Παραβολή
για την πολιτική κατάσταση της Κεντρικής και Λατινικής
Αμερικής, την εξουσία, τον έλεγχο και την ελευθερία, η
εφιαλτική νουβέλα του Γουατεμαλανού Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, Μυστική
φυλακή, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Μια συνάντηση με
τον γλυκομίλητο συγγραφέα -και κάτοικο Αθήνας- στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ
ΛΕΑ, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.
Θα ήθελα να ξεκινήσω από
το γεγονός ότι η νουβέλα σου Μυστική
φυλακή κυκλοφόρησε πριν από 30 και πλέον χρόνια.
Tην έγραψα το 1991.
Πώς νιώθεις, λοιπόν, που
ένα βιβλίο σου καθίσταται διαθέσιμο σε κάποια γλώσσα μετά από τόσο καιρό;
Ασφαλώς πολύ ευτυχής.
Χωρίς να έχω τέτοια
πρόθεση, φιλοτεχνούσα μια πραγματικότητα στο πλαίσιο της οποίας ο έλεγχος του
νου ήταν πολύ παρών. Η φαντασία τού τότε μιλάει, όμως, πολύ για το σήμερα.
Εκείνη την εποχή, το
ζήτημα του ελέγχου ήταν ένα ερώτημα, στις μέρες μας είναι ένα γεγονός: ξέρουμε
πως βρισκόμαστε υπό ένα τέτοιο καθεστώς.
Αντλείτο αυτή η αίσθηση
από τη γουατεμαλανή εμπειρία σου εκείνης της περιόδου, ή και την πραγματικότητα
της Κεντρικής και της Λατινικής Αμερικής;
Η τοποθεσία είναι πολύ
γουατεμαλανή.
Ήξερα ότι υπήρχαν
μυστικές φυλακές που χρησιμοποιούνταν από τον στρατό για τον βασανισμό
πολιτικών αντιφρονούντων.
Κατά τα άλλα, η φαντασία
μου επηρεαζόταν από άλλα βιβλία.
Το Σχέδιο διαφυγής
του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, ένα μυθιστόρημα το οποίο μιλούσε για πειράματα του
νου, ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη επιρροή μου.
Όταν άρχισα να γράφω τη Μυστική
φυλακή, δε γνώριζα τι ιστορία θα γράψω τελικά. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι
θα υπήρχε ένας άνδρας δεμένος σε ένα δέντρο.
Βρισκόμουν στο Μαρόκο και
ξαφνικά ένα βράδυ, στη διάρκεια του Ραμαζανιού, αυτή η εικόνα ήρθε στο μυαλό
μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί είχα καπνίσει λίγο κιφ. (Γέλιο).
Αποφάσισα, λοιπόν, πως
έπρεπε να ανακαλύψω ποιος είναι ο άνδρας και γιατί βρίσκεται
εκεί.
Η συγγραφή είναι,
εξάλλου, ένας τρόπος σκέψης. Δεν μπορείς να σκεφτείς χωρίς λέξεις. Η συγγραφή
και η ομιλία είναι οι μόνοι τρόποι με τους οποίους μπορείς πραγματικά να
σκεφτείς. Μου αρέσει να διαβάζω φιλοσοφία.
Την έχεις σπουδάσει
κιόλας;
Ποτέ δε σπούδασα τίποτα. Λιγάκι
κινηματογράφο μόνο, προκειμένου εξασφαλίσω φοιτητική βίζα για τη Νέα Υόρκη,
αλλά τον εγκατέλειψα.
Δεν ήταν για σένα.
Μια τέτοια σπουδή ήταν
αδύνατη χωρίς πολλά λεφτά.
Εξακολουθώ, ωστόσο, να
λατρεύω την ανάγνωση φιλοσοφίας.
«Το να γράφει κανείς
σημαίνει να συνδυάζει τις αναμνήσεις», υποστηρίζει ο αφηγητής της νουβέλας,
ο άνδρας που είναι δεμένος στο δέντρο. Είναι για σένα, η συγγραφή ένας τρόπος
ανάκλησης ή δημιουργίας αναμνήσεων;
Η συγκεκριμένη περικοπή
περιέγραφε το πώς μάθαινα να γράφω. Είχε, επομένως, αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.
