Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Animation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Animation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Bill Plympton: «Θέλω να κερδίσω το βραβείο Νόμπελ στο χιούμορ!»

 


Κορυφαία μορφή του ανεξάρτητου βορειοαμερικανικού animation, ο Bill Plympton είναι το τιμώμενο πρόσωπο του φετινού Animasyros, στο πλαίσιο του οποίου θα παρουσιαστεί ένα αφιέρωμα στο έργο του, παρουσία του ίδιου.

Ενόψει του Φεστιβάλ, που ξεκινά τη Δευτέρα 22 και ολοκληρώνεται την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου, συνομιλούμε τον πολυπράγμονα και εξαιρετικά ευδιάθετο καλλιτέχνη.

Σίγουρα δεν είσαι ένας συνηθισμένος καλλιτέχνης.

Ευχαριστώ για την παρατήρηση. (Γέλιο).

Μιας και η εμπλοκή σου με το animation, ακόμα και σε φαντασιωσικό επίπεδο, ξεκίνησε σε πολύ νεαρή ηλικία, τι συνέβη στο μυαλό ενός πεντάχρονου και κατέληξε σ’ αυτήν την επιλογή ζωής;

Ανέκαθεν λάτρευα να σχεδιάζω: ανθρώπους, σπίτια, αυτοκίνητα.

Όταν ανακάλυψα ότι τα σχέδια μπορούν να κινούνται και να μιλάνε, θεώρησα πως αυτό ήταν εκπληκτικό. Αυτό ήθελα να κάνω.

Ο πατέρας μου ήταν τραπεζίτης.

Καμία σχέση με καλλιτεχνικά εγχειρήματα, γενικότερα.

Πράγματι. Ήταν, όμως, πολύ αστείος τύπος. Λάτρευε να κάνει τους ανθρώπους να γελάνε. Κι έτσι είπα στον εαυτό μου: «Αυτό θέλω κι εγώ, να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε».

Δεν ήμουν, ωστόσο, καλός στο να λέω ανέκδοτα, δεν μπορώ να αφηγηθώ ιστορίες. Με τα σχέδια μπορώ να πω ιστορίες, όμως.

Αυτός ανακάλυψα ότι ήταν ο στόχος μου στη ζωή, να αφηγούμαι αστείες και σουρεαλιστικές ιστορίες οι οποίες κάνουν τους ανθρώπους να γελάνε.

Πιστεύεις πως το έχεις καταφέρει στις δεκαετίες που ακολούθησαν;

Έχω καλή φήμη σε όλον τον κόσμο για τις χιουμοριστικές ταινίες μου. Κάτι τέτοιο θέλουν να παρακολουθούν οι άνθρωποι και θέλω να σχεδιάζω κι εγώ.

Θέλεις γενικότερα να κάνεις τους ανθρώπους να αισθάνονται πιο ανάλαφροι και χαλαροί  στην καθημερινότητά τους, ή πιστεύεις ότι υπάρχουν και κάποιες πιο σκοτεινές και δυσοίωνες πτυχές στην καλλιτεχνική δουλειά σου;

Αν μετά από μια προβολή μου ακούσω γέλια από την πλευρά του κοινού, σημαίνει πως έχω πετύχει τον στόχο μου. Θέλω να κερδίσω το βραβείο Νόμπελ στο χιούμορ! Δεν υπάρχει τέτοια κατηγορία, βέβαια, αλλά ελπίζω να τη δημιουργήσουν.

Κατά τη γνώμη μου, με όλα τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε ανά τον κόσμο οι άνθρωποι χρειάζεται να διαθέτουν χιούμορ και μια τρέλα. Αυτό θέλω να δείξω μέσα από τη δουλειά μου.

Ζόρικη φιλοδοξία, πάντως. Δύσκολα βρίσκεις καλό χιούμορ - στην τέχνη ή και στην υπόλοιπη ζωή. Διδάσκεται, πιστεύεις;

Στο masterclass που θα παραδώσω στο φετινό Animasyros θα δείξω στο κοινό πώς κάνω τους ανθρώπους να γελάνε και επιβιώνω ως ανεξάρτητος ανιματέρ.

Χρηματοδοτώ ο ίδιος τις ταινίες μου, έχω τον έλεγχο, γράφω τα σενάρια, τις σχεδιάζω, κάνω την παραγωγή. Με την έλευση του Blu-ray τα φιλμ φέρνουν καλά λεφτά πλέον, κι έτσι μπορώ να συνεχίσω με το στούντιό μου.

Είναι δύσκολο να παραμείνεις ανεξάρτητος και σε επίπεδο δημιουργικού οράματος και διαδικασίας χρηματοδότησης. Πώς καταφέρνεις να ισορροπείς;

Έχεις, ανά τα χρόνια, έρθει αντιμέτωπος με πειρασμούς να διολισθήσεις ελαφρώς σε μια πιο εύκολη, πιο βολική κατεύθυνση;

Αυτό το οποίο κάνω είναι πολύ βολικό. Νιώθω ευτυχία όταν κάθομαι και σχεδιάζω.

Ξεκίνησα με το πρώτο μου φιλμ ως παιχνίδι. Όταν, κατόπιν, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ του Annecy και το κοινό τρελάθηκε, ήρθαν να με βρουν στελέχη του BBC και του Arte, μου πρόσφεραν χρήματα και μου δήλωσαν ότι το θέλουν.

Δεν είχα ιδέα πως υπήρχε αγορά για μια τόσο ανόητη ταινία. Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι μπορούσα να εγκαταλείψω τη δουλειά μου ως εικονογράφος, να κάνω μόνο animation και να βγάζω λεφτά από αυτό.

Κατόπιν, ξεκίνησα να κάνω διαφημιστικά. Εξ αρχής, επομένως, ήδη από το 1987-1988 έβγαζα καλά λεφτά από το animation - και συνεχίζω να βγάζω. Οπότε μπορώ να είμαι ανεξάρτητος, υλοποιώντας τα δικά μου πρότζεκτ.

Σε κάθε περίπτωση, μάλλον αποτελείς εξαίρεση στο πεδίο του animation, τουλάχιστον. Δεν είναι συνηθισμένη μια τέτοια διαδρομή.

Δεν είναι, αλλά υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στις Η.Π.Α. οι οποίοι κάνουν ανεξάρτητες ταινίες, όπως ο Patrick Smith. Ίσως γνωρίζεις την Signe Baumane.

Βεβαίως. Είχαμε γνωριστεί στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι πριν από αρκετά χρόνια, όπου της είχα πάρει συνέντευξη με αφορμή το φιλμ της Rocks in my pockets.

Οπότε είναι πιθανό να βγάλεις χρήματα ως ανεξάρτητος ανιματέρ, αλλά δεν πρόκειται να γίνεις πλούσιος. Έχω, όμως, την ελευθερία να κάνω αυτό που θέλω. Και για μένα, κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά πολύτιμο.

Ως δημιουργός, συνομιλείς με τις ποικιλόμορφες και πλούσιες ευρωπαϊκές σχολές animation; Αντλείς αναφορές, έμπνευση, ερεθίσματα από αυτές εμπλουτίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δικιά σου δουλειά;

Σίγουρα είμαι επηρεασμένος από πολλούς Ευρωπαίους ανιματέρ, όπως ο Michael Dudok de Wit, αλλά το σύστημα στην Ευρώπη είναι διαφορετικό. Τα φιλμ χρηματοδοτούνται από τις κυβερνήσεις, όπως ξέρεις.

Στις Η.Π.Α., η κυβέρνηση δε νοιάζεται για το animation.

Επομένως, δεν υιοθετώ το ευρωπαϊκό μοντέλο. Απλώς φτιάχνω τις ταινίες οι οποίες με κάνουν ευτυχισμένο.

Σε ποιον βαθμό χρησιμοποιείς τις νέες τεχνολογίες, που στις μέρες μας αποτελούν καυτό θέμα συζήτησης, στη δουλειά σου;

Μου αρέσουν τα φιλμ της Disney ή της Pixar. Αλλά για μένα, μια ταινία φτιαγμένη στον υπολογιστή είναι πολύ ακριβή. Ένα φιλμ της Pixar, για παράδειγμα, μπορεί να κοστίσει διακόσια εκατομμύρια δολάρια. Δεν έχω αυτήν τη δυνατότητα.

Οπότε σχεδιάζω στο χαρτί, κατόπιν σκανάρω τα σχέδιά μου και τα συνθέτω σε μια αφήγηση.

Για μένα, αυτός είναι ένας εύκολος και φτηνός τρόπος δημιουργίας ταινιών. Τα δικά μου φιλμ κοστίζουν περίπου τριακόσιες με τετρακόσιες χιλιάδες δολάρια. Xίλιες ταινίες μου αντιστοιχούν σε μία της Pixar.

Υπάρχουν φιλμ σου που τα αγαπάς ή σε ενοχλούν περισσότερο όταν τα ξαναβλέπεις;

Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Οι πολύ πρώιμες δουλειές σου, ας πούμε, παραμένουν αντιπροσωπευτικές της προσέγγισής σου;

Έχω κάνει το Boomtown, το οποίο είναι μια πολιτική ταινία που μου ζήτησαν να σκηνοθετήσω και να συνθέσω το animation.

Όταν τελείωσα το Κολέγιο, υπήρχαν πολύ λίγες σχολές animation, οπότε δεν ήξερα πώς να φτιάξω ένα τέτοιο φιλμ. Έτσι, όταν μου ζήτησαν να το κάνω, τους απάντησα ότι δεν γνωρίζω τον τρόπο.

Ανέθεσαν, λοιπόν, σε μια επαγγελματία να μου διδάξει κάθε βήμα της διαδικασίας. Δεν πληρώθηκα γι’ αυτήν την ταινία. Η πληρωμή μου ήταν η εκμάθηση της δημιουργίας μιας ταινίας animation.

Το Boomtown υπήρξε επιτυχία και προβλήθηκε ανά τις Η.Π.Α. Κι έτσι ακόμα, δεν πληρώθηκα. Αλλά δεν πειράζει, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο έμαθα να φτιάχνω φιλμ.

Μας ετοιμάζεις κάποια έκπληξη στο φετινό Animasyros (22-28 Σεπτεμβρίου), στο πλαίσιο του οποίου διοργανώνεται ένα αφιέρωμα στο έργο σου που περιλαμβάνει τη μεγάλου μήκους ταινία σου Slide και μικρού μήκους δουλειές σου;

Όπως προανέφερα, θα παραδώσω ένα masterclass και θα παρουσιάσω μια επιλογή από τα φιλμ μου.

Κάθε θεατής που θα παρακολουθήσει μια προβολή μου θα λάβει μια καρτ ποστάλ η οποία θα συνοδεύεται από ένα σκίτσο μου στο πίσω μέρος της. Θα υπάρχουν επίσης πρωτότυπα έργα μου διαθέσιμα προς πώληση.

Ανυπομονώ για τον Σεπτέμβριο, λοιπόν.

Μέχρι τότε, σου εύχομαι να παραμείνεις ασφαλής και δημιουργικός. Νομίζω ότι η ενασχόλησή σου με το animation συμβάλλει σ’ αυτό.

Πολύ σωστά!

Ευχαριστώ θερμά το τιμ του Bill Plympton για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και τον δημιουργό για τον χρόνο και την «κολλητική» ευδιαθεσία του.

Το αφιέρωμα στο έργο του Bill Plympton, παρουσία του σκηνοθέτη, διοργανώνεται από το Διεθνές Φεστιβάλ Animation Animasyros (22-28 Σεπτεμβρίου).



Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Συναντώντας τους δημιουργούς του βραβευμένου ελληνικού animation «Από το Μπαλκόνι»

 

Άρης Καπλανίδης (αριστερά), Ηλίας Ρουμελιώτης (δεξιά) (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Σπαρταριστή, συγκινητική και τρυφερή «ανατομία» μιας λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς και της ανθρωπογεωγραφίας της, το μικρού μήκους φιλμ Από το Μπαλκόνι είναι, αναντίρρητα, το ελληνικό animation της χρονιάς.

Συναντώντας τους δημιουργούς του, Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη, ενόψει της «καθόδου» του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (21-27 Οκτωβρίου).

Παρότι η ταινία Από το Μπαλκόνι τοποθετείται από εσάς στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω -λίγο προβοκατόρικα- ένα λαϊκό, πληβειακό, μικροαστικό animation. Πώς την «εγγράφετε» εσείς στον χωροχρόνο;

Άρης Καπλανίδης: Τα δύο τελευταία επίθετα έχουν και μια αρνητική χροιά.

Από κοινωνιολογική και όχι αξιολογική σκοπιά μιλάω περισσότερο.

Ά.Κ.: Η Νέα Φιλαδέλφεια είναι ένας συνδυασμός των χειρότερων αποτελεσμάτων της κρίσης σε σύγκριση με όλα τα μεσοαστικά και εργατικά προάστια της Αθήνας.

H ανθρωπογεωγραφία της «δανείζεται» από νοοτροπίες που ανθούν συνήθως σε αυτές τις περιοχές.

Όσο καθόμουν στην πλατεία Πατριάρχου προσπαθούσα να φανταστώ αν υπάρχει στη Νέα Φιλαδέλφεια κάποιο απτό σημείο που να παραπέμπει χωροταξικά στη γειτονιά του Μπαλκονιού.

Ά.Κ.: Περισσότερο χρησιμοποιούσαμε αντικείμενα, όπως παρατημένους τηλεφωνικούς θαλάμους, μια πρόσοψη. Δεν μπορείς να αναγνωρίσεις κάποιο σημείο της Νέας Φιλαδέλφειας.

Ηλίας Ρουμελιώτης: Ορισμένα σπίτια είναι με κεραμιδοσκεπές, κάτι που παραπέμπει στα προσφυγικά.

Ά.Κ.: Στην ταινία, βέβαια, εμφανίζονται ψιλοδιαλυμένα από τον σεισμό, αν το προσέξεις. Κατασκευάζοντας το background το γλεντήσαμε με τις λεπτομέρειες.

Αυτό είναι αισθητό.

Ά.Κ.: Το είχαμε σαν παιχνίδι να βρίσκει καθένας μας λεπτομέρειες και να τις στέλνει στον άλλο- μια κολόνα, ένα poster, ένα σύνθημα.

Γνωρίζεστε και συνεργάζεστε χρόνια. Λειτουργεί απρόσκοπτα αυτό το «δικέφαλο τέρας», όπως αυτοπροσδιορίζεστε;

Η.Ρ.: Καμία αντιπαράθεση.

Ά.Κ.: Σκέψου το «δικέφαλο τέρας» ως μια οντότητα που από μόνη της δεν μπορεί να παράξει κάτι. Και οι δύο μαζί συνθέτουμε έναν ολόκληρο, όχι ότι είμαστε διπλή δύναμη!

Πάντα είχαμε μια παράλληλη πορεία και ζούσαμε αντίστοιχες εμπειρίες. Τα περισσότερα από όσα γράφαμε είναι «καθρέφτης» του τι βιώναμε την περίοδο της συγγραφής.

Όπως άλλοι βγαίνουν για καφέ, εμείς βγαίνουμε για να γράψουμε κάτι που θα οδηγηθεί σε ταινία.



Ποια είναι η σχέση σας με το animation;

Η.Ρ.: Το animation ήταν το εργαλείο για να γίνει το φιλμ.

Ά.Κ.: Το τέλειο εργαλείο.

Η προηγούμενη γνώση μου ήταν πολύ επιδερμική. Είχα σπουδάσει στο Κέντρο Εφαρμοσμένων Τεχνών  «Ορνεράκης» σκίτσο. Πήγαινα για animation, αλλά όταν είδα περί τίνος επρόκειτο, είπα: «Ξέχνα το, που θα “φάω” τη ζωή μου μ’ αυτό!»

Η.Ρ.: Τώρα τα ψηφιακά μέσα στο κάνουν πιο γρήγορα.

Ά.Κ.: 14 μήνες αφότου ολοκληρώσαμε το Μπαλκόνι, μπορούμε πλέον να αποκαλούμαστε “animators”.

H φόρμα του animation μάς δίνει πολλές δυνατότητες ως προς το πώς μπορούμε να αποτυπώσουμε όλα αυτά τα ελληνικά στοιχεία- γκριμάτσες, ομιλία, συμπεριφορές.

Xωρίς να γίνεται ούτε γραφικό, ούτε τετριμμένο. Δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Έτσι όπως μου τα λέτε, είναι σαν η διαδικασία να μην είχε εμπόδια.

Ά.Κ.: Δεν είχε!

Φτιάξαμε πρώτα ένα animatic για να πείσουμε παραγωγούς ότι αυτό μπορεί να γίνει ταινία διάρκειας 12 λεπτών με 200 πλάνα. Δεν είχαμε σκεφτεί πως μπορεί να γίνει animation.

Το μόνο «αγκάθι» είναι ο χρόνος που απαιτείται. Τουλάχιστον για όσα θέλουμε να κάνουμε εμείς. Ακόμα και η ελευθερία που δόθηκε στους ηθοποιούς ήταν τρομερή.

Όταν είχαμε «στήσει» τον ρυθμό και ο ηθοποιός άκουγε την πρόχειρη ατάκα ηχογραφημένη πάνω στο ανιμάτικ και «έπιανε» το κλίμα, μπορούσε να δώσει πράγματα που δε θα φανταζόμασταν ποτέ και ήταν «χρυσάφι».

Εφόσον υπήρχε κλίμα σύμπνοιας ανάμεσα σε όλους, δε θα μπορούσε να υπάρχει εμπόδιο.

Δε θα μπορούσα να φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη σε πιο κατάλληλο ρόλο.

Ά.Κ.: Όταν ήρθε η σειρά του κύριου Οικονομίδη να κάνει αυτοσχεδιασμό, λέγαμε: «Τώρα αράζουμε, δώσε!» Έδωσε πολύ ωραία πράγματα, κάποια από αυτά ακούγονται.

Η μουσική αποτελεί οργανικό στοιχείο του Μπαλκονιού. Ενσωματωνόταν στο σενάριο καθώς το γράφατε;

Ά.Κ.: Οργανικό, όπως ακριβώς το είπες. Η αφετηρία μας ήταν ο τρόπος ομιλίας. Αυτός «έβγαζε» ένα συγκεκριμένο κλίμα, που με τη σειρά του συνδεόταν με το τι θα μπορούσε να υπάρχει ως εικόνα, μουσική και στο τέλος ως πλοκή.

Αφού νιώθαμε πώς θα βιώνεται η εκάστοτε στιγμή, ερχόταν και η μουσική. Τα παλιά ελληνικά τραγούδια επιλέχτηκαν γιατί είναι στο “DNA” όλων μας- είτε σ’ αρέσουν, είτε τα σιχαίνεσαι, είτε σου είναι αδιάφορα. Έχουν τη δική τους δύναμη.



Όπως έχει κι ο καταπληκτικός ρυθμός της ταινίας, ο οποίος σε κάνει να θέλεις να την ξαναδείς με το που τελειώνει. Πώς τον πετύχατε;

Ά.Κ.: Αν έχουμε μια ολοκληρωμένη ταινία, αυτό σίγουρα έγινε μέσα από διαδοχικά βήματα.

Το κομμάτι του ρυθμού είναι σαν μια έκρηξη. Όταν σιγά σιγά «έδενε» η πλοκή, αρχίσαμε να πετάμε τις αληθινές ιστορίες από τις οποίες είχαμε αντλήσει έμπνευση, ώσπου τελικά δεν έμεινε τίποτε από αυτές.

Ο ρυθμός του φιλμ επιβάλλει και τον ρυθμό της ομιλίας, του ντεκουπάζ και τη μουσική. Είναι σαν να μαθαίνεις να μιλάς. Τη στιγμή που το μαθαίνεις, μετά προκύπτει αβίαστα.

Το Μπαλκόνι είναι ένα εύληπτο, κεφάτο, περιεκτικό και προσιτό animation, χωρίς να υστερεί σε καλλιτεχνικές αξιώσεις και προδιαγραφές.

Ά.Κ.: Το animation είναι αφηγηματικό εργαλείο που σου δίνει μια άλλη ελευθερία, όπως προανέφερα. Για ποιον λόγο να χαρίσουμε ένα προσιτό πρώτο επίπεδο σε μια εμπορική ταινία και να μην είναι προτέρημα του arthouse σινεμά;

Αν καταφέρεις να χτίσεις κάτι τέτοιο που να σε αγγίζει ως θεατή συναισθηματικά, είσαι ελεύθερος να κάνεις σε ένα δεύτερο επίπεδο ό,τι θέλεις, εμπλουτίζοντάς το με όσα υποβόσκουν.

Προσπαθούμε να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι αγαπάμε τον κινηματογράφο και πως θα του αφιερώσουμε χρόνο. Ο άνθρωπος που θα δει την ταινία δεν οφείλει σε εμάς κάποιου είδους προσοχή.

Αν όντως θέλεις ο μεγαλύτερης ηλικίας θεατής να μην αντιμετωπίζει το φιλμ σου σαν «Μίκυ Μάου», σημαίνει ότι θέλεις να τον προσεγγίσεις, οπότε δεν μπορείς να απαιτείς.

Να δίνεις και να παίρνεις, χωρίς εκπτώσεις στις προθέσεις και τις φιλοδοξίες.

Ά.Κ.: Αν αυτό που κάνουμε μας ικανοποιεί, δε μας κοροϊδεύει και δε μας περνάει για ηλίθιους, σίγουρα θα «πιάσει» και άλλους ανθρώπους. Η ειλικρίνεια είναι το παν.

Οι ταινίες που μας αρέσουν μπορεί να είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που κάνουμε. Εμένα μου αρέσουν τα αινιγματικά φιλμ, όπως του Λιντς ή του Αντονιόνι.



Κάνατε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, το αγαπημένο μου!

Ά.Κ.: Συναντώντας τους ανθρώπους του Φεστιβάλ, νιώσαμε ότι δε βρισκόμασταν σε μια «εξωγήινη» χώρα. Ενάμισι λεπτό μετά την έναρξη της προβολής, όλοι είχαν συντονιστεί και «έπεφταν» τα χαμόγελα σε όλα τα σωστά σημεία.

Βιώσαμε μεγάλη χαρά.

Η οποία στη Δράμα πολλαπλασιάστηκε.

Ά.Κ.: Δεν το συζητάμε!

Όταν αισθάνεσαι ότι γελάει ο θεατής, είναι σαν ένα τεράστιο «κύμα» που χτυπάει στην οθόνη, σου ξανάρχεται και σε βρίσκει πάντα απροετοίμαστο.

Νιώσαμε αγαλλίαση επειδή αποδέχονται τους ανθρώπους μας γνωρίζοντας τα καλά τους και τα κακά τους, αυτούς για τους οποίους κάνουμε ταινίες και θέλουμε να εκπροσωπούμε.

Σαν να κάθεσαι σε ένα τραπέζι με συγγενείς και να υπάρχει πάντα κάποιος που ντρέπεσαι γι’ αυτόν, αλλά να χαίρεσαι όταν τον αποδέχεται κάποιος εξωτερικός επισκέπτης.



Θα ήθελα να δω κάποια στιγμή αυτή τη μεγάλου μήκους δουλειά σας, κατά προτίμηση πριν φτάσετε τα 90, όπως δηλώσατε χαριτολογώντας στη Δράμα!

Ά.Κ. (Ρίχνοντας το βλέμμα του τριγύρω): Θεωρούμε πολύ κινηματογραφικό τον κύριο που κουνάει τα χέρια του ή εκείνον που βγαίνει με τη σακούλα από το φαρμακείο.

Αν υπήρχε κάποιος που είχε κάνει καλύτερα αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εμείς, θα το ακολουθούσαμε άνετα για να γυρίσουμε τρία φιλμ σε αυτό το είδος. Θα ήμασταν ικανοποιημένοι φτιάχνοντας μέτριες ταινίες.

Γιατί μπορούμε να ταυτιζόμαστε με την εμπειρία ,μιας κοινότητας με την οποία δεν έχουμε καμία σχέση;

Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από το δικό μας περιβάλλον, να πούμε ιστορίες που είναι σημαντικές για εμάς και να τις μεταφέρουμε σαν μια συζήτηση που δυσκολεύεσαι να ανοίξεις πολύ πιο άμεσα, και σε ένα παγκόσμιο κοινό.

Το μικρού μήκους animation των Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη Από το Μπαλκόνι παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο 27ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Πραγματοποίησε την πανελλήνια «πρώτη» του στο 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου απέσπασε 6 βραβεία.

Στη συνέχεια έκανε την αθηναϊκή πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, όπου κέρδισε 2 βραβεία.

Επόμενος σταθμός, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, μεταξύ 21 και 27 Οκτωβρίου.



Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Μισέλ Οσελό: «Είμαι μια ανθρώπινη ύπαρξη που ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα»


Άρτι αφιχθείς από τη Νέα Υόρκη, ο Γάλλος «μάγος» του animation Μισέλ Οσελό (Ο Κιρικού και η Μάγισσα) μας ξεναγεί στον κόσμο του, με αφορμή την οπτικά συναρπαστική και πολιτικά αιχμηρή τελευταία του δουλειά Η Dilili στο Παρίσι, η οποία προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στις αίθουσες.

«Νομίζω ότι είμαι σαν μηλιά που κουβαλά μήλα», γράφετε στο προσωπικό σας site σχετικά με την κλίση σας στη δημιουργία ταινιών. Είναι, λοιπόν, αυτή η δημιουργία μια οργανική διαδικασία που «αναβλύζει» από μέσα σας;

Είναι το σινεμά η απόλυτη μορφή τέχνης, ενσωματώνοντας το σχέδιο, τη συγγραφή και την αφήγηση;

Ναι, είναι ένας τρόπος να το θέσεις- και να αποφύγεις ερωτήσεις χωρίς απαντήσεις... «Η δημιουργία ταινιών είναι μια οργανική διαδικασία που αναβλύζει από μέσα μου». Κάνω πράγματα ενστικτωδώς. Κάνω αυτό που θέλω, αυτό που με ευχαριστεί. Δε σχετίζεται με το «βιοπορισμό», αλλά απλώς με το να είμαι ζωντανός. Δεν ακολουθώ κάποια έρευνα κοινού, ούτε συνταγές για τη συγγραφή σεναρίων.

Δεν πρόκειται να διακηρύξω πως η δημιουργία φιλμ είναι η απόλυτη μορφή τέχνης, αλλά ναι, το νιώθω στην περίπτωσή μου. Σχέδιο, ζωγραφική, συγγραφή, αφήγηση, χορός, τραγούδι, διανόηση, κρίση, το να καταπιάνομαι με κάθε θέμα για το οποίο νοιάζομαι.



Αν και η πρώτη σας μικρού μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων Gédéon κυκλοφόρησε το 1976, σας πήρε άλλα εικοσιδύο χρόνια για να ολοκληρώσετε την πρώτη μεγάλου μήκους, Ο Κιρικού και η Μάγισσα, μια τεράστια κριτική και εισπρακτική επιτυχία. Γιατί χρειαστήκατε τόσο καιρό μέχρι να φτάσετε σε εκείνο το στάδιο;

Μια καλή και φρικτή ερώτηση! Η τραγωδία μου είναι ότι δεν είμαι καλός στο να βρίσκω χρήματα ή να δελεάζω πλούσιους παραγωγούς. Και κάθε ταινία απαιτούσε λεφτά, περισσότερο από σήμερα. Ένας άλλος λόγος ήταν πως οι μεγάλου μήκους ταινίες κινουμένων σχεδίων δε φτιάχνονταν εκείνη την εποχή στη Γαλλία, με λίγες εξαιρέσεις σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους.

Η κυριαρχία του Ντίσνεϊ ήταν απόλυτη, παντού στον κόσμο. Και το να βρεις χρήματα για τον Κιρικού και την Μάγισσα στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 αποδείχτηκε πολύ δύσκολο, καθώς και η εύρεση διανομέα, μιας και κανείς δεν πίστευε ότι ένας Γάλλος σκηνοθέτης θα μπορούσε να κάνει μια πετυχημένη μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων. Τώρα, όλα έχουν αλλάξει.

Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερα για την τεχνική που χρησιμοποιείτε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας φιλμ κινουμένων σχεδίων; Έχει αλλάξει ή βελτιωθεί με τη χρήση των ψηφιακών μέσω ανά τα χρόνια;

Η είσοδος στην ψηφιακή εποχή δεν άλλαξε πολλά για μένα. Ήξερα τι ήθελα και οι ψηφιακοί ανιματέρ κατανοούσαν απολύτως τις επιθυμίες μου. Με τη CGI βίωνα την ευχαρίστηση να έχω πλήρη γλυπτά να κινούνται προς κάθε κατεύθυνση, καθώς και πλήρη αρχιτεκτονικά φόντα, πραγματικά τρισδιάστατα.

Βρίσκω, ωστόσο, τη CGI πολύ βαριά και κοστοβόρα. Σκοπεύω να κάνω την επόμενη ταινία μου δισδιάστατη, κατά το μεγαλύτερο μέρος ψηφιακά, και κατά ένα μικρό σε ανάγλυφες χάρτινες σιλουέτες, γιατί έχει πλάκα κι αυτή η μικρή μαγεία μπορεί να συναρπάσει το κοινό. 



Το τελευταίο σας φιλμ, Η Dilili στο Παρίσι, εκτυλίσσεται στο Παρίσι της Μπελ Επόκ. Τι το τόσο ιδιαίτερο έχει για σας η συγκεκριμένη εποχή σε πολιτισμικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο; Και πώς μπορεί εκείνο το ζωηρό πνεύμα να αναβιωθεί στο άγονο παρόν της Ευρώπης;

Αυτή η περίοδος της Μπελ Επόκ είναι αξιοσημείωτη. Κάποια από τα πρόσωπα που ήταν δραστήρια στο Παρίσι τότε: Ρενουάρ, Ροντέν, Μονέ, Ντεγκά, Τουλούζ-Λοτρέκ, Ματίς, Πικάσo, Κολέτ, Προυστ, Ντεμπισί, Λουίζ Μισέλ, Σάντος-Ντιμόν, Άιφελ, Παστέρ, Μαντάμ Κιουρί, Σάρα Μπερνάρ...

Αν η Ευρώπη νομίζει ότι είναι μέτρια, γίνεται μέτρια. Αν η Ευρώπη νομίζει πως έχει ταλέντο, το έχει. Κάποιες από τις διασημότητες που κατονόμασα δεν ήταν γνωστές το 1900. Ας βρούμε τις καινούριες και ας τις βοηθήσουμε. Ας είμαστε κάποιες από αυτές.

Πέραν των προφανών αισθητικών και καλλιτεχνικών αρετών του, το φιλμ Η Dilili στο Παρίσι έχει μια δυνατή πολιτική διάσταση, θίγοντας ζητήματα ταυτότητας, κακοποίησης των γυναικών, γυναικείας ενδυνάμωσης και της ανόδου του ανορθολογισμού. Υπάρχει χώρος για πολιτική στη δημιουργία ταινιών κινουμένων σχεδίων;

Ένα φιλμ animation είναι ένα μέσο όπως η λογοτεχνία. Μπορείς να ασχοληθείς με οποιοδήποτε θέμα και να απευθυνθείς σε οποιοδήποτε κοινό. Ασφαλώς και μπορεί να εισέλθει στο πεδίο της πολιτικής. Για τις δικές μου ταινίες δε θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «πολιτική», είμαι μια ανθρώπινη ύπαρξη που ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα. Το θέμα της Dilili είναι σοβαρό. 



Μόλις επιστρέψατε από τη Νέα Υόρκη. Πού θα εντοπίζατε τις βασικές διαφορές ανάμεσα στην ποικιλόμορφη ευρωπαϊκή παράδοση του animation και του βορειοαμερικανικού ομολόγου του, όπως ενσαρκώνεται μέσα από τις παραγωγές τύπου Γουόλτ Ντίσνεϊ;

Ας το θέσω απλά. Ας πούμε ότι η αμερικανική πλευρά είναι: μεγάλες εταιρείες που φτιάχνουν σπουδαία προϊόντα και τα πουλάνε πολύ καλά. Ο υπόλοιπος κόσμος είτε τα πιθηκίζει, χωρίς πολλή επιτυχία, ή έχει δημιουργούς που δημιουργούν προσωπική δουλειά. Αυτοί δεν είναι τόσο επιτυχημένοι όσον αφορά στα νούμερα, αλλά είναι αναγκαίοι για να κρατήσουν τον κόσμο πλούσιο, ποικιλόμορφο και ανοιχτό. Φέρνουν το οξυγόνο που χρειαζόμαστε.

Και, τελικά, υπάρχει μια «ενήλικη» και μια «παιδική» εκδοχή του animation ή είναι απλώς ζήτημα προσέγγισης;

Η ιδέα ότι το animation είναι για παιδιά προέρχεται από την επιτυχία του Ντίσνεϊ, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Μπορείς να κάνεις τα πάντα με τα φιλμ κινουμένων σχεδίων.

Στην περίπτωσή μου, ποτέ δεν έκανα μια ταινία για παιδιά, είναι για τον καθένα. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που στα παιδιά αρέσουν τόσο πολύ οι ταινίες μου, γιατί σε κανέναν δεν αρέσει να του φέρονται σαν ένα ανόητο μωρό. Τα παιδιά ζουν στον περίπλοκο ενήλικο κόσμο. Το να κάνεις άνοστα φιλμ για αυτά είναι ένας παραλογισμός.

Ευχαριστώ θερμά τον Φιλίπ Σιλβύ από την εταιρεία παραγωγής Studio O για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Περισσότερες πληροφορίες για τον Μισέλ Οσελό και την πολυεπίπεδη δουλειά του μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό του site.

Η ταινία του Μισέλ Οσελό Η Dilili στο Παρίσι προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στις αίθουσες σε κοινή διανομή της Rosebud.21 και της Seven Films.