Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Παλαιστίνη, θέατρο, πολιτική: Συναντώντας τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace

 


Συγγραφείς του θεατρικού Οράματα από το κέντρο της Γης, ο Παλαιστίνιος Ismail Khalidi και η Βορειοαμερικανίδα Naomi Wallace βρέθηκαν πρόσφατα στην Αθήνα στο πλαίσιο του ανεβάσματος του έργου από τη θεατρική ομάδα του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.

Μια συζήτηση μαζί τους για την Παλαιστίνη και το θέατρο ως μορφή αντίστασης.

Είσαι Παλαιστίνιος, γεννήθηκες στη Βηρυτό, ενώ έχεις μεγαλώσει και ζήσει στις Η.Π.Α. Πώς εγγράφονται όλες αυτές οι ταυτοτικές αναφορές μέσα σου ως άνθρωπο, συγγραφέα, καλλιτέχνη;

Ιsmail Khalidi: Στην πραγματικότητα, ζω στη Χιλή επί μια δεκαετία.

Μεγάλωσα, ωστόσο, στις Η.Π.Α., όπου και εργάστηκα πολύ, οπότε σε μεγάλο βαθμό είμαι ένας Παλαιστίνιος της Διασποράς.

Η οικογένειά μου βρίσκεται διασκορπισμένη σε πολλά μέρη και νιώθω ταυτόχρονα σαν στο σπίτι μου σε πολλούς τόπους και στην πραγματικότητα όχι σαν στο σπίτι μου παντού.

Είμαι επίσης -κι αυτό είναι πολύ σημαντικό- ένας Παλαιστίνιος ο οποίος απολαμβάνει ένα ορισμένο επίπεδο προνομίων σχετιζόμενο με το οικογενειακό περιβάλλον μου, το ακαδημαϊκό υπόβαθρό μου, το διαβατήριο που κατέχω κ.λπ.

Προσπαθώ, λοιπόν, να έχω επίγνωση αυτής της συνθήκης. Όπως και εκατομμύρια Παλαιστίνιοι ανά τον κόσμο, αισθάνομαι, όμως, τελείως διαχωρισμένος, κατακερματισμένος και εξόριστος.

Γλωσσικά, είμαι πολύ επηρεασμένος από τη βορειοαμερικανική λογοτεχνία, ποίηση και μουσική, γράφω στα αγγλικά -προφανώς- και συχνά για ένα βορειοαμερικανικό ή αγγλόφωνο κοινό.

Νιώθω, ωστόσο, πως ο τρόπος που ακούω ή -μερικές φορές- μιλάω είναι από πολλές απόψεις παλαιστινιακά.

Αλλά και οι ιστορίες τις οποίες επιλέγω να γράψω αφορούν, κυρίως, στην Παλαιστίνη, τη Μέση Ανατολή, τον μουσουλμανικό κόσμο, την αντι-αποικιοκρατία και την αυτοκρατορία:

Aυτές είναι, εξάλλου, δυνάμεις που έχουν διαμορφώσει τη διαδρομή της οικογένειάς μου και τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Ο αντιιμπεριαλισμός, ο αντιρατσισμός, ο αντικαπιταλισμός είναι βασικοί άξονες της δουλειάς μου.

Ως Παλαιστίνιος δε βιώνω μονο την οργή, την ανημπόρια και τη θλίψη.

Βιώνω, επίσης, και την ενοχή επειδή μπορώ να αγκαλιάζω τον ηλικίας δυόμισι ετών γιο μου που γεννήθηκε μερικές μόνο μέρες μετά την έναρξη της γενοκτονίας, όταν δεκάδες χιλιάδες άλλοι γονείς δεν μπορούν να το κάνουν.

Τουλάχιστον κάνεις κάτι με το προνόμιό σου. Προσφέρεις «υπηρεσία» στην παλαιστινιακή υπόθεση.

Ι.Κ.: Το ελπίζω.

Ενδιαφέρομαι ολοένα και λιγότερο για το μέινστριμ βορειοαμερικανικό θέατρο, το οποίο εδώ και καιρό έχει κλείσει την πόρτα του στην απελευθέρωση των Παλαιστίνιων, σε καθετί ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό.

Ο φιλελευθερισμός ανοίγει με πολλή ευγένεια την πόρτα στον φασισμό.

Το να ακούω, λοιπόν, φοιτήτριες/φοιτητές στην Αθήνα ή στη Γαλλία να διαβάζουν, να αναλύουν και να παρουσιάζουν το έργο μου φαντάζει πολύ πιο σημαντικό και χρήσιμο από την άποψη της συμμετοχής σε κάποιου είδους πολιτισμική αντίσταση.

Σε ποιον βαθμό είναι εφικτό να συνεχίζεις να αντιστέκεσαι, έχοντας κατά νου την εντεινόμενη συντηρητικοποίηση/φασιστικοποίηση σε Η.Π.Α., Ευρώπη και παγκοσμίως; Πώς υπερβαίνεις τους περιορισμούς;

Ι.Κ.:Δεν έχω οριστική απάντηση.

Πρέπει να παρεισφρέεις και να παρακάμπτεις και να φαντάζεσαι εκ νέου και να ασκείς πίεση από τα κάτω.

Κάποιοι άνθρωποι μπορούν, λοιπόν, να λειτουργούν ανατρεπτικά, εισάγοντας με πονηριά ένα έργο στο εθνικό θέατρο μια στις τόσες. Αυτό είναι χρήσιμο. Όπως και το θέατρο δρόμου. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος αντίστασης.

Το ζητούμενο είναι ο κοινός σκοπός, σε τι αντιτιθέμεθα, αλλά και τι προσπαθούμε να χτίσουμε. Αυτό που μερικές φορές μάς λείπει είναι η διαύγεια του οράματος κι η ενότητα σ’ αυτό. Ακόμα και εντός του ίδιου του παλαιστινιακού κινήματος.

Γι’ αυτό πιθανόν και βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε.

Naomi Wallace: Τι όμορφο να σε ακούω να μιλάς, Ismail! (Γέλιο).

Πώς παρακάμπτεις εσύ, Naomi, ως συγγραφέας τους όποιους περιορισμούς;

N.W.: Είναι λανθασμένο να διερωτάσαι αν η δουλειά σου είναι αποτελεσματική ή αν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αντί να απλά να αναλάβεις δράση.

Τις περισσότερες φορές δεν μπορώ να δω τι αντλούν οι άνθρωποι από τη δουλειά μου και πώς μπορεί να εισέλθει στη ζωή τους.

Ελπίζω να έχει αποτέλεσμα και να τους ενθαρρύνει να θέσουν άλλα ερωτήματα. Αλλιώς δε θα βρισκόμουν εδώ.

