Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Nτίνος Σαδίκης: «Στενεύουν τα όνειρα καθώς μεγαλώνουμε»

 


Μια εγκάρδια συνομιλία με τον Ντίνο Σαδίκη, ιδρυτικό μέλος των ιστορικών Εν Πλω και με αξιοσημείωτη σόλο διαδρομή, ενόψει της συναυλίας στο Κύτταρο την Πέμπτη 3 Απριλίου.

Στη συναυλία συμμετέχουν επίσης οι Stournari Street Band και ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος.

«Μετρώντας άδικα χαμένο χρόνο, λίγο προτού κλειστώ στη φυλακή», τραγουδούσες κάποτε με τους Εν Πλω. Νιώθεις ότι έχεις κερδίσει ή κερδίζεις (τον) χρόνο στη ζωή σου ή, κατά περίπτωση, τον έχεις χάσει κιόλας;

Ο χρόνος είναι ανίκητος. Δεν κερδίζεται, δεν τον έχω κερδίσει. Αν τον έχω χάσει, δεν το ξέρω. Νομίζω ότι είμαστε ισοπαλία με τον χρόνο.

Μέσω της μουσικής, μέσω των ανθρώπινων σχέσεων κερδίζεται χρόνος; Υπαρξιακός, εννοώ.

Όταν περνάς όμορφα, ο χρόνος «παγώνει» και φαίνεται μεγάλος. Αυτό συμβαίνει και μέσω της μουσικής και μέσω των ανθρώπινων σχέσεων. Μ’ αυτήν την έννοια μπορείς να τον κερδίσεις.

Όταν βγεις από σχέσεις, αρχίζει να «τρέχει» και πάλι.

Κι όταν βέβαια χάσεις σχέσεις - είτε γιατί έχουν κλείσει τον κύκλο τους, είτε γιατί κάποιοι άνθρωποι έχουν πεθάνει.

Για μένα, κέρδος και απώλεια είναι μέσα στη ζωή και προσπαθούμε να τα φέρουμε σε ένα ισοζύγιο. Αυτό αισθάνομαι να συμβαίνει στη ζωή μου.

«Άσε με τώρα να πιστεύω σ’ ένα όνειρο με δόσεις», τραγουδούσες κάπου αλλού. Πιστεύεις στα όνειρα; Έχουν γίνει (κάποια) όνειρά σου πραγματικότητα, σε διάφορες φάσεις της ζωής σου;

Αλίμονο αν δεν πίστευα σε όνειρα! Αυτό που νιώθω, όμως, είναι ότι στενεύουν τα όνειρα καθώς μεγαλώνουμε, γίνεται κάπως πιο κλειστός ο ορίζοντας.

Το κομμάτι από το οποίο προέρχονται οι συγκεκριμένοι στίχοι αναφέρεται, εξάλλου, σε μια απώλεια φίλου το 1987.

Του Μιχάλη του Πρέκα.

Του Μιχαλάκη μας.

Σε σύγκριση με το 1987, σήμερα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα, πιο δύσκολα και τα όνειρα.

Τι ονειρευόσουν τότε και τι ονειρεύεσαι σήμερα;

Τότε, στην ηλικία των είκοσι πέντε-τριάντα χρονών, υπήρχε το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο, για πιο ισότιμες ανθρώπινες σχέσεις. Ονειρευόμασταν, ονειρευόμουν κοινότητες ανθρώπων με κοινούς στόχους.

Κατόπιν, αυτά τα όνειρα εξασθένησαν. Σήμερα, κάνω πιο προσγειωμένα, πιο καθημερινά, πιο άμεσα όνειρα, όπως το να είμαι καλά με τους φίλους μου και να παίζω μουσική. Δε βάζω μακροπρόθεσμους στόχους.

Όταν ξεκινούσε εκείνη η περιπέτεια με τους Εν Πλω στα μέσα της δεκαετίας του 1980, προσδοκούσες πως θα άφηναν τα στίγμα που άφησαν στα κατοπινά χρόνια;

Σε καμία περίπτωση! Ούτε σαν όνειρο. (Γέλιο).

Κι αυτό δε συνέβαινε μόνο σε μένα, αλλά και στα υπόλοιπα παιδιά του συγκροτήματος, κυρίως στον Δήμο τον Ζαμάνο. Φαίνεται, άλλωστε, κι απ’ τις κινήσεις μας.

Όταν βγήκε ο δίσκος, δεν τον πήρε κανένας είδηση, εκτός από λίγους «ψαγμένους» δημοσιογράφους και μουσικούς. Εμείς δεν πήραμε καμία ανταπόκριση.

Έναν χρόνο αργότερα, εγώ μάλιστα έφυγα για την Κρήτη.

Το γενικότερο κλίμα της εποχής όσον αφορά τη ροκ σκηνή της Ελλάδας, ελληνόφωνη και αγγλόφωνη, ήταν αυτό, πάντως. Κανένας δεν προσδοκούσε ότι, πρώτον, μπορούσε να ζήσει από τη μουσική και, δεύτερον, να κάνει καριέρα.

Εδώ καλά-καλά δίσκο δεν μπορούσες να βγάλεις. Ζούσαμε τη στιγμή, χωρίς να έχουμε αίσθηση της μοναδικότητάς της. Είχαμε μια τρέλα με τη μουσική, παίζαμε ώρες ατέλειωτες, ήμασταν απλώς εκεί - όσοι βρισκόμασταν σ’ αυτόν τον χώρο.

Δεν είναι, λοιπόν, πολύ αντιφατικό που το ντεμπούτο το Εν Πλω, πέρα από το αποτύπωμα το οποίο έχει αφήσει στην εγχώρια μουσική πραγματικότητα, έχει αποκτήσει και τέτοια συλλεκτική αξία στην αυθεντική βινυλιακή του έκδοση;

Δε φέρω καμία ευθύνη για τη συλλεκτική του αξία!

Προφανώς!

Συνέβη από μόνη της, ούτε καν την κυνήγησα. Ήταν μια βραδυφλεγής βόμβα το υλικό αυτό, άργησε πολύ να βγει προς τα έξω και να ακουστεί.

Στο μεταξύ, η «συλλεκτικότητα» με κυνηγάει σαν το κάρμα: και οι άλλοι δίσκοι μου δεν κυκλοφορούν. Ούτε οι Μολυβένιες Ιστορίες, ούτε το Γέλιο των Πολλών, ούτε καν ο πιο πρόσφατος, Πίσω από τη Σκιά.

Εσύ το αγαπάς το βινύλιο, σε κάθε περίπτωση.

Πάρα πολύ! Γι’ αυτό και προσπαθώ να βγαίνουν σε βινύλιο οι δίσκοι μου. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι οι οποίοι βγάζουν βινύλια, όπως ο Νίκος Στυλίδης με τη Labyrinth of Thoughts.

Έχει τα τελευταία χρόνια γίνει κάπως μόδα η κατοχή ή η ακρόαση δίσκων βινυλίου.

