Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Άννα Παπαϊωάννου: «Δε θέλω να εξιδανικεύω ή να ρομαντικοποιώ την παράδοση»

 


Πετυχαίνοντας να παντρέψει την ηλεκτρονική με την παραδοσιακή μουσική, η Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs June) είναι μια από τις πιο δημιουργικές Ελληνίδες μουσικούς.

Ενόψει της πολυμεσικής performance LONE (2,3,9, 10 Φεβρουαρίου), όπου συμπράττει live με τις Αλεξάνδρα Νιάκα και Μαριέττα Μαναρώλη, συζητάμε μαζί της.

Αυτοπροσδιορίζεσαι ως «ένα κορίτσι που απολαμβάνει να παίζει με μηχανήματα στο δωμάτιό της, στην καρδιά της Αθήνας». Πού εντοπίζονται χωροχρονικά οι ρίζες της ανακάλυψης αυτής της απόλαυσης;

Είμαι μοναχοπαίδι, και υπήρχε πάντα ο χωροχρόνος της αυτοαπασχόλησης στην καθημερινότητά μου. Το ότι έχω επιλέξει να παίζω μουσική και να ζω στην Αθήνα είναι μια  επιλογή που άρχισε να ωριμάζει εδώ και μια δεκαετία περίπου.

Πολλές φορές, βέβαια, αναρωτιέμαι αν όντως είναι επιλογή μου, καθώς καταλαβαίνω ότι ο κόσμος γύρω μου με έχει διαμορφώσει και με τρόπους που δε μου είναι απόλυτα συνειδητοί.

Ο ήχος σου, πάλι, «στοχεύει να αποτυπώσει την ισορροπία μεταξύ ηλεκτρονικής και παραδοσιακής μουσικής, συμπεριλαμβάνοντας επίσης τις ανατολίτικες και δυτικές μουσικές αναφορές [σου]». Πώς επιτυγχάνεται αυτή η ισορροπία;

Δεν ξέρω αν επιτυγχάνεται, αλλά δοκιμάζεται!

Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να αφήνουμε ετερόκλητα στοιχεία να επηρεάζουν διαφορετικά μια δημιουργία. Η Ελλάδα είναι ούτως ή άλλως μια γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ο καθένας μας το βιώνει αυτό και το εκφράζει διαφορετικά.

Προσωπικά, με ενδιαφέρει πολύ να συνδυάζω την αμεσότητα των παραδοσιακών ακουσμάτων με τον αποστασιοποιημένο χαρακτήρα του αστικού περιβάλλοντος, με αντιπροσωπεύει αυτή η αντίθεση.

«Η παράδοση μού μοιάζει με μια διαρκώς εξελισσόμενη διαπραγμάτευση με την τωρινή μου κατάσταση», γράφεις στο σημείωμα του 5 Balkan Lullabies. Υπό ποια έννοια αποτελεί η σχέση σου με την παράδοση μια «διαπραγμάτευση»;

Με την έννοια ότι αν σχηματίζω μια ακέραια αντίληψη για το παρελθόν, το ίδιο θα ισχύει και για το μέλλον.

Για παράδειγμα, δε θέλω να εξιδανικεύω ή να ρομαντικοποιώ την παράδοση. Με ενδιαφέρει να σκέφτομαι ότι κάποια στοιχεία της αφορούν το ανθρώπινο και το φυσικό διαχρονικά και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους που δεν έχω εξερευνήσει ακόμη.

«Αναγνωρίζοντας τον εαυτό μου ως Βαλκάνια, με γοητεύει συνεχώς η πολυπλοκότητα και η σύγκρουση αυτού του μικρού μέρους του κόσμου», συνεχίζεις. Πολιτισμικά  αναγνωρίζω τον εαυτό μου πρωτίστως ως -κριτικά- Βαλκάνιο.

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, οι Βαλκάνιοι-/ιες καλλιτέχνες/-ιδες χρειάζεται να παλέψουν διεθνώς τόσο σκληρά προκειμένου να διεκδικήσουν και να κατακτήσουν το πολιτισμικό κεφάλαιο που τους αναλογεί;

Γιατί το κάνουν με τρόπο που δεν τους ταιριάζει.

Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα, στην Ελλάδα τουλάχιστον, είναι πως οι καλλιτέχνες θέλουν να υιοθετήσουν πολλά δυτικά στοιχεία που δεν τους αντιπροσωπεύουν απαραίτητα ή να παρουσιάσουν την εθνική τους ταυτότητα με έναν μουσειακό χαρακτήρα.

Ονειρεύομαι ότι θα έρθει μια εποχή που θα μας ενδιαφέρει περισσότερο το τι γίνεται καλλιτεχνικά στο Βελιγράδι παρά στο Βερολίνο και ότι δε θα περιμένουμε από τη Δύση να φέρνει τον Διαφωτισμό.

Όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτού του άλμπουμ προορίζονται για τη ΜΚΟ «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» για τη δουλειά της στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.

Ως καλλιτέχνις, πώς αντιλαμβάνεσαι την έννοια της πολιτικής παρέμβασης στο σήμερα;

Νομίζω ότι δεν υπάρχει χώρος για ουδετερότητα και ότι ο καθένας μας  κάτι πρέπει να προσπαθεί να προσφέρει ακόμα και αν φαίνεται πολύ μικρό και ασήμαντο.

Η σύγχρονη τεχνολογία, πλέον και με τη μορφή της -αμφιλεγόμενης- Τεχνητής Νοημοσύνης, κυριαρχεί σε ολοένα και περισσότερες πτυχές της καθημερινότητάς μας.

Με ποιους τρόπους ανανοηματοδοτεί την αυτοαντίληψή μας ως ανθρώπινα, κοινωνικά και πολιτικά όντα, αλλά και ως υποκείμενα/δέκτες αφηγήσεων κάθε είδους;

Περιορισμένη προσοχή, απομόνωση, παρηγοριά σε μόνιμα οπτικά ερεθίσματα, επιφανειακή ανάγκη για προσοχή και επιβεβαίωση...

