Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

Paolo Licata: «Στατιστικά, περίπου το 80% της βίας είναι ενδοοικογενειακή»

 

Paolo Licata (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Η μετανάστευση και η σεξουαλική κακοποίηση στη Σικελία του ’60, βιωμένες υπό το πρίσμα της πιτσιρίκας Lucia, συνθέτουν τον «πυρήνα» της γλυκόπικρης ταινίας του Ιταλού Paolo Licata Μόνη με τα όνειρά της.

Τον συναντούμε στην Αθήνα, όπου βρίσκεται με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 21 Οκτωβρίου.

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου μυθοπλασίας Μόνη με τα όνειρά της βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα. Τι σε έλκυσε σε αυτό; Φαντάζομαι ότι η κοινή καταγωγή με την συγγραφέα του ήταν ένας λόγος.

Βρισκόμουν σε μια ιδιαίτερη περίοδο της ζωής μου, γιατί αναζητούσα μια καλή ιστορία που θα αποτελούσε τη βάση της μεγάλου μήκους ταινίας μου. Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο για ένα ντεμπούτο.

Κανένας δε θα προσφέρει πολλά χρήματα γι’ αυτό, γιατί κανένας δε σε ξέρει, ούτε σε εμπιστεύεται.

Οπότε, μια καλή ιστορία για μια τέτοια ταινία πρέπει να είναι συμβατή με έναν χαμηλό προϋπολογισμό.

Η συγκεκριμένη ιστορία θίγει, λοιπόν, πολλά σημαντικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση ή η βία εναντίον των γυναικών, είναι περιορισμένη σ’ έναν μικρό τόπο και εστιάζει στον μικρόκοσμο του κεντρικού χαρακτήρα, της Lucia.

Αυτό μου επέτρεπε να ζητήσω έναν μεσαίας κλίμακας προϋπολογισμό.

Έχεις γεννηθεί κοντά στον τόπο όπου εκτυλίσσεται η πρωτότυπη ιστορία;

Όχι πολύ μακριά. Η Σικελία δεν είναι τόσο μεγάλη, άλλωστε. Υπάρχουν, ωστόσο, διαφορές από πόλη σε πόλη.

Η πρωτότυπη ιστορία εκτυλίσσεται στο ανατολικό τμήμα του νησιού. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο δυτικό.

Αρχικά αναζήτησα τοποθεσίες στα ανατολικά, γιατί εκεί είχε γεννηθεί η Catena Fiorello, η συγγραφέας του βιβλίου.

Η περιοχή είναι πολύ επιβαρυμένη με μαγαζιά, όμως, οπότε δεν είναι εύκολο να γυρίσεις ένα φιλμ που να φαίνεται ότι λαμβάνει χώρα στη δεκαετία του ’60.

Καταλήξαμε, έτσι, στα δυτικά, όπου υπήρχαν σημεία τα οποία μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε, παρότι είναι κι εκεί τουριστικά.

Η αίσθηση της απομόνωσης, της εγκατάλειψης που αναδίδει ένα νησί ήταν ακριβώς αυτό που ψάχναμε, μιας και η Lucia είχε εγκαταλειφθεί απ’ τους γονείς της.

Marta Castiglia


Παρότι το μυθιστόρημα -και κατ’ επέκταση το φιλμ σου- εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του ’60, θίγει ζητήματα που παραμένουν σύγχρονα, όπως η μετανάστευση και η βία εναντίον των γυναικών.

Δυστυχώς, αυτοί οι θεματικοί άξονες θα συνοδεύουν τους ανθρώπους για πάντα.

Η βία υφίσταται πάντα. Το ίδιο και η μετανάστευση. Ανέκαθεν οι άνθρωποι εξωθούνταν να μετακινούνται από το ένα μέρος στο άλλο για να επιβιώσουν.

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’60 συμβάλαμε στο φαινόμενο της μετανάστευσης των γονιών, με ανθρώπους κυρίως από τον Νότο της Σικελίας να μετακινούνται σε δυτικοευρωπαϊκές χώρες ή και πιο μακριά.

Στις μέρες μας δε φεύγουν οι γονείς, αλλά τα παιδιά τους. Η τραγωδία, όμως, είναι η ίδια.

Δεν είναι, πάντως, συνήθης η αποτύπωση εκείνων που μένουν πίσω, αναμένοντας -ίσως- τη στιγμή που κι εκείνοι θα μεταναστεύσουν και θα επανενωθούν με την οικογένειά τους.

Αυτό ήταν, άλλωστε, ένα από τα στοιχεία που μου άρεσαν στην πρωτότυπη ιστορία, η αφήγηση της μεταναστευτικής εμπειρίας από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία.

Είναι ασύνηθες να νοιάζεσαι για όσους μένουν πίσω και το πώς είναι να χάνεις τους γονείς σου, που φεύγουν.

Ιδίως, μάλιστα, όταν ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα τόσο νεαρό κορίτσι, το οποίο -πρέπει να ομολογήσω- υποδύεται τον ρόλο του πολύ ολοκληρωμένα. Είχε η Marta Castiglia παίξει στο παρελθόν κάπου;

Την πρωτοσυνάντησα σε ένα από τα τελευταία casting, αφότου είχα ήδη συναντήσει 400 κορίτσια. Ένιωσα ευτυχής, γιατί ήταν ακριβώς όπως φανταζόμουν τον χαρακτήρα.

Είχε σπουδάσει επί μία τριετία σε θεατρική σχολή για παιδιά, αλλά ποτέ δεν είχε κάνει σινεμά.

Αντιμετωπίσαμε, ωστόσο, ένα μεγάλο πρόβλημα. Δε μιλούσε ούτε λέξη σισιλιάνικης διαλέκτου- κι η γλώσσα που ακούς στην ταινία δεν είναι ιταλικά, αλλά κυρίως σισιλιάνικη διάλεκτος.

Marta Castiglia


Είναι σημαντικές οι διαφορές;

Μεγάλες. Φαντάσου ότι οι Ιταλοί από τον Βορρά δεν καταλαβαίνουν λέξη σισιλιάνικα.

Αναζητούσα ένα πρωτόγονο κορίτσι, σαν να είχε κατέβει από ένα δέντρο, έναν ανθρώπινο τύπο πολύ ρουστίκ.

Ένα κομμάτι μου αισθάνθηκε γοητευμένο από εκείνη, υπήρχε μια ενέργεια που με έσπρωχνε προς το μέρος της. Το άλλο κομμάτι μου σκεφτόταν ότι δε μιλούσε γρι σισιλιάνικα. Θα ήταν εφιάλτης.

Μετά από δυο-τρεις άυπνες νύχτες αποφάσισα να καλέσω έναν εκπαιδευτή στη σισιλιάνικη διάλεκτο.

Έπειτα από λίγες πρόβες ήταν εντελώς διαφορετική. Κι όχι μόνο γιατί ο εκπαιδευτής ήταν καλός, αλλά και επειδή και η ίδια είναι μια απίστευτη δύναμη της φύσης από την άποψη του επαγγελματισμού, ακόμα κι αν τότε ήταν μόνο δέκα χρονών.

Καθετί που λέγαμε εγώ ή ο εκπαιδευτής το σημείωνε στο σενάριο. Είναι φυσικό ταλέντο, αλλά και πολύ συγκεντρωμένη στη δουλειά.

Ο τρόπος που την φιλμάρεις σχεδόν από την αρχή της ταινίας, σαν να πρόκειται για μια μικρή γυναίκα, μάς προϊδεάζει για τα όσα τραυματικά θα της συμβούν στη συνέχεια.

Αυτή ήταν ακριβώς η πρόθεσή μου, να φιλοτεχνήσω έναν χαρακτήρα με αμφίσημα γνωρίσματα: την αθωότητα, λόγω της ηλικίας της, αλλά και κάτι που θα μπορούσε να διεγείρει κακόβουλες σκέψεις και πράξεις.

Η Μarta ήταν υπέροχη. Έχει την ίδια στιγμή αυτό το αθώο βλέμμα και είναι ελκυστική.

Marta Castiglia, Lucia Sardo


Πέραν της Lucia, υπάρχει μια σειρά από δευτερεύοντες χαρακτήρες με αυτοτελή σημασία, όπως η Lucia Sardo, που υποδύεται την γιαγιά της, την nonna Maria. Έχει πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο.

Πολύ ελληνικό.

Αναζητάς πρόσωπα, γενικά;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση/παρατήρηση. Κάθε πρόσωπο είναι επίπονα και προσεκτικά επιλεγμένο.

Πάντα μου άρεσαν τα ξεχωριστά πρόσωπα. Είμαι φαν του Sergio Leone, και στις ταινίες του πάντα υπάρχουν ιδιαίτερα πρόσωπα.

Το πρόσωπο της Lucia Sardo είναι σχεδόν αρχαϊκό.

Είναι μια σπουδαία ηθοποιός στην Ιταλία, μια από τις Σισιλιάνες-σύμβολα. Μόλις επέστρεψε από το Λος Άντζελες, όπου γύρισε μια πολύ σημαντική τηλεοπτική σειρά με την Ζoe Saldana.

Κάποια στιγμή αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Έτσι συμβαίνει και στο βιβλίο;

Εκεί εξηγείται διαφορετικά. Στο φιλμ, τουλάχιστον στο πρώτο μέρος, θέλαμε να την παρουσιάσουμε σαν την «κακιά», ώστε η ανατροπή προς τέλος να είναι πιο δυνατή.

Μου φαίνεται ανακουφιστικό που έδρασε όπως έδρασε αποδίδοντας δικαιοσύνη, χωρίς κατ’ ανάγκη να εγκρίνω την πράξη της, όταν επικρατεί τόση σιωπή και συγκάλυψη σχετικά με το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης των γυναικών.

Δεν είναι εύκολη επιλογή για εκείνη. Ξέρει τι διαπράττει, γι’ αυτό και αυτοτιμωρείται εγκλειόμενη στο σπίτι της μέχρι το τέλος της ζωής της.

Στο συγκείμενο του φιλμ, όμως, ήταν η μόνη που μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.

Χαίρομαι που δεν αποτυπώνεις τις γυναίκες ως αδύναμες ή θύματα και μόνο.

Τελικά νιώθεις ένοχος που αισθάνεσαι καλά για την πράξη της γιαγιάς. Όλα είναι σχετικά, πάντως.



Κι όλα συμβαίνουν κάτω από το παραπλανητικά καλόκαρδο και φιλόξενο φως του ήλιου. Αυτό δημιουργεί μια αντίθεση, έτσι δεν είναι;

Απολύτως. Καταδεικνύεται, ωστόσο, μια θλιβερή πραγματικότητα. Στατιστικά, περίπου το 80% της βίας είναι ενδοοικογενειακή.

Υπάρχει ξεκάθαρη αντίθεση ανάμεσα στο μέρος όπου εκτυλίσσεται η ιστορία και στα κακά πράγματα που συμβαίνουν στην Lucia και στις άλλες γυναίκες.

Μου αρέσει που φεύγει όταν ήδη βίωνε το τραύμα.

Από τη μία αγαπά τον τόπο της, αλλά ταυτόχρονα λυπάται, γιατί οι γονείς της λείπουν. Και η σωματική βία που υπέστη την κάνει να δει το μέρος που τόσο αγαπούσε με αρνητικό τρόπο.

Στο τέλος, μόλις μαθαίνει τι είχε κάνει η γιαγιά της για χάρη της, αυτό την επανασυνδέει με τη γενέτειρά της.

Και την συμφιλιώνει με αυτή.

Μου αρέσει αυτή η οπτική γωνία της ιστορίας.

Κι εμένα, προσφέρει μια αίσθηση ήρεμης λύτρωσης και συμφιλίωσης με το παρελθόν.

Ένα παρελθόν που τόσο φοβόταν μέχρι να μεγαλώσει και να το αναγνωρίσει.

Ευχαριστώ θερμά τον Σταύρο Γανωτή, υπεύθυνο γραφείου τύπου της Enorama Distribution, για τη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Paolo Licata Μόνη με τα όνειρά της προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 21 Οκτωβρίου σε διανομή της Enorama Distribution.



Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

Συζητώντας για «Το Βανκούβερ» με την σκηνοθέτρια και τον πρωταγωνιστή του

 


Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Δράμας, το Βανκούβερ είναι μια ελλειπτική, χαμηλών τόνων κινηματογραφική «σπουδή» πάνω στην απώλεια, την ανεργία και τη μετανάστευση.

Η σκηνοθέτρια Άρτεμις Αναστασιάδου και ο χαρισματικός πρωταγωνιστής Βασίλης Κουτσογιάννης μάς ξεναγούν στο «σύμπαν» του φιλμ πριν την προβολή του στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο της «καθόδου» του Φεστιβάλ.

O Μπρεσόν έλεγε ότι θα προτιμούσε οι άνθρωποι να νιώσουν ένα φιλμ πριν το καταλάβουν. Παρακολουθώντας το Βανκούβερ εισήλθα σε μια τέτοια κατάσταση ως θεατής.

Κατά πόσο η αφετηρία της ταινίας είναι ένα συναίσθημα που θέλετε να εκφράσετε;

Άρτεμις Αναστασιάδου: Πολύ χαίρομαι που είχες αυτή την εμπειρία!

Το Βανκούβερ χαρακτηρίζεται από το συναίσθημα του αποχωρισμού, το οποίο βιώνει η νεαρή ηρωίδα αποχωριζόμενη από τον αγαπημένο της αδερφό. Είναι μεγάλο «στοίχημα», βέβαια, να το μεταδώσουμε αυτό στον θεατή.

Μόνο μέσα από το συναίσθημα μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία μιας ιστορίας.

Ο κινηματογράφος που προσπαθώ να κάνω εμπεριέχει γενικά την ενσώματη εμπειρία, και οι ταινίες που μου αρέσουν έχουν αυτό το αποτέλεσμα, με κάνουν να νιώθω.

Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Ά.Α.: Το Amour του Χάνεκε με έχει κάνει να αισθανθώ την απώλεια στο σώμα, το Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου να νιώσω χτυποκάρδι.

Εσένα, Βασίλη, ποιο ήταν ένα από τα «στοιχήματά» σου ξεκινώντας αυτή την κινηματογραφική και υποκριτική περιπέτεια;

Βασίλης Κουτσογιάννης: Δεν είναι η δουλειά μου να φτιάχνω ταινίες. Πιο πολύ βλέπω παρά κάνω, μου αρέσει πάρα πολύ το σινεμά.

Το να μπορεί ο σκηνοθέτης να σε βάζει στο σύμπαν του είναι η αφετηρία. Και το πόσο συχνά κοιτάζω το κινητό μου στη διάρκεια της προβολής ενός φιλμ, κυρίως μεγάλου μήκους, είναι ενδεικτικό!

Όσον αφορά στο βίωμα του αποχωρισμού στο Βανκούβερ, έπρεπε πρώτα να φανούμε στην κάμερα αδέρφια με την συμπρωταγωνίστρια, την Μαργιάννα Καρβουνιάρη.

Άρτεμις Αναστασιάδου (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)


Πώς το καταφέρατε αυτό; Γιατί, κατά γενική ομολογία, το καταφέρατε.

Β.Κ.: Το πιο σημαντικό ήταν ότι ακούσαμε από πάρα πολύ κόσμο στη Δράμα πως τους συνεπήρε η αποτύπωση αυτού του αποχωρισμού.

Την πετύχαμε πηγαίνοντας κάθε εβδομάδα από τον Μάιο του 2020 στο Αλιβέρι όπου ζει η Μαργιάννα. Δεν επρόκειτο τόσο για πρόβα, όσο για καλλιέργεια μιας σχέσης που ακόμα και σήμερα διατηρείται.

Την θεωρώ μικρή μου αδερφή, με έναν τρόπο!

Ο τρόπος, εξάλλου, που επέλεξε να δουλέψει η Άρτεμις, με το να μη δίνει έτοιμες ατάκες, αλλά πιο πολύ δημιουργώντας μια κατάσταση, φάνηκε και στην οθόνη.

Πώς διασταυρώθηκαν οι κινηματογραφικοί σας «δρόμοι» με τον Βασίλη;

Ά.Α.: Τον είχα δει στη Δράμα το 2019. Μου είχε φανεί ότι το πρόσωπό του διέθετε ευγένεια, κάτι που μπορεί να ταίριαζε στον χαρακτήρα του Γιώργου στο Βανκούβερ.

Τον Φλεβάρη του 2020 έκανα ανοιχτό casting στην Αθήνα και είδα τον Βασίλη να παρκάρει το μηχανάκι του στα Εξάρχεια. Σκέφτηκα: «Πρέπει να τον καλέσω!»

Κεραυνοβόλος κινηματογραφικός έρωτας, λοιπόν.

Ά.Α.: (Γέλιο). Πέρασε πολλά casting.

Β.Κ.: Με είδε, με θυμήθηκε, δε μου μίλησε τότε.

Οπότε ήταν ευτυχής αυτή η συνάντηση, κρίνοντας και εκ του αποτελέσματος.

Ά.Α.: Για μένα το casting και το ποιοι άνθρωποι θα ζωντανέψουν τους χαρακτήρες είναι ίσως το πιο σημαντικό. Με ενδιαφέρει πολύ η ενέργεια που αποπνέει ο καθένας και η εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται μεταξύ μας.

Σε ενδιαφέρουν και οι τόποι, με ή χωρίς ανθρώπινους χαρακτήρες.

Ά.Α.: Με ενδιαφέρει το κοινωνικό σινεμά, το πώς η κοινωνία αλληλεπιδρά με τον άνθρωπο. Στις Η.Π.Α., όπου έχω γυρίσει ταινίες μικρού μήκους, μόνο ως ένα σημείο μπορούσα να το κάνω. Ένιωθα ξένη.

Ερχόμενη στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα ότι εδώ είναι ο τόπος μου και μπορώ πιο εύκολα να τον εντάξω στην αφήγηση.

Το Μηλάκι, το μέρος στο οποίο έγιναν τελικά τα γυρίσματα, είναι σαν να περιορίζει και να «στραγγαλίζει» τους ήρωες. Από μόνο του έλεγε τόσο πολλά, που δεν μπορούσα να μην το περιλάβω.

Οδηγηθήκατε σε αυτή την περιοχή τυχαία;

Ά.Α.: Από την αρχή μου την είχε προτείνει ο Βαγγέλης Φάμπας, ο παραγωγός. Εγώ, όμως, εκείνη την περίοδο ήμουν στις Η.Π.Α., οπότε δεν την είχα επισκεφτεί.

Βασίλης Κουτσογιάννης (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)


Παρακολουθώντας το Βανκούβερ αισθανόμουν μερικές φορές ότι οι τόσο φορτισμένοι με σημασίες τόποι δε συνδέονταν πάντα με τους αφηγηματικούς άξονες του φιλμ, απότοκο ίσως του ελλειπτικού ύφους που υιοθετείς.

Ά.Α.: Στο πρώτο επίπεδο τοποθετούνται οι ήρωες και όσα συμβαίνουν.

Το βάθος πεδίου που χρησιμοποιήσαμε ήταν μεγάλο, ώστε να μπορείς να βλέπεις τα εργοστάσια, να μην είναι «φλου». Ως ένας πρωταγωνιστής εισάγεται και το αποβιομηχανοποιημένο, εγκαταλελειμμένο τοπίο στην ιστορία, λοιπόν.

Στήσαμε το αποχαιρετιστήριο πάρτι του Γιώργου στο λιγνιτωρυχείο ακριβώς για να το συνδέσουμε με την ιστορία του τόπου.

Οι ήρωες, εξάλλου, ξέρουν τι τους συμβαίνει, άρα δεν ήθελα να εκθέσω κάτι περισσότερο. Τα παιδιά έχουν φύγει από αυτό το χωριό, και αυτή είναι μια ιστορία που συμβαίνει ανά δεκαετίες στην Ελλάδα. Δε λέω κάτι καινούριο.

Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ταινίες για την ανεργία και τη μετανάστευση με άλλους χαρακτήρες, όχι με ένα μικρό κορίτσι. Ίσως αυτό προσθέτει κι άλλα «φίλτρα» όσον αφορά στην κατανόηση.

Β.Κ.: Αυτό που με εξίταρε στην περιοχή ήταν σίγουρα το τοπίο. «Ό,τι κάνει κακό στο περιβάλλον, “γράφει” στον φακό», όπως λέω με κωμικοτραγικό τρόπο.

Το ότι συνδεθήκαμε με την τοπική κοινότητα -κι εδώ μιλάω ως κοινωνικός ανθρωπολόγος, γιατί αυτό είναι το πτυχίο μου- επίσης με ιντρίγκαρε. Στο νεκροταφείο τα μισά επίθετα ήταν Σπίθας και Φωτιάς.

Εκτιμώ, σε κάθε περίπτωση, ταινίες που δεν «κραυγάζουν», αλλά αποπνέουν εσωτερικότητα.

Ά.Α.: Δεν ήθελα να ακολουθήσω την κλασική αφηγηματική φόρμα της δραματικής έντασης, της κλιμάκωσης και της κάθαρσης του χαρακτήρα, αλλά κάτι πιο «γειωμένο».

Σε μια μονάχα σκηνή ανεβαίνει η δραματική ένταση, και είναι η αγαπημένη μου από το φιλμ.

Ά.Α.: Ήταν το πιο κινηματογραφικό “cut”.

Μαργιάννα Καρβουνιάρη


Νομίζω ότι «συνυφάνθηκαν» οι ματιές σας τόσο στο σινεμά όσο και στην υποκριτική.

B.K.: Κι εμένα ως θεατή δε μου αρέσει η πολλή πρόζα στον κινηματογράφο. Μπορείς να «πεις» πολλά με την εικόνα και με απλές ατάκες.

Ά.Α.: Όσον αφορά στη σχέση ανάμεσα στα δύο αδέρφια, ήθελα να είναι αγαπημένη.

Συνήθως θέλουμε συγκρούσεις στο σινεμά.

Εδώ έχουμε έναν αδερφό που ουσιαστικά έχει μεγαλώσει την μικρή ως αντικαταστάτης του μπαμπά. Δεν την κανακεύει, αλλά και δεν της «μαυρίζει» την καρδιά τελευταία μέρα πριν μεταναστεύσει.

Δεν ήθελα να δείξω κάτι «τοξικό», αλλά ευγενικούς χαρακτήρες. Μου άρεσε αυτή η ποιότητα.

Η Μαργιάννα σκέφτεσαι να συνεχίσει;

Β.Κ.: Αν την ρωτήσεις, το έχει σίγουρα στο πίσω μέρος του μυαλού της, γιατί της άρεσε πολύ ως διαδικασία.

Με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή το πόσο χαμηλών τόνων άνθρωπος είναι. Μια φορά την πλησίασε ένα παιδί από το χωριό για να της ζητήσει αυτόγραφο. «Με βλέπεις κάθε μέρα στο σχολείο, τι μου λες τώρα;» σχολίασε εκείνη.

Ά.Α.: Η Μαργιάννα έχει αντίληψη ηθοποιού. Μπορεί να καταλάβει τις οδηγίες που της δίνεις και να υλοποιήσει έναν αυτοσχεδιασμό. Μπορεί, επίσης, να εκφράσει ένα συναίσθημα μέσα από την κίνηση, το βλέμμα. Σε κάθε λήψη γινόταν και καλύτερη.

Τα εκφραστικά της μέσα είναι χαρισματικά.

Όπως κι εσύ, Βασίλη, είσαι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος ηθοποιός in progress. Πώς σου προέκυψε η ανάγκη να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Β.Κ.: Δε μου προέκυψε ποτέ κάποια ανάγκη, ήταν κάτι εντελώς τυχαίο.

Το 2018 ένας φίλος, ο Κωστής Αλεβίζος, μου πρότεινε να συμμετάσχω στο μικρό μήκους φιλμ του Το βάρος της θάλασσας, με το οποίο πήγαμε στη Δράμα το 2019.

Έκανα προετοιμασία για Δραματική Σχολή, αλλά δεν έδωσα. Δεν έψαχνα ποτέ για κάτι. Το καλοκαίρι του 2021 γυρίσαμε άλλη μία μικρού μήκους με την Εύη Καλογηροπούλου. Δεν έστειλα ποτέ κάποιο βιογραφικό.

Το βραβείο ερμηνείας στη Δράμα μπορεί να μη λέει πολλά, αλλά λέει κάτι. Δε νομίζω, όμως, ότι θα ζήσω από την υποκριτική, οπότε έχω την πολυτέλεια να κάνω πράγματα που μου αρέσουν και με τους ανθρώπους που μπορώ να συνεννοηθώ.

Βασίλης Κουτσογιάννης, Μαργιάννα Καρβουνιάρη


Εμπλουτίζει η ενασχόλησή σου με την κοινωνική ανθρωπολογία όχι μόνο τον τρόπο που βλέπεις σινεμά, αλλά και παίζεις;

Β.Κ.: Σίγουρα!

Μέχρι το 2018 παρακολουθούσα αρκετό σινεμά, αλλά υπό ανθρωπολογικό, ιστορικό, πολιτικό πρίσμα. Με το που ήρθα σε επαφή με το πίσω από τις κάμερες, μου άνοιξε ένας καινούριος κόσμος.

Όσον αφορά στο παίξιμο, επίσης, επειδή μέσα από την ανθρωπολογία έμαθα να βλέπω τον κόσμο με τα μάτια ενός άλλου ανθρώπου. Με βοηθάει να «χτίσω» τον χαρακτήρα.

Ζητούμενο παραμένει η «συνάντηση» του ηθοποιού με τον ρόλο, ανεξαρτήτως προηγούμενης σπουδής/εμπειρίας.

Ά.Α.: Γι’ αυτό και δεν είναι ο κάθε ηθοποιός αυτός που αρμόζει για κάθε ρόλο. Όχι γιατί δεν μπορεί να τον υποδυθεί καλά, αλλά έχει την ενέργεια αυτού του ανθρώπου;

Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά που βιώνεις και κατά τη διάρκεια ενός γυρίσματος και μετά την ολοκλήρωσή του;

Ά.Α.: Μου αρέσει η διαδικασία δημιουργίας και το πόσο, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, όλα ενώνονται. Είναι μαγικό όταν βλέπεις το πλάνο και σ’ αρέσει. Δύσκολα ξεπερνιέται η στιγμή του γυρίσματος. Είναι η top!

Μετά την ολοκλήρωση;

Ά.Α.: Μετά για σένα η ταινία έχει τελειώσει, και δεν μπορείς να τη χαρείς όπως οι θεατές.

Για σένα, Βασίλη, τι είναι πιο μαγικό στην ηθοποιία;

Β.Κ.: Το γύρισμα, ιδίως ότι μπορεί να χρειαστεί να σταματήσεις για να ξαναφτιαχτεί ο φωτισμός. Με το που ανάβει το κόκκινο κουμπάκι του “rec” και «μπαίνουμε», είναι μια πανέμορφη στιγμή. Κάτι γίνεται, που δεν μπορείς να εξηγήσεις ορθολογικά.

Μετά, είναι το feedback που εισπράττεις.

Δημιουργεί άγχος το θετικό feedback;

Β.Κ.: Ως ηθοποιός δεν έχεις ούτε τον πρώτο ούτε τον τελευταίο λόγο σε μια ταινία, τον έχουν σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Γι’ αυτό και θέλω ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να συνεννοηθώ. Αλλά δεν ξέρεις τι θα βγει στο τέλος.

Πάντως, και μόνο ότι γνώρισα ένα εντεκάχρονο κορίτσι από το Αλιβέρι ήταν μια αδιανόητα όμορφη εμπειρία ζωής, όπως κι αν «έβγαινε» το φιλμ.

Ά.Α.: Τα ταξίδια στο Αλιβέρι ήταν μαγικά για όλους. Είναι έρωτας η ταινία!

Το Βανκούβερ, σε σκηνοθεσία Άρτεμις Αναστασιάδου με συμπρωταγωνιστή τον Βασίλη Κουτσογιάννη, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 44ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε 3 βραβεία.

Στη συνέχεια προβλήθηκε στο 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Επόμενος σταθμός, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος (21-27 Οκτωβρίου).



Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Συναντώντας τους δημιουργούς του βραβευμένου ελληνικού animation «Από το Μπαλκόνι»

 

Άρης Καπλανίδης (αριστερά), Ηλίας Ρουμελιώτης (δεξιά) (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Σπαρταριστή, συγκινητική και τρυφερή «ανατομία» μιας λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς και της ανθρωπογεωγραφίας της, το μικρού μήκους φιλμ Από το Μπαλκόνι είναι, αναντίρρητα, το ελληνικό animation της χρονιάς.

Συναντώντας τους δημιουργούς του, Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη, ενόψει της «καθόδου» του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (21-27 Οκτωβρίου).

Παρότι η ταινία Από το Μπαλκόνι τοποθετείται από εσάς στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω -λίγο προβοκατόρικα- ένα λαϊκό, πληβειακό, μικροαστικό animation. Πώς την «εγγράφετε» εσείς στον χωροχρόνο;

Άρης Καπλανίδης: Τα δύο τελευταία επίθετα έχουν και μια αρνητική χροιά.

Από κοινωνιολογική και όχι αξιολογική σκοπιά μιλάω περισσότερο.

Ά.Κ.: Η Νέα Φιλαδέλφεια είναι ένας συνδυασμός των χειρότερων αποτελεσμάτων της κρίσης σε σύγκριση με όλα τα μεσοαστικά και εργατικά προάστια της Αθήνας.

H ανθρωπογεωγραφία της «δανείζεται» από νοοτροπίες που ανθούν συνήθως σε αυτές τις περιοχές.

Όσο καθόμουν στην πλατεία Πατριάρχου προσπαθούσα να φανταστώ αν υπάρχει στη Νέα Φιλαδέλφεια κάποιο απτό σημείο που να παραπέμπει χωροταξικά στη γειτονιά του Μπαλκονιού.

Ά.Κ.: Περισσότερο χρησιμοποιούσαμε αντικείμενα, όπως παρατημένους τηλεφωνικούς θαλάμους, μια πρόσοψη. Δεν μπορείς να αναγνωρίσεις κάποιο σημείο της Νέας Φιλαδέλφειας.

Ηλίας Ρουμελιώτης: Ορισμένα σπίτια είναι με κεραμιδοσκεπές, κάτι που παραπέμπει στα προσφυγικά.

Ά.Κ.: Στην ταινία, βέβαια, εμφανίζονται ψιλοδιαλυμένα από τον σεισμό, αν το προσέξεις. Κατασκευάζοντας το background το γλεντήσαμε με τις λεπτομέρειες.

Αυτό είναι αισθητό.

Ά.Κ.: Το είχαμε σαν παιχνίδι να βρίσκει καθένας μας λεπτομέρειες και να τις στέλνει στον άλλο- μια κολόνα, ένα poster, ένα σύνθημα.

Γνωρίζεστε και συνεργάζεστε χρόνια. Λειτουργεί απρόσκοπτα αυτό το «δικέφαλο τέρας», όπως αυτοπροσδιορίζεστε;

Η.Ρ.: Καμία αντιπαράθεση.

Ά.Κ.: Σκέψου το «δικέφαλο τέρας» ως μια οντότητα που από μόνη της δεν μπορεί να παράξει κάτι. Και οι δύο μαζί συνθέτουμε έναν ολόκληρο, όχι ότι είμαστε διπλή δύναμη!

Πάντα είχαμε μια παράλληλη πορεία και ζούσαμε αντίστοιχες εμπειρίες. Τα περισσότερα από όσα γράφαμε είναι «καθρέφτης» του τι βιώναμε την περίοδο της συγγραφής.

Όπως άλλοι βγαίνουν για καφέ, εμείς βγαίνουμε για να γράψουμε κάτι που θα οδηγηθεί σε ταινία.



Ποια είναι η σχέση σας με το animation;

Η.Ρ.: Το animation ήταν το εργαλείο για να γίνει το φιλμ.

Ά.Κ.: Το τέλειο εργαλείο.

Η προηγούμενη γνώση μου ήταν πολύ επιδερμική. Είχα σπουδάσει στο Κέντρο Εφαρμοσμένων Τεχνών  «Ορνεράκης» σκίτσο. Πήγαινα για animation, αλλά όταν είδα περί τίνος επρόκειτο, είπα: «Ξέχνα το, που θα “φάω” τη ζωή μου μ’ αυτό!»

Η.Ρ.: Τώρα τα ψηφιακά μέσα στο κάνουν πιο γρήγορα.

Ά.Κ.: 14 μήνες αφότου ολοκληρώσαμε το Μπαλκόνι, μπορούμε πλέον να αποκαλούμαστε “animators”.

H φόρμα του animation μάς δίνει πολλές δυνατότητες ως προς το πώς μπορούμε να αποτυπώσουμε όλα αυτά τα ελληνικά στοιχεία- γκριμάτσες, ομιλία, συμπεριφορές.

Xωρίς να γίνεται ούτε γραφικό, ούτε τετριμμένο. Δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Έτσι όπως μου τα λέτε, είναι σαν η διαδικασία να μην είχε εμπόδια.

Ά.Κ.: Δεν είχε!

Φτιάξαμε πρώτα ένα animatic για να πείσουμε παραγωγούς ότι αυτό μπορεί να γίνει ταινία διάρκειας 12 λεπτών με 200 πλάνα. Δεν είχαμε σκεφτεί πως μπορεί να γίνει animation.

Το μόνο «αγκάθι» είναι ο χρόνος που απαιτείται. Τουλάχιστον για όσα θέλουμε να κάνουμε εμείς. Ακόμα και η ελευθερία που δόθηκε στους ηθοποιούς ήταν τρομερή.

Όταν είχαμε «στήσει» τον ρυθμό και ο ηθοποιός άκουγε την πρόχειρη ατάκα ηχογραφημένη πάνω στο ανιμάτικ και «έπιανε» το κλίμα, μπορούσε να δώσει πράγματα που δε θα φανταζόμασταν ποτέ και ήταν «χρυσάφι».

Εφόσον υπήρχε κλίμα σύμπνοιας ανάμεσα σε όλους, δε θα μπορούσε να υπάρχει εμπόδιο.

Δε θα μπορούσα να φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη σε πιο κατάλληλο ρόλο.

Ά.Κ.: Όταν ήρθε η σειρά του κύριου Οικονομίδη να κάνει αυτοσχεδιασμό, λέγαμε: «Τώρα αράζουμε, δώσε!» Έδωσε πολύ ωραία πράγματα, κάποια από αυτά ακούγονται.

Η μουσική αποτελεί οργανικό στοιχείο του Μπαλκονιού. Ενσωματωνόταν στο σενάριο καθώς το γράφατε;

Ά.Κ.: Οργανικό, όπως ακριβώς το είπες. Η αφετηρία μας ήταν ο τρόπος ομιλίας. Αυτός «έβγαζε» ένα συγκεκριμένο κλίμα, που με τη σειρά του συνδεόταν με το τι θα μπορούσε να υπάρχει ως εικόνα, μουσική και στο τέλος ως πλοκή.

Αφού νιώθαμε πώς θα βιώνεται η εκάστοτε στιγμή, ερχόταν και η μουσική. Τα παλιά ελληνικά τραγούδια επιλέχτηκαν γιατί είναι στο “DNA” όλων μας- είτε σ’ αρέσουν, είτε τα σιχαίνεσαι, είτε σου είναι αδιάφορα. Έχουν τη δική τους δύναμη.



Όπως έχει κι ο καταπληκτικός ρυθμός της ταινίας, ο οποίος σε κάνει να θέλεις να την ξαναδείς με το που τελειώνει. Πώς τον πετύχατε;

Ά.Κ.: Αν έχουμε μια ολοκληρωμένη ταινία, αυτό σίγουρα έγινε μέσα από διαδοχικά βήματα.

Το κομμάτι του ρυθμού είναι σαν μια έκρηξη. Όταν σιγά σιγά «έδενε» η πλοκή, αρχίσαμε να πετάμε τις αληθινές ιστορίες από τις οποίες είχαμε αντλήσει έμπνευση, ώσπου τελικά δεν έμεινε τίποτε από αυτές.

Ο ρυθμός του φιλμ επιβάλλει και τον ρυθμό της ομιλίας, του ντεκουπάζ και τη μουσική. Είναι σαν να μαθαίνεις να μιλάς. Τη στιγμή που το μαθαίνεις, μετά προκύπτει αβίαστα.

Το Μπαλκόνι είναι ένα εύληπτο, κεφάτο, περιεκτικό και προσιτό animation, χωρίς να υστερεί σε καλλιτεχνικές αξιώσεις και προδιαγραφές.

Ά.Κ.: Το animation είναι αφηγηματικό εργαλείο που σου δίνει μια άλλη ελευθερία, όπως προανέφερα. Για ποιον λόγο να χαρίσουμε ένα προσιτό πρώτο επίπεδο σε μια εμπορική ταινία και να μην είναι προτέρημα του arthouse σινεμά;

Αν καταφέρεις να χτίσεις κάτι τέτοιο που να σε αγγίζει ως θεατή συναισθηματικά, είσαι ελεύθερος να κάνεις σε ένα δεύτερο επίπεδο ό,τι θέλεις, εμπλουτίζοντάς το με όσα υποβόσκουν.

Προσπαθούμε να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι αγαπάμε τον κινηματογράφο και πως θα του αφιερώσουμε χρόνο. Ο άνθρωπος που θα δει την ταινία δεν οφείλει σε εμάς κάποιου είδους προσοχή.

Αν όντως θέλεις ο μεγαλύτερης ηλικίας θεατής να μην αντιμετωπίζει το φιλμ σου σαν «Μίκυ Μάου», σημαίνει ότι θέλεις να τον προσεγγίσεις, οπότε δεν μπορείς να απαιτείς.

Να δίνεις και να παίρνεις, χωρίς εκπτώσεις στις προθέσεις και τις φιλοδοξίες.

Ά.Κ.: Αν αυτό που κάνουμε μας ικανοποιεί, δε μας κοροϊδεύει και δε μας περνάει για ηλίθιους, σίγουρα θα «πιάσει» και άλλους ανθρώπους. Η ειλικρίνεια είναι το παν.

Οι ταινίες που μας αρέσουν μπορεί να είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που κάνουμε. Εμένα μου αρέσουν τα αινιγματικά φιλμ, όπως του Λιντς ή του Αντονιόνι.



Κάνατε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, το αγαπημένο μου!

Ά.Κ.: Συναντώντας τους ανθρώπους του Φεστιβάλ, νιώσαμε ότι δε βρισκόμασταν σε μια «εξωγήινη» χώρα. Ενάμισι λεπτό μετά την έναρξη της προβολής, όλοι είχαν συντονιστεί και «έπεφταν» τα χαμόγελα σε όλα τα σωστά σημεία.

Βιώσαμε μεγάλη χαρά.

Η οποία στη Δράμα πολλαπλασιάστηκε.

Ά.Κ.: Δεν το συζητάμε!

Όταν αισθάνεσαι ότι γελάει ο θεατής, είναι σαν ένα τεράστιο «κύμα» που χτυπάει στην οθόνη, σου ξανάρχεται και σε βρίσκει πάντα απροετοίμαστο.

Νιώσαμε αγαλλίαση επειδή αποδέχονται τους ανθρώπους μας γνωρίζοντας τα καλά τους και τα κακά τους, αυτούς για τους οποίους κάνουμε ταινίες και θέλουμε να εκπροσωπούμε.

Σαν να κάθεσαι σε ένα τραπέζι με συγγενείς και να υπάρχει πάντα κάποιος που ντρέπεσαι γι’ αυτόν, αλλά να χαίρεσαι όταν τον αποδέχεται κάποιος εξωτερικός επισκέπτης.



Θα ήθελα να δω κάποια στιγμή αυτή τη μεγάλου μήκους δουλειά σας, κατά προτίμηση πριν φτάσετε τα 90, όπως δηλώσατε χαριτολογώντας στη Δράμα!

Ά.Κ. (Ρίχνοντας το βλέμμα του τριγύρω): Θεωρούμε πολύ κινηματογραφικό τον κύριο που κουνάει τα χέρια του ή εκείνον που βγαίνει με τη σακούλα από το φαρμακείο.

Αν υπήρχε κάποιος που είχε κάνει καλύτερα αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εμείς, θα το ακολουθούσαμε άνετα για να γυρίσουμε τρία φιλμ σε αυτό το είδος. Θα ήμασταν ικανοποιημένοι φτιάχνοντας μέτριες ταινίες.

Γιατί μπορούμε να ταυτιζόμαστε με την εμπειρία ,μιας κοινότητας με την οποία δεν έχουμε καμία σχέση;

Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από το δικό μας περιβάλλον, να πούμε ιστορίες που είναι σημαντικές για εμάς και να τις μεταφέρουμε σαν μια συζήτηση που δυσκολεύεσαι να ανοίξεις πολύ πιο άμεσα, και σε ένα παγκόσμιο κοινό.

Το μικρού μήκους animation των Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη Από το Μπαλκόνι παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο 27ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Πραγματοποίησε την πανελλήνια «πρώτη» του στο 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου απέσπασε 6 βραβεία.

Στη συνέχεια έκανε την αθηναϊκή πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, όπου κέρδισε 2 βραβεία.

Επόμενος σταθμός, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, μεταξύ 21 και 27 Οκτωβρίου.