε εκείνο το ίδιο αίσθημα ερήμωσης;

Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία της γραφής:

Για μένα, πρόκειται για μια εσωτερική διαδικασία, η οποία όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δε βρίσκομαι σε απόλυτη επαφή με το περιβάλλον μου.

Με τον εξωτερικό κόσμο, τη φύση και τα τοπία, με τις φωνές, τις εικόνες και τις καταστάσεις που πυροδοτούν ένα έργο μυθοπλασίας.

Το πρώτο σου μυθιστόρημα, Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora, αποτελεί ένα υπαρξιακό αλλά και πραγματικό οδοιπορικό και μια βουτιά στον κόσμο της ψυχικής υγείας.

Σε ποιον βαθμό η συγγραφή μοιάζει με ένα ταξίδι σε ανεξερεύνητες περιοχές, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά; Η ενασχόλησή σου με ζητήματα ψυχικής υγείας πηγάζει αποκλειστικά από ενδιαφέρον λογοτεχνικής ή κοινωνιολογικής φύσης;

Για μένα, η συγγραφή είναι πάντα ένα ταξίδι σε άγνωστες περιοχές. Δεν ξέρω πού κατευθύνεται η αφήγηση. Μπορεί να έχω κατευθυντήριες γραμμές και προσχέδια, αλλά, τελικά, το κείμενο παίρνει μορφή καθώς γράφεται και ξαναγράφεται.

Είναι σαν να έχουμε τον χάρτη μιας πόλης το οποίο επισκεπτόμαστε ως τουρίστες. Ο χάρτης χρησιμεύει απλώς για να προσανατολιστούμε, αλλά η ουσιαστική εμπειρία του ταξιδιού -εκείνο που δεν αποτυπώνεται σε φωτογραφίες- είναι η ουσία της γραφής.

Πιστεύω πως η ανάγνωση είναι η άλλη όψη της γραφής: τόσο η δική μου ανάγνωση όσο και ο τρόπος με τον οποίο οι άλλοι διαβάζουν όσα γράφω.

Είναι ένα υφαντό από χρόνο και λέξεις: τα βιβλία που έχω διαβάσει είναι παρόντα στη γραφή μου και, ταυτόχρονα, γράφω ένα βιβλίο το οποίο θα διαβαστεί - για να ειπωθεί ξανά ή να ξαναγραφτεί με διαφορετικό τρόπο.

Η ενασχόληση με τη συγγραφή κειμένων για θέματα ψυχικής υγείας υπήρξε φυσικό επακόλουθο του γεγονότος ότι τα έχω βιώσει και η ίδια. Δεν ξεκίνησα ποτέ με σκοπό να γράψω για την ψυχική υγεία, αλλά επιδιώκω πάντα να γράφω για όσα γνωρίζω.

«Μια ιστορία ευαλωτότητας και συντροφικότητας… Στο ‘Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία’ υπάρχει μια προσπάθεια μετάφρασης κόσμων», σχολιάζει η Gabriela Wiener.

Είναι, κατά τη γνώμη σου, το -συχνά παραισθησιακό, και ωστόσο εξαιρετικά ακριβές- συγγραφικό σου ύφος, το οποίο φτάνει στο αποκορύφωμά του στις ανησυχητικές τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, ένα εργαλείο μετάφρασης πραγματικοτήτων;

Η πραγματικότητα είναι τόσο σύνθετη όσο ο καθένας από εμάς και οι καταστάσεις της ύπαρξής μας· η ιδέα ότι μπορεί να αποτυπωθεί σε ένα κείμενο μου φαίνεται αδύνατη.

Πρόκειται απλώς για απόπειρες, κι όμως, δεν υφίσταται κάτι τέτοιο όπως η πραγματικότητα.

Ακόμα και όταν γράφω για κάτι που έχω βιώσει, θα πρόκειται πάντα για μυθοπλασία.

Σε ποιο σημείο της δημιουργικής διαδικασίας εισήλθε η σκυλίσια διάσταση στην αφήγηση και τι ακριβώς συμβολίζει;

Το σκυλί είναι παρόν σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης - ως σύμβολο, αλλά και ως χαρακτήρας με φωνή. Είναι η φωνή που ανοίγει την ιστορία, διαθέτοντας τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση ενός σκύλου ο οποίος ξέρει ότι είναι ο αρχηγός της αγέλης.

Είναι ζωντανό επειδή μιλάει, κι όμως μας μιλάει από τον τάφο. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες αποτελούν την αγέλη αυτού του σκύλου.

Το σκυλί ενσαρκώνει τη ζωή, τη ροή του λόγου και της σκέψης, καθώς και την πρωταρχική επιθυμία· ωστόσο, αντιπροσωπεύει επίσης τον «μαύρο σκύλο» της κατάθλιψης, το άρρωστο αδέσποτο, τη λύσσα και τον θάνατο.

Υπάρχει ένα «πραγματικό» σκυλί που πεθαίνει σε μια παραλία, και αυτή η εικόνα λειτουργεί ως μια ψυχαναλυτική συνεδρία που σηματοδοτεί την έναρξη της συγγραφικής διαδικασίας - αν και όχι της ίδιας της ιστορίας.

Έχεις συμπεριληφθεί στην περίοπτη λίστα «Hay Bogotá 39» η οποία αναδεικνύει τους 39 πιο υποσχόμενους/υποσχόμενες Λατινοαμερικανούς/Λατιονοαμερικανίδες συγγραφείς κάτω των 39 ετών.

Πώς οραματίζεσαι το μέλλον σου στον χώρο της συγγραφής, αλλά και το μέλλον της λογοτεχνίας γενικότερα, στους ταραγμένους καιρούς τους οποίους διανύουμε;

Όπως ανέφερα νωρίτερα σχετικά με το θέμα της ψυχικής υγείας:

Δεν είχα σκοπό να γράψω για την ψυχική υγεία, αλλά μόλις ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημα, προέκυψε μια διαδικασία αναστοχασμού γύρω από το θέμα - τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας τους αναγνώστες.

Πιστεύω ότι ο στοχασμός που προκύπτει από τη γραφή και την ανάγνωση σηματοδοτεί τη δυνατότητα για διάλογο.

Θα ήθελα να πιστεύω πως η προοπτική του διαλόγου είναι αυτή που θα μπορούσε να μας σώσει από τον κατακερματισμό, την πόλωση και το μίσος ή τον φόβο για τον «άλλον».

Αν υφίσταται η δυνατότητα διαλόγου, τότε υπάρχει και η δυνατότητα περιορισμού της βίας.

Ανεξάρτητα από τους καιρούς -είτε σκοτεινούς είτε φωτεινούς-, ελπίζω να συνεχίσω να γράφω.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πάντα πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Κλαούδια Ουγιόα Ντονόσο Σκότωσα έναν Σκύλο στη Ρουμανία κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση των Ασπασίας Καμπύλη και Χριστίνας Φιλήμονος.