Ειδικά μετά τον κοβιντ, νιώθω ότι ξεχνάμε όλο και πιο πολύ να υπάρχουμε μέσα σε κοινωνικές ομάδες, να δίνουμε χρόνο, να εκφραζόμαστε. Με τρομάζει η σκέψη πως οι άνθρωποι μπορεί να σταματήσουν να ενδιαφέρονται να ακούσουν ιστορίες.

Από την άλλη, σκέφτομαι ότι η τεχνολογία και τα πολιτικά συστήματα δεν μπορούν να διαγράψουν την πηγαία μας ανάγκη του ανήκειν.

Το LONE, η πολυμεσική performance live ηλεκτρονικής μουσικής, real-time & interactive visuals και κίνησης στην οποία συμπράττεις στις 2,3, 9 και 10 Φεβρουαρίου, εμβαθύνει στην εμπειρία του ταξιδιού ως θραύσμα.

Θα ήθελες να μου εξηγήσεις πώς αντιλαμβάνεσαι τη θραυσματική διάσταση του ταξιδιού και το βιώνεις προσωπικά τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε ευρύτερα υπαρξιακό επίπεδο;

Το ταξίδι του LONE βιώνεται σίγουρα σαν θραυσματικό γιατί είμαστε τρεις καλλιτέχνιδες που χρησιμοποιούμε η καθεμία διαφορετικά μέσα για να το αφηγηθούμε.

Ο τρόπος μας βασίζεται αρκετά στην διαίσθηση, στα σημεία που μπορούμε να ανακαλύψουμε κοινούς τόπους μέσω συμβολισμών, αλλά και στη σχέση μας με την τεχνολογία, την κοινωνία και το βίωμα της εμπειρίας ως κάτι επιδερμικό, γρήγορο και έντονο.

Ευχαριστώ θερμά την Κατερίνα Π. Τριχιά (True Colours Comms) για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το LONE, η πολυμεσική performance live ηλεκτρονικής μουσικής, real-time & interactive visuals και κίνησης στην οποία συμπράττουν οι Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs. June), Αλεξάνδρα Νιάκα και Μαριέττα Μαναρώλη φιλοξενείται στο Newman Cinema (Σεβαστουπόλεως 117, Αθήνα) στις 2,3, 9 και 10 Φεβρουαρίου (21:00).



Rafael Anton Irisarri: «Η ambient λειτουργεί ως τρόπος ανάκτησης της σιωπής»

 

Rafael Anton Irisarri (Φωτογραφία: Iulia Alexandra Magheru)

Διακεκριμένος Ιβηροαμερικανός συνθέτης και παραγωγός εργαζόμενος στο πλαίσιο της ambient, της drone, της μοντέρνας κλασικής και της ηλεκτρονικής μουσικής, ο Rafael Anton Irisarri εμφανίζεται ζωντανά στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου.

Επί σκηνής, θα συμπράξει με τον αγαπημένο του συνεργάτη και επίσης καταξιωμένο συνθέτη, Abul Mogard. Μια σε βάθος συνομιλία με τον Rafael Anton Irisarri.

Είστε Ιβηροαμερικανός συνθέτης και παραγωγός εργαζόμενος στο πλαίσιο της ambient, της drone, της μοντέρνας κλασικής και της ηλεκτρονικής μουσικής. Τι σας έλκυσε και εξακολουθεί να σας ελκύει στο συγκεκριμένο πλαίσιο;

Κατέληξα στην ambient και την drone μουσική επειδή μου έδωσαν χώρο να δουλέψω με τον χρόνο, τον περιορισμό και την αντίληψη.

Ο ήχος μπορούσε να λειτουργήσει ως χώρος, πίεση και διάρκεια αντί για κάτι σχεδιασμένο να ανταγωνίζεται για την προσοχή.

Πολύ νωρίς, συνειδητοποίησα πως με ενδιέφερε λιγότερο η μουσική ως ψυχαγωγία και περισσότερο ως ένα μέρος για να καθίσω με τις αναμνήσεις, τις αμφιβολίες και ό,τι συναισθηματικό υπόλειμμα είχε απομείνει.

Αυτές οι μορφές επιτρέπουν στα πράγματα να παραμένουν άλυτα ή εύθραυστα χωρίς να τα εξαναγκάζουν σε μια καθαρή αφήγηση ή ανταμοιβή. Αυτό εξακολουθεί να ευθυγραμμίζεται με τον τρόπο που βιώνω τον κόσμο.

Η μνήμη και η ταυτότητα είναι ασταθείς και αυτή η μουσική τούς επιτρέπει να υπάρχουν με αυτόν τον τρόπο.

Υπάρχει επίσης μια πολιτισμική διάσταση σε αυτό.

Ως ισπανόφωνος καλλιτέχνης, υπάρχουν προσδοκίες για το πώς υποτίθεται ότι πρέπει να ακούγομαι. Δυνατός. Ρυθμικός. Φλογερός. Εύκολα ταξινομούμενος.

Πολιτισμοί όπως ο δικός μου, αλλά και ο ελληνικός, συχνά θεωρούνται εκφραστικοί ή θερμόαιμοι.

Η μουσική βιομηχανία τείνει να επιβραβεύει τη μουσική που ταιριάζει σε αυτήν την εικόνα επειδή κυκλοφορεί εύκολα. Δουλεύω με την υφή, τη συγκράτηση και την υπομονή, και η τριβή την οποία δημιουργεί είναι σκόπιμη.

Για μένα, η ambient λειτουργεί ως ένας τρόπος ανάκτησης της σιωπής και της εσωτερικότητας.

Αυτές οι ιδιότητες σπάνια αποδίδονται σε πολιτισμούς πλαισιωνόμενους με αυτούς τους όρους, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στο σημερινό αμερικανικό πολιτικό κλίμα.

Αυτή η μουσική δημιουργεί έναν χώρο όπου η επιβράδυνση αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεση για την ανάδυση νοήματος.

Η συνεχής μετακίνησή σας μέσα από πολιτισμικά και γεωγραφικά περιβάλλοντα έχει ενσταλάξει μια διαρκή ενασχόληση με τη μνήμη, την απόσταση και το συναισθηματικό βάρος του τόπου.

Μέσω ποιας διαδικασίας μεταφράζετε τη μνήμη, την απόσταση και την τοπικότητα σε σύνθεση;

Δεν προσεγγίζω τη μνήμη ή τον τόπο ως κάτι που πρέπει να αποδοθεί άμεσα.

Με ενδιαφέρει είναι τι συμβαίνει αφού παρέλθει ο χρόνος. Η μνήμη αλλάζει τα πράγματα. Η απόσταση μαλακώνει τις άκρες. Ό,τι μένει είναι συνήθως ατελές και βαρύτερο από την αρχική εμπειρία.

Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας ξεκινά χαλαρά. Αφιερώνω χρόνο αυτοσχεδιάζοντας χωρίς σαφή προορισμό, αφήνοντας τον ήχο να υπάρχει και παρατηρώντας τι έχει συναισθηματικό βάρος. Έπειτα, απομακρύνομαι.

Όταν επιστρέφω εβδομάδες ή μήνες αργότερα, η προσκόλληση στο πού ή γιατί ηχογραφήθηκε κάτι έχει ξεθωριάσει. Γίνεται πιο αφηρημένη. Συνήθως τότε γίνεται σαφές τι αξίζει να διατηρηθεί.

Ο τόπος εισέρχεται έμμεσα. Εμφανίζεται στην ατμόσφαιρα και όχι ως αναφορά. Η ακουστική ενός δωματίου, η απομόνωση ή η πυκνότητα ενός τόπου, ο ρυθμός της ζωής γύρω του.

Η μετακίνηση μεταξύ χωρών και πολιτισμών για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου με έχει κάνει να συνειδητοποιήσω πώς ο εκτοπισμός μεταβάλλει την αντίληψη.

Έτσι, η μουσική λειτουργεί περισσότερο ως μια συναισθηματική εικόνα του να βρίσκεσαι κάπου και μετά να φεύγεις. Ο χρόνος κάνει το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς και εγώ συνθέτω από ό,τι απομένει μόλις η σαφήνεια υποχωρήσει.

Προσεγγίζετε τη σύνθεση, την performance και την πρακτική στο στούντιο ολιστικά. Θα θέλατε να αναλύσετε το σκεπτικό πίσω από αυτήν την προσέγγιση;

Δε διαχωρίζω τη σύνθεση, την ερμηνεία και την εργασία στο στούντιο, επειδή αυτός ο διαχωρισμός δεν αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο η μουσική γεννιέται για μένα.

Τα περισσότερα από αυτά που δημιουργώ προκύπτουν από μια συνεχή διαδικασία παιξίματος, ηχογράφησης και αναδιαμόρφωσης. Η ιδέα διαμορφώνεται ενώ ήδη δουλεύω με τον ήχο.

Το στούντιο είναι το μέρος όπου το έργο παίρνει μορφή.

Οι αποφάσεις σχετικά με τον τόνο, τον χώρο, την ισορροπία και την πυκνότητα είναι μουσικές αποφάσεις. Διαμορφώνουν το έργο με τον ίδιο τρόπο που θα διαμόρφωνε η ​​μελωδία ή η αρμονία. Η ηχογράφηση και το μοντάζ αποτελούν μέρος της σύνθεσης.

Η περφόρμανς εντάσσεται στην ίδια λούπα. Το να παίζεις ζωντανά γίνεται ένας τρόπος να μάθεις πώς συμπεριφέρεται ο ήχος σε ένα δωμάτιο και πώς ο χρόνος εκτείνεται ή συμπιέζεται.

Αυτές οι εμπειρίες ανατροφοδοτούν το στούντιο και επηρεάζουν τον τρόπο εργασίας μου.

Το mastering βρίσκεται μέσα στο ίδιο συνεχές. Επιφανειακά, φαίνεται κάτι τεχνικό. Επίπεδα, EQ, μετάφραση, διασφάλιση ότι τα πράγματα διατηρούνται αρμονικά σε όλα τα συστήματα.

Αυτό το επίπεδο έχει σημασία, αλλά είναι μόνο το σημείο εκκίνησης. Οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται εκεί επηρεάζουν το βάρος, τον ρυθμό και τον συναισθηματικό αντίκτυπο.

Παρόλο που είναι το τελευταίο επίπεδο, εκεί λαμβάνει χώρα μια μεγάλη δημιουργική κρίση. Τι να αφήσουμε ανέγγιχτο. Τι να διαμορφώσουμε απαλά. Πόση σαφήνεια μπορεί να μεταφέρει ένα κομμάτι πριν χάσει την ανάσα του.

Όντας καλλιτέχνης και συνθέτης με βοηθά να κατανοήσω την πρόθεση και πόσο εύθραυστο μπορεί να είναι ένα έργο σε αυτό το στάδιο. Έτσι, για μένα είναι μια πρακτική. Εκτέλεση, σύνθεση, ηχογράφηση, μίξη, mastering.

Αν δεν κάνω λάθος, η δισκογραφημένη σας πορεία ξεκίνησε γύρω στο 2008 με το ψευδώνυμο The Sight Below και την κυκλοφορία του Glider. Μπορείτε να μου πείτε για το ταξίδι μέσα από το οποίο γεννήθηκε;

Αυτός ο δίσκος προέκυψε από μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μου.

Ζούσα στο Σιάτλ και ένιωθα απομονωμένος, έχοντας μόλις χάσει την καθημερινή μου δουλειά κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Περνούσα τον περισσότερο χρόνο μου δουλεύοντας πάνω στη μουσική και μένοντας ξύπνιος μέχρι αργά στο στούντιο.

Το The Sight Below ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Πειραματιζόμουν με techno δομές και σταδιακά τις απογύμνωνα μέχρι που ο ρυθμός γινόταν υπαινικτικός αντί λειτουργικός.

Το Glider αναδύθηκε από αυτήν την ένταση. Χρησιμοποιούσα ακόμα εργαλεία που σχετίζονταν με την techno, αλλά όλα είχαν επιβραδυνθεί. Οι εντάσεις μετριάστηκαν. Η επανάληψη στράφηκε προς τα μέσα.

Μεγάλο μέρος του προήλθε από μακρές αυτοσχεδιαστικές sessions, ακολουθούμενες από μοντάζ, οπότε και αφαιρέθηκε οτιδήποτε πολύ άμεσο.

Αυτό που παρέμεινε είχε μια αιωρούμενη ποιότητα η οποία αντανακλούσε το πού βρισκόταν το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.

Υπήρχε επίσης μια αίσθηση ανωνυμίας ενσωματωμένη στο έργο.

Η χρήση ενός ψευδώνυμου δημιούργησε απόσταση και μου επέτρεψε να επικεντρωθώ στον ήχο χωρίς να τον συνδέσω με μια προσωπική αφήγηση. Αυτή η απόσταση παίζει ρόλο στο πώς γίνεται αντιληπτός ο δίσκος.

Κοιτάζοντας πίσω, το Glider βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι για μένα.

Έχει ακόμα το ένα πόδι στην κουλτούρα και τη δομή των κλαμπ, ενώ με το άλλο ήδη κινείται προς την πιο αργή, σχετιζόμενη με την υφή δουλειά την οποία θα έκανα αργότερα με το δικό μου όνομα.

Το 2010, ιδρύσατε την Black Knoll. Με ποιους τρόπους σας έχει βοηθήσει αυτή η απόφαση να διευρύνετε την και ταυτόχρονα να εμβαθύνετε στην καλλιτεχνική σας πρακτική;

Η ίδρυση του Black Knoll είχε ως κινητήριο μοχλό την επιβίωση και την εστίαση.

Χρειαζόμουν έναν χώρο που θα μπορούσα να ελέγξω και ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσα να εργαστώ χωρίς εξωτερική πίεση. Αυτή η αυτονομία διαμόρφωσε όλα όσα ακολούθησαν.

Αυτό που με εξέπληξε ήταν το πόσο πολύ επέκτεινε την πρακτική μου. Η συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες ως μηχανικός mastering απαιτούσε να κατανοήσω γρήγορα την πρόθεση και να μπω σε πολύ διαφορετικούς μουσικούς κόσμους.

Με τα χρόνια, είχα την τύχη να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που σέβομαι ιδιαίτερα, όπως οι William Basinski, Abul Mogard, Grouper, KMRU, Julia Kent, Benoît Pioulard και πολλοί άλλοι.

Κάθε καλλιτέχνης με τον οποίο έχω συνεργαστεί έχει αφήσει το στίγμα του στον τρόπο που προσεγγίζω τον ήχο. Αυτή η ανταλλαγή ανατροφοδοτεί τη δική μου μουσική.

Στο νέο μου άλμπουμ, Points of Inaccessibility, μπορεί κάποιος να ακούσει την επιρροή των MONO στον τρόπο που η μουσική κουβαλά το βάρος και την κλίμακα.

Είναι ένα συγκρότημα με το οποίο συνεργάστηκα για αρκετά χρόνια, και ο χρόνος που αφιέρωσα στη μουσική τους διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι τη δυναμική και τον χώρο.

Ταυτόχρονα, το Black Knoll μου επέτρεψε να εργάζομαι αργά και με συνέπεια, να επανεξετάζω ιδέες για μεγάλα χρονικά διαστήματα και να χτίζω μια σχέση με τον ήχο και τον χώρο.

Με την πάροδο του χρόνου, τα όρια μεταξύ της πρακτικής μου στο στούντιο και της καλλιτεχνικής μου πρακτικής εξαφανίστηκαν.

Μια τυχαία συνάντηση στην Πόλη του Μεξικού με τον Ολλανδό media artist Jaco Schilp αποκάλυψε ένα κοινό έδαφος και άνοιξε το δρόμο για τo Points of Inaccessibility (2026). Πού εντοπίζεται αυτό το κοινό έδαφος;

Το κοινό έδαφος είχε λιγότερο να κάνει με την αισθητική και περισσότερο με την προσέγγιση. Όταν γνωριστήκαμε, έγινε σαφές ότι και οι δύο ενδιαφερόμασταν για τα όρια, την αντίληψη και τι συμβαίνει όταν τα συστήματα γίνονται αδιαφανή.

Και οι δύο έχουμε την τάση να θέτουμε συνθήκες και να δίνουμε προσοχή σε ό,τι προκύπτει μέσα τους. Υπάρχει ένα κοινό ενδιαφέρον για την ασάφεια και για το να αφήνουμε τα πράγματα να παραμένουν εν μέρει άλυτα.

Αυτό ισχύει τόσο για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την εικόνα και τη δομή όσο και για τον τρόπο που προσεγγίζω εγώ τον ήχο και τη διάρκεια.

Από αυτή την επικάλυψη προέκυψε το Points of Inaccessibility. Δημιουργούσαμε παράλληλους χώρους οι οποίοι απαντούν στα ίδια ερωτήματα σχετικά με την πρόσβαση, τη διαμεσολάβηση και την αντίληψη.

Αυτός ο κοινός τρόπος σκέψης επέτρεψε στο έργο να εξελιχθεί χωρίς να επιβληθεί η μετάφραση μεταξύ των επιστημονικών κλάδων.

Το άλμπουμ θέτει το ερώτημα αν η σύνδεση είναι ακόμα δυνατή μέσα σε περιβάλλοντα διαμορφούμενα από τη διαμεσολάβηση και την καθυστέρηση. Είναι ρητορικό το ερώτημα; Έχετε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα;

Δεν θεωρώ το ερώτημα ρητορικό και δεν με ενδιαφέρει να καταλήξω σε μια σαφή απάντηση. Ο δίσκος υπάρχει επειδή το ερώτημα παραμένει άλυτο.

Είμαστε πιο δικτυωμένοι από ποτέ, ωστόσο αυτό δεν εγγυάται την εγγύτητα ή την κατανόηση. Η επικοινωνία φτάνει αποσπασματική και απογυμνωμένη από κάθε πλαίσιο.

Δεν έφτιαξα το άλμπουμ για να επιχειρηματολογήσω σχετικά με την κατάρρευση ή να προσφέρω σιγουριά. Αυτό που προέκυψε ήταν περισσότερο ένα συναίσθημα παρά ένα συμπέρασμα.

