Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Άννα Παπαϊωάννου: «Δε θέλω να εξιδανικεύω ή να ρομαντικοποιώ την παράδοση»

 


Πετυχαίνοντας να παντρέψει την ηλεκτρονική με την παραδοσιακή μουσική, η Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs June) είναι μια από τις πιο δημιουργικές Ελληνίδες μουσικούς.

Ενόψει της πολυμεσικής performance LONE (2,3,9, 10 Φεβρουαρίου), όπου συμπράττει live με τις Αλεξάνδρα Νιάκα και Μαριέττα Μαναρώλη, συζητάμε μαζί της.

Αυτοπροσδιορίζεσαι ως «ένα κορίτσι που απολαμβάνει να παίζει με μηχανήματα στο δωμάτιό της, στην καρδιά της Αθήνας». Πού εντοπίζονται χωροχρονικά οι ρίζες της ανακάλυψης αυτής της απόλαυσης;

Είμαι μοναχοπαίδι, και υπήρχε πάντα ο χωροχρόνος της αυτοαπασχόλησης στην καθημερινότητά μου. Το ότι έχω επιλέξει να παίζω μουσική και να ζω στην Αθήνα είναι μια  επιλογή που άρχισε να ωριμάζει εδώ και μια δεκαετία περίπου.

Πολλές φορές, βέβαια, αναρωτιέμαι αν όντως είναι επιλογή μου, καθώς καταλαβαίνω ότι ο κόσμος γύρω μου με έχει διαμορφώσει και με τρόπους που δε μου είναι απόλυτα συνειδητοί.

Ο ήχος σου, πάλι, «στοχεύει να αποτυπώσει την ισορροπία μεταξύ ηλεκτρονικής και παραδοσιακής μουσικής, συμπεριλαμβάνοντας επίσης τις ανατολίτικες και δυτικές μουσικές αναφορές [σου]». Πώς επιτυγχάνεται αυτή η ισορροπία;

Δεν ξέρω αν επιτυγχάνεται, αλλά δοκιμάζεται!

Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να αφήνουμε ετερόκλητα στοιχεία να επηρεάζουν διαφορετικά μια δημιουργία. Η Ελλάδα είναι ούτως ή άλλως μια γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ο καθένας μας το βιώνει αυτό και το εκφράζει διαφορετικά.

Προσωπικά, με ενδιαφέρει πολύ να συνδυάζω την αμεσότητα των παραδοσιακών ακουσμάτων με τον αποστασιοποιημένο χαρακτήρα του αστικού περιβάλλοντος, με αντιπροσωπεύει αυτή η αντίθεση.

«Η παράδοση μού μοιάζει με μια διαρκώς εξελισσόμενη διαπραγμάτευση με την τωρινή μου κατάσταση», γράφεις στο σημείωμα του 5 Balkan Lullabies. Υπό ποια έννοια αποτελεί η σχέση σου με την παράδοση μια «διαπραγμάτευση»;

Με την έννοια ότι αν σχηματίζω μια ακέραια αντίληψη για το παρελθόν, το ίδιο θα ισχύει και για το μέλλον.

Για παράδειγμα, δε θέλω να εξιδανικεύω ή να ρομαντικοποιώ την παράδοση. Με ενδιαφέρει να σκέφτομαι ότι κάποια στοιχεία της αφορούν το ανθρώπινο και το φυσικό διαχρονικά και με πολλούς διαφορετικούς τρόπους που δεν έχω εξερευνήσει ακόμη.

«Αναγνωρίζοντας τον εαυτό μου ως Βαλκάνια, με γοητεύει συνεχώς η πολυπλοκότητα και η σύγκρουση αυτού του μικρού μέρους του κόσμου», συνεχίζεις. Πολιτισμικά  αναγνωρίζω τον εαυτό μου πρωτίστως ως -κριτικά- Βαλκάνιο.

Γιατί, κατά τη γνώμη σου, οι Βαλκάνιοι-/ιες καλλιτέχνες/-ιδες χρειάζεται να παλέψουν διεθνώς τόσο σκληρά προκειμένου να διεκδικήσουν και να κατακτήσουν το πολιτισμικό κεφάλαιο που τους αναλογεί;

Γιατί το κάνουν με τρόπο που δεν τους ταιριάζει.

Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα, στην Ελλάδα τουλάχιστον, είναι πως οι καλλιτέχνες θέλουν να υιοθετήσουν πολλά δυτικά στοιχεία που δεν τους αντιπροσωπεύουν απαραίτητα ή να παρουσιάσουν την εθνική τους ταυτότητα με έναν μουσειακό χαρακτήρα.

Ονειρεύομαι ότι θα έρθει μια εποχή που θα μας ενδιαφέρει περισσότερο το τι γίνεται καλλιτεχνικά στο Βελιγράδι παρά στο Βερολίνο και ότι δε θα περιμένουμε από τη Δύση να φέρνει τον Διαφωτισμό.

Όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτού του άλμπουμ προορίζονται για τη ΜΚΟ «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» για τη δουλειά της στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.

Ως καλλιτέχνις, πώς αντιλαμβάνεσαι την έννοια της πολιτικής παρέμβασης στο σήμερα;

Νομίζω ότι δεν υπάρχει χώρος για ουδετερότητα και ότι ο καθένας μας  κάτι πρέπει να προσπαθεί να προσφέρει ακόμα και αν φαίνεται πολύ μικρό και ασήμαντο.

Η σύγχρονη τεχνολογία, πλέον και με τη μορφή της -αμφιλεγόμενης- Τεχνητής Νοημοσύνης, κυριαρχεί σε ολοένα και περισσότερες πτυχές της καθημερινότητάς μας.

Με ποιους τρόπους ανανοηματοδοτεί την αυτοαντίληψή μας ως ανθρώπινα, κοινωνικά και πολιτικά όντα, αλλά και ως υποκείμενα/δέκτες αφηγήσεων κάθε είδους;

Περιορισμένη προσοχή, απομόνωση, παρηγοριά σε μόνιμα οπτικά ερεθίσματα, επιφανειακή ανάγκη για προσοχή και επιβεβαίωση...

Ειδικά μετά τον κοβιντ, νιώθω ότι ξεχνάμε όλο και πιο πολύ να υπάρχουμε μέσα σε κοινωνικές ομάδες, να δίνουμε χρόνο, να εκφραζόμαστε. Με τρομάζει η σκέψη πως οι άνθρωποι μπορεί να σταματήσουν να ενδιαφέρονται να ακούσουν ιστορίες.

Από την άλλη, σκέφτομαι ότι η τεχνολογία και τα πολιτικά συστήματα δεν μπορούν να διαγράψουν την πηγαία μας ανάγκη του ανήκειν.

Το LONE, η πολυμεσική performance live ηλεκτρονικής μουσικής, real-time & interactive visuals και κίνησης στην οποία συμπράττεις στις 2,3, 9 και 10 Φεβρουαρίου, εμβαθύνει στην εμπειρία του ταξιδιού ως θραύσμα.

Θα ήθελες να μου εξηγήσεις πώς αντιλαμβάνεσαι τη θραυσματική διάσταση του ταξιδιού και το βιώνεις προσωπικά τόσο σε καλλιτεχνικό, όσο και σε ευρύτερα υπαρξιακό επίπεδο;

Το ταξίδι του LONE βιώνεται σίγουρα σαν θραυσματικό γιατί είμαστε τρεις καλλιτέχνιδες που χρησιμοποιούμε η καθεμία διαφορετικά μέσα για να το αφηγηθούμε.

Ο τρόπος μας βασίζεται αρκετά στην διαίσθηση, στα σημεία που μπορούμε να ανακαλύψουμε κοινούς τόπους μέσω συμβολισμών, αλλά και στη σχέση μας με την τεχνολογία, την κοινωνία και το βίωμα της εμπειρίας ως κάτι επιδερμικό, γρήγορο και έντονο.

Ευχαριστώ θερμά την Κατερίνα Π. Τριχιά (True Colours Comms) για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το LONE, η πολυμεσική performance live ηλεκτρονικής μουσικής, real-time & interactive visuals και κίνησης στην οποία συμπράττουν οι Άννα Παπαϊωάννου (Anna Vs. June), Αλεξάνδρα Νιάκα και Μαριέττα Μαναρώλη φιλοξενείται στο Newman Cinema (Σεβαστουπόλεως 117, Αθήνα) στις 2,3, 9 και 10 Φεβρουαρίου (21:00).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου