Μια εγκάρδια συνομιλία
με τον Ντίνο Σαδίκη, ιδρυτικό μέλος των ιστορικών Εν Πλω
και με αξιοσημείωτη σόλο διαδρομή, ενόψει της συναυλίας στο Κύτταρο
την Πέμπτη 3 Απριλίου.
Στη συναυλία συμμετέχουν
επίσης οι Stournari
Street
Band
και
ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος.
«Μετρώντας άδικα
χαμένο χρόνο, λίγο προτού κλειστώ στη φυλακή», τραγουδούσες κάποτε με τους Εν
Πλω. Νιώθεις ότι έχεις κερδίσει ή κερδίζεις (τον) χρόνο στη ζωή σου ή, κατά
περίπτωση, τον έχεις χάσει κιόλας;
Ο χρόνος είναι ανίκητος.
Δεν κερδίζεται, δεν τον έχω κερδίσει. Αν τον έχω χάσει, δεν το ξέρω. Νομίζω ότι
είμαστε ισοπαλία με τον χρόνο.
Μέσω της μουσικής, μέσω των
ανθρώπινων σχέσεων κερδίζεται χρόνος; Υπαρξιακός, εννοώ.
Όταν περνάς όμορφα, ο χρόνος
«παγώνει» και φαίνεται μεγάλος. Αυτό συμβαίνει και μέσω της μουσικής και
μέσω των ανθρώπινων σχέσεων. Μ’ αυτήν την έννοια μπορείς να τον κερδίσεις.
Όταν βγεις από σχέσεις,
αρχίζει να «τρέχει» και πάλι.
Κι όταν βέβαια χάσεις
σχέσεις - είτε γιατί έχουν κλείσει τον κύκλο τους, είτε γιατί κάποιοι άνθρωποι
έχουν πεθάνει.
Για μένα, κέρδος και
απώλεια είναι μέσα στη ζωή και προσπαθούμε να τα φέρουμε σε ένα ισοζύγιο. Αυτό αισθάνομαι
να συμβαίνει στη ζωή μου.
«Άσε με τώρα να
πιστεύω σ’ ένα όνειρο με δόσεις», τραγουδούσες κάπου αλλού. Πιστεύεις στα
όνειρα; Έχουν γίνει (κάποια) όνειρά σου πραγματικότητα, σε διάφορες φάσεις της ζωής
σου;
Αλίμονο αν δεν πίστευα σε
όνειρα! Αυτό που νιώθω, όμως, είναι ότι στενεύουν τα
όνειρα καθώς μεγαλώνουμε, γίνεται κάπως πιο κλειστός ο ορίζοντας.
Το κομμάτι από το οποίο
προέρχονται οι συγκεκριμένοι στίχοι αναφέρεται, εξάλλου, σε μια απώλεια φίλου
το 1987.
Του Μιχάλη του Πρέκα.
Του Μιχαλάκη μας.
Σε σύγκριση με το 1987,
σήμερα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα, πιο δύσκολα και τα όνειρα.
Τι ονειρευόσουν τότε και
τι ονειρεύεσαι σήμερα;
Τότε, στην ηλικία των
είκοσι πέντε-τριάντα χρονών, υπήρχε το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο, για πιο
ισότιμες ανθρώπινες σχέσεις. Ονειρευόμασταν, ονειρευόμουν κοινότητες ανθρώπων
με κοινούς στόχους.
Κατόπιν, αυτά τα όνειρα
εξασθένησαν. Σήμερα, κάνω πιο προσγειωμένα, πιο καθημερινά,
πιο άμεσα όνειρα, όπως το να είμαι καλά με τους φίλους μου και να παίζω
μουσική. Δε βάζω μακροπρόθεσμους στόχους.
Όταν ξεκινούσε εκείνη η
περιπέτεια με τους Εν Πλω στα μέσα της δεκαετίας του 1980, προσδοκούσες πως θα
άφηναν τα στίγμα που άφησαν στα κατοπινά χρόνια;
Σε καμία περίπτωση! Ούτε
σαν όνειρο. (Γέλιο).
Κι αυτό δε συνέβαινε μόνο
σε μένα, αλλά και στα υπόλοιπα παιδιά του συγκροτήματος, κυρίως στον Δήμο τον
Ζαμάνο. Φαίνεται, άλλωστε, κι απ’ τις κινήσεις μας.
Όταν βγήκε ο δίσκος, δεν
τον πήρε κανένας είδηση, εκτός από λίγους «ψαγμένους» δημοσιογράφους και
μουσικούς. Εμείς δεν πήραμε καμία ανταπόκριση.
Έναν χρόνο αργότερα, εγώ
μάλιστα έφυγα για την Κρήτη.
Το γενικότερο κλίμα της εποχής
όσον αφορά τη ροκ σκηνή της Ελλάδας, ελληνόφωνη και αγγλόφωνη, ήταν αυτό,
πάντως. Κανένας δεν προσδοκούσε ότι, πρώτον, μπορούσε να ζήσει από τη
μουσική και, δεύτερον, να κάνει καριέρα.
Εδώ καλά-καλά δίσκο δεν
μπορούσες να βγάλεις. Ζούσαμε τη στιγμή, χωρίς να έχουμε αίσθηση της μοναδικότητάς
της. Είχαμε μια τρέλα με τη μουσική, παίζαμε ώρες ατέλειωτες, ήμασταν απλώς εκεί
- όσοι βρισκόμασταν σ’ αυτόν τον χώρο.
Δεν είναι, λοιπόν, πολύ
αντιφατικό που το ντεμπούτο το Εν Πλω, πέρα από το αποτύπωμα το οποίο έχει
αφήσει στην εγχώρια μουσική πραγματικότητα, έχει αποκτήσει και τέτοια
συλλεκτική αξία στην αυθεντική βινυλιακή του έκδοση;
Δε φέρω καμία ευθύνη για
τη συλλεκτική του αξία!
Προφανώς!
Συνέβη από μόνη της, ούτε
καν την κυνήγησα. Ήταν μια βραδυφλεγής βόμβα το υλικό αυτό, άργησε πολύ να βγει
προς τα έξω και να ακουστεί.
Στο μεταξύ, η «συλλεκτικότητα»
με κυνηγάει σαν το κάρμα: και οι άλλοι δίσκοι μου δεν κυκλοφορούν. Ούτε
οι Μολυβένιες Ιστορίες, ούτε το Γέλιο των Πολλών, ούτε καν ο πιο
πρόσφατος, Πίσω από τη Σκιά.
Εσύ το αγαπάς το βινύλιο,
σε κάθε περίπτωση.
Πάρα πολύ! Γι’ αυτό και
προσπαθώ να βγαίνουν σε βινύλιο οι δίσκοι μου. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι
οι οποίοι βγάζουν βινύλια, όπως ο Νίκος Στυλίδης με τη Labyrinth of Thoughts.
Έχει τα τελευταία χρόνια
γίνει κάπως μόδα η κατοχή ή η ακρόαση δίσκων βινυλίου.
Έτσι είναι. Εγώ, όμως, δεν
έχω καν πικάπ εδώ και κάποια χρόνια. Έχει χαλάσει και το έχω αφήσει.
Έχω, δηλαδή, δίσκους και δεν έχω πικάπ! Το Πίσω από τη Σκιά δεν το έχω
ακούσει ποτέ από βινύλιο. (Γέλιο). Μόνο ψηφιακά, από το στούντιο.
Τις Μολυβένιες Ιστορίες
-που τις είχε ακούσει όταν πρωτοκυκλοφόρησαν-, γιατί τις είχες αποκαλέσει έτσι;
Έλα, τον είχες ακούσει
τότε;
Βέβαια!
Ο τίτλος είχε να κάνει με
τη διάθεσή μου. Πρόκειται για «γκρίζες» ιστορίες.
Το Πρέπει να μάθω πια
να ζω είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια του δίσκου.
Και μένα. Δεν το
παίζουμε.
Μαθαίνεται η ζωή, το να
ζεις;
Μαθαίνεται, εξάσκηση
χρειάζεται. (Γέλιο). Ο καθένας παίρνει τα μαθήματά του, βέβαια. Τα δικά μου δεν
είναι τα ίδια με τα δικά σου.
Καθένας, ευτυχώς ή
δυστυχώς, μαθαίνει κυρίως από τις αποτυχίες και τα τραύματα. Κι αυτά τα
μαθήματα σε σκληραίνουν.
Το μάθημα της ζωής σε
θέλει επιμελή μαθητή. Να είσαι εκεί, να προσπαθείς να δείχνεις ανοχή,
κατανόηση - μεγάλα εργαλεία, για μένα, για να μπορέσεις να διδαχτείς στην
κοινότητα όπου ζεις.
Ζούμε, πάντως, σε εποχές
αδυσώπητου ατομικισμού και ανελέητης σκληρότητας ή/και αδιαφορίας.
Πιστεύω ότι έχουν παίξει
μεγάλο ρόλο τα σόσιαλ μίντια.
Η ζωή μας έχει γίνει ένα «σκρολάρισμα»,
περνώντας από θέματα σοβαρά σε θέματα γελοία από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο,
με συνέπεια το κάθε θέμα να χάνει το ειδικό βάρος του.
Υπάρχει επίσης μεγάλη
τοξικότητα και ψυχοπάθεια, γεγονός το οποίο οδηγεί σε πόλωση, σε δήθεν συγκρούσεις,
πολλές φορές χωρίς λόγο και νόημα. Ψάχνουμε οποιαδήποτε αφορμή για να
μαλώσουμε.