Η σύνδεση εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά είναι εύθραυστη και έμμεση. Η μουσική παραμένει μέσα σε αυτήν την αβεβαιότητα, αντί να προσπαθεί να την επιλύσει.

Σε ποιον βαθμό η έλευση των σύγχρονων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλάζει την αντίληψή μας για τον εαυτό μας ως ανθρώπινα, κοινωνικά και πολιτικά όντα;

Η αλλαγή αυτή έχει λιγότερο να κάνει με το αν η τεχνολογία αλλάζει το ποιοι είμαστε, και περισσότερο με τον τρόπο με τον οποίο μάς επιστρέφει την εικόνα του εαυτού μας.

Εργαλεία όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη ενισχύουν τις υπάρχουσες συμπεριφορές και τις επιταχύνουν. Αυτό που μας ανησυχεί είναι το πόσο γρήγορα αυτές οι αντανακλάσεις εδραιώνονται σε κανόνες.

Σε ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχει μείωση της τριβής. Τα πράγματα συμβαίνουν πιο γρήγορα και με λιγότερες παύσεις. Αυτό αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η κρίση, η αμφιβολία και η ευθύνη.

Κοινωνικά, το πλαίσιο μειώνεται και η επικοινωνία καθίσταται πιο αραιή, ακόμα και όταν γίνεται συνεχής.

Πολιτικά, αυτά τα συστήματα συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερα, αλλά βασίζονται σε επιλογές και δομές εξουσίας. Όταν η λήψη αποφάσεων ανατίθεται σε αδιαφανή συστήματα, η λογοδοσία γίνεται πιο δύσκολο να εντοπιστεί.

Βρισκόμαστε σαφώς εν μέσω μιας αναπροσαρμογής. Το ρίσκο δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά το πόσο εύκολα ορίζει τι θεωρείται αποδεκτό ή αναπόφευκτο.

Γι’ αυτό επιστρέφω στην ασάφεια και την αυτοσυγκράτηση στο έργο μου.

Σε μια εποχή κατακλυζόμενη από θόρυβο, μήπως η εναρμόνιση με τη σιωπή μέσα μας και γύρω μας αποτελεί εργαλείο απελευθέρωσης;

Μπορεί να είναι, αρκεί να παραμένεις ειλικρινής σχετικά με το τι περιέχει αυτή η σιωπή. Όταν κάθεσαι μαζί της, τείνουν να έρχονται στην επιφάνεια άβολα πράγματα: Αμφιβολία, θλίψη, πλήξη, άλυτες σκέψεις.

Σε έναν κόσμο θορυβώδη και αντιδραστικό, η επιλογή τού να κάθεσαι σιωπηλός μπορεί να σε απομακρύνει από τη συνεχή ανταπόκριση. Προσφέρει έναν τρόπο να επανέλθεις στον κόσμο με μεγαλύτερη σαφήνεια.

Το να είσαι συντονισμένος με αυτό σε βοηθά να αναγνωρίσεις τι είναι δικό σου και ποιος είναι ο θόρυβος τον οποίο έχεις απορροφήσει. Αυτή η διαύγεια δημιουργεί χώρο για να κάνεις επιλογές πιο συνειδητά.

Στις 6 Φεβρουαρίου θα παίξετε ζωντανά στην Αθήνα μαζί με τον Abul Mogard. Τι κοινά έχετε όσον αφορά στην ανθρώπινη και καλλιτεχνική αντίληψη και πρακτική;

Αυτό που μοιραζόμαστε περισσότερο είναι ο τρόπος προσέγγισης της εργασίας.

Υπάρχει πολλή εμπιστοσύνη, τόσο του ενός έναντι του άλλου όσο και απέναντι στο υλικό. Νιώθουμε άνετα αφήνοντας τα πράγματα να εξελίσσονται χωρίς να επιβάλλουμε αποτελέσματα.

Καλλιτεχνικά, προερχόμαστε από έναν παρόμοιο τόπο, χωρίς να κάνουμε το ίδιο πράγμα.

Συχνά, σκέφτομαι τη σχέση μας ως  ανθρώπων ιταλικών και ισπανικών καταβολών. Αμφότερες μοιράζονται ρίζες και ευαισθησίες, αλλά δεν είναι εναλλάξιμες. Καθεμιά έχει τον δικό της ρυθμό και τρόπο διαμόρφωσης νοήματος.

Αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζει τον τρόπο που λειτουργεί η σχέση με τον Abul Mogard.

Μοιραζόμαστε ένα λεξιλόγιο γύρω από την πυκνότητα και τη διάρκεια, αλλά οι προφορές διαφέρουν. Ο τρόπος με τον οποίο καταλήγουμε σε κάποια πράγματα διαφέρει.

Σε ανθρώπινο επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε μια παρόμοια ιδιοσυγκρασία. Το να παίζουμε μαζί μοιάζει με συζήτηση. Ακούμε, απαντάμε και αφήνουμε χώρο. Αυτή η ισορροπία διατηρεί τη συνεργασία ζωντανή.

Ευχαριστώ θερμά την Karen Vogt (Klang Signals) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ευχαριστώ από καρδιάς και τον καλλιτέχνη για τις σε βάθος απαντήσεις του.

Οι Rafael Anton Irisarri και Abul Mogard εμφανίζονται ζωντανά την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου στις 9 στο Ωδείο Αθηνών, Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» (Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β’ 17-19), στο πλαίσιο των St Pauls Sessions 8.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Andrea Cadamuro (RUHR): «Η τέχνη είναι ταυτόχρονα αντίσταση και επιβίωση»

 


Σόλο συνθεσάιζερ πρότζεκτ του Andrea Cadamuro, o RUHR συνδυάζει τραχείς αναλογικούς ήχους, μινιμαλιστική αισθητική που παραπέμπει στην πρώιμη ΕΒΜ και πολιτικοποιημένους, συχνά συγκρουσιακούς στίχους.

Συνομιλώντας μαζί του ενόψει της συμμετοχής του στο συναυλιακό δρώμενο της DIY εταιρείας «Stanze Fredde Records» το Σάββατο 31 Ιανουαρίου στο Ίλιον Plus.

Ο RUHR «γεννήθηκε μεταξύ Βερόνας και Βερολίνου, αναμιγνύοντας τραχείς αναλογικούς ήχους συνθεσάιζερ εμπνευσμένους από το πειραματικό κύμα ελάχιστου θορύβου της δεκαετίας του ’70 και την ανάγκη για βίαιες χορευτικές κινήσεις που προέρχονταν από τις επαναλαμβανόμενες δομές του πρώιμου EBM».

Πάμε πίσω στην περίοδο διαμόρφωσης του RUHR; Τι σου φαίνεται πιο συναρπαστικό στους «αναλογικούς ήχους συνθεσάιζερ», στις «βίαιες χορευτικές κινήσεις» και στην πρώιμη EBM - και στη συνύφανση αυτών των επιρροών;

Η ιδέα ενός σόλο συνθεσάιζερ πρότζεκτ υπήρχε στο μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό, αλλά δεν είχα την ψυχική ασφάλεια ή τη μουσική ωριμότητα για να την αναπτύξω πραγματικά.

Μετά από μια πολύ άσχημη περίοδο στη ζωή μου, επιτέλους βρήκα τη δύναμη να προχωρήσω μπροστά, και η εστίαση σε αυτό το έργο με βοήθησε πολύ.

Κάποια στιγμή, όλα άρχισαν να παίρνουν μορφή πολύ φυσικά στο μυαλό μου, και αποφάσισα να ακολουθήσω αυτήν τη ροή χωρίς να το σκέφτομαι υπερβολικά.

Προσπάθησα να συνδυάσω τα προσωπικά μου γούστα και επιρροές και ειλικρινά μου άρεσε πολύ το αποτέλεσμα.

Πάντα με έλκυε βαθιά ο αναλογικός ήχος συνθεσάιζερ των πρωτοπόρων της ηλεκτρονικής μουσικής. Λατρεύω τη ζεστασιά και το βάθος του αναλογικού εξοπλισμού.

Με γοητεύουν τα όργανα τα οποία σε αναγκάζουν να λερώσεις τα χέρια σου, να αλληλεπιδράσεις σωματικά με τον ήχο. Τα ψηφιακά εργαλεία είναι πιο πρακτικά, φυσικά, αλλά πάντα τα έβρισκα πιο δύσκολο να τα προσεγγίσω.

Έχω μια ρομαντική σχέση με την προσπάθεια: την ιδέα ότι όσο περισσότερη ενέργεια καταβάλλεις σε κάτι, τόσο περισσότερο απολαμβάνεις τη διαδικασία.

Το να αγγίζω μηχανές, να ελέγχω πραγματικά κουμπιά, να νιώθω τον ήχο κάτω από τα χέρια μου, αυτό είναι απαραίτητο για μένα.

Ο ήχος μου είναι επίσης έντονα επηρεασμένος από παλιά demos, τη lo-fi synth μουσική και πρώιμες κυκλοφορίες συγκροτημάτων. Πάντα μου άρεσε αυτό το ωμό, ατελές συναίσθημα. Είναι ειλικρινές, άμεσο και ανθρώπινο.

Αυτή η αισθητική ταιριάζει απόλυτα με το όραμά μου για τη μουσική ως κάτι φυσικό και ενστικτώδες, όχι γυαλισμένο ή προϊόν υπερβολικής παραγωγής..

Πάντα αγαπούσα επίσης την EBM, ειδικά το πρώτο κύμα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80: συγκροτήματα όπως οι DAF και οι Nitzer Ebb.

Αυτή η μουσική με κάνει να θέλω να κινηθώ. Είναι απλή, ωμή και δυνατή. Υπάρχει μια σωματική ενέργεια μέσα της, σχεδόν σαν μια σωματική παράσταση σε συνδυασμό με επαναλαμβανόμενους, σκοτεινούς και επιθετικούς ήχους.

Αυτή η ωμότητα είναι που πραγματικά με εμπνέει σε συνδυασμό με μια πανκ προσέγγιση.

Η αισθητική σου είναι μινιμαλιστική, οι στίχοι γεμάτοι αγωνία, πολιτικοποιημένοι, ακόμη και συγκρουσιακοί.

Ακολουθείς κάποια συγκεκριμένη διαδικασία σύνθεσης τραγουδιών;

Δε μου αρέσει ιδιαίτερα να γράφω στίχους, επίσης επειδή δε γράφω στη μητρική μου γλώσσα και μερικές φορές είναι δύσκολο.

Συνήθως, όλα ξεκινούν με έναν ήχο ή μια μελωδία στο κεφάλι μου. Έπειτα, ψάχνω για λέξεις οι οποίες μπορεί να ταιριάζουν σε αυτόν τον ήχο.

Συχνά, γράφω πρώτα στη μητρική μου γλώσσα και μετά τα μεταφράζω. Μετά από αυτό, προσπαθώ να δώσω σε όλα ένα συνεκτικό νόημα.

Έχω δεχτεί κάποια κριτική, ειδικά για τη γραμματική, αλλά το γνωρίζω. Αν κάτι μου ακούγεται καλό και βγάζει νόημα, αυτό έχει σημασία.

Οι καλύτερες ιδέες μου συνήθως έρχονται στην αρχή, οπότε προσπαθώ να μην υπερβάλλω. Προτιμώ να αποτυπώνω εκείνη την αρχική στιγμή έμπνευσης και να τα τελειώνω όλα μέσα σε λίγες μέρες.

Γιατί η ενασχόληση με την πολιτική είναι τόσο κρίσιμη επιλογή για εσένα;

Πάντα με γοήτευε η Ιστορία γενικά και πιστεύω πως η πολιτική είναι ως επί το πλείστον ο κύριος χαρακτήρας στην Ιστορία μας και διαμόρφωσε έντονα την αισθητική μου.

Η ομορφιά μιας φωτογραφίας διαμαρτυρίας της δεκαετίας του ’70 ή μιας αναλογικής φωτογραφίας μιας κατάληψης της δεκαετίας του ’80 με συναρπάζει απερίγραπτα.

Πιστεύω ότι οι πολιτικοποιημένοι στίχοι και η τέχνη μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να ανοίξουν το μυαλό τους και να διευρύνουν τη συνείδησή τους.