Οι αναμνήσεις είναι
επίσης δημιουργήματα. Το να γράφεις σημαίνει, άρα, να επινοείς τις ίδιες σου
τις αναμνήσεις. Κι όταν ξεκινάς να γράφεις, αυτό συμβαίνει με αυτόματο τρόπο.
Ποιος θα μπορούσε να
είναι ο αφηγητής;
Και οι δύο κεντρικοί
χαρακτήρες είμαι εγώ. Ένας καλός, ένας κακός.
Επηρεάζεται η αντίληψη
της ταυτότητας του αφηγητή από τον εκάστοτε αναγνώστη;
Συνήθως έχω έναν-δυο
αναγνώστες κατά νου. Σαν οδηγούς. Σαν φάρους. Θελω να φτάσω σε αυτούς.
Στην προκειμένη περίπτωση
ήταν ο Πολ Μπόουλς, ένας πολύ καλός αναγνώστης. Δε χρειαζόταν να του εξηγήσω το
οτιδήποτε, απλώς να κάνω τη δουλειά μου. Να του δείξω. Ήθελα να του αρέσει αυτό
που έκανα. Του αφιέρωσα τη νουβέλα, κιόλας.
Ένιωθες, ήξερες πώς θα
εξελισσόταν η μεταξύ σας σχέση με την πάροδο του χρόνου σε προσωπικό επίπεδο, στο
πλαίσιο της λογοτεχνικής συνεργασίας και κατόπιν ως παρακαταθήκη;
Στην αρχή είχα την
αίσθηση ότι επρόκειτο για έναν απόμακρο άνθρωπο και πίστευα πως δε θα είχαμε
τίποτα κοινό.
Αλλά μετά μου είπε ότι
του άρεσε πολύ ο Μπόρχες -ο αγαπημένος μου εκείνη την εποχή- και παρακολουθούσε
τι συνέβαινε στη Γουατεμάλα, κι έτσι βρήκαμε κοινό έδαφος.
Στη συνέχεια με ρώτησε
-θυμάμαι- αν μου αρέσει το Μαρόκο, και με προέτρεψε να το επισκεφτώ. Μου έδωσε
μάλιστα κι έναν χάρτη της χώρας. Μετά το ταξίδι μου, είχαμε πλέον πολλά να
συζητήσουμε.
«Δε νομίζω ότι μπορεί
ο οποιοσδήποτε να πει στον οποιονδήποτε πώς να γράψει. Αλλά μπορώ να σου πω
ποια είναι η γνώμη μου για όσα γράφεις», μου ανέφερε. Ήταν μια πολύ αργή
διαδικασία.
Το γεγονός, όμως, ότι
μετέφραζε τα γραπτά μου μού άνοιξε τις πόρτες της λογοτεχνίας και δε
διερωτώμουν πλέον αν μπορούσα να το κάνω ή όχι.
Αισθανόσουν υποχρεωμένος.
Παρακινημένος. Θεωρούσα
πως ήμουν σε καλό δρόμο. Τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα επειδή ήξερα τι ήθελα.
Πριν γνωρίσω τον Μπόουλς, δεν είχα ιδέα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα
περισσότερα εικοσάχρονα.
Τι νομίζεις ότι έχεις
κληρονομήσει από τον Μπόουλς εκτός από τα χειρόγραφα και τη βιβλιοθήκη του;
Το να γράφω για χάρη της
συγγραφής, κι όχι προσδοκώντας την εμπορική επιτυχία, η οποία δεν έχει σημασία.
Όσο για την κριτική επιτυχία, δεν πρέπει να την πολυπαίρνεις στα σοβαρά - είτε
είναι καλή είτε κακή:
Αν είναι καλή, επειδή
μπορεί να θεωρήσεις πως είσαι σημαντικότερος απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Αν
είναι κακή, επειδή μπορεί να σε καταστρέψει.
Το σημαντικό είναι κρατάς
αποστάσεις, να προσπαθείς να κάνεις το καλύτερο δυνατόν και να διατηρείς την
ακεραιότητά σου.
