Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Animation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Animation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Λουκία Τζωρτζοπούλου: «Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία»

 


Διαπλέκοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το συλλογικό και εμπνεόμενη από το βίωμα της γιαγιάς της σκηνοθέτριας, η μικρού μήκους ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή αφηγείται την εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών Αγρινίου από τους Ναζί στις 14 Απριλίου 1944.

Συναντηθήκαμε με την εξαιρετικά ταλαντούχα δημιουργό στο πλαίσιο του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να μου μιλήσεις για την εσωτερική ανάγκη που σε έστρεψε στο animation και κατά πόσο, με την πάροδο των ετών, έχεις εμβαθύνει σε αυτό ή/και έχει αλλάξει ο προσανατολισμός σου.

Προέρχομαι από τον χώρο των κόμικς. Φτιάχνω κόμικς.

Με το animation άρχισα να ασχολούμαι από μόνη μου. Πάντα, ωστόσο, ήθελα να αφηγηθώ μια ιστορία μέσω του animation.

Ήξερα ότι επρόκειτο για δύσκολο εγχείρημα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά λίγο μετά το τέλος της περιόδου του Covid είχα αποφασίσει να γράψω ένα σενάριο.

Από παιδάκι ήθελα να πω τη συγκεκριμένη ιστορία, την είχα ήδη στο μυαλό μου και θα ήταν μόνο animated.

Πηγάζει από ένα βίωμα της γιαγιάς μου, το οποίο η ίδια μάς αφηγείτο με τρόπο αρκετά συγκαλυμμένο επειδή τότε ήμασταν μικρά και ως τέτοια, το εκλαμβάναμε σαν παραμύθι.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι αφορά στο μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός που συνέβη την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής στο κέντρο του Αγρινίου:

Tην εκτέλεση 120 κρατουμένων των φυλακών έξω από το πατρικό της γιαγιάς μου, όπου και βρισκόταν η ενορία της οικογένειάς μου.

Οι φυλακές, οι οποίες αργότερα μετατράπηκαν σε σχολείο, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και το πατρικό της γιαγιάς μου σχημάτιζαν χωροταξικά ένα τρίγωνο.

Έπρεπε να περάσουν χρόνια μέχρι να συνδέσω την εκτέλεση με την ιστορία που μας είχε πει η γιαγιά.

Από παιδάκι, λοιπόν, θεωρούσα πως το ίδιο το ιστορικό γεγονός είχε τεράστια κινηματογραφικότητα.

Γιατί;

Επειδή πρόκειται για μια μαζική εκτέλεση τα χαράματα της Μεγάλης Παρασκευής έξω από μια εκκλησία, ενώ στο εσωτερικό της προτοίμαζαν τον Επιτάφιο ενόψει της Ανάστασης.

Σε συμβολικό επίπεδο η Ανάσταση συντελείται κατόπιν, αλλά σε κυριολεκτικό κάποιοι άνθρωποι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν εκεί επιτόπου σε ομαδικούς τάφους.

Αυτό, από μόνο του, είναι σινεμά. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήθελα να αφηγηθώ αυτήν τη μικρή προσωπική ιστορία που συμβαίνει παράλληλα με την Ιστορία.

Μια από τις αφηγηματικές αρετές της ταινίας σου είναι, πράγματι, η διαπλοκή και συνύφανση του προσωπικού με το συλλογικό. Αξιοθαύμαστο επίτευγμα.

Ισχύει.

Θεωρώ, ωστόσο, πως είναι αρκετά τίμιο το ότι επέλεξα να αφηγηθώ τη μικρή ιστορία αποκλειστικά υπό το πρίσμα ενός μικρού παιδιού, πρίσμα το οποίο δομείται με βάση την αντίληψή του για την πραγματικότητα και τις προσλαμβάνουσές του.

Αν θυμάσαι πώς ήσουν σε ηλικία πέντε χρονών καταλάβαινες τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Αυτήν την αίσθηση ήθελα να αποδώσω και να καταστήσω αντιληπτό ότι τα όσα αποτυπώνονται δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα.

Τα πλήθη είναι απρόσωπα. Οι γονείς, αντί να είναι φιγούρες που παρέχουν φροντίδα, είναι αποστασιοποιημένοι. Η μητέρα έχει αναλάβει τον ρόλο του δυνάστη.

Είναι κακοποιητική, χρησιμοποιώντας σημερινή ορολογία.

Η βία τότε ήταν όχι απλά κανονικοποιημένη, αλλά -δυστυχώς- και επιθυμητή.

Οπότε, αυτό το παιδάκι σχηματίζει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας.




Πόσο εύκολο ήταν να μπεις ή να ξαναμπείς στον ψυχισμό ενός παιδιού ή να υιοθετήσεις τη ματιά του; Ποια είναι η σχέση σου με την παιδική ηλικία, την παιδικότητα και τη φιλμική αποτύπωσή τους;

Δεν ξέρω κατά πόσο το κατάφερα.

Δε δυσκολεύτηκα, ωστόσο, να μπω στον κόσμο ενός παιδιού. Ουσιαστικά, «συνάντησα» νοερά τον εαυτό μου όταν ήταν έξι ή επτά χρονών που είχε φτιάξει τον δικό του κόσμο ακούγοντας την ιστορία της γιαγιάς.

Στον πυρήνα, κράτησα το πολύ προσωπικό και παιδικό. Αυτό προσπάθησα να μεταφέρω.

Πέρα από τους προφανείς οικονομικούς περιορισμούς οι οποίοι ίσως υπαγορεύουν  εν μέρει τη στιλιστική σου επιλογή, τι παραπάνω ή τι περισσότερο προσδίδει το animation στη φιλμική διαχείριση ενός ιστορικού γεγονότος ή ενός τραύματος;

Δε θα μπορούσα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία με όρους live action και σίγουρα θέλει ιδιαίτερα κότσια, περισσότερη μελέτη και έρευνα και ασφαλώς πολύ μεγαλύτερο budget για να την αποδώσεις επαρκώς και ικανοποιητικά.

Το animation δίνει την ευκαιρία να παρουσιάσεις έναν κόσμο πολύ πιο δημιουργικά και χωρίς αφηγηματικές δεσμεύσεις. Ήταν το μέσο για να αποδοθεί το κοντράστ ανάμεσα στην υποκειμενική παιδική ματιά και την αντικειμενική Ιστορία.

Σε ενδιέφερε περισσότερο το συγκεκριμένο βίωμα υπό το πρίσμα ενός παιδιού στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ή σε απασχολεί γενικότερα και η τρέχουσα, ζώσα Ιστορία;

Είμαι «nerd» για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μελετώ πολύ αυτήν την περίοδο τόσο σε ιστορικό, όσο και σε καλλιτεχνικό πλαίσιο.

Εξάλλου, βασική μου επιρροή γι’ αυτήν την ταινία ήταν μια παραγωγή του Studio «Ghibli», το Ο Τάφος των Πυγολαμπίδων (Grave of the Fireflies) του Ισάο Τακαχάτα.

Το φιλμ αφορά σε δύο παιδάκια στην Ιαπωνία λίγο πριν η χώρα συνθηκολογήσει και τις καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου στον άμαχο πληθυσμό.

Θεωρώ πως πρόκειται για μια από τις πιο σπαρακτικές ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά και στο animation και στο live action. Ήθελα να αποτυπώσω τον πόνο τον οποίο βιώνουν τα μικρά παιδιά.

Φυσικά, με ενδιαφέρει και η τρέχουσα πραγματικότητα. Παρότι η δημιουργία της ταινίας ξεκίνησε το 2022, δυστυχώς κάθε χρόνο γινόταν τρομακτικά πιο επίκαιρη, σε σημείο που να μιλάει πια και για το παρόν.

Θα έβλεπες τον εαυτό σου να καταπιάνεται στο μέλλον με άλλα ζητήματα ιστορικής υφής;

Μου αρέσει το παρελθόν στη μυθοπλασία και να αφηγούμαι ιστορίες από αυτό χωρίς να το έχω βιώσει.

Στην πραγματικότητα, πάντως, ό,τι κι αν φτιάξω έχει άμεση σχέση με το παρόν. Έκανα μια ταινία για το παρελθόν στην προσπάθειά μου να αντιμετωπίσω την τρέχουσα κατάσταση.

Είναι σημαντικό για τους δημιουργούς να μιλήσουμε για ιστορίες εκτυλισσόμενες σε τραυματικές περιόδους προκειμένου να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το παρόν.

Δημιούργησα μια ιστορία με αντιφασιστικό περιεχόμενο επειδή έχουμε ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον ζόφο της εποχής μας.

Όλη μας η καθημερινότητα φιασιστικοποιείται, ακόμα και στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, γεγονός το οποίο μας αφορά άμεσα ως καλλιτέχνες.

Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει την ΤΝ εργαλείο του φασισμού. Ισοπεδώνει και ομογενοποιεί την αισθητική και την αντίληψή μας, κι αυτό είναι τρομακτικό.

Βάσει της προσωπικής εμπειρίας σου, είναι η κατάσταση στον χώρο του animation στην Ελλάδα ελπιδοφόρα;

Έχει συγκροτηθεί -και κάθε χρόνο μεγαλώνει- η κοινότητα των δημιουργών animation, μια διαδικασία που έχει τον δικό της πόνο και κουβαλά τη δικιά της ταλαιπωρία. Όλη αυτή η διαδικασία μάς φέρνει κοντά.

Η κατάσταση είναι ελπιδοφόρα, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα. Υπάρχει πολύ ταλέντο, πολλή όρεξη και πείσμα για δουλειά, παρά την εξάντληση και την έλλειψη πόρων.

Δεν υπάρχει πλήρης αντιστοίχιση του κόπου τον οποίο καταβάλλουμε με τις αμοιβές που λαμβάνουμε.

Νιώθω ότι κάποιες φορές ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πόση δουλειά απαιτείται, ειδικά στην εποχή που ζούμε, κατά την οποία, πατώντας ένα κουμπί, μπορεί να προκύψει ένα αποτέλεσμα ίσως πολύ πιο άρτιο.

Προσωπικά, αφιέρωσα πολλές ώρες για ένα πλάνο τριών δευτερολέπτων, γι’ αυτό και οι animators έχουμε μεγαλύτερη ευαισθησία όταν γράφεται κάτι για τη δουλειά μας ελαφρά τη καρδία, και προσδοκούμε μεγαλύτερη θέρμη και στήριξη.

Κανένας θεατής δεν είναι, πάντως, υποχρεωμένος να λειτουργήσει έτσι.

Βιώνεις την ίδια αίσθηση κοινότητας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας, για πρώτη φορά ως σκηνοθέτρια με ολοκληρωμένη δουλειά;

Αν και περίμενα να είμαι διαφορετικό «φρούτο», να σου πω την αλήθεια, ναι. Είμαι μία δημιουργός ανάμεσα στους άλλους. Και από το feedback που έχω πάρει, είμαι πολύ χαρούμενη.

Ελπίζω να συνεχίσει να υπάρχει αυτό το feedback.

Από μένα εξαρτάται.

Καλοτάξιδη εύχομαι να είναι η Μεγάλη Παρασκευή, όπου βρεθεί, επειδή αξίζει και αξίζεις. Και μακάρι να διατηρήσεις το κουράγιο, τη ζωτικότητα και την επιμονή σου, σε δύσκολους καιρούς.

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Επιβάλλεται, θεωρώ, πλέον.

«Αντέχεις να κάνεις την επόμενη ταινία;» με ρωτάνε. Όχι απλά αντέχω, αλλά πρέπει να την κάνω. Μου βγαίνει ένα πείσμα. Οπότε ελπίζω να καταφέρω να δρομολογήσω σχετικά γρήγορα το επόμενο πρότζεκτ.

Η ταινία animation της Λουκίας Τζωρτζοπούλου Μεγάλη Παρασκευή προβλήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής (Αλέξανδρος Μίαρης).

Επόμενοι σταθμοί στο φεστιβαλικό ταξίδι της, το Διεθνές Φεστιβάλ Animation AnimaSyros (21-27 Σεπτεμβρίου) και το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας (30 Σεπτεμβρίου-11 Οκτωβρίου).




Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Bill Plympton: «Θέλω να κερδίσω το βραβείο Νόμπελ στο χιούμορ!»

 


Κορυφαία μορφή του ανεξάρτητου βορειοαμερικανικού animation, ο Bill Plympton είναι το τιμώμενο πρόσωπο του φετινού Animasyros, στο πλαίσιο του οποίου θα παρουσιαστεί ένα αφιέρωμα στο έργο του, παρουσία του ίδιου.

Ενόψει του Φεστιβάλ, που ξεκινά τη Δευτέρα 22 και ολοκληρώνεται την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου, συνομιλούμε τον πολυπράγμονα και εξαιρετικά ευδιάθετο καλλιτέχνη.

Σίγουρα δεν είσαι ένας συνηθισμένος καλλιτέχνης.

Ευχαριστώ για την παρατήρηση. (Γέλιο).

Μιας και η εμπλοκή σου με το animation, ακόμα και σε φαντασιωσικό επίπεδο, ξεκίνησε σε πολύ νεαρή ηλικία, τι συνέβη στο μυαλό ενός πεντάχρονου και κατέληξε σ’ αυτήν την επιλογή ζωής;

Ανέκαθεν λάτρευα να σχεδιάζω: ανθρώπους, σπίτια, αυτοκίνητα.

Όταν ανακάλυψα ότι τα σχέδια μπορούν να κινούνται και να μιλάνε, θεώρησα πως αυτό ήταν εκπληκτικό. Αυτό ήθελα να κάνω.

Ο πατέρας μου ήταν τραπεζίτης.

Καμία σχέση με καλλιτεχνικά εγχειρήματα, γενικότερα.

Πράγματι. Ήταν, όμως, πολύ αστείος τύπος. Λάτρευε να κάνει τους ανθρώπους να γελάνε. Κι έτσι είπα στον εαυτό μου: «Αυτό θέλω κι εγώ, να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε».

Δεν ήμουν, ωστόσο, καλός στο να λέω ανέκδοτα, δεν μπορώ να αφηγηθώ ιστορίες. Με τα σχέδια μπορώ να πω ιστορίες, όμως.

Αυτός ανακάλυψα ότι ήταν ο στόχος μου στη ζωή, να αφηγούμαι αστείες και σουρεαλιστικές ιστορίες οι οποίες κάνουν τους ανθρώπους να γελάνε.

Πιστεύεις πως το έχεις καταφέρει στις δεκαετίες που ακολούθησαν;

Έχω καλή φήμη σε όλον τον κόσμο για τις χιουμοριστικές ταινίες μου. Κάτι τέτοιο θέλουν να παρακολουθούν οι άνθρωποι και θέλω να σχεδιάζω κι εγώ.

Θέλεις γενικότερα να κάνεις τους ανθρώπους να αισθάνονται πιο ανάλαφροι και χαλαροί  στην καθημερινότητά τους, ή πιστεύεις ότι υπάρχουν και κάποιες πιο σκοτεινές και δυσοίωνες πτυχές στην καλλιτεχνική δουλειά σου;

Αν μετά από μια προβολή μου ακούσω γέλια από την πλευρά του κοινού, σημαίνει πως έχω πετύχει τον στόχο μου. Θέλω να κερδίσω το βραβείο Νόμπελ στο χιούμορ! Δεν υπάρχει τέτοια κατηγορία, βέβαια, αλλά ελπίζω να τη δημιουργήσουν.

Κατά τη γνώμη μου, με όλα τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε ανά τον κόσμο οι άνθρωποι χρειάζεται να διαθέτουν χιούμορ και μια τρέλα. Αυτό θέλω να δείξω μέσα από τη δουλειά μου.

Ζόρικη φιλοδοξία, πάντως. Δύσκολα βρίσκεις καλό χιούμορ - στην τέχνη ή και στην υπόλοιπη ζωή. Διδάσκεται, πιστεύεις;

Στο masterclass που θα παραδώσω στο φετινό Animasyros θα δείξω στο κοινό πώς κάνω τους ανθρώπους να γελάνε και επιβιώνω ως ανεξάρτητος ανιματέρ.

Χρηματοδοτώ ο ίδιος τις ταινίες μου, έχω τον έλεγχο, γράφω τα σενάρια, τις σχεδιάζω, κάνω την παραγωγή. Με την έλευση του Blu-ray τα φιλμ φέρνουν καλά λεφτά πλέον, κι έτσι μπορώ να συνεχίσω με το στούντιό μου.

Είναι δύσκολο να παραμείνεις ανεξάρτητος και σε επίπεδο δημιουργικού οράματος και διαδικασίας χρηματοδότησης. Πώς καταφέρνεις να ισορροπείς;

Έχεις, ανά τα χρόνια, έρθει αντιμέτωπος με πειρασμούς να διολισθήσεις ελαφρώς σε μια πιο εύκολη, πιο βολική κατεύθυνση;

Αυτό το οποίο κάνω είναι πολύ βολικό. Νιώθω ευτυχία όταν κάθομαι και σχεδιάζω.

Ξεκίνησα με το πρώτο μου φιλμ ως παιχνίδι. Όταν, κατόπιν, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ του Annecy και το κοινό τρελάθηκε, ήρθαν να με βρουν στελέχη του BBC και του Arte, μου πρόσφεραν χρήματα και μου δήλωσαν ότι το θέλουν.

Δεν είχα ιδέα πως υπήρχε αγορά για μια τόσο ανόητη ταινία. Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι μπορούσα να εγκαταλείψω τη δουλειά μου ως εικονογράφος, να κάνω μόνο animation και να βγάζω λεφτά από αυτό.

Κατόπιν, ξεκίνησα να κάνω διαφημιστικά. Εξ αρχής, επομένως, ήδη από το 1987-1988 έβγαζα καλά λεφτά από το animation - και συνεχίζω να βγάζω. Οπότε μπορώ να είμαι ανεξάρτητος, υλοποιώντας τα δικά μου πρότζεκτ.

Σε κάθε περίπτωση, μάλλον αποτελείς εξαίρεση στο πεδίο του animation, τουλάχιστον. Δεν είναι συνηθισμένη μια τέτοια διαδρομή.

Δεν είναι, αλλά υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στις Η.Π.Α. οι οποίοι κάνουν ανεξάρτητες ταινίες, όπως ο Patrick Smith. Ίσως γνωρίζεις την Signe Baumane.

Βεβαίως. Είχαμε γνωριστεί στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι πριν από αρκετά χρόνια, όπου της είχα πάρει συνέντευξη με αφορμή το φιλμ της Rocks in my pockets.

Οπότε είναι πιθανό να βγάλεις χρήματα ως ανεξάρτητος ανιματέρ, αλλά δεν πρόκειται να γίνεις πλούσιος. Έχω, όμως, την ελευθερία να κάνω αυτό που θέλω. Και για μένα, κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά πολύτιμο.

Ως δημιουργός, συνομιλείς με τις ποικιλόμορφες και πλούσιες ευρωπαϊκές σχολές animation; Αντλείς αναφορές, έμπνευση, ερεθίσματα από αυτές εμπλουτίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δικιά σου δουλειά;

Σίγουρα είμαι επηρεασμένος από πολλούς Ευρωπαίους ανιματέρ, όπως ο Michael Dudok de Wit, αλλά το σύστημα στην Ευρώπη είναι διαφορετικό. Τα φιλμ χρηματοδοτούνται από τις κυβερνήσεις, όπως ξέρεις.

Στις Η.Π.Α., η κυβέρνηση δε νοιάζεται για το animation.

Επομένως, δεν υιοθετώ το ευρωπαϊκό μοντέλο. Απλώς φτιάχνω τις ταινίες οι οποίες με κάνουν ευτυχισμένο.

Σε ποιον βαθμό χρησιμοποιείς τις νέες τεχνολογίες, που στις μέρες μας αποτελούν καυτό θέμα συζήτησης, στη δουλειά σου;

Μου αρέσουν τα φιλμ της Disney ή της Pixar. Αλλά για μένα, μια ταινία φτιαγμένη στον υπολογιστή είναι πολύ ακριβή. Ένα φιλμ της Pixar, για παράδειγμα, μπορεί να κοστίσει διακόσια εκατομμύρια δολάρια. Δεν έχω αυτήν τη δυνατότητα.

Οπότε σχεδιάζω στο χαρτί, κατόπιν σκανάρω τα σχέδιά μου και τα συνθέτω σε μια αφήγηση.

Για μένα, αυτός είναι ένας εύκολος και φτηνός τρόπος δημιουργίας ταινιών. Τα δικά μου φιλμ κοστίζουν περίπου τριακόσιες με τετρακόσιες χιλιάδες δολάρια. Xίλιες ταινίες μου αντιστοιχούν σε μία της Pixar.

Υπάρχουν φιλμ σου που τα αγαπάς ή σε ενοχλούν περισσότερο όταν τα ξαναβλέπεις;

Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Οι πολύ πρώιμες δουλειές σου, ας πούμε, παραμένουν αντιπροσωπευτικές της προσέγγισής σου;

Έχω κάνει το Boomtown, το οποίο είναι μια πολιτική ταινία που μου ζήτησαν να σκηνοθετήσω και να συνθέσω το animation.

Όταν τελείωσα το Κολέγιο, υπήρχαν πολύ λίγες σχολές animation, οπότε δεν ήξερα πώς να φτιάξω ένα τέτοιο φιλμ. Έτσι, όταν μου ζήτησαν να το κάνω, τους απάντησα ότι δεν γνωρίζω τον τρόπο.

Ανέθεσαν, λοιπόν, σε μια επαγγελματία να μου διδάξει κάθε βήμα της διαδικασίας. Δεν πληρώθηκα γι’ αυτήν την ταινία. Η πληρωμή μου ήταν η εκμάθηση της δημιουργίας μιας ταινίας animation.

Το Boomtown υπήρξε επιτυχία και προβλήθηκε ανά τις Η.Π.Α. Κι έτσι ακόμα, δεν πληρώθηκα. Αλλά δεν πειράζει, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο έμαθα να φτιάχνω φιλμ.

Μας ετοιμάζεις κάποια έκπληξη στο φετινό Animasyros (22-28 Σεπτεμβρίου), στο πλαίσιο του οποίου διοργανώνεται ένα αφιέρωμα στο έργο σου που περιλαμβάνει τη μεγάλου μήκους ταινία σου Slide και μικρού μήκους δουλειές σου;

Όπως προανέφερα, θα παραδώσω ένα masterclass και θα παρουσιάσω μια επιλογή από τα φιλμ μου.

Κάθε θεατής που θα παρακολουθήσει μια προβολή μου θα λάβει μια καρτ ποστάλ η οποία θα συνοδεύεται από ένα σκίτσο μου στο πίσω μέρος της. Θα υπάρχουν επίσης πρωτότυπα έργα μου διαθέσιμα προς πώληση.

Ανυπομονώ για τον Σεπτέμβριο, λοιπόν.

Μέχρι τότε, σου εύχομαι να παραμείνεις ασφαλής και δημιουργικός. Νομίζω ότι η ενασχόλησή σου με το animation συμβάλλει σ’ αυτό.

Πολύ σωστά!

Ευχαριστώ θερμά το τιμ του Bill Plympton για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και τον δημιουργό για τον χρόνο και την «κολλητική» ευδιαθεσία του.

Το αφιέρωμα στο έργο του Bill Plympton, παρουσία του σκηνοθέτη, διοργανώνεται από το Διεθνές Φεστιβάλ Animation Animasyros (22-28 Σεπτεμβρίου).



Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Συναντώντας τους δημιουργούς του βραβευμένου ελληνικού animation «Από το Μπαλκόνι»

 

Άρης Καπλανίδης (αριστερά), Ηλίας Ρουμελιώτης (δεξιά) (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Σπαρταριστή, συγκινητική και τρυφερή «ανατομία» μιας λαϊκής αθηναϊκής γειτονιάς και της ανθρωπογεωγραφίας της, το μικρού μήκους φιλμ Από το Μπαλκόνι είναι, αναντίρρητα, το ελληνικό animation της χρονιάς.

Συναντώντας τους δημιουργούς του, Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη, ενόψει της «καθόδου» του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (21-27 Οκτωβρίου).

Παρότι η ταινία Από το Μπαλκόνι τοποθετείται από εσάς στη Νέα Φιλαδέλφεια, θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω -λίγο προβοκατόρικα- ένα λαϊκό, πληβειακό, μικροαστικό animation. Πώς την «εγγράφετε» εσείς στον χωροχρόνο;

Άρης Καπλανίδης: Τα δύο τελευταία επίθετα έχουν και μια αρνητική χροιά.

Από κοινωνιολογική και όχι αξιολογική σκοπιά μιλάω περισσότερο.

Ά.Κ.: Η Νέα Φιλαδέλφεια είναι ένας συνδυασμός των χειρότερων αποτελεσμάτων της κρίσης σε σύγκριση με όλα τα μεσοαστικά και εργατικά προάστια της Αθήνας.

H ανθρωπογεωγραφία της «δανείζεται» από νοοτροπίες που ανθούν συνήθως σε αυτές τις περιοχές.

Όσο καθόμουν στην πλατεία Πατριάρχου προσπαθούσα να φανταστώ αν υπάρχει στη Νέα Φιλαδέλφεια κάποιο απτό σημείο που να παραπέμπει χωροταξικά στη γειτονιά του Μπαλκονιού.

Ά.Κ.: Περισσότερο χρησιμοποιούσαμε αντικείμενα, όπως παρατημένους τηλεφωνικούς θαλάμους, μια πρόσοψη. Δεν μπορείς να αναγνωρίσεις κάποιο σημείο της Νέας Φιλαδέλφειας.

Ηλίας Ρουμελιώτης: Ορισμένα σπίτια είναι με κεραμιδοσκεπές, κάτι που παραπέμπει στα προσφυγικά.

Ά.Κ.: Στην ταινία, βέβαια, εμφανίζονται ψιλοδιαλυμένα από τον σεισμό, αν το προσέξεις. Κατασκευάζοντας το background το γλεντήσαμε με τις λεπτομέρειες.

Αυτό είναι αισθητό.

Ά.Κ.: Το είχαμε σαν παιχνίδι να βρίσκει καθένας μας λεπτομέρειες και να τις στέλνει στον άλλο- μια κολόνα, ένα poster, ένα σύνθημα.

Γνωρίζεστε και συνεργάζεστε χρόνια. Λειτουργεί απρόσκοπτα αυτό το «δικέφαλο τέρας», όπως αυτοπροσδιορίζεστε;

Η.Ρ.: Καμία αντιπαράθεση.

Ά.Κ.: Σκέψου το «δικέφαλο τέρας» ως μια οντότητα που από μόνη της δεν μπορεί να παράξει κάτι. Και οι δύο μαζί συνθέτουμε έναν ολόκληρο, όχι ότι είμαστε διπλή δύναμη!

Πάντα είχαμε μια παράλληλη πορεία και ζούσαμε αντίστοιχες εμπειρίες. Τα περισσότερα από όσα γράφαμε είναι «καθρέφτης» του τι βιώναμε την περίοδο της συγγραφής.

Όπως άλλοι βγαίνουν για καφέ, εμείς βγαίνουμε για να γράψουμε κάτι που θα οδηγηθεί σε ταινία.



Ποια είναι η σχέση σας με το animation;

Η.Ρ.: Το animation ήταν το εργαλείο για να γίνει το φιλμ.

Ά.Κ.: Το τέλειο εργαλείο.

Η προηγούμενη γνώση μου ήταν πολύ επιδερμική. Είχα σπουδάσει στο Κέντρο Εφαρμοσμένων Τεχνών  «Ορνεράκης» σκίτσο. Πήγαινα για animation, αλλά όταν είδα περί τίνος επρόκειτο, είπα: «Ξέχνα το, που θα “φάω” τη ζωή μου μ’ αυτό!»

Η.Ρ.: Τώρα τα ψηφιακά μέσα στο κάνουν πιο γρήγορα.

Ά.Κ.: 14 μήνες αφότου ολοκληρώσαμε το Μπαλκόνι, μπορούμε πλέον να αποκαλούμαστε “animators”.

H φόρμα του animation μάς δίνει πολλές δυνατότητες ως προς το πώς μπορούμε να αποτυπώσουμε όλα αυτά τα ελληνικά στοιχεία- γκριμάτσες, ομιλία, συμπεριφορές.

Xωρίς να γίνεται ούτε γραφικό, ούτε τετριμμένο. Δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Έτσι όπως μου τα λέτε, είναι σαν η διαδικασία να μην είχε εμπόδια.

Ά.Κ.: Δεν είχε!

Φτιάξαμε πρώτα ένα animatic για να πείσουμε παραγωγούς ότι αυτό μπορεί να γίνει ταινία διάρκειας 12 λεπτών με 200 πλάνα. Δεν είχαμε σκεφτεί πως μπορεί να γίνει animation.

Το μόνο «αγκάθι» είναι ο χρόνος που απαιτείται. Τουλάχιστον για όσα θέλουμε να κάνουμε εμείς. Ακόμα και η ελευθερία που δόθηκε στους ηθοποιούς ήταν τρομερή.

Όταν είχαμε «στήσει» τον ρυθμό και ο ηθοποιός άκουγε την πρόχειρη ατάκα ηχογραφημένη πάνω στο ανιμάτικ και «έπιανε» το κλίμα, μπορούσε να δώσει πράγματα που δε θα φανταζόμασταν ποτέ και ήταν «χρυσάφι».

Εφόσον υπήρχε κλίμα σύμπνοιας ανάμεσα σε όλους, δε θα μπορούσε να υπάρχει εμπόδιο.

Δε θα μπορούσα να φανταστώ τον Γιάννη Οικονομίδη σε πιο κατάλληλο ρόλο.

Ά.Κ.: Όταν ήρθε η σειρά του κύριου Οικονομίδη να κάνει αυτοσχεδιασμό, λέγαμε: «Τώρα αράζουμε, δώσε!» Έδωσε πολύ ωραία πράγματα, κάποια από αυτά ακούγονται.

Η μουσική αποτελεί οργανικό στοιχείο του Μπαλκονιού. Ενσωματωνόταν στο σενάριο καθώς το γράφατε;

Ά.Κ.: Οργανικό, όπως ακριβώς το είπες. Η αφετηρία μας ήταν ο τρόπος ομιλίας. Αυτός «έβγαζε» ένα συγκεκριμένο κλίμα, που με τη σειρά του συνδεόταν με το τι θα μπορούσε να υπάρχει ως εικόνα, μουσική και στο τέλος ως πλοκή.

Αφού νιώθαμε πώς θα βιώνεται η εκάστοτε στιγμή, ερχόταν και η μουσική. Τα παλιά ελληνικά τραγούδια επιλέχτηκαν γιατί είναι στο “DNA” όλων μας- είτε σ’ αρέσουν, είτε τα σιχαίνεσαι, είτε σου είναι αδιάφορα. Έχουν τη δική τους δύναμη.



Όπως έχει κι ο καταπληκτικός ρυθμός της ταινίας, ο οποίος σε κάνει να θέλεις να την ξαναδείς με το που τελειώνει. Πώς τον πετύχατε;

Ά.Κ.: Αν έχουμε μια ολοκληρωμένη ταινία, αυτό σίγουρα έγινε μέσα από διαδοχικά βήματα.

Το κομμάτι του ρυθμού είναι σαν μια έκρηξη. Όταν σιγά σιγά «έδενε» η πλοκή, αρχίσαμε να πετάμε τις αληθινές ιστορίες από τις οποίες είχαμε αντλήσει έμπνευση, ώσπου τελικά δεν έμεινε τίποτε από αυτές.

Ο ρυθμός του φιλμ επιβάλλει και τον ρυθμό της ομιλίας, του ντεκουπάζ και τη μουσική. Είναι σαν να μαθαίνεις να μιλάς. Τη στιγμή που το μαθαίνεις, μετά προκύπτει αβίαστα.

Το Μπαλκόνι είναι ένα εύληπτο, κεφάτο, περιεκτικό και προσιτό animation, χωρίς να υστερεί σε καλλιτεχνικές αξιώσεις και προδιαγραφές.

Ά.Κ.: Το animation είναι αφηγηματικό εργαλείο που σου δίνει μια άλλη ελευθερία, όπως προανέφερα. Για ποιον λόγο να χαρίσουμε ένα προσιτό πρώτο επίπεδο σε μια εμπορική ταινία και να μην είναι προτέρημα του arthouse σινεμά;

Αν καταφέρεις να χτίσεις κάτι τέτοιο που να σε αγγίζει ως θεατή συναισθηματικά, είσαι ελεύθερος να κάνεις σε ένα δεύτερο επίπεδο ό,τι θέλεις, εμπλουτίζοντάς το με όσα υποβόσκουν.

Προσπαθούμε να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι αγαπάμε τον κινηματογράφο και πως θα του αφιερώσουμε χρόνο. Ο άνθρωπος που θα δει την ταινία δεν οφείλει σε εμάς κάποιου είδους προσοχή.

Αν όντως θέλεις ο μεγαλύτερης ηλικίας θεατής να μην αντιμετωπίζει το φιλμ σου σαν «Μίκυ Μάου», σημαίνει ότι θέλεις να τον προσεγγίσεις, οπότε δεν μπορείς να απαιτείς.

Να δίνεις και να παίρνεις, χωρίς εκπτώσεις στις προθέσεις και τις φιλοδοξίες.

Ά.Κ.: Αν αυτό που κάνουμε μας ικανοποιεί, δε μας κοροϊδεύει και δε μας περνάει για ηλίθιους, σίγουρα θα «πιάσει» και άλλους ανθρώπους. Η ειλικρίνεια είναι το παν.

Οι ταινίες που μας αρέσουν μπορεί να είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που κάνουμε. Εμένα μου αρέσουν τα αινιγματικά φιλμ, όπως του Λιντς ή του Αντονιόνι.



Κάνατε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, το αγαπημένο μου!

Ά.Κ.: Συναντώντας τους ανθρώπους του Φεστιβάλ, νιώσαμε ότι δε βρισκόμασταν σε μια «εξωγήινη» χώρα. Ενάμισι λεπτό μετά την έναρξη της προβολής, όλοι είχαν συντονιστεί και «έπεφταν» τα χαμόγελα σε όλα τα σωστά σημεία.

Βιώσαμε μεγάλη χαρά.

Η οποία στη Δράμα πολλαπλασιάστηκε.

Ά.Κ.: Δεν το συζητάμε!

Όταν αισθάνεσαι ότι γελάει ο θεατής, είναι σαν ένα τεράστιο «κύμα» που χτυπάει στην οθόνη, σου ξανάρχεται και σε βρίσκει πάντα απροετοίμαστο.

Νιώσαμε αγαλλίαση επειδή αποδέχονται τους ανθρώπους μας γνωρίζοντας τα καλά τους και τα κακά τους, αυτούς για τους οποίους κάνουμε ταινίες και θέλουμε να εκπροσωπούμε.

Σαν να κάθεσαι σε ένα τραπέζι με συγγενείς και να υπάρχει πάντα κάποιος που ντρέπεσαι γι’ αυτόν, αλλά να χαίρεσαι όταν τον αποδέχεται κάποιος εξωτερικός επισκέπτης.



Θα ήθελα να δω κάποια στιγμή αυτή τη μεγάλου μήκους δουλειά σας, κατά προτίμηση πριν φτάσετε τα 90, όπως δηλώσατε χαριτολογώντας στη Δράμα!

Ά.Κ. (Ρίχνοντας το βλέμμα του τριγύρω): Θεωρούμε πολύ κινηματογραφικό τον κύριο που κουνάει τα χέρια του ή εκείνον που βγαίνει με τη σακούλα από το φαρμακείο.

Αν υπήρχε κάποιος που είχε κάνει καλύτερα αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εμείς, θα το ακολουθούσαμε άνετα για να γυρίσουμε τρία φιλμ σε αυτό το είδος. Θα ήμασταν ικανοποιημένοι φτιάχνοντας μέτριες ταινίες.

Γιατί μπορούμε να ταυτιζόμαστε με την εμπειρία ,μιας κοινότητας με την οποία δεν έχουμε καμία σχέση;

Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από το δικό μας περιβάλλον, να πούμε ιστορίες που είναι σημαντικές για εμάς και να τις μεταφέρουμε σαν μια συζήτηση που δυσκολεύεσαι να ανοίξεις πολύ πιο άμεσα, και σε ένα παγκόσμιο κοινό.

Το μικρού μήκους animation των Άρη Καπλανίδη και Ηλία Ρουμελιώτη Από το Μπαλκόνι παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο 27ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο.

Πραγματοποίησε την πανελλήνια «πρώτη» του στο 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου απέσπασε 6 βραβεία.

Στη συνέχεια έκανε την αθηναϊκή πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, όπου κέρδισε 2 βραβεία.

Επόμενος σταθμός, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, μεταξύ 21 και 27 Οκτωβρίου.