Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Smag På Dig Selv: «Η μουσική μας ακούγεται σαν να είναι έτοιμη να καταρρεύσει συνεχώς»

 

Smag På Dig Selv (Φωτογραφία: Stefan Klapko)

Συνδυάζοντας ευφορικά τη φρι τζαζ, το πανκ, το χιπ-χοπ και την ακτιβιστική ποίηση, το δανέζικο τρίο Smag På Dig Selv είναι ένα από τα πιο εκρηκτικά μουσικά σχήματα των καιρών μας.

Μια συζήτηση μαζί του ενόψει των ζωντανών εμφανίσεών του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 6 και 7 Μαΐου, αντίστοιχα.

«Η μουσική είναι ένα υποκατάστατο του ηλιακού φωτός. Γι αυτό, όσο πιο βόρεια πηγαίνεις, τόσο πιο έντονη γίνεται η μουσική», είχε δηλώσει κάποτε ο Paul Bley.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η μουσική σας είναι -τουλάχιστον- έντονη, συμμερίζεστε την προσέγγισή του; Και αν ναι, γιατί;

Χαχά, είναι μια καλή φράση, αλλά διαφωνούμε.

Συνθέτουμε μεγάλο μέρος της μουσικής μας επιτόπου, σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της μουσικής που δημιουργείται σήμερα, η οποία παράγεται σε μεγάλο βαθμό. Και αυτά είναι δύο διαφορετικά μέρη από τα οποία μπορεί κάποιος να συνθέσει.

Δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στην ενέργεια και σε αυτό που νιώθεις όταν ανακαλύπτεις τη μουσική παίζοντάς την. Επίσης, έχοντας ένα σχήμα μόνο δύο σαξοφωνιστών και ενός ντράμερ, γράφουμε τους ρόλους αρκετά έντονα για να γεμίσουμε τον χώρο.

Η Freetown Christiania είναι η γειτονιά της Κοπεγχάγης όπου μεγάλωσαν ο Albert και ο Thorbjørn και όπου εξακολουθούν να ζουν μέλη και των δύο οικογενειών τους.

Προφανές ερώτημα: με ποιους τρόπους σάς έχει στρέψει η ενηλικίωσή σας στην Christiania στη μουσική;

Τόσοι πολλοί μουσικοί έχουν περάσει από την Christiania! Αυτό σημαίνει πως έρχεσαι σε επαφή με τόσους σπουδαίους μουσικούς απλώς και μόνο υπάρχοντας εκεί.

Υπάρχουν περίπου 1.000 άνθρωποι οι οποίοι ζουν στην Christiania με 9 χώρους εκδηλώσεων.

Επίσης, υπάρχει η τζαζ, η πανκ, η σάμπα, το χιπ-χοπ, κ.λπ., οπότε μας έχουν επηρεάσει με τον τρόπο που εμπνεόμαστε από τα πάντα και δεν περιοριζόμαστε σε ένα είδος.

Επιπλέον, ποιο είναι το σημείο όπου η (φρι) τζαζ, το πανκ και το χιπ-χοπ, τα οποία με τόση αγάπη συνδυάζετε, συγκλίνουν; Ίσως το ριζοσπαστικό κοινωνικοπολιτικό και πολιτιστικό τους πνεύμα;

Είναι απλώς τα είδη που μας αρέσουν, αλλά ναι, ίσως έχεις δίκιο και μας αρέσουν λόγω του ριζοσπαστικού κοινωνικοπολιτικού και πολιτισμικού πνεύματος που κουβαλάνε.

Υποθέτω ότι η Christiania έχει πλέον πάψει να είναι το αναρχικό/underground καταφύγιο που ήταν κάποτε - όπως συμβαίνει (δυστυχώς) με σχεδόν όλα τα κοινωνικοπολιτικά πειράματα αυτού του είδους.

Πώς θα περιγράφατε την τωρινή της κατάσταση, ειδικά από πολιτισμικής άποψης;

Όπως σε κάθε άλλη γειτονιά αυτού του είδους, η κυβέρνηση έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για να την κανονικοποιήσει και αυτή τη στιγμή έχει κερδίσει πολλά.

Σε αυτό που κάποτε ήταν η παλιά οδός Pusher ανοίγει ένα εστιατόριο με στρείδια, κάτι που αποτελεί αρκετά ξεκάθαρη δήλωση.

Πολιτισμικά βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια μιας νέας εποχής.

Μερικοί από τους νέους και τους καλλιτέχνες από το εξωτερικό έχουν αρχίσει να έρχονται και να δημιουργούν πράγματα μέσα στην κοινότητα.

Πριν, μεγάλο μέρος της κοινωνίας ήταν απομονωμένο με έναν τρόπο εξαιτίας του οποίου ήταν αρκετά δύσκολο για κάποιον που βρισκόταν εκτός κοινότητας να εισέλθει.

Τώρα, οι συλλογικότητες στην Freetown Christiania έχουν αναγκαστεί να ανοίξουν περισσότερο για να συγκεντρώσουν κοινό απέξω.

Τον Απρίλιο του 2024 κυκλοφορήσατε το ντεμπούτο άλμπουμ σας, SPDS, το οποίο έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς και σας εκτόξευσε στο μέινστριμ.

Για ένα συγκρότημα που γεννήθηκε στο (μουσικό) περιθώριο της δανέζικης κοινωνίας, πώς βιώσατε τη φήμη;

Πήραμε μόνο μια μικρή γεύση. Αλλά συνειδητοποιήσαμε πόσο δύσκολο πρέπει να είναι να είσαι πραγματικά παγκοσμίως διάσημος. Και να μην μπορείς να πας πουθενά όπου οι άνθρωποι δεν έχουν μια ιδέα από πρώτο χέρι για το ποιος είσαι.

Μπορείς να αρχίσεις να αμφισβητείς την ατζέντα των ανθρώπων όταν σου μιλούν, κάτι το οποίο σίγουρα δεν είναι ωραίο συναίσθημα.

Έχετε γίνει επίσης διάσημοι για τη χρήση των σκανδιναβικών λαρυγγισμών και τις ακτιβιστικές ποιητικές αναγνώσεις επί σκηνής.

Οι λαρυγγισμοί είναι μια πολύ ιδιαίτερη μορφή έκφρασης, πιθανώς μια επίκτητη προτίμηση. Ή μήπως όχι; Είναι κάτι που λειτουργεί ενστικτωδώς για εσάς;

Χαχά, ναι, τόσο η ποίηση slam όσο και οι λαρυγγισμοί είναι ένα επίκτητο γούστο. Όντας δύο σαξοφωνίστες και ένας ντράμερ, απλώς χρησιμοποιούμε όλα τα πιθανά ταλέντα μας για να δημιουργήσουμε ποικιλία στο σετ.

Αλλά ναι, σπάνια πιστεύουμε ότι αυτό λειτουργεί για άλλα συγκροτήματα. Κατά κάποιον τρόπο, ο κόσμος δέχεται να το κάνουμε.

Και το δέχεται, επειδή το κάνουμε και με κάποιο είδος ειρωνείας απέναντι στις χιλιάδες λευκές πνευματικές μπάντες που τα μέλη τους έχουν τζίβες, φοράνε ξεβαμμένα παντελόνια και παίζουν φάλτσους σκοπούς.  

Όσο για την εισαγωγή της ποίησης στις συναυλίες σας, από πού προήλθε αυτή η ανάγκη; Είναι, κατά τη γνώμη σας, η ποίηση δυνητικά απελευθερωτική; Τι είδους ποίηση ή ποιητές προτιμάτε να διαβάζετε, γενικά;

Η ποίηση είναι ένα εργαλείο για να έχουμε στίχους και κείμενο στο σετ μας, καθώς είμαστε μια ορχηστρική μπάντα. Και είναι ένα εργαλείο για να εκφράσουμε αυτό το οποίο εννοούμε και να χρησιμοποιήσουμε την πλατφόρμα μας πολιτικά.

Θαυμάζουμε έναν ποιητή που ονομάζεται Lars Skinnebach και τον τρόπο γραφής του.

Είστε ένα πολιτικοποιημένο συγκρότημα.

Ποια είναι η άποψή σας για την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στις σκανδιναβικές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Δανίας), οι οποίες από προπύργια της σοσιαλδημοκρατίας σταδιακά μετατρέπονται σε αυταρχικά κράτη;

Χαχά, αυτήν τη στιγμή κάνουμε αίτηση για βίζα για τις Η.Π.Α., οπότε πρέπει να προσέχουμε πώς εκφραζόμαστε.

Κατά τη γνώμη μας, ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά σοσιαλδημοκρατία στις σκανδιναβικές χώρες, όταν η οικονομία που θεμελίωσε την κοινωνική πρόνοια ήταν για λογαριασμό των δεινών του παγκόσμιου Νότου.

Όταν η οικονομία απειλείται, οι μηχανισμοί απλώς δείχνουν πιο ανοιχτά αυτό που ανέκαθεν ήταν μια νεοαποικιακή ιμπεριαλιστική δομή.

Ο ρατσισμός έχει επίσης κανονικοποιηθεί περισσότερο, έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα στα κεντρώα κόμματα να μιλούν πιο ανοιχτά και να χρησιμοποιούν σκληρότερη ρητορική.

Κυριολεκτικά έπεσα πάνω στη συναυλία σας στην Αθήνα πέρσι, φεύγοντας από μια άλλη συναυλία στην ίδια περιοχή, δελεασμένος από το φαινομενικά ασυνάρτητο, αλλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο καλά δομημένο μουσικό χάος σας.

Σε ποιον βαθμό σάς καθοδηγεί μια χαοτική παρόρμηση και πότε εισέρχεται στο προσκήνιο η ανάγκη για δομή;

Είμαστε πολύ χαοτικοί από τη φύση μας και υπάρχουμε καλά μέσα σε αυτήν την ενέργεια, οπότε τα σετ μας είναι πολύ δομημένα επειδή το χρειαζόμαστε αυτό για να μην καταλήξουμε σε πλήρες μουσικό χάος.

Πολλές μπάντες στις μέρες μας ακούγονται τόσο «καθαρές», και η μουσική μας ακούγεται σαν να είναι σχεδόν έτοιμη να καταρρεύσει συνεχώς και αυτό είναι το οποίο δημιουργεί την ενέργεια.

Κατά μία έννοια, ο κόσμος μάς επευφημεί να τα καταφέρουμε στο τέλος, σαν να βλέπουν ένα θρίλερ όπου όλη η ταινία είναι μια καταδίωξη με αυτοκίνητα.

Και τι θυμάστε περισσότερο από εκείνη την υπέροχη αθηναϊκή νύχτα;

Υπήρχε τόσος πολύς κόσμος στη συναυλία μας και συνδεθήκαμε τόσο καλά με τους ανθρώπους εκεί! Φαίνεται ότι η νεολαία της Αθήνας είναι εξ ορισμού πολιτική, επειδή αναγκάζεται να πάρει θέση σε νεαρή ηλικία.

Και έχετε επίσης τις ρίζες της βαλκανικής μουσικής κάπου, οπότε είναι πάντα υπέροχο να ερχόμαστε στην Αθήνα και στην Ελλάδα, γενικότερα!

Ευχαριστώ θερμά την Kat Jarby (Kaja Management), μάνατζερ του γκρουπ, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Οι Smag På Dig Selv εμφανίζονται ζωντανά στην Αθήνα την Τετάρτη 6 Μαΐου στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) και στη Θεσσαλονίκη την Πέμπτη 7 Μαΐου στο Soul (26ης Οκτωβρίου 104).

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30.



Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Maruja: Το post-punk συναντά τη free jazz στο Gazarte την Παρασκευή 24 Απριλίου

 

Maruja (Φωτογραφία: Αργύρης Λιόσης)

«Γεννημένοι από έναν τόπο πνευματικότητας και διαμαρτυρίας», όπου το post-punk συναντά τη free jazz σε ένα ραπ υπόστρωμα με στίχους κοφτούς και πολιτικοποιημένους, οι Βρετανοί Maruja είναι μια μπάντα χαρισματική.

Αποτελούμενοι από τους Matt Buonaccorsi (μπάσο), Joe Carroll (σαξόφωνο), Jacob Hayes (ντραμς) και Harry Wilkinson (φωνητικά και κιθάρα), σχηματίζονται στο Μάντσεστερ το 2014.

Μετά από μια σειρά εξαιρετικά επιτυχημένων EPs, κυκλοφορούν το 2025 το πρώτο τους άλμπουμ, Pain to Ρower, ένα από τα πιο εκρηκτικά και ολοκληρωμένα ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων.

«Κάνε τον πόνο δύναμη, εμπιστεύσου την αγάπη/ Να είσαι σταθερός με τον εαυτό σου, βάλε εμπιστοσύνη/ Να είσαι δυο φορές ο ωκεανός, δυο φορές η στεριά/ Να είσαι δυο φορές το νερό για τους γιους και τις κόρες σου», μάς ενθαρρύνουν στο Look down on us.

«Είναι οι διαφορές μας οι οποίες μάς κάνουν όμορφες/όμορφους», γιορτάζουν στο Saoirse. Και μάλλον δεν πρόκειται για μια (νέο)φιλελεύθερη πομφόλυγα, αλλά για μια υπαρξιακά βιωμένη παραδοχή από πλευράς τους.

«Ετούτη η ζωή είναι προσωρινή, γιατί αγκιστρώνεσαι στη νιότη; / Τα αντικείμενα σε βαραίνουν, δεν μπορείς να εγκαταλείψεις ό,τι είναι καινούριο/ Η επικοινωνία εμπνέει ελπίδα, η ταπεινοφροσύνη ελέγχει την περηφάνεια σου/ Δε χρειάζεται να φοράς μάσκες», επισημαίνουν στο Born to die.

«Η αλληλεγγύη δεν είναι ποτέ άπιαστη», ελπίζουν στο Trenches.

Το Zaytoun -άλλη μια σύνθεση από το Pain to Power- ως λέξη στα αραβικά σημαίνει τόσο το ελιόδεντρο όσο και την ελιά ως καρπό.

Ταυτόχρονα, στο Look down on us τραγουδούν, «Υπάρχει γενοκτονία σε αφθονία, όλες/όλοι στρέψαμε το βλέμμα μας από την άλλη», υπαινισσόμενοι την ηθική συνενοχή της Δύσης στη γενοκτονία των Παλαιστίνιων από το ισραηλινό κράτος.

«Πονάει όταν πρέπει να διαλέξεις/ Το μικρότερο από τα δυο κακά, οποιοδήποτε θα αποδείξει/ Πως κοινωνικά είμαστε απαθείς, τι απέμεινε να χάσουμε; / Ακόμα φοβόμαστε όσα αγαπάμε, κι αυτή είναι η σκληρή αλήθεια», μάς προσγειώνουν στο  Bloodsport.

Σκληρές αλήθειες, καταιγιστικούς χορευτικούς ρυθμούς και μια ενδόμυχη αισιοδοξία για έναν κόσμο πέρα από την αφομοίωση, την υποταγή και το κέρδος, θα μοιραστούν για άλλη μια φορά οι Maruja την Παρασκευή 24 Απριλίου στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

The Necks: «Είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί»

 

The Necks (Φωτογραφία: Dawid Laskowski)

Το αυστραλιανό τρίο The Necks, ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα της σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής μουσικής, επιστρέφει στην Αθήνα για μια διήμερη residency την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου.

Ενόψει του απρόβλεπτου συναυλιακού δρωμένου, συνομιλούμε με δύο από τα μέλη του γκρουπ, τους Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Στο πρωτοποριακό της δοκίμιο του 1967, Η αισθητική της σιωπής, η Σούζαν Σόνταγκ έγραφε: «Η ιστορία της τέχνης είναι μια ακολουθία πετυχημένων παραβάσεων».

Ως συγκρότημα που συνειδητά -αν όχι «καταστατικά»- αψηφά την κατηγοριοποίηση, πόσο αντιπαραθετική είναι η σχέση σας με τις ορθοδοξίες/δόγματα - καλλιτεχνικής, μουσικής, πολιτικής ή άλλης φύσης;

Lloyd Swanton: Νομίζω ότι είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί.

Μου αρέσει να πιστεύω πως έχουμε οδηγήσει τους ανθρώπους να αλλάξουν διακριτικά την αντίληψή τους για τον ηχητικό κόσμο γύρω μας και έχουμε διευρύνει τη σκέψη τους στην κατεύθυνση μιας πιο εμβυθιστικής συναυλιακής εμπειρίας.

Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι το έχουμε κάνει σαγηνευτικά, με καλλιτεχνικούς τρόπους.

Tony Buck: Δε νομίζω πως όταν σχηματίσαμε το συγκρότημα ή αναπτύξαμε τον τρόπο με τον οποίο παίζουμε, προσπαθούσαμε συνειδητά να κάνουμε κάτι. Απλώς ακολουθούσαμε τη διαίσθησή μας.

Προσωπικά, δεν έχω ποτέ προσπαθήσει συνειδητά να σκεφτώ κατηγορίες όταν συνθέτω μουσική.

Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, το έργο σας περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο, τον οποίο ως επί το πλείστον εκτείνετε στα απώτατα (αφηγηματικά) όριά του.

Σε μια εποχή που, σύμφωνα με την κυρίαρχη καπιταλιστική ηθική, «ο χρόνος είναι χρήμα», πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε τον χρόνο, ιδίως σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από την κυκλοφορία του πρώτου σας ηχογραφημένου έργου, Sex;

L.S.: Παράξενο που το ρωτάς αυτό! Αυτήν τη στιγμή διαβάζω το βιβλίο The Clock Mirage: Our Myth of Measured Time του μαθηματικού Joseph Mazur, σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.

Ειλικρινά, μεγάλο μέρος του αποτελείται από μαθηματικές και επιστημονικές έννοιες οι οποίες μου διαφεύγουν κατά πολύ.

Καθώς, όμως, το διαβάζω, έχω μεγάλη επίγνωση τού πώς έχουμε αλλάξει τις αντιλήψεις των ανθρώπων -συμπεριλαμβανομένων των δικών μας αντιλήψεων- για το πέρασμα του χρόνου.

Νομίζω ότι έχουμε επίσης καταφέρει να προσφέρουμε μια εναλλακτική λύση στην ηθική «ο χρόνος είναι χρήμα» που αναφέρεις, η οποία διέπει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της μουσικής βιομηχανίας.

Στα χαρτιά, δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα εμπορικό και προωθήσιμο σε ένα συγκρότημα που ηχογραφεί μεμονωμένα κομμάτια διάρκειας μίας και πλέον ώρας, δεν παίζει ποτέ τις «επιτυχίες» του σε συναυλίες, στην πραγματικότητα παίζει κομμάτια εντελώς αυτοσχέδια, άρα εντελώς απρόβλεπτα, και πάλι, συχνά διάρκειας περίπου μίας ώρας.