Πολλοί καλλιτέχνες στο παρελθόν επηρέασαν ολόκληρες γενιές, αλλάζοντας μερικές φορές ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι άνθρωποι, μέσω της μουσικής, των στίχων και της φιλοσοφίας.

Όταν ερμηνεύεις ή δημιουργείς τέχνη, υλοποιείς ιδέες, διαισθήσεις και συναισθήματα. Η ικανότητα να κινητοποιείς την ενσυναίσθηση και την ευαισθησία είναι εξαιρετικά ισχυρή και νομίζω ότι είναι κάτι απαραίτητο.

Έχοντας κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2024, το Terrorismo Individualista, ουσιαστικά ένα σινγκλ, «θέλει να ρίξει φως στις πιο ασφυκτικές πτυχές της εποχής που ζούμε».

Ποιες είναι οι πιο ασφυκτικές πτυχές της εποχής μας, κατά τη γνώμη σου;

Μία από τις πιο ασφυκτικές πτυχές της εποχής μας είναι το πόσο κοντά βρισκόμαστε σε αυτό που περιέγραψε ο Όργουελ στο 1984.

Μια διαδικασία πλύσης εγκεφάλου μεταξύ των γενεών ξεκίνησε πριν από πολύ καιρό και τώρα βλέπουμε τα αποτελέσματά της.

Οι έννοιες διαστρεβλώνονται συνεχώς, δημιουργώντας χάος. Δεν ξέρω αν το χάος είναι εντελώς αρνητικό. Από το χάος, κάτι νέο μπορεί πάντα να γεννηθεί.

Αυτό το οποίο βλέπω σήμερα είναι ένα εντεινόμενο αίτημα για τάξη, αλλά συχνά είναι η τάξη που επιβάλλεται από αυτούς οι οποίοι βρίσκονται στην εξουσία

Λογοκρισία, φωνές και συνεχή ψέματα υπάρχουν παντού, ακόμη και σε πλατφόρμες που κάποτε προορίζονταν να είναι χώροι ελευθερίας. Παρόλα αυτά, νιώθω ότι οι άνθρωποι ξυπνούν, ειδικά σε σύγκριση με δέκα χρόνια πριν.

Πώς ορίζεις τον τόσο συκοφαντούμενο και διαστρεβλωμένο (από αυτούς οι οποίοι βρίσκονται στην εξουσία) όρο «τρομοκρατία» στις μέρες μας; Είναι συνώνυμος με την κοινωνική και προσωπική εξέγερση;

Ή, αντίστροφα, μήπως αντιπροσωπεύει την ίδια την ενσάρκωση του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος όσον αφορά τη νοοτροπία;

Ο όρος «τρομοκρατία» δημιουργήθηκε για να ενσταλάξει φόβο. Όταν οι αρχές χαρακτηρίζουν ορισμένες συμπεριφορές ως «τρομοκρατία», οι άνθρωποι αντιδρούν συναισθηματικά αντί να αναλύουν την πραγματικότητα ή την κατάσταση.

Για μένα, συχνά γίνεται συνώνυμο της εξέγερσης, ακόμη και οι αντάρτες θεωρούνταν «τρομοκράτες» από τους φασίστες και τους ναζί, αλλά αντιδρούν στα όπλα με όπλα.

Αν κάτι αμφισβητεί την υπάρχουσα τάξη και απαγορεύεται ή χαρακτηρίζεται ως τρομοκρατία, δεν με πειράζει.

Στην Ιταλία, για παράδειγμα, ορισμένα σύμβολα που συνδέονται με αριστερά κινήματα καταδικάζονται έντονα επειδή θεωρούνται «τρομοκρατικά», ενώ τα σύμβολα της δεξιάς συχνά γίνονται ανεκτά.

Αυτή η αντίφαση λέει πολλά για την εξουσία και τον έλεγχο της αφήγησης.

Αισθάνομαι σαν να μπαίνουμε σε μια φάση βαθέος χάους.

Γι’ αυτό, η προσωπική μου φιλοσοφία είναι να κάνω όσο το δυνατόν περισσότερα, να απολαμβάνω τη ζωή όσο το δυνατόν περισσότερο και να δημιουργώ πράγματα που ίσως κάνουν έστω και μια μικρή διαφορά.

Η τέχνη, για μένα, είναι ταυτόχρονα αντίσταση και επιβίωση.

Το Kinder Der Fabrik είναι το τελευταίο άλμπουμ του RUHR σε συνεργασία με τους Blocco Schengen, ένα βάναυσο minimal wave project από την Ιταλία. Ποια είναι αυτά τα «παιδιά του εργοστασίου»;

Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2024, όταν συναντηθήκαμε στο Τορίνο για να φτιάξουμε μαζί μουσική. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί όταν αρχίζεις να δημιουργείς με κάποιον άλλο, αλλά από την πρώτη κιόλας μέρα όλα έγιναν όπως έπρεπε.

Φτιάξαμε το Paranoia Strasse σε δέκα λεπτά, και την επόμενη μέρα το Malinconia (το οποίο δεν μπήκε στο άλμπουμ), και αμέσως ξέραμε πως κάπου οδηγούμασταν.

Εκείνη την εποχή, δεν ξέραμε αν ήταν απλώς τύχη ή μια γνήσια δημιουργική σύνδεση.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια των συναυλιών του RUHR, ο Τομ άρχισε να με συνοδεύει στη σκηνή και ερμηνεύσαμε το κομμάτι ζωντανά, διαδικασία που αργότερα θα εξελισσόταν σε δισκογραφική εταιρεία.

Τότε πιθανότατα αρχίσαμε να σκεφτόμαστε να κάνουμε περισσότερα. Η ενέργεια μεταξύ μας στη σκηνή ήταν, και εξακολουθεί να είναι, απίστευτα δυνατή, και θέλαμε να την προωθήσουμε περαιτέρω.

Η πραγματική επιβεβαίωση ήρθε τον Οκτώβριο του 2024, πίσω στο Τορίνο.

Κατά τη διάρκεια μιας ιδιαίτερα εμπνευσμένης ηχογράφησης, κομμάτια όπως τα Stahlwerk, Mutantenkrieg και Stein oder Eis, και ένας Νταντά-βιομηχανικός αυτοσχεδιασμός βγήκαν φυσικά και αβίαστα.