Η συνεργασία μου με το ΕΚΠΑ ή διάφορα θέατρα στη Γαλλία είναι από τις πλέον συναρπαστικές.

Λατρεύω να συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους, να τους βλέπω να ενθουσιάζονται με ένα θεατρικό έργο.

Το Οράματα από το κέντρο της Γης που παρουσιάζεται στην Αθήνα [σημ.: η παράσταση ανέβηκε στις 26, 27 και 28 Μαΐου] μεταφράστηκε από τον αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνο Μπλατάνη.

Τα μέλη της θεατρικής ομάδας του Τμήματος υποδύονται τους χαρακτήρες.

Πώς γνωριστήκατε, Ismail και Naomi;

Ι.Κ.: Γνωριστήκαμε στη Μινεάπολη το 2005.

Ν.W.: Πάνε είκοσι χρόνια!

Ι.Κ.: Εκείνη την εποχή ήμουν ηθοποιός και μόλις είχα αρχίσει να γράφω. Γνώριζα από καιρό τη δουλειά της Naomi. Συμμετείχα, επίσης, στην παράσταση της Πυρεξίας και κατόπιν γράψαμε ένα-δυο άρθρα μαζί.

Ν.W.: Πήγε τόσο καλό αυτό, που αποφασίσαμε να διασκευάσουμε το έργο του Γασάν Καναφάνι Επιστρέφοντας στη Χάιφα για το θέατρο, επειδή είχαμε ακούσει ότι το να εξασφαλίσουμε τα δικαιώματα από την οικογένειά του ήταν πρόκληση.

Και τα καταφέραμε. Είχαμε ένα μεγάλο θέατρο από πίσω μας, αλλά τελικά τρομοκρατήθηκε και αποσύρθηκε. Έτσι ξεκινήσαμε, πάντως. Στον βαθύ -αλλά όχι τόσο βαθύ- Νότο.

Ο ένας έγραφε τη μια σκηνή, η άλλη την επόμενη. Δεν είχαμε διαφωνίες. Συζητήσεις κάναμε. Όχι όμως για ζητήματα «ιδιοκτησιακής» φύσης, για το ποιος/ποια έγραψε τι. Οι εγωισμοί μας παραμερίστηκαν. Ο Καναφάνι μάς έμαθε πώς να γράφουμε.

Ι.Κ.: Διαφωνούσαμε για το ποιος/ποια, τελικά, είχε γράψει τη μία ή την άλλη ατάκα.

Τα πρώτα δύο θεατρικά έργα μας ήταν διασκευές. Πιο πριν είχαμε συγγράψει από κοινού τα άρθρα στα οποία αναφέρθηκα, ενώ είχαμε επιμεληθεί και ένα βιβλίο για το παλαιστινιακό θέατρο. Πατούσαμε σε κοινό πολιτικό και καλλιτεχνικό έδαφος.

Είναι πιο εύκολο να διασκευάσεις ένα έργο από κοινού με κάποιον αν πρέπει να μείνεις πιστός στο πρωτότυπο.

Ν.W.: Ήταν έδαφος για εκπαίδευση.

Ι.Κ.: Γράφαμε όσα θέλαμε και κατόπιν επιτρέπαμε ο ένας στην άλλη να διορθώσει το οτιδήποτε.

Ν.W.: Το κριτήριο ήταν αν όσα γράφαμε λειτουργούσαν.

Πόσο διαφέρουν τα κατά καιρούς κοινά των έργων σας; Είναι ο ενθουσιασμός που επιδεικνύουν ο ίδιος;

Ι.Κ.: Πάντα υπάρχει λογοκρισία στις Η.Π.Α. όσον αφορά στην Παλαιστίνη. Υπάρχει ακόμα κι εντός της διαδικασίας παραγωγής. Πρέπει, λοιπόν, πάντα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου για ποιο κοινό γράφω.

Από την άλλη, πρέπει και να εκπαιδεύεις διαρκώς το κοινό, επειδή υπάρχουν πολλή παραπληροφόρηση, απανθρωποποίηση, ρατσισμός και άγνοια στις Η.Π.Α. Δεν πρέπει, όμως, να υποκύπτεις στο δέλεαρ τού να γράφεις για τους λάθος ανθρώπους.

Ή να παράγεις κάτι «ισορροπημένο».

Ν.W.: Στο θέατρο πάντα θέλουν να γράφεις και για τις δύο «πλευρές».

Ι.Κ.: Πολλοί αξιοπρεπείς, καλοπροαίρετοι συγγραφείς διαφθείρονται, νομίζω, από αυτήν τη συνθήκη.

Ευρισκόμενος στη Γαλλία και συζητώντας για το έργο μου με φοιτητές και φοιτήτριες, ένιωσα πως μέσα σε τρεις ώρες είχαν καταλάβει πολύ περισσότερα γι’ αυτό απ’ ό,τι το βορειοαμερικανικό κοινό την τελευταία εικοσιπενταετία.

Το χιλιάνικο κοινό πώς αντιδρά;

I.K.: Μόνο ένα έργο μου έχει ανέβει στη Χιλή. Σίγουρα οι άνθρωποι εκεί έχουν περισσότερες γνώσεις σχετικά με την Παλαιστίνη.

Η Χιλή έχει όμορφα ρεύματα πολιτισμικής αντίστασης, τα οποία όμως έχουν ευπρεπιστεί και υποστεί ηλεκτροσόκ από τον νεοφιλελευθερισμό.

Ο καπιταλισμός έχει τραυματίσει αυτήν τη χώρα και τους ανθρώπους της πραγματικά βαθιά. Η κανονικοποίηση του φασισμού έχει δουλέψει.

Πόσο απαιτητικό είναι να εξασφαλίσετε ότι η φωνή σας ακούγεται στις Η.Π.Α.;

N.W.: Υπάρχουν πολλά μικρά θέατρα, για τα οποία δεν ακούς κάτι, που συχνά κάνουν σημαντική δουλειά. Πρέπει, όμως, εσύ ο ίδιος να βγάλεις στη γύρα τη δουλειά σου, να βρεις σκηνοθέτες και θέατρα για να τη φιλοξενήσουν.

Ι.Κ.: Παλαιότερα, τουλάχιστον, υπήρχε στην Ελλάδα καλύτερη χρηματοδότηση των πολιτιστικών δρωμένων. Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε ποτέ στις Η.Π.Α. Και οι θεατρικές παραγωγές δεν είναι φτηνές εκεί.

Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να χρηματοδοτήσεις θεατρικές παραγωγές με δικούς σου πόρους σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ένα έργο για την Παλαιστίνη δε θα λάβει κριτικές στις εφημερίδες ή θα το σαμποτάρουν, κι έτσι δε θα έρθει κόσμος στην παράσταση.

Ένα άλλο ζήτημα με το οποίο έρχεσαι αντιμέτωπος γράφοντας για την Παλαιστίνη ή για ζητήματα φυλής και τάξης, όπως τείνουμε να κάνουμε με την Naomi, είναι η εντυπωσιακή ικανότητα του φιλελευθερισμού να προσαρμόζεται και να οικειοποιείται.

Όταν συμβαίνει κάτι στην Παλαιστίνη, θα αναζητήσουν στις Η.Π.Α. κάποιον φιλελεύθερο σκηνοθέτη για να παρουσιάσει ένα έργο. Θα φροντίσουν να εντάξουν το σχετικό «πιάτο» στο «μενού», όχι όμως αυτό που πρέπει οι άνθρωποι να φάνε.

Πώς αισθάνεσαι ενόψει του ανεβάσματος των Οραμάτων από το κέντρο της Γης στην Αθήνα, Ismail;

Ι.Κ.: Είναι η πρώτη δουλειά στην οποία εμπλέκομαι που παρουσιάζεται στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο με ενθουσιάζει.

Ξέρω, βέβαια, ότι η Αθήνα έχει αλλάξει μέσα από τη διαδικασία του εξευγενισμού: το κεφάλαιο είναι ύπουλο. Ξέρω, επίσης, για τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με το Ισραήλ.

Από την άλλη, κάνοντας βόλτα στα Εξάρχεια λίγες ώρες νωρίτερα ένιωσα σαν να βρισκόμουν στη Βηρυτό ή στο Κάιρο.

Για μένα, η Ελλάδα έχει μια Ιστορία ακτιβισμού, φοιτητικών κινημάτων, διαδηλώσεων, αντιφασισμού. Αυτά σκέφτομαι, λοιπόν, όταν περπατώ στην πόλη.

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα, θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο περισσότερο για το ίδιο το έργο.

Ι.Κ: Το Οράματα από το κέντρο της Γης αποτελεί, μεταξύ άλλων, έναν φόρο τιμής στην παλαιστινιακή φαντασία. Η ικανότητα να φανταζόμαστε είναι ένα από τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους.

Στην περίπτωση των Παλαιστινίων, η φαντασία είναι επίσης ένα αντίδοτο στην απανθρωποποίηση.

Τροφοδοτεί την ανθεκτικότητα, την αντίσταση και την ακλόνητη επιμονή. Να θυμόμαστε και να (επανα)φανταζόμαστε το διαγραμμένο και κλεμμένο παρελθόν, την ίδια την κλεμμένη γη.

Να φανταζόμαστε νέους τρόπους επιβίωσης από το αδιανόητο: ένα μέλλον σε μια απελευθερωμένη Παλαιστίνη, όπου τα σύνορα ανοίγουν αντί να μάς περικυκλώνουν.

Να χρησιμοποιούμε τη φαντασία για να επινοήσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναζητήσουμε χαρά και ηρεμία και να δώσουμε παρηγοριά σε ανθρώπινα και μη όντα γύρω μας.

Η φαντασία είναι μια πράξη ανυπακοής στην απανθρωποποίηση, αλλά και μια πράξη αγάπης για τον εαυτό σου και τον κόσμο γύρω σου.

Ευχαριστώ θερμά τον Ismail Khalidi και την Naomi Wallace για την ουσιαστική διά ζώσης κουβέντα.



Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Naomi Mutoh: «Το Butoh είναι μια εγγενώς πρωτοποριακή μορφή τέχνης»

 


Εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων του σύγχρονου Butoh, μιας καινοτόμου και πολυδιάστατης μορφής ιαπωνικού χοροθεάτρου, η Naomi Mutoh επισκέπτεται την Αθήνα για ένα διήμερο εργαστήρι (20-21/6) και μια σόλο περφόρμανς (26/6).

Με αφορμή αυτήν την επίσκεψη, συνομιλούμε με την καλλιτέχνιδα.

Μια καινοτόμος, ποικιλόμορφη και γενικά αταξινόμητη μορφή ιαπωνικού χοροθεάτρου, το Butoh δημιουργήθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γιατί γεννήθηκε σε αυτό το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, κατά τη γνώμη σας;

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιαπωνία, ως ηττημένο έθνος, υπέστη μια ριζική αναδιατύπωση της ταυτότητάς της λόγω των αμερικανικών πολιτικών.

Δεν απογυμνώθηκαν μονάχα τα πολιτικά, οικονομικά και διάφορα κοινωνικά της συστήματα.

Ακόμη και η υποκείμενη φιλοσοφία και οι θρησκευτικές πτυχές των ιαπωνικών παραδόσεων και πολιτισμού, που συνεχίζονταν από την αρχαιότητα, εξαλείφθηκαν εντελώς.

Ο ιαπωνικός λαός, πνευματικά ευνουχισμένος, βρισκόταν σε κατάσταση κρίσης από κάθε άποψη.

Για παράδειγμα, όπως ακριβώς υπάρχει η αρχαιοελληνική μυθολογία, η Ιαπωνία έχει επίσης τη δική της μυθολογία, γνωστή ως Σίντο.

Πρόκειται για μια πολυθεϊστική θρησκεία, και το έθνος της Ιαπωνίας λειτουργεί με βάση την κοινή πεποίθηση ότι οι διαδοχικοί αυτοκράτορες είναι απόγονοι θεών.

Μετά τον πόλεμο, αυτό το αυτοκρατορικό-θεοκρατικό σύστημα καταργήθηκε βίαια από τον αμερικανικό στρατό και μετατράπηκε σε ένα απλό συμβολικό διακοσμητικό στοιχείο.

Κατά μία έννοια, οι μεταπολεμικοί Ιάπωνες κατέστησαν ορφανοί, έχοντας χάσει τους γονείς τους στην πνευματικότητά τους.

Αντ’ αυτής, τούς δόθηκε το ναρκωτικό μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας και μιας καταναλωτικής κουλτούρας στις οποίες εθίστηκαν, και αυτά τα ορφανά έχασαν την καθοδήγησή τους στη ζωή και παρασύρθηκαν από την αναταραχή των καιρών.

Λέγεται ότι το κίνημα Butoh ξεκίνησε το 1969, την ίδια χρονιά που γεννήθηκα. Εκείνη την εποχή, όλα βρίσκονταν εν μέσω χάους, ταραχής και τρέλας.

Πιστεύω πως οι καλλιτέχνες που έζησαν στην πρώτη γραμμή εκείνης της περιόδου -όχι μόνο οι χορευτές Butoh, αλλά καλλιτέχνες σε όλους τους τομείς της τέχνης- ήταν σαμάνοι οι οποίοι παρείχαν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση στην ιαπωνική κοινωνία.