Όταν γνώρισα τον Πολ, δεν
ήταν πετυχημένος. Τα βιβλία του εκδίδονταν, λάμβανε καλές κριτικές -αλλά και
κακές-, έγινε όμως περισσότερο γνωστός μετά την ταινία του Μπερτολούτσι.
Έχεις κατά καιρούς ζήσει
σε πολλές χώρες και πόλεις. Πώς αυτό έχει επηρεάσει την προσωπικότητα, την
οπτική σου στη συγγραφή και στον κόσμο - καλά ή κακά;
Κυρίως καλά, ακόμα και
στη Γουατεμάλα όπου νιώθω ξένος. Τρέφω μεγάλο θαυμασμό για τον πολιτισμό των
Μάγια, αλλά κι ανάμεσά τους είμαι ένα αουτσάιντερ. Αισθάνομαι σχεδόν εξίσου
ξένος στην Ελλάδα και στη Γουατεμάλα.
Στην ουσία, η εθνική
υπερηφάνεια και ο πατριωτισμός είναι κάπως κωμικά.
Ακόμα και επικίνδυνα.
Πολύ επικίνδυνα, σίγουρα.
Αλλά και κωμικά, όπως προείπα, με την έννοια ότι ο ένας άνθρωπος θεωρεί πως
είναι καλύτερος από τον άλλο. Ζώντας σε διαφορετικά μέρη, αντιλαμβάνεσαι αυτήν
την κωμική διάσταση της εθνικής περηφάνειας.
Θαυμάζω πολύ τον ελληνικό
τρόπο ζωής, αλλά όταν γίνεται εθνικιστικός, δε θέλω να είμαι κομμάτι του.
Όντας απέξω, αυτό με
διευκολύνει να παρατηρώ. Κι είναι η δουλειά μου.
Από πού πηγάζει η
τρυφερότητά σου για τις αυτόχθονες κοινότητες και τον αυτόχθονα πολιτισμό των
Μάγια;
Κατά μία έννοια, από
βιβλία.
Όταν ως έφηβος διάβαζα,
πάντα ήθελα να ταξιδέψω στα μέρη όπου εκτυλίσσονταν οι ιστορίες,
συμπεριλαμβανομένων της Γουατεμάλας και της Βόρειας Αφρικής. Αυτό δε συνέβη σε
σχέση με την Ελλάδα.
Τα βιβλία μού άνοιξαν την
όρεξη να δω τα πραγματικά μέρη. Η λογοτεχνία μάς επηρεάζει με περισσότερους
τρόπους, δημιουργεί τη φαντασία μας. Ιδίως όταν είμαστε παιδιά και ο
εγκέφαλός μας διαμορφώνεται.
Ένας θείος μου μάς
πήγαινε κάθε Σαββατοκύριακο στη θάλασσα και μας αφηγείτο αρχαιοελληνική
μυθολογία.
Αισθάνθηκα πολύ κοντά
στην Ελλάδα όταν έφτασα στη χώρα, επειδή όλη η μυθολογία ήταν εκεί έξω. Διάβασε
τα ονόματα των δρόμων! Είναι σαν βιβλίο.
Οι κυρίαρχοι μύθοι του
παρόντος έχουν, πάντως, ριζικά αλλάξει.
Ναι, πιο πολύ μιλάω για
το φαντασιακό στοιχείο. Ζώντας εδώ μπορείς, λοιπόν, να φανταστείς τους μύθους
ξανά.
Όσον αφορά στην αυτόχθονα
κουλτούρα των Μάγια, ήθελες και να αποκαταστήσεις τις ιστορίες τους;
Μόνο αφότου επέστρεψα στη
Γουατεμάλα μετά από είκοσι χρόνια απουσίας μπόρεσα να δημιουργήσω φιλίες με
αυτόχθονες. Δεν είναι και τόσο εύκολο.
Κρατούν κι εκείνοι τις
αποστάσεις τους, όπως ο Μπόουλς κρατούσε από σένα αρχικά.
Ασφαλώς. Και
δικαιολογημένα.
Με σαγηνεύει το ότι ζούμε
στην ίδια χώρα, αλλά ο τόπος τους είναι διαφορετικός.
Στην πραγματικότητα, στη
Γουατεμάλα λειτουργούν δύο νομικά συστήματα. Σύμφωνα με την ισχύουσα συμφωνία,
επιτρέπεται στους Μάγια να έχουν το δικό τους δικαιικό σύστημα.
Αν, λοιπόν, διαπράξεις
ένα αδίκημα μπορείς να δικαστείς βάσει του εθνικού δικαίου ή του δικαιικού
συστήματος των Μάγια.
Ποιο είναι το αυστηρότερο;
Εξαρτάται. Στο πλαίσιο
του συστήματος των Μάγια η αντιμετώπιση του αδικηματία είναι πολύ καλύτερη.
Πρώτον, δεν έχουν
φυλακές. Μπορεί να υποστείς ξυλοδαρμό - λιγάκι. (Γέλιο).Και η απόδοση
δικαιοσύνης έχει επανορθωτικό κι όχι τιμωρητικό χαρακτήρα.
Αν, για παράδειγμα,
σκοτώσεις κάποιον, πρέπει να πληρώσεις για την κηδεία του θύματος και να
αποζημιώσεις την οικογένεια, όχι να έρθεις σε επαφή με τις αρχές.
Αν ένα παιδί κλέψει μια
αγελάδα, πρέπει να την επιστρέψει στον ιδιοκτήτη της ή να του πληρώσει τα
χρήματα που θα του είχε αποφέρει, κι ο πατέρας του να το δείρει δημοσίως για
εκπαιδευτικούς λόγους.
Αυτή η λογική είναι
λειτουργική σε μικρότερες κοινότητες, όπου εφαρμόζονται οι αρχές της άμεσης
δημοκρατίας και οι εκπρόσωποι του δήμου (στα ελληνικά) εκλέγονται κάθε
χρόνο και πρέπει να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους.
Η θέση τους δεν είναι
έμμισθη κι όσοι την κατέχουν προσέχουν να μην είναι άδικοι, επειδή μπορεί την
επόμενη χρονιά να έχει ο γείτονας εξουσία. Η ψήφος δεν είναι μυστική. Όλα αυτά
τα έμαθα από την εμπειρία μου.
Αν και η Γουατεμάλα είναι
από τις βιαιότερες χώρες στον κόσμο και πολύ ρατσιστική, στις περιοχές των
Μάγια τα ποσοστά των δολοφονιών είναι μηδενικά.
Ζούμε, ωστόσο, σε έναν
αυξανόμενα και ανησυχητικά εμπόλεμο κόσμο.
Λένε ορισμένοι ότι είναι
βάρβαρο να ξυλοκοπείς ανθρώπους δημοσίως. Είναι λιγότερο βάρβαρο αυτό που κάνει
το σύστημα;
Όταν ο κόσμος μας -σε
Ανατολή, Δύση, Βορρά και Νότο- γίνεται ολοένα και περισσότερο
μια φυλακή -μυστική ή και όχι-, μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει
χειραφετητικά ή ως μορφή αντίστασης;
Η λογοτεχνία δημιουργεί
έναν κόσμο μέσα μας όπου είμαστε ελεύθεροι. Για τους Δυτικούς, η ανάγνωση
λογοτεχνίας είναι μια μορφή διαλογισμού.
Θα χαθούμε όταν
σταματήσουμε να γράφουμε. Τότε, θα σταματήσουμε και να σκεφτόμαστε. Και η σκέψη
γεννά την ελευθερία. Τι άλλο είναι η ελευθερία από την ελευθερία της σκέψης και
της επιλογής - ακόμα κι όταν είσαι δεμένος;
Η συνέντευξη με
τον Ροδρίγο Ρέι Ρόσα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 18ου
Φεστιβάλ ΛΕΑ (8-23 Ιουνίου 2026).
Ευχαριστώ θερμά
την Ισμήνη Κουρούπη (Εκδόσεις Καστανιώτη) για την πολύτιμη
συμβολή της στον προγραμματισμό της και για την παραχώρηση
της φωτογραφίας του συγγραφέα.
Η νουβέλα του Ροδρίγο
Ρέι Ρόσα Μυστική
φυλακή κυκλοφορεί στα ελληνικά από
τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση του Κώστα
Αθανασίου.



%20(5).jpg)