Ό,τι ακούς στο δίσκο είναι ουσιαστικά αυτές οι πρώτες ηχογραφήσεις.

Η φιλοσοφία μας ήταν πάντα να αποτυπώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα στις αρχικές ηχογραφήσεις και, κατά τη γνώμη μας, εκεί συνήθως συμβαίνει η πιο δυνατή μας δουλειά.

Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία βρήκαμε τον ήχο και την ατμόσφαιρα που ψάχναμε, και η ιδέα ενός εννοιολογικού άλμπουμ άρχισε να παίρνει μορφή.

Είχαμε ήδη τέσσερα κομμάτια, γιατί λοιπόν να μην κάνουμε άλλα τέσσερα ή πέντε; Ειδικά επειδή κάθε φορά που συναντιόμασταν (παρά την απόσταση η οποία μάς χώριζε), γράφαμε ένα ή δύο νέα κομμάτια.

Υπήρχε ένας συνεχής ενθουσιασμός στην ανακάλυψη του τι θα δημιουργούσε το μυαλό μας στη συνέχεια.

Η προσέγγισή σας στη δημιουργική διαδικασία είναι παρόμοια;

Μοιραζόμαστε μια παρόμοια προσέγγιση στη δημιουργία μουσικής. Δουλεύουμε με ένα περιορισμένο σύνολο αναλογικών οργάνων και προσπαθούμε να εξάγουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά.

Ο Τομ έχει μια ατελείωτη δημιουργική ορμή, κάτι που μερικές φορές μου λείπει, ενώ εγώ έχω την τάση να επικεντρώνομαι περισσότερο στη διαμόρφωση και την τελειοποίηση ιδεών.

Αυτή η ισορροπία είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η σύνδεσή μας λειτουργεί τόσο καλά.

Το Stahlwerk σηματοδότησε την αρχή μιας πιο ώριμης κατεύθυνσης. Είχαμε βρει τον ήχο και την ατμόσφαιρα.

Λόγω της απόστασης, κάποια κομμάτια αναπτύχθηκαν ξεχωριστά, αλλά συναντηθήκαμε επίσης αρκετές φορές στο Βερολίνο και το Τορίνο, φτάνοντας τελικά στον αριθμό των τραγουδιών που είχαμε στο μυαλό μας.

Αυτό το οποίο μου αρέσει περισσότερο σε αυτό το άλμπουμ είναι η ατμόσφαιρά του. Είχαμε μια ξεκάθαρη ιδέα και καταφέραμε να τη μεταφράσουμε σε ήχο.

Η επιστροφή σε μια πιο πειραματική προσέγγιση -σμίλευση υφών, ώθηση παραμορφώσεων και εξερεύνηση του ακατέργαστου σχεδιασμού ήχου- ήταν κάτι που μας είχε λείψει πολύ.

Αυτή η συνεργασία πυροδότησε επίσης και άλλες συνεργασίες: συνεργαστήκαμε με τον Emanuele Poliani, γνωστό και ως Grid Noise, στο Βερολίνο για τη μίξη και το mastering, και με την Hindele στο βίντεο κλιπ για το TaNz in Nebeln.

Αυτό είναι ίσως το αγαπημένο μου έργο μέχρι στιγμής. Το να μοιράζεσαι τη σκηνή και τη δημιουργική διαδικασία με κάποιον με τον οποίο συνδέεσαι πραγματικά είναι κάτι ξεχωριστό και πιστεύω πως η ενέργεια πηγάζει από τη μουσική.

Φυσικά, δε δημιουργήσαμε κάτι εντελώς καινούργιο, αλλά έτσι νιώθουμε. Απλώς κάνουμε αυτό που αγαπάμε περισσότερο.

Έχουμε βαθιά εμμονή με τα demos, τις κασέτες και τις πρώτες εκδόσεις των αγαπημένων μας συγκροτημάτων.

Μας αρέσει επίσης να ανακαλύπτουμε ξεχασμένα συγκροτήματα ή πρότζεκτ τα οποία μπορεί να κυκλοφόρησαν μόνο μια κασέτα το 1982 και τώρα μπορούν να ακουστούν χάρη στο διαδίκτυο και σε ανθρώπους που κρατούν αυτήν τη μουσική ζωντανή μέσα από το πάθος τους.

Ενδιαφερόμαστε βαθιά για τη γνησιότητα και γι’ αυτό το είδος «αφελούς» προσέγγισης στη μουσική. Δεν αναζητούμε την τελειότητα ή έναν γυαλιστερό, λαμπερό ήχο.

Θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι που να δίνει μια διαφορετική αίσθηση, κάτι έξω από το άψυχο μέινστριμ.

Μπορείς να μας βρεις σε αυτό το άλμπουμ, ν’ ακούσεις τα δάχτυλά μας να παίζουν συνθεσάιζερ ή ένα ωμό snare από ένα Boss DR-660.

Αυτή η φιλοσοφία μπορεί επίσης να βρεθεί στη δισκογραφική εταιρεία «Stanze Fredde», την οποία ο Τομ ίδρυσε από κοινού με την Μπιάνκα. Ο Τομ έγραψε επίσης ένα μανιφέστο.

Τέλος, ποιες είναι οι προσδοκίες σου από το showcase της Stanze Fredde Records το Σάββατο 31 Ιανουαρίου στην Αθήνα;

Ανυπομονώ πραγματικά.

Πρώτον, επειδή πάντα ήθελα να επισκεφτώ την Ελλάδα και δεύτερον, επειδή έχω ακούσει πολλά για την εκεί σκηνή και είμαι πραγματικά περίεργος και ενθουσιασμένος να τη ζήσω.

Ευχαριστώ θερμά τον Andrea Cadamuro για την παραχώρηση της κεντρικής φωτογραφίας.

Ο RUHR εμφανίζεται λάιβ στο πλαίσιο της Stanze Fredde Label Night το Σάββατο 31 Ιανουαρίου στο Ίλιον Plus (Κοδριγκτώνος 17, Αθήνα). Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:00.