Νομίζω ότι οι παραστάσεις Butoh, μαζί με το κοινό, επέτρεψαν στο χορευτικό σώμα να κυριευτεί από το αόρατο, απέραντο σκοτάδι αυτού του καιρού, οδηγώντας σε μια έκσταση και μοιράζοντας την κάθαρση - μια πραγματική σαμανιστική τελετουργία.

Γιατί σας ελκύει προσωπικά;

Η προσωπική μου έλξη για το Butoh προερχόταν από το γεγονός πως, ως φοιτήτρια καλών τεχνών το 1988, ενδιαφερόμουν για την τέχνη γενικά, αλλά το Butoh ενσάρκωσε με τον καλύτερο τρόπο το συλλογικό ασυνείδητο εκείνης της εποχής.

Τότε, ήταν καθαρά underground. Λίγοι άνθρωποι στην Ιαπωνία το γνώριζαν, και το σνόμπαραν τόσο στις σχολές καλών τεχνών όσο και στην κοινωνία.

Ενώ η έννοια του Butoh έχει αλλάξει για μένα στα σχεδόν σαράντα χρόνια χορού, από τη στιγμή που μπήκα στη σχολή Καλών Τεχνών είχα μια διαισθητική πεποίθηση, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ότι η ενασχόληση με το σώμα ως μέσο ήταν ζωτικής σημασίας.

Αυτή η σημασία της επαφής με το σώμα συνεχίζει να εξελίσσεται, επεκτεινόμενη πέραν του πεδίου του χορού ως έκφρασης.

Θεωρείστε μία εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της σύγχρονης «ενσάρκωσης» του ιαπωνικού Butoh, έχοντας συνδεθεί με το έργο του αείμνηστου Kô Murobushi, ιδρυτή του Butoh, και της χορεύτριας Butoh, Carlotta Ikeda.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η μελέτη και η συνεργασία μαζί τους έχει διαμορφώσει τον αρχικό σας προσανατολισμό σε αυτόν τον τομέα και πόσο έχετε εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου;

Χόρεψα στην πρώτη γραμμή της ομάδας «Ariadone» για οκτώ χρόνια.

Έμαθα πολλά, τόσο θετικά όσο και αρνητικά, από την ακραία αυστηρότητά τους στην εκπαίδευση, τις παλιές παραδοσιακές ιαπωνικές μεθόδους τους και τη σχέση απόλυτης υπακοής μεταξύ δασκάλου και μαθητευόμενου.

Χάρη στην εκπαίδευση της ομάδας, έμαθα όχι μόνο τις λεπτές εκφράσεις του Butoh, αλλά και πτυχές που αρχικά δεν κατείχα, όπως εξαιρετικά μυώδεις κινήσεις.

Ωστόσο, η Carlotta Ikeda δε μου δίδαξε ποτέ τις βασικές εκφραστικές μεθόδους του Butoh. Έλεγε: «Αν το θέλεις, κλέψ’ το».

Στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό, η πραγματική μετάδοση είναι αδύνατη.

Από το 2007, διευθύνετε τη γαλλο-ιαπωνική ομάδα «Medulla», στο πλαίσιο της οποίας συνυφαίνετε σύγχρονη μουσική, νέες τεχνολογίες και υβριδικές μορφές περφόρμανς.

Θα θέλατε να σκιαγραφήσετε την κεντρική λογική και τους στόχους της ομάδας;

Αυτό που κατάφερα με το συγκεκριμένο εγχείρημα ήταν να ενσωματώσω δημιουργικές μορφές και συνεργατικά έργα, κάτι το οποίο δεν μπορούσα να κάνω με την Ariadone.

Ήταν μια ολοκληρωμένη συνεργασία με τον σύζυγό μου, συνθέτη και μουσικό Laurent Paris.

Η συγχώνευση των ατομικών μας δυνατών σημείων και της αντιθετικής, αντικρουόμενης αισθητικής μας κατέστησε δυνατή μια μορφή χορού περισσότερο σύμφωνη με την πραγματική εποχή, μια αληθινή αναπαράσταση της αρχικής φύσης του Butoh:

Πώς να επαναφέρουμε την ουσιαστική ψυχή από το νέο σκοτάδι της καταιγίδας της τεχνολογίας και της πληροφορίας - ένας «τεχνολογικός σαμανισμός».

Προσκεκλημένη της Quantum Body, επισκέπτεστε την Αθήνα για να πραγματοποιήσετε ένα διήμερο εργαστήρι και να παρουσιάσετε την παράσταση La Pesanteur et La Grâce, βασισμένη στο ποίημα του Jean Daive, Antonio Gramsci.

Τι σημαίνει για εσάς η διδασκαλία; Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτό το συγκεκριμένο έργο; Θεωρείτε το Butoh μια πολιτική μορφή θεάτρου με την ευρύτερη έννοια του όρου;

Το Butoh είναι μια εγγενώς πρωτοποριακή μορφή τέχνης. Πιστεύω ότι εξελίσσεται συνεχώς, νιώθοντας το πνεύμα της εποχής και δίνοντας ζωή σε κάθε μέρος σαν ρίζωμα.

Αυτό το οποίο μπορώ να διδάξω είναι τη φιλοσοφία που διέπει το Butoh, ανεξάρτητα από τις μεταβαλλόμενες εποχές, και τις διάφορες μορφές οι οποίες έχουν εμπνεύσει αμέτρητους χορευτές ως αρχέτυπα.

Ελπίζω πως άνθρωποι όλων των ηλικιών και πολιτισμών θα τις προσαρμόσουν ελεύθερα στο δικό τους πλαίσιο, μεταμορφώνοντας και εξελίσσοντάς τες συνεχώς.

Ως έμπειρη ασκούμενη στο Butoh, θέλω να συναντήσω πρωτότυπες, νέες μορφές Butoh που ξεπερνούν τη δική μου φαντασία. Θέλω να εκπλήξω τον εαυτό μου.

Θέλω το Butoh να ξεπεράσει το είδος του χορού και όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να διακρίνουν τη λαμπρότητα της ψυχής του.

Αν έχει απήχηση στις ψυχές των πολλών ανθρώπων oι οποίοι το παρακολουθούν και εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, δε θα έχει αυτό από μόνο του πολιτική σημασία;

Όσον αφορά στην παρουσίαση του έργου La Pesanteur et La Grâce, έτυχε να είναι ένα σόλο έργο, τεχνικά σχετικά ελαφρύ και αρκετά πρόσφατο.

Είστε γενικά ανοιχτή σε δημιουργικές συνέργειες με καλλιτέχνες από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα; Και ποιες ποιότητες αναζητάτε κυρίως σε αυτές τις συναντήσεις και στους συνεργάτες σας;

Ναι. Μια βασική ιδιότητα είναι η ικανότητα σεβασμού της αρμονίας. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να γίνει πέρα ​​από τα ατομικά εγώ, αυτό θα πάρει μορφή με φυσικό τρόπο.

Ευχαριστώ θερμά την Άντα Κουγιά για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Το διήμερο εργαστήρι Butoh υπό τη διεύθυνση της Naomi Mutoh θα διεξαχθεί το Σάββατο 20 και την Κυριακή 21 Ιουνίου (12:00-20:00) στο Fundamentals Yoga Center (Αγλαύρου 13, Κουκάκι).

Η σόλο περφόρμανς της Naomi Mutoh La Pesanteur et La Grâce θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 26 Ιουνίου (21:00) στη Σκηνή Brecht-2510 (3ης Σεπτεμβρίου 38, Αθήνα).



Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Γιεν Λιένκε: «Για έναν συγγραφέα, το τρομερό είναι η αυτολογοκρισία»

 


Με φόντο την επιδημία του AIDS στην κινεζική ύπαιθρο και εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, το Όνειρο του χωριού Τινγκ του Κινέζου συγγραφέα Γιεν Λιένκε είναι ένας πολυεπίπεδος στοχασμός για την ανθρώπινη κατάσταση.

Μια σε βάθος συζήτηση με τον συγγραφέα για τη ζωή, τον θάνατο, την τέχνη και την αυτολογοκρισία με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του στα ελληνικά.

Το Όνειρο του χωριού Τινγκ, με φόντο την επιδημία του AIDS στην κινεζική ύπαιθρο και εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, είναι το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σας που μεταφράζεται στα ελληνικά.

Bαθιά υπαρξιακό και -ταυτόχρονα- πολιτικό βιβλίο για την ανθρώπινη κατάσταση σε περιόδους σπαραγμού και δεινών, θυμίζει την Πανούκλα του Καμύ. Μέσω ποιας διαδικασίας συνυφαίνονται αυτές οι διαστάσεις καθώς γράφετε;

Σας ευχαριστώ πολύ για την κατανόηση και την ανάγνωση του Το όνειρο του χωριού Τινγκ.

Όσον αφορά τον υπαρξισμό και την πολιτική συνείδηση, για μένα η γραφή δεν προϋποθέτει ποτέ κανένα δόγμα, πόσο μάλλον να σκεφτόμαστε την πολιτική συνείδηση.

Κατά τη γνώμη μου, τα μυθιστορήματα είναι μόνο μια μοναδική τέχνη και η πιο βαθιά πραγματικότητα της Κίνας.

Στην Κίνα, αυτό που αντιλαμβάνεστε ως πολιτική είναι ουσιαστικά η καθημερινή ζωή των Κινέζων.

Δεν είναι ότι η καθημερινή ζωή των ανθρώπων είναι πολιτική, αλλά πως οι συνθήκες της Κίνας έχουν μετατρέψει την πολιτική σε καθημερινή ζωή: το φαγητό, το νερό, η ζωή και ο θάνατος κάθε ανθρώπου, κάθε νοικοκυριού στη χώρα.

Όταν το κρατικό σύστημα μετατρέπει την πολιτική σε καθημερινότητα, οι συγγραφείς που ζουν μέσα σε αυτό δεν αντιμετωπίζουν πια απλή πολιτική όταν γράφουν, αλλά μια περίπλοκη και παράλογη ζωή και πραγματικότητα.

Αυτή είναι η πραγματικότητα της Κίνας: με μια φράση, είναι η πιο παράδοξη επιβίωση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας στην πραγματική ζωή και στην πορεία της Ιστορίας.

Όσον αφορά τη μεγάλης κλίμακας επιδημία του AIDS που έπληξε την Κίνα στα τέλη του περασμένου αιώνα, δηλαδή από τη δεκαετία του ’90 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αφενός αποτέλεσε το επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής.

Αφετέρου, ήταν μια «αναπόφευκτη παγίδα» για τη μεταρρύθμιση, το άνοιγμα και την επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας.

Ακριβώς όπως οι ανεπτυγμένες χώρες σε όλο τον κόσμο, στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης, «πρέπει» να πληρώσουν ένα τεράστιο τίμημα για τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Και αυτό το περιβαλλοντικό τίμημα, φυσικά, μετατρέπεται σε βλάβη για τον καθένα.

Μόνο που στην αρχή της ξέφρενης οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας, η βλάβη την οποία υπέστη ο άνθρωπος -ακόμη και η τραγική απώλεια ανθρώπινων ζωών- δεν προήλθε έμμεσα από την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά άμεσα από την «καταστροφή του ανθρώπου από την ανάπτυξη».

Για μένα, η συνύφανση υπαρξιακού και πολιτικού, ζωής και θανάτου, τέχνης και δημιουργίας, στα οποία αναφερθήκατε, συνοψίζεται σε μία λέξη: «Αγάπη!» 

Αγάπη για όσους έχουν πεθάνει· αγάπη για όσους εξακολουθούν να ζουν με σθένος· κατανόηση για όσους είναι «άπληστοι» για να επιβιώσουν. Να τους αγαπάς, να τους κατανοείς, να έχεις μια καρδιά γεμάτη συμπόνια για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Έτσι, όλα αυτά -όλες οι αντιφάσεις, τα παράδοξα, τα ασυμβίβαστα- συγκεντρώνονται οργανικά σε μια ιστορία.

Η εικόνα του «αίματος» -είτε χρησιμοποιείται συμβολικά είτε κυριολεκτικά- ενέχει πλούσιο νόημα με πολλαπλούς συνειρμούς και ισχυρή συμβολική αξία.  

Αποτελεί δε, ταυτόχρονα, μια οξεία κριτική της εμπορευματοποίησης των πάντων, καθώς και της έννοιας της «αχαλίνωτης ανάπτυξης». Πώς μπορούμε να θέσουμε συλλογικά τέλος στις καταστροφικές συνέπειές της;

Όσον αφορά τη συγγραφή του Το όνειρο του χωριού Τινγκ, από τη μία πλευρά ευχαριστώ όλους τους αναγνώστες για το ενδιαφέρον τους.

Από την άλλη, πρέπει να παραδεχτώ ότι για τη δημιουργία αυτού του μυθιστορήματος δεν είχε υπάρξει ιδιαίτερη προεργασία. Δεν είχα σκεφτεί ζητήματα όπως η κριτική ή το τέλος.

Αν τα είχα σκεφτεί, ίσως να είχα γράψει ένα Όνειρο του χωριού Τινγκ καλύτερο από αυτό που διαβάσατε, ή ίσως και χειρότερο.

Μπροστά σε εσάς και τους Έλληνες αναγνώστες, πρέπει να απαντήσω ειλικρινά στην ερώτησή σας:

Ήμουν πάντα στρατιωτικός συγγραφέας.

Υπηρέτησα στον στρατό για είκοσι έξι χρόνια, αλλά το 2004, λόγω της συγγραφής του Φιλιά του Λένιν, αναγκάστηκα να αποχωρήσω από αυτόν και να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας στην Ένωση Συγγραφέων του Πεκίνου.

Ταυτόχρονα, το έργο Στην υπηρεσία του λαού, που έγραψα στα τέλη του 2004, απαγορεύτηκε ξαφνικά στις αρχές του 2005.

Αυτό είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για την Ένωση Συγγραφέων του Πεκίνου, στην οποία ανήκα, και για τον εκδοτικό οίκο Huacheng της Γκουάνγκτζου, που το κυκλοφόρησε.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είχα ήδη αφιερώσει δύο χρόνια και είχα επισκεφθεί οκτώ ή εννέα φορές τα χωριά των οροθετικών στην Ενχάν, μαθαίνοντας πάρα πολλά για την κατάσταση στα χωριά αυτά, που ήταν άγνωστα στον έξω κόσμο.

Τότε, το σχέδιό μου ήταν να γράψω ένα «μη μυθοπλαστικό» έργο για τα χωριά των οροθετικών και, στη συνέχεια, ένα «τεράστιο και περίπλοκο» μυθοπλαστικό έργο.

Η ιστορία αυτού του τεράστιου μυθοπλαστικού μυθιστορήματος είχε ήδη ωριμάσει πλήρως μέσα μου.

Ακριβώς εκείνη την εποχή, λόγω της απαγόρευσης του Στην υπηρεσία του λαού, ο εκδοτικός οίκος Huacheng και η Ένωση Συγγραφέων του Πεκίνου αντιμετώπιζαν τεράστια δημόσια και πολιτική πίεση.

Με αυτό το βαθύ αίσθημα ενοχής, εγκατέλειψα τόσο το εντελώς μη μυθοπλαστικό έργο λογοτεχνίας τεκμηρίωσης, όσο και το «τεράστιο και περίπλοκο» μυθοπλαστικό μυθιστόρημα - και, μετά από αυτολογοκρισία, έγραψα Το όνειρο του χωριού Τινγκ.

Φυσικά, δεν περίμενα πως αυτό το «αισθητικά και ηθικά άψογο» έργο θα απαγορευόταν ξανά, μόλις τρεις μέρες μετά την έκδοσή του.

Αργότερα -και μέχρι σήμερα- μετανιώνω για την αυτολογοκρισία που άσκησα στο Όνειρο του χωριού Τινγκ.

Συχνά λέω στους πάντες ότι, αν ήξερα από την αρχή ότι το αισθητικά και ηθικά άψογο Το όνειρο του χωριού Τινγκ θα απαγορευόταν, δε θα έπρεπε να ασκήσω αυτολογοκρισία, αλλά να γράψω εκείνο το «μη μυθοπλαστικό» και «τεράστιο μυθοπλαστικό» έργο.

Δυστυχώς, ήταν πια πολύ αργά.

Αυτό ήταν ένα τεράστιο μάθημα για τη συγγραφική μου πορεία και με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι, για έναν συγγραφέα, το τρομερό δεν είναι η κριτική των άλλων, αλλά η αυτολογοκρισία.

Από τότε, η συγγραφική μου πορεία άρχισε να αναζητά την ελευθερία όσο το δυνατόν περισσότερο, απαλλασσόμενη σταδιακά από την αυτολογοκρισία.

Γι’ αυτό, Το όνειρο του χωριού Τινγκ δεν αποτελεί για μένα «οξεία κριτική» ή το τέλος της καταστροφής, αλλά είναι ένα έργο αφιερωμένο στην ομορφιά και το καλό, γεμάτο αυτολογοκρισία και μεταμέλεια.

Σήμερα, έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από τότε που ξεκίνησα να γράφω Το όνειρο του χωριού Τινγκ, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχω ξεχάσει ποτέ όλα όσα έζησα και είδα σε εκείνο το χωριό του AIDS.

Επιπλέον, έχω πάντα μια σκέψη:

Μόλις ολοκληρώσω το νέο μου μυθιστόρημα, θα πρέπει να επιστρέψω στο χωριό του AIDS όπου έζησα εκείνη την εμπειρία και να εγκατασταθώ εκεί, για να ξαναγράψω εκείνο το «μη μυθοπλαστικό» έργο που πάντα ήθελα να γράψω.

Ελπίζω αυτό το συγγραφικό έργο να υλοποιηθεί το συντομότερο δυνατό.

Η αφήγηση του μυθιστορήματος εξελίσσεται από την οπτική γωνία του 12χρονου Τινγκ Τσιάνγκ, ο οποίος έχει πεθάνει. Γιατί επιλέξατε ένα νεκρό αγόρι ως αφηγητή;

Αυτή είναι η στιγμή της έμπνευσης που προηγείται της συγγραφής. Επειδή είδα πάρα πολλά τρομερά και σκληρά πράγματα σε εκείνο το χωριό του AIDS.

Λόγω της απαγόρευσης του έργου Στην υπηρεσία του λαού, είχα κάπως τη νοοτροπία ότι έπρεπε να «εξιλεωθώ», και ήθελα να αποδώσω μια αίσθηση «καλοσύνης και ομορφιάς» στο Όνειρο του χωριού Τινγκ.

Ήθελα να αποδώσω με τη γλώσσα την ομορφιά της μελωδίας της κινεζικής πεζογραφίας, και έτσι σκέφτηκα πως αν χρησιμοποιούσα ένα παιδί για να αφηγηθεί την ιστορία, θα έδινε στη γλώσσα μια πεζογραφική μελωδία.

Φυσικά, η χρήση ενός νεκρού παιδιού ως αφηγητή -αυτή η οπτική γωνία του πνεύματος- θα έδινε στην αφήγηση μια ελευθερία που δεν γνωρίζει όρια, και έτσι προέκυψε φυσικά αυτός ο τρόπος αφήγησης και συγγραφής.

«Μια ευτυχισμένη μέρα είναι μια μέρα που κερδίζεις», λέει ο Ντιν Λιάνγκ στην Λινγκ Λινγκ.

Σε έναν καταρρέοντα κοσμο, τι είναι αυτό που σας κάνει ευτυχισμένο ως συγγραφέα και ως άνθρωπο; Πώς ορίζετε μια «κερδισμένη μέρα»;

Αυτό το οποίο ονομάζουμε «μέρες νίκης», η ευτυχία του συγγραφέα και του ατόμου, για μένα σημαίνει απλώς να ζω και να μπορώ να γράφω.

Να μην έχει μειωθεί ραγδαία η δημιουργική μου δύναμη με τα χρόνια, και να μπορώ ακόμα κάθε μέρα να κάθομαι στο γραφείο μου και να γράφω.

Το αν θα εκδοθούν τα έργα μου δεν αποτελεί πρόβλημα - στην πραγματικότητα, στη σημερινή Κίνα, κανένα βιβλίο μου δεν μπορεί να εκδοθεί. Τόσο τα νέα, όσο και τα παλιά μου έργα, δεν μπορούν να εκδοθούν ή να επανεκδοθούν.

Ένας συγγραφέας ο οποίος βρίσκεται σε μακροχρόνια απομόνωση από τους αναγνώστες της μητρικής του γλώσσας, αλλά εξακολουθεί να μπορεί να κάθεται καθημερινά στο γραφείο του και να γράφει: αυτό, το θεωρώ απίστευτη ευτυχία.

Είμαι αρκετά ικανοποιημένος. Νιώθω μάλιστα ότι το πραγματικό περιβάλλον στο οποίο ζω μου επιτρέπει να γράφω καθημερινά στο γραφείο μου.

Σε σύγκριση με πολλές εποχές της κινεζικής Ιστορίας, αυτό δείχνει αξιοσημείωτη ανεκτικότητα. Έτσι αντιλαμβάνομαι τις «μέρες που κερδίζω».

Το να μπορώ να γράφω καθημερινά με ηρεμία με κάνει να νιώθω ικανοποιημένος και ευτυχισμένος.

«Μιλούσαν τόσο συχνά για τον θάνατο, που έπαψαν να τον φοβούνται», λέει ο αφηγητής. Κατά τη γνώμη σας, το να μοιράζεται κάποιος τους (υπαρξιακούς) φόβους του μπορεί να τους μετριάσει;

Αρχικά πίστευα πως, εφόσον τολμούσα να αντιμετωπίσω τον θάνατο στη λογοτεχνία, θα μπορούσα και στη ζωή να ολοκληρώσω την αναμέτρησή μου μαζί του. Γι’ αυτό, ο θάνατος υπήρξε πάντα ένα από τα κύρια θέματα της γραφής μου.

Τα μυθιστορήματα Η χρονιά του ηλιακού φωτός, Το όνειρο του χωριού Τινγκ και Η δύση του ήλιου είναι όλα έργα που αντιμετωπίζουν άμεσα τον θάνατο.

Για να πω κάτι που διστάζω να ομολογήσω, από τα εφηβικά μου χρόνια μέχρι σήμερα κουβαλώ μέσα μου έναν φόβο για τον θάνατο τον οποίο δεν μπορώ να νικήσω.

Παλαιότερα, πίστευα ότι ένας συγγραφέας μπορεί, μέσω της γραφής, να μετριάσει αυτόν τον φόβο· τώρα όμως βλέπω πως εγώ δεν τα καταφέρνω.

Σήμερα, καθώς μεγαλώνω όλο και περισσότερο, ο θάνατος -αυτός ο μηδενισμός της ζωής- γίνεται ολοένα και πιο έντονος μέσα στην ύπαρξη και την καθημερινότητά μου.

Τα τελευταία χρόνια, επειδή δεν μπορώ να υπερνικήσω αυτόν τον φόβο της γήρανσης και του θανάτου, αυτόν τον υπαρξιακό μηδενισμό, αναγκάζομαι να παίρνω κάθε μέρα μεγάλες ποσότητες υπνωτικών χαπιών για να μπορώ να κοιμηθώ και να έχω την επόμενη ημέρα αρκετή ενέργεια ώστε να καθίσω να γράψω.

Είναι κάτι γελοίο, θλιβερό και συνάμα αναπόφευκτο.

Είτε πρόκειται για θεσμική είτε για αυτοεπιβαλλόμενη, η λογοκρισία πάντα βασάνιζε -και συνεχίζει να βασανίζει- τους συγγραφείς σε όλα τα πολιτισμικά και πολιτικά πλαίσια.

Πώς καταφέρνετε να την παρακάμπτετε, να την ξεπερνάτε ή ακόμα και να την αντιμετωπίζετε καταπρόσωπο;

Δεν παρέκαμψα τίποτα, πόσο μάλλον το υπερέβην. Απλώς ακολούθησα τη φυσική ροή των πραγμάτων.

Πάντα η στάση μου απέναντι στη συγγραφή ήταν η εξής:

Αν ένα έργο μπορεί να εκδοθεί, τόσο το καλύτερο· αν δεν μπορεί, ας είναι. Αρκεί η γραφή να μου προσφέρει ελευθερία, χαρά και ανεξαρτησία.

Αυτή η στάση δεν είναι υπέρβαση· είναι μάλλον ένας αναγκαστικός συμβιβασμός και μια αποδοχή της φυσικής ροής των πραγμάτων.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, καθώς τα περισσότερα από όσα γράφω δεν μπορούν να εκδοθούν στην Κίνα, οφείλω ειλικρινά να πω πως αισθάνομαι μια πρωτόγνωρη ανακούφιση που προέρχεται από το γεγονός ότι αναγκάστηκα να τα αφήσω όλα πίσω.

Όταν ένας συγγραφέας γράφει και πάλι απλώς χάριν της συγγραφής, τότε η πλήρης απουσία σκοπού, η εγκατάλειψη κάθε επιδίωξης, γεννούν μια αίσθηση ελαφρότητας και ελευθερίας.

Είναι σαν κάποιος να κρατά ένα φύλλο χαρτί στο αριστερό του χέρι και ένα στυλό στο δεξί, και μόνο μ’ αυτά να μπορεί να πετάξει γρήγορα στον ουρανό. Τόσο όμορφα. Τόσο λυτρωτικά.

Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι ακριβώς σε αυτή την κατάσταση γραφής: δε γράφω για τίποτε άλλο· γράφω μόνο για να «πετώ».

Όπως αναφέρετε στο επίλογο, μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σχεδίου του μυθιστορήματος σάς κατέκλυσε ένα έντονο αίσθημα απελπισίας.

Σε ποιον βαθμό η λογοτεχνία έχει πάντα σωματική και συναισθηματική απήχηση σε εσάς και πόσο διαρκής είναι η θεραπευτική της επίδραση, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και -πιθανώς- στο επίπεδο του αναγνωστικού κοινού σας;

Είμαι άνθρωπος εξαιρετικά ευάλωτος συναισθηματικά.

Αφού ολοκλήρωσα τα έργα Το όνειρο του χωριού Τινγκ, Η χρονιά του ηλιακού φωτός και Η δύση του ήλιου -ο αγγλικός τίτλος του οποίου είναι Η μέρα που πέθανε ο ήλιος-, χρειάστηκε πολύς καιρός για να συνέλθω συναισθηματικά και ψυχικά.

Με κυρίευαν η μελαγχολία, η αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει νόημα, και ένας μηδενισμός που μπορούσε να περιπλανιέται στο μυαλό μου για έξι μήνες ή ακόμη και για έναν ολόκληρο χρόνο.

Στο παρελθόν, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζα αυτήν τη μελαγχολία και τις παρενέργειες της υπερβολικής συναισθηματικής εμπλοκής στη συγγραφή ήταν ο εξής:

Κάθε φορά που τελείωνα ένα μυθιστόρημα, έγραφα ενδιάμεσα είτε ένα λυρικό, αισθητικό δοκίμιο είτε ένα έργο λογοτεχνικής θεωρίας, που απαιτούσε κυρίως ορθολογική επεξεργασία και όχι βαθιά συναισθηματική επένδυση.

Αυτού του είδους η γραφή, η οποία δεν κατανάλωνε τόσα συναισθήματα, λειτουργούσε ως αντίβαρο και απομάκρυνε τις συνέπειες της προηγούμενης συγγραφικής εμπειρίας.

Έπειτα, μπορούσα σταδιακά να επιστρέψω στη μυθοπλασία, που απαιτεί πλήρη συναισθηματική αφοσίωση.

Τώρα, όμως, έχω μεγαλώσει. Έχω εγγόνια - έναν εγγονό και μια εγγονή.

Όταν η συγγραφή ενός μυθιστορήματος με οδηγεί σε ακραία ψυχική οδύνη, φροντίζω τα Σάββατα και τις Κυριακές να περνώ ολόκληρη την ημέρα μαζί τους. Ζητώ από τα εγγόνια μου να με τραβήξουν έξω από εκείνη την απόγνωση και τον μηδενισμό.

Για χάρη της συγγραφής μου, τους οφείλω ευγνωμοσύνη. Είναι εκείνα τα οποία συνεχώς με αποσπούν από τον συναισθηματικό πόνο της λογοτεχνίας.

Μου προσφέρουν πολλές απλές χαρές της καθημερινής ζωής, ώστε να μπορώ να συνεχίσω να αντιμετωπίζω τα συναισθήματα και τα βάσανα του πνευματικού κόσμου της λογοτεχνίας.

Για να μιλήσω με απόλυτη ειλικρίνεια, είμαι ένας συγγραφέας που έχει απογοητεύσει πάρα πολλούς αναγνώστες. Δεν πιστεύω πως τα μυθιστορήματά μου έχουν θεραπευτική δύναμη.

Εξαιτίας της πραγματικότητας, αλλά και της ίδιας της λογοτεχνίας, έχω μεταφέρει στους αναγνώστες μου υπερβολικά πολύ πόνο. Γι’ αυτό αισθάνομαι βαθιά λύπη και ζητώ συγγνώμη από όλους τους φίλους αναγνώστες μου.

Ζούμε σε έναν κόσμο που σταδιακά μοιάζει με την «Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ: ένα παγκοσμιοποιημένο, στερημένο από ελπίδα και έρημο «Χωριό Τινγκ».

Γιατί, λοιπόν, σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο, εξακολουθεί να έχει νόημα η εμπλοκή με την τέχνη, υπό οποιαδήποτε μορφή;

Τελικά, στη λογοτεχνία και στην τέχνη υπάρχει ένα είδος δημιουργίας που βλέπει τη ζωή εκ μέρους της ίδιας της ζωής.

Οι άνθρωποι το αγαπούν επειδή βλέπει για λογαριασμό των αναγνωστών όσα εκείνοι έχουν ήδη ζήσει και τους οδηγεί ξανά πίσω στις εμπειρίες τους, επιτρέποντάς τους να αναστοχαστούν και να ξαναζήσουν τη ζωή και τα συναισθήματά τους.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη μορφή τέχνης, η οποία δε βοηθά τον αναγνώστη να αναπολήσει ή να επανεξετάσει το παρελθόν του.

Αντίθετα, τον κάνει να βιώσει συναισθηματικές δονήσεις που δεν είχε ποτέ φανταστεί, σκοτεινές εμπειρίες αποκόλλησης της ψυχής και μια ομορφιά η οποία φέρει μια μαύρη λάμψη. Έτσι ακριβώς συμβαίνει στην «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ.

Σήμερα όμως, όπως πολύ σωστά λέτε, ο ίδιος ο κόσμος έχει ήδη μετατραπεί σε «Χωριό Τινγκ» και σε «Έρημη Χώρα».

Επομένως, η τέχνη δεν αρκεί πλέον να αναπαριστά ή να ξαναδημιουργεί την εικόνα του «Χωριού Τινγκ» και της «Έρημης Χώρας».

Ο συγγραφέας οφείλει να ανακαλύπτει και να δημιουργεί για τον αναγνώστη το σκοτάδι που κρύβεται κάτω από αυτά, αλλά και το φως το οποίο υψώνεται πάνω από αυτά.

Να τον κάνει να δει το «Χωριό Τινγκ» που καλύπτεται από το ίδιο το «Χωριό Τινγκ», την «Έρημη Χώρα» που αποκρύπτεται από την ίδια την «Έρημη Χώρα».

Δεν επιθυμώ να είμαι ένας συγγραφέας ο οποίος οδηγεί τους αναγνώστες στην ανάμνηση, στην αναδρομή ή στη νοσταλγία.

Θέλω, μέσα από τα έργα μου, να βιώνουν πράγματα που δεν έχουν ζήσει ποτέ.

Συναισθηματικές αναταράξεις, εμπειρίες εξόδου της ψυχής από τον εαυτό της - όχι μόνο σε επίπεδο πλοκής και περιεχομένου, αλλά και μέσα από την ίδια την εσωτερική φύση της τέχνης.

Και, αφού φτάσαμε ως εδώ, θα ήθελα να προσθέσω κάτι ακόμη:

Το Όνειρο του Χωριού Τινγκ γράφτηκε πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια.

Ελπίζω οι Έλληνες αναγνώστες, αφού το διαβάσουν, να μπορέσουν να γνωρίσουν και τα πιο πρόσφατα έργα μου, αυτά που αποκαλώ «μυθιστορήματα τα οποία δεν είναι μυθιστορήματα», έργα που δε βασίζονται στην ανάμνηση ή στην αναδρομή.

Εύχομαι να διαβάσουν τα έργα μου των τελευταίων ετών και του σήμερα, και όχι μόνο αυτά τα οποία έγραψα πριν από πολλές δεκαετίες.

Ευχαριστώ θερμά τον Γιεν Λιένκε για τον χρόνο και την ειλικρίνειά του.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του συγγραφέα.

Ευχαριστώ, τέλος, την επιμελήτρια του βιβλίου, Βικτωρία Λέκκα, για την επιμέλεια των απαντήσεών του.

Το μυθιστόρημα του Γιεν Λιένκε Το όνειρο του χωριού Τινγκ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση του Σωτήρη Χαλικιά.