Αλλά, με κάποιο τρόπο, έχουμε υπάρξει μετριοπαθώς πετυχημένοι κάνοντας ακριβώς αυτό!

T.B.: Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουμε κουβεντιάσει γι’ αυτό τόσο πολύ ως ομάδα, αλλά προσπαθώ να παίξω με την ψυχολογική αντίληψη των ανθρώπων για αυτό που ακούν, για πόσο καιρό το ακούν και από πού αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στη μουσική.

Αυτό φαίνεται να έχει επίδραση στην αντίληψη των ανθρώπων για το πέρασμα του χρόνου, γεγονός το οποίο μπορεί να τους κάνει να διολισθήσουν σε μια εναλλακτική αίσθηση αντίληψης με κάθε είδους τρόπους.

Αισθάνομαι πως η συγκεκριμένη συνθήκη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν βυθισμένοι στον ήχο και την ενέργεια μέσα στο δωμάτιο - σαν μια στοχαστική, αλλά εξαιρετικά άγρυπνη αίσθηση του χρόνου και του χώρου.

Το άλμπουμ Sex περιλαμβάνει ένα κομμάτι διάρκειας λίγο κάτω από μία ώρα που ερμηνεύουν και τα τρία μέλη των The Necks, οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν πάνω σε ένα μοτίβο δύο μέτρων. Γιατί του δώσατε αυτόν τον συγκεκριμένο τίτλο;

LS: Η απάντηση είναι πολύ πεζή, δυστυχώς! Δουλεύαμε πάνω στο κομμάτι για αρκετές μέρες και ο μηχανικός ηχογράφησης, ο Michael Webster, θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να βάλει ετικέτα στο κουτί όπου ήταν αποθηκευμένη η κασέτα δύο ιντσών.

Είπε: «Λοιπόν, πώς θα ονομάσουμε αυτό το κομμάτι;». Ένας από εμάς -δε θυμάμαι καν ποιος- απάντησε με αδιάφορο ύφος: «Aπλά πείτε το ‘Sex».

Έτσι λοιπόν, αυτός έγινε ο προσωρινός τίτλος του, κι όμως συνηθίσαμε τόσο πολύ να το ονομάζουμε έτσι, που καθώς διαμορφωνόταν, απλά δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε όταν έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση για τον τίτλο του.

Παραμένει ακόμα η κυκλοφορία μας με τις περισσότερες πωλήσεις κατά πολύ.

Δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι -δεδομένου ότι δεν προσφέρουμε ηχητικά δείγματα, επειδή δεν υπάρχει τρόπος ένα σύντομο απόσπασμα να μεταφέρει το πραγματικό νόημα του να ακούς πώς ξεδιπλώνονται τα κομμάτια μας- ότι οι υποψήφιοι πελάτες απλώς επιλέγουν τον τίτλο που ο οποίος τους κάνει την πιο έντονη εντύπωση!

Το Aether, το όγδοο άλμπουμ σας,  που το 2012 προστέθηκε στο μητρώο του National Film and Sound Archive’s Sounds of Australia, είναι η πρώτη ηχογράφηση του 21ου αιώνα η οποία συμπεριλήφθηκε σε αυτό.

Πώς νιώθετε για την αναγνώριση από θεσμικούς φορείς;

L.S.: Δεν είναι αυτός ο λόγος που παίζουμε τη μουσική μας, αλλά είναι πάντα εξαιρετικά ικανοποιητικό να αναγνωρίζεσαι επίσημα.

Δεν υπήρξε ποτέ δύσκολο για εμάς.

Όλο το σαραντάχρονο ταξίδι ήταν απλώς χαρούμενο και ικανοποιητικό, αλλά εξακολουθούμε να βιώνουμε ένα πολύ ωραίο συναίσθημα όταν λαμβάνουμε κάποιο είδος αναγνώρισης για τη μοναδικότητα αυτού το οποίο έχουμε δημιουργήσει.

Το Aether είναι ένα από τα αγαπημένα μου, οπότε χάρηκα ιδιαίτερα που επιλέχτηκε να συμπεριληφθεί αυτή η κυκλοφορία στο μητρώο, από όλα τα άλμπουμ μας.

Το Mindset είναι το πρώτο σας άλμπουμ το οποίο κυκλοφορεί σε βινύλιο. Τι βρίσκετε πιο ενδιαφέρον και τι λιγότερο συναρπαστικό στις διαφορετικές μορφές που χρησιμοποιείτε περιστασιακά - από CD σε βινύλιο και σε mp3;

L.S.: Είμαι εντελώς λάτρης των CD.

Δεν μπορώ να ενθουσιαστώ καθόλου με την ψηφιακή τεχνολογία και το streaming, αν και για τη δουλειά, προφανώς πρέπει να χρησιμοποιώ πολύ την ψηφιακή τεχνολογία. Είναι πολύ βολικό, αλλά μέχρι εκεί φτάνει η έλξη για μένα.

Εξακολουθώ να λατρεύω τους όμορφους δίσκους LP σε gatefold μορφή. 

Είναι ένα απίστευτο πολιτιστικό αντικείμενο, αλλά στα 65 μου χρόνια ΜΙΣΩ που πρέπει να μεταφέρω βαριά κουτιά με αυτούς σε όλο τον κόσμο για να τους πουλήσω σε συναυλίες!

Νομίζω ότι το CD έχει εξαιρετική μορφή. Υπέροχος ήχος, και παρόλο που δεν είναι τόσο «άλμπουμ» όσο ένας 12ιντσος δίσκος LP, δεν παύει να είναι αντικείμενο.

Και ένα CD με κάποια παράξενα όμορφη μουσική είναι κάτι το οποίο μπορεί να σου δωρίσει ο παράξενος θείος σου (δηλαδή εγώ) για τα γενέθλιά σου.

Ποιος θέλει έναν download code για τα γενέθλιά του, ανεξάρτητα από το τι υπέροχη μουσική συνεπάγεται;

T.B.: Μερικές φορές τα κομμάτια καταλήγουν να είναι πιο κατάλληλα για το ένα μέσο από το άλλο, συνήθως με βάση το πόσο μεγάλα ή σύντομα είναι.

Έχοντας πει αυτό, υπάρχει ένα είδος εμπορικού κινήτρου για την κυκλοφορία βινυλίου στις μέρες μας, και όπως είπε ο Lloyd, η συσκευασία των δίσκων LP είναι από μόνη της ένα πολύ ωραίο, καλλιτεχνικό αντικείμενο.

Όπως ορθώς επισημάνθηκε σε ένα σχόλιο στη σελίδα σας στο Bandcamp, «[Το ‘Unfold’ είναι] σαν ένα πυρετώδες όνειρο, δυσοίωνο αλλά... ελκυστικό».

Πόσο χώρο καταλαμβάνει η διαδικασία του ονείρου στις συλλογικές δημιουργικές σας προσπάθειες;

L.S.: Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όνειρα έχουν κάποια επιρροή, σε υποσυνείδητο επίπεδο.

Τα όνειρα είναι, άλλωστε, ο τρόπος του εγκεφάλου να δοκιμάζει νέες νευρωνικές οδούς με σκοπό την πιθανή χρήση τους στoν ξύπνιο. Ο ύπνος είναι μια ενεργή κατάσταση.

Αλλά, εξ ορισμού, θα ήταν δύσκολο να αποδώσουμε οτιδήποτε συγκεκριμένο στη μουσική μας σε όνειρα που μπορεί να είχαμε δει.

Μόλις σήμερα, στις αναμνήσεις μου στο Facebook εμφανίστηκε μια ανάρτησή μου από πέρσι, όπου έγραφα για ένα όνειρο στο οποίο το αυστραλιανό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο ο οποίος επέτρεπε σε γιους και κόρες των πολιτικών να δαγκώνουν ανθρώπους.

Στο μνημειώδες -όχι μόνο από άποψη διάρκειας- τελευταίο σας άλμπουμ, Disquiet, τονίζεται «η αίσθηση κοινής ευθύνης μεταξύ των μουσικών, στην απόλυτη δέσμευσή τους στον αυτοσχεδιασμό, [και] μεταξύ του έργου και του κοινού του».

Θα θέλατε να σχολιάσετε την έννοια της «κοινής ευθύνης» και επίσης τις πιθανές «απαιτήσεις»/προσδοκίες που μπορεί να έχετε από το κοινό σας;

L.S.: Ίσως αυτό να ήταν κάτι το οποίο σκέφτηκε ένας από τους εκπροσώπους δημοσίων σχέσεων μας, επειδή δε θυμάμαι να το έχουμε πει, αλλά είναι μια καλή ερώτηση.

Νιώθω ότι ως παίκτες έχουμε ευθύνη ο ένας απέναντι στον άλλον να προσφέρουμε δημιουργικές και συναρπαστικές δυνατότητες κάθε βράδυ, για να συνεργαστούμε ο ένας με τον άλλον.

Έχουμε επίσης την ευθύνη να «κουβαλήσουμε» έναν από εμάς αν δεν έχει τόσο καλή βραδιά, και να προσπαθήσουμε να παρέχουμε κάποια πλαίσια που του επιτρέπουν να ακμάσει ανεξάρτητα, ώστε το έργο να εξακολουθεί να αποτελεί καλλιτεχνική επιτυχία.

Όσον αφορά τις απαιτήσεις ή τις προσδοκίες από το κοινό, το μόνο το οποίο ζητάμε είναι βασικός σεβασμός· να βυθίζεται στη μουσική μας χωρίς να διαταράσσει τη ροή της.

T.B.: Το Disquiet περιλαμβάνει τέσσερα κομμάτια τα οποία, ενώ στην πλειονότητά τους βασίστηκαν σε αυτοσχεδιασμούς «στο στούντιο», διαμορφώθηκαν και βελτιστοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της overdubbing και της μίξης.

Στο τέλος, λοιπόν, μοιάζουν περισσότερο με μελετημένα, σμιλεμένα κομμάτια παρά με «ελεύθερα αυτοσχεδιαστικά».

Στις 28 και 28 Απριλίου επιστρέφετε στην Αθήνα για μια διήμερη residency στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στο πλαίσιο της Scenius Series, μετά τη θριαμβευτική προηγούμενη επίσκεψή σας. Τι μπορεί να συμβεί αυτήν τη φορά;

L.S.: Λοιπόν, την πρώτη μας φορά στην Αθήνα, η αίθουσα του Ωδείου ήταν sold out, με πάνω από 600 άτομα στο κοινό, οπότε δεν ξέρω τι να περιμένω τώρα!

T.B.: Η πρώτη μας επίσκεψη στην Αθήνα και η περφόρμανς στην αίθουσα του Ωδείου ήταν μια καταπληκτική εμπειρία, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ήταν η πρώτη μας φορά στη χώρα.

Δε θα προσπαθήσουμε, ωστόσο, να αναδημιουργήσουμε αυτό το θριαμβευτικό γεγονός, κάτι που θα ήταν λάθος.

Θα το προσεγγίσουμε, όπως όλες τις συναυλίες μας, με μια φρέσκια στάση και θα προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε στη νέα κατάσταση με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτό συλλογικό μυαλό!

Ευχαριστώ θερμά τους Lloyd Swanton και Tony Buck για τη συμμετοχή τους στη συνέντευξη.

Οι The Necks είναι οι: Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Οι The Necks εμφανίζονται ζωντανά την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα) στις 21:00, στο πλαίσιο της Scenius Series.