Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Γκαμπριέλ Μασκάρου: «Μου αρέσει να δουλεύω στις ρωγμές των συμβάσεων»

 


Δηκτικό σχόλιο για τον επελαύνοντα φασισμό, η βραβευμένη με Αργυρή Άρκτο στην Μπερλινάλε ταινία του Βραζιλιάνου Γκαμπριέλ Μασκάρου, Γαλάζιο Μονοπάτι, αφηγείται την απόπειρα της 77χρονης Τερέζα να αντισταθεί στα κρατικά σχέδια εκτοπισμού της σε «αποικία» ηλικιωμένων.

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 25 Δεκεμβρίου.

Το Γαλάζιο Μονοπάτι είναι ένα σχόλιο για τον επελαύνοντα φασισμό, είτε αυτός μεταμφιέζεται σε «φροντίδα» για τους ηλικιωμένους, είτε δε χρησιμοποιεί κανένα πρόσχημα και απλώς θέλει να εξαλείψει οποιοδήποτε «μη παραγωγικό» στοιχείο.

Πώς ερμηνεύεις την αυξανόμενη απήχηση την οποία ασκεί ο φασισμός σήμερα - από την Ευρώπη μέχρι τη Λατινική Αμερική και από τις Η.Π.Α. μέχρι το Ισραήλ;

Στην ταινία, φαντάζομαι μια κοινωνία που έχει εμμονή με την παραγωγικότητα, όπου οι ηλικιωμένοι πολίτες «καλούνται» να αυτοεξοριστούν μόλις φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία.

Αυτή η γλώσσα της οργάνωσης και της φροντίδας μπορεί εύκολα να γίνει κάλυψη για τον αποκλεισμό, σχεδόν ένα είδος κοινωνικής ευθανασίας.

Ενδιαφέρομαι για το πώς η ιδέα της «προόδου» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναδιοργάνωση σωμάτων και ζωών στο όνομα ενός κρατικού σχεδίου.

Αν και η ιστορία είναι συγκεκριμένη, απηχεί ευρύτερες πραγματικότητες:

Ο αναγκαστικός εκτοπισμός, η εκδίωξη ανθρώπων από τις εστίες τους, η απομάκρυνση ολόκληρων ομάδων από τη θέση τους στον κόσμο συχνά παρουσιάζονται από τις επίσημες αφηγήσεις ως συνθήκες αναπόφευκτες, λογικές, ακόμη και ωφέλιμες.

Τι έχει αλλάξει στη Βραζιλία μετά την πτώση του καθεστώτος Μπολσονάρο;

Με λίγα λόγια, η Βραζιλία έχει δείξει στον κόσμο πως η δημοκρατία της είναι πιο ανθεκτική από ό,τι πολλοί φοβόντουσαν. Ακόμα και μετά από μια περίοδο έντονης θεσμικής πίεσης, η χώρα δεν κατέρρευσε.

Ο ίδιος ο Μπολσονάρο έχει έκτοτε καταδικαστεί και βρίσκεται επί του παρόντος στη φυλακή, γεγονός που σηματοδοτεί επίσης πως οι θεσμοί μπορούν να εξακολουθούν να λειτουργούν, ακόμη και υπό πίεση.

Ωστόσο, η ταινία δεν προσπαθεί να δώσει μια συγκεκριμένη πολιτική διάγνωση. Κλίνει περισσότερο στο πλαίσιο ενός πολιτικού μύθου παρά σε μια κοινωνιολογική απάντηση σχετικά με μια συγκεκριμένη κυβέρνηση.

Και γιατί έχουμε τόση εμμονή με την «παραγωγικότητα»;

Στον κόσμο του φιλμ, η παραγωγικότητα μετατρέπεται σε ηθικό έμβλημα του ανήκειν.

Μόλις μια κοινωνία αρχίσει να διαιρεί τους ανθρώπους σε «παραγωγικούς» και «μη παραγωγικούς», γίνεται πολύ εύκολο να σχεδιάσει πολιτικές απόρριψης που μοιάζουν γραφειοκρατικές, αλλά είναι βαθιά βίαιες.

Η εξορία των ηλικιωμένων γίνεται μια σαφής μεταφορά για αυτή την εμμονή, επειδή η γήρανση αντιμετωπίζεται ως συστημική αποτυχία, όχι ως στάδιο της ζωής.


Ντενίζ Γουάινμπεργκ


Επιστρέφοντας στην ταινία σου, γιατί αποφάσισες να εστιάσεις στον χαρακτήρα μιας ηλικιωμένης κυρίας, την οποία υποδύεται αριστοτεχνικά η Ντενίζ Γουάινμπεργκ;

Ήθελα να κάνω ένα φιλμ για το δικαίωμα στο όνειρο, με επίκεντρο κάποια που αρνείται να αποδεχτεί τη μοίρα η οποία της έχει επιβληθεί, στην προκειμένη περίπτωση από το κράτος.

Σπάνια βλέπουμε μεγαλύτερους σε ηλικία πρωταγωνιστές στον κινηματογράφο, ειδικά σε δυστοπίες, φαντασιώσεις ή οτιδήποτε πλησιάζει μια ιστορία ενηλικίωσης. Υπάρχει ένας άρρητος κανόνας πως η εξέγερση ανήκει στους νέους.

Ήθελα να αντιταχθώ σε αυτό και να πω ότι ποτέ δεν είναι αργά για να βρεις νέο νόημα και να επιστρέψεις στο κέντρο της δικής σου ιστορίας.

Και πώς τα πήγατε στο πλατό;

Η Ντενίζ Γουάινμπεργκ είναι μια εξαιρετική ηθοποιός, με σημαντικό υπόβαθρο στο θέατρο και αυξανόμενη παρουσία στον κινηματογράφο. Με εξέπληξε με το πόσο βαθιά μελέτησε το κείμενο και πόσο ολοκληρωτικά έκανε δικό της τον χαρακτήρα.

Δεν υπήρχε ούτε μια μέρα που να μην ήταν στο πλατό, είναι σε κάθε σκηνή.

Ακόμα και μέσα από μια μικρή οθόνη και όλα τα μηχανήματα της κινηματογράφησης, μπορούσε να συγκινεί το συνεργείο ξανά και ξανά, ακόμα και όταν επαναλάμβανε την ίδια σκηνή πολλές φορές.

Τα ελικοειδή ποτάμια και οι παραπόταμοι του Αμαζονίου αποτελούν έναν ακόμη κεντρικό χαρακτήρα. Τι σημαίνει για εσένα αυτό το τοπίο και η ανθρωπογεωγραφία αφηγηματικά, πολιτισμικά και υπαρξιακά;

Ήθελα ο Αμαζόνιος να μοιάζει με χαρακτήρα, ένα μέρος που θα μπορούσε να περιέχει μια μοναδική κατάσταση του κόσμου, όχι ακριβώς παρελθόν, παρόν ή μέλλον, και ταυτόχρονα να εμβαθύνει το ταξίδι της πρωταγωνίστριας.

Στην ταινία, ο Αμαζόνιος είναι ταυτόχρονα μαγικός και βιομηχανικός, σχεδόν σουρεαλιστικός και βαθιά πολιτικός.

Αντί να ενισχύσω μια εξιδανικευμένη εικόνα, ήθελα να την εξετάσω ως μια περιοχή αντιφάσεων, όπου το μεγάλης κλίμακας κεφάλαιο και η ποπ κουλτούρα επίσης καταλαμβάνουν και αναδιαμορφώνουν την εικόνα της περιοχής.

Ένας ακόμη -κάπως μαγικός- χαρακτήρας είναι αυτός του παράξενου μπλε σαλιγκαριού, στον οποίο η ταινία σου οφείλει εν μέρει τον (πρωτότυπο) τίτλο της. Πιστεύεις ότι «υπάρχει λίγη μαγεία σε όλα», όπως τραγούδησε κάποτε ο Λου Ριντ;

Και είναι η κινηματογραφική εμπειρία, ανεξάρτητα από το επίπεδο εμπλοκής κάποιου στην ίδια τη διαδικασία της κινηματογράφησης, ένας τρόπος απελευθέρωσης και μοιράσματος λίγης από αυτήν τη μαγεία;

Το φιλμ δίνει μια ξεχωριστή θέση σε ένα μαγεμένο σαλιγκάρι που αφήνει μια μπλε βλέννα με μαγικές δυνάμεις: ανοίγοντας μονοπάτια, βλέποντας το μέλλον.

Κουβαλάει μια ποιητική αντίφαση που μιλάει και για τα γηρατειά: αργό στην κίνηση, άπειρο σε δυνατότητες. Αφήνει ένα γαλάζιο ίχνος σαν να φυτεύει έναν σπόρο για ένα διαφορετικό μέλλον.




Ποια είναι τελικά η άπιστη καπετάνισσα/«καλόγρια»; Πώς σχετίζεσαι προσωπικά με τη θρησκεία;

Στην πραγματικότητα εμπνεύστηκα από το Salesman (1969), το σινεμά ντιρέκτ ντοκιμαντέρ των Albert και David Maysles.

Ήθελα έναν πραγματιστή χαρακτήρα που να αντιμετωπίζει την πίστη μέσα από ένα μισθοφορικό πρίσμα, κάποια που μπορεί να μοιάζει με σωτήρα, αλλά δεν είναι η σωστή φιγούρα, έχει ελαττώματα.

Το αν η σεκάνς που προηγείται της τελικής σκηνής αποτελεί μια κατάδυση στη φαντασία/το φαντασιακό (της Τερέζα) ή όχι παραμένει παιχνιδιάρικα ασαφές. Το ταξίδι της, παρόλα αυτά, φαίνεται να συνεχίζεται.

Σε ποιον βαθμό επενδύεις στην αμφισημία ως αφηγηματικό/στιλιστικό εργαλείο;

Έχω μια πραγματική αγάπη για τον κινηματογράφο που κάνει εικασίες για την πραγματικότητα μέσα από φανταστικές ιδέες οι οποίες θα μπορούσαν ακόμα να είναι αληθινές.

Δε χρειάζεσαι κάποιο συγκεκριμένο gadget για να αλλάξεις τον χώρο και τον χρόνο.

Οι πολιτισμικές και συμπεριφορικές αλλαγές μπορούν να σηματοδοτήσουν μια δυστοπία πιο ριζικά από οποιαδήποτε τεχνολογία.

Έτσι, μου αρέσει να δουλεύω στις ρωγμές των συμβάσεων, αφήνοντας το λυρικό και το παιχνιδιάρικο να αλληλεπιδρούν και διατηρώντας τον κόσμο του φιλμ μοναδικό χωρίς να επιβάλω στα πάντα μία σταθερή ερμηνεία.

Είναι η ελευθερία, δημιουργική, υπαρξιακή, κοινωνικοπολιτική, πραγματικά εφικτή στις μέρες μας; Και αν ναι, τι χρειάζεται για να είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος και ποιο είναι το τίμημα;

Η ταινία προορίζεται ως μια ωδή στην ελευθερία και στην άρνηση ενός επιβεβλημένου πεπρωμένου. Η Τερέζα είναι 77 ετών, η ώρα της να φύγει έχει φτάσει και αρνείται αυτόν τον κανόνα.

Το ταξίδι της είναι μια αναζήτηση για την ελευθερία και για ένα μακροχρόνιο όνειρο, αλλά και μια προθυμία να δοκιμάσει νέες ταυτότητες και νέους τρόπους ύπαρξης, με έναν πρωτότυπο, μη δογματικό τρόπο.

Ευχαριστώ θερμά την παραγωγό του φιλμ Ρέιτσελ Ντέιζι Έλις για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και τον σκηνοθέτη για τον χρόνο του και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Γκαμπριέλ Μασκάρου Γαλάζιο Μονοπάτι προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 25 Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.



Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Αργύρης Μπακιρτζής: «Ο τουρισμός είναι ένας βρυκόλακας που ρουφάει τον χυμό των τόπων»

 

Αργύρης Μπακιρτζής (Φωτογραφία: Γ. Κανελλόπουλος)

«Παραφυάδα», όπως αυτοαποκαλείται, των Χειμερινών Κολυμβητών, το σχήμα «Θέλω να πάρω τα βουνά» ανεβαίνει στη σκηνή του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» στις 2 και 3 Γενάρη, με αφετηρία τραγούδια του Μεσοπολέμου.

Κουβεντιάζοντας με τον Αργύρη Μπακιρτζή για τον τουρισμό, την ανάπτυξη, τις παραφυάδες και την απόλαυση του χρόνου με τα εγγόνια του.

Στις 21 Οκτωβρίου του 2019, κατά τη διάρκεια ενός συναυλιακού δρώμενου στο Half Note Jazz Club είχατε δηλώσει πως «Ο τουρισμός και η ανάπτυξη είναι η καταστροφή της Ελλάδος». Το είχα συγκρατήσει αυτολεξεί.

Έξι -κοντά επτά- χρόνια αργότερα, τουρισμός και ανάπτυξη εξακολουθούν να εξυπηρετούν συγκεκριμένους διαόλους. Εσείς, σε τι ανάπτυξη προσβλέπετε και πόσο ευσεβής πόθος θεωρείτε ότι αυτή παραμένει;

Στις συναυλίες μας, μιλώντας για τους τουρίστες στην περιοχή του Ψυρρή και επεκτεινόμενος στους κυβερνώντες, αλλά και σε «φιλόδοξους αντιπολιτευόμενους», είχα καταλήξει ότι μοιάζουν με τους εξωγήινους που καταλαμβάνουν σώματα ανθρώπων στην ταινία του Κάρπεντερ Ζουν ανάμεσά μας. 

Ως προς τους τουρίστες, προς στιγμήν ξεγελιόμουν, όμως γρήγορα συνειδητοποιούσα πως ήταν φυσιολογικοί άνθρωποι.

Αντίθετα, το ίδιο  δε συνέβαινε με μερικούς δικούς μας, όταν τους άκουγα να μιλούν με το πιο αθώο ύφος, σαν παιδιά του κατηχητικού, δικαιολογώντας τις πιο φρικτές πράξεις και συμπεριφορές.

Αυτό το καλοκαίρι, πηγαίνοντας για παραστάσεις και συναυλίες στον Άγιο Βασίλειο Κυνουρίας, στον Πάρνωνα, με ελάχιστο τουρισμό, στο Αργοστόλι, με πολύ και υψηλού επιπέδου τουρισμό, στη Σαμοθράκη, σχετικά περιορισμένο τουρισμό λόγω της απόστασής της, καθώς και επιστρέφοντας στο σπίτι μου στο Καζαβήτι της Θάσου, όπου ο τουρισμός έχει αλαλιάσει, η αίσθησή μου άλλαξε. 

Βλέποντας τις διαβαθμίσεις του, ένιωσα ότι ο τουρισμός είναι ένας βρυκόλακας που ρουφάει τον χυμό των τόπων όπου «ανθίζει». Όχι οι άνθρωποι, αλλά το φαινόμενο.

Έτσι, άρχισα να βλέπω τους κυβερνώντες όχι σαν εξωγήινους, αλλά σαν ζόμπι τα οποία έχουν εγκαταλείψει τον τόπο μας στην αγκαλιά του τουρισμού που δίνει λεφτά, τα περισσότερα των οποίων, όμως, καταλήγουν σε ξένες τσέπες.

Οι άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, όλες οι οικονομίες τους πηγαίνουν στα Airbnb, άφησαν την αποκτημένη μέσα στους αιώνες γνώση να φτιάχνουν πράγματα, να δουλεύουν τη γη,  ξέμαθαν να ζουν, να έχουν σχέσεις, να είναι φιλόξενοι.

Kατάντησαν «καλοί χριστιανοί» που δεν τους αφορά το «Δος μοι τούτον τον ξένoν». 

Η Παιδεία, η Υγεία, η Προστασία του περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και σχεδόν όλα τ’ άλλα  είναι σε θλιβερό επίπεδο, και η μόνη σχεδόν δουλειά που τους απόμεινε έφθασε να είναι το σερβίρισμα και η εξυπηρέτηση των τουριστών.

Η πρωτογενής παραγωγή σε μεγάλο βαθμό σώζεται απ’ τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, κι αυτό σε μεγάλο βαθμό απ’ την εκμετάλλευσή τους.

Ο τουρισμός ως «ανάπτυξη» είναι ό,τι χειρότερο. Στις συναυλίες τον αποκαλώ «λαίλαπα». Τα νέα όπλα καταστροφής, είναι «ανάπτυξη»; Κι όμως, είναι ο κυριότερος μοχλός «ανάπτυξης» στη Δύση.

Η ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών στην Κίνα φαίνεται να έχει ενδιαφέρον, όμως  η μόλυνση απ’την εκμετάλλευση των «σπάνιων γαιών» στα σύνορα της Μογγολίας πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη.

Ο Τσιώλης στο μονόπρακτό του, Η δημοπρασία, ρωτάει: «Περιβάλλον ή ανάπτυξη;» Θέλει κι ερώτημα; Οι λίγοι πατούν στους ώμους των πολλών, τους πνίγουν. Σε λίγο δε θα ’χουν πού να πατήσουν, θα βουλιάξουν κι αυτοί.

Μας ταιριάζει ο στίχος του Σκαρίμπα, «-Μα βέβαια, βυθιζόμεθα κυρία!»

Δεν μπορώ να μην επαναλάβω μια περιγραφή του Ευριπίδη απ’ τις Βάκχες:

«Όταν θα καταλάβετε τι κάνατε, φρικτός θα σας πονέσει πόνος. Αν όμως ως το τέλος, μείνετε παντοτεινά όπως τώρα, χωρίς καμιά ευτυχία, πως δυστυχία δε νιώθετε θα λέτε» (μτφρ. Νικολέτα Φριντζήλα).

«Θέλω να πάρω τα βουνά», βαφτίζεται η παραφυάδα των Χειμερινών Κολυμβητών η οποία θα «καταλάβει» τη σκηνή του «Παρνασσού» στην «αυγή» του νέου χρόνου.

Οι παραφυάδες συνειρμικά δεν παραπέμπουν συνήθως σε κάτι θετικό. Εσείς, πώς αντιλαμβάνεστε την εν λόγω έννοια; Και γιατί επιλέξατε να αυτοπροσδιοριστείτε ως σχήμα κατ’ αυτόν τον τρόπο;

Οι παραφυάδες ή συνιστώσες ή σκέλη ή παρακολουθήματα του συγκροτήματος προέκυψαν ως εξής.

Επειδή, στην πολύ σφιχτή οικονομικά εποχή που διανύσαμε, πολλοί διοργανωτές μουσικών εκδηλώσεων ζητούσαν ολιγομελή μουσικά σχήματα, ανακοινώσαμε, με αρκετή δόση πλάκας, τη δημιουργία μουσικών υποσυνόλων εντός του συγκροτήματος:

Mε ονόματα όπως «Καθετήρες» (κυρίως προς μελλοντική χρήση, αν και «Το αύριο είναι ήδη χθες», τουλάχιστον κατά τον αγαπημένο Φίλιπ Ντικ), «Κασμάδες», «Συγκρότημα Χαράλαμπος Παπαδόπουλος» κ.ά.

Αυτή η πρόταση έγινε βέβαια και για την ευλυγισία που προσφέρει, στους δυσβάσταχτους οικονομικά καιρούς που διανύουμε, όμως στην πορεία επιβεβαιώθηκε η ανάπτυξη μουσικών θεμάτων και διαδρομών που συχνά εξαφανίζονται στο πλήρες σχήμα των επτά ή οκτώ μουσικών του συγκροτήματος σε απαρτία.

Το όνομα της συνιστώσας «Θέλω να πάρω τα βουνά» -ήταν η εποχή των συνιστωσών της αριστεράς-, προήλθε απ’ το ομώνυμο τραγούδι που τραγούδησα στον δίσκο του Θόδωρου Θεοδωρίδη (2005), πάνω σε στίχους του Πραβινού καπνεργάτη και σατιρικού ποιητή Αντρίκου Βέττα (1899).

Το 2018, το τραγούδι και ο τίτλος του μας παρακίνησαν να προσεγγίσουμε μουσικά ιδιώματα και είδη που μας είλκυαν, δημοτικά, ρεμπέτικα, «ελαφρά», σμυρνέικα, με σημείο εκκίνησης αστικά και λαϊκά τραγούδια του Μεσοπολέμου.

Το πρόγραμμα ανοίγεται συνειρμικά, κατά την προσφιλή συνήθεια των Χειμερινών Κολυμβητών, στα παραπάνω ιδιώματα  και στους πειραματισμούς που η αλληλοδιείσδυσή τους προσφέρει και επιτρέπει.

Δώσαμε μερικές εξαιρετικές συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στο Φεστιβάλ Αξιοθέας του Μιχάλη Πιερή στη Λευκωσία και στο Half Note.

Μετά, ενώ ετοιμαζόμασταν να ηχογραφήσουμε τα τραγούδια του προγράμματος, η οικονομική δυσκολία και άλλες δουλειές μας έκαναν να ξεχαστούμε.

Σήμερα, όμως, ο τίτλος αυτός του τραγουδιού και της παράστασης, είναι τόσο επίκαιρος που δεν μπορούσαμε να τον αγνοήσουμε.

Ποια είναι η σχέση σας με τα βουνά - κυριολεκτικώς; Και με τις κάθε είδους αποδράσεις - ειδικώς; Σας ήταν ανέκαθεν πιο εύκολο να μένετε -σε καταστάσεις, πλαίσια, σχέσεις- παρά να φεύγετε;

Είμαι λάτρης της κολύμβησης. Με την γυναίκα μου καθημερινά διανύουμε ικανές αποστάσεις εναλλάσσοντας όλα τα στιλ κολύμβησης, εξαιρώντας το πεταλούδας στο οποίο περιορίζομαι στα 10-20 μέτρα.

Στις καταστάσεις δεν είμαι μονολιθικός. Κρίνοντας και κάνοντας. Τα βουνά με μαγεύουν.

Στις ταινίες του Κριστόφ Ζανούσι μάλιστα, τα πλάνα των βουνών με τη μουσική που τα στοίχειωνε, ήταν τόσο απόλυτα καθηλωτικά που μια περίοδο της ζωής μου μ’ έκαναν να χάνω το χαμόγελό μου για μήνες.

 «Με σημείο εκκίνησης αστικά και λαϊκά τραγούδια του Μεσοπολέμου, το πρόγραμμα ανοίγεται συνειρμικά σε διάφορα μουσικά ιδιώματα και είδη», διαβάζω στο Δελτίο Τύπου. Τι σας γοητεύει περισσότερο στη συγκεκριμένη εποχή;

Κυρίως η μουσική, ένα καζάνι όπου βράζουν παραδόσεις ανθρώπων από πολλούς διαφορετικούς τόπους -  κόσμους.

Και σε τι συνίσταται η «εντελώς διαφορετική θεώρηση και οπτική στα λαϊκά και ελαφρά τραγούδια της περιπετειώδους εκείνης για την Ελλάδα και τον κόσμο περιόδου», που ως σχήμα υιοθετείτε;

Δεν προτείνουμε κάτι επιχειρώντας να διαφοροποιηθούμε. Επιλέγουμε τραγούδια που μας ελκύουν με τον τρόπο που περιγράφω σε προηγούμενη απάντηση.

Πόσα χρόνια συνεργάζεστε με την Εύη Μάζη,  πόσο ανοιχτός παραμένετε σε προτάσεις για συνεργασίες και πόσο ανοιχτόμυαλες εκτιμάτε ότι είναι οι νεότερες γενιές μουσικών και ερμηνευτ(ρι)ών;

Απ’ το 2016, όταν συμμετείχαμε και οι δυο στο «String theory ensemble» του Γιώργου Πατεράκη. Προτιμώ να μην γενικεύσω, όμως με πολλούς νέους συνεργάζομαι εξαιρετικά και τραγουδώ σε συναυλίες ή σε δίσκους τους περνώντας πολύ ευχάριστα.

Εκτός από ερμηνευτής, είστε, ως γνωστόν, δεινός αφηγητής ιστοριών - σχεδόν περφόρμερ, θα έλεγα. Πόσο νωρίς στη ζωή σας συνειδητοποιήσατε την ανάγκη σας να μοιράζεστε ιστορίες με το όποιο κοινό; Τι συναισθήματα σάς γεννά;

Όταν είδα ότι ο Κώστας Σιδέρης, μέλος του συγκροτήματος και δικηγόρος, ο οποίος είχε αναλάβει να παρουσιάζει τις ιστορίες που είχαν οδηγήσει στα τραγούδια, έκανε πολλά λάθη -προφανώς γιατί δεν ήταν δικές του ιστορίες-, ανέλαβα κι αυτήν την υποχρέωση.

Χωρίς αυτές τις αφηγήσεις πάρα πολλά τραγούδια θα ήταν ακατανόητα, οπότε αποτελούν πια σχεδόν αναπόσπαστο μέρος τους. Όταν παραλείπω καμιά, οι συνάδελφοι μού το υπενθυμίζουν ώστε να βρουν χρόνο για κουβέντα και τσιγάρο.

Εξάλλου, όλο και προστίθενται καινούργιοι ακροατές και δεν ξεχνώ αυτό το χρέος και προς αυτούς.

Κανακεύετε και δεύτερο εγγονάκι πλέον.

Του τραγουδάτε καθόλου, το νανουρίζετε; Κι αν ναι, έχετε -και έχει- κάποιες προτιμήσεις; Σας μερεύει ο χρόνος που περνάτε μαζί του ή είστε ήδη γαλήνιος και επαρκώς ισορροπημένος κι ο ίδιος;

Περνάμε τέλεια μαζί. Η συντροφιά τους με συναρπάζει και είναι οι καλύτερες ώρες μου. Από τραγούδια, άλλο τίποτα.

Ο μεγάλος, ούτε δυο χρόνων δεν έγινε ακόμη, σε εξοντώνει αφού δε σταματάει παρά για να κοιμηθεί. Ο μικρός θηλάζει, μαμ, κακά και νάνι. Η πιο κοινή ιστορία, και όμως τόσο ιδιαίτερη για τον καθένα.

Το σχήμα «Θέλω να πάρω τα βουνά» εμφανίζεται ζωντανά την Παρασκευή 2 και το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026 στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Καρύτση 8, Αθήνα), 21:00.



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Demi Spriggs: Ένα avant-folk «ξωτικό» στη σκηνή του «Newman» Cinema στις 29/12

 


Βρετανικής καταγωγής συνθέτρια και τραγουδοποιός, η Demi Spriggs μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αθήνα και το Λονδίνο και τη Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου παρουσιάζει στον κινηματογράφο Newman την performance Of Love and Land. 

Στο πλαίσιο της παράστασης, συνθέσεις που παραπέμπουν στη βρετανική και τη βορειοαμερικανική φολκ και κάντρι παράδοση, αντίστοιχα, συγκροτούν ένα ρευστό, εν εξελίξει soundtrack για μια χειροποίητη ταινία-ωδή στην μητέρα της.

Στη ζωντανή performance θα ακουστούν τραγούδια από τον δίσκο της Nights on the Folkway, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τη σαλονικιώτικη Submersion Records.

Το άλμπουμ, το οποίο διατίθεται σε κασέτα και CD, σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, έλκει τις καταβολές του από τη φολκ εν γένει, ωστόσο εισάγει μουσικά και τονικά στοιχεία προσιδιάζοντα στην τζαζ και την κλασική παράδοση.

Η ίδια η φωνή της Demi Spriggs, η οποία άλλοτε θυμίζει την Judie Sill κι άλλοτε την Natalie Merchant, σε παρασέρνει -θέλοντας και μη- σε ατραπούς νυχτερινούς, που ξυπνάνε αναμνήσεις και αφηγήσεις λησμονημένες.

Παράλληλα με τη μουσική, εικόνες της μητέρας της συνθέτριας και της βρετανικής επαρχίας μεταφέρουν την κληρονομιά της βρετανικής φολκ μουσικής, η οποία -και ιστορικά- συνδέεται αναπόσπαστα με τις γη και τις προφορικές αφηγήσεις.

Περισσότερες πληροφορίες

Demi Spriggs + friends: Live scores to a film Of Love and Land

Ημερομηνία:  Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ώρα έναρξης: 22:00

Τοποθεσία: Newman Cinema, Σεβαστουπόλεως 117, Αθήνα 

Εισιτήριο: 10 ευρώ

Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/demi-spriggs-friends-live-scores-newman



Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή: «Η μουσική είναι μια σπουδή που δεν τελειώνει ποτέ»

 

Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή (Φωτογραφία: Κυριάκος Κατσαρέας)

Έχουν αποκληθεί «ιέρειες της πολυπολιτισμικότητας». Η μουσική τους, χαρμάνι παραδόσεων και πολιτισμών. Η σκηνική τους παρουσία, ξεχωριστή. Ο λόγος για τις πολυσχιδείς αδελφές Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή.

Μια συνάντηση μαζί τους ενόψει του συναυλιακού τους διημέρου την Παρασκευή 26 και το Σάββατο 27 Δεκεμβρίου στο Theatre of the NO.

Περιγράφεστε ως «ιέρειες της πολυπολιτισμκότητας». Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια της «πολυπολιτισμικότητας» στο σήμερα;

Σουζάνα Βουγιουκλή: Μάς είχαν αποκαλέσει έτσι μετά από μια συναυλία μας όταν ήμασταν 24-25. Νιώθουμε εντελώς «παιδιά» της πολυπολιτισμικότητας.

Γεννηθήκαμε σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου τόσο χάρη στoν πατέρα όσο και στην μαμά, ακούγαμε πολλά είδη μουσικής: από κλασική και ροκ τύπου Τζάνις Τζόπλιν, μέχρι ιρλανδέζικα παραδοσιακά και ινδική μουσική. Δεν υπήρχαν όρια.

Επίσης, έπαιξε ρόλο και η Ξάνθη.

Είναι η γενέτειρά σας ή ο τόπος καταγωγής;

Η Ξάνθη είναι ο τόπος στον οποίο μεγαλώσαμε. Εκεί βιώσαμε τα πρώτα μας ακούσματα, πήγαμε στα πρώτα μας Ωδεία και παρακολουθήσαμε τις πρώτες μας συναυλίες.

Με την πάροδο των ετών συνειδητοποιήσαμε πόσο ιδιαίτερη πόλη είναι.

Από ποια άποψη;

Σ.Β.: Είναι ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, με επιρροές από Ανατολή, Δύση, Βορρά, Νότο.

Άνθρωποι στην Αθήνα ή σε άλλες μεγάλες πόλεις δεν έχουν τα ίδια βιώματα τα οποία έχουμε εμείς εκεί πάνω. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μάνος Χατζιδάκις μεγάλωσε στην Ξάνθη και είχε Αρμένισσα δασκάλα πιάνου.

Ελένη Βουγιουκλή: Οπότε, κάνουμε αυτό που κάνουμε επειδή το νιώθουμε και μάς συγκινεί, όχι επειδή πουλάει. Βασικό κριτήριο για εμάς είναι το κίνητρο, το γιατί κάνουμε κάτι και όχι το τι.

Σ.Β.: Επιπλέον, ζήσαμε δυο χρόνια στην Ουαλία όταν ήμασταν τριών με πέντε, επειδή η μαμά έκανε διδακτορικό εκεί, και παρακολουθούσαμε μαθήματα σε πολυπολιτισμικό σχολείο. Γίναμε δίγλωσσες σε δυο μήνες!

Όλες αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν αυτό που κάνουμε.

Υπήρξε κάποιο σημείο τομής, κατά οποίο αποφασίσατε πως από εκεί και πέρα θα προσπαθούσατε να κάνετε κάτι δικό σας, είτε από άποψη πρωτότυπης σύνθεσης είτε διασκευής;

Ε.Β.: Μάθαμε τις νότες πριν τα γράμματα. Οι γονείς μας, αν και οι ίδιοι δεν είχαν κάποια σχέση με τη μουσική, τη θεωρούσαν βασική εκπαίδευση για έναν άνθρωπο - και για παιδιά, στην περίπτωσή μας.

Ως παιδιά, λοιπόν, το παιχνίδι μας ήταν να τραγουδάμε διφωνίες.

Κάποια στιγμή, αρχίσαμε να ασχολούμαστε πιο επισταμένα με το πολυφωνικό τραγούδι, ιδίως στη βαλκανική του εκδοχή, και με τις δυνατότητες τις οποίες προσφέρει στην ανθρώπινη φωνή.

Ο άξονας των δύο φωνών και του πειραματισμού πάνω τους είναι ο σκληρός πυρήνας αυτού το οποίο κάνουμε.

Με την πάροδο των χρόνων, διαμορφώσαμε το ρεπερτόριό μας με τη χρήση οργάνων που παίζουμε οι ίδιες, αλλά και συνεργάτες μας.

Η γλωσσομάθεια, η οποία χαρακτηρίζει και τις δυο σας, πόσο απαραίτητη είναι προκειμένου να εμπλακείτε πιο ουσιαστικά στα μουσικά περιβάλλοντα που εξερευνάτε;

Ε.Β.: Η γλώσσα και η εκφορά των λέξεων είναι κομμάτι της μουσικής. Δε νοείται μελωδία χωρίς το ηχόχρωμα της λέξης από την οποία παράγεται. Ξέρουμε αρκετές γλώσσες, αλλά σίγουρα όχι όσες τραγουδάμε.

Σ.Β.: Για να επιστρέψω, πάντως, στην προηγούμενη ερώτηση, ίσως αυτή η επιλογή να προέκυψε μοιραία, επειδή μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι ως αδερφές. Υπήρξαμε, ωστόσο, πολύ τυχερές, γιατί ανακαλύψαμε την ταυτότητά μας από πολύ νωρίς.

Φαινόταν, δηλαδή, πως θα ακολουθούσαμε αυτόν τον δρόμο από μικρές και οι γονείς μας υπήρξαν υποστηρικτικοί. Είναι άνθρωποι των επιστημών και θεωρούσαν τη μουσική, επιστήμη.

Εφαρμόζετε τις γνώσεις σας από διάφορα πεδία στη μουσική δημιουργία; Νομίζω, εξάλλου, ότι συχνά υποτιμάται η διάσταση των μαθηματικών ως τέχνης.

Σ.Β.: Στην πραγματικότητα αποτελούν μια σύμβαση που ανοίγει καινούριους κόσμους. Ασφαλώς οι σπουδές μας έχουν επηρεάσει αυτό το οποίο κάνουμε.

Οι σπουδές που ακολουθήσατε διεύρυναν την οπτική και το πεδίο των ενασχολήσεών σας;

Σ.Β.: Δεν επιλέξαμε σπουδές βάσει τού τι θα ήταν πιο συμφέρον για την κατοπινή πορεία μας, αλλά βάσει συναισθηματικών κριτηρίων.

Γι’ αυτό και δε σπουδάσαμε μουσικολογία, επειδή θέλαμε να κάνουμε άλλα πράγματα πέρα από τη μουσική αυτή καθ’ εαυτήν. Έτσι κι αλλιώς, η μουσική είναι μια σπουδή που δεν τελειώνει ποτέ.

Το ότι λειτουργούμε με βάση την πραγματική μας επιθυμία μάς προσφέρει ικανοποίηση και ελευθερία, επειδή γνωρίζουμε πως εμείς έχουμε διαμορφώσει το πλαίσιο στο οποίο κινούμαστε, χωρίς παρεμβάσεις.

Δεν έχουμε, εξάλλου, συνεργαστεί με άνθρωπο που δεν εκτιμούμε.

Ε.Β.: Ούτε έχουμε μετανιώσει για κάτι.

Σ.Β.: Από την άλλη, ίσως ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία πολλά έχουν αλλάξει -τόσο σε επίπεδο λειτουργίας των δισκογραφικών εταιρειών όσο και των σόσιαλ μίντια- σε σχέση με το πώς τα είχαμε μάθει μέσα από αφηγήσεις.

Αυτή είναι, ωστόσο, η δική μας εποχή. Έχω την αίσθηση ότι η δική μας γενιά είναι περισσότερο back to the roots, πιο κοντά στον Βαμβακάρη παρά στους Led Zeppelin.

Ως μουσικοί/περφόρμερ, διαπρέπετε στα λάιβ, την -κατά τη γνώμη μου- πιο ουσιαστική δοκιμασία.

Σ.Β.: Άλλη τέχνη η ζωντανή περφόρμανς, άλλη η ηχογράφηση στο στούντιο. Δεν τις συγκρίνουμε, ούτε συγκρίνουμε καλλιτέχνες ή καλλιτεχνικά είδη.

Το Τo Be Safe είναι η αγαπημένη μου από τις δισκογραφημένες δουλειές σας. Κατά πόσο επιδιώκετε να ανοίγεστε σε λιγότερο ασφαλή μουσικά «μονοπάτια»;

Σ.Β.: Ό,τι κάνουμε δεν πηγάζει από κάποιο δίλημμα ή αξιολόγηση ρίσκου. Προκύπτει με πολύ φυσικό τρόπο. Δύσκολο για εμάς θα ήταν να κάνουμε κάτι που δε μας υποδεικνύει το ξερό μας το κεφάλι! (Γέλιο).

Ο τρόπος με τον οποίο δουλεύουμε εμπεριέχει όλα τα ρίσκα τα οποία παίρνει ένας καλλιτέχνης όταν θέλει να πειραματιστεί.

Κυκλοφορώντας ένα άλμπουμ με δικές μας συνθέσεις σε εποχή κρίσης κάποιοι θα το θεωρούσαν τόλμημα. Για εμάς ήταν μια ανάγκη που έπρεπε να εκφραστεί με αυτόν τον τρόπο. Και δεν το έχουμε μετανιώσει.

Επιπλέον, η ίδια παραγωγή του δίσκου ήταν για εμάς ένα σχολείο, καθώς δεν υπήρχε από πίσω κάποια δισκογραφική εταιρεία για να ασχοληθεί.

Στο εξωτερικό σάς θεωρούν μέινστριμ, «πρέσβειρες» του «πολυπολιτισμού» ή της «ελληνικής παράδοσης»;

Σ.Β.: Στο εξωτερικό -για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη, την Ελβετία ή το Αζερμπαϊτζάν- έχουμε κυρίως παίξει στα κοινά των εκεί χωρών, όχι στις ελληνικές κοινότητες. Οπότε κι εκεί μάς αντιμετωπίζουν όπως κι εδώ.

Τα κοινά μας στο εξωτερικό είναι, επίσης, εξίσου αταξινόμητα από κάθε άποψη -ηλικιακή, σπουδαστική, επαγγελματική- με το κοινό μας στην Ελλάδα.

Μπορεί, επομένως, να μας ακούει ο πιο ψαγμένος κι ο πιο λαϊκός άνθρωπος. Κι αυτό μάς χαροποιεί, επειδή έτσι ακούμε και εμείς μουσική ή παρακολουθούμε ταινίες. Δε μας ενδιαφέρει τι καταλαβαίνει το κοινό, αλλά τι το συγκινεί.

Αν και οι μουσικόφιλοι και θεατρόφιλοι κινούνται περισσότερο στις ηλικίες των σαράντα και άνω, με εξαίρεση είδη όπως το χιπ χοπ, έχουμε και νεανικό κοινό, το οποίο μας ακολουθεί.

Παρατηρώ, εξάλλου, πως οι νεότερες γενιές έχουν μια εντονότερη τάση προς τα παραδοσιακά ακούσματα,

Όταν έχετε χρόνο, ηρεμία ή δεν υπάρχουν πιεστικές υποχρεώσεις οπoιουδήποτε τύπου, τι σάς ευχαριστεί να ακούτε περισσότερο;

Σ.Β.: Ακούω αρκετή κλασική, αλλά και γκόσπελ, μπλουζ, παλιό ροκ.

Ε.Β.: Είμαι κυκλοθυμική, οπότε ακούω μουσική με παράξενη σειρά. Μπορεί, λοιπόν, να ακούσω Βαμβακάρη, και μετά Μαρία Κάλλας · Radiohead, και στα καπάκια Καίτη Γκρέυ.

Κάποια στιγμή, μπορεί να θυμηθώ τις γκραντζ εμμονές μου από το σχολείο και να ακούω όλη την ημέρα Nirvana η Alice in Chains. Μ’ αρέσει επίσης πολύ η όπερα.

Πολλούς νέους καλλιτέχνες τους έχουμε επίσης μάθει μέσω της σύστασης κολλητών των οποίων το κριτήριο εκτιμούμε.

Επιπλέον, αν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο εντρυφούμε, για παράδειγμα, στα ρεμπέτικα, θα εντρυφήσουμε ακόμα περισσότερο.

Οι συναυλίες σας έχουν και τη διάσταση περφόρμανς. Θα σας ενδιέφερε η ενασχόληση και με την υποκριτική;

Σ.Β.: Αισθανόμαστε πολύ κοντά με τους ανθρώπους του θεάτρου και η προσέγγισή μας στην ερμηνεία των τραγουδιών είναι θεατρική. Είναι η προσέγγιση ενός ηθοποιού όταν τραγουδάει.

Έχουμε σκεφτεί την προοπτική σπουδών πάνω στο θέατρο, αλλά δεν την έχουμε υλοποιήσει ακόμα.

Προσωπικά, θα μ’ ενδιέφερε σοβαρά, μια τριετής καθημερινή φοίτηση σε σχολή. Ακόμα και μουσικολογία μπορεί να σπούδαζα τώρα.

Ε.Β.: Η μουσική εμπεριέχει το θέατρο - ή τουλάχιστον θα έπρεπε να το εμπεριέχει. Υποδύεσαι πολλούς ρόλους όταν πραγματοποιείς μια μουσική παράσταση.

Το θέατρο εμπεριέχει όλες τις μορφές τέχνης: τη μουσική, τον χορό, την παντομίμα - τα πάντα.

Έχετε βιώσει ποτέ στιγμές αμηχανίας, σε σχέση με τον τρόπο επικοινωνίας σας με το εκάστοτε κοινό;

Σ.Β.: Ωραία ερώτηση! Νομίζω ότι όχι. Επειδή όταν ανεβαίνεις στη σκηνή, το κάνεις με τσαμπουκά αδιαφορώντας για το πώς θα εκλάβει την εμφάνιση το κοινό, η όποια αμηχανία θα προκύψει μετά.

Όταν, όμως, νιώθεις εσύ εντάξει μ’ αυτό που κάνεις και δεν ντρέπεσαι για λογαριασμό σου, έχω την αίσθηση ότι κι οι άλλοι το εκλαμβάνουν έτσι. Εφόσον, επομένως