Τα σόσιαλ μεγάλωσαν το εγώ
των ανθρώπων. Ανέδειξαν τον εαυτό μας, νομίζω.
Απόψεις που θα έμεναν στο
επίπεδο του καφενείου της γειτονιάς και
θα γινόταν η σχετική πλάκα αυτήν τη στιγμή κοντεύουν, μέσω των σόσιαλ, να μετατραπούν
σε καθεστώς - αν δεν έχουν ήδη γίνει. Η Αμερική του Τραμπ είναι μια απόδειξη.
Προσωπικά, ενώ παρακολουθώ
τα σόσιαλ, πολύ σπάνια ποστάρω κάτι πέρα από τις συναυλίες μου. Πολλές φορές
ξεκίνησα να γράψω και σταμάτησα. Εγώ, στην «αρένα» του πληκτρολογίου δεν μπαίνω.
Καλά κάνεις, κατά τη
γνώμη μου, με την έννοια ότι προστατεύεις την ψυχοδιανοητική ισορροπία σου από αυτό
το κομμάτι της καθημερινότητας.
Αυτό ναι, από την άλλη δεν
ξέρω αν κάνω καλά. Στον κόσμο των σόσιαλ υπάρχουν πολύ λίγες ψύχραιμες φωνές.
Χρόνια μετά τις Μολυβένιες
Ιστορίες κυκλοφόρησε το Γέλιο των Πολλών. Ακούς να αντηχεί γέλιο στις
μέρες μας; Κι αν ναι, τι είδους;
Η έννοια που προσδίδω σ’
αυτόν τον τίτλο είναι κοροϊδευτική. Λες κάτι από την ψυχούλα σου και θα
ακούσεις το γέλιο των πολλών να σε κοροϊδεύει. Αυτό το γέλιο έχει γίνει πιο
δυνατό σήμερα.
Υπάρχει μια κοινωνική
αρένα όπου το πλήθος ζητωκραυγάζει μέχρι να περάσει στο επόμενο θύμα, στο
επόμενο σόου.
Αυτό το σόου αφορά και στον
λεγόμενο «καλλιτεχνικό» χώρο;
Σ’ αυτό κι αν αφορά!
Κυρίως σόου βλέπουμε εκεί, και η ουσία έχει τις περισσότερες φορές εξαφανιστεί.
Ζούμε σ’ ένα σόου και οι περισσότεροι άνθρωποι έτσι βλέπουν τη ζωή τους.
Με μια δόση σαρκασμού,
έλεγες παλιότερα για τον εαυτό σου ότι «καλύτερα καλός διασκεδαστής παρά
κακός γιατρός», μιας και πέρασες από το στάδιο της σπουδής της ιατρικής.
Έξι χρόνια σπούδασα.
Δε μετανιώνεις που δε
συνέχισες στην ιατρική κατεύθυνση.
Δε μετανιώνω, αν και δεν
υπήρξε μια απόφαση της στιγμής, αλλά μια μακρόχρονη διαδικασία. Με εγκατέλειπε
σιγά σιγά η ιατρική και με κέρδιζε η μουσική.
Τι σε κέρδιζε, τελικά,
περισσότερο στη μουσική;
Πιτσιρικάς, όταν έπιασα
την πρώτη κιθάρα στα χέρια μου, αισθάνθηκα καλύτερα. Παίζοντας μουσική αισθανόμουν
καλύτερα. Έφτιαχνα κι εγώ τον δικό μου κόσμο.
Το επόμενο σημαντικό ήταν
οι παρέες, Γιάννη, το μεγάλο πράγμα στη ζωή μου. Εμείς, οι πολύ παλιοί,
μάθαμε να παίζουμε μουσική μέσα από παρέες, φίλους αδελφικούς, γκρουπ.
Αυτοδίδακτοι. Έδειχνε ο ένας στον άλλο.
Αυτό, λοιπόν, με κέρδισε
στη μουσική - κι ακόμα με κερδίζει.
Με τους ανθρώπους που
παίζω είμαστε 25 χρόνια μαζί, σε δίσκους, συναυλίες και ως παρέα: με τον Πάνο
Παπάζογλου στην κιθάρα, τον Χρήστο Παππά στο μπάσο και τον Λάζαρο Πλιάμπα στα
τύμπανα.
Τους νιώθω δικούς μου
ανθρώπους πλέον - και στα καλά και στα ανάποδα.
Όταν παλιότερα
αυτοπροσδιοριζόσουν ως «διασκεδαστής», το νόημα προσέδιδες στον όρο; Γιατί
δε σε κόβω για διασκεδαστή.
Ειρωνικά το έλεγα.
Έχω, ωστόσο, κάνει τη «θητεία»
μου ως διασκεδαστής σε ρεμπετάδικο. Μικρή. Δεν άντεξα παραπάνω.
Έχουμε παίξει με τον Δήμο
τον Ζαμάνο και τον Χρήστο τον Πολίτη, τον πρώτο ντράμερ τον Εν Πλω, σε
ρεμπετάδικο στο Κουκάκι, στο Μινόρε. Έξι μήνες.
Παίζαμε ρεμπέτικα, η
μεγάλη μου αγάπη έτσι κι αλλιώς - τότε και τώρα. Έπαιζα μπουζούκι, παρακαλώ!
Ήθελε θράσος. Δεν ήξερα πολλά πράγματα, μόνο κάποια τραγούδια, αυτά που
χρειάζονταν για το πρόγραμμα.
Ήμουν διασκεδαστής. Με
πελάτες πιωμένους, σπασίματα πιάτων, φασαρίες. Νεοελληνικές στιγμές.
Πέρασα, επομένως, από
αυτό το στάδιο, αλλά δε μου «έκατσε» -εννοείται- καθόλου καλά, παρόλο που
περνούσα καλά.
Εγω έχω περάσει καλά,
Γιάννη, γιατί είχα πάντα μαζί μου τους δικούς μου ανθρώπους. Δε βγήκα στην
ελεύθερη αγορά. Πάντα ήταν φίλοι κολλητοί αυτοί με τους οποίους έπαιζα. Και στις
συναυλίες και στους δίσκους.
Αισθάνομαι ασφαλής και
μπορώ να χαλαρώσω μέσα στο περιβάλλον των φίλων και να δημιουργήσουμε αυτό που
θέλουμε. Δε χρειάζεται να είμαι συνέχεια στην «τσίτα».
Σε συνέχεια όσων είπες,
στο Πίσω από τη Σκιά αναλαμβάνουν περισσότερο, ίσως, από ποτέ άλλοι άνθρωποι
τη σύνθεση της μουσικής και τη συγγραφή των στίχων.
Λόγω εμπιστοσύνης και
εκτίμησης που τρέφω γι’ αυτούς ανθρώπους, τόσο ως άτομα όσο και ως καλλιτέχνες.
Τα εφτά στα δέκα
τραγούδια του δίσκου είναι του μπασίστα Χρήστου Παππά, στο πλαίσιο της εκτίμησης
που του τρέφω. Υπάρχουν νοιάξιμο και αγάπη.
Αυτή κρύβεται «πίσω από
τη σκιά»;
Αυτή. Και υπάρχει σε
ολους τους δίσκους. Απλώς τώρα τη βλέπω πιο καθαρά.
Έχοντας μιλήσει για τους ανθρώπους,
πώς σε επηρεάζουν ως δημιουργό και άνθρωπο και οι τόποι - από την Αθήνα
του παρελθόντος, μετά την Κρήτη, κατόπιν σταθερά τη Θεσσαλονίκη;
Το υλικό των Εν Πλω είναι
πιο σκοτεινό, πιο αγχωτικό. Στην Κρήτη άλλαξαν τα πράγματα. Η ζωή μου ήταν πολύ
πιο χαλαρή και όμορφη. Οι Μολυβένιες Ιστορίες είναι πιο φωτεινές σε
σχέση με τους Εν Πλω.
Χαλαρή και η Θεσσαλονίκη.
Η ζωή κινείται σε πιο αργούς ρυθμούς.
Σε αναμονή της συναυλίας
στο Κύτταρο την Πέμπτη
3 Απριλίου και των επόμενων κυκλοφοριών σου. Στον χρόνο τους, βέβαια.
Ελπίζω να μην περάσουν
δέκα χρόνια!
Δε σε εξαναγκάζουν κάποια
συνθήκη ή κάποιο συμβόλαιο.
Έχω ακόμη αυτό το
προνόμιο, να μη με αναγκάζει κάποιος να κάνω κάτι. Μακροπρόθεσμους στόχους δε
βάζω, όπως προείπα.
Βραχυπρόθεσμους, παρέα με
ανθρώπους αγαπημένους και κοντινούς.
Να μπορούμε να τα
πίνουμε, να τα λέμε και να παίζουμε μουσική. Αυτός είναι ο στόχος μου.
Ευχαριστώ θερμά
τον Ντίνο Σαδίκη για
την εγκάρδια κουβέντα και για την παραχώρηση της φωτογραφίας
του.
Οι Ντίνος Σαδίκης,
Stournari
Street
Band
(+ Black
Dot)
και Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος εμφανίζονται ζωντανά στη φιλόξενη
σκηνή του Κύτταρο Live Club (Ηπείρου
48 & Αχαρνών, Αθήνα) την Πέμπτη
3 Απριλίου.
Οι πόρτες ανοίγουν
στις 20:30.