Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Έλενα Τοπαλίδου: «Αντιλαμβάνομαι τα πράγματα πιο πολύ με την ψυχή και με το ένστικτο»

 


Πολυβραβευμένο στο περσινό ΦΚΘ, το συγκινητικό, DIY αισθητικής road movie του Γιώργου Γούση Μαγνητικά πεδία αφηγείται την τυχαία συνάντηση δύο μοναχικών ανθρώπων κι έναν έρωτα που γεννιέται.

Συνομιλώντας με την Έλενα Τοπαλίδου, την εξαιρετική συμπρωταγωνίστρια, με αφορμή την έξοδο του φιλμ στους κινηματογράφους στις 19 Μαΐου.

Τόσο στο Soul Food όσο και στα Μαγνητικά πεδία είσαι σαν αερικό. Πώς αυτό σχετίζεται με την προσωπικότητά σου, αλλά και με την ερμηνευτική σου προσέγγιση στο θεατρικό και το κινηματογραφικό πεδίο;

Στη ζωή μου πηγαίνω μόνο ψυχικά.

Πριν εμπλακώ στον χορό, είχα σπουδάσει στο Μαθηματικό, ήμουν δηλαδή μαθηματικό μυαλό.

Δεν μπορώ, όμως, να αντιληφθώ τα πράγματα εύκολα με το κεφάλι. Τα αντιλαμβάνομαι πιο πολύ με την ψυχή και, τώρα τελευταία, με το ένστικτο. Με καθοδηγεί κυρίως και βασικά το αίσθημά μου για κάτι. Το εμπιστεύομαι.

Αν πρέπει να διαλέξω κάτι, πιστεύω πολύ σ’ αυτό που νιώθω.

Αυτό ισχύει και για τα Μαγνητικά πεδία;

Μόνο! Δεν ήταν καθόλου απλό να σηκωθώ να φύγω από το σπίτι μου για 12 μέρες, όταν και σπιτόγατα είμαι, και την ασφάλειά μου έχω ανάγκη, και ήταν ο άντρας και το παιδί μου εκεί, και υπήρχε ο κορονοϊός, και ήταν Χριστούγεννα/Πρωτοχρονιά!

Ήξερα, ωστόσο, ότι αυτό έπρεπε να κάνω.

«Θα ήθελα να κάνουμε ένα βιντεοκλίπ με μια ερωτική ιστορία», μου είχε πει με τον απόμακρο τρόπο του ο Γιώργος ο Γούσης.

Κάναμε αυτό το βιντεοκλίπ, περάσαμε πολύ όμορφα και κατόπιν μου είπε πως ήθελε να γυρίσουμε μια ταινία όπου θα εμπλέκονταν εγώ, μια δική μου ιστορία και κάποιος άλλος, κατόπιν ο Αντώνης ο Τσιοτσιόπουλος.

Μέσα σ’ όλα τού αφηγήθηκα για μια περίοδο της ζωής μου κατά την οποία είχα τρομάξει με την εικόνα μου.

Και αισθανόσουν ότι δε χωρούσες.

Όντως τότε έφυγα από κάπου. Σημειώναμε, λοιπόν, πράγματα που μας ενέπνεαν και που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Στη συνέχεια συναντήθηκαν ο Γούσης με τον Αντώνη και μια μέρα μου ανακοίνωσε ευτυχισμένος: «Έχω την ιστορία!»

Κι έτσι έγινε.

Αυτοσχεδιάζατε;

Αυτοσχεδιάζαμε, κι αυτό στην αρχή μου φάνηκε τρομακτικό. Επειδή, όμως, η «χημεία» με τον Αντώνη ήταν τέτοια, υπήρξε κάτι ανάλαφρο. Δε σταματούσαμε να μιλάμε σε σχέση με τους ρόλους μας.

Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Έλενα Τοπαλίδου


Είχε ένα ωραίο άφημα όλο αυτό. Όπως συμβαίνει πράγματι όταν γνωρίζεσαι τυχαία μ’ έναν άνθρωπο κι αυτό μπορεί να λειτουργήσει ή όχι. Έτσι φυσικά έρρεε;

Πολύ φυσικά. Μπαίναμε στ’ αυτοκίνητο, ο Γιώργος έλεγε «Ξεκινάμε!» και γινόμασταν οι χαρακτήρες.

Όταν ήμουν μικρή, μιλώντας στην θεία μου το πρόσωπό μου έπρεπε μια πιο μακρουλή μορφή. Σε άλλες περιπτώσεις ήταν πιο στρογγυλό.

Η αντίληψή του εαυτού μου ως Έλενα της ταινίας μιλώντας με τον συμπρωταγωνιστή μου είχε πλάσει μια εικόνα του εαυτού μου που αντλούσε στοιχεία από μένα, αλλά άλλαζε και λίγο. Έφτιαξα μια Έλενα που είναι και δεν είμαι εγώ.

Η εκφορά του λόγου της κινηματογραφικής Έλενας έχει μια θεατρικότητα. Είναι κάτι που σε χαρακτηρίζει και στην καθημερινότητά σου;

Ναι. Μου το λένε κι οι δικοί μου άνθρωποι. Είμαι πολύ θεατρική, έτσι ζω.

Πώς βίωσες την εμπειρία των γυρισμάτων στην Κεφαλονιά τον χειμώνα; Μιας κι είσαι άνθρωπος των αισθήσεων, πώς ήταν να βρίσκεσαι εκεί σε μια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου και συγκυρία;

Την πρώτη μέρα που πήγα ένιωσα ότι με «λούζει» το φως και ότι είμαι ευτυχισμένη.

Το ίδιο βράδυ κάναμε το γύρισμα στην ταβέρνα, το οποίο ήταν τρελά αμήχανο. Ήταν η πρώτη στιγμή που έπρεπε να βρεθούμε με τον Αντώνη πρόσωπο με πρόσωπο. Ήμασταν κι οι δύο αληθινά τρομαγμένοι και κουρασμένοι -πτώματα- από το ταξίδι.

Δεν είχατε προβάρει τη σκηνή.

Ποτέ δεν προβάραμε τίποτα. Ήταν πολύ ειλικρινής η αμηχανία. Γι’ αυτό την αγάπησε ο Γιώργος.

Ήταν μια μέρα γεμάτη καλοπροαίρετες αισθήσεις και μυρωδιές. Ήταν η τρυφερότητα των ντόπιων, η ζεστασιά από το κρασί, το συνταρακτικό φαγητό -γίδα και πίτα- και η ανακούφιση πως τα καταφέραμε.

Όταν γύρισα στο δωμάτιο, ήμουν τσακισμένη.

Με φόβιζε κιόλας, γιατί η ιδιοκτήτριά του είχε μαζέψει σ’ αυτό ό,τι αντίκα υπάρχει στη γη. Κρύωνα, εξάλλου, φριχτά, γιατί είχε χαλάσει ο κλιματισμός. Ξεπάγιαζα, ένιωθα πολύ μόνη μου, φοβόμουν πως δε θα κοιμηθώ.

Από την επόμενη μέρα, όμως, η κατάσταση δεν είχε κανένα «σκόνταμμα» από δικής μου πλευράς. Το κρύο ήταν μεν ανυπόφορο, αλλά διαχειρίσιμο, εκτός από τη μέρα που ανεβήκαμε στα μαγνητικά πεδία, στα ραντάρ που δε λειτουργούν πια, στον Αίνο.

Επιστρέφοντας, συνειδητοποιήσαμε ότι η κάμερα δεν είχε τραβήξει τίποτα, γιατί είχε χαλάσει. Πάθαμε σοκ. Ο Γούσης λιποθύμησε. Ο Αντώνης άρχισε να καπνίζει πιο πολύ.

Έλενα Τοπαλίδου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος


Μετά;

Τα γυρίσματα έγιναν πιο χρονοβόρα, επειδή κάθε φορά, μετά την ολοκλήρωσή τους, έπρεπε να ελέγχεται τι γυρίστηκε. Ήμασταν πολύ μαζί σ’ αυτόν τον κόπο: ένα σώμα, μια ψυχή. Κανένας δεν παραπονέθηκε για κάτι για την πάρτη του.

Έχεις απώτερη καταγωγή από την Κεφαλονιά, χωρίς ωστόσο να έχεις ζήσει εκεί.  Αισθανόσουν οικεία με τους ανθρώπους, τις τοπoθεσίες, την ατμόσφαιρα;

Την γιαγιά μας την Ειρήνη, που έχει «φύγει» χρόνια, την αγάπησα πάρα πολύ. Την είχα ονειρευτεί πολλές φορές κι είχα φανταστεί τον τόπο της. Ένιωθα μια ομορφιά και μια οικειότητα, λοιπόν, αλλά όχι με την έννοια των «ριζών».

Ίσως το όνομα «Κεφαλονιά» με συγκινούσε, γιατί το είχα ακούσει πολλές φορές μικρή. Ήμουν, πάντως, πολύ ανοιχτή στο οτιδήποτε, όπως και η Έλενα της ταινίας.

Όπως είναι και οι δύο χαρακτήρες. Ενός τύπου ερωτική ιστορία είναι τα Μαγνητικά πεδία, άλλωστε.

Ακριβώς. Μιας πολύ μεγάλης γοητείας. Είχαμε από κοινού αποφασίσει πως δε θα συνέβαινε κάποια ερωτική πράξη, γιατί δεν τη χρειαζόμασταν ως κομμάτι της αφήγησης. Το έχω κιόλας άγχος, αν μου ζητηθεί.

Η σχέση των χαρακτήρων έχει πολλή ευγένεια, καλοσύνη, τρυφερότητα, αμηχανία φυσικά, πολύ χιούμορ.

Απλά αισθανόμουν ωραία μαζί του. Αν τον δω τώρα, είναι σαν να συνεχίζεται η ταινία. Αυτή είναι η σχέση μας. Γελάω πολύ με το χιούμορ του.

Έχεις κάνει πολύ θέατρο, αλλά σταδιακά περισσότερο κινηματογράφο. Νιώθεις εξίσου οικεία στο κινηματογραφικό πεδίο, στο κινηματογραφικό πλατό με το θεατρικό «σανίδι»; Υπάρχει διαφοροποίηση;

Τεράστια διαφοροποίηση. Πιο οικεία στο σινεμά πια.

Τι σε κέρδισε σ’ αυτό πιο πολύ;

Στο θέατρο βιώνεις πάντοτε τον φόβο των εκφραστικών σου μέσων. Μοιάζει περισσότερο με τον χορό. Χρειάζεσαι το ηχείο σου, τη φωνή σου, τη δύναμή σου, την αντοχή σου.

Το σινεμά σού επιτρέπει τις πιο χαμηλές εντάσεις. Την Bella την έκανα σε μια εποχή που η φωνή μου ήταν πολύ άρρωστη και δε θα μπορούσα να κάνω θέατρο.

Είχα δυο κάλους φριχτούς, που είχαν αφαιρέσει τη χαρά του τραγουδιού -που λατρεύω- από τη ζωή μου. Ακόμα βλέπω στον ύπνο μου ότι πάω να μιλήσω και δεν μπορώ.

Ξεκίνησα στο σινεμά με τον Γιώργο Ζώη στο Interruption. Νιώθω τα κινηματογραφικά συνεργεία τρομερά κοντά μου και συντροφικότητα απέναντί τους.

Αγαπώ αυτή την παρέα! Εκτιμώ τον τρόπο που κάθε μέλος τους λειτουργεί για να μπορέσεις εσύ να παίξεις. Το θέατρο είναι πιο προσωπική υπόθεση. Οι δε πρόβες του είναι εξαντλητικές πλέον.

Θεωρώ το σινεμά σκέτη ευτυχία. Είναι λίγο σαν παιχνίδι για μένα. Πολύ ωραίο παιχνίδι. «Καίγομαι» από το σινεμά πολύ περισσότερο στη ζωή μου.

Έλενα Τοπαλίδου


Φαίνεται η σαγήνη που σου ασκεί εκ του τρόπου που αποδίδεις τους χαρακτήρες.

Χαίρομαι!

Έχουν ενθουσιάσει τα Μαγνητικά πεδία όλους όσους τα έχουν δει, εφόσον το ξέρεις;

Μέχρι τώρα ναι. Αυτό που ήταν πολύ σημαντικό για μένα ήταν ο μπαμπάς μου, ο οποίος παρακολουθεί πολύ σινεμά και ξέρει τα πάντα. Είναι 77 χρονών, αυστηρός κριτής και ενήμερος για τα πάντα.

«Είχα να χαρώ πολλά χρόνια με ταινία», μου είπε αφού την είδε. Τον συγκίνησε.

Χρειάζεται -και μάλλον λείπει- αυτή η συγκίνηση της απλής ανθρώπινης επαφής οποιουδήποτε τύπου, ιδίως σε περίοδο «πανδημίας».

Συμφωνώ πάρα πολύ.

Δεν πήγαμε για τα λεφτά. Δεν υπήρχαν, άλλωστε. Θα κάναμε μικρού μήκους φιλμ. Αυτό είχα καταλάβει. Ήμασταν μέσα στον κορονοϊό, που έλειπε -και μου έλειπε- η αγκαλιά. Φοβόμασταν όλοι πολύ.

Ζήσαμε το πόσο μπορούν ν’ αγαπηθούν πέντε άνθρωποι που έρχονται από το πουθενά, φτιάξαμε μια παρέα κι όταν ξανασυναντιόμαστε, είμαστε ευτυχισμένοι. Τους βλέπω και δακρύζω. Δε συμβαίνει πάντα αυτό. Ακόμα δεν το χορταίνω και το χαίρομαι!

Αλλά κι οι άνθρωποι από το Cinobo και τη Heretic συμπεριφέρθηκαν συναρπαστικά σ’ εμάς και στην ταινία. Δεν είναι αυτονόητο ν’ αγκαλιάσεις ένα φιλμ μ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν ήξερα ότι θα έφτανε αυτό το πράγμα να έχει τέτοια απήχηση.

Ελπίζω να συνεχίσει να την έχει.

Νιώθω μεγάλη αγωνία, πρέπει να σου πω. Θα ήθελα να πάει έστω λίγος κόσμος να τη δει. Θα το ποθούσα αυτό.

Έχω να ζήσω τέτοια αγωνία από την εποχή που κάναμε με τον Ρήγο τις πρώτες παραστάσεις με την Οκτάνα στο θέατρο Σημείο. Περιμέναμε τον κόσμο απ’ έξω αν θα ερχόταν για να χορέψουμε. Και ερχόταν, σε παραστάσεις μιας τοσησδά ομάδας.

Ό,τι και να γίνει, όμως, μου αρέσει αυτό που μου «ξύπνησε».

Με βοηθάς με τον τρόπο που με ρωτάς. Μου έχεις φέρει πράγματα στο μυαλό που δεν περίμενα να τα σκεφτώ. Μπράβο, σ’ ευχαριστώ!

Ευχαριστώ θερμά την Νιόβη Βουδούρη (Cinobo) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την παραχώρηση της φωτογραφίας της Έλενας Τοπαλίδου.

Η ταινία του Γιώργου Γούση Μαγνητικά πεδία με συμπρωταγωνίστρια την Έλενα Τοπαλίδου προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Μαΐου σε διανομή του Cinobo.



Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Ελιάς Χούρι: «Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει το να είσαι Παλαιστίνιος»

 

Ελιάς Χούρι (Φωτογραφία: Ταλάλ Χούρι)

Ένας από τους πλέον καταξιωμένους σύγχρονους Άραβες συγγραφείς, ο λιβανέζικης καταγωγής Ελιάς Χούρι αναβιώνει με το αριστουργηματικό μυθιστόρημά του Η πύλη του ήλιου τον αγώνα και τα πάθη του παλαιστινιακού λαού.

Μια εκ βαθέων συνέντευξη με τον συγγραφέα με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά και τη «μαύρη» επέτειο των 74 χρόνων από τη Νάκμπα.

Έχετε κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι γεννηθήκατε Λιβανέζος, αλλά μεγαλώσατε ως Παλαιστίνιος. Τι σας συνέδεσε τόσο έντονα και από τόσο νεαρή ηλικία με την Παλαιστίνη, τους Παλαιστίνιους, τον παλαιστινιακό σκοπό;

Στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση: μια διανοητική και μια προσωπική.

Σε διανοητικό επίπεδο, η Παλαιστίνη σήμερα σηματοδοτεί κάτι χαμένο, είναι η τελευταία χώρα στον πλανήτη που βρίσκεται υπό αποικιακή κατοχή. Οι Παλαιστίνιοι είναι θύματα στα οποία δε δίνεται το δικαίωμα να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το να είσαι άνθρωπος σήμαινε το να είσαι Εβραίος, όπως είχε δηλώσει και η Μαργκερίτ Ντυράς, που δεν ήταν Εβραία. Στις μέρες μας, νομίζω πως το να είσαι άνθρωπος σημαίνει το να είσαι Παλαιστίνιος.

Η Παλαιστίνη ενσαρκώνει ένα μείζον ερώτημα για την ανθρωπότητα, και αποτελεί παράδειγμα για όλους μας, δεδομένου ότι η Νάκμπα συνεχίζεται με την καταστροφή της παλαιστινιακής γης, των λιόδεντρων και την κατοχή της Ιερουσαλήμ.

Σε προσωπικό επίπεδο;

Ανακάλυψα την Παλαιστίνη όταν ήμουν δεκατριών-δεκατεσσάρων στο μικροαστικό, πολύ φτωχό σχολείο όπου φοιτούσα. Κάποιοι συμμαθητές μου προέρχονταν από τους προσφυγικούς καταυλισμούς και ήταν Παλαιστίνιοι.

Η δυστυχία που βίωναν και ο ρατσισμός που αντιμετώπιζαν μου προξένησαν βαθιά εντύπωση. Η επίγνωση της δικαιοσύνης κλιμακώθηκε μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών κατά τον οποίο νέα κύματα Παλαιστίνιων προσφύγων έφτασαν στην Ιορδανία.

Όταν είδα τη δυστυχία τους, προσπάθησα να μείνω εκεί. Θεώρησα ότι η θέση μου ήταν μαζί τους. Αυτό εξακολουθώ να νιώθω μέχρι και σήμερα.

Γιατί δεν μπορείς να υποστηρίζεις τα ανθρώπινα δικαιώματα οπουδήποτε στον κόσμο και να μη βλέπεις το καθεστώς απάρτχαϊντ στην Παλαιστίνη, την εθνοκάθαρση που συντελείται και την κατοχή. Έτσι μπορώ να συνοψίσω τη θέση μου.

Η συγκεκριμένη στάση ζωής σαφώς ωρίμασε ανά τις δεκαετίες και αντανακλάται στο μυθιστόρημα Η πύλη του ήλιου με μυθοπλαστικό τρόπο, αν και φαντάζομαι ότι το βιβλίο βασίζεται σε/εμπνέεται από πραγματικές ιστορίες.

Η κεντρική ιδέα ήταν η συγγραφή μιας ερωτικής ιστορίας που συνεχίζεται. Μόνο για την αγάπη μιλάμε όταν αυτή πια δεν υπάρχει.

Η ιστορία εκτυλίσσεται ανάμεσα σε προσφυγικούς καταυλισμούς στη Βηρυτό και στη Γαλιλαία, στην κατεχόμενη Παλαιστίνη.

Κάθε φορά που οι εραστές κατάφερναν να κάνουν έρωτα -γιατί η γυναίκα ήταν υποχρεωμένη να μένει με τον τυφλό πατέρα του συζύγου της για να τον φροντίζει- ήταν μια μεγάλη περιπέτεια. Κι η αγάπη μια μεγάλη περιπέτεια είναι, νομίζω.

Για να «χτίσω», λοιπόν, αυτή την ερωτική ιστορία, έπρεπε να «ξαναχτίσω» την παλαιστινιακή Ιστορία της Γαλιλαίας και της Νάκμπα.

Γι’ αυτό χρειαζόταν να αφιερώσω πολύ καιρό σε προσφυγικούς καταυλισμούς, εφτά χρόνια έρευνας, συλλέγοντας αφηγήσεις από τον πόλεμο του 1948. Μόνο η κεντρική ιστορία είναι μυθοπλαστική. Οι ημερομηνίες και τα γεγονότα είναι 100% ακριβή.

Ήθελα να τοποθετήσω την Παλαιστίνη στη θέση της. Η Παλαιστίνη είναι μια ερωτική ιστορία, δεν μπορεί να είναι μια ιστορία μίσους.

Πάντως, δύο από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, ο νεαρός γιατρός Χαλίλ κι ο ηλικιωμένος Γιούνις, είναι άντρες. Ο Γιούνις, μάλιστα, βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, ενώ ο Χαλίλ του διηγείται ιστορίες.

Είναι η αφήγηση ιστοριών ένας τρόπος να πολεμάμε και να νικάμε τον θάνατο- και τον χρόνο;

Ζούμε την καθημερινή μας ζωή λέγοντας ιστορίες. Όταν ολοκληρώσουμε αυτή τη συνέντευξη, θα περιγράψεις στην φίλη ή σε έναν φίλο σου τι συνέβη.

Στην περίπτωση του Χαλίλ, η αφήγηση ιστοριών γίνεται ένας τρόπος επιβίωσης, κι αυτό φυσικά μας θυμίζει τις Χίλιες και μία νύχτες, το σπουδαίο βιβλίο αραβικής λογοτεχνίας.

Σ’ αυτό, η καταπιεσμένη, η Σεχραζάτ, νικάει τον καταπιεστή, η διανόηση νικάει την εξουσία.

Η παλαιστινιακή ιστορία, ωστόσο, ποτέ δεν αποτέλεσε αντικείμενο αφήγησης. Δεν της επιτράπηκε. Από τη στιγμή που λες την ιστορία σου, διακηρύσσεις την ύπαρξή σου.

Στο τελευταίο μέρος της τριλογίας, ο Χαλίλ πηγαίνει στην Παλαιστίνη, στη Νάμπλους της Δυτικής Όχθης,  για να πολεμήσει στη Δεύτερη Ιντιφάντα, το 2002.

Η δυνατότητα επιβίωσης του καταπιεσμένου βρίσκεται βαθιά μέσα του γιατί η ζωή του απειλείται. Αγώνας, αγάπη, επιβίωση συνδυάζονται σε ένα «υλικό».

Η αραβική γλώσσα, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο, είναι το «κλειδί» για τα χαμένα, κατεστραμμένα σπίτια. Είναι, συνεπώς, πολύ σημαντική για εσάς.

Δουλειά μας είναι να την ανακαλύψουμε εκ νέου και να της δώσουμε καινούρια νοήματα. Αυτό έκαναν συγγραφείς όπως ο Ρίτσος ή ο Ελύτης. Αυτό υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουμε.

Αναφορικά με την Παλαιστίνη, η γλώσσα γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο αγώνα, γιατί είναι το στοιχείο που ενώνει όσους βρίσκονται υπό κατοχή- και προσελκύει κι άλλους.

Σκέψου, ως παράδειγμα, τον λόρδο Βύρωνα και την Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών. Ο αγώνας των Παλαιστίνιων μας προσελκύει.

Κάνετε λόγο για τη μνήμη ως τρόπο οργάνωσης της λήθης. Αυτή είναι η λειτουργία της, νομίζετε; Γιατί, για μένα, η Πύλη του ήλιου ενισχύει, ζωογονεί, επανερμηνεύει μνήμες.

Η μνήμη συνίσταται στην οργάνωση όσων θέλεις να κρατήσεις και όσων θέλεις να ξεχάσεις. Κι αυτή είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία.

Στην περίπτωση του παλαιστινιακού τραύματος, αυτό που απομένει είναι το ίδιο το τραύμα, γιατί εισχώρησε πολύ βαθιά στις καρδιά και το μυαλό μας. Πρέπει να ξεχάσουμε μέρος όσων έχουν συμβεί, αλλιώς θα γίνουμε ψυχικά διαταραγμένοι.

Από την άλλη, αυτός είναι ένας τρόπος να ανακαλύψουμε τη βαθιά συμπόνια μας για τους άλλους. Όταν είσαι ευάλωτος, κατανοείς και την ευαλωτότητα των άλλων και, με αυτή την έννοια, είσαι ανοιχτός απέναντί τους αντί να κλείνεσαι στον εαυτό σου.

Γι’ αυτό φοβάστε την Ιστορία που έχει μόνο μια ερμηνεία, όπως αναφέρετε.

Μόνο οι φασίστες έχουν μία ερμηνεία της Ιστορίας. Το παρελθόν και το παρόν έχουν πολλαπλές διαστάσεις, και πρέπει να τις «διαβάζουμε» και να τις κατανοούμε όλες. Αλλιώς και η ζωή μας θα ήταν βαρετή και κενή.

Η λογοτεχνία μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτή την πολυδιάστατη κατάσταση, γιατί μέσω αυτής βιώνεις την εμπειρία της θέασης πραγμάτων υπό διαφορετικά πρίσματα. Αυτό κάνει τη λογοτεχνία όμορφη και διαχρονική.

Γι’ αυτό και ο Σοφοκλής υπερβαίνει τον χρόνο. Κάθε φορά που διαβάζεις τα κείμενά του, τους δίνεις μια καινούρια ερμηνεία. Η σημερινή μας ερμηνεία διαφέρει από εκείνη των συγχρόνων του την περίοδο που έγραφε.

Η ανοιχτότητα στην ερμηνεία προσδίδει στη λογοτεχνία τη μαγική της διάσταση, που την αποκαλώ «πνευματική». Αυτό δεν έχει σχέση με τη θρησκεία, αλλά μας οδηγεί σε διαφορετικά επίπεδα γνώσης και αίσθησης.

Φυσικά υπάρχουν σπουδαία θρησκευτικά κείμενα, αλλά κυριαρχούνται από τις εντολές -«μην κάνεις αυτό», «μην κάνεις το άλλο», «θα τιμωρηθείς»-, γεγονός που καταστρέφει, υποθέτω, την πνευματική διάσταση.

Στη λογοτεχνία, αντιθέτως, είμαστε εντελώς ελεύθεροι.

Η Πύλη του ήλιου είναι ταυτόχρονα βαθιά πνευματική και πολιτική, χωρίς να γίνεται διδακτική.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να είσαι πολιτικός. Στην περίπτωση του Λιβάνου ή της Παλαιστίνης δεν μπορείς να μην είσαι πολιτικός. Όλα είναι πολιτικά. Αν θέλεις να υπερασπιστείς τη ζωή σου, σε σκοτώνουν εξαιτίας της πολιτικής.

Στην Παλαιστίνη σού καταστρέφουν το σπίτι για τον ίδιο λόγο. Αν είσαι συγγραφέας -ή και όχι-, είσαι εξ ορισμού πολιτικοποιημένος.

Η πολιτική, ωστόσο, συνίσταται στην αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα, στην επίτευξη συμβιβασμών. Δεν ξέρω αν κάποιος διανοούμενος θα μπορούσε να παραμείνει τέτοιος καθιστάμενος πολιτικός.

Αμφιβάλλω αν κάποιος όντως σκεπτόμενος θα οδηγείτο στην κοινοβουλευτική πολιτική.

Η πολιτική της λογοτεχνίας είναι πολύ ευρύτερη και πιο ανοιχτή. Με τον καπιταλισμό ξεχνάμε την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Η λογοτεχνία μάς πηγαίνει πίσω στην ανθρώπινη φύση μας και μάς θυμίζει ότι όλοι είμαστε συμμέτοχοι στη ζωή. Η ζωή είναι για όλους.

Κατοικείτε σε τουλάχιστον δύο «μικροσύμπαντα», το λιβανέζικο και το παλαιστινιακό, σε κανένα από τα οποία τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Σε σχέση με το παλαιστινιακό, οραματίζεστε κάποια σημαντική αλλαγή προσεχώς;

Πολλοί συγγραφείς παριστάνουν πως είναι προφήτες. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω, δεν είμαι ένας τέτοιος. Είμαι ένας συνηθισμένος, ταπεινός άνθρωπος.

Στην Παλαιστίνη βιώνουμε ένα πραγματικά φασιστικό καθεστώς εδραιωμένο στη θρησκεία, το πιο επικίνδυνο είδος καθεστώτος. Σύμφωνα μ’ αυτή την αφήγηση, το Ισραήλ είναι η Γη της Επαγγελίας, που την υποσχέθηκε ο Θεός. Απόλυτη τρέλα!

Με τη θρησκεία δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός, ο Θεός ή ο Χριστός δεν μπορούν να συμβιβαστούν. Κι αυτό σημαίνει ανοιχτός πόλεμος. Οι Παλαιστίνιοι έχουν προβεί σε υποχωρήσεις, δεν μπορούν να υποχωρήσουν άλλο. Η κατάσταση είναι τραγική.

Είναι εξίσου τραγική και στον Λίβανο;

Στον Λίβανο η κατάσταση είναι κωμικοτραγική. Έχουμε ένα μάτσο κλεφτών που κάνουν ό,τι μπορούν και θέλουν για να παραμείνουν στην εξουσία. Είναι γελοίοι. Αυτό έχει την κωμική του διάσταση.

Από την άλλη, υπάρχει και η τραγική, καθώς στον Λίβανο είμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο φρικτό κύμα μετανάστευσης, γεγονός που μας θυμίζει τη μετανάστευση λόγω λιμού κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τότε είχε μεταναστεύσει το 1/3 του πληθυσμού, ενώ ένα άλλο τρίτο είχε πεθάνει.

Βρισκόμαστε στο έλεος ανελέητων δεσποτών τόσο εντός της χώρας όσο και ευρισκόμενων στο Ιράν και στο Ισραήλ.

Είναι αναστρέψιμη η κατάσταση;

Προσπαθήσαμε. Το 2019 ξεκίνησε μια λαϊκή εξέγερση με περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στον δρόμο: μια εξέγερση που αφορούσε στην εκκοσμίκευση και στην κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά συνετρίβη, κυρίως από τη Χεσμπολάχ.

Μετά την αποτυχία της εξέγερσης πρέπει να ξανασκεφτούμε τα πάντα. Όσο για τη Βηρυτό, πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας. Ζούμε σε μια πόλη που πεθαίνει. Δεν ξέρω πώς να περιγράψω την αίσθηση με λόγια.

Οι άνθρωποι δεν είναι πια οι ίδιοι, ούτε η θάλασσα, λιμάνι δεν υπάρχει. Κανένας δεν υπάρχει πια. Όλοι προσπαθούν να επιβιώσουν.

Συνεχίζετε να αγωνίζεστε με την «πένα» σας, τουλάχιστον.

Το να υπάρχεις είναι αντίσταση. Αυτό ισχύει για τον Λίβανο, ισχύει και για την Παλαιστίνη. Πρέπει να επιμείνουμε στην ύπαρξή μας, αυτό είναι το πρώτο βήμα προς την αντίσταση.

Αγαπώ την Ελλάδα πολύ, Γιάννη, έχω βρεθεί εκεί πολλές φορές.

Πότε ήταν η τελευταία;

Οκτώ χρόνια πριν, όταν είχαμε λεφτά! (Γέλιο).

Eυχαριστώ θερμά την Yasmine Jraissati (Raya Agency) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον συγγραφέα, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το μυθιστόρημα του Eλιάς Χούρι Η πύλη τoυ ήλιου κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Ελένης Καπετανάκη.



Σάββατο 30 Απριλίου 2022

Ανδρέας Σινάνος: «Εν αρχή ην το φως, όχι ο λόγος»

 


Γόνος πολυμελούς αγροτικής οικογένειας, ο Ανδρέας Σινάνος είναι από τους πλέον καταξιωμένους διεθνώς διευθυντές φωτογραφίας.

Επί μακρόν συνεργάτης του Θόδωρου Αγγελόπουλου, δουλεύει τα τελευταία χρόνια και με τον Τούρκο σκηνοθέτη Tayfun Pirselimoğlu, του οποίου η πιο πρόσφατη ταινία, Kerr, προβάλλεται από τις 28 Απριλίου. Συναντώντας τον Ανδρέα Σινάνο.

Η συντριπτική πλειονότητα των διεθνών παραγωγών όπου έχεις δουλέψει εκτυλίσσεται σε χώρες με κυρίαρχο το μουσουλμανικό στοιχείο. Tι σε συνδέει μ’ αυτή την (ανθρωπο)γεωγραφία;

Με απασχολεί τόσο πολύ το τεχνικό κομμάτι που συνήθως ξεχνάω και τον χώρο. Τον βλέπω πάντα μέσα από την κάμερα. Είμαι, δηλαδή, αρκετά συγκεντρωμένος στην ίδια την ταινία.

Επιμένω, ωστόσο. Πηγάζει από βιώματα, εμπειρίες ή κατοπινά ερεθίσματα η εμπλοκή μ’ αυτό το πολιτισμικό σύμπαν;

Έχω δουλέψει σε Μαρόκο, Τυνησία, αρκετά στην Τουρκία. Στα Βαλκάνια, φυσικά, με τον Αγγελόπουλο, εν μέσω πολέμου και εμπάργκο.

Δε θέλω να μιλήσω άσχημα για τους Μουσουλμάνους, αλλά η θρησκεία τούς σπρώχνει να γίνονται υποκριτές.

Κάνοντας τι;

Στο Μαρόκο, αν δεν κάνεις νηστεία κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, πας φυλακή. Το γεγονός αυτό από μόνο του σε εξαναγκάζει να γίνεσαι ψεύτης, γιατί ένα ποσοστό ανθρώπων για διαφορετικούς λόγους δεν μπορεί να τηρήσει τη νηστεία.

Αυτό, όμως, δε συμβαίνει και σ’ άλλες θρησκείες;

Όχι τόσο. Στον χριστιανισμό -πιστεύεις δεν πιστεύεις- αυτό δεν αφορά κανέναν. Είναι τελείως προσωπικό ζήτημα. Ποιος θα σε κρίνει αν τη Μεγάλη Παρασκευή φας κρέας;

Στο Μαρόκο υπάρχουν θρησκευόμενοι και μη θρησκευόμενοι, η Τουρκία είναι πιο κοσμοπολίτικη.

Πόσες φορές έχεις ταξιδέψει ή/και παραμείνει εκεί;

Το πρώτο μου ταξίδι στην Τουρκία έγινε το 1983 επί καθεστώτος Εβρέν. Ήταν μια άλλη Τουρκία, μέσα στις λάσπες. Για τη θέρμανση χρησιμοποιούσαν αέριο, κι αυτό αιωρείτο, το μύριζες στην ατμόσφαιρα.

Την πρώτη φορά που επισκέφτηκα την Κωνσταντινούπολη ένιωσα πως είχα μνήμες, παρότι δεν καταγόμουν από εκεί.

Δουλεύοντας, όμως, για τον Αγγελόπουλο αποκοβόσουν από άλλους σκηνοθέτες. Κάθε ταινία του απορροφούσε δυο-τρία χρόνια από τη ζωή σου. Ελάχιστοι συνεργάτες του είχαν δουλέψει με άλλους σκηνοθέτες.

Ο μακαρίτης ο Παναγιωτόπουλος, για παράδειγμα, με φώναξε όταν είχε φιλιώσει με τον Αγγελόπουλο. Άλλοτε κρατούσε αποστάσεις. Οπότε «ξανοίχτηκα» μετά τον θάνατο του Θόδωρου.

Ήταν σχεδόν αποκλειστική σχέση.

Για το τελευταίο του φιλμ, που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε, κάναμε προετοιμασία επί δύο χρόνια.

Η τελευταία που προβλήθηκε ήταν η Σκόνη του χρόνου.

Είχε φοβερή προετοιμασία, τον ακολουθούσα σε όλα τα ταξίδια.

Υπήρχαν εντάσεις ή διαφωνίες μεταξύ σας;

Με τους σκηνοθέτες ή τα βρίσκεις ή δεν τα βρίσκεις. Αισθάνεσαι κάτι ή σε νιώθουν.

Με τον Θόδωρο μιλούσαμε για τα οικογενειακά μας, για την πολιτική. Κάνοντας ρεπεράζ και ανταλλάσσοντας φωτογραφίες προέκυπτε, φυσικά, μια πρώτη μορφή της ταινίας. Η ζωή του ήταν το σινεμά, το γύρισμα η «ανάσα» του.

Με τον Tayfun, αντίστοιχα: έχουμε πάει μια-δυο φορές σε Σμύρνη και Σύρο όπου θα γίνουν τα γυρίσματα της επόμενης δουλειάς του και θα ξαναπάμε, αλλά μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα. Τα υπονοείς λίγο τα πράγματα.

Κάθε διευθυντής φωτογραφίας έχει, εξάλλου, τον τρόπο του να δουλεύει το φως.

Μπορεί γι’ αυτόν τον χώρο όπου βρισκόμαστε σε μια δεδομένη ταινία να απαιτείται ο ένας και σε μια άλλη ο άλλος φωτισμός, όμως ο τρόπος που θα φωτίσεις είναι ο ίδιος. Οι συνθέσεις αλλάζουν λίγο.

Πώς γίνεσαι φωτογράφος; Σε ελκύει το φως. Εν αρχή ην το φως, όχι ο λόγος.

Έτσι εξελίχτηκες κι εσύ;

Κάπως έτσι. Παρότι καταγόμουν από κωμόπολη, το σινεμά μού άρεσε από δεκατριών χρονών.

Έβλεπα τέσσερις ταινίες την εβδομάδα. Υπήρχαν δύο κινηματογράφοι, οι οποίοι έπαιρναν τα φιλμ «πακέτο». Ξαφνικά, όμως, έφτανε κι ένας Μπέργκμαν ή ένας Βισκόντι.

Που άφησαν τα ίχνη τους.

Σαφώς, τις θυμάμαι αυτές τις ταινίες. Το πρώτο ξένο φιλμ που είδα ήταν το Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά, του Χίτσκοκ. Ήμουν μικρός και είχα κατατρομάξει. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.



Η σχέση σου με το φως έχει εμπλουτιστεί με τα χρόνια;

Ασφαλώς. Το κυνηγάς. Δεν έχω μάθει, προσπαθώ να μαθαίνω ακόμα. Με την πάροδο των χρόνων στέκομαι καλύτερα στα πόδια μου, αλλά πάντα έχω μια αγωνία, μια ανησυχία.

Εξαρτάσαι κι απ’ τον σκηνοθέτη. Αν δεν έχεις κάποιον να σου στήσει ωραία πλάνα, δε γίνεται τίποτα.

Για σκηνοθέτες που έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με λίγα χρήματα, μια φτηνή κάμερα και μερικούς εθελοντές μπορούν να κάνουν μια ταινία.

Ο συγχωρεμένος ο Αγγελόπουλος γύρισε την Αναπαράσταση με πέντε ανθρώπους και χρήματα που του βρήκε ο Σαμιώτης. Για κάποιους ήταν από τις καλύτερες δουλειές του.

Νιώθεις ότι η συμβολή σου ως διευθυντή φωτογραφίας έχει υπάρξει σημαντική, αν όχι καθοριστική, στις δουλειές όπου έχεις εμπλακεί;

Εκ των πραγμάτων είναι καθοριστική, όπως άλλωστε το σενάριο, οι ηθοποιοί κι οι χώροι- και το πώς θα τους αντιμετωπίσεις. Αν δεν έχεις άξιο διευθυντή φωτογραφίας, δε «βγαίνουν» οι χώροι.

Παρόλα αυτά, εγώ ξεκίνησα συμβατικά, με σκηνοθέτες όπως τους συγχωρεμένους Ξανθόπουλο και Βακαλόπουλο. Ή με τον Καρακανεβάτο, με τον οποίο κάναμε το Μεταίχμιο, μια δουλειά που ακόμα αντέχει.

Με τον Κακογιάννη δεν ευτύχησα, στην προτελευταία ταινία του. Δεν είχαν υπομονή ο Μιχάλης και κάποιοι παραγωγοί.

Αξιολογείς τα σενάρια πριν εμπλακείς;

Παλιά δεν έκρινα τα σενάρια. Αλλά πρέπει να πιστέψεις ένα σενάριο για να βγάλεις δουλειά. Αν πάψει το ενδιαφέρον, δεν υπάρχει κι αποτέλεσμα. Τώρα έχω γίνει πιο κριτικός.

Για τον Tayfun Pirselimoğlu δεν έχεις αμφιβολίες.

Τον εκτιμώ πάρα πολύ και πιστεύω στις ταινίες του.

Από την άλλη, ο Tayfun είναι ένας άνθρωπος που επιμένει σε ένα συγκεκριμένο είδος κινηματογράφου, ενώ είναι ευφάνταστος, γρήγορος, ξέρει τι γίνεται στον κόσμο, έχει την ικανότητα να εφευρίσκει ιστορίες και να γυρίσει μια πιο εμπορική δουλειά.

Κάνει το είδος του αλληγορικού, υπαινικτικού σινεμά στο οποίο αναφέρθηκες κι εσύ.

Ζούμε και σε καταστάσεις όπου δεν μπορείς να τα πεις όλα.

Στο Kerr, ειδικά, το πιο πρόσφατο φιλμ του, o σουρεαλισμός «συναντά» την παράνοια.

Μόλις διάβασα το σενάριο, κατάλαβα αμέσως τι ήθελε να πει ο ποιητής! Δεν είχα αμφιβολίες.

Είναι μια ταινία «γέννημα» και των συνθηκών της πανδημίας;

Το σενάριο ήταν γραμμένο πολύ πριν την πανδημία. Τελείωνα το φιλμ όταν υπήρχαν τα πρώτα κρούσματα στην Κίνα. Βιάστηκα να επιστρέψω στην Ελλάδα, για να μη με προλάβει μια καραντίνα ή μην αρρωστήσω.

Κι όμως, είναι σαν το σενάριο να είναι γραμμένο υπό την επήρεια της περιόδου.

Υπάρχει η πολιτική διάσταση, που για μένα είναι πολύ ξεκάθαρη.

Μου αρέσει αυτή η γόνιμη απροσδιοριστία στην τέχνη και στο σινεμά.

Δε χρειάζεται πάντα μια ανάλυση, σαν να πρόκειται για μαθηματική εξίσωση. Ούτε κι ο Ταyfun θα ήξερε να εξηγήσει ακριβώς.



Πώς επιτυγχάνεται αυτή η σιωπή στο φιλμ;

Γενικώς δε μιλάω, δυσκολεύομαι να δίνω συνεντεύξεις.

Ή έχεις επικοινωνία, «συνενοχή» με κάποια άτομα ή όχι, όπως σου είπα και πιο πριν. Ή σου αρέσει ο τρόπος κάποιου και συμβάλλεις από την πλευρά σου, ή δεν μπορείς. Θέλει προσπάθεια. Με τον Tayfun λειτουργεί.

Παρότι οι ταινίες του είναι υπαινικτικά πολιτικότατες -αν και με υπαρξιακό τρόπο- χρηματοδοτούνται από κρατικούς φορείς.

Είναι από τους σημαντικούς Τούρκους σκηνοθέτες, όχι κάποιος τυχαίος.

Από την άλλη, είναι το υπαρξιακό στοιχείο που «μετράει». Ακόμα κι οι άνθρωποι του καλλιτεχνικού «σιναφιού», δε θέλουν να δουν πιο πέρα. Μπορεί να είναι «αντί», αλλά κάποια πράγματα τους βολεύουν.

Χωρίς ως Έλληνας να μπορώ να μιλήσω με τους Τούρκους πολιτικά, την τουρκική Αριστερά δεν τη βλέπω πουθενά.

Ο Ερντογάν κάπου βολεύει τους Τούρκους, αισθάνομαι. Ενώ είναι εναντίον του, τούς κάνει περήφανους για τη χώρα τους.

Δεν είναι πολωμένη η τουρκική κοινωνία;

Είναι πολωμένη ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, όπως και οι ευρωπαϊκές χώρες. Από την άλλη, επειδή υπάρχει πολλή «μαύρη» εργασία, δε νιώθεις ότι υπάρχει κρίση, δε βλέπεις παρηκμασμένους ανθρώπους.

Κι όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην επαρχία. Η τουρκική οικονομία στηρίζεται στην οικοδομή. Γκρεμίζει και χτίζει.



Το θέμα είναι τι χτίζεται στη θέση όσων γκρεμίζονται.

Για μια ταινία του Ντερβίς Ζαΐμ είχα πάει στο Γκαζιαντέπ, γνωστό ως η πατρίδα του μπακλαβά. Παλαιότερα είχε εντελώς αραβικό χαρακτήρα, και από αρχιτεκτονικής άποψης και σε επίπεδο νοοτροπίας.

Τώρα, η μισή πόλη είχε ξαναχτιστεί και η υπόλοιπη γκρεμιζόταν μοιάζοντας με βομβαρδισμένο τοπίο. Η ταχύτητα της κατεδάφισης ήταν τέτοια, που δεν προλαβαίναμε με τα γυρίσματα. Την επομένη μπορεί να είχε πέσει όλο το τετράγωνο.

Είναι για σένα το σινεμά και η διεύθυνση φωτογραφίας τρόποι διάσωσης της μνήμης ανθρώπων και τόπων;

Βέβαια. Το να βρεις, όμως, χώρους δυσκολεύει όλο και περισσότερο, γιατί αλλάζουν τα πάντα, άρα και ο φωτισμός μιας πόλης.

Στα γυρίσματα του Λιβαδιού που δακρύζει στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης έπρεπε να αλλάξω λαμπτήρες, αλλά δεν υπήρχαν πια λαμπτήρες πυρακτώσεως.

Ο κινηματογράφος, ωστόσο, δεν τελειώνει -ούτε κι οι άνθρωποι ή οι κοινωνίες.

Δεν ξέρω αν είναι καλύτερος ή χειρότερος. Εγώ, πάντως, έχω «κολλήσει» στο σινεμά της δεκαετίας του 1970.

Ίσως γιατί είναι οι πρώτες μου αναμνήσεις ή γιατί ήμουν στην Ιταλία εκείνη την περίοδο κι έβλεπα «ζεστές» ταινίες του Βισκόντι, του Φελίνι. Είναι το σινεμά που με καθόρισε. Αυτές τις δουλειές τις εκτιμώ τώρα περισσότερο. Και δεν ξαναγίνονται.

Πρόσφατες παραγωγές παρακολουθείς;

Μπορεί να δω φιλμ που να μ’ αρέσουν. Τα κρίνω, όμως, όταν ξυπνήσω την επομένη. Σήμερα, λοιπόν, δε σου μένει κάτι όταν ξυπνήσεις. Παλιά, κάτι μου έμενε από κάποιες ταινίες. Εσύ είσαι νέος, τα βλέπεις αλλιώς!

Ευχαριστώ θερμά τον Ανδρέα Σινάνο για την παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει την ανάρτηση.

Η ταινία του Tayfun Pirselimoğlu Kerr, σε διεύθυνση φωτογραφίας Ανδρέα Σινάνου, προβάλλεται από τις 28 Απριλίου στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος.



Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ερίκ Γκραβέλ: «Σήμερα αγωνιζόμαστε για να μη χάσουμε περισσότερα»

 


Νευρώδες ταξικό/υπαρξιακό θρίλερ, το Full Time του Ερίκ Γκραβέλ αφηγείται την ιστορία της Ζιλί, χωρισμένης μητέρας με δύο ανήλικα παιδιά, που μάχεται να εξισορροπήσει εργασία και μητρότητα.

Η βραβευμένη στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας και στο 22ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος ταινία προβάλλεται στα σινεμά από τις 5 Μαΐου. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Αμφότερες οι μεγάλου μήκους μυθοπλαστικές δουλειές σου καταπιάνονται με την εργασία, την ανεργία, την αναζήτηση δουλειάς. Τι σε ελκύει σ’ αυτό το θεματικό πεδίο;

Περίμενα πολύ πριν κάνω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας. Οι μικρού μήκους μου ήταν αστείες, ήθελα να κάνω τους θεατές να γελάσουν παρακολουθώντας τις.

Για να κάνεις, όμως, ένα μεγάλου μήκους φιλμ, πρέπει να έχεις κάτι να πεις. Αυτό, λοιπόν, που είχα να πω άρχισα, πιθανόν, να το αντιλαμβάνομαι μετά το δεύτερο φιλμ μου.

Ο πατέρας μου αγωνιζόταν όλη του τη ζωή με τη δουλειά του. Με μεγάλωσε μόνος του. Όταν ήμουν παιδί, αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα να επιλέξω την εργασία μου ή αν εκείνη θα μου επιβαλόταν.

Γι’ αυτό ασχολούμαι με τη σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες και τη δουλειά τους. Το βρίσκω ενδιαφέρον να μιλάω για ανθρώπους που προβαίνουν σε πολύ δυνατές επιλογές και είναι πολύ αφοσιωμένοι στη δουλειά τους.

Γιατί, όμως, είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σ’ αυτή;

Τι σημαίνει και πώς μας διαμορφώνει ως ανθρώπινες υπάρξεις συνολικά.

Συνειδητοποίησα, επομένως, ότι μου είχε «κολλήσει» αυτό το θέμα. Δεν ξέρω αν θα συνεχίσει να με απασχολεί. Έτσι φαίνεται.

Σε αντίθεση με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, το Full Time δεν είναι καθόλου ανάλαφρο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα υπαρξιακό, ταξικό θρίλερ. Τι υπαγόρευσε αυτή την αλλαγή τόνου;

Το ίδιο το θέμα.

Ήθελα να μιλήσω για ανθρώπους που γνωρίζω, ανθρώπους που -όπως εγώ- ζουν στην ύπαιθρο και παλεύουν. Δεν υπάρχει τίποτα αστείο σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής, αλλά - αντιθέτως- πολύ άγχος.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ξυπνάνε καθημερινά στις πέντε τα ξημερώματα και ταξιδεύουν με τρένο επί δύο ώρες για να φτάσουν στον χώρο εργασίας τους. Αυτή είναι η ζωή τους μέχρι να συνταξιοδοτηθούν.

Ή μέχρι να καταρρεύσουν.

Οι περισσότεροι δεν καταρρέουν, ωστόσο. Απλώς συνεχίζουν, γιατί έχουν «κολλήσει». Αυτό με απασχολεί. Γιατί συμβαίνει; Από προσωπική επιλογή; Από κυβερνητική επιλογή; Λόγω του τρόπου συγκρότησης της κοινωνικής δομής;

Δεν ξέρω. Εξαιτίας όλων αυτών των λόγων, νομίζω. Δεν έχω την απάντηση, όμως, μονάχα έναν τρόπο να μιλάω γι’ αυτό το θέμα. Πιο πολύ θέλω να μιλήσω για το εσωτερικό βίωμα.

Λορ Καλαμί


Η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Ζιλί (Λορ Καλαμί), είναι μια μαχήτρια. Κι όμως, είναι ακόμη και ατομίστρια. Από τη μία, ταυτίζομαι με το δράμα και τον αγώνα της.

Από την άλλη, κάθε πράξη της εξυπηρετεί τους ατομικούς στόχους της, όχι κάτι πιο συλλογικό. Και μ’ αυτή τη λογική δεν μπορώ να ταυτιστώ.

Αυτός είναι ο καπιταλισμός από την οπτική γωνία ενός ατόμου.

Η Ζιλί δεν είναι τέλεια, κι αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον. Μέσω της επιλογής της μάς κάνει να σκεφτούμε για τις δικές μας επιλογές. Αυτό που μ’ αρέσει στον χαρακτήρα της είναι ότι δεν πρόκειται για μια κοινωνική αναπαράσταση.

Μου αρέσει να μιλάω για κάποιον που λέει πως δε θέλει να τα παρατήσει. Παρατηρώντας έναν τέτοιο χαρακτήρα οδηγούμαστε στο να σκεφτούμε για τον εαυτό μας.

Ήθελα να κάνω ένα φιλμ για τον ατομικό και τον συλλογικό αγώνα. Η αίσθηση είναι η ίδια. Πενήντα χρόνια πριν αγωνιζόμασταν για να έχουμε κάτι ακόμα, σήμερα αγωνιζόμαστε για να μη χάσουμε περισσότερα.

Η Ζιλί χρειάζεται βοήθεια. Δε θέλει να «βουλιάξει». Θέλει να παραμείνει στην επιφάνεια. Το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνία, που δε θέλει να πέσει πιο χαμηλά.

Αυτή είναι η κυρίαρχη νοοτροπία, ο κάθε άνθρωπος να αγωνίζεται για τα ατομικά του συμφέροντα.

Δεν είμαι καν σίγουρος πως πρόκειται για νοοτροπία. Πολλοί άνθρωποι απλώς λειτουργούν έτσι. «Ζω μέσα σ’ ένα σύστημα, ακολουθώ έναν δρόμο», σου λένε. Σ’ αυτόν πορεύεται κι η Ζιλί.

Ο αγώνας συνίσταται στο να πεις: «Δε θα ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο». Ούτε καν η επιλογή να δουλέψει σ’ ενα σουπερμάρκετ στον τόπο κατοικίας της είναι εύκολη.

Είχες σκεφτεί διαφορετικά πιθανά φινάλε; Υπαινίχθηκες δύο, ίσως.

Εξ αρχής το φιλμ διέθετε μια δομή, διαπνεόταν από μια ιδέα. Το σημαντικό ήταν ο χαρακτήρας της Ζιλί και το πώς νιώθουμε γι’ αυτόν. Όλα είναι ένα σύνολο, και ήξερα το τέλος.

Ουσιαστικά, τίποτα δεν τελειώνει: οι απεργίες, ο αγώνας, το τρέξιμο. Ταυτόχρονα, ήθελα να δείξω ότι η ιστορία μπορεί να ιδωθεί από τον καθένα με διαφορετικό τρόπο που δεν είναι προκαθορισμένος.

Αισθάνομαι την πίεση που η Ζιλί βιώνει, και ώρες ώρες είναι ασφυκτική. Υποθέτω πως ήταν ένας από τους βασικούς σου στόχους.

Δε θα μπορούσα να μελετήσω την κατάστασή της με ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Το βρίσκω λιγάκι αναξιοπρεπές.

Αν μιλάω γι’ αυτήν την γυναίκα, είμαι μαζί της. Ο τρόπος μου ν’ αφηγηθώ την ιστορία είναι ο εκ των έσω τρόπος. Οπότε, βάζω τον θεατή μέσα στην Ζιλί- ή εκείνη μέσα στον θεατή. Για να υπάρξει κι ένας στοχασμός για την κατάστασή της.

Συνεπώς το βίωμα της ενσυναίσθησης από την πλευρά του θεατή έναντι ενός χαρακτήρα είναι θεμελιώδες για σένα.

Όταν γράφω, αυτός είναι ο κύριος στόχος μου. Αυτό ισχύει και για τους δευτερεύοντες χαρακτήρες- για παράδειγμα, η ηλικιωμένη κυρία Λουζινί που θέλει να φροντίζει τα παιδιά της Ζιλί.

Πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε έναν ρόλο. Το βλέπουμε και στην περίπτωση της προϊσταμένης της Ζιλί στο ξενοδοχείο, η οποία φοβάται να την υποστηρίξει υπερβολικά μήπως βρεθεί και η ίδια σε δύσκολη θέση.

Όλοι νιώθουν την πίεση του συστήματος. Χωρίς να είναι η πρόθεσή μου, κάνοντας την ταινία συνειδητοποίησα τι είναι ικανό να επιβάλλει το σύστημα διαχείρισης ανθρώπινων πόρων στον άνθρωπο. Είναι πολύ σκληρό.

Και οι κυβερνήσεις διοικούν όπως οι επιχειρήσεις.

Λορ Καλαμί


Ακόμα και η ίδια η εργατική τάξη έχει προφανώς αλλάξει.

Προέρχομαι από φτωχό περιβάλλον. Ήθελα, όμως, να μιλήσω για τη μεσαία τάξη. Όταν είσαι κομμάτι της, αντιλαμβάνεσαι τον τρόπο που κινείται η κοινωνία.

Στο παρελθόν είχαν ένα πουλάκι στα ορυχεία και όταν υπήρχε διαρροή, το πουλί πέθαινε πρώτο κι έτσι οι άνθρωποι προλάβαιναν να διαφύγουν και να σωθούν. Η μεσαία τάξη αντιπροσωπεύει αυτό το πουλί.

Από την άποψη των κινηματογραφικών αναφορών, εντοπίζω την επίδραση των Αδερφών Νταρντέν.

Είναι αστείο, αλλά όχι!

Διαφωνείς.

Ίσως, αλλά δεν προέρχεται από μένα. Μου αρέσει το σινεμά τους, αλλά έχω δει περισσότερο Κεν Λόουτς. Ούτε κι ο Λόουτς είναι η κύρια αναφορά μου, όμως. Αν κάνω κοινωνικές ταινίες, δεν είναι γιατί μου αρέσουν.

Πιο πολύ προτιμώ την ενέργεια των φιλμ της δεκαετίας του 1970, όπως των Τζον Σλέσινγκερ ή Σίντνεϊ Λουμέτ, μια ενέργεια στην υπηρεσία των κοινωνικών φιλμ.

Το Σκυλίσια μέρα είναι ένα τέτοιο, και λέει πολλά για τη βορειοαμερικανική κοινωνία της εποχής.

Πάντως υπάρχουν εντυπωσιακές ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες της Ροζέτα και της Ζιλί.

Δεν έχω πρόβλημα με τον παραλληλισμό. Είναι εκπληκτική ταινία. Ωστόσο, απέχω πολύ από αυτό που κάνουν οι Νταρντέν, δεν είμαι νατουραλιστής.

Ίσως η επίδραση λειτούργησε ασυνείδητα, μιας και είδα την Ροζέτα πολύ καιρό πριν και δεν την ξαναείδα έκτοτε. Μπορεί να έμεινε κάτι και να περίμενε να εκδηλωθεί.

Ερίκ Γκραβέλ, Λορ Καλαμί


Δεν αισθάνεσαι λίγο παράξενα που μια τέτοια ταινία έχει γίνει επιτυχημένη- κριτικά και εμπορικά;

Απολύτως όχι!

Ο πατέρας μου δεν ήταν σινεφίλ, δεν ήξερα πολλά για τον κινηματογράφο. Αλλά το έβλεπα στα μάτια του όταν παρακολουθούσε ένα καλό φιλμ. Ποιος νοιάζεται για το θέμα; Ο τρόπος που παρακολουθώ ταινίες δεν είναι  ελιτίστικος.

Σημαντική αναφορά για μένα είναι τα φιλμ του Έλιο Πέτρι, οι ιταλικές ταινίες του 1950-1960: δημοφιλείς και ταυτόχρονα κοινωνικές. Είναι σπουδαίο τα φιλμ να είναι δημοφιλή και κοινωνικά την ίδια στιγμή. Αυτός είναι ο στόχος μου.

Με θλίβει το να παρακολουθεί μια ελίτ αστών, καλλιεργημένων ανθρώπων σημαντικές ταινίες. Θέλεις να βλέπεις φιλμ σχετικά με εσένα. Αν, λοιπόν, βρίσκεσαι στην οθόνη, είναι επειδή είσαι εξίσου καλός με τον οποιονδήποτε.

Έτσι ένιωσαν οι γαλλόφωνοι κάτοικοι του Κεμπέκ απ’ όπου κατάγομαι όταν πρωτοείδαν τους εαυτούς τους στη μεγάλη οθόνη τη δεκαετία του 1960.

Όταν πάλι ανύπαντρες/χωρισμένες μητέρες βλέπουν το Full Time, λένε: «Τώρα μιλάνε για μένα». Αν πρόκειται για δημοφιλή ταινία, αυτό είναι σπουδαίο!

Eυχαριστώ θερμά την Νιόβη Βουδούρη (Cinobo) για την πολύτιμη συνδρομή της στην υλοποίηση της συνέντευξης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 22ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος.

Την ευχαριστώ επίσης για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού σκηνοθέτη και πρωταγωνίστριας.

Η ταινία του Ερίκ Γκραβέλ Full Time προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Μαΐου σε διανομή του Cinobo.