Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Franz Treichler (The Young Gods): «Είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση»

 

The Young Gods

Πρωτοπόροι του industrial rock, οι Ελβετοί The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά για πρώτη φορά στην Ελλάδα την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στη σκηνή του Gazarte.

Με αυτήν την αφορμή, έχουμε μια εγκάρδια συνομιλία με το ιδρυτικό μέλος τους, κιθαρίστα και πολυπράγμονα καλλιτέχνη, Franz Treichler.

Αν και ξέρω ότι η επιλογή του ονόματος του συγκροτήματος δε συνδέεται με τη θρησκεία, ποια είναι τα αισθήματά σου γι’ αυτήν;

Ποια είναι η θρησκεία μου, εννοείς;

Καθόλου. Πώς βλέπεις το ζήτημα της θρησκείας, της πίστης, της πνευματικότητας - της μεταφυσικής, γενικότερα; Πιο πολύ σε φιλοσοφικό επίπεδο.

Βασικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι νεαροί θεοί και νεαρές θεές. Δεν έχουμε ανάγκη του θεούς, επειδή έχουμε μέσα μας αυτό το δυναμικό και βρισκόμαστε στη Γη για να μάθουμε πράγματα, να βιώσουμε την ανάταση και να ανταλλάξουμε τις εμπειρίες μας.

Είχα καθολική ανατροφή, αλλά σταμάτησα να πηγαίνω στην εκκλησία όταν ήμουν έντεκα ή δώδεκα χρονών, νομίζω. Δεν μπορούσα να σχετιστώ με το δόγμα.

Αν και έμαθα κάποια καλά πράγματα μέσα από τη θρησκευτική μου ανατροφή, αυτό που βλέπω να παράγουν οι θρησκείες στο παρελθόν και στο παρόν είναι πόλεμοι και μισαλλοδοξία.

Οπότε προτιμάς να μένεις μακριά τους.

Απολύτως!

Καλό είναι να μάθεις κάποιες βασικές θρησκευτικές αρχές. Όταν, όμως, οι θρησκείες πέσουν στα χέρια ανθρώπων οι οποίοι αποζητούν την εξουσία, εκφυλίζονται όπως και οτιδήποτε άλλο.

Υπήρξε για σένα η μουσική -κυρίως το πανκ- ένας τρόπος αυτοέκφρασης, ανακάλυψης και εξερεύνησης του εαυτού σου;

Όταν ήμουν πολύ νέος, στάθηκα τυχερός επειδή είχα έναν μεγαλύτερο αδερφό που έφερνε στο σπίτι μουσική των όψιμων σίξτις. Ήταν τα πρώτα βινύλια τα οποία άκουσα ποτέ - κυρίως ψυχεδελική μουσική.

Είχα, λοιπόν, την εντύπωση πως είχα κι άλλα μεγαλύτερα αδέρφια ανά τον κόσμο, που μιλούσαν μια μουσική γλώσσα την οποία καταλάβαινα.

Πολλές φορές καθόμουν, λοιπόν, στο σαλόνι του σπιτιού ακούγοντας αυτούς τους δίσκους, γεγονός που με βοήθησε να ωριμάσω.

Σε μια τέτοια ηλικία είναι καλό να έχεις ερεθίσματα τα οποία δεν είναι συντηρητικά.

Έτσι, όταν ξέσπασε το πανκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αγκάλιασα την ενέργειά του, επειδή θεωρούσα ότι το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής της εποχής γινόταν απρόσιτο. Το ροκ είχε απομακρυνθεί πολύ από τους ανθρώπους.

Είχε γίνει ελιτίστικο.

Θα μπορούσες να το πεις.

Στο πλαίσιο του πανκ, ο καθένας μπορούσε να παίξει ή να ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει. Ή, βασικά, να παρτάρει! (Γέλιο).

Το εγκατέλειψες, όμως. Τι «απέσταξες» από αυτό -μουσικά και πολιτισμικά- ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης σε εξέλιξη; Ο αρχικός ήχος των The Young Gods, πάντως, δεν είχε πολλή σχέση με το πανκ.

Για δυο-τρία χρόνια το πανκ κίνημα ήταν κάτι καλό. Κατόπιν, ωστόσο, έγινε μόδα.

Το DIY πνεύμα, η πίστη σε και το πάθος για ό,τι κάνω είναι αυτά τα οποία πιθανόν παραμένουν μέσα μου από εκείνη την εποχή.

Σάμπλαρα, εξάλλου, υλικό από πανκ μπάντες, επειδή αυτές μου άρεσαν.

Ανατρέχοντας, πάντως, στη γέννηση του ήχου των The Young Gods, ήταν ένας συνδυασμός της ψυχεδελικής μουσικής που άκουγα στα πρώιμα σέβεντις, της πανκ ενέργειας και της επιρροής των πρώιμων ευρωπαϊκών industrial συγκροτημάτων.

Η επιρροή των Neubauten είναι από τις πιο αισθητές.

Ασφαλώς. Μάς είχαν προσκαλέσει πολλές φορές να παίξουμε μαζί τους και ήταν πάντα πολύ καλοί απέναντί μας. Ήταν φαντασική μπάντα επί σκηνής - κι ακόμα είναι.

Θα ήθελα, ωστόσο, να επιστρέψουμε λίγο στη διαδικασία του σάμπλινγκ. Πώς αποφάσισες να εμπλακείς σ’ αυτήν;

Ήταν μια κάπως οραματική, αλλά και πρακτική επιλογή.

Πριν τους The Young Gods, συμμετείχα σε μια άλλη μπάντα, η οποία διαλύθηκε εξαιτίας διαφορετικών φιλοδοξιών και καλλιτεχνικών κατευθύνσεων.

Είχα κουραστεί να συμβιβάζομαι σχετικά με το περιεχόμενο της μουσικής. Οπότε, όταν το πρώτο φτηνό σάμπλινγκ βγήκε στην αγορά, μπορούσα να προσποιηθώ ότι ήμουν ένα συγκρότημα!

Φαντάσου πως μιλάμε για σαράντα χρόνια πριν. Τότε δεν υπήρχαν υπολογιστές, αποθηκευτική μνήμη στα διάφορα μηχανήματα ή ψηφιοποίηση. Ούτε καν midi πρωτόκολλα.

Περνούσα, λοιπόν, ώρες ακούγοντας βινύλια, εξάγοντας λούπες από ντραμς ή κιθαριστικές εισαγωγές και συνθέτοντας ηχητικά κολάζ με μια τετρακάναλη κασέτα. Το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν να είχε ήδη υποστεί κάποια παραγωγή.

Εκείνη την εποχή, αν ήθελες να έχεις έναν καλό ήχο, έπρεπε να πας σε ακριβό στούντιο. Έτσι, άδειαζα και ανακύκλωνα υλικό το οποίο είχε ήδη ηχογραφηθεί. Ήταν κι αυτή μια κάπως πανκ στάση.

Έπειτα, δεν ήθελα βέβαια να είμαι μόνος μου στη σκηνή κι έτσι ζήτησα από τον συγκάτοικό μου και συνιδρυτικό μέλος των The Young Gods, Cesare Pizzi, να βάλει ένα χεράκι.

Στην αρχή ήθελε να με βοηθάει μόνο στα τεχνικά ζητήματα, μετά κάναμε μια συναυλία μόνο οι δυο μας και στη συνέχεια αποφασίσαμε πως θα ήταν καλό να έχουμε έναν ντράμερ, επειδή θα συνδεόταν οργανικά με τα μηχανήματα.

Έτσι ξεκινήσαμε.

Ένα μέρος του κοινού μάς μισούσε, επειδή ήταν αμφιλεγόμενο και σκανδαλώδες να παίζεις ροκ χωρίς να χρησιμοποιείς λάιβ κιθάρα.

Θα ένιωθε ίσως εξαπατημένο ακούγοντας -αλλά όχι βλέποντας- κιθάρες.

Θα εκπλήσσονταν τουλάχιστον!

Μετά τα πρώτα δύο άλμπουμ -ιδίως το δεύτερο, για μένα-, ορόσημα του είδους, συνέχισες να εξερευνάς άλλες κατευθύνσεις, περισσότερο προσανατολισμένες στην ηλεκτρονική μουσική. Το Second Nature σηματοδοτεί αυτήν την περίοδο.

Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη δημιουργική ανησυχία.

Τα πρώτα άλμπουμ των The Young Gods έγιναν αποκλειστικά με τη χρήση samples από κιθάρες, κλασική μουσική, αλλά και μουσική από καμπαρέ.

Κατόπιν, σκεφτήκαμε να κάνουμε μουσική που να αποτελεί φόρο τιμής στα γκρουπ τα οποία αγαπούσαμε: Stooges, Doors, Pink Floyd.

Από την αρχή, ωστόσο, ενδιαφερόμουν για την ηλεκτρονική μουσική.

Κι όταν πια οι υπολογιστές είχαν γίνει πολύ προσιτοί και καθώς ενδιαφερόμασταν πολύ για την καινούρια τεχνολογία, ήταν σημείο των καιρών να προκαλέσουμε τους εαυτούς μας να σκεφτούμε και συνθέσουμε μουσική διαφορετικά.

Στα πολύ μεταγενέστερα χρόνια, ως συγκρότημα καταπιαστήκατε και με άλλον έναν γίγαντα της σύγχρονης μουσικής, τον Terry Riley. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για τη σχέση σου με τη μουσική του, την οποία τόσο οραματικά προσέγγισες;

Το In C, ιδίως, είναι ένα ορόσημο με όλες τις λούπες, τις επαναλήψεις και τα πολυρυθμικά στοιχεία του που γεννήθηκαν από το «τρελό» μυαλό ενός μαστουρωμένου νεαρού συνθέτη στα πρώιμα σίξτις.

Όταν, το 2019, μάς προσέγγισε μια πολυμελής μπάντα πνευστών προτείνοντάς μας να το παίξουμε μαζί σε ένα τεράστιο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, το θεώρησα σπουδαία ιδέα. Δεν ήταν δική μας απόφαση ως The Young Gods.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία εκτέλεσης του In C. Μου άρεσε ο ημι-αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της και το γεγονός πως κάθε μουσικός γινόταν μαέστρος. Ήταν μια συλλογική διαδικασία.

Μετά από αυτήν την εμπειρία, ερωτευτήκαμε το In C και θελήσαμε να συνθέσουμε την δική μας εκδοχή. Κι έτσι συνέβη, οργανικά.

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, Appear Disappear, είναι επίσης σπουδαίο. Είναι ένα είδος σύνοψης της καριέρας σας ως μπάντας; Πώς το βιώνεις;

Σύνοψη; Αν το καταλαβαίνω σωστά, σημαίνει κάποιος είδος περίληψης.

Ναι - τόσο μουσικά, όσο και στιλιστικά.

Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία από λες τις περιόδους των The Young Gods, αλλά παουσιασμένα με έναν πολύ σύγχρονο τρόπο.

Πολύ λείο και μεθυστικό!

Ηλεκτρονικά, ζωντανά ντραμς, ζωντανές κιθάρες, σαμπλαρισμένες κιθάρες. Κανένας περιορισμός. Καλή, θετική ενέργεια, θα έλεγα.

Γιατί αισθάνεσαι «σαν συστηματοποιημένος», όπως αναφέρεται σε μια από τις συνθέσεις του άλμπουμ;

Στις μέρες μας πρέπει να είσαι συνδεδεμένος για να αποτελείς μέρος της κοινωνίας. Σε ορισμένες χώρες δεν μπορείς να πληρώσεις με μετρητά.

Όντως!

Πρέπει να ανοίγεις το τηλέφωνο ή τον υπολογιστή σου για να κάνεις τις καθημερινές δουλειές. Γίνεσαι όλο και περισσότερο μέρος ενός συστήματος. Ήμασταν πιο ελεύθεροι όταν τα τηλέφωνα ήταν στερεωμένα στον τοίχο.

Μου αρέσει η τεχνολογία, πάντως. Αλλά όχι όταν αναγκάζομαι να τη χρησιμοποιώ.

Μιας και αναφέρθηκες στην τεχνολογία, σε προβληματίζει, σε ενθουσιάζει ή σε τρομάζει η αμφιλεγόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη;

Η Τεχνητή Νοημοσύνη σίγουρα μπορεί να βοηθήσει, αλλά στα χέρια της βιομηχανίας αποτελεί απλώς ένα μέσο για να βγάλουν ακόμη περισσότερα χρήματα εις βάρος όλων.

Ως μουσικός, δεν τη χρησιμοποιώ για δύο λόγους. Καταστρέφει τον πλανήτη από οικολογική άποψη.

Αγαπώ, εξάλλου, τη δημιουργική διαδικασία, τον χρόνο που αφιερώνω στην αναζήτηση και την ανάπτυξη ιδεών. Δε θέλω να αφήσω αυτό το κομμάτι της δουλειάς σε μια μηχανή.

Η διαδικασία είναι απολαυστική. Η σύνταξη μιας εντολής μπορεί να είναι δημιουργική, αλλά μέχρι τώρα τη βρίσκω βαρετή.

Ζούμε σε έναν ζοφερό κόσμο, γενικά - πόλεμοι και γενοκτονίες μαίνονται. Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί να μας κρατήσει ψυχικά υγιείς - και σε εγρήγορση;

Ναι, αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ασχολούμαι με την τέχνη. Η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε την ανθρωπιά μας.

Το να είσαι άνθρωπος - ένα σπάνιο εγχείρημα στις μέρες μας.

Λέω πως είμαι ενάντια στη συνθηκολόγηση.

Πρέπει να πιστέψουμε στη δύναμή μας, δεν πρέπει να υποκύψουμε. Γι’ αυτό δεχόμαστε καταιγισμό αρνητικών ειδήσεων. Μας κάνουν να νιώθουμε άχρηστοι και θύματα.

Ανυπομονώ να παρακολουθήσω τη συναυλία σας τον Οκτώβριο, εδώ στην Αθήνα, για να μοιραστώ λίγη από την ενέργεια και την ανθρωπιά σας. Νομίζω ότι δεν έχετε δώσει ποτέ συναυλία στην πόλη.

Πρώτη φορά στην Ελλάδα! Ανυπομονώ κι εγώ πάρα πολύ. Μετά από τόσο καιρό... Είναι απίστευτο που δεν είχε γίνει ποτέ πριν. Ποτέ δεν είναι αργά, όμως!

Μοιάζει να πέρασε μια ολόκληρη ζωή από τότε που ξεκινήσατε - αλλά, πράγματι, ποτέ δεν είναι αργά!

Είμαστε όλοι νεαροί θεοί.

Από δημιουργικής άποψης, εξακολουθείς να είσαι ένας τέτοιος. Τα λέμε τον Οκτώβριο, λοιπόν. Να είσαι καλά, να παραμένεις δημιουργικός και σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση!

Παρακαλώ. Εύχομαι τα καλύτερα σε εσένα και τους αγαπημένους σου. Τα λέμε τον Οκτώβριο.

Ευχαριστώ θερμά τον Christian Fighera (Two Gentlemen) από το μάνατζμεντ του καλλιτέχνη για την πολύτιμη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Οι The Young Gods εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte - Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου.




Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Λουκία Τζωρτζοπούλου: «Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία»

 


Διαπλέκοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το συλλογικό και εμπνεόμενη από το βίωμα της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η μικρού μήκους ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή αφηγείται την εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών Αγρινίου από τους Ναζί στις 14 Απριλίου 1944.

Συναντηθήκαμε με την εξαιρετικά ταλαντούχα δημιουργό στο πλαίσιο του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να μου μιλήσεις για την εσωτερική ανάγκη που σε έστρεψε στο animation και κατά πόσο, με την πάροδο των ετών, έχεις εμβαθύνει σε αυτό ή/και έχει αλλάξει ο προσανατολισμός σου.

Προέρχομαι από τον χώρο των κόμικς. Φτιάχνω κόμικς.

Με το animation άρχισα να ασχολούμαι από μόνη μου. Πάντα, ωστόσο, ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία μέσω του animation.

Ήξερα ότι επρόκειτο για δύσκολο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά λίγο μετά το τέλος της περιόδου του Covid είχα αποφασίσει να γράψω ένα σενάριο.

Από παιδάκι ήθελα να πω τη συγκεκριμένη ιστορία, την είχα ήδη στο μυαλό μου και θα ήταν μόνο animated.

Πηγάζει από ένα βίωμα της γιαγιάς μου, το οποίο η ίδια μάς αφηγείτο με τρόπο αρκετά συγκαλυμμένο επειδή τότε ήμασταν μικρά και ως τέτοια, το εκλαμβάναμε σαν παραμύθι.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι αφορά στο μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός που συνέβη την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής στο κέντρο του Αγρινίου:

Tην εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών έξω από το πατρικό της γιαγιάς μου, όπου και βρισκόταν η ενορία της οικογένειάς μου.

Οι φυλακές, οι οποίες αργότερα μετατράπηκαν σε σχολείο, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και το πατρικό της γιαγιάς μου σχημάτιζαν χωροταξικά ένα τρίγωνο.

Έπρεπε να περάσουν χρόνια μέχρι να συνδέσω την εκτέλεση με την ιστορία που μας είχε πει η γιαγιά.

Από παιδάκι, λοιπόν, θεωρούσα πως το ίδιο το ιστορικό γεγονός είχε τεράστια κινηματογραφικότητα.

Γιατί;

Επειδή πρόκειται για μια μαζική εκτέλεση τα χαράματα της Μεγάλης Παρασκευής έξω από μια εκκλησία, ενώ στο εσωτερικό της προτοίμαζαν τον Επιτάφιο ενόψει της Ανάστασης.

Σε συμβολικό επίπεδο η Ανάσταση συντελείται κατόπιν, αλλά σε κυριολεκτικό κάποιοι άνθρωποι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν εκεί επιτόπου σε ομαδικούς τάφους.

Αυτό, από μόνο του, είναι σινεμά. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήθελα να αφηγηθώ αυτήν τη μικρή προσωπική ιστορία που συμβαίνει παράλληλα με την Ιστορία.

Μια από τις αφηγηματικές αρετές της ταινίας σου είναι, πράγματι, η διαπλοκή και συνύφανση του προσωπικού με το συλλογικό. Αξιοθαύμαστο επίτευγμα.

Ισχύει.

Θεωρώ, ωστόσο, πως είναι αρκετά τίμιο το ότι επέλεξα να αφηγηθώ τη μικρή ιστορία αποκλειστικά υπό το πρίσμα ενός μικρού παιδιού, πρίσμα το οποίο δομείται με βάση την αντίληψή του για την πραγματικότητα και τις προσλαμβάνουσές του.

Αν θυμάσαι πώς ήσουν σε ηλικία πέντε χρονών καταλάβαινες τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Αυτήν την αίσθηση ήθελα να αποδώσω και να καταστήσω αντιληπτό ότι τα όσα αποτυπώνονται δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα.

Τα πλήθη είναι απρόσωπα. Οι γονείς, αντί να είναι φιγούρες που παρέχουν φροντίδα, είναι αποστασιοποιημένοι. Η μητέρα έχει αναλάβει τον ρόλο του δυνάστη.

Είναι κακοποιητική, χρησιμοποιώντας σημερινή ορολογία.

Η βία τότε ήταν όχι απλά κανονικοποιημένη, αλλά -δυστυχώς- και επιθυμητή.

Οπότε, αυτό το παιδάκι σχηματίζει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας.




Πόσο εύκολο ήταν να μπεις ή να ξαναμπείς στον ψυχισμό ενός παιδιού ή να υιοθετήσεις τη ματιά του; Ποια είναι η σχέση σου με την παιδική ηλικία, την παιδικότητα και τη φιλμική αποτύπωσή τους;

Δεν ξέρω κατά πόσο το κατάφερα.

Δε δυσκολεύτηκα, ωστόσο, να μπω στον κόσμο ενός παιδιού. Ουσιαστικά, «συνάντησα» νοερά τον εαυτό μου όταν ήταν έξι ή επτά χρονών που είχε φτιάξει τον δικό του κόσμο ακούγοντας την ιστορία της γιαγιάς.

Στον πυρήνα, κράτησα το πολύ προσωπικό και παιδικό. Αυτό προσπάθησα να μεταφέρω.

Πέρα από τους προφανείς οικονομικούς περιορισμούς οι οποίοι ίσως υπαγορεύουν  εν μέρει τη στιλιστική σου επιλογή, τι παραπάνω ή τι περισσότερο προσδίδει το animation στη φιλμική διαχείριση ενός ιστορικού γεγονότος ή ενός τραύματος;

Δε θα μπορούσα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία με όρους live action και σίγουρα θέλει ιδιαίτερα κότσια, περισσότερη μελέτη και έρευνα και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερο budget για να την αποδώσεις επαρκώς και ικανοποιητικά.

Το animation δίνει την ευκαιρία να παρουσιάσεις έναν κόσμο πολύ πιο δημιουργικά και χωρίς αφηγηματικές δεσμεύσεις. Ήταν το μέσο για να αποδοθεί το κοντράστ ανάμεσα στην υποκειμενική παιδική ματιά και την αντικειμενική Ιστορία.

Σε ενδιέφερε περισσότερο το συγκεκριμένο βίωμα υπό το πρίσμα ενός παιδιού στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ή σε απασχολεί γενικότερα και η τρέχουσα, ζώσα Ιστορία;

Είμαι «nerd» για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μελετώ πολύ αυτήν την περίοδο τόσο σε ιστορικό, όσο και σε καλλιτεχνικό πλαίσιο.

Εξάλλου, βασική μου επιρροή γι’ αυτήν την ταινία ήταν μια παραγωγή του Studio «Ghibli», το Ο Τάφος των Πυγολαμπίδων (Grave of the Fireflies) του Ισάο Τακαχάτα.

Το φιλμ αφορά σε δύο παιδάκια στην Ιαπωνία λίγο πριν η χώρα συνθηκολογήσει και τις καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου στον άμαχο πληθυσμό.

Θεωρώ πως πρόκειται για μια από τις πιο σπαρακτικές ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά και στο animation και στο live action. Ήθελα να αποτυπώσω τον πόνο τον οποίο βιώνουν τα μικρά παιδιά.

Φυσικά, με ενδιαφέρει και η τρέχουσα πραγματικότητα. Παρότι η δημιουργία της ταινίας ξεκίνησε το 2022, δυστυχώς κάθε χρόνο γινόταν τρομακτικά πιο επίκαιρη, σε σημείο που να μιλάει πια και για το παρόν.

Θα έβλεπες τον εαυτό σου να καταπιάνεται στο μέλλον με άλλα ζητήματα ιστορικής υφής;

Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία και να αφηγούμαι ιστορίες από αυτό χωρίς να το έχω βιώσει.

Στην πραγματικότητα, πάντως, ό,τι κι αν φτιάξω έχει άμεση σχέση με το παρόν. Έκανα μια ταινία για το παρελθόν στην προσπάθειά μου να αντιμετωπίσω την τρέχουσα κατάσταση.

Είναι σημαντικό για τους δημιουργούς να μιλήσουμε για ιστορίες εκτυλισσόμενες σε τραυματικές περιόδους προκειμένου να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το παρόν.

Δημιούργησα μια ιστορία με αντιφασιστικό περιεχόμενο επειδή έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον ζόφο της εποχής μας.

Όλη μας η καθημερινότητα φιασιστικοποιείται, ακόμα και στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός το οποίο μας αφορά άμεσα ως καλλιτέχνες.

Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει την ΤΝ εργαλείο του φασισμού. Ισοπεδώνει και ομογενοποιεί την αισθητική και την αντίληψή μας, κι αυτό είναι τρομακτικό.

Βάσει της προσωπικής εμπειρίας σου, είναι η κατάσταση στον χώρο του animation στην Ελλάδα ελπιδοφόρα;

Έχει συγκροτηθεί -και κάθε χρόνο μεγαλώνει- η κοινότητα των δημιουργών animation, μια διαδικασία που έχει τον δικό της πόνο και κουβαλά τη δικιά της ταλαιπωρία. Όλη αυτή η διαδικασία μάς φέρνει κοντά.

Η κατάσταση είναι ελπιδοφόρα, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα. Υπάρχει πολύ ταλέντο, πολλή όρεξη και πείσμα για δουλειά, παρά την εξάντληση και την έλλειψη πόρων.

Δεν υπάρχει πλήρης αντιστοίχιση του κόπου τον οποίο καταβάλλουμε με τις αμοιβές που λαμβάνουμε.

Νιώθω ότι κάποιες φορές ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πόση δουλειά απαιτείται, ειδικά στην εποχή που ζούμε, κατά την οποία, πατώντας ένα κουμπί, μπορεί να προκύψει ένα αποτέλεσμα ίσως πολύ πιο άρτιο.

Προσωπικά, αφιέρωσα πολλές ώρες για ένα πλάνο τριών δευτερολέπτων, γι’ αυτό και οι animators έχουμε μεγαλύτερη ευαισθησία όταν γράφεται κάτι για τη δουλειά μας ελαφρά τη καρδία, και προσδοκούμε μεγαλύτερη θέρμη και στήριξη.

Κανένας θεατής δεν είναι, πάντως, υποχρεωμένος να λειτουργήσει έτσι.

Βιώνεις την ίδια αίσθηση κοινότητας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας, για πρώτη φορά ως σκηνοθέτρια με ολοκληρωμένη δουλειά;

Αν και περίμενα να είμαι διαφορετικό «φρούτο», να σου πω την αλήθεια, ναι. Είμαι μία δημιουργός ανάμεσα στους άλλους. Και από το feedback που έχω πάρει, είμαι πολύ χαρούμενη.

Ελπίζω να συνεχίσει να υπάρχει αυτό το feedback.

Από μένα εξαρτάται.

Καλοτάξιδη εύχομαι να είναι η Μεγάλη Παρασκευή, όπου βρεθεί, επειδή αξίζει και αξίζεις. Και μακάρι να διατηρήσεις το κουράγιο, τη ζωτικότητα και την επιμονή σου, σε δύσκολους καιρούς.

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Επιβάλλεται, θεωρώ, πλέον.

«Αντέχεις να κάνεις την επόμενη ταινία;» με ρωτάνε. Όχι απλά αντέχω, αλλά πρέπει να την κάνω. Μου βγαίνει ένα πείσμα. Οπότε ελπίζω να καταφέρω να δρομολογήσω σχετικά γρήγορα το επόμενο πρότζεκτ.

Η ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή προβλήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής (Αλέξανδρος Μίαρης).

Επόμενοι σταθμοί στο φεστιβαλικό ταξίδι της, το Διεθνές Φεστιβάλ Animation AnimaSyros (21-27 Σεπτεμβρίου) και το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας (30 Σεπτεμβρίου-11 Οκτωβρίου).




Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

49ο Διεθνές Φεστιβάλ Δράμας: Τι ξεχωρίσαμε από το Εθνικό Διαγωνιστικό

 


Με μια λιτή τελετή έναρξης στην κατάμεστη αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου της πόλης ξεκίνησε την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου το 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Η τελετή ολοκληρώθηκε με την προβολή του ντεμπούτου της πρόσφατα χαμένης σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και πολλά υποσχόμενης νεαρής δημιουργού, Μαρίας Τσιώλη, Ασίστ.

Η αξιέπαινη και συγκινητική επιλογή της διοργάνωσης έγινε θερμά δεκτή από κοινό και κριτικούς.

Το ίδιο βράδυ ξεκίνησαν και οι προβολές των ταινιών της «ναυαρχίδας» του Φεστιβάλ, του Εθνικού Διαγωνιστικού, στον ανακαινισμένο ιστορικό κινηματογράφο «Ολύμπια» και στον θερινό «Αλέξανδρο».

Το φετινό πρόγραμμά του διαρθρώνεται σε έξι επιμέρους ενότητες και αριθμεί 30 συνολικά φιλμ επιλεγμένα από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ, Γιώργο Αγγελόπουλο, με τη γνωμοδοτική συμβολή ολιγομελούς προκριματικής επιτροπής.

Το πρόγραμμα συνιστά ένα «πανόραμα» της εγχώριας «μικρομηκάδικης» παραγωγής, αναζητώντας, ανιχνεύοντας, εξερευνώντας και εντέλει αναδεικνύοντας ανάγκες, αντιφάσεις, επιθυμίες και τάσεις των δημιουργών.




Εμπνευσμένο από προσωπικά βιώματα, το μικρού μήκους ντεμπούτο της σκηνοθέτριας, φωτογράφου, βιντεογράφου και ηθοποιού Αλεξάνδρας Ντεληθέου, Holterline, είναι μια πυκνή, εικαστικά συναρπαστική «σπουδή»| στην απώλεια.

Κεντρικός χαρακτήρας του φιλμ είναι η Αγγελική (Αγγελική Παπούλια), η οποία, κλονισμένη από τον θάνατο του πατέρα της, κερδίζει ένα ταξίδι στον κόσμο του ασυνείδητου, χρησιμοποιώντας τη συσκευή μέτρησης παλμών Holter.

Υιοθετώντας τη φόρμα του ψευδοντοκιμαντέρ, το γιασεμί και ρόδον του Κύπριου Σπύρου Χαραλάμπους εξερευνά την προοπτική της επανένωσης μέσα από την ιστορία της συνάντησης της Τουρκοκύπριας Ζεχρά και της Ελληνοκύπριας Μαρούλας.

Εξαιρετικές, πηγαία συγκινητικές οι ερμηνείες των Mine Teber και Γιάννας Λευκάτη στους αντίστοιχους ρόλους.

«Κάθε εποχή αγκαλιάζει το βαμπίρ που χρειάζεται», δηλώνεται ήδη από τους εναρκτήριους τίτλους του Κεριού, της τολμηρής δεύτερης μικρού μήκους ταινίας της Χρυσιάννας Παπαδάκη, μετά την πολυσυζητημένη Αρκουδότρυπα.

Πρόκειται για μια ατμοσφαιρικά φωτογραφημένη και εκτυλισσόμενη στη νυχτερινή Αθήνα κουίρ (βαμπιρική) ιστορία για την αγάπη, τον ερωτισμό και την περιποίηση, με αξιομνημόνευτες ερμηνείες από το Ηρώ Kraija και την Πάμελα Οικονομάκη.

Το πολυεπίπεδο -ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά, ταξικά, φιλοσοφικά- ζήτημα της άρνησης στράτευσης στη σύγχρονη Ελλάδα ιχνηλατεί η Αναστασία Γκίβαλου στους Αδέσποτους, το μικρού μήκους ντεμπούτο της.

Παρά τις σεναριακές αδυναμίες της, η ταινία αποτελεί μια έντιμη «γυναικεία» ματιά σε ένα φαινομενικά αμιγώς «αντρικό» θέμα. Αξιόλογες οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, με προεξάρχουσα εκείνη του Νικόλα Δροσόπουλου.

Η τρίτη ημέρα προβολών του Εθνικού Διαγωνιστικού, Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου, υπήρξε, συνολικά, η πιο ικανοποιητική μέχρι σήμερα.

Από τις πέντε ταινίες του προγράμματος, τουλάχιστον οι τρεις ξεχώρισαν σε ένα ή σε περισσότερα επίπεδα.




Δημιουργός κόμικς, storyboard artist και σκηνοθέτρια, η Λουκία Τζωρτζοπούλου παραδίδει με το animation Μεγάλη Παρασκευή μια από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές του φετινού Φεστιβάλ Δράμας.

Ιδωμένη υπό το πρίσμα της εξάχρονης Αναστασίας και εμπνευσμένη από αφηγήσεις της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η Μεγάλη Παρασκευή τοποθετείται χρονικά στην περίοδο της ναζιστικής κατοχής στο Αγρίνιο.

Συνυφαίνοντας το προσωπικό και το συλλογικό με αξιοθαύμαστη ισορροπία, η ταινία εξιστορεί τον παιδικό έρωτα της μικρής Αναστασίας για έναν Ιταλό στρατιώτη που προσχώρησε στις τάξεις των ανταρτών.




Σε τραυματικά προσωπικά βιώματα βασίζεται και το δεύτερο, άρτια σκηνοθετημένο και σεναριογραφημένο μικρού μήκους φιλμ της Μαριάννα Μποζαντζόγλου, Sisters.

Σε ένα σχεδόν μυητικό ταξίδι ενηλικίωσης-«μυστική αποστολή», η δωδεκάχρονη Δέσποινα κατευθύνεται με την μικρή αδερφή της, Άννυ, στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς ένα αρχικά γνωστό τελικό προορισμό.

Oι πιτσιρίκες Εύη Σούλη και Σοφιάννα Χαρτάκη «λάμπουν» ερμηνευτικά.




Με στοιχεία από το σινεμά του φανταστικού, το The Great Organ του Μιχάλη Κίμωνα (σε συν-σκηνοθεσία με την Ρωξάνη Κριμίζη) αφηγείται τη συνάντηση και τον δύσκολο έρωτα δύο μοναχικών νευροδιαφορετικών ανθρώπων.

Οι ερμηνείες των Jef Maarawi και Θεανώς Μεταξά στους ιδιαιτέρως απαιτητικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους είναι συνταρακτικές.




Παρακολουθήσαμε επίσης την πιο πρόσφατη μικρού μήκους ταινία της Αλεξάνδρας Ματθαίου, Free Eliza (Notes on an Anatomical Imperfection), η οποία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών» των Καννών.

Στο Φεστιβάλ της Δράμας συμμετέχει τόσο στο Διεθνές, όσο και στο Εθνικό Διαγωνιστικό.

Θυμίζοντας αρκετά όσον αφορά τον θεματικό του άξονα και τις κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες το Animal της Σοφίας Εξάρχου, αφηγείται την ιστορία της Ελίζας, εργαζόμενης σε ένα πολυτελές resort hotel, η οποία δεν μπορεί να χαμογελάσει.

Η Γρηγορία Μεθενίτη παραδίδει ρεσιτάλ ερμηνείας στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το 49ο Φεστιβάλ Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας ολοκληρώνεται την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου.

Όλες οι ταινίες (πλην του Free Eliza) οι οποίες συμμετέχουν σε διαγωνιστικά προγράμματα είναι διαθέσιμες δωρεάν στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ.