Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Naomi Wallace: «Η αντίσταση είναι σανίδα σωτηρίας για το πνεύμα μας»

 

Naomi Wallace (Φωτογραφία: Gregory Costanzo)

Επτά χαρακτήρες από την Παλαιστίνη, το Ισραήλ και το Ιράκ αναζητούν σύνδεση εν μέσω πολέμου στο θεατρικό έργο Πυρεξία - Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή, σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη.

Ενόψει της ολοκλήρωσης των παραστάσεων την 1η Φεβρουαρίου, συνομιλούμε με την συγγραφέα του έργου, την Βορειοαμερικανίδα Naomi Wallace, μια από τις πλέον ένθερμες φιλοπαλαιστινιακές φωνές διεθνώς.

Το Variety σε έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο πολιτικά αφοσιωμένη θεατρική συγγραφέα της γενιάς [σου]».

Τι σημαίνει το να είσαι «πολιτικά αφοσιωμένη θεατρική συγγραφέας» στις μέρες μας και ποιες είναι οι κύριες ευθύνες σου ως τέτοιας απέναντι στον εαυτό σου, τους αναγνώστες/τις αναγνώστριές σου και τους μαθητές/τις μαθήτριές σου;

Είμαι, όπως όλοι/όλες μας, άρρηκτα συνδεδεμένη με και παγιδευμένη σε ευρύτερα κοινωνικά συστήματα και πολιτικές δυνάμεις.

Στο έργο μου, δε διαχωρίζω τα άτομα, τα σώματά τους, τις επιθυμίες τους, τα κολλήματά τους από τις συνθήκες οι οποίες τα διαμορφώνουν και τα παραμορφώνουν.

Συχνά, αναρωτιέμαι πώς ένας/μία θεατρικός/θεατρική συγγραφέας μπορεί να μην είναι πολιτικά εμπλεκόμενος/-η; Στη σκηνή ασχολείσαι πάντα με την εξουσία και την ανταλλαγή, με άνισες σχέσεις, αλλιώς δε θα υπήρχε δράμα, ούτε ένταση.

Πάντα με ενδιέφερε επίσης το ποιος επιτρέπεται να μιλάει και να καταλαμβάνει χώρο στη σκηνή; Τίνος η αυτονομία παραμένει, όταν τελειώνει η παράσταση. και τι νιώθει και σκέφτεται το κοινό, όταν σβήνουν τα φώτα;

Θα έλεγα ότι δεν έχει να κάνει τόσο με την «ευθύνη» όσο με τη σύνδεση και την ψυχική υγεία.

Πώς μπορούμε να παραμείνουμε λογικοί και ανθρώπινοι σε έναν κόσμο φλεγόμενο από την οικολογική κατάρρευση και τους ρατσιστικούς, ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τον μιλιταρισμό;

Εγώ, και άλλοι «πολιτικά αφοσιωμένοι» συγγραφείς, ενεργούμε ή/και γράφουμε ενάντια σε ό,τι μας υποβαθμίζει, επειδή η αντίσταση είναι σανίδα σωτηρίας για το πνεύμα μας.

Στο έργο σου Πυρεξία- Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή, το οποίο παρουσιάζεται στην Αθήνα σε σκηνοθεσία της Τατιάνα Λύγαρη, επτά χαρακτήρες από την Παλαιστίνη, το Ισραήλ και το Ιράκ αναζητούν σύνδεση εν μέσω πολέμου.

Τι έχει τροφοδοτήσει τη μακροχρόνια ενασχόλησή σου με τη Μέση Ανατολή, τους λαούς της και την τραυματική της Ιστορία, και ιδιαίτερα την υποστήριξη από πλευράς σου της παλαιστινιακής υπόθεσης όλα αυτά τα χρόνια;

Από τότε που ήμουν νεαρή συγγραφέας, ενδιαφερόμουν για την ασυμφωνία μεταξύ των ελευθεριών των Η.Π.Α. στο εσωτερικό και του πολέμου και της καταστολής η οποία επιβάλλεται εναντίον οποιουδήποτε λαού στον κόσμο δε θέτει τις ανάγκες των Η.Π.Α. πάνω απ’ όλα.

Το βλέπουμε τώρα με τη Βενεζουέλα. Πώς τολμά ένας λαός να επιθυμεί να επωφεληθεί από τους δικούς του πόρους;

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός πάντα απασχολούσε τη φαντασία μου - άλλωστε, έχω γίνει μάρτυρας των πολέμων του και έχω πληρώσει γι’ αυτόν μέσω των φόρων μου.

Αλλά, περισσότερο, με εμπνέουν οι άνθρωποι που αντιστέκονται στην αυτοκρατορική ισχύ των Η.Π.Α., που αντιστέκονται στη λεηλασία της γης και των σωμάτων τους.

Αυτό κάνουν οι Παλαιστίνιοι τα τελευταία 70 χρόνια περίπου ενάντια στην παράνομη και βάναυση κατοχή του Ισραήλ.

Αν η αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ συνόδευσε άμεσα τα πρώτα μου χρόνια, ο αγώνας για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης ήταν πάντα μέρος της ζωής της οικογένειάς μου.

Και μου φαίνεται πως όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη και το Ισραήλ μάς λένε πολλά για το τι θα συμβεί σε εμάς τους υπόλοιπους.

Δες τι κάνει τώρα η ICE στις ΗΠΑ. Δες τη συνεχιζόμενη και αναγκαστική φτωχοποίηση των περισσότερων Αμερικανών και την καταστολή της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος στη διαμαρτυρία όσον αφορά την Παλαιστίνη.

Μόλις επισκέφτηκα τα παράνομα κατεχόμενα εδάφη της Δυτικής Όχθης και της ανατολικής Ιερουσαλήμ τον Νοέμβριο για να μιλήσω με τους συναδέλφους μου που κάνουν θέατρο σε μια εποχή γενοκτονίας.

Αυτό που άκουγα ξανά και ξανά ήταν η ερώτηση: «Μπορείτε να το φανταστείτε αυτό;»

«Αυτό», εννοώντας τη γενοκτονία στη Γάζα, την τρομοκρατία των εποίκων στη Δυτική Όχθη, καθώς και τις συνεχείς κατεδαφίσεις σπιτιών και την κατάσχεση γης που ανήκει σε Παλαιστίνιους.

Αυτός είναι ο στόχος: να προσπαθήσουμε να φανταστούμε, να αφηγηθούμε και να αναπαραστήσουμε αυτό το οποίο για εμάς είναι αδιανόητο, αλλά αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα για τους Παλαιστίνιους.

Το έργο σου ταλαντεύεται ανάμεσα στον ρεαλισμό και ένα (πυρετώδες) όνειρο και χρησιμοποιεί μια γλώσσα ταυτόχρονα σύγχρονη και βαθιά ποιητική.

Κατά τη γνώμη σου, επιτυγχάνουμε -είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες/αναγνώστριες- καθαρότητα όρασης σε μια πυρετώδη κατάσταση;

Λοιπόν, η φαντασία είναι συχνά «πυρετώδης», έτσι δεν είναι; Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πολύ παραγωγικό, ακόμη και προκλητικό, στην εξόρυξη αυτής της έντασης μεταξύ του σουρεαλιστικού και του ρεαλιστικού.

Πάντα έχω κατά νου την έννοια της «ανοικείωσης» του Μπρεχτ, όταν γράφω - της μετατροπής του οικείου σε κάτι άλλο, προκειμένου να έρθουν στο προσκήνιο οι κοινωνικές σχέσεις.

Η ανοικείωση είναι ένα είδος πυρετώδους κατάστασης, μια επαυξημένη πραγματικότητα.

Ο τίτλος του έργου είναι δανεισμένος από έναν στίχο του T.Σ. Έλιοτ. Πώς συνδέεσαι με τον Έλιοτ και με την ποίηση, γενικότερα;

Ειδικά στην Έρημη Χώρα, βρίσκω τον Έλιοτ να κάνει κάτι παρόμοιο με τα πολιτισμικά του ερείπια και τους υπνωτιστικούς ρυθμούς του. Δεν μπορούμε να προσγειωθούμε πουθενά επειδή είμαστε πάντα σε εγρήγορση.

Δε θεωρώ απαραιτήτως το έργο μου ιδιαίτερα ποιητικό. Δίνω προσοχή στη γλώσσα και στις λέξεις, εντός και εκτός των συμφραζομένων.

Αλλά έτσι ακούω τους ανθρώπους να μιλάνε. Αυτά άκουγα μεγαλώνοντας στο Κεντάκι. Αυτό το μείγμα γλώσσας για το οποίο μιλάς είναι αυτό που ακούω στο κεφάλι μου.

Ο αυξανόμενος αυταρχισμός στη Δύση συμβαδίζει με την αυξανόμενη ισλαμοφοβία, την υιοθέτηση ηθικών διπλών στανταρ όσον αφορά το Ισραήλ/Παλαιστίνη και την ποινικοποίηση/δίωξη (φιλο)παλαιστινιακών φωνών.

Γιατί;

Οι παλαιστινιακές φωνές και όσοι/όσες υποστηρίζουν τον παλαιστινιακό αγώνα για ελευθερία έχουν λογοκριθεί εδώ και δεκαετίες, ειδικά στις Η.Π.Α.

Ο Έντουαρντ Σαΐντ έγραψε ένα διάσημο άρθρο το 1984 με τίτλο Άδεια αφήγησης σχετικά με την καταστολή οποιασδήποτε ιστορίας για τους Παλαιστίνιους (στην προκειμένη περίπτωση την εισβολή στον Λίβανο το 1982), η οποία αντιτάσσεται στην αμερικανο-ισραηλινή εκδοχή.

Κάποτε, κατηγορήθηκα από ένα μεγάλο αμερικανικό θέατρο ότι έγραψα ένα θεατρικό έργο «το οποίο επεδείκνυε συμπάθεια προς τους τρομοκράτες». Γιατί;

Απλώς και μόνο επειδή παρουσιάζονταν στη σκηνή Παλαιστίνιοι χαρακτήρες που αντιστάθηκαν στην Κατοχή με λόγια και ένα ανεμόπτερο, για να σπάσουν το Τείχος του Διαχωρισμού!

Αυτό, λοιπόν, δεν είναι κάτι καινούργιο.

Ο χαρισματικός Παλαιστίνιος-Αμερικανός συγγραφέας Ismail Khalidi έχει υποστεί επανειλημμένη λογοκρισία στο σημαντικό έργο του.

Ο χαρακτηρισμός της Palestine Action στη Μεγάλη Βρετανία ως «τρομοκρατικής» οργάνωσης αποτελεί μια πολύ επικίνδυνη κλιμάκωση αυτής της τάσης.

Ποιος, κατά τη γνώμη σου, είναι ο αντίκτυπος της ποινικοποίησης του κινήματος αλληλεγγύης προς τους Παλαιστίνιους και της πολιτικής διαφωνίας γενικότερα στην ποιότητα των πολιτικών ελευθεριών στη Μεγάλη Βρετανία;

Όσο για τον χαρακτηρισμό της Palestine Action ως «τρομοκρατικής» ομάδας από τη βρετανική κυβέρνηση, νομίζω ότι αυτό καταδεικνύει δύο πράγματα πολύ ξεκάθαρα.

Κατ’ αρχάς, βανδαλίζοντας στρατιωτικό εξοπλισμό και περιουσία που χρησιμοποιείται για τον εξοπλισμό του Ισραήλ, η Palestine Action αποδείχθηκε πολύ επιτυχημένη στο να εφιστήσει την προσοχή στη συνενοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στη γενοκτονία.

Δεύτερον, δείχνει ότι η φιλοϊσραηλινή κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου χάνει τον έλεγχο της αφήγησής της, πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι στη χώρα και σε όλο τον κόσμο συνειδητοποιούν ότι το ισραηλινό κράτος, εξοπλισμένο σχεδόν αποκλειστικά από τις Η.Π.Α., είναι ένα κράτος που διαπράττει γενοκτονική τρομοκρατία εναντίον των αυτοχθόνων της περιοχής. Κι αυτό πρέπει να σταματήσει.

Όσο ανατριχιαστική κι αν είναι η ποινικοποίηση και ένα κάλεσμα αφύπνισης για όποιον πιστεύει στη δημοκρατία και τα πολιτικά δικαιώματα (καθώς και στο διεθνές δίκαιο!), οι μαζικές συλλήψεις διαδηλωτών που «υποστηρίζουν την Palestine Action» και οι συνεχιζόμενες φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις δείχνουν πως η κυβέρνηση αποτυγχάνει.

Tι θα περιλάβανε μια «ενημερωμένη» εκδοχή της Πυρεξίας το 2026, σε μια περίοδο όπου, παρά τη λεγόμενη «εκεχειρία» -ήδη παραβιασμένη από το Ισραήλ περισσότερες από χίλιες φορές-, η γενοκτονία των Παλαιστινίων συνεχίζεται;

Δεν πιστεύω πραγματικά στην ιδέα ενός «ενημερωμένου» θεατρικού έργου. Το κοινό είναι πολύ έξυπνο. Δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Μπορεί να παρακολουθήσει την Πυρεξία και να κάνει τις δικές του συνδέσεις και ενημερώσεις στο μυαλό του.

Και φυσικά, η Πυρεξία είναι μέρος μιας ιστορίας που τώρα επεκτείνεται σε ένα πιο πρόσφατο θεατρικό έργο, γραμμένο με τον Ismail Khalidi, με τίτλο Οράματα από το κέντρο της γης για τη γενοκτονία στη Γάζα.

Αυτό το έργο αποτελεί ανάθεση το θεάτρου «ASHTAR» στη Ραμάλα και έκανε πρεμιέρα στα αραβικά στη Δυτική Όχθη το 2024.

Όσο για την εκεχειρία, το Ισραήλ δεν την έχει τηρήσει με κανέναν τρόπο, σε αντίθεση με τις αντιστασιακές ομάδες στη Γάζα, οι οποίες το έχουν κάνει. Ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να βομβαρδίζει και να λιμοκτονεί τους κατοίκους της Γάζας.

Και το πληρώνουμε εμείς. Το πληρώνει και η Ελλάδα, επιτρέποντας στην ισραηλινή αεροπορία να επιδίδεται σε βομβαρδισμούς πάνω από τον εναέριο χώρο της, μέσω στρατιωτικής συνεργασίας και επενδύσεων.

Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτήν τη θανάσιμη υποστήριξη από τις κυβερνήσεις μας.

Αν με ρωτήσεις, δε βλέπω καμία διέξοδο στον πόλεμο εναντίον των Παλαιστινίων (στην πραγματικότητα δεν υπάρχει «σύγκρουση»). Μια μαζική κινητοποίηση από τα «κάτω» στη Δύση και στην Ανατολή ίσως να βοηθούσε.

Εσύ, τι πιστεύεις;

Νομίζω ότι πολύ συχνά κάνουμε τους εαυτούς μας να νιώθουν ανίσχυροι στην προσπάθειά μας να δούμε το «τέλος» της αυτοκρατορίας, το τέλος του αποικιακού καθεστώτος των εποίκων.

Μερικές φορές είναι σαν να λαχταράμε μια εγγύηση πως μπορούμε να «νικήσουμε» ενάντια στις δυνάμεις κατοχής, του πολέμου και της εξαθλίωσης της πλειοψηφίας. Ενάντια στην καταστροφή του πλανήτη μας.

Αλλά αναλαμβάνουμε δράση, νομίζω, όχι επειδή μπορούμε να είμαστε σίγουροι και σίγουρες ότι θα πετύχουμε, αλλά επειδή η αλληλεγγύη και η αντίσταση είναι οι καλύτερές μας ποιότητες.

Πρέπει να αξιοποιήσουμε τη φυσική μας τάση να στεκόμαστε στο πλευρό των άλλων, να γνωρίζουμε πως δεν είμαστε μόνοι/μόνες, ούτε καν πραγματικά «άτομα», αλλά μάλλον τόσο βαθιά συνδεδεμένοι/-ες μεταξύ μας που χωρίς αυτήν τη σύνδεση, δεν υπάρχουμε πραγματικά.

Ίσως λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η αντίσταση, είτε μέσω του θεάτρου είτε με άλλα μέσα, είναι ο τρόπος με τον οποίο επιτρέπουμε την πλήρη άνθηση της ύπαρξής μας;

Ευχαριστώ θερμά την Samara Wash για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την Naomi Wallace για την άμεση ανταπόκριση, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Η παράσταση Πυρεξία- Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή, σε κείμενο της Naomi Wallace και σκηνοθεσία της Τατιάνας Λύγαρη, παρουσιάζεται μέχρι την 1η Φεβρουαρίου στην Αμαξοστοιχία-Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ (Σιδηροδρομικός & Προαστιακός Σταθμός Ρουφ, επί της Λεωφόρου. Κωνσταντινουπόλεως).



Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Σοφία Φωτεινάκη: «Χρειάζεται να μιλήσουμε με απλότητα για τις ψυχικές διαταραχές»

 


Η ψυχική ασθένεια, και συγκεκριμένα η διπολική διαταραχή, βρίσκεται στον πυρήνα της θεατρικής παράστασης Αφήνω ανοιχτά, η οποία συνεχίζεται για δύο ακόμα Κυριακές (18 και 25 Ιανουαρίου) στον Τεχνοχώρο «Φάμπρικα».

Συνομιλώντας με την Σοφία Φωτεινάκη, υπεύθυνη για τη σύλληψη, το κείμενο και τη σκηνοθεσία της παράστασης, σε παραγωγή της θεατρικής ομάδας «Γκάνμπατε».

Είσαι εκ των ιδρυτικών μελών της θεατρικής ομάδας «Γκάνμπατε», η οποία δημιουργήθηκε το 2023.

Θα ήθελες κατ’ αρχάς να μου μιλήσεις για τα οράματα και τους στόχους της ομάδας, εν μέσω μιας ζόρικης κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής, αλλά και θεατρικής πραγματικότητας - εγχώριας και διεθνούς;

Τα οράματα και οι στόχοι της ομάδας «Γκάνμπατε» είναι να μπορεί να υπάρχει έκφραση συναισθημάτων και δημιουργικότητα μέσα από το θέατρο.

Σαφώς, επειδή διανύουμε δύσκολες εποχές στην οικονομία, στην κοινωνία, στην πολιτική, θα θέλαμε να μιλήσουμε αυτήν την εποχή και για αυτήν τη δυσάρεστη πραγματικότητα.

Η τέχνη πάντα βοηθάει στο να πούμε κάτι πιο απλά και χωρίς κανέναν εκβιασμό.

Τέλος, το κοινωνικό μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε είναι να μπορούμε όλοι να συνυπάρχουμε, έστω και μέσα από το θέατρο. Η αποδοχή του εαυτού μας, και κατ’ επέκταση της κοινωνίας, είναι για εμάς η κύρια ανάγκη.

Το πιο πρόσφατο έργο σας, Αφήνω ανοιχτά, σε σύλληψη, κείμενο και σκηνοθεσία δικά σου, αφορά στην ψυχιατρική ασθένεια, και πιο συγκεκριμένα στη διπολική διαταραχή.

Τι απαιτεί η αποτύπωση της ψυχικής πάθησης με καλλιτεχνικά εργαλεία και γιατί, ως ομάδα και ως άτομο, νιώθετε πως σας αφορά η διπολική διαταραχή;

Η παράσταση Αφήνω ανοιχτά είναι για εμένα κάτι προσωπικό, γιατί η μητέρα μου πάσχει από διπολική διαταραχή. Ξέρω, λοιπόν, όλες τις λεπτομέρειες, όλες τις αλλαγές, όλες τις πτυχές ως φροντίστρια της μητέρας μου.

Η αποτύπωση καλλιτεχνικά για μια ψυχική διαταραχή δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Θέλει πολλή μελέτη και προσοχή, γιατί είναι ένα ευαίσθητο θέμα και απαιτεί πολλή ανάλυση του ατόμου που νοσεί.

Νιώθω ότι με αφορά πλήρως, καθώς κατανόησα -και κυρίως δέχτηκα- τα κακώς κείμενα της αρρώστιας, όπως για παράδειγμα είναι το στίγμα, ο αποκλεισμός, η εγκατάλειψη, οι δημόσιες δομές ψυχικής υγείας.

Το κύριο μέλημά μου ήταν να έρθουν οι θεατές και όταν φύγουν από την παράσταση, να ξανασκεφτούν πώς έχουν φερθεί σε κάποιον άνθρωπο που νοσεί από κάποια ψυχική διαταραχή.


Από αριστερά: Κλεονίκη Καραχάλιου, Λένα Πανοπούλου


Επί σκηνής παρακολουθούμε δύο ηθοποιούς (Λένα Πανοπούλου & Κλεονίκη Καραχάλιου), οι οποίες ενσαρκώνουν την πάσχουσα και τη διπολική διαταραχή, αντίστοιχα.

Γιατί επέλεξες να «σπάσεις» τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα σε δύο επιμέρους -αλλά αλληλοσυμπληρούμενους και ενίοτε συνδιαλεγόμενους- χαρακτήρες;

Επέλεξα να βάλω δύο ρόλους διότι ήθελα να είναι ξεκάθαρο με πρακτικό τρόπο, να φαίνεται τι περνάει ένας άνθρωπος όταν τον επισκέπτεται η αρρώστια.

Η διπολική διαταραχή πήρε σάρκα και οστά, και την ενσαρκώνει υπέροχα η Κλεονίκη Καραχάλιου, για να γίνει κατανοητή η διαδρομή που κάνει η ασθενής  μέχρι να φτάσει να χρήζει κλινικής αντιμετώπισης.

Την ασθενή την ενσαρκώνει η Λένα Πανοπούλου, εξίσου υπέροχη ερμηνεία.

Οι δύο ηθοποιοί συνοδεύονται, επίσης, από έναν μουσικό (Χρήστος Ηλιόπουλος). Ποιον ρόλο επιτελεί δραματουργικά η μουσική, ήδη από την αρχική σύλληψη του έργου;

Η μουσική είναι ο εσωτερικός χρόνος της ασθενούς. Βοηθάει να καταλάβουμε το χρόνο της, την έντασή της την αγωνία της. Έχει μέσα χτύπους από ρολόγια έχει ψυχεδελικά κομμάτια τη στιγμή της αυτοκτονίας.

Κατά κύριο λόγο, ο Χρήστος Ηλιόπουλος δημιούργησε ένα ξεχωριστό μουσικό θέαμα για να βοηθήσει την ασθενή να φτάσει στην αποδοχή του ίδιου της του εαυτού και κατ’ επέκταση και της ασθένειάς της.

Σταδιακά, ανοίγεται ένα πεδίο -μια πιθανότητα, ίσως- αλληλοαναγνώρισης, αλληλοαποδοχής και συνύπαρξης μεταξύ της πάσχουσας και της διαταραχής από την οποία υποφέρει.

Σε ποιον βαθμό τόσο ως μέλη των κατά τόπους κοινωνιών όσο και ως θεατές καλλιτεχνικών δρωμένων έχουμε εξοικειωθεί με τη διαταραχή οποιουδήποτε τύπου, χωρίς να την αντιμετωπίζουμε είτε με τον γενναιόδωρο ψευτοανθρωπισμό του απρόσβλητου «ανώτερου», είτε με τον τρόμο του πανικόβλητου αδαούς;

Σίγουρα δεν έχουμε καμία εξοικείωση με τις ψυχικές διαταραχές.

Γι’ αυτό και εγώ ήθελα να έρθει κυρίως κόσμος στο έργο αυτό που δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Ήρθαν κάποιοι και έπεσαν από τα σύννεφα όταν κατάλαβαν τι περνάει ένας άνθρωπος που πάσχει συγκεκριμένα από τη διπολική διαταραχή.

Αυτό το γεγονός, το ότι αρχίζουμε να μιλάμε για το ζήτημα ανοιχτά χωρίς ενοχές, φόβο, στίγμα είναι και η λύση για εξοικείωση. Χρειάζεται να μιλήσουμε με απλότητα για τις ψυχικές διαταραχές σε διάφορες κοινωνικές ομάδες.


Χρήστος Ηλιόπουλος


Κατά τη διάρκεια του έργου τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η πάσχουσα αποτελεί θύμα, θύτη ή θεατή. Γιατί έκρινες σκόπιμο να εντάξεις το ερώτημα αυτό στην αφήγηση;

Έθεσα το ερώτημα, «Θύμα, θύτης ή θεατής;», για να αναρωτηθεί το κοινό πάνω σε αυτό που βιώνει η ασθενής.

Όμως στο τέλος αφήνω ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην είναι τίποτα από όλα αυτά. Κυρίως το ερώτημα είναι θύμα, θύτης ή θεατής του εαυτού της, της κοινωνίας, της οικογένειας της ίδιας της ζωής.

Η αφίσα της παράστασης προέρχεται από ένα σχέδιο νοσηλευόμενης στην 6η Πτέρυγα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Δαφνίου. Με ποιο κριτήριο μετεξελίχθηκε σε αφίσα της παράστασης;

Η εικόνα αυτή, όταν την κοιτάω, τα μάτια  της κοπέλας που είναι ζωγραφισμένα μού θυμίζουν την ευαισθησία ενός ατόμου το οποίο έχει ψυχική διαταραχή.

Με το που είδα την τοιχογραφία κατάλαβα ότι κάτι βασανίζει την κοπέλα αυτή. Αυτό ήταν και το κριτήριο. Κυρίως τα ευαίσθητα μάτια που μιλάνε.

Σε ποια άλλα πλαίσια -πλην του θεατρικού- θα μπορούσε να φιλοξενηθεί η παρουσίαση του έργου; Έχετε σκεφτεί -ως ομάδα- τα επόμενα βήματα;

Θα θέλαμε να πάμε σε σχολεία από τρίτη γυμνασίου και πάνω είναι σημαντικό να μιλάμε στα σχολεία για τις ψυχιατρικές διαταραχές.

Ακόμα, θα θέλαμε να πάμε στην επαρχία, διότι εκεί τα πράγματα όσον αφορά στην ψυχική υγεία είναι πολύ πίσω, δεν υπάρχει καμία ενημέρωση.

Τέλος, σε συλλόγους φροντιστών ατόμων με ψυχική διαταραχή για να μπορέσουν να βοηθηθούν οι ίδιοι βλέποντας ότι τελικά η αποδοχή είναι αυτή που φέρνει τη λύτρωση του ατόμου αλλά και την έναρξη μιας ευτυχισμένης  ζωής.

Ως ομάδα, πάλι, θα κινηθούμε σε κοινωνικά θέματα και καθόλου προβεβλημένα. Θέλουμε να μιλήσουμε απροκάλυπτα στους ανθρώπους για αυτά που είναι δίπλα τους και απλά κλείνουν τα μάτια τους.

Η παράσταση Αφήνω ανοιχτά, σε σύλληψη, κείμενο και σκηνοθεσία της Σοφίας Φωτεινάκη, παρουσιάζεται για δύο ακόμη Κυριακές (18 και 25 Ιανουαρίου) στον Τεχνοχώρο «Φάμπρικα» (Μεγάλου Αλεξάνδρου 125 και Ευρυμέδοντος) στις 21:15.



Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Igor Naidin (Κουαρτέτο Μποροντίν): «Η μουσική αποτελεί ζωτική ουσία της ύπαρξής μας»

 

Κουαρτέτο Μποροντίν (Φωτογραφία: Vladimir Volkov)

Ιδρυμένο το 1944 στην τότε Σοβιετική Ένωση, το Κουαρτέτο Μποροντίν είναι ένα από τα μακροβιότερα κουαρτέτα εγχόρδων στον κόσμο.

Συζητάμε με ένα από τα μέλη του, τον Igor Naidin (βιόλα), ενόψει της συναυλίας του σχήματος τη Δευτέρα 19 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ιδρυμένο το 1944 στην τότε Σοβιετική Ένωση, το Κουαρτέτο Μποροντίν είναι ένα από τα μακροβιότερα κουαρτέτα εγχόρδων στον κόσμο. Πώς ερμηνεύετε τη μακροβιότητα του; Το θεωρείτε «θεσμό» διεθνούς βεληνεκούς;

Λοιπόν, συνήθως δεν ερμηνεύουμε, προτιμούμε οι μουσικοκριτικοί να ερμηνεύουν την ποιότητά μας.

Ναι, έχει συμβεί το Κουαρτέτο Μποροντίν να είναι ένα από τα μακροβιότερα κουαρτέτα εγχόρδων και ιδιαίτερα με αδιάλειπτη συναυλιακή δραστηριότητα, με εξαίρεση μερικούς μήνες λόγω Covid.

Έχουν υπάρξει σπάνιες αλλαγές μελών, μία προς μία, έτσι ώστε κάθε νεοφερμένος να απορροφά τις υπάρχουσες παραδόσεις και ως εκ τούτου η ανταλλαγή ήταν συνεχής από μέλος σε μέλος καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών/

Στη συναυλιακή σεζόν 2025-26 γιορτάζουμε την 80ή επέτειό μας.

Αν και το 1944 αναφέρεται ως το έτος ίδρυσής μας, όταν 4 φοιτητές άρχισαν να σπουδάζουν την τέχνη του κουαρτέτου εγχόρδων και συμφώνησαν να την καταστήσουν τον κύριο στόχο τους, οι πρώτες επαγγελματικές συναυλίες ξεκίνησαν από τα τέλη του 1945.

Είναι η αγάπη για το έργο του Σοστακόβιτς η βασική προϋπόθεση για την «επιλεξιμότητα» των μουσικών οι οποίοι ενδεχομένως ενδιαφέρονται να ενταχθούν στο Κουαρτέτο ανά πάσα στιγμή;

Πώς αξιολογείς τον Σοστακόβιτς όσον αφορά την προσφορά του στη σύγχρονη μουσική;

Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα τέτοιο προσόν για έναν νεοφερμένο όπως η αγάπη για τον Σοστακόβιτς ή τη μουσική οποιουδήποτε άλλου συνθέτη, παρά μόνο να νιώθει μια πραγματική προθυμία να παίξει μουσική για κουαρτέτο εγχόρδων.

Χωρίς τέτοιο ενθουσιασμό για το κουαρτέτο εγχόρδων, είναι αδύνατο να ασχοληθεί κάποιος σοβαρά με τον κόσμο αυτόν.

Ειλικρινά, δεν έχουμε δει ποτέ κανέναν μουσικό που να ασχολείται με τη μουσική δωματίου στον οποίο να μην αρέσει ή να προτιμά να μην ερμηνεύει μουσική του Σοστακόβιτς.

Ο Σοστακόβιτς είναι ήδη ένας κλασικός συνθέτης του 20ού αιώνα, χωρίς καμία αμφιβολία. Ίσως κάποτε θεωρούνταν σύγχρονος συνθέτης, αλλά πιστεύουμε πως όχι πια.

Το 2025 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από τον θάνατό του και, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη περάσει μισός αιώνας, παραμένει ένας από τους λίγους πιο πολυερμηνευμένους συνθέτες του αιώνα.

Παρεμπιπτόντως, το 2026 είναι η χρονιά του Σοστακόβιτς, 120 χρόνια από τη γέννησή του.

Μήπως η ιστορικότητα αυτού του συνόλου βαραίνει πολύ τους ώμους των σημερινών μελών του; Αποτελεί το να είσαι μέλος του Κουαρτέτου Μποροντίν τιμή, ευθύνη και χαρά ταυτόχρονα;

Και πώς παραμένετε φρέσκοι και σε εγρήγορση;

Αναμφίβολα. Ωστόσο, δεν υπάρχει βάρος.

Πιο πολύ μάλλον μια τεράστια ευθύνη απέναντι στους εξαιρετικούς συναδέλφους μας, οι οποίοι έπαιξαν από την ίδρυση του Κουαρτέτου κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών και πέτυχαν την εξέχουσα θέση του συγκροτήματος και τα υψηλά πρότυπα ποιότητας.

Πώς τα πάτε μεταξύ σας, μουσικά και ως άνθρωποι; Νιώθετε σαν να είστε ένα είδος οικογένειας;

Τα πάμε υπέροχα, και μουσικά, αν δεν τα πηγαίναμε σωστά, δεν θα μπορούσαμε να παίζουμε μαζί και να «αναπνέουμε» μαζί ενώ ερμηνεύουμε το ένα ή το άλλο έργο.

Είναι διαφορετικό από μια οικογένεια, συχνά περνάμε περισσότερο χρόνο ο ένας με τον άλλον παρά με τα μέλη της οικογένειάς μας...

Αλλά ο βασικός μας στόχος είναι να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τις δυνατότητές μας, ενώ παράλληλα ερμηνεύουμε το ένα ή το άλλο αριστούργημα, και ως εκ τούτου όλα υπακούουν σε αυτόν τον στόχο.

Γιατί πιστεύετε ότι η ευαισθησία στη μουσική είναι καθοριστική και απαραίτητη για κάθε άνθρωπο, είτε ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική είτε όχι στη μετέπειτα ζωή του;

Ανεξάρτητα από το τι πιστεύουμε, κάθε άνθρωπος είναι ευαίσθητος στη μουσική, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μας. Όλοι γεννιόμαστε με αυτή την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τη μουσική, έτσι δεν είναι;

Πιστεύουμε ότι ο καθένας από εμάς είναι επίσης δεκτικός στην κλασική μουσική, αρκεί να βρούμε την κατάλληλη στιγμή για να αρχίσουμε να την ακούμε.

Με βάση την αλληλεπίδρασή σας με ακροατές ή επίδοξους μουσικούς που ανήκουν σε νεότερες ηλικιακές ομάδες, ποιο είναι το συμπέρασμα σας σχετικά με την απήχηση της κλασικής μουσικής στον σύγχρονο κόσμο;

Λοιπόν, βασικά, τουλάχιστον στον 20ό-21ο αιώνα η κλασική μουσική δεν ήταν κάτι που ενδιέφερε τους πάντες και ίσως το ποσοστό των ανθρώπων το οποίο ακούει κλασική μουσική μειώνεται κατά κάποιον τρόπο.

Στο μεταξύ, οι νεότερες ηλικιακές ομάδες είναι πάντα παρούσες σε συναυλίες κλασικής μουσικής.

Ακόμη και σε πιο περίπλοκα είδη όπως, για παράδειγμα, το είδος του κουαρτέτου εγχόρδων, ακόμη και όταν εκτελούνται εκλεπτυσμένα προγράμματα, ας πούμε Σοστακόβιτς.

Και είμαστε στην ευχάριστη θέση να αναγνωρίσουμε ότι και οι νέοι είναι επίσης ικανοί και συχνά με μεγάλη χαρά και πραγματικό ενδιαφέρον απολαμβάνουν και αντιλαμβάνονται τα πολύπλοκα προγράμματά μας.

Έτσι, φαίνεται πως ένας ορισμένος αριθμός νέων θα ενδιαφέρεται πάντα για τα κλασικά έργα, πιθανότατα σε μικρότερο ποσοστό από ό,τι οι ακροατές σε πιο ώριμη ηλικία.

Όταν δε βρίσκεστε σε πρόβες, ηχογραφήσεις, περιοδείες ή/και (ίσως) δε διδάσκετε, τι είδους μουσική εμπνέεστε συνήθως να ακούτε;

Είναι πάλι κλασική μουσική ή σχετίζεται με τον Σοστακόβιτς ή οι προτιμήσεις σας ως ακροατές επεκτείνονται και σε άλλα είδη;

Σε γενικές γραμμές, ως επί το πλείστον ακούμε κλασική μουσική, όχι απαραίτητα σχετιζόμενη με τον Σοστακόβιτς, αλλά επίσης έχουμε επίγνωση του είδους της μουσικής που μας περιβάλλει και ακούμε και άλλα είδη μουσικής. Όχι πολύ, όμως.

Δεν έχουμε πολύ ελεύθερο χρόνο!

Ζούμε σε έναν ολοένα και πιο ζοφερό και επισφαλή κόσμο, όπου οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες κυριαρχούν στην ύπαρξη όλο και περισσότερων ανθρώπων παγκοσμίως. Πιστεύετε ακόμα στη μεταμορφωτική δύναμη της τέχνης;

Πιστεύουμε πως η δύναμη και η ισχύς της τέχνης -και ιδιαίτερα της μουσικής- πάντα αφυπνίζουν ή «ανανεώνουν» τις καλύτερες ανθρώπινες ιδιότητες και γνωρίσματα του χαρακτήρα και ως εκ τούτου αποτελούν μια ζωτική ουσία της ύπαρξής μας.

Ευχαριστώ θερμά τον Igor Naidin για τον χρόνο που μου διέθεσε εν μέσω συναυλιών του Κουαρτέτου Μποροντίν.

To Κουαρτέτο Μποροντίν εμφανίζεται ζωντανά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», 20:30) τη Δευτέρα 19 Ιανουαρίου.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Κωνσταντίνος Ρόδης: «Το φως και το σκοτάδι τα χωρίζει μία λεπτή γραμμή»

 

Κωνσταντίνος Ρόδης (Φωτογραφία: Ekaterina Neyfeld)

Αγέρωχη όσο και ευάλωτη, η drag-queen Άζζα είναι η ηρωίδα του ομώνυμου θεατρικού μονολόγου του Βλάσση Χρυσικόπουλου. Επί σκηνής, την υποδύεται ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Ρόδης, σε μια από τις ερμηνείες της χρονιάς.

Μια συζήτηση μαζί του με αφορμή την παράσταση, η οποία συνεχίζεται κάθε Τετάρτη στη Σκηνή «Brecht-2510».

Κατ’ αρχάς, κι αν δεν έχεις αντίρρηση, θα ήθελα να μου πεις κάποια πράγματα για σένα:

Για τις καταβολές σου -καλλιτεχνικές και άλλες-, τις επιθυμίες, ίσως τα οράματά σου και -κυρίως- για τις δυσκολίες με τις οποίες καλείσαι ν’ αναμετρηθείς στην Ελλάδα τού σήμερα. Καλλιτεχνικές, και άλλες.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Σπούδασα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού.

Δεν ολοκλήρωσα αυτές τις σπουδές, αφού παράλληλα σπούδαζα στην δραματική σχολή του Βασίλη Διαμαντόπουλου - Ίασμος. Η υποκριτική με κέρδισε, εν αντιθέσει με την δημοσιογραφία που ποτέ δε με ενδιέφερε.

Ήξερα από μικρός τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, απλά πέρασα και σε μια σχολή για την «ασφάλεια», που λέμε, αν και όπως αποδείχθηκε στις μέρες μας κανένα επάγγελμα δεν προσφέρει πραγματική και ουσιαστική ασφάλεια.

Είμαι ενεργός στον θεατρικό χώρο από το 2007 και όλα αυτά τα χρόνια είχα την χαρά να συνεργαστώ, τις περισσότερες φορές, με αξιόλογους ανθρώπους του χώρου.

Δεν μπορώ να πω ότι έχω ιδιαίτερες επιθυμίες για ρόλους. Αυτό που με ενδιέφερε πάντα ήταν να κάνω μετρημένα βήματα που θα με οδηγήσουν σε μια σταθερή και ωραία πορεία.

Δεν είχα την ματαιοδοξία της αναγνωρισιμότητας, γιατί τα πυροτεχνήματα κρατάνε λίγο. Επιθυμώ τη διάρκεια και τις όμορφες συνεργασίες.

Όσον αφορά τις δυσκολίες, πάντα ο καλλιτεχνικός χώρος ήταν δύσκολος.

Δε χαρίζεται κάτι, χρειάζεται σκληρή δουλειά, προσπάθεια, μελέτη. Η δυσκολία του στις μέρες μας, όμως, είναι ότι έχει πάψει να είναι καλλιτεχνικός.

Η επέλαση των social media είναι τόσο καταιγιστική, που πια ο άνθρωπος δεν μπορεί να παρακολουθήσει κάτι πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Αυτό έχει μεγάλο αντίκτυπο στο θέατρο, στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, αλλά και σε άλλες τέχνες.

Όλοι προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι γρήγορο, εύπεπτο, που να μη χρειάζεται να σκεφτεί πολύ ο ανθρώπινος νους. Οι μηχανές σκέφτονται πια για τους ανθρώπους και αυτό είναι μόνο η αρχή.

Θεωρώ ότι τα πράγματα θα δυσκολέψουν κι άλλο τα επόμενα χρόνια. Όχι, γιατί η τεχνολογία είναι κακή, αλλά γιατί χρησιμοποιείται με λανθασμένο τρόπο.

Υποδύεσαι την Άζζα, την αγέρωχη όσο και ευάλωτη πρωταγωνίστρια-drag queen του ομώνυμου θεατρικού έργου-μονολόγου του Βλάσση Χρυσικόπουλου, ενός κειμένου φαινομενικά εξαιρετικά προσωπικού.

Ποια είναι, τελικά, η Άζζα, κατά τη γνώμη σου;

Η Άζζα είμαι εγώ, εσύ, ένας συγγενής σου, κάποιος φίλος σου, ο γείτονας σου. Είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι μας, με τις καλές και άσχημες πλευρές του.

Μέσω της Άζζα, το έργο μιλάει για την απομόνωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό που έχουμε βιώσει όλοι με κάποιον τρόπο κάποια στιγμή της ζωής μας.

Είναι θύτης και θύμα της κοινωνίας που μεγαλώσαμε, που μας γαλούχησε και μας ευνούχισε ψυχικά και πνευματικά.

Μιας κοινωνίας του φαίνεσθαι και όχι του είναι. Μίας κοινωνίας που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να «κουκουλώσει» τα στραβά - αυτά που είναι στραβά κατά τη δική της γνώμη - και να αναδείξει το τέλειο, το αλάνθαστο, το «φυσιολογικό».

Μίας κοινωνίας που της περισσεύει η υποκρισία και της λείπει η αγάπη και η δικαιοσύνη. Η Άζζα είμαστε εμείς.

Tι σε ελκύει στους χαρακτήρες που κινούνται στο ημίφως -αν όχι στη σκιά- της «κανονικής» καθημερινότητας και με τη βοήθεια ποιων εργαλείων οικειοπoιείσαι -ακόμα και σωματοποιείς- ένα τόσο προσωπικό κείμενο;

Και ποιος σου είπε ότι η «κανονική» καθημερινότητα δεν έχει ημίφως; Πολλές φορές τα μεγαλύτερα σκοτάδια είναι εκεί που φαινομενικά υπάρχει άπλετο φως. Όλοι μας έχουμε μέσα φως και σκοτάδι, καλό και κακό, άσπρο και μαύρο.

Το θέμα είναι κάτω από ποιες συνθήκες θα βρεθούμε και με ποιους ανθρώπους και μπορεί να ενεργοποιηθεί αυτόματα η μία ή η άλλη πλευρά μας. Το φως και το σκοτάδι τα χωρίζει μία λεπτή γραμμή. Κι εμείς εναλλασσόμαστε στην κάθε πλευρά.

Εμένα η εκπαίδευση μου, η θεατρική, στηρίχτηκε στο «Παράδοξο του Ηθοποιού» του Ντιντερό.

Ουσιαστικά, είσαι με το ένα πόδι μέσα στον ρόλο και με το άλλο έξω.

Αυτό σου δίνει την δυνατότητα να ελέγχεις τα πάντα την ώρα που παίζεις, αλλά και μια απίστευτη ελευθερία και φυσικότητα, καθώς κάθε τι συμβαίνει εκείνη την ώρα κι ας είναι σκηνοθετημένο.

Οπότε, εγώ δεν «πνίγομαι» στο συναίσθημα, αλλά ξέρω επακριβώς τι συναίσθημα θέλω να δώσω να αισθανθεί το κοινό.


Κωνσταντίνος Ρόδης (Φωτογραφία: Ekaterina Neyfeld)


Εκτιμάς ότι η σεξουαλική ετερότητα έχει σταδιακά κατακτήσει ορατότητα ως αυτό που κάθε φορά είναι τόσο κοινωνικά όσο και καλλιτεχνικά στην Ελλάδα τού 2026 ή εξακολουθούν να υπάρχουν στιγμές καρικατουρίστικης αποτύπωσής της;

Σίγουρα δεν είναι τα πράγματα όπως τη δεκαετία του ’50, για παράδειγμα, αλλά υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα.

Κοινωνικά, μετά από πολλούς αγώνες κατακτήθηκαν κάποια δικαιώματα της LGBTQI κοινότητας τα οποία ήταν αυτονόητα, αλλά υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα.

Δε γίνεται ακόμα και τώρα, παραδείγματος χάριν, ένα τρανς άτομο να πρέπει να περάσει από 40 κύματα για να αλλάξει ταυτότητα και να το αποδεχτούν κοινωνικά.

Επίσης, με τη γενικότερη άνοδο της ακροδεξιάς παγκοσμίως, δεν ξέρω, δυστυχώς, αν όσα κατακτήθηκαν θα διατηρηθούν. Όχι μόνο για την σεξουαλική ετερότητα, αλλά γενικότερα. Ήδη καταστρατηγούνται τα ανθρώπινα δικαιώματά μας.

Στο καλλιτεχνικό κομμάτι υπάρχουν πολλές αξιόλογες δουλειές που μιλούν για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά και για άλλα θέματα που δε θεωρούνται «φυσιολογικά» με σεβασμό και αξιοπρέπεια.

Καρικατούρες υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα, αλλά η καρικατούρα δεν είναι τέχνη, οπότε δε με ενδιαφέρει να τη βλέπω και να την κρίνω.

Πόσο απελευθερωτικός -ή περιοριστικός- μπορεί να γίνει ο μονόλογος ως θεατρικό είδος; Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζεις ως ερμηνευτής στο πλαίσιό του;

Είναι ταυτόχρονα τόσο απελευθερωτικός όσο και περιοριστικός. Φαίνονται τα πάντα αβίαστα, άκοπα, φυσικά, αλλά είναι όλα σκηνοθετημένα. Αν ξεφύγεις λίγο, μπορεί να χάσεις τη ροή σου.

Ωστόσο, σου δίνεται και μια τεράστια δυνατότητα, αν μπορείς, να αυτοσχεδιάσεις με κάτι που θα συμβεί κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να είσαι συγκεντρωμένος 100% σε αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος. Μπορεί να δείχνεις χαλαρός φαινομενικά, αλλά μέσα σου «βράζεις».

Είσαι απίστευτα εκτεθειμένος και χρειάζεται να έχεις αυτοέλεγχο, ετοιμότητα, εγρήγορση, να δουλεύουν όλες οι αισθήσεις σου στο «κόκκινο».

Το ωραιότερο, όμως, για μένα είναι αυτό το πάρε-δώσε με το κοινό, που σε ένα μονόλογο, ο ηθοποιός το γεύεται μέχρι τελευταίας σταγόνας.

Αν η Άζζα ήταν ταινία, σε ποιο είδος θα την κατέτασσες; Ή μήπως είναι αταξινόμητη;

Δεν ξέρω για είδος. Σίγουρα πάντως θα ήταν Αλμοδοβαρική ηρωίδα.

Αν, πάλι, ήταν μουσική σύνθεση; Πού θα χωρούσε καλύτερα;

Στις μουσικές συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι.


Κωνσταντίνος Ρόδης (Φωτογραφία: Ekaterina Neyfeld)


Παρακολούθησα την παράσταση την Πρωτοχρονιά, κατά την οποία η προσέλευση ήταν αποκαρδιωτική.

Πόση ψυχική αντοχή -πέρα από επαγγελματισμός- απαιτούνται για να παίζεις με την ίδια ένταση απέναντι σε μικρότερα και μεγαλύτερα κοινά;

Δε θα χαρακτήριζα καθόλου αποκαρδιωτική την προσέλευση στην παράσταση που παρακολούθησες. Κανονικά, η παράσταση παίζεται κάθε Τετάρτη.

Μετά από δική μου επιθυμία, και φυσικά σε συνεννόηση με το θέατρο και την παραγωγή, βάλαμε μία έξτρα παράσταση ημέρα Πέμπτη, που ήταν Πρωτοχρονιά.

Ήθελα να παίξω Πρωτοχρονιά για όποιον δεν είχε που να πάει, για ανθρώπους που μπορεί να ένιωθαν μόνοι αυτή την ημέρα, που μπορεί να ήθελαν να δουν μία παράσταση για να ενταχθούν σε ένα κοινωνικό σύνολο.

Και χάρηκα πάρα πολύ που έκανα αυτή την παράσταση. Είχα πει ότι θα παίξω ακόμα και για ένα άτομο. Ήρθαν 6. 5 εισιτήρια και μία πρόσκληση σε σένα. Αυτή την παράσταση τη θεωρώ τιμητική για μένα.

Σηκώθηκαν έξι άνθρωποι, ανήμερα Πρωτοχρονιά, ντύθηκαν, βγήκαν έξω στο κρύο, πήραν το μετρό ή τα πόδια τους και ήρθαν και πλήρωσαν στο θέατρο για να δουν εμένα, έναν ηθοποιό που δεν είναι γνωστός μέσα από την τηλεόραση και δεν παίζει μια ανάλαφρη χριστουγεννιάτικη παράσταση.

Αν αυτό δεν είναι τιμή για μένα, τότε τι άλλο μπορεί να είναι;

Επίσης, γενικά, έχω ένα τεράστιο θέμα με την ασυδοσία των προσκλήσεων μόνο και μόνο για να βγαίνουν sold out οι παραστάσεις και να μην είναι άδειο το θέατρο.

Αν περνούσε από το χέρι μου, δε θα άφηνα κανέναν να μπει χωρίς να πληρώσει. Ούτε εσένα. Κάνω μία δουλειά πολύ σκληρή, όπως είδες, επί 1 ώρα και 10 λεπτά δίνομαι σωματικά, ψυχικά και πνευματικά, δεν προλαβαίνω να πιω ούτε νερό.

Αυτό, λοιπόν, πρέπει να πληρωθεί.

Γιατί στο θέατρο πρέπει να πας με πρόσκληση και να μην πληρώσεις τον άνθρωπο που κοπανιέται πάνω στην σκηνή, που ιδρώνει και φτάνει στα όρια του για να σε ψυχαγωγήσει, να σε διασκεδάσει, να σε προβληματίσει, να σου ανοίξει μια νέα οπτική και νέους ορίζοντες;

Δεν ξέρω κάποια άλλη δουλειά που να μην πληρώνεται κάποιος και να παίρνει κάτι δωρεάν. Πηγαίνεις στο σούπερ μάρκετ και παίρνεις πράγματα τζάμπα;

Σε νυχτερινό κέντρο ή ταβέρνα δωρεάν; Ακόμα και τους influencers τους πληρώνεις συνδρομές για να τους δεις. Γιατί θέλεις να βλέπεις τζάμπα θέατρο;

Όσον αφορά την ψυχική αντοχή, δεν απαιτείται καμία ψυχική αντοχή και επαγγελματισμός. Όπως θα παίξω για 10.000 άτομα, έτσι θα παίξω και για έναν. Αυτό είναι το θέατρο.

Η Άζζα είναι ένας άνθρωπος που λαχταρά αγάπη. Μπορούμε να βιώσουμε μέσω της τέχνης -και του θεάτρου ειδικότερα- τα αγαπητικά συναισθήματα τα οποία δυσκολευόμαστε να εξωτερικεύσουμε στην καθημερινότητά μας;

Ναι, μπορούμε. Αλλά το νόημα και η ομορφιά είναι να έχουμε αγάπη στην ζωή μας και όχι να τα αποζητάμε σε μια οθόνη ή σε κάποια τέχνη.

Κανονικά, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, ότι δηλαδή συνέβαινε πριν κάποια χρόνια. Να βιώνουμε την αγάπη και όλα τα συναισθήματα στη ζωή μας και να τα εξωτερικεύουμε μέσω των τεχνών.

Οι δικές σου επιλογές -καλλιτεχνικές και άλλες- σε ποιον βαθμό καθορίζονται από το ένστικτο και σε ποιον από προσεκτικό, ρεαλιστικό υπολογισμό;

50-50, θα έλεγα. Γιατί κάποιες φορές το ένστικτο μπορεί να πέσει έξω ή και ο υπολογισμός να αποδειχθεί ότι δεν ήταν και τόσο ρεαλιστικός.

Αν και φροντίζω να επιλέγω και καλλιτεχνικά και προσωπικά πάντα τις όμορφες και ουσιαστικές συνεργασίες. Μία ομάδα είμαστε όλοι, παιδιά, αρκεί να το καταλάβουμε εγκαίρως.

Ευχαριστώ θερμά την Άντα Κουγιά, υπεύθυνη Επικοινωνίας, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και τον Κωνσταντίνο Ρόδη για τον χρόνο που μου διέθεσε.

Η παράσταση Άζζα, σε κείμενο και σκηνοθεσία Βλάσση Χρυσικόπουλου με τον Κωνσταντίνο Ρόδη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, παρουσιάζεται στη Σκηνή «Brecht-2510» (Γ’ Σεπτεμβρίου 38, Αθήνα) κάθε Τετάρτη στις 21.00.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Jérôme Reuter: «Δε φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι την αδιαφορία»

 

Jérôme Reuter (Φωτογραφία: Walther Benedikt)

Συνδυάζοντας στοιχεία σκοτεινής (νεο)φολκ, post-punk, chanson, industrial και synth wave και βρίθοντας ιστορικών και λογοτεχνικών αναφορών, οι ROME είναι το προσωπικό όχημα του εκ Λουξεμβούργου ορμώμενου Jérôme Reuter.

Με αφορμή τις επικείμενες, επετειακές συναυλίες του γκρουπ σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα στις 16 και 17 Ιανουαρίου, αντίστοιχα, κουβεντιάζουμε με τον Jérôme Reuter.

Κατάγεσαι από το Λουξεμβούργο, μια μικροσκοπική χώρα ουσιαστικά άγνωστη στην πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών. Πώς θα περιέγραφες την πολιτιστική και πολιτική πραγματικότητα εκεί;

Ω, υπάρχει ένα ολόκληρο δοκίμιο το οποίο πρέπει να γραφτεί ως απάντηση στην ερώτησή σου. Από πού να ξεκινήσω;

Το Λουξεμβούργο είναι μια χώρα όπως όλες οι άλλες, καθώς έχουμε τα δικά μας προβλήματα, τη δική μας ιστορία και τις δικές μας μικρές παραξενιές. Αλλά όλα σε πολύ μικρότερη κλίμακα, προφανώς.

Έχουμε πολλά ενδιαφέροντα πολιτιστικά και ιστορικά ορόσημα στην περιοχή.

Και το πολιτικό τοπίο και η πραγματικότητα είναι κάπως συγκρίσιμα με μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης. Λατρεύω την πατρίδα μου. Δεν πρόκειται να την κατακρίνω. Πρέπει να την επισκεφτείς κάποια στιγμή.

Αρχικά, ένα προσωπικό εγχείρημα που συνδύαζε στοιχεία σκοτεινής (νεο)φολκ, post-punk, chanson, industrial και synth wave, οι ROME έχουν πλέον συμπεριλάβει και άλλα μέλη.

Σε ποιον βαθμό αποδέχεσαι την άποψη και των άλλων;

Οι ROME ζωντανά στη σκηνή ήταν πάντα ένα εξελισσόμενο ον.

Πήγαινε μπρος-πίσω. Ξεκινούσα σόλο προσθέτοντας μουσικούς πού και πού, μέχρι που μείναμε 5 άτομα στη σκηνή και μετά μειωνόμασταν και ξαναχτιζόταν η σύνθεση του σχήματος για να καταλήξουμε στην τωρινή τριμελή εκδοχή:

Με τον Yann Dalscheid στο μπάσο και τα backings και τον Michel Spithoven στα ντραμς και τα backings. Αυτό θα είναι και το line-up για τις επερχόμενες συναυλίες στην Ελλάδα.

Όταν όμως δουλεύω στο στούντιο, συνήθως μόνο εγώ και ένας μηχανικός ήχου καταλήγουμε να κάνουμε από κοινού την παραγωγή του δίσκου, επειδή εκτιμώ τη συμβολή τους.

Τα τελευταία 7 χρόνια αυτός ήταν ο Τοm Gatti στα Unison Studios στο Λουξεμβούργο. Πρέπει να πω ότι έχουμε γίνει μια αρκετά καλή ομάδα. Μου αρέσει πολύ να δουλεύω μαζί του.

Η πλούσια ηχογραφημένη σου παραγωγή ξεχειλίζει από ιστορικές, ποιητικές και λογοτεχνικές αναφορές, από τους τίτλους και τα εξώφυλλα αρκετών άλμπουμ μέχρι τους στίχους και τις γενικές θεματικές ανησυχίες.

Γιατί είναι τόσο σημαντική για εσένα η εμβάθυνση σε αυτά;

Για να είμαι ειλικρινής, ικανοποιώ μόνο τη δικιά μου περιέργεια.

Ενδιαφέρομαι για όλα αυτά. Θα μπορούσα πιθανώς να είμαι πιο επιτυχημένος από πολλές απόψεις αν η δουλειά που κάνω δεν ήταν τόσο μεθυστική και ερμητική, αλλά αυτό με ωθεί.

Και πάντα μου άρεσαν αυτοί οι τραγουδοποιοί που σε ταξιδεύουν μαζί τους και σε κάνουν να ανακαλύπτεις άλλους συγγραφείς, άλλους μουσικούς, φιλοσοφία και Ιστορία και άλλα πολλά.

Βλέπω τον εαυτό μου ως μέρος μιας παράδοσης κατά κάποιον τρόπο. Οι τραγουδιστές και οι τροβαδούροι τους οποίους είχαμε παλιά... Δεν έχει σημασία να έχουμε τις απαντήσεις, αλλά το να μοιραζόμαστε τις ερωτήσεις που έχουμε όλοι.

«Ξέρουμε ότι ο σάπιος τάφος της Ευρώπης δεν έχει πλέον βωμό/ Αν δε φύγουμε ποτέ, δε θα είμαστε ποτέ σπίτι μας». (Give Your Heart to the Hawks).

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, η Ευρώπη είναι νεκρή και πώς μπορεί να ξαναγεννηθεί; Την αισθάνεσαι ακόμα ως (το) «σπίτι σου»;

Ναι, είναι σε μεγάλο βαθμό το σπίτι μου και όσο μακριά κι αν τολμήσω να πάω, το κάλεσμά του γίνεται όλο και πιο δυνατό.

Όχι, η Ευρώπη δεν είναι νεκρή, αλλά έχει περάσει πράγματι δύσκολες στιγμές. Αλλά πιστεύω ότι έχουμε ακόμα αρκετή ανθεκτικότητα για να τη σώσουμε. Τίποτα δεν έχει χαθεί.

Οδεύουμε προς ένα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι τώρα και, απ’ όσο μπορώ να δω, τα επόμενα 5 με 15 χρόνια θα είναι τα πιο ενδιαφέροντα (με την κακή έννοια) τα οποία έχουμε ζήσει εδώ και καιρό.

«Παρακολουθούμε κάθε λέξη σας, ψιθυριστή ή τυπωμένη (Parlez-Vous Hate;) / Θα την κάψουμε όλη και θα την ονομάσουμε πρόοδο εκ νέου (Parlez-Vous Hate;) / Θα σας βάλουμε όλους σε αλυσίδες και θα την ονομάσουμε/ ελευθερία, ναι (Parlez-Vous Hate;)».

Βάζεις στο στόχαστρό σου τη μάστιγα της πολιτικής ορθότητας εδώ ή τον ανερχόμενο φασισμό; Ή και τα δύο;

Λοιπόν, η αυταρχική λογοκρισία εμφανίζεται σε πολλές μορφές· όπως και οι εχθροί της δημοκρατίας.

Πιστεύω ότι είναι καθήκον μας να υπερασπιστούμε τη δημοκρατική μας κληρονομιά, το δικαίωμά μας να ψηφίζουμε, να μιλάμε ανοιχτά, να συναθροιζόμαστε και να λατρεύουμε.

Αλλά αυτό θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο καθώς ο πόλεμος εξαπλώνεται και μάς διαλύει.

«Η θλίψη θα μιλήσει και η φωτιά θα κάψει/ Στους εχθρούς το σπαθί, στη θλίψη λόγια/ Ναι, η θλίψη θα μιλήσει και η φωτιά θα κάψει/ Στους εχθρούς το σπαθί, στη θλίψη λόγια δίνουμε/ Και αύριο ζούμε», τραγουδάς στο Tomorrow we live από το πιο πρόσφατο άλμπουμ των ROME, Civitas Solis.

Μπορούν οι λέξεις να απαλύνουν πραγματικά τη θλίψη; Και πώς ορίζεις τη «ζωή» σε έναν κόσμο στα πρόθυρα ενός γενικευμένου/παγκοσμιοποιημένου πολέμου;

Δε νομίζω ότι την απαλύνουν εντελώς. Αλλά σίγουρα τα λόγια μπορούν να βοηθήσουν. Η θλίψη που μοιράζεται είναι η θλίψη που μειώνεται στο μισό. Είμαστε κοινωνικά ζώα. Μπορούμε να βοηθήσουμε το ένα το άλλο σχεδόν σε όλα.

Αν οι Ουκρανοί και οι Ουκρανές με έχουν διδάξει ένα πράγμα, είναι σίγουρα ότι η ζωή συνεχίζεται και πρέπει να συνεχιστεί και θα συνεχιστεί. Δε φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι την αδιαφορία.

Έχεις εκφράσει την υποστήριξή σου στον αγώνα των Ουκρανών κατά της ρωσικής εισβολής με πολλούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της ηχογράφησης ολόκληρων άλμπουμ και των συχνών ζωντανών εμφανίσεων στο Κίεβο.

Από πού πηγάζει η αλληλεγγύη σου;

Κάνω περιοδείες στην Ουκρανία σχετικά τακτικά από το 2015. Το ίδιο ίσχυε και για τη Ρωσία, παρεμπιπτόντως.

Έτυχε να παίξω στην Οδησσό και το Κίεβο λίγες μόνο μέρες πριν από τη γενικευμένη εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022. Και διατήρησα επαφή με τους φίλους μου εκεί αφού άκουσα τα καταστροφικά νέα.

Έτσι, ήταν φυσικό να πάω ξανά εκεί και να τους στηρίξω με όποιον τρόπο μπορώ.

Αυτήν τη στιγμή (τέλη Νοεμβρίου 2025), η προοπτική ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας φαίνεται να είναι πιο κοντά από ποτέ.

Από στρατιωτικής άποψης, η ρωσική πλευρά φαίνεται να έχει κερδίσει και η ουκρανική να έχει χάσει. Και από τις δύο πλευρές, ωστόσο, οι (αντιφρονούντες) άμαχοι είναι τα κύρια θύματα.

Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτού του πολέμου;

Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω σχετικά με αυτό το ερώτημα. Κυρίως επειδή μεγάλο κομμάτι του φαίνεται να τίθενται με λάθος τρόπο εξαρχής.

Αν έτσι μοιάζει η νίκη, διαφωνώ κάθετα. Και η ειρήνη δε μου φαίνεται πιο κοντά τώρα από ό,τι πριν από τρία χρόνια.

Το να σε εκφοβίζουν για παραχωρήσεις δε θα φέρει την ειρήνη. Και πώς μπορείς να συγκρίνεις τις απώλειες αμάχων και από τις δύο πλευρές; Αυτό είναι αρκετά γελοίο.

Δεν είμαι ούτε ιστορικός ούτε μέντιουμ, οπότε πώς μπορώ να προβλέψω τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις ενός συνεχιζόμενου πολέμου; Όσον αφορά στη μεγαλύτερη εικόνα: όλα αυτά μόλις ξεκινούν!

Τον Ιανουάριο επιστρέφεις στην Ελλάδα μετά από 10 χρόνια για να γιορτάσεις τα 25 χρόνια των RΟΜΕ. Πώς νιώθεις για τις επετείους;

Αυτή η επέτειος με έκανε να αναπολήσω ετούτα τα 20 χρόνια, πράγματι - κάτι που δε μου αρέσει και πολύ να κάνω. Πάντα ζω στο επόμενο τραγούδι, στον επόμενο δίσκο.

Δε μου αρέσει να μένω ακίνητος και να σκέφτομαι πού έχω πάει. Με ενδιαφέρει περισσότερο το πού πηγαίνω. Σίγουρα δεν αισθάνομαι πως έχω καταφέρει κάτι ακόμα. Αλλά εντάξει, είμαι εδώ τώρα και δεν είναι όλα άσχημα.

Ευχαριστώ θερμά το μάνατζμεντ των ROME για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον Jérôme Reuter, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Οι ROME εμφανίζονται ζωντανά την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου στη Θεσσαλονίκη στο Eightball Club (Πίνδου 1, Λαδάδικα) και το Σάββατο 17 Ιανουαρίου στην Αθήνα στο Gazarte- Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι).