Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπλουζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπλουζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Shawn James: «Αυθεντικότητα είναι όταν καλλιτέχνης και τέχνη ευθυγραμμίζονται»

 


Με ελληνοαμερικανικές καταβολές, ο Shawn James δεν είναι ένας συνηθισμένος μπλούζμαν. Παρά τη νεαρή του ηλικία, η φωνή του ακούγεται σαν να ανήκει σε άλλη εποχή, ενώ ο ίδιος λατρεύει να παντρεύει διαφορετικά μουσικά είδη.

Κουβεντιάζουμε μαζί του ενόψει της πολυαναμενόμενης συναυλίας του το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου στο Piraeus Club Academy.

Γι’ αυτήν τη διαμεσολαβημένη συνάντηση, θα βασιστώ κυρίως στα δικά σου λόγια για έμπνευση.

Μισώ, άλλωστε, τον ναρκισσισμό των δημοσιογράφων οι οποίοι θέλουν να επιδεικνύονται μέσα από τις ερωτήσεις τους. Πώς, ως καλλιτέχνης, αποφεύγεις να πέσεις σ’ αυτήν την παγίδα;

Προσπαθώ να παραμένω συγκεντρωμένος στη δουλειά, αντί να είμαι εστιασμένος στα φώτα της δημοσιότητας. Τη στιγμή που αρχίζω να πιστεύω στον δικό μου μύθο, το έργο υποφέρει.

Γράφω με βάση την εμπειρία μου, με βάση οτιδήποτε με βαραίνει ή με εμπνέει, όχι από επιθυμία να εντυπωσιάσω.

Η δουλειά μου είναι να λέω την αλήθεια όσο καλύτερα μπορώ και να αφήνω τα τραγούδια να σταθούν μόνα τους. Όταν οι άνθρωποι συνδέονται με κάτι που έχω δημιουργήσει, αυτό είναι ένα δώρο, όχι μια ώθηση του εγώ μου.

Γυρνώντας πίσω στο παρελθόν: μεγάλωσες από Έλληνες μετανάστες. Τι είδους άνθρωποι ήταν; Τι έμαθες από αυτούς; Σου λείπει καθόλου εκείνη η περίοδος της ζωής σου;

Ο θετός μου πατέρας, λοιπόν, ήταν Έλληνας από την Ξάνθη. Η μητέρα μου ήταν Αμερικανίδα από το Σικάγο και ο βιολογικός μου πατέρας ήταν επίσης από το Σικάγο, αλλά πέθανε όταν ήμουν μικρός.

Οι γονείς μου ήταν εργατικοί, πεισματάρηδες, συναισθηματικοί άνθρωποι με τον καλύτερο και τον χειρότερο τρόπο... Κουβαλούσαν το βάρος και την υπερηφάνεια τη; καταγωγής τους και προσπάθησαν να χτίσουν κάτι καλύτερο για εμάς.

Από αυτούς έμαθα το θάρρος, την αφοσίωση και την ιδέα ότι η αγάπη επιδεικνύεται με πράξεις. Μου λείπουν μερικές φορές κομμάτια εκείνης της εποχής, αλλά λατρεύω επίσης τη ζωή που έχω δημιουργήσει ξεχωριστά.

Όντας παιδί σε ένα νοικοκυριό μεταναστών μπορεί να είναι χαοτικό, αλλά είναι επίσης γεμάτο χαρακτήρα και ένταση. Διαμόρφωσε την κοσμοθεωρία μου περισσότερο από όσο φανταζόμουν όταν ήμουν νεότερος.

«Αν και δεν ασπάζομαι πλέον καμία θρησκεία, εκτιμώ τις στιγμές που πέρασα και πώς με διαμόρφωσαν ώστε να γίνω αυτό που είμαι τώρα», ομολογείς.

Τι εκτιμάς περισσότερο από εκείνα τα πρώτα χρόνια και σε τι (ή σε ποιον/ποια) πιστεύεις περισσότερο αυτήν τη στιγμή;

Η θρησκεία μού έδωσε πρώιμη δομή τόσο με καλούς όσο και με κακούς τρόπους...

Μου έδωσε ιστορίες για το σωστό και το λάθος, για τη μεταμόρφωση και για την πιθανότητα κάτι μεγαλύτερου από τον εαυτό σου.

Δεν ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη πίστη τώρα, αλλά μπορώ να εκτιμήσω πώς αυτές οι πρώτες εμπειρίες βοήθησαν στη διαμόρφωση της ηθικής μου πυξίδας.

Σήμερα, πιστεύω στους ανθρώπους που δείχνουν καλοσύνη και ειλικρίνεια. Πιστεύω στην επίδραση την οποία έχουμε ο ένας στον άλλον. Αυτό είναι πιο απτό από οτιδήποτε άλλο.

Το καλύτερο που αποκόμισα από τη θρησκεία και την εκκλησία ήταν να βλέπω τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τα προβλήματά τους με τη μουσική, σαν να έχυναν δηλητήριο από μέσα τους.

Ήταν κάτι έντονο και όμορφο και με δίδαξε πολλά.

«Ξεκίνησα να κυκλοφορώ τη δική μου μουσική το 2012 και δεν έχω σταματήσει από τότε. Παίζω ένα ευρύ φάσμα μουσικής, από φολκ μέχρι μπλουζ, r&b, gospel μέχρι ροκ, μέταλ και πολλά άλλα», συνεχίζεις.

Είναι, άρα, ο εκλεκτικισμός το (μουσικό) σου σπίτι;

Ναι, νομίζω ότι ο εκλεκτικισμός είναι το σπίτι μου. Ποτέ δεν ήθελα να ζω μέσα σε ένα συγκεκριμένο είδος.

Μεγαλώνοντας, μού άρεσε η μουσική: φολκ, μπλουζ, γκόσπελ, μέταλ, σόουλ.

Όλα αυτά κόλλησαν πάνω μου με διαφορετικούς τρόπους. Δεν τα προσεγγίζω ως στρατηγική. Απλώς έτσι λειτουργεί ο εγκέφαλος και η καρδιά μου. Η μουσική είναι ένα μεγάλο τοπίο και μου αρέσει να περπατάω μέσα σ’ αυτό.

Η φωνή σου ακούγεται σαν να αναδύεται από μια άλλη εποχή.

Πόσο εναρμονισμένος είσαι με τον σύγχρονο κόσμο -καλλιτεχνικό ή μη- και σε ποιον βαθμό αυτοπροσδιορίζεσαι ως μέρος μιας συγκεκριμένης γενεαλογίας καλλιτεχνών ή καλλιτεχνικών τάσεων;

Κάποιοι μου λένε ότι η φωνή μου μοιάζει σαν να προέρχεται από κάποια άλλη εποχή, και ίσως αυτό να ισχύει. Αλλά ζω πολύ στο παρόν.

Εμπνέομαι από παλιές παραδόσεις, αλλά η ζωή και η δουλειά μου διαμορφώνονται από τους δικούς μου αγώνες και τους αγώνες, τον θόρυβο και την ταχύτητα αυτού του κόσμου.

Δε θεωρώ τον εαυτό μου ως ανήκοντα σε μια αυστηρή γενεαλογία, αλλά νιώθω συνδεδεμένος με καλλιτέχνες οι οποίοι ηγούνται με συναίσθημα και ειλικρίνεια, ανεξάρτητα από την εποχή.

«Βαριέμαι εύκολα και μου αρέσει να αναμιγνύω τα πράγματα», παραδέχεσαι. Λειτουργεί πάντα αυτή η «ανάμιξη»; Τι συμβαίνει αν/όταν δε λειτουργεί;

Το να αναμιγνύω τα πράγματα με εμποδίζει να νιώθω παγιδευμένος δημιουργικά. Άλλοτε λειτουργεί όμορφα, άλλοτε όχι.

Όταν κάτι αποτυγχάνει, μαθαίνω από αυτό. Προτιμώ να δοκιμάσω και να αποτύχω, παρά να επαναλάβω τον εαυτό μου μέχρι να ξεχαστώ. Η στασιμότητα με τρομάζει πολύ περισσότερο από ένα λάθος βήμα.

«Πάντα ήμουν το αουτσάιντερ, αφού ποτέ δεν είχα την υποστήριξη μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας, μιας μεγάλης εταιρείας μάρκετινγκ ή μιας τεράστιας εταιρείας δημοσίων σχέσεων και μου αρέσει πραγματικά. Έχω μάθει πολλά με τον δύσκολο τρόπο όντας σε αυτήν τη ‘βιομηχανία της μουσικής’», σχολιάζεις.

Πού κυρίως έγκειται η αποστροφή σου προς τη μουσική βιομηχανία; Μήπως την έχεις επανεξετάσει, ενόσω περιστασιακά απολαμβάνεις κάποια σεμνή εμπορική επιτυχία και ευρύτερη αναγνωρισιμότητα;

Η βιομηχανία συχνά δίνει προτεραιότητα στις τάσεις έναντι της αλήθειας. Μπορεί να πιέσει τους καλλιτέχνες να λειάνουν τις αιχμές τους για να ταιριάζουν σε ένα καλούπι.

Ποτέ δεν το ήθελα αυτό. Το να τα κάνω όλα ανεξάρτητα με ανάγκασε να μάθω κάθε πτυχή της δουλειάς. Ήταν δύσκολο κατά καιρούς, αλλά με έκανε και ανθεκτικό.

Έχω απολαύσει μικρές στιγμές αναγνώρισης; Απολύτως. Αλλά η επιτυχία δε διαγράφει τον σκεπτικισμό μου. Αν μη τι άλλο, ενισχύει το πόσο σημαντικό είναι να προστατεύεις την ταυτότητά σου αντί να κυνηγάς ό,τι θέλει η μηχανή.

«Αν θέλετε να ακούσετε έναν καλλιτέχνη που είναι αυθεντικός, γνήσιος και πρωτότυπος, τότε έχετε έρθει στο σωστό μέρος», μας προσκαλείς.

Πώς ορίζεις την «αυθεντικότητα», έναν πολύ δυσφημισμένο όρο, στην απογοητευτικά ομογενοποιημένη εποχή μας;

Για μένα, αυθεντικότητα είναι όταν ο καλλιτέχνης και η τέχνη ευθυγραμμίζονται. Χωρίς τεχνάσματα, χωρίς να προσποιείσαι ότι είσαι κάτι που δεν είσαι. Σημαίνει να λες την αλήθεια για το ποιος είσαι, ακόμα και όταν είναι ακατάστατο ή ευάλωτο.

Σε έναν κόσμο ο οποίος προσπαθεί να ισοπεδώσει τα πάντα σε βαθμό ομοιομορφίας, το να είσαι αυθεντικός είναι σχεδόν μια επανάσταση. Οι άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν πότε κάτι είναι αληθινό. Δεν μπορείς να το προσποιηθείς.

Φέτος γίνεσαι 40. Πώς νιώθεις μεγαλώνοντας σε έναν τόσο ζοφερό και άθλιο κόσμο; Τι σε κρατάει σε εγρήγορση; Και τι μπορούμε να περιμένουμε να ζήσουμε στη συναυλία σου στην Αθήνα το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου;

Αισθάνομαι τον κόσμο βαρύ μερικές φορές. Δε θα το αρνηθώ αυτό.

Αλλά η δημιουργία μού δίνει σκοπό. Το ίδιο και η σύνδεση με ανθρώπους που βρίσκουν τον εαυτό τους στη μουσική μου.

Το να βλέπω πώς ένα τραγούδι μπορεί να συγκινήσει κάποιον ή να τον βοηθήσει να ξεπεράσει κάτι με κρατάει σε εγρήγορση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Όσο για το ότι γίνομαι 40 ετών, προσπαθώ να το δω ως προνόμιο, ως μια ευκαιρία να συνεχίσω να εξελίσσομαι.

Και για τη συναυλία στην Αθήνα... Περιμένετε ένταση, ευαλωτότητα και πολλή καρδιά και ψυχή. Είμαι ενθουσιασμένος που θα φέρω όλα όσα έχω ζήσει και όλα όσα γίνομαι σε αυτό το στάδιο.

Αν κάνω σωστά τη δουλειά μου, θα φύγουμε από εκεί νιώθοντας κάτι αληθινό.

Ευχαριστώ θερμά την Michelle Mavrides (Veritas Music Management) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

O Shawn James εμφανίζεται ζωντανά το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου στο Piraeus Club Academy (Πειραιώς 105, Αθήνα).




Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

Fantastic Negrito: «Όλα προέρχονται από τα μπλουζ»

 


Στιλιστικά αταξινόμητος, σεμνός και εξαιρετικά φιλοσοφημένος, ο Fantastic Negrito (κατά κόσμον Xavier Amin Dphrepaulezz) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς μπλουζ καλλιτέχνες της εποχής μας.

Λίγες μέρες πριν τη ζωντανή εμφάνισή του στο πλαίσιο των Φ Hill Sessions στην Αθήνα συζητάμε μαζί του.

Καλώς σε βρίσκω από την ασφυκτικά ζεστή Αθήνα των 35 βαθμών Κελσίου. Δεν ξέρω τι σου προκαλεί ένας τέτοιος καιρός.

Πρόσφατα ήμουν στην Ιαπωνία, όπου η θερμοκρασία ήταν αντίστοιχη. Στην Καλιφόρνια, ωστόσο, είναι καλοκαίρι, είμαι με τα παιδιά μου κι όλα είναι καλά.

Καλά πράγματα έχω ακούσει κι εγώ γι’ αυτόν τον τόπο.

Έχω, όμως, μια απορία: το όνομά σου, Xavier, είναι ευκολομνημόνευτο, το επίθετό σου (Dphrepaulezz), από την άλλη, δύσκολο ακόμα και να προφερθεί.

Το επίθετό μου ηχεί ελληνικό.

Από όλα τα πιθανά ψευδώνυμα που θα μπορούσες, λοιπόν, να επιλέξεις, κατέληξες στο «Fantastic Negrito». Γιατί;

Η απάντηση είναι πολύ εύκολη.

Ο λόγος για τον οποίο το διάλεξα είναι επειδή ανέκαθεν ήθελα να αποτίσω φόρο τιμής σε όλη τη μαύρη μουσική που υπήρξε πριν από μένα.

Οι μαύροι άνθρωποι στις Η.Π.Α. συνεισέφεραν σε τεράστιο βαθμό στη μουσική και στους στίχους, κι έτσι αποφάσισα πως αυτό θα είναι το όνομά μου για πάντα.

Περιεκτική και επί της ουσίας απάντηση.

Σε ποια φάση της ζωής μπήκε η μουσική και ιδίως τα μπλουζ στην καθημερινότητά σου;

Δε βλέπω τη μουσική όπως ο περισσότερος κόσμος, με βάση τα είδη: μπλουζ, σόουλ, φολκ. Για μένα, όλα είναι ένα. Όλα προέρχονται από τα μπλουζ. Τα μπλουζ ήταν στο αίμα μου από την αρχή.

Σε πολύ μεγάλη ηλικία, όταν ήμουν πια σαράντα πέντε χρονών, άρχισα να νιώθω περισσότερο αυτήν τη μουσική.

Όταν, επομένως, τη βιώνεις ως πνευματική εμπειρία, κατόπιν την κατανοείς καλύτερα κι έτσι τείνεις περισσότερο να δημιουργείς κάτι παρόμοιο.

Η μουσική σου, εκτός από βαθιά, είναι και πολύ πλούσια σε αναφορές, αλλά όχι με ένα ακαδημαϊκό τρόπο.

Πιο πολύ, αποπνέει την αίσθηση της βιωμένης εμπειρίας. Υπάρχουν σ’ αυτήν στοιχεία μπλουζ, σόουλ, φανκ, αλλά οργανικά συναρμοσμένα, γεγονός το οποίο με ανταμείβει ως ακροατή.

Εκτιμώ πολύ αυτό που λες. Είναι πολύ συναρπαστικό να μην έχεις όρια, νομίζω.

Εσύ έχεις κάποια όρια όταν συνθέτεις ή παίζεις μουσική ζωντανά; Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες αισθάνεσαι ότι έχεις περιορισμούς ως συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής;

Όταν ξεκίνησα, ήμουν περιορισμένος επειδή, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι νεότερων ηλικιών, ήθελα να γίνω διάσημος, ροκ σταρ, να έχω ένα μεγάλο σπίτι, να παντρευτώ ένα μοντέλο. Όλες αυτές τις ανόητες φιλοδοξίες, ξέρεις.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι τα πάντα μπορούν να εμπορευματοποιηθούν, κι αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο πρέπει να παρακάμψεις πνευματικά και οικονομικά.

Ως σαραντάρης, δε νοιαζόμουν πλέον γι’ αυτό το ζήτημα.

Πώς, λοιπόν, κατάφερες να ξεπεράσεις όλα αυτά τα πλασματικά πρότυπα και τις ανόητες φιλοδοξίες; Απαιτεί κάποιο χρόνο, έτσι δεν είναι;

Πρέπει να ξέρεις ποιος είσαι, ποιος είναι ο σκοπός σου. Όταν το μάθεις, τότε ο δρόμος είναι εύκολος.

Όταν, όμως είσαι νεότερος και δεν έχεις τη δύναμη ή τη σοφία, εξακολουθείς ακόμα να μην κατανοείς ποιος είσαι.

Αν δε γνωρίζεις τον εαυτό σου, μπορεί να σνιφάρεις κοκαΐνη από τον κώλο μιας πόρνης. Αν, πάλι, τον γνωρίζεις, θα περιβάλλεσαι από καλούς ανθρώπους, από μια ομάδα. Χωρίς ομάδα, δεν υπάρχει και όνειρο.

Το συλλογικό πνεύμα είναι πολύ σημαντικό, καθώς ζούμε σε πολύ ατομικιστική εποχή.

Απορρίπτω τον ατομικισμό.

Η μουσική -κι όχι μόνο αυτή- χρειάζεται να είναι συλλογική εμπειρία ή να βιώνεται ως τέτοια.

Απολύτως!

Αυτό την κάνει πιο δυνατή και με μεγαλύτερο αντίκτυπο.

Ακόμα και το άτομο χρειάζεται την ομάδα για να αντιληφθεί ποιος είναι ο κοινός τους στόχος, ποια είναι τα καλά πράγματα τα οποία μπορούμε να κάνουμε.

Στην τελική, αυτό είναι το πιο σημαντικό: ποια είναι τα καλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε όσο είμαστε ζωντανοί. Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι καλό, λοιπόν! Μ’ αρέσει αυτή η φιλοσοφική στάση.

«Μόνο όσοι ονειρεύονται επιβιώνουν», τραγουδάς καπου στο τελευταίο σου άλμπουμ, Son of a broken man.

Είναι ένας από τους καλύτερους στίχους μου.

Ονειρεύεσαι πολύ - στον ξύπνιο σου, εννοώ;

Και τώρα που μιλάμε ονειρεύομαι! Το να ονειρευόμαστε καθορίζει το πόσο δημιουργικοί, παραγωγικοί, αγαπησιάρηδες, συμπονετικοί και ευρηματικοί μπορούμε να είμαστε. Το πλησιέστερο στον Θεό είναι η δημιουργικότητα.

Αυτό θέλουν να δουν όσοι άνθρωποι επισκέπτονται την Ελλάδα: τι δημιουργήθηκε εκεί μερικές χιλιάδες χρόνια πριν.

Αν και λίγοι όντως αντιλαμβάνονται τι πραγματικά δημιουργήθηκε. Οι περισσότεροι έχουν μια επιφανειακή σχέση ή επίγνωση του τι έχει συμβεί, κι αυτό αφορά τόσο σε άτομα ελληνικής υπηκοότητας όσο και στους υπόλοιπους.

Νομίζεις ότι σου «ανήκει» ένας πολιτισμός, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχεις ιδέα γι’ αυτόν.

Μετράει η πρόθεση, νομίζω. Αυτή υπερισχύει των πάντων. Όταν αγκαλιάζουμε την πνευματική διάσταση του κάθε πράγματος, εγειρόμαστε. Όταν αγκαλιάζουμε τον επιφανειακό υλισμό, πεθαίνουμε ή διαπράττουμε γενοκτονίες.

Κοίτα πώς στις Η.Π.Α. συλλαμβάνονται άνθρωποι στον δρόμο.

Όχι μόνο στις Η.Π.Α., αλλά και στην Παλαιστίνη και αλλού, τα πράγματα πήγαιναν και πάνε κατά διαόλου.

Αυτό συνέβαινε πάντα.

Γιατί υπήρξε ο πατέρας σου ένας «τσακισμένος άνθρωπος»;

Όταν γεννήθηκα, ο πατέρας μου ήταν εξήντα τριών χρονών και η μητέρα μου τριάντα.

Πρώτα από όλα, ήταν τσακισμένος από το σύστημα στις Η.Π.Α., το σύστημα του θεσμοθετημένου ρατσισμού, ιδίως εκείνη την εποχή.

Γεννήθηκε το 1905, ήταν γενναίος και έξυπνος. Κι αυτό είναι καλό. Σε μια τέτοια περίοδο, όμως, σου προκαλεί μπελάδες. Γι’ αυτό και ήταν βασανισμένος.

Από την άλλη, ο πατέρας μου με απέρριψε. Οπότε, είχα δύο επιλογές: ή θα γινόμουν σπουδαίος ή θα αισθανόμουν καλύτερα. Επέλεξα να μοιραστώ την ιστορία μου, κι ίσως αυτό βοηθήσει άλλους ανθρώπους.

Συνέθετες το τελευταίο σου άλμπουμ για πολύ καιρό, υποθέτω.

Ακόμα κι αν υπήρξε κακός, ο πατέρας μου ήταν κι ένας ήρωας για εμάς, άρα απαιτείτο προσοχή στον τρόπο με τον οποίο θα αναφερόμουν σ’ εκείνον.

Έχεις συμφιλιωθεί μαζί του με την πάροδο του χρόνου;

Με εγκατέλειψε σε ίδρυμα όταν ήμουν δώδεκα χρονών.

Από την άλλη, πρέπει να καταλαβαίνεις τι περνούν οι άλλοι άνθρωποι. Αν μπορείς να καταλάβεις γιατί οι άλλοι άνθρωποι πονούν, η ζωή σου γίνεται καλύτερη.

Εσύ, τουλάχιστον, εξελίχθηκες σε άνθρωπο και καλλιτέχνη δημιουργικό και με ενσυναίσθηση, ικανό να μοιραστεί όμορφες εμπειρίες ζωής. Οπότε, ό,τι κι αν σου έχει συμβεί στο παρελθόν, φαίνεται να το έχεις ξεπεράσει.

Προσπαθώ σκληρά κάθε μέρα, Γιάννη. Και αποτυχαίνω, επίσης.

Αναμένω, επομένως, με πολλή ανυπομονησία την καλλιτεχνική σου προσπάθεια την Τρίτη 22 Ιουλίου στο Θέατρο Δόρας Στράτου στην Αθήνα.

Ανυπομονώ κι εγώ. Θα φέρουμε όλα όσα έχουμε!

Ευχαριστώ θερμά τον Gabriel Turek (Storefront Records) για την πολύτιμη συνδρομή του στην υλοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

O Fantastic Negrito εμφανίζεται ζωντανά την Τρίτη 22 Ιουλίου στο Θέατρο Δόρας Στράτου στο πλαίσιο των Φ Hill Sessions.



Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

Ηλίας Ζάικος: «Δεν έπαψα ποτέ να νιώθω μαθητής»

 

Ηλίας Ζάικος (Φωτογραφία: Ηλίας Μωραΐτης)

40 χρόνια πριν, οι Blues Wire (τότε Blues Gang) ηχογράφησαν τον πρώτο μπλουζ δίσκο από Έλληνες μουσικούς. Στις μέρες μας, συνεχίζουν αδιάλειπτα να δίνουν συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό, κερδίζοντας αναγνώριση κι αποδοχή.

Ενόψει του λάιβ τους στο Κύτταρο στις 4 Οκτωβρίου, συνομιλούμε με τον κορυφαίο Έλληνα μπλουζίστα Ηλία Ζάικο - ιδρυτικό μέλος, κιθαρίστα και τραγουδιστή του συγκροτήματος.

«The music you listen to becomes the soundtrack of your life», ακούγεται πριν από το Keep blues alive. Στην περίπτωσή σου, τα μπλουζ είναι πολύ παραπάνω από το «σάουντρακ της ζωής σου», είναι -νιώθω- μια σχέση και στάση ζωής.

Είναι φράση που είπε ο Mike Bloomfield και ακούγεται με τη δική του φωνή. Με είχε εντυπωσιάσει από την πρώτη στιγμή.

Τη θεώρησα και ιδιαίτερα ουσιαστική αλλά και απόλυτα εναρμονισμένη με το πνεύμα του μπλουζ, όπου συχνά ο λόγος εκφέρεται με απλότητα, ευθύτητα και μέσω παρομοιώσεων και παραβολών.

Σμίλεψαν οι συναυλίες αυτή τη σχέση/στάση ζωής; Χωρίς τα μπλουζ, θα ήσουν ένας άλλος Ηλίας Ζάικος;

Χωρίς τα μπλουζ δεν μπορώ να πιθανολογήσω ποιος ή τι θα ήμουν. Εκείνο που σίγουρα γνωρίζω είναι ότι η μουσική και οι συναυλίες μου χάρισαν τη ζωή όπως την ξέρω - τουλάχιστον ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι αυτής.

Λέγεται πως η προτίμηση στα μπλουζ και την τζαζ αποκαλύπτει ένα αμερικανόφιλο πολιτισμικό υπόβαθρο. Συμμερίζεσαι -ή έστω κατανοείς- αυτή την εκτίμηση; Και αν ναι, σε αφορά σε κάποιον βαθμό;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση, ευχαριστώ.

Από μόνη της μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διατριβής βέβαια. Συνοπτικά, να σημειώσω ότι οι αρετές του αμερικάνικου πολιτισμού έχουν μια γοητεία παρόμοια με κείνη που αποδίδεται στα νιάτα.

Μέχρι και στις μέρες μας που απέκτησε ένα κάποιο βάθος προϊδεάζει για περιπέτειες και εξερευνήσεις, απέραντες εκτάσεις, «the land of the brave and free», ένας πληθωρικός κόσμος που περιμένει να τον γευτείς.

Νομίζω πως φυσιολογικά οι νέοι άνθρωποι/καλλιτέχνες μαγεύονται από αυτόν ακόμη και με τα στάνταρ του σήμερα και τη θηριώδη ανθρωποφαγία και σκληρότητα της show business. Τα όνειρα πάντα νικάν ανεξάρτητα από το ύψος του αντιτίμου.

Οπότε ναι, το κατανοώ, δεν το συμμερίζομαι όμως, παραμένω φίλος της τέχνης και των λαών από όπου κι αν προέρχονται.

Σέβομαι κι εκτιμώ την ανάγκη της έκφρασης ανεξάρτητα από χρώματα και κουλτούρες. Έχω τις προτιμήσεις μου ασφαλώς, όπως ο καθένας, αλλά μέχρι εκεί. Ίσως γιατί πάντα είχα αγάπες, θαυμασμό και αναφορές, ποτέ όμως είδωλα.

Υπήρξες αυτοδίδακτος στην κιθάρα, γεγονός αρκετά συνηθισμένο σε μουσικούς παλαιότερων γενεών στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως είδους και οργάνου. Από επιλογή ή ανάγκη; Τι κέρδισες και τι έχασες με το να μη λάβεις «ακαδημαϊκή» εκπαίδευση;

Πρωτόπιασα κιθάρα στα 20 μου παρασυρμένος από ένα ιδίωμα με κατακλυσμιαία δυναμική και εν πολλοίς άναρχο και ασυμβίβαστο χαρακτήρα.

Οι συνθήκες νομίζω έκαναν μονόδρομο το να γίνω αυτοδίδακτος. Ποιος να διδάξει κάτι τέτοιο, ειδικά εκείνα τα χρόνια; Τίποτε δεν τα έχει όλα. Σε κάθε περίπτωση, κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις.

Ο «ακαδημαϊσμός» στην τέχνη μπορεί να είναι πολύτιμος, αλλά και καταστροφικός. Χρειάζονται βάθος γνώσεων, ευθυκρισία, ευρύτητα πνεύματος και όλα αυτά να συνδυάζονται με δυνατούς χαρακτήρες και γερά στομάχια.

Κοντολογίς, πράγματα που δε συναντάς συχνά σε νέα παιδιά. Μάλλον καλώς, θα προσθέσω.

Συνεχίζοντας με ένα «τεχνικό» ιντερλούδιο, θα ήθελες να αναφερθείς λίγο περισσότερο στην τεχνική την οποία ανέπτυξες στην κιθάρα και τις επιρροές σου;

Πάντα έπαιζα όπως με βόλευε, είμαι λίγο τεμπέλης σε αυτόν τον τομέα. Ποτέ δε μελέτησα με την τυπική έννοια του όρου, εκείνο που με ενδιέφερε ήταν όσα παίζω να μην ακούγονται παράταιρα με όσα μου μετέφεραν τα αυτιά μου και το μυαλό μου.

Ένα καθοριστικό σημείο ήταν όταν για πρώτη φορά είδα σε ένα βίντεο τον Muddy Waters και τον Johnny Winter να παίζουν.

Φορούσαν ένα περίεργο πράγμα στον αντίχειρα του δεξιού τους χεριού με το οποίο συνδύαζαν τις τεχνικές πένας και δακτύλων. Αργότερα ανακάλυψα πως λέγεται «thumbpick» και έκτοτε συνέχισα έτσι.

Οι επιρροές μου, εκτός από τα γνωστά μεγάλα ονόματα),είναι κάθε τι που έχει το χρώμα του μπλουζ στον ήχο του, αλλά και όλα όσα υποπίπτουν στην αντίληψή μου και διακρίνω σε αυτά αυθεντικότητα και ειλικρίνεια.

«This is the very first blues album in Greek discography. We didn’t know that at the time but then again we didn’t know much about anything. Sounds simple but real authentic».

Αυτά διαβάζω στις σημειώσεις του ντεμπούτου των Blues Wire (τότε Blues Gang), Digit. Αν και δεν είσαι μουσικολόγος ή κοινωνιολόγος, δεν έχουν τα μπλουζ σχέση με το ρεμπέτικο;

Αυτή είναι μια συζήτηση που ανατροφοδοτείται κατά διαστήματα. Η άποψή μου είναι απλή, όπως και η μουσική που ηχογραφήσαμε:

Η σχέση υπάρχει και το μπλουζ μοιράζεται κοινά στοιχεία με κάθε δημοτική ή λαϊκή μουσική ανά την υφήλιο. Eκεί βρίσκoυν καταφύγιο η θυμοσοφία και οι κατά τόπους παραδόσεις και συνήθειες.

Όσον αφορά την αυθεντικότητα, εντοπίζεται στην απλότητα;

Θαρρώ ότι το ζήτημα της αυθεντικότητας δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στην απλότητα.

Ωστόσο κάτι σύνηθες, αν δούμε για παράδειγμα στυλ και ιδιώματα από την Κούβα, την Ασία και την Λατινική Αμερική, είναι ότι κάθε άλλο παρά απλά μοιάζουν, τουλάχιστον για τους Δυτικούς.




«Είμαι “δέσμιος” της φόρμας και της σταθερής επανάληψης που αποτελούν αρχέγονες αξίες των blues», γράφεις στις σημειώσεις του Blue Black Blues. Μιλώντας πάντα για μπλουζ, είναι ο φορμαλισμός ως αξία απελευθερωτικός;

Θα έλεγα πως είναι υποβοηθητικός, παρέχει μιαν ασφάλεια που όλοι έχουμε ανάγκη κάποιες φορές, είναι η εστία, η θαλπωρή και σιγουριά της κοιτίδας,

Ένας μουσικός που σέβεται τον εαυτό του δεν μπορεί να παραβλέπει κάτι τέτοιο, όπως και δεν μπορεί να γαντζώνεται σε νόρμες και τυπικότητες. Οφείλει να εξερευνήσει το άγνωστο, να ρισκάρει, να αναμετρηθεί με τον ίδιο και τα όρια της τέχνης του.

Έχετε, ανά τα χρόνια, συνεργαστεί με την «αφρόκρεμα» της παγκόσμιας μπλουζ σκηνής. Με ποιους από αυτούς τους μουσικούς/τραγουδιστές αισθάνθηκες πιο οικεία και σε ανθρώπινο επίπεδο και γιατί;

Δε θέλω να υπεκφύγω, αλλά αυτό συνέβη με τους περισσότερους, όχι για τους ίδιους λόγους αλλά η οικειότητα ήταν εκεί.

Άλλοι μας αγκάλιασαν πιο πολύ σε μουσικό επίπεδο, κάποιοι στην παρέα, μερικοί σε ξενύχτια, ταξίδια και συζητήσεις.

Θέλω να τονίσω, πάντως, το μοναδικό συναίσθημα που σου μεταδίδεται από τέτοιους ανθρώπους.

Σκεφτείτε ότι κάποιοι εξ αυτών είναι μεγαθήρια, πως εσύ, ο «τελευταίος κρίκος», ανήκεις στον ίδιο κόσμο με αυτούς, μέλος του οργανισμού που γέννησε εκείνους, δώρο μοναδικό και πολύτιμο.

Θεωρείσαι ο σημαντικότερος Έλληνας μπλουζίστας, έχοντας κατακτήσει την αναγνώριση και την εκτίμηση κοινού και κριτικών σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Εκτός από το να παρέχει ηθική και ψυχική ικανοποίηση, αποτελεί η αναγνώριση και ευθύνη έναντι του εαυτού σου, της μουσικής σου και των ποικίλων κοινών; Μετουσιώνεται η αίσθηση ευθύνης σε περαιτέρω εμβάθυνση στη δημιουργία;

Ευχαριστώ για τα τιμητικά σχόλια, όμως δεν έπαψα ποτέ να νιώθω μαθητής - κι αυτό είναι για πάντα. Μόνο αν έχεις καβαλήσει το καλάμι μπορείς να δεις τον εαυτό σου ως κάποιον σπουδαίο. Αυτά είναι αυταπάτες και βαυκαλισμοί.

Η ευθύνη ξεκινάει πρώτα και κύρια από το πώς αντιμετωπίζεις την τέχνη σου.

Το κοινό ποτέ δεν το απαξιώσαμε ή το παραγνωρίσαμε. Αρχίζεις μια πορεία για προσωπική σου ανάγκη, στον δρόμο όμως φλέγεσαι να μοιραστείς τον έρωτά σου. Αυτό χρειάζεται δύο.

Υποχρεούσαι να τιμάς εκείνους που βρίσκονται κοντά σου κάποιο δημιουργικό βράδυ, κι αν είναι και οργασμικό ακόμη καλύτερα.

Πάντα είχα την αίσθηση πως πάνω και, πέρα απ’ όλα, συμβάλλω με κάποιον τρόπο στη διάδοση αυτής της μουσικής, αλήθεια ή όχι. Είναι βάλσαμο για μένα τούτη η σκέψη.

Όταν ξεκινούσατε τη σταδιοδρομία σας πριν από 40 (και κάτι) χρόνια, υπήρξατε πρωτοπόροι στο πεδίο των μπλουζ εγχωρίως.

Πώς θα περιέγραφες τη σύγχρονη μπλουζ σκηνή στην Ελλάδα σε επίπεδο μουσικής πρωτοτυπίας και τεχνικής αρτιότητας; Έχει ωριμάσει το κοινό στις μέρες μας;

Στη χώρα σήμερα έχουμε πληθώρα μουσικών που ασχολούνται με το μπλουζ. Αρκετοί είναι καταπληκτικοί παίκτες, σε επίπεδο πρωτοτυπίας όμως δεν ξέρω και πολλά σχήματα να διακρίνονται.

Από την άλλη, είναι οξύμωρο ίσως να αναζητάς πρωτοτυπία σε κάτι τόσο κλασικό και με στενά όρια - τουλάχιστον στις αρχικές του φόρμες.

Φαντάζομαι ότι όλα εξηγούνται λίγο ή πολύ με την επέλαση της τεχνολογίας.

Τα πάντα πλέον είναι άμεσα προσβάσιμα, η νοοτροπία του «γρήγορα και εύκολα» συναντάται και στις τέχνες, συμπιέζει τις προσωπικότητες, αυξάνει τα αδιέξοδα, ψαλιδίζει την ελπίδα.

Το κοινό σαφώς έχει διαφορετικό επίπεδο, όχι κατ’ ανάγκη πιο ώριμο, όμως.

Γνωρίζει πλέον πολύ περισσότερα σε σχέση με το παρελθόν και μια αρχική αξιολόγηση την κάνει ευκολότερα και ακριβέστερα.

Αν, ωστόσο, εξαιρέσεις έναν συμπαγή κορμό αληθινών μουσικόφιλων -που μας στήριξαν για δεκαετίες και είμαστε ευγνώμονες- η αλήθεια παραμένει πως η Ελλάδα στη βάση της είναι ένα απέραντο σκυλάδικο σε αισθητική και νοοτροπία.

Αυτό αντικατοπτρίζεται σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας.

Αν η σεμνότητά σου το επιτρέπει, πώς αξιολογείς τη συμβολή των Blues Wire;

Οι Blues Wire για αρκετά χρόνια βοήθησαν στο να γίνει το μπλουζ πιο γνωστό στη χώρα. Ναι, το πιστεύω αυτό και είμαστε περήφανοι.

Νίκη Γκουρζ, Σωτήρης Ζήσης, Ηλίας Ζάικος: Για «επιδόρπιο», θα ήθελα να μου μιλήσεις για τα υπόλοιπα μέλη της «οικογένειας» των Blues Wire.

Για τον Σωτήρη ό,τι και να πω δεν είναι αρκετό. Φίλος, αδελφός, συνοδοιπόρος από την πρώτη μέρα. Θα μεταφέρω μόνο κάτι που είχα πει παλιότερα και το πιστεύω σε απόλυτο βαθμό: αν δεν υπήρχε ο Σωτήρης, δε θα υπήρχε το γκρουπ.

Η Νίκη είναι διαφορετική περίπτωση.

Μεγάλωσε ακούγοντάς μας και είναι αληθινά συγκινητικό να την έχουμε δίπλα μας ως ισότιμο μέλος, κάτι που το κέρδισε με το σπαθί της, που λένε. Είναι πλέον η μακροβιότερη ντράμερ στην ιστορία μας, κι αυτό από μόνο του φανερώνει πολλά.

Eυχαριστώ θερμά τον Ηλία Ζάικο για την ευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών του ίδιου και του συγκροτήματος που συνοδεύουν το κείμενο.

Oι Blues Wire, με special guest τον Νίκο Ντουνούση, εμφανίζονται λάιβ στο Κύτταρο την Παρασκευή 4 Οκτωβρίου.



Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Tζάκι Κέι: «Υπάρχει ποίηση στη μουσική, και μουσική στην ποίηση»

 

Τζάκι Κέι (Φωτογραφία: Denise Else)

Γεννημένη από Σκωτσέζα μητέρα και Νιγηριανό πατέρα, υιοθετημένη από ζευγάρι λευκών Βρετανών μεσοαστών, φεμινίστρια και λεσβία, η Τζάκι Κέι είναι από τις σημαντικότερες σύγχρονες Βρετανίδες ποιήτριες και συγγραφείς.

Κουβεντιάζοντας μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά της αυτοβιογραφικής ποιητικής συλλογής της, Χαρτιά υιοθεσίας.

Ήταν η συγγραφή του αφηγηματικού ποιήματός σας, Χαρτιά υιοθεσίας, μια απόπειρα να συμφιλιωθείτε με την καταγωγή σας, να αντιδράσετε στο πατριαρχικό, ρατσιστικό, Καθολικό σκωτσέζικο περιβάλλον όπου γεννηθήκατε;

Ή και να βρείτε τη φωνή σας ως ποιήτρια και άνθρωπος;

Αρχικά έγραψα δύο ποιήματα (Mother Poem 1, Mother Poem 2 - καθόλου ευφάνταστοι τίτλοι!), τα απήγγειλα σε μια εκδήλωση με διεθνείς συμμετοχές από διάφορες χώρες και εισέπραξα πρωτόγνωρες αντιδράσεις.

Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι, όσον αφορά στη μητρότητα, υπήρχε ένα τεράστιο ενδιαφέρον για το ζήτημα της φύσης έναντι της ανατροφής κι έτσι αποφάσισα να γράψω μια σειρά ποιημάτων, η οποία περιλήφθηκε στα Χαρτιά υιοθεσίας.

Το βιβλίο συντίθεται από τρεις διαφορετικές φωνές - της βιολογικής μητέρας μου, της θετής και τη δική μου. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, η δική μου φωνή ήταν η πιο δύσκολη στην άρθρωσή της.

Γιατί υπήρξε πιο εύκολο ακόμα και να φανταστείτε τις άλλες φωνές, ενώ ήταν πιο δύσκολο να ανακαλύψετε τη δική σας;

Επειδή η δική μου ήταν υπερβολικά κοντά στην πραγματικότητα, νομίζω.

Κατά την περίοδο της συγγραφής δεν είχα ακόμα συναντήσει τη βιολογική μου μητέρα, οπότε την φανταζόμουν. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο, η φωνή της ηχούσε αιθέρια και παιχνιδιάρικη.

Η φωνή της θετής μητέρας μου, από την άλλη, ήταν πολύ γήινη και γειωμένη.

Η φωνή μου έπρεπε να μεταφέρει την ιστορία και τα γεγονότα, κι αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο τότε.

Είχατε επιχειρήσει να γράψετε ποίηση και πριν τη συγγραφή και κυκλοφορία των Χαρτιών υιοθεσίας;

Είχα γράψει, και ποιήματά μου είχαν περιληφθεί σε πολλές ανθολογίες και περιοδικά ποίησης.

Αυτή, ωστόσο, ήταν η πρώτη ατομική μου ποιητική συλλογή. Ήμουν εικοσιεννιά χρονών όταν εκδόθηκε. Μοιάζει πια να έχει περάσει πολύς καιρός από τότε.

Παραμένει, πάντως, αρκετά «φρέσκια», γιατί τα ζητήματα που θίγει είναι εύστοχα και τίθενται και στις μέρες μας..

Ζητήματα όπως της ταυτότητας, της φυλής, του ανήκειν, του τι αποκαλείς «σπίτι», ποια είναι η χώρα σου, ποιοι είναι οι γονείς σου, ποια είναι η πραγματική σου μητέρα, αυτή που σε γέννησε ή εκείνη που σε ανέθρεψε;

Έχετε πλέον καταλήξει σε ένα συμπέρασμα ως προς το τελευταίο μετά από τόσα χρόνια - ή μήπως δεν είναι μόνο ένα;

Για μένα η αληθινή μου μαμά είναι εκείνη που με μεγάλωσε. Ήταν σαν την αδερφή ψυχή μου. Ένιωθα πολύ κοντά της.

Έναν περίπου χρόνο πριν πεθάνει, την είχα επισκεφτεί στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Καθώς έφευγα από το δωμάτιο, μου φώναξε: «Έλα πίσω! Ξέρεις από πού προέρχεσαι; Από τη μήτρα μου» (Γέλιο). Ήταν πολύ συγκινητικό.

Το είπα αργότερα στον πατέρα μου, και περίμενα πως θα γελάσει. Αντιθέτως, κούνησε το κεφάλι του, και με κάθε σοβαρότητα σχολίασε: «Έχει απόλυτο δίκιο!»

Ήταν σαν να είχαμε συμπληρώσει έναν κύκλο επινόησης που είχε να κάνει με την αγάπη. Η αγάπη σε συνδέει με την αίσθηση του ανήκειν και διαμορφώνει την ταυτότητά σου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Τι θυμάστε με μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τα παιδικά σας χρόνια;

Να πηγαίνω διακοπές με την μαμά, τον μπαμπά και τον αδερφό μου σε όλη τη Σκωτία. Το θυμάμαι γιατί οι γονείς μου ήταν εξαιρετικά αφοσιωμένοι πολιτικά άνθρωποι και διατηρούσαν ένα ημερολόγιο με εκδηλώσεις σε ετήσια βάση.

Ήταν και οι δύο μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας, έτσι δεν είναι;

Ναι. Συχνά διοργάνωναν πάρτι στο σπίτι για τη συγκέντρωση χρημάτων για διάφορους κοινωνικούς σκοπούς. Έρχονταν άνθρωποι, τραγουδούσαν. Αισθανόμουν πραγματικά ευτυχισμένη!

Όλοι οι ομοϊδεάτες τους ήταν σαν κομμάτι μιας μεγάλης διευρυμένης οικογένειας.

Μου άρεσε, επίσης, το τρέξιμο, και ήμουν πολύ καλή αθλήτρια. Όταν έπαθα ένα ατύχημα με μηχανή και δεν μπορούσα να περπατήσω επί ενάμιση χρόνο, στράφηκα στο γράψιμο.

Φοίτησα, εξάλλου, στο Βασιλικό Ωδείο της Σκωτίας, κι εκεί καλλιέργησα την αγάπη μου για την ανθρώπινη φωνή.

Από πού πηγάζει η αγάπη σας για την τζαζ;

Προέκυψε πολύ νωρίς. Ο μπαμπάς μου ήταν μεγάλος λάτρης της τζαζ και των μπλουζ. Μου αγόρασε τον πρώτο μου δίσκο, το Any womans blues της Bessie Smith, όταν ήμουν δώδεκα χρονών.

Στα δεκατέσσερα, η μαμά μου μάς πήγε με μια φίλη μου για τα γενέθλιά μου σε μια συναυλία της Ella Fitzgerald και του Count Basie στη Γλασκώβη.

Σας ζηλεύω γι’ αυτό!

(Γέλιο). Ήταν φανταστικά! Μεγάλωσα ακούγοντας Dinah Washington, Carmen Mercedes McRae, Sarah Vaughn, Ella Fitzgerald, Bessie Smith, W.C. Handy, καθώς και σκωτσέζικη παραδοσιακή μουσική.

Κι αυτή η αγάπη διοχετεύθηκε στη -ή συνδυάστηκε με τη- συγγραφή και είναι σίγουρα εμφανής στον τρόπο δόμησης των Χαρτιών υιοθεσίας. Πώς, κατά τη γνώμη σας, συνυφαίνονται η τζαζ και η ποίησή σας;

Καλή ερώτηση.

Αντλώ την έμπνευσή μου από τη μουσική και την ποίηση εξίσου. Υπάρχει ποίηση στη μουσική, και μουσική στην ποίηση.

Οι δύο φόρμες είναι πολύ ευθυγραμμισμένες υπό την έννοια ότι δεν είναι αναγκαίο να καταλαβαίνεις κάθε στίχο ενός ποιήματος ώστε να το εκτιμήσεις. Το ίδιο ισχύει και με τη μουσική. Δε χρειάζεται να καταλάβεις μια σύνθεση για να γοητευθείς από αυτή.

Δεν είναι απαραίτητο να μας απασχολεί τόσο πολύ το νόημα, είναι από τα τελευταία πράγματα που προκύπτουν. Προέχουν η επανάληψη, ο ρυθμός, οι στίχοι, το να «χαθείς» σε ένα ποίημα ή μια μουσική σύνθεση και να βρεις παρηγοριά σ’ αυτά.

Δομικά, μου αρέσει η έννοια του ρεφρέν και η ελευθερία να αυτοσχεδιάζω. Το πιο σημαντικό σε σχέση με τα Χαρτιά υιοθεσίας ήταν πως τα ένιωθα αληθινά και αυθεντικά. Διαβάζοντάς τα είναι σαν να ακούς μια μουσική σύνθεση.

Υπήρξαν, πάντως, και δύσκολες στιγμές και περίοδοι κατά την παιδική και εφηβική σας ηλικία.

Σίγουρα.

Αν μεγαλώνεις ως μέλος μιας μειονότητας σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, αυτό ενέχει προκλήσεις - είτε πρόκειται για σωματική βία, διακρίσεις, ύβρεις, χλευασμό ή απλά ταπείνωση.

Ως παιδιά, θέλουμε να είμαστε όμοια και χρειάζεται να περάσεις πολλά για να «αγκαλιάσεις» τη διαφορετικότητά σου και τη δύναμη που κρύβει μέσα της.

Οπότε ναι, πέρασα πολλές δύσκολες στιγμές όταν ήμουν παιδί, κι αυτές άφησαν το στίγμα τους, αλλά βρήκα τρόπους να τις υπερβώ. Το γράψιμο, η είσοδος στη φαντασία μου, ήταν ένας από αυτούς.

Υπήρξαν και άνθρωποι που λειτούργησαν υποστηρικτικά πέραν του οικογενειακού περιβάλλοντος; Δάσκαλοι, καθηγήτριες, φίλοι, ερωμένες;

Είχα πολλούς φίλους και φίλες, πήγαινα σε πάρτι, στο σινεμά, στο θέατρο. Ως επί το πλείστον, η παιδική μου ηλικία ήταν ευτυχισμένη. Το να υπερτιμήσω τα αρνητικά συμβάντα ισοδυναμεί με το να τα διαστρεβλώσω.

Πόσων χρονών ήσαστε όταν γνωρίσατε τη βιολογική σας μητέρα;

Της τηλεφώνησα για πρώτη φορά στα εικοσιέξι μου όταν γέννησα τον γιο μου. Συναντηθήκαμε όταν ήμουν εικοσιεννιά, δε συμφωνούσε νωρίτερα.

Αισθανόταν ενοχή ή αμηχανία;

Είναι πολύ δύσκολο το να δίνεις ένα παιδί για υιοθεσία. Δεν ξέρεις αν θα βιώσει απόρριψη ή θυμό. Εξεπλάγη που δεν ένιωθα έτσι. Το ότι με έδωσε για υιοθεσία άλλαξε την πορεία της ζωής της. Ήταν μια πολύ δύσκολη εμπειρία που δεν ξεπέρασε ποτέ.

Εσείς, αισθανθήκατε αμηχανία όταν την συναντήσατε για πρώτη φορά; Ή υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσατε να εξωτερικεύσετε εκείνη τη στιγμή;

Ήταν σαν επισκεπτήριο σε φυλακή, κατά το οποίο έχεις μόνο μία ώρα στη διάθεσή σου. Δεν μπορούν να χωρέσουν όλα όσα θα ήθελες να κουβεντιάσεις μέσα σ’ αυτή.

Είχαμε, λοιπόν, αυτή την ώρα. Δε θυμόταν -ή δεν ήθελε να θυμάται- το παρελθόν και να μιλήσει γι’ αυτό.

Πάντως, ανακάλυψα λίγα περισσότερα για εκείνη. Στην τελική, δε βρίσκεις απαντήσεις στια ερωτήματά σου, μόνο όλο και περισσότερα ερωτήματα.

Καλλιεργήσατε, τουλάχιστον, κάποια αμοιβαία κατανόηση ή αναγνώριση τού τι σας συνέδεε; Φαντάζομαι πως θα έχει πεθάνει πλέον.

Όλοι έχουν πεθάνει πια.

Είναι παρόντες στο βιβλίο σας, όμως. Και στη μνήμη σας.

Είναι πολύ όμορφο κι ευγενικό αυτό που λες. Το ότι κρατούσε την ύπαρξή μου μυστική για τόσο καιρό απέπνεε κάτι παράνομο.

Η κατάσταση περιεπλάκη περαιτέρω λόγω του γεγονότος πως υπέφερε από άνοια, οπότε απώλεσε την ικανότητά της να επικοινωνεί και να αρθρώνει λόγο. Ίσως υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στην άνοια και τη μυστικοπάθεια.

Επιστρέφοντας στο λογοτεχνικό/ποιητικό πεδίο, δυσκολευτήκατε να κατακτήσετε τη θέση σας ως έγχρωμη γυναίκα, λεσβία και φεμινίστρια;

Υπήρξα τυχερή, γιατί γνώρισα ανθρώπους που έκαναν τη διαφορά στη ζωή μου από πολύ νωρίς, όπως η Οντρ Λορντ. «Μπορείς να είσαι μαύρη και Σκωτσέζα, Τζάκι. Δε χρειάζεται να διαλέξεις», μου είχε πει. Με ενθάρρυνε να είμαι η εαυτή μου.

Το ταξίδι προς τον εαυτό μας ως ανθρώπινες υπάρξεις είναι πολύ μακρύ. Μπορεί να φτάσεις στα πρώιμα σαράντα σου -ή και πολύ αργότερα- για να βρεις το «μονοπάτι» σου, αλλά και να συνειδητοποιήσεις ότι δικαιούσαι να πορεύεσαι σ’ ένα «μονοπάτι».

Ιδίως σε μια χώρα που δε σε αντιμετωπίζει ως Σκωτσέζα και διαρκώς σε ρωτά, «Από πού είσαι;»

Η Μπέρναρντιν Εβαρίστο ήταν άλλος ένας από τους ανθρώπους που έκαναν τη διαφορά στη ζωή μου. Συμμετείχε, μάλιστα, στο πρώτο θεατρικό που ανέβασα το 1989, το Chiaroscuro!

Σίγουρα, στις πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας είναι ευκολότερο να είσαι γκέι σήμερα από ό,τι ήταν είκοσι-τριάντα χρόνια πριν.

Υπήρχε, πάντως, κάτι συναρπαστικό στο να είσαι γκέι εκείνους τους καιρούς και να συμμετέχεις στις πορείες του Pride. Αισθανόσουν πως ανακάλυπτες διαρκώς καινούρια πράγματα μαζί με τους άλλους ανθρώπους.

Είχατε μια πιο «στρατευμένη» αίσθηση συμμετοχής.

Ναι, είχα. Έπρεπε να πηγαίνεις σε πορείες και να εκπαιδεύεις τους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα μέλημα των γκέι κοινοτήτων.

Επομένως, η βρετανική κοινωνία είναι πλέον πιο ανοιχτόμυαλη, ανεκτική ή απλώς αδιάφορη όσον αφορά στο πώς κάθε άνθρωπος βιώνει ή εκφράζει τη σεξουαλικότητά του.

Ναι, είναι η μεγαλύτερη μεμονωμένη αλλαγή που έχω βιώσει στη ζωή μου. Όχι ότι απουσιάζουν οι ανισότητες ή οι διακρίσεις.

Αλλά όλοι, ανεξαρτήτως του αν είναι γκέι ή στρέιτ, αισθάνονται πως η ζωή τους «ανθεί» και γίνεται πιο πλούσια με τη διάνοιξη των «θυρών» .

«Ανθεί» και η ποίηση - είτε σχετίζεται με έμφυλα ζητήματα, είτε προέρχεται από ποιήτριες/ποιητές από μειονοτικά περιβάλλοντα;

Έτσι νομίζω. Και αυτό αφορά τόσο σε ποιητές, όσο και σε μυθιστοριογράφους και συγγραφείς ακαδημαϊκών βιβλίων με υπόβαθρο από Καραϊβική, Αφρική, Ινδία ή από γκέι κοινότητες.

Πόσο σημαντικό είναι να απαγγέλλετε τα ποιήματά σας δημοσίως ή να μεταδίδονται ραδιοφωνικά;

Είναι πραγματικά σημαντικό να ακούγεται η ποίηση, γιατί αποκομίζεις κάτι άλλο όταν ακούς μια φωνή, την οποιαδήποτε φωνή. Οπότε ναι, είναι μια απόλαυση να διαβάζω ποιήματα ενώπιον διαφορετικών κοινών, πολύ μεγάλων και πολύ μικρών.

Πώς αλληλεπιδράτε μ’ αυτά συνήθως, ιδίως με τα μικρότερα;

Συχνά αφηγούμαι ιστορίες μεταξύ των ποιημάτων για να δώσω στα ποιήματα χώρο να «αναπνεύσουν». Είναι πιο πολύ σαν ένα σόου, μια παράσταση. Διαφοροποιώ αναλόγως και την προφορά μου.

Συνεπώς, η ποίηση κάθε άλλο παρά περιθωριοποιημένη ή υποτιμητέα είναι στη Μεγάλη Βρετανία.

Υπάρχει ποίηση στα λογοτεχνικά φεστιβάλ σ’ όλη τη χώρα, καθώς επίσης και εξειδικευμένα φεστιβάλ ποίησης όπως το StAnza στη Σκωτία.

Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν περισσότερα από τριάντα χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει το βιβλίο σας στην Ελλάδα.

Η μετάφραση της ποίησης είναι μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Δεν ξέρω πολλούς Βρετανούς ποιητές που έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.

Μακάρι αυτή η μετάφραση να αποτελέσει την αφετηρία της γνωριμίας του ελληνικού κοινού με τη δουλειά σας, ποιητική και μυθοπλαστική.

Θα αποδειχτεί. Σε κάθε περίπτωση, σε ευχαριστώ για τις τόσο ευφυείς και πολυδιάστατες ερωτήσεις σου. Ήταν συγκινητική εμπειρία!

Ευχαριστώ θερμά την Emma Smith και τον Samuel Sheldon (The Wylie Agency UK) για την πολύτιμη συμβολή τους στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Τους ευχαριστώ, επίσης, για την παραχώρηση της φωτογραφίας της ποιήτριας/συγγραφέως που συνοδεύει το κείμενο.

Το εκτενές αφηγηματικό ποίημα της Τζάκι Κέι Χαρτιά υιοθεσίας κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Loggia σε μετάφραση της Μαρίας Μπλάνα.