Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Κουτσογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Κουτσογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Γιάννης Φάγκρας: «Η απληστία είναι το μεγαλύτερο κακό της εποχής μας»

 

Από αριστερά: Βασίλης Κουτσογιάννης, Θεοφάνης Κατσέλης, Εκάβη Ντούμα

Η ανάγκη, η απελπισία και η απληστία κινούν τα «νήματα» του Μικρού Ανθρωποφάγου, τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας του Γιάννη Φάγκρα.

Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο του 66ου ΦΚΘ, προβάλλεται στο Διαγωνιστικό του 38ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Συναντώντας τον σκηνοθέτη.

O πρώτος «σπόρος» για την προηγούμενη ταινία σου, το Forget Me Not, είχε πέσει την περίοδο των Ολυμπιακών. Για τον Μικρό Ανθρωποφάγο, πότε φυτεύτηκε;

Εμπνεύστηκα τον Μικρό Ανθρωποφάγο από το κλασικό γουέστερν του Τζον Χιούστον Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάδρε.

Άρχισα να γράφω το σενάριο πριν από τρία-τέσσερα χρόνια. Ήθελα να κάνω κάτι σχέση με το τώρα. Έβλεπα την απληστία να κυριαρχεί. Θεωρώ ότι είναι το μεγαλύτερο κακό της εποχής μας παγκοσμίως σε όλα τα επίπεδα και για όλους τους ανθρώπους.

Και συστημικά και διαπροσωπικά.

Και όσον αφορά στους πλούσιους και στους φτωχούς. Είναι μια ανθρώπινη αδυναμία που, όταν ξεφύγει, δημιουργεί προβλήματα.

Βουλιάζεις σ’ αυτήν, πνίγεσαι.

Ξεκινάει από την αντιμετώπιση του πλανήτη και τη σχέση με τη φύση και καταλήγει στους πολέμους και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Για το κέρδος, τα κάνουμε όλα μαντάρα. Αλλά και όσοι νομίζουν πως προστατεύουν τη φύση δεν είναι επίσης άγιοι.

Πριν αρχίσεις να γράφεις το σενάριο, ήξερες ότι υπάρχει αυτό το σύμπλεγμα νησιών κοντά στους Φούρνους;

Το γνωρίζω, επειδή πηγαίνω στην Ικαρία πολλά χρόνια. Λειτουργεί και ως μεταφορά σε σχέση με την απληστία.

Ασυνήθιστο -ίσως- σεναριακό εύρημα είναι τα πολλά λεφτά που μπορεί να βρίσκονται -ή όχι- σε κάποιον βυθό, η πληρωμή σε ευρώ και δολάρια των διακινητών προσφύγων και μεταναστών. Αυτό, πώς προέκυψε;

Δεν μπορείς να μιλάς για το ανατολικό Αιγαίο, τα σύνορα της Ελλάδας και της Ευρώπης, χωρίς να πάει το μυαλό σου στο προσφυγικό. Κάθε μέρα περνάνε πρόσφυγες από την περιοχή. Βλέπεις τα χνάρια της διέλευσής τους, τα σωσίβια στις παραλίες.

Τα λεφτά και πάλι είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους γίνεται η διακίνηση ανθρώπων, με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.

Μια ελπίδα που, μαζί με την ανάγκη, βιώνουν πολύ απεγνωσμένα και οι τρεις πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες της ταινίας σου, καθένας με τον τρόπο του.

Και οι τρεις ανήκουν στην εργατική τάξη, είναι άνθρωποι οι οποίοι ζουν μέρα με την ημέρα. Η φτώχεια είναι βασικό θέμα του φιλμ.

Η καπετάνισσα, η Νίκο, που την υποδύεται η Εκάβη Ντούμα, φαίνεται να έχει μυστικά. Αυτή η υπαινικτικότητα λειτουργεί και με γοητεύει στην περίπτωση της ταινίας σου.

Υπάρχει ένα back story το οποίο θα ήθελα να ανακαλύψει ο προσεκτικός θεατής. Πρόκειται για μια γυναίκα με ψευδώνυμο που ζει στην παρανομία μεταφέροντας πρόσφυγες χωρίς αντίτιμο.

Παραμένατε σε επικοινωνία όλα αυτά τα χρόνια τα οποία πέρασαν μετά τη Μορφίνη και τώρα ήρθε απλώς ο καιρός να ξανασυνεργαστείτε;

Βρέθηκε μια ιστορία όπου θα μπορούσε να ενταχθεί η Εκάβη. Προσαρμόστηκε πάνω και σε εκείνη.


Από αριστερά: Θεοφάνης Κατσέλης, Εκάβη Ντούμα, Βασίλης Κουτσογιάννης


Με συγκίνησε η κινηματογραφική επανασύνδεσή σου με την Εκάβη. Πώς ένιωσες συνεργαζόμενος ξανά μαζί της μετά από τόσο καιρό;

Από τη στιγμή κατά την οποία ο χαρακτήρας της μού μπήκε στο μυαλό δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Με την Εκάβη είμαστε φίλοι πολλά χρόνια, επικοινωνούμε σε ένα πιο βαθύ επίπεδο.

Το ίδιο, όμως, συνέβη τελικά και με τους δύο άλλους ηθοποιούς, τον Φάνη Κατσέλη και τον Βασίλη Κουτσογιάννη, αλλά και το υπόλοιπο συνεργείο. Φτιάξαμε, λοιπόν, μια πολύ δυνατή ομάδα. Ήμασταν ένα τσούρμο πειρατικό! (Γέλιο).

Μακριά από το υγρό στοιχείο δεν κάνεις, άλλωστε. Σου παρέχει μια αίσθηση ασφάλειας -δημιουργικής και υπαρξιακής- το να βρίσκεσαι κοντά του;

Το υγρό στοιχείο είναι αυτό που συνδέει με τα πάντα. Ένα μόριο νερού μπορεί να σε συνδέει με την άλλη άκρη του κόσμου, επειδή το νερό ρέει.

Σε υπαρξιακό επίπεδο, η θάλασσα είναι ένα σπίτι.

Οι ερμηνείες και των τριών είναι ακατέργαστες, ανεπιτήδευτες. Εισέφεραν στη δημιουργία των χαρακτήρων που υποδύονται, ακόμα και στις πιο μικρές κινήσεις, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, τις σιωπές;

Εννοείται. Αυτό ζητάω από τους ηθοποιούς και χαίρομαι πολύ όταν γίνεται.

Ο Βασίλης και ο Φάνης δεν έχουν σπουδάσει σε Δραματική Σχολή. Έχουν πιο άμεση επαφή με τον ρόλο, δε σκέφτονται τεχνικά.

Από την άλλη, και ο τρόπος με τον οποίο γυρίστηκε η ταινία απαιτεί αυτήν την αμεσότητα. Περιμένω και οι ηθοποιοί να γίνουν συνδημιουργοί.

Πόσα ήξεραν για την ιστορία ή για τους χαρακτήρες τους πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα;

Δεν υπήρχαν αυτοσχεδιασμοί. Το σενάριο και οι διάλογοι ήταν πολύ δομημένα και συγκεκριμένα. Οι ηθοποιοί ήξεραν, επομένως, τι έκαναν. Δε μ’ αρέσουν, ωστόσο, οι εξαντλητικές πρόβες.

Σημαντικό ήταν να γνωριστούν ο Βασίλης με τον Φάνη, ώστε να προκύψει η μεταξύ τους «χημεία». Νομίζω πως αυτό βγήκε και στο φιλμ.

Μόνο τους χώρους ανακαλύπταμε κάθε μέρα από κοινού. Ακόμα κι εγώ δεν ήξερα τα πάντα γι’ αυτούς. Οπότε υπήρχε πάντα το στοιχείο της έκπληξης.

Η εισφορά από την πλευρά τους ενός πρόσθετου στοιχείου είναι το δώρο που μου έκαναν. Χαίρομαι πολύ όταν δω ένα βλέμμα, μια κίνηση που δεν έχω σκεφτεί.

Αφηγηματικά μιλώντας, προτιμάς την πιο μικρή κλίμακα; Το Forget Me Not, σε σύγκριση με τον Μικρό Ανθρωποφάγο, φαντάζει υπερπαραγωγή.

Στο Forget Me Not ήταν μεγάλη η κλίμακα της εικόνας, η απεραντοσύνη των υδάτινων τοπίων. Η παραγωγή, όμως, ήταν επίσης DIY - με περισσότερους πόρους και πιο ακριβό εξοπλισμό, σίγουρα.

Και πάλι, πάντως, ήμασταν μια ολιγομελής παρέα, όπως και στον Μικρό Ανθρωποφάγο. Γι’ αυτό και την αποκαλώ «πανκ» δουλειά. Μου αρέσει αυτό το πλαίσιο, δε με φοβίζει.

Σε όποια κλίμακα κι αν κάνεις μια ταινία, ωστόσο, είναι δύσκολο εγχείρημα.

Και βαρύ.

Οι περισσότεροι είναι εξοικειωμένοι με έναν πιο βιομηχανικό τρόπο παραγωγής φιλμ. Όταν, επομένως, ακούν γι’ αυτήν την προσέγγιση παραξενεύονται ή θεωρούν πως κάτι της λείπει, γεγονός το οποίο πολλές φορές μπορεί να συμβαίνει.

Το ζήτημα είναι αν όντως είναι στην ουσία καλύτερη μια τεχνικά αρτιότερη ταινία.

Δεν αρκεί η τεχνική αρτιότητα.

Μερικές φορές ο βιομηχανικός τρόπος δημιουργίας φιλμ τα βλάπτει.

Σύμφωνα με τη Νουβέλ Βαγκ, ο τρόπος παραγωγής έχει να κάνει με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ισχύει. Σε μια χολιγουντιανή παραγωγή, για παράδειγμα, αισθάνεσαι ως βοηθητικό εργατικό δυναμικό.

Από την άλλη, σε μια μικρή ταινία, όπως τη δικιά μας, είμαστε όλοι συνδημιουργοί και μπορούμε όλοι να νιώθουμε περήφανοι για τη συνεισφορά μας.

Ίσως, τελικά, ο μεγαλύτερος πλούτος να είναι η αίσθηση ισότιμης συμμετοχής σε μια δημιουργική διαδικασία.

Ακριβώς. Κάτι φτιάχνουμε όλοι μαζί, και κατόπιν ανήκει σε όλους μας.

Γυρίζεις ταινίες όποτε έχεις ανάγκη να εκφραστείς μέσα από αυτήν τη φόρμα;

Και όποτε μπορώ. Οι οικονομικές ανάγκες ενός φιλμ είναι πάντα μεγαλύτερες από αυτές που καταφέρνουμε να καλύψουμε. Είναι ένα ρίσκο το οποίο μοιραζόμαστε με άλλους ανθρώπους, επειδή το πιστεύουμε και μας αρέσει.

Δουλεύω, λοιπόν, προκειμένου να συγκεντρωθεί το μίνιμουμ -αλλά όχι αμελητέο για κάποιον ο οποίος δε λαμβάνει χρηματοδότηση από μεγάλες πηγές- ποσό που χρειάζεται για να πραγματοποιηθεί.  

Όταν τελείωσαν τα γυρίσματα του Μικρού Ανθρωποφάγου, αισθάνθηκα πολύ τυχερός.




Η σαλονικιώτικη παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο πλαίσιο του 66ου ΦΚΘ ενίσχυσε αυτό το συναίσθημα;

Πολλοί με πλησίασαν για να μου πουν ότι τους άρεσε. Προφανώς όσοι δεν ένιωσαν κάτι τέτοιο δε με πλησίασαν καν. Έτσι κι αλλιώς, το  φιλμ δεν είναι φτιαγμένο για να αρέσει σε όλους τους θεατές.

Αν και είναι δύσβατος ο δρόμος της παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών στην Ελλάδα, εσύ επιμένεις με σταθερότητα, συνέπεια και χωρίς εκπτώσεις.

Αυτή η σταθερότητα έχει τελικά αποκτήσει και ένα ρυθμό, ανά δεκαετία! (Γέλιο).

Δε σε ξεχνάνε, πάντως. Σε χαροποιεί αυτό;

Περισσότερο με ικανοποιεί που με πλησίασαν κάποια παιδιά τα οποία κάνουν ταινίες και τους άρεσε αυτό που είδαν σε σχέση με το πώς μπορεί να παράγεται μια ταινία.

Αν κάποιος δε θέλει να ακολουθήσει την πεπατημένη των κρατικών χρηματοδοτήσεων και των ευρωπαϊκών συμπαραγωγών, κουράζεται και απελπίζεται.

Όταν, λοιπόν, κάποιος δεν υιοθετεί τη συγκεκριμένη προσέγγιση και τα καταφέρνει, έστω και με δυσκολίες, αυτό ενθαρρύνει σκηνοθέτες νεότερης ηλικίας να κινηθούν ανάλογα.

Μιλώντας για σκηνοθέτες/σεναριογράφους νεότερους γενεών, στον Μικρό Ανθρωποφάγο συνεργάστηκες στο σενάριο με τον Σωτήρη Σταμάτη. Πώς κύλησε η συνεργασία;

Με τον Σωτήρη γνωριστήκαμε τυχαία σε ένα μπαρ στα Εξάρχεια και μιλούσαμε επί δυο ώρες για τον Κασσαβέτη -είμαστε φαν του-, οπότε υπήρχε μια πολύ καλή βάση.

Ακολουθούμε, νομίζω, τον δρόμο που εκείνος και άλλοι έχουν χαράξει. Εφόσον μπορούμε να συνεννοηθούμε, η διαφορά ηλικίας δε μας δυσκόλεψε.  Δεν είναι εύκολο να βρεις κάποιον να συνεννοηθείς. Κι εγώ ψάχνω.

Με τον Σωτήρη συνέβη αβίαστα, και προχωράει. Δεν ξέρω πού θα οδηγηθεί. Ήδη συνεργαζόμαστε πάνω στο σενάριο της επόμενης δουλειάς μου.

Ευχαριστώ θερμά τον Γιάννη Φάγκρα για τον χρόνο του και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Η ταινία του Γιάννη Φάγκρα Μικρός Ανθρωποφάγος προβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού τoυ 38ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου τη Δευτέρα 24 Νοεμβρίου (κινηματογράφος Cinobo Όπερα, 18:00), παρουσία συντελεστών.



Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

Συζητώντας για «Το Βανκούβερ» με την σκηνοθέτρια και τον πρωταγωνιστή του

 


Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Δράμας, το Βανκούβερ είναι μια ελλειπτική, χαμηλών τόνων κινηματογραφική «σπουδή» πάνω στην απώλεια, την ανεργία και τη μετανάστευση.

Η σκηνοθέτρια Άρτεμις Αναστασιάδου και ο χαρισματικός πρωταγωνιστής Βασίλης Κουτσογιάννης μάς ξεναγούν στο «σύμπαν» του φιλμ πριν την προβολή του στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο της «καθόδου» του Φεστιβάλ.

O Μπρεσόν έλεγε ότι θα προτιμούσε οι άνθρωποι να νιώσουν ένα φιλμ πριν το καταλάβουν. Παρακολουθώντας το Βανκούβερ εισήλθα σε μια τέτοια κατάσταση ως θεατής.

Κατά πόσο η αφετηρία της ταινίας είναι ένα συναίσθημα που θέλετε να εκφράσετε;

Άρτεμις Αναστασιάδου: Πολύ χαίρομαι που είχες αυτή την εμπειρία!

Το Βανκούβερ χαρακτηρίζεται από το συναίσθημα του αποχωρισμού, το οποίο βιώνει η νεαρή ηρωίδα αποχωριζόμενη από τον αγαπημένο της αδερφό. Είναι μεγάλο «στοίχημα», βέβαια, να το μεταδώσουμε αυτό στον θεατή.

Μόνο μέσα από το συναίσθημα μπορούμε να κατανοήσουμε τη σημασία μιας ιστορίας.

Ο κινηματογράφος που προσπαθώ να κάνω εμπεριέχει γενικά την ενσώματη εμπειρία, και οι ταινίες που μου αρέσουν έχουν αυτό το αποτέλεσμα, με κάνουν να νιώθω.

Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Ά.Α.: Το Amour του Χάνεκε με έχει κάνει να αισθανθώ την απώλεια στο σώμα, το Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου να νιώσω χτυποκάρδι.

Εσένα, Βασίλη, ποιο ήταν ένα από τα «στοιχήματά» σου ξεκινώντας αυτή την κινηματογραφική και υποκριτική περιπέτεια;

Βασίλης Κουτσογιάννης: Δεν είναι η δουλειά μου να φτιάχνω ταινίες. Πιο πολύ βλέπω παρά κάνω, μου αρέσει πάρα πολύ το σινεμά.

Το να μπορεί ο σκηνοθέτης να σε βάζει στο σύμπαν του είναι η αφετηρία. Και το πόσο συχνά κοιτάζω το κινητό μου στη διάρκεια της προβολής ενός φιλμ, κυρίως μεγάλου μήκους, είναι ενδεικτικό!

Όσον αφορά στο βίωμα του αποχωρισμού στο Βανκούβερ, έπρεπε πρώτα να φανούμε στην κάμερα αδέρφια με την συμπρωταγωνίστρια, την Μαργιάννα Καρβουνιάρη.

Άρτεμις Αναστασιάδου (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)


Πώς το καταφέρατε αυτό; Γιατί, κατά γενική ομολογία, το καταφέρατε.

Β.Κ.: Το πιο σημαντικό ήταν ότι ακούσαμε από πάρα πολύ κόσμο στη Δράμα πως τους συνεπήρε η αποτύπωση αυτού του αποχωρισμού.

Την πετύχαμε πηγαίνοντας κάθε εβδομάδα από τον Μάιο του 2020 στο Αλιβέρι όπου ζει η Μαργιάννα. Δεν επρόκειτο τόσο για πρόβα, όσο για καλλιέργεια μιας σχέσης που ακόμα και σήμερα διατηρείται.

Την θεωρώ μικρή μου αδερφή, με έναν τρόπο!

Ο τρόπος, εξάλλου, που επέλεξε να δουλέψει η Άρτεμις, με το να μη δίνει έτοιμες ατάκες, αλλά πιο πολύ δημιουργώντας μια κατάσταση, φάνηκε και στην οθόνη.

Πώς διασταυρώθηκαν οι κινηματογραφικοί σας «δρόμοι» με τον Βασίλη;

Ά.Α.: Τον είχα δει στη Δράμα το 2019. Μου είχε φανεί ότι το πρόσωπό του διέθετε ευγένεια, κάτι που μπορεί να ταίριαζε στον χαρακτήρα του Γιώργου στο Βανκούβερ.

Τον Φλεβάρη του 2020 έκανα ανοιχτό casting στην Αθήνα και είδα τον Βασίλη να παρκάρει το μηχανάκι του στα Εξάρχεια. Σκέφτηκα: «Πρέπει να τον καλέσω!»

Κεραυνοβόλος κινηματογραφικός έρωτας, λοιπόν.

Ά.Α.: (Γέλιο). Πέρασε πολλά casting.

Β.Κ.: Με είδε, με θυμήθηκε, δε μου μίλησε τότε.

Οπότε ήταν ευτυχής αυτή η συνάντηση, κρίνοντας και εκ του αποτελέσματος.

Ά.Α.: Για μένα το casting και το ποιοι άνθρωποι θα ζωντανέψουν τους χαρακτήρες είναι ίσως το πιο σημαντικό. Με ενδιαφέρει πολύ η ενέργεια που αποπνέει ο καθένας και η εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται μεταξύ μας.

Σε ενδιαφέρουν και οι τόποι, με ή χωρίς ανθρώπινους χαρακτήρες.

Ά.Α.: Με ενδιαφέρει το κοινωνικό σινεμά, το πώς η κοινωνία αλληλεπιδρά με τον άνθρωπο. Στις Η.Π.Α., όπου έχω γυρίσει ταινίες μικρού μήκους, μόνο ως ένα σημείο μπορούσα να το κάνω. Ένιωθα ξένη.

Ερχόμενη στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα ότι εδώ είναι ο τόπος μου και μπορώ πιο εύκολα να τον εντάξω στην αφήγηση.

Το Μηλάκι, το μέρος στο οποίο έγιναν τελικά τα γυρίσματα, είναι σαν να περιορίζει και να «στραγγαλίζει» τους ήρωες. Από μόνο του έλεγε τόσο πολλά, που δεν μπορούσα να μην το περιλάβω.

Οδηγηθήκατε σε αυτή την περιοχή τυχαία;

Ά.Α.: Από την αρχή μου την είχε προτείνει ο Βαγγέλης Φάμπας, ο παραγωγός. Εγώ, όμως, εκείνη την περίοδο ήμουν στις Η.Π.Α., οπότε δεν την είχα επισκεφτεί.

Βασίλης Κουτσογιάννης (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)


Παρακολουθώντας το Βανκούβερ αισθανόμουν μερικές φορές ότι οι τόσο φορτισμένοι με σημασίες τόποι δε συνδέονταν πάντα με τους αφηγηματικούς άξονες του φιλμ, απότοκο ίσως του ελλειπτικού ύφους που υιοθετείς.

Ά.Α.: Στο πρώτο επίπεδο τοποθετούνται οι ήρωες και όσα συμβαίνουν.

Το βάθος πεδίου που χρησιμοποιήσαμε ήταν μεγάλο, ώστε να μπορείς να βλέπεις τα εργοστάσια, να μην είναι «φλου». Ως ένας πρωταγωνιστής εισάγεται και το αποβιομηχανοποιημένο, εγκαταλελειμμένο τοπίο στην ιστορία, λοιπόν.

Στήσαμε το αποχαιρετιστήριο πάρτι του Γιώργου στο λιγνιτωρυχείο ακριβώς για να το συνδέσουμε με την ιστορία του τόπου.

Οι ήρωες, εξάλλου, ξέρουν τι τους συμβαίνει, άρα δεν ήθελα να εκθέσω κάτι περισσότερο. Τα παιδιά έχουν φύγει από αυτό το χωριό, και αυτή είναι μια ιστορία που συμβαίνει ανά δεκαετίες στην Ελλάδα. Δε λέω κάτι καινούριο.

Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ταινίες για την ανεργία και τη μετανάστευση με άλλους χαρακτήρες, όχι με ένα μικρό κορίτσι. Ίσως αυτό προσθέτει κι άλλα «φίλτρα» όσον αφορά στην κατανόηση.

Β.Κ.: Αυτό που με εξίταρε στην περιοχή ήταν σίγουρα το τοπίο. «Ό,τι κάνει κακό στο περιβάλλον, “γράφει” στον φακό», όπως λέω με κωμικοτραγικό τρόπο.

Το ότι συνδεθήκαμε με την τοπική κοινότητα -κι εδώ μιλάω ως κοινωνικός ανθρωπολόγος, γιατί αυτό είναι το πτυχίο μου- επίσης με ιντρίγκαρε. Στο νεκροταφείο τα μισά επίθετα ήταν Σπίθας και Φωτιάς.

Εκτιμώ, σε κάθε περίπτωση, ταινίες που δεν «κραυγάζουν», αλλά αποπνέουν εσωτερικότητα.

Ά.Α.: Δεν ήθελα να ακολουθήσω την κλασική αφηγηματική φόρμα της δραματικής έντασης, της κλιμάκωσης και της κάθαρσης του χαρακτήρα, αλλά κάτι πιο «γειωμένο».

Σε μια μονάχα σκηνή ανεβαίνει η δραματική ένταση, και είναι η αγαπημένη μου από το φιλμ.

Ά.Α.: Ήταν το πιο κινηματογραφικό “cut”.

Μαργιάννα Καρβουνιάρη


Νομίζω ότι «συνυφάνθηκαν» οι ματιές σας τόσο στο σινεμά όσο και στην υποκριτική.

B.K.: Κι εμένα ως θεατή δε μου αρέσει η πολλή πρόζα στον κινηματογράφο. Μπορείς να «πεις» πολλά με την εικόνα και με απλές ατάκες.

Ά.Α.: Όσον αφορά στη σχέση ανάμεσα στα δύο αδέρφια, ήθελα να είναι αγαπημένη.

Συνήθως θέλουμε συγκρούσεις στο σινεμά.

Εδώ έχουμε έναν αδερφό που ουσιαστικά έχει μεγαλώσει την μικρή ως αντικαταστάτης του μπαμπά. Δεν την κανακεύει, αλλά και δεν της «μαυρίζει» την καρδιά τελευταία μέρα πριν μεταναστεύσει.

Δεν ήθελα να δείξω κάτι «τοξικό», αλλά ευγενικούς χαρακτήρες. Μου άρεσε αυτή η ποιότητα.

Η Μαργιάννα σκέφτεσαι να συνεχίσει;

Β.Κ.: Αν την ρωτήσεις, το έχει σίγουρα στο πίσω μέρος του μυαλού της, γιατί της άρεσε πολύ ως διαδικασία.

Με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή το πόσο χαμηλών τόνων άνθρωπος είναι. Μια φορά την πλησίασε ένα παιδί από το χωριό για να της ζητήσει αυτόγραφο. «Με βλέπεις κάθε μέρα στο σχολείο, τι μου λες τώρα;» σχολίασε εκείνη.

Ά.Α.: Η Μαργιάννα έχει αντίληψη ηθοποιού. Μπορεί να καταλάβει τις οδηγίες που της δίνεις και να υλοποιήσει έναν αυτοσχεδιασμό. Μπορεί, επίσης, να εκφράσει ένα συναίσθημα μέσα από την κίνηση, το βλέμμα. Σε κάθε λήψη γινόταν και καλύτερη.

Τα εκφραστικά της μέσα είναι χαρισματικά.

Όπως κι εσύ, Βασίλη, είσαι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος ηθοποιός in progress. Πώς σου προέκυψε η ανάγκη να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Β.Κ.: Δε μου προέκυψε ποτέ κάποια ανάγκη, ήταν κάτι εντελώς τυχαίο.

Το 2018 ένας φίλος, ο Κωστής Αλεβίζος, μου πρότεινε να συμμετάσχω στο μικρό μήκους φιλμ του Το βάρος της θάλασσας, με το οποίο πήγαμε στη Δράμα το 2019.

Έκανα προετοιμασία για Δραματική Σχολή, αλλά δεν έδωσα. Δεν έψαχνα ποτέ για κάτι. Το καλοκαίρι του 2021 γυρίσαμε άλλη μία μικρού μήκους με την Εύη Καλογηροπούλου. Δεν έστειλα ποτέ κάποιο βιογραφικό.

Το βραβείο ερμηνείας στη Δράμα μπορεί να μη λέει πολλά, αλλά λέει κάτι. Δε νομίζω, όμως, ότι θα ζήσω από την υποκριτική, οπότε έχω την πολυτέλεια να κάνω πράγματα που μου αρέσουν και με τους ανθρώπους που μπορώ να συνεννοηθώ.

Βασίλης Κουτσογιάννης, Μαργιάννα Καρβουνιάρη


Εμπλουτίζει η ενασχόλησή σου με την κοινωνική ανθρωπολογία όχι μόνο τον τρόπο που βλέπεις σινεμά, αλλά και παίζεις;

Β.Κ.: Σίγουρα!

Μέχρι το 2018 παρακολουθούσα αρκετό σινεμά, αλλά υπό ανθρωπολογικό, ιστορικό, πολιτικό πρίσμα. Με το που ήρθα σε επαφή με το πίσω από τις κάμερες, μου άνοιξε ένας καινούριος κόσμος.

Όσον αφορά στο παίξιμο, επίσης, επειδή μέσα από την ανθρωπολογία έμαθα να βλέπω τον κόσμο με τα μάτια ενός άλλου ανθρώπου. Με βοηθάει να «χτίσω» τον χαρακτήρα.

Ζητούμενο παραμένει η «συνάντηση» του ηθοποιού με τον ρόλο, ανεξαρτήτως προηγούμενης σπουδής/εμπειρίας.

Ά.Α.: Γι’ αυτό και δεν είναι ο κάθε ηθοποιός αυτός που αρμόζει για κάθε ρόλο. Όχι γιατί δεν μπορεί να τον υποδυθεί καλά, αλλά έχει την ενέργεια αυτού του ανθρώπου;

Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά που βιώνεις και κατά τη διάρκεια ενός γυρίσματος και μετά την ολοκλήρωσή του;

Ά.Α.: Μου αρέσει η διαδικασία δημιουργίας και το πόσο, κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, όλα ενώνονται. Είναι μαγικό όταν βλέπεις το πλάνο και σ’ αρέσει. Δύσκολα ξεπερνιέται η στιγμή του γυρίσματος. Είναι η top!

Μετά την ολοκλήρωση;

Ά.Α.: Μετά για σένα η ταινία έχει τελειώσει, και δεν μπορείς να τη χαρείς όπως οι θεατές.

Για σένα, Βασίλη, τι είναι πιο μαγικό στην ηθοποιία;

Β.Κ.: Το γύρισμα, ιδίως ότι μπορεί να χρειαστεί να σταματήσεις για να ξαναφτιαχτεί ο φωτισμός. Με το που ανάβει το κόκκινο κουμπάκι του “rec” και «μπαίνουμε», είναι μια πανέμορφη στιγμή. Κάτι γίνεται, που δεν μπορείς να εξηγήσεις ορθολογικά.

Μετά, είναι το feedback που εισπράττεις.

Δημιουργεί άγχος το θετικό feedback;

Β.Κ.: Ως ηθοποιός δεν έχεις ούτε τον πρώτο ούτε τον τελευταίο λόγο σε μια ταινία, τον έχουν σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Γι’ αυτό και θέλω ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να συνεννοηθώ. Αλλά δεν ξέρεις τι θα βγει στο τέλος.

Πάντως, και μόνο ότι γνώρισα ένα εντεκάχρονο κορίτσι από το Αλιβέρι ήταν μια αδιανόητα όμορφη εμπειρία ζωής, όπως κι αν «έβγαινε» το φιλμ.

Ά.Α.: Τα ταξίδια στο Αλιβέρι ήταν μαγικά για όλους. Είναι έρωτας η ταινία!

Το Βανκούβερ, σε σκηνοθεσία Άρτεμις Αναστασιάδου με συμπρωταγωνιστή τον Βασίλη Κουτσογιάννη, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 44ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, όπου κέρδισε 3 βραβεία.

Στη συνέχεια προβλήθηκε στο 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Επόμενος σταθμός, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος (21-27 Οκτωβρίου).