Έτσι είναι. Εγώ, όμως, δεν έχω καν πικάπ εδώ και κάποια χρόνια. Έχει χαλάσει και το έχω αφήσει. Έχω, δηλαδή, δίσκους και δεν έχω πικάπ! Το Πίσω από τη Σκιά δεν το έχω ακούσει ποτέ από βινύλιο. (Γέλιο). Μόνο ψηφιακά, από το στούντιο.

Τις Μολυβένιες Ιστορίες -που τις είχε ακούσει όταν πρωτοκυκλοφόρησαν-, γιατί τις είχες αποκαλέσει έτσι;

Έλα, τον είχες ακούσει τότε;

Βέβαια!

Ο τίτλος είχε να κάνει με τη διάθεσή μου. Πρόκειται για «γκρίζες» ιστορίες.

Το Πρέπει να μάθω πια να ζω είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια του δίσκου.

Και μένα. Δεν το παίζουμε.

Μαθαίνεται η ζωή, το να ζεις;

Μαθαίνεται, εξάσκηση χρειάζεται. (Γέλιο). Ο καθένας παίρνει τα μαθήματά του, βέβαια. Τα δικά μου δεν είναι τα ίδια με τα δικά σου.

Καθένας, ευτυχώς ή δυστυχώς, μαθαίνει κυρίως από τις αποτυχίες και τα τραύματα. Κι αυτά τα μαθήματα σε σκληραίνουν.

Το μάθημα της ζωής σε θέλει επιμελή μαθητή. Να είσαι εκεί, να προσπαθείς να δείχνεις ανοχή, κατανόηση - μεγάλα εργαλεία, για μένα, για να μπορέσεις να διδαχτείς στην κοινότητα όπου ζεις.

Ζούμε, πάντως, σε εποχές αδυσώπητου ατομικισμού και ανελέητης σκληρότητας ή/και αδιαφορίας.

Πιστεύω ότι έχουν παίξει μεγάλο ρόλο τα σόσιαλ μίντια.

Η ζωή μας έχει γίνει ένα «σκρολάρισμα», περνώντας από θέματα σοβαρά σε θέματα γελοία από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, με συνέπεια το κάθε θέμα να χάνει το ειδικό βάρος του.

Υπάρχει επίσης μεγάλη τοξικότητα και ψυχοπάθεια, γεγονός το οποίο οδηγεί σε πόλωση, σε δήθεν συγκρούσεις, πολλές φορές χωρίς λόγο και νόημα. Ψάχνουμε οποιαδήποτε αφορμή για να μαλώσουμε.

Τα σόσιαλ μεγάλωσαν το εγώ των ανθρώπων. Ανέδειξαν τον εαυτό μας, νομίζω.

Απόψεις που θα έμεναν στο επίπεδο του καφενείου  της γειτονιάς και θα γινόταν η σχετική πλάκα αυτήν τη στιγμή κοντεύουν, μέσω των σόσιαλ, να μετατραπούν σε καθεστώς - αν δεν έχουν ήδη γίνει. Η Αμερική του Τραμπ είναι μια απόδειξη.

Προσωπικά, ενώ παρακολουθώ τα σόσιαλ, πολύ σπάνια ποστάρω κάτι πέρα από τις συναυλίες μου. Πολλές φορές ξεκίνησα να γράψω και σταμάτησα. Εγώ, στην «αρένα» του πληκτρολογίου δεν μπαίνω.

Καλά κάνεις, κατά τη γνώμη μου, με την έννοια ότι προστατεύεις την ψυχοδιανοητική ισορροπία σου από αυτό το κομμάτι της καθημερινότητας.

Αυτό ναι, από την άλλη δεν ξέρω αν κάνω καλά. Στον κόσμο των σόσιαλ υπάρχουν πολύ λίγες ψύχραιμες φωνές.

Χρόνια μετά τις Μολυβένιες Ιστορίες κυκλοφόρησε το Γέλιο των Πολλών. Ακούς να αντηχεί γέλιο στις μέρες μας; Κι αν ναι, τι είδους;

Η έννοια που προσδίδω σ’ αυτόν τον τίτλο είναι κοροϊδευτική. Λες κάτι από την ψυχούλα σου και θα ακούσεις το γέλιο των πολλών να σε κοροϊδεύει. Αυτό το γέλιο έχει γίνει πιο δυνατό σήμερα.

Υπάρχει μια κοινωνική αρένα όπου το πλήθος ζητωκραυγάζει μέχρι να περάσει στο επόμενο θύμα, στο επόμενο σόου.

Αυτό το σόου αφορά και στον λεγόμενο «καλλιτεχνικό» χώρο;

Σ’ αυτό κι αν αφορά! Κυρίως σόου βλέπουμε εκεί, και η ουσία έχει τις περισσότερες φορές εξαφανιστεί. Ζούμε σ’ ένα σόου και οι περισσότεροι άνθρωποι έτσι βλέπουν τη ζωή τους.

Με μια δόση σαρκασμού, έλεγες παλιότερα για τον εαυτό σου ότι «καλύτερα καλός διασκεδαστής παρά κακός γιατρός», μιας και πέρασες από το στάδιο της σπουδής της ιατρικής.

Έξι χρόνια σπούδασα.

Δε μετανιώνεις που δε συνέχισες στην ιατρική κατεύθυνση.

Δε μετανιώνω, αν και δεν υπήρξε μια απόφαση της στιγμής, αλλά μια μακρόχρονη διαδικασία. Με εγκατέλειπε σιγά σιγά η ιατρική και με κέρδιζε η μουσική.

Τι σε κέρδιζε, τελικά, περισσότερο στη μουσική;

Πιτσιρικάς, όταν έπιασα την πρώτη κιθάρα στα χέρια μου, αισθάνθηκα καλύτερα. Παίζοντας μουσική αισθανόμουν καλύτερα. Έφτιαχνα κι εγώ τον δικό μου κόσμο.

Το επόμενο σημαντικό ήταν οι παρέες, Γιάννη, το μεγάλο πράγμα στη ζωή μου. Εμείς, οι πολύ παλιοί, μάθαμε να παίζουμε μουσική μέσα από παρέες, φίλους αδελφικούς, γκρουπ. Αυτοδίδακτοι. Έδειχνε ο ένας στον άλλο.

Αυτό, λοιπόν, με κέρδισε στη μουσική - κι ακόμα με κερδίζει.

Με τους ανθρώπους που παίζω είμαστε 25 χρόνια μαζί, σε δίσκους, συναυλίες και ως παρέα: με τον Πάνο Παπάζογλου στην κιθάρα, τον Χρήστο Παππά στο μπάσο και τον Λάζαρο Πλιάμπα στα τύμπανα.

Τους νιώθω δικούς μου ανθρώπους πλέον - και στα καλά και στα ανάποδα.

Όταν παλιότερα αυτοπροσδιοριζόσουν ως «διασκεδαστής», το νόημα προσέδιδες στον όρο; Γιατί δε σε κόβω για διασκεδαστή.

Ειρωνικά το έλεγα.

Έχω, ωστόσο, κάνει τη «θητεία» μου ως διασκεδαστής σε ρεμπετάδικο. Μικρή. Δεν άντεξα παραπάνω.

Έχουμε παίξει με τον Δήμο τον Ζαμάνο και τον Χρήστο τον Πολίτη, τον πρώτο ντράμερ τον Εν Πλω, σε ρεμπετάδικο στο Κουκάκι, στο Μινόρε. Έξι μήνες.

Παίζαμε ρεμπέτικα, η μεγάλη μου αγάπη έτσι κι αλλιώς - τότε και τώρα. Έπαιζα μπουζούκι, παρακαλώ! Ήθελε θράσος. Δεν ήξερα πολλά πράγματα, μόνο κάποια τραγούδια, αυτά που χρειάζονταν για το πρόγραμμα.

Ήμουν διασκεδαστής. Με πελάτες πιωμένους, σπασίματα πιάτων, φασαρίες. Νεοελληνικές στιγμές.

Πέρασα, επομένως, από αυτό το στάδιο, αλλά δε μου «έκατσε» -εννοείται- καθόλου καλά, παρόλο που περνούσα καλά.

Εγω έχω περάσει καλά, Γιάννη, γιατί είχα πάντα μαζί μου τους δικούς μου ανθρώπους. Δε βγήκα στην ελεύθερη αγορά. Πάντα ήταν φίλοι κολλητοί αυτοί με τους οποίους έπαιζα. Και στις συναυλίες και στους δίσκους.

Αισθάνομαι ασφαλής και μπορώ να χαλαρώσω μέσα στο περιβάλλον των φίλων και να δημιουργήσουμε αυτό που θέλουμε. Δε χρειάζεται να είμαι συνέχεια στην «τσίτα».

Σε συνέχεια όσων είπες, στο Πίσω από τη Σκιά αναλαμβάνουν περισσότερο, ίσως, από ποτέ άλλοι άνθρωποι τη σύνθεση της μουσικής και τη συγγραφή των στίχων.

Λόγω εμπιστοσύνης και εκτίμησης που τρέφω γι’ αυτούς ανθρώπους, τόσο ως άτομα όσο και ως καλλιτέχνες.

Τα εφτά στα δέκα τραγούδια του δίσκου είναι του μπασίστα Χρήστου Παππά, στο πλαίσιο της εκτίμησης που του τρέφω. Υπάρχουν νοιάξιμο και αγάπη.

Αυτή κρύβεται «πίσω από τη σκιά»;

Αυτή. Και υπάρχει σε ολους τους δίσκους. Απλώς τώρα τη βλέπω πιο καθαρά.

Έχοντας μιλήσει για τους ανθρώπους, πώς σε επηρεάζουν ως δημιουργό και άνθρωπο και οι τόποι - από την Αθήνα του παρελθόντος, μετά την Κρήτη, κατόπιν σταθερά τη Θεσσαλονίκη;

Το υλικό των Εν Πλω είναι πιο σκοτεινό, πιο αγχωτικό. Στην Κρήτη άλλαξαν τα πράγματα. Η ζωή μου ήταν πολύ πιο χαλαρή και όμορφη. Οι Μολυβένιες Ιστορίες είναι πιο φωτεινές σε σχέση με τους Εν Πλω.

Χαλαρή και η Θεσσαλονίκη. Η ζωή κινείται σε πιο αργούς ρυθμούς.

Σε αναμονή της συναυλίας στο Κύτταρο την Πέμπτη 3 Απριλίου και των επόμενων κυκλοφοριών σου. Στον χρόνο τους, βέβαια.

Ελπίζω να μην περάσουν δέκα χρόνια!

Δε σε εξαναγκάζουν κάποια συνθήκη ή κάποιο συμβόλαιο.

Έχω ακόμη αυτό το προνόμιο, να μη με αναγκάζει κάποιος να κάνω κάτι. Μακροπρόθεσμους στόχους δε βάζω, όπως προείπα.

Βραχυπρόθεσμους, παρέα με ανθρώπους αγαπημένους και κοντινούς.

Να μπορούμε να τα πίνουμε, να τα λέμε και να παίζουμε μουσική. Αυτός είναι ο στόχος μου.

Ευχαριστώ θερμά τον Ντίνο Σαδίκη για την εγκάρδια κουβέντα και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Οι Ντίνος Σαδίκης, Stournari Street Band (+ Black Dot) και Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος εμφανίζονται ζωντανά στη φιλόξενη σκηνή του Κύτταρο Live Club (Ηπείρου 48 & Αχαρνών, Αθήνα) την Πέμπτη 3 Απριλίου.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30.



Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Λίλλυ Μελεμέ: «Είναι ανάγκη να υπερασπιστούμε το δικαίωμά μας στη ‘λοξότητα’»

 

Λίλλυ Μελεμέ (Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή)

Έμπειρη σκηνοθέτις και ηθοποιός, η Λίλλυ Μελεμέ αποκαλύπτει νέες διαστάσεις του κλασικού Υπογείου του Ντοστογιέφσκι μέσα από την «πειραγμένη» σκηνοθετική οπτική της στην παράσταση Παντβάλ* [Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο].

Μια συζήτηση με την Λίλλυ Μελεμέ λίγο πριν πέσει η αυλαία της παράστασης στις 15 Απριλίου.

Είστε σκηνοθέτις και ηθοποιός με μακρά εμπειρία στο θέατρο. Γιατί επιλέξατε το θέατρο ως πεδίο έκφρασης, εξερεύνησης και ανακάλυψης και πώς συνυφαίνονται, στην περίπτωσή σας, η σκηνοθετική με την υποκριτική ματιά;

Το θέατρο έχει την μοναδική ικανότητα να συνενώνει με τρόπο αόρατο και μαγικό όλες τις μορφές τέχνης, αντλώντας κυρίως την πυρηνική, «πρώτη ύλη» του από την τέχνη της ίδιας της ζωής. Κι αυτό με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή.

Επιπλέον, η θεατρική πράξη προϋποθέτει την δημιουργική συνύπαρξη και αλληλεπίδραση, τη γόνιμη συνάντηση διαφορετικών ανθρώπων κι αυτό είναι κάτι που αναζητώ συνεχώς και αδιαλείπτως:

Το «μαζί», πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή, σε μια εποχή που γίνεται, δυστυχώς, ολοένα και πιο μοναχική.

Η διπλή μου ιδιότητα με επαναφέρει συχνά στο αρχικό ερώτημα: Γιατί κάνω θέατρο;

Για να μιλήσω με όρους ζωγραφικής - που αγαπώ ιδιαίτερα - θα έλεγα πως το κάνω για να μπορώ να «απομακρύνομαι» και να βλέπω τη μεγάλη εικόνα της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων, χωρίς ποτέ να ξεχνώ τη σημασία της λεπτομέρειας και της μοναδικότητας της κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς ξεχωριστά.

Σκηνοθετείτε την παράσταση Παντβάλ* [Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο], που παρουσιάζεται στο Θέατρο Art63.  Πώς οριοθετείται η «λοξότητα» στη σκηνοθετική οπτική σας γενικά και στην περίπτωση του εν λόγω κειμένου, ειδικά;

Δε θα μπορούσα να χαρακτηρίσω γενικά την σκηνοθετική οπτική μου ως «λοξή» γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά μονοδιάστατο, περιοριστικό και εν τέλει, τολμώ να πω, βαρετό για μένα.

Κάθε ταξίδι είναι διαφορετικό κι εκεί έγκειται άλλωστε και η γοητεία του.

Η τολμηρή βουτιά μέσα στο σύμπαν του κάθε συγγραφέα και η σύνδεσή του με το σήμερα είναι πάντοτε μια καινούρια, ενδιαφέρουσα περιπέτεια, η οποία κρύβει άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες εκπλήξεις.

Προτιμώ να ξεκινώ αυτό το ταξίδι κάθε φορά, όσο γίνεται από το μηδέν, με καθαρό βλέμμα και ανοιχτή καρδιά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, ο χαρακτηρισμός «λοξή ματιά» ήταν σχεδόν επιβεβλημένος από την ίδια τη διασκευή της Ηλέκτρας Θεολόγη πάνω στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι.

Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική εκδοχή του Υπογείου: πολυπρόσωπη, διαλογική, κοφτερή, καταιγιστική, προκλητική, παράξενα χιουμοριστική, αρκούντως σαρκαστική αλλά και βαθιά υπαρξιακή.

Πειραγμένη, με απροσδόκητο και δημιουργικό τρόπο, χωρίς να προδίδει, έχω την αίσθηση, στο ελάχιστο το βαθύτερο πνεύμα και τον προβληματισμό του συγγραφέα.  

Πόσο σημαντική είναι, κατά τη γνώμη σας, η λοξότητα ως αφηγηματική, διανοητική και εν τέλει πολιτική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, στάση σε μια εποχή που δεν ευνοεί την απόκλιση σε οποιοδήποτε επίπεδο;

Τοποθετώντας την έννοια της «λοξότητας» σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, θα την ταύτιζα περισσότερο με την έννοια της διαφορετικότητας και την μοναδικότητας κάθε ανθρώπινου πλάσματος και κατ’ επέκταση, κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Αναρωτιέμαι αν είναι ίδιον μόνο της δικής μας εποχής. Νομίζω πως όχι. Ο φόβος απέναντι στο «λοξό», στο «ξένο», στο «διαφορετικό από τη νόρμα» φωλιάζει βαθιά στα θεμέλια κάθε συστήματος, μικρού ή μεγάλου, κάθε μηχανισμού εξουσίας.

Συχνά καλλιεργείται επιμελώς, ιδίως στις μέρες μας, υπόγεια και ανεπαίσθητα. Πάντα όμως έχει τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα.

Και δε μιλάω προφανώς μόνο για τις μεγάλες, τρανταχτές, διαφοροποιήσεις (φυλής, θρησκείας, σεξουαλικής ταυτότητας, κτλ), αλλά και για εκείνες τις ελάχιστες αποκλίσεις από την κοινώς αποδεκτή συμπεριφορά, που μπορούν, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην απομόνωση από το κοινωνικό σύνολο και εν τέλει στην περιθωριοποίησή του.

Σε μια εποχή που, για παράδειγμα, η υπερβολική ευαισθησία εύκολα μεταφράζεται ως αδυναμία και ο πιο αργός ρυθμός αποτελεί ελάττωμα, καταλαβαίνει κανείς πως είναι ανάγκη να υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια το δικαίωμά μας στην μοναδικότητα, και -γιατί όχι- στην προσωπική μας «λοξότητα».


Κώστας Βασαρδάνης


Ένας ανώνυμος, μοναχικός αντιήρωας, αυτοεξόριστος σε ένα κυριολεκτικό και υπαρξιακό «υπόγειο», σε σύγκρουση με τον εαυτό του και τον κόσμο, σαν άλλη αλογόμυγα, είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και της παράστασης.

Με συγκινεί, με προβληματίζει και συνάμα με ενοχλεί - και ως μυθιστορηματικός και ως θεατρικός ήρωας (εξαιρετικός ο Κώστας Βασαρδάνης). Ίσως γιατί καταφέρνει να μου θυμίσει κάτι από τον εαυτό μου. Εσάς, τι σας θυμίζει;

Τον άνθρωπο. Κάθε άνθρωπο. Ακόμα κι αυτόν που διστάζει  να παραδεχθεί και να φέρει στην επιφάνεια αυτή την σκοτεινή, αντισυμβατική του πλευρά. Μου θυμίζει τον εαυτό μου, τον συνάδελφό μου, τον γείτονά μου...

Δεν είναι τυχαίο που ο μοναχικός αντιήρωας του Ντοστογιέφσκι, τη μία στιγμή μας συγκινεί βαθιά και μας βάζει σε σκέψεις και την αμέσως επόμενη μπορεί να μας κάνει να δυσφορήσουμε, να γίνει πικρόχολος, σχεδόν αντιπαθής.

Είναι γιατί υψώνει μπροστά μας έναν ανελέητο καθρέφτη. Έναν καθρέφτη που αποκαλύπτει τα πάντα, χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις. Τα καλύτερα και τα χειρότερα που κρύβει ο καθένας μας μέσα του.

Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι είναι ταυτόχρονα απολύτως γήινος, αληθινός αλλά και απολύτως διάφανος. Είναι ικανός για την υψηλότερη σκέψη και ταυτόχρονα για την πιο ποταπή πράξη.

Αν και γεμάτος ελαττώματα, πάθη και αδυναμίες, όπως όλοι μας, εκείνος διατηρεί, ωστόσο, βαθιά μέσα του κάτι αυθεντικό και ανεξάντλητο -μια «καύσιμη ύλη» ονείρου και φαντασίωσης- που θα έλεγα πως του προσδίδει και έναν χαρακτήρα, σχεδόν δονκιχωτικό.

«Τι είναι προτιμότερο; Μια μέτρια ευτυχία ή ένας υψηλός, τέλειος πόνος;» αναρωτιέται προς το τέλος της παράστασης και, παρόλο που δε δίνει απάντηση, εγώ είμαι σίγουρη πως θα διάλεγε χωρίς δισταγμό το δεύτερο.

«Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Και τι ζητάμε; Ούτε οι ίδιοι ξέρουμε. Κι αν όλα, όσα θέλαμε, τα αποκτούσαμε, πάλι θα υποφέραμε. Δεν έχουμε ιδέα τι θέλουμε», υποστηρίζει ο ήρωας και, δι’ αυτού, ο Ντοστογιέφσκι.

Τι σας ταράζει, περισσότερο, κυρία Μελεμέ, στον άνθρωπο, στην τέχνη, στην κοινωνία, στην πολιτική - σε εγχώριο και παγκόσμιο επίπεδο;

Θα επιλέξω ν’ απαντήσω κι εγώ με μια φράση του Ντοστογιέφσκι: «Την κοροϊδία δεν την αντέχω!»

Και τι ζητάτε -ή διεκδικείτε- από τον εαυτό σας και τους άλλους -ή με τους άλλους- στην καλλιτεχνική και εν γένει καθημερινότητά σας;

Περισσότερη αλήθεια. Περισσότερη ευγένεια, ανθρωπιά, αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση. Περισσότερη τόλμη, περισσότερη φαντασία και λιγότερη λογική. Και ποιος ξέρει... Μπορεί δύο και δύο τελικά, κάποια στιγμή, να κάνουν πέντε.

Ευχαριστώ θερμά την Μαριάννα Παπάκη (Cont Act) για την καθοριστική συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Η παράσταση Παντβάλ* [Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο], σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, παρουσιάζεται στο Θέατρο Art63 (3ης Σεπτεμβρίου 63, πλατεία Βικτωρίας, Αθήνα) κάθε Δευτέρα και Τρίτη, 21:00, μέχρι και τις 15 Απριλίου.



Π.Ε. Δημητριάδης: «Προσπαθώ να μη με παίρνω πολύ στα σοβαρά»

 


Συνομιλώντας με τον Π.Ε. Δημητριάδη, ιδρυτικό μέλος των ιδιοσυγκρασιακών Κόρε.Ύδρο. και του διάδοχου σχήματος, Τα Παιδιά της Παλαιότητας, ενόψει των δύο συναυλιών τους την Πέμπτη 3 και την Παρασκευή 4 Απριλίου στην Αθήνα.

Σου γράφω από τη συννεφιασμένη Αθήνα, μέρα «εθνικής επετείου». Ποια είναι η σχέση σου με τις επετείους, «εθνικές» και πιο προσωπικές;

Σου απαντάω από το σπίτι μου στην Κέρκυρα, αναρρώνω από βαριά ίωση που με κράτησε στο κρεβάτι σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μου στην Αθήνα για την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ για τους Κόρε. Ύδρο. στο Άστορ και για τις τελευταίες πρόβες των Παιδιών της Παλαιότητας για τα live του Απριλίου.

Την ημέρα της εθνικής επετείου έφευγα οδικώς από την Αθήνα.

Θεώρησα ότι θα ήταν ευκολότερο από κάθε άλλη φορά, αλλά είχαν κλείσει κεντρικοί δρόμοι, με αποτέλεσμα οι δρόμοι από το Πολύγωνο, όπου έμενα, μέχρι τη Βεΐκου, να είναι μια πραγματική κόλαση. Οπότε τη βλαστήμησα δεόντως την επέτειο.

Κατά τ’ άλλα, όχι, η όποια σχέση μου με τις εθνικές επετείους διεκόπη στην πρώτη λυκείου, που βγήκα για τελευταία φορά παρέλαση. Μια απ’ τα ίδια και με τις προσωπικές, από τα 40 και μετά δε γιορτάζω ούτε τα γενέθλιά μου.

Οι Κόρε.Ύδρο. γεννήθηκαν το φθινόπωρο του 1993 και επί σειρά ετών παρέμειναν δραστήριοι στο (παρα)καλλιτεχνικό/underground κερκυραϊκό κύκλωμα μέσα από την κυκλοφορία κασετών και βιντεοκλίπ και τη διεξαγωγή DIY συναυλιών.

Απόσταγμα αυτής της περιόδου είναι το δισκογραφικό ντεμπουτο των Κόρε.Ύδρο, Αν Όλα Τέλειωναν Εδώ, που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της εγχώριας δισκογραφίας. Φοβόσασταν -τότε- ότι όλα θα τέλειωναν εκεί;

Προσωπικά είχα μια εμμονή με το τέλος, της ζωής, των σχέσεων, του κόσμου... Αναφορικά με τις σχέσεις μάλιστα, συνήθως το προετοιμάζω, το τέλος, από την πρώτη μέρα.

Νομίζω καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα χρόνια που ζούσα (στο κεφάλι μου) ως καρκινοπαθής, από τα 10 μέχρι τα 17 μου χρόνια. Έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό διεξοδικά.

Τέλος πάντων, ας πούμε ότι με ενέπνεε η ιδέα του τέλους, του πεπερασμένου. Νομίζω σ’ αυτή τη «λογική» δόθηκε και αυτός ο τίτλος στον εν λόγω δίσκο.

«Με λίγη προσπάθεια/ θα μπορούσα να γίνω/ ο πιο ενδιαφέρων καταθλιπτικός άνθρωπος στον κόσμο», τραγουδάς στον εν λόγω δίσκο. Πώς κατάφερες να μετασχηματίσεις την ψυχική σκοτεινιά σε καλλιτεχνική δημιουργία;

Είναι αυτό που σου είπα παραπάνω. Θυμάμαι στις εκθέσεις που έγραφα στο δημοτικό πάντα κάποιος πέθαινε στο τέλος.

Είχε καλέσει και μια δασκάλα τη μάνα μου γι’ αυτό. Τα τραγούδια αυτά, του πρώτου δίσκου, γράφτηκαν υπό το καθεστώς της πρώτης μου ενσυνείδητης υπαρξιακής αναζήτησης.

Προσπαθούσα να τοποθετήσω τον εαυτό μου μέσα στις σχέσεις υπό τη σκιά μιας πολύ ταραχώδους εισόδου στον κόσμο της σεξουαλικής ζωής. 

«Με χλεύασαν, γιατί δεν ήμουν σαν κι αυτούς/ Σου είπαν ‘Βγάλε τα γυαλιά’ και σε χαστούκισαν, / γιατί ζήλευαν την εφηβεία σου/ Μας πήραν τα παιχνίδια μας/ και τα κατέστρεψαν, / γιατί φοβούνταν τα όνειρά μας», τραγουδάς αλλού.

Τι ονειρευόσουν - και τι ονειρεύεσαι; Σε φοβίζουν καμιά φορά τα όνειρά σου;

Με τρόμαζαν κάποτε κάποια ερωτικά όνειρα ή όνειρα που σχετίζονταν με το θάνατό μου, που έβλεπα πολλά τέτοια στην εφηβεία μου.

Όταν έχω ερωτική σχέση, ένα σύνηθες όνειρό μου είναι η συνεύρεσή μου με όψεις της τελειότητας, που φυσικά δεν είναι τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζομαι στην πραγματική ζωή.

Όταν έχω άγχος, βλέπω ότι είμαι χαμένος σε ανύπαρκτα μέρη κατά τα άλλα οικείων πόλεων.

Πρόσφατα είδα ένα πολύ τρομακτικό όνειρο, ίσως το πιο τρομακτικό που έχω δει ποτέ:

Ένα κάποτε προσφιλές μου πρόσωπο είχε διαπράξει ένα έγκλημα και, ως τιμωρία, σε σπίτι στο οποίο φιλοξενούμουν, σε τακτά χρονικά διαστήματα ακουγόταν ένας βόμβος, ο χώρος σκοτείνιαζε και σειόταν και από μια πόρτα εμφανιζόταν μια ομάδα γαϊδουρόμορφων τεράτων σκεπασμένη με ένα σεντόνι, ενώ ταυτόχρονα παρουσιαζόταν κι ένας πάνθηρας στη μέση του σαλονιού.

Η φρικιαστική αυτή παράσταση διαρκούσε μερικά λεπτά και ο χώρος επανερχόταν στην ήρεμη κατάστασή του μέχρι να ξαναρχίσει η ίδια ιστορία μετά από κάποια ώρα.

Το φοβερό είναι ότι μερικές μέρες μετά διεκόπησαν οριστικά οι σχέσεις μου με το πρόσωπο που στο όνειρο είχε διαπράξει το έγκλημα και για το οποίο τιμωρούμουν εγώ.

«Όχι πια έρωτες/ Δεν ξαναλέω πια πως συνέχεια σε σκέφτομαι, / δεν ξαναλέω πια πως σ’ αγαπώ/ Όχι πια έρωτες, / γιατί εσύ το ζήτησες/ και δεν μπορώ παρά να το δεχτώ». Είναι κι οι χαμένοι έρωτες «καύσιμο» για ζωή και δημιουργία;

Είναι το βασικό «καύσιμο». Τα 9 στα 10 τραγούδια μου εκκινούν από γεγονότα ερωτικής φύσεως. Και για ανθρώπους όπως εγώ, που τα όρια μεταξύ ζωής και δημιουργίας είναι συγκεχυμένα, τα πράγματα είναι ιδιαίτερα σκληρά...

«Είναι στιγμές που μας πνίγει η οργή/ Είμαστε τα παιδιά της άπληστης γενιάς/ και σαν το μήλο το χάρτινο οι ελπίδες μας/ στα χέρια των ανθρώπων που σκότωσαν την Τέχνη, / στα χέρια των ανθρώπων που κατέστρεψαν το μέλλον μας», απελπίζεσαι.

Γιατί «της άπληστης γενιάς»; Και ποιους -ή τι- εχθρεύεσαι περισσότερο;

Νιώθω ότι η γενιά η δικιά μου, που έζησε την ψηφιακή επανάσταση, χαρακτηρίζεται από μια απληστία. Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος ανοιγόταν μπροστά της και, μοιραία, ήθελε να τον ζήσει σε κάθε του διάσταση.

Από την άλλη, γνωρίσαμε το χειροπιαστό, μεγαλώσαμε μ’ αυτό, με το χαρτί, το μολύβι, το βιβλίο, το άλμπουμ. Κάποια στιγμή βιώσαμε μια σύγχυση. Θέλω να πιστεύω πως προσωπικά έχω καταφέρει να κρατήσω τις ισορροπίες.

Πάντα ήμουν λίγο τεχνοφοβικός και ένιωθα άβολα με τις αλλαγές. Άργησα να πάρω υπολογιστή και κινητό, ακόμα και με το ευρώ είχα σοβαρό θέμα προσαρμογής.

Τώρα με το AI δεν έχω ασχοληθεί καθόλου, ούτε από περιέργεια, είναι κάτι που δε με ελκύει καθόλου, θα έλεγα μάλιστα ότι μου προκαλεί αποστροφή.

Οι Απλές Ασκήσεις στον Υπαρξισμό έκλεισαν τον «κύκλο» των Κόρε.Ύδρο. ανοίγοντας έναν καινούριο, εκείνο των Παιδιών της Παλαιότητας.

Τι έχει αλλάξει για σένα στο διάστημα που μεσολάβησε, υπαρξιακά και δημιουργικά, και τι προσδοκίες καλλιεργείς -αν το κάνεις- για το μέλλον; Παραμένεις «το γάλα μέσα στις μύγες»;

Δεν ξέρω αν παραμένω, αυτό που ξέρω είναι ότι ακόμα νιώθω έτσι. Ιδιαίτερες προσδοκίες για το μέλλον δεν έχω. Το μόνο που επιθυμώ αυτή τη στιγμή είναι να ανακτήσω την υγεία μου εν όψει των συναυλιών, γιατί έχω καταπονηθεί πάρα πολύ.

Έχω ταξιδέψει δύο φορές στην Αθήνα και μία στη Θεσσαλονίκη με το αυτοκίνητο σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα και στο μεσοδιάστημα αρρώστησα. Μεθαύριο (είναι Κυριακή τώρα που γράφω) ξαναφεύγω για Αθήνα.

Η είσοδος σε και η έξοδος από τις μεγάλες πόλεις με διαλύει ψυχολογικά. Πιο πολύ το αίσθημα πως βιώνω κάτι παρανοϊκό.

Το ίδιο μου συμβαίνει και όταν μπαίνω στα πλοία εταιρείας της γραμμής Κέρκυρα - Ηγουμενίτσα με τα αρχικά KL. H πλειοψηφία των παρκαδόρων της είναι αγενέστατοι και νευρικοί. Ουρλιάζουν, φτύνουν, χτυπάνε τα αυτοκίνητα.

Υπερβάλλω, αλλά όχι εντελώς. Την τελευταία φορά έπεσα πάνω σε ό,τι χειρότερο υπάρχει, έναν υπάνθρωπο που μας έκανε μπούλινγκ στο γυμνάσιο. Τώρα κάνει στους οδηγούς.

Κλείστηκα στο αυτοκίνητο για δέκα λεπτά μετά και χτυπούσα το κεφάλι μου στο τιμόνι. Είμαι εντελώς αθωράκιστος απέναντι στην ελληνική παράνοια.

Πρόσφατα άκουγα μία συνέντευξη ενός πολύ γνωστού συγγραφέα που έλεγε πως, αν δεν πας στρατό, δεν καταλαβαίνεις πώς είναι η υπόλοιπη κοινωνία.

Θυμήθηκα αυτόματα τη στιγμή που έπιασα έναν διοικητή και του είπα: «Αν μείνω, αυτοκτονώ». Ήταν η πιο αντικοινωνική στιγμή της ζωής μου. Και η πιο ηρωική συνάμα. Τέτοια κοινωνία αρνούμαι να την καταλάβω.

Aνέκαθεν συνθέτατε μια ποπ ιδιόμορφη, ιδιοσυγκρασιακή, ιδιοφυή, προσωπική, αιχμηρή, συχνά συγκινητική. Για κάποιους, η ποπ ειδολογικά είναι κάτι ελαφρύ, εφήμερο, ρηχό και φευγαλέο. Για εσένα, τι ήταν και τι είναι;

Είναι πολύ δύσκολη η ερώτησή σου. Αυτό που ξέρω είναι ότι από την πρώτη μέρα γράφω το ίδιο τραγούδι. Είναι το ποπ τραγούδι των ονείρων μου. Και μιλάω κυριολεκτικά. Το έχω ακούσει στον ύπνο μου, αυτό το τέλειο.

Πρόσφατα μάλιστα έγραψα δίσκο γεμάτο τέτοια μέσα σ’ ένα όνειρο. Αν πλησίασα ποτέ σ’ αυτό το ιδανικό, αυτή είναι η επιτυχία μου.

Τον Μάιο του 2013 δώσατε την τελευταία συναυλία σας ως Κόρε.Ύδρο. στο Gagarin 205, το «δεύτερο σπίτι σας». Τι σας συνέδεε με τον συγκεκριμένο χώρο;

Για μένα είναι ο χώρος που έμαθα τι θα πει σκηνή. Ήμουν ένα επαρχιωτάκι που δεν ήξερε πού του παν τα τέσσερα και ξαφνικά το 2006 βρέθηκα εκεί. Χωρίς να έχω παίξει ουσιαστικά πουθενά.

Το γεγονός ότι μου βγήκε σα να το έκανα χρόνια μού έδωσε δύναμη. Δέθηκα αμέσως με το χώρο, με περιέβαλε και ο Νίκος Τριανταφυλλίδης με την αγάπη του. Και κάπως έτσι προέκυψε το «δεύτερο σπίτι».

Το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για τους Κόρε.Ύδρο., Εδώ μιλάνε για λατρεία - Η ιστορία των Κόρε.Ύδρο., σάς επανέφερε στο (μιντιακό) προσκήνιο. Πώς διαχειρίζεσαι τη δημοφιλία, τη δημοσιότητα και τη σχέση με το κοινό;

Όλα αυτά τα χρόνια έχω περάσει από διάφορα στάδια. Την εποχή της αναπάντεχης επιτυχίας της Φτηνής Ποπ δυσκολεύτηκα αρχικά να τη διαχειριστώ.

Θυμάμαι ήθελα να αποσυρθεί ο δίσκος από τα δισκοπωλεία, ο ψυχίατρός μου τότε το είχε ονομάσει «success phobia». Το ξεπέρασα αμέσως, με το που μου το όρισε.

Στην πορεία αφέθηκα, κάναμε συναυλίες, το απολάμβανα. Μετά, κάποια στιγμή ξανάρχισα την ενδοσκόπηση. Ποιος είμαι, τι κάνω, πού ανήκω. Προσπαθώ να μη με παίρνω πολύ στα σοβαρά, νομίζω αυτό είναι το μυστικό.

Έτυχε να έχω κάποια ισχυρά βιώματα και κάποιες στιγμές έμπνευσης, να έχω ένα κομμάτι εαυτού έξω από νόρμες, ψυχολογικές, κοινωνικές...

Τώρα με το ντοκιμαντέρ ήρθαν πολλά νέα παιδιά, μιλήσαμε, αγκαλιαστήκαμε, βγάλαμε φωτογραφίες, τους υπέγραψα, μοιραστήκαμε πράγματα προσωπικά. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, τόσο μικρές ηλικίες και τέτοια αμεσότητα.

Είμαι κι εγώ μεγάλος πια, δεν έχω απέναντί μου μόνο συνομηλίκους μου. Και το γεγονός ότι μου εκφράζεται όλο και περισσότερο πόση δύναμη έχω δώσει σε κάποια παιδιά, είναι η μοναδική μου καταξίωση.

Ευχαριστώ τον Π.Ε. Δημητριάδη για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Τα Παιδιά της Παλαιότητας εμφανίζονται ζωντανά στη Μουσική Σκηνή Βαβέλ (Πέτρου Ράλλη 29 και Κρήτης 1) την Πέμπτη 3 και την Παρασκευή 4 Απριλίου.

Τις συναυλίες ανοίγουν η Bipolia και οι Messier13, αντίστοιχα.

Το ντοκιμαντέρ του Βύρωνα Κριτζά, Εδώ μιλάνε για λατρεία - Η ιστορία των Κόρε. Ύδρο., προβάλλεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο Άστορ από τη Δευτέρα 7 Απριλίου.



Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

This Eternal Decay: «Μόνο για την αγάπη αξίζει να πεθάνεις»

 


Συγκεράζοντας industrial, dark wave και synth wave ηχοτοπία, οι Ιταλοί This Eternal Decay αποτελούν ένα από τα πιο συναρπαστικά ευρωπαϊκά συγκροτήματα σ’ αυτό το πεδίο.

Συνομιλώντας με τον Riccardo Sabetti (φωνητικά, κιθάρες, συνθεσάιζερ, προγραμματισμός), εκ των ιδρυτικών μελών του γκρουπ, ενόψει της συναυλίας τους στην Αθήνα το Σάββατο 5 Απριλίου.

Πριν γίνετε οι This Eternal Decay, και τα τρία ιδρυτικά μέλη του γκρουπ είχατε μια αξιοσημείωτη μουσική ιστορία πίσω σας. Τι σας έφερε κοντά, αρχικά;

Μετά από πολλά χρόνια σε μια μπάντα που -ευτυχώς- κάνει περιοδείες, κυκλοφορεί άλμπουμ και έχει φανατικούς θαυμαστές, είναι φυσικό να νιώθεις την ανάγκη να εξερευνήσεις νέες περιοχές, να ξεκινήσεις από το μηδέν έξω από τη ζώνη άνεσής σου.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα γιατί όσοι σε ακολουθούν γενικά περιμένουν από εσένα να συνεχίσει; να κάνεις τα ίδια...

Η ίδρυση των This Eternal Decay ήταν αρχικά μια διέξοδος, αλλά με την πάροδο του χρόνου διαδραμάτισε μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας, σε σημείο που δεν ήταν πλέον απλώς ένα παράπλευρο έργο, αλλά, για κάποιους από εμάς, το κύριο μέσο έκφρασης.

Γιατί επιλέξατε να ονομάσετε το συγκρότημα με αυτόν τον τρόπο; Η επιλογή σας αντανακλά την άποψή σας για τη ζωή, την κοινωνία, την τέχνη ή/και τη μουσική;

Το όνομα This Eternal Decay σίγουρα προέρχεται από έναν προβληματισμό για την εποχή στην οποία ζούμε - όλα είναι σε αποσύνθεση, ασταθή και σε κίνδυνο...

Έμοιαζε σαν ένα κατάλληλο όνομα για τον κόσμο που βιώνουμε, ενώ και φωνητικά ακούγεται πολύ καλό.

«Χρειάζομαι κάτι για να αισθανθώ/ Κάτι για να ματώσω…/ Χρειάζομαι κάτι για να αισθανθώ/ Κάτι για να ματώσω...» τραγουδάς στο The Need από το ντεμπούτο σας, I chose an eternity for this. Για ποιο πράγμα θα μάτωνες/ «πέθαινες»;

Νομίζω ότι μπορεί να ακούγεται σαν μια απλή απάντηση, αλλά πιστεύω πως μόνο για την αγάπη -με την καθαρή και καθολική της έννοια- αξίζει να πεθάνεις, γιατί μόνο η αγάπη μετράει και έχει τη δύναμη να βελτιώσει τη ζωή μας.

«Θέλω να πάω σπίτι και να εξαφανιστώ/ Θέλω απλώς να πάω σπίτι και να εξαφανιστώ/ Θέλω να πάω σπίτι και να εξαφανιστώ/ Και να εξαφανιστώ... να εξαφανιστώ... να εξαφανιστώ...» απελπίζεσαι στο The Abyss. Τι αποκαλείς «σπίτι»;

Το «σπίτι» είναι εκείνο το μέρος όπου νιώθουμε ευτυχώς ευάλωτοι, όπου μπορούμε να εγκαταλείψουμε τις άμυνές μας και να ξεκουραστούμε...

Για κάποιους ανθρώπους, το «σπίτι» είναι το αγαπημένο τους πρόσωπο, για άλλους είναι η οικογένεια...

Για μένα, για παράδειγμα, είναι η μοναξιά - με την έννοια του να περνάω χρόνο με τον εαυτό μου με εποικοδομητικό τρόπο, να μαθαίνω διαβάζοντας ένα βιβλίο, παίζοντας μουσική, βλέποντας μια ταινία ή απλά χαλαρώνοντας με ένα βιντεοπαιχνίδι.

«Καθόλου χρόνος, Κανένας Θεός/ Καμία αγάπη, Κανένα μέλλον/ Θα εγερθούμε ξανά για να τραγουδήσουμε για πάντα/ Θα εγερθούμε ξανά για να τραγουδήσουμε αυτόν τον μελλοντικό ύμνο», διακηρύσσεις στο Future Anthem, από το Silence, το δεύτερο άλμπουμ σας.

Ακούγεται αρκετά μηδενιστικό. Πιστεύεις σε κάτι;

Το να πιστεύεις γίνεται πιο δύσκολη με την πάροδο του χρόνου. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορείς μόνο να ελπίζεις.

Δεν υπάρχει χρόνος γιατί κινείται υπερβολικά γρήγορα και πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε γρήγορα για να εκτιμήσουμε αυτό που μας δίνεται.

Δεν πιστεύω στον Θεό - ποτέ δεν πίστεψα. Στην πραγματικότητα, είμαι πεπεισμένος πως όλες οι θρησκείες είναι απλώς ένα μέσο ελέγχου των ανθρώπων.

Η αγάπη υπάρχει, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνια. Σε αυτήν την εποχή του ατομικισμού, η εύρεση αγάπης μεταξύ των ανθρώπων γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Όσο για το μέλλον, αναρωτιέμαι κάθε μέρα... Υπάρχει μέλλον;

«Περιμένω τον καιρό μου/ Αυτή η ζωή είναι σαν μία νυκτωδία», συμπεραίνεις στο Nocturne, από το αγαπημένο μου άλμπουμ σας, Nocturnæ. Υποθέτω ότι αυτή η κυκλοφορία είναι ένα «απόσταγμα» της εποχής της «πανδημίας» του Covid 19.

Θα ήθελες, λοιπόν, να αναλύσεις την εμπειρία σας από εκείνη την περίοδο και το πώς σταδιακά αποφασίσατε να τη μεταφράσετε σε στίχους και μουσική;

Όλοι έπρεπε να βρούμε κάτι για να περάσουμε εκείνη την περίοδο - ήταν περισσότερα από δύο σουρεαλιστικά χρόνια, όπου όλα τέθηκαν ξαφνικά υπό αμφισβήτηση από τη μια μέρα στην άλλη.

Είχαμε μόλις ολοκληρώσει μια περιοδεία 24 συναυλιών σε έναν μόνο μήνα στη Γερμανία και μια εβδομάδα μετά την επιστροφή στο σπίτι, άρχισε το λοκντάουν...

Μετά τους πρώτους έξι μήνες, δεν ήμουν πλέον σίγουρος ότι τα πράγματα θα μπορούσαν ποτέ να επανέλθουν στην προηγούμενη μορφή τους. Και πράγματι, βγήκαμε από αυτό δύο χρόνια αργότερα, αλλά ο κόσμος είχε αλλάξει...

Το Nocturnæ ήταν ο τρόπος μου να ενσωματωθώ στον κόσμο εκ νέου μετά από μια μακρά αισθητηριακή συσκότιση.

Στο ABSØLUTIØN, την τέταρτη κυκλοφορία σας, συνθέτετε «Έντεκα ‘δολοφονικές μπαλάντες στο συνθεσάιζερ’ που αντιμετωπίζουν το θέμα της αγάπης ως συναίσθημα ανάπτυξης ή καταστροφής ταυτόχρονα υπό διάφορες πτυχές».

Πώς εξισορροπείτε αυτές τις πτυχές της αγάπης;

Έχω γίνει πολύ κυνικός τα τελευταία δύο χρόνια λόγω κάποιων πολύ αρνητικών προσωπικών εμπειριών. Δεν ξέρω αν θα μιλούσα για ισορροπία αν έγραφα τώρα το ABSØLUTIØN.

Ίσως το πιο πιθανό, τώρα βλέπω πως υπάρχει αγάπη, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνια, όπως προανέφερα. Τις περισσότερες φορές, βρισκόμαστε σε καταστάσεις ευκολίας ή μοναξιάς που λανθασμένα περνάνε για αγάπη...

Πιστεύω ότι χρειάζεται πολύ περισσότερη τύχη παρά ισορροπία.

«Κανένας δε βγαίνει ζωντανός από την αγάπη», προσθέτεις. Πώς καταφέρνεις, λοιπόν, να διατηρείς τη βιολογική αλλά και δημιουργική ζωτικότητα ενώ κουβαλάς τα τραύματά σου;

Είμαστε ζώα στην τελική, ζούμε από ένστικτα, οπότε «αναγκαζόμαστε» να προχωράμε μπροστά παρά τις ουλές και συχνά υποπίπτουμε στα ίδια λάθη.

Το Spettro, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας (Ιανουάριος 2025), «εντρυφά βαθιά στις σκιώδεις γωνιές του ανθρώπινου συναισθήματος, εξερευνώντας μια σπείρα αυτοκαταστροφής τροφοδοτούμενη από τα σκληρά αναπόφευκτα της ζωής».

Πώς ξεπερνάς αυτό το οποίο φοβάσαι περισσότερο;

Δεν καταφέρνουν όλοι να ξεπεράσουν τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αγωνίζονται να επιβιώσουν συναισθηματικά, συμβαίνει σε όλους.

Μου συμβαίνει πολύ συχνά. Η μουσική με βοηθάει, όπως και τα αγαπημένα μου πρόσωπα... Όλα έχουν να κάνουν με το τι χτίζουμε για τον εαυτό μας για να τα καταφέρουμε και να παραμείνουμε άνθρωποι.

Εκτός από το άγχος, τον φόβο και το πάθος, τι άλλο θα εξαπολύσετε στο κοινό της πολυαναμενόμενης συναυλίας σας στην Αθήνα το Σάββατο 5 Απριλίου στο Death Disco;

Θα είναι μια πολύ έντονη, σωματική και δυναμική συναυλία...

Θέλουμε να είναι ένα συνεχές κρεσέντο συναισθημάτων για μιάμιση ώρα.

Θα υπάρξει πολύς ιδρώτας, χορός και στιγμές για να νιώσετε βαθιά.

Η setlist που έχουμε ετοιμάσει για αυτήν την περιοδεία περιλαμβάνει μερικά κομμάτια από το Spettro αλλά και μερικά τραγούδια από προηγούμενα άλμπουμ τα οποία δεν έχουν παιχτεί ποτέ ζωντανά.

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να προσκαλέσω τους πάντες να βιώσουν ό,τι δημιουργούμε.

Οι This Eternal Decay εμφανίζονται ζωντανά το Σάββατο 5 Απριλίου στο Death Disco (Ωγύγου 16 & Λεπενιώτου 24, Ψυρρή).

Τη συναυλία ανοίγει ο The Man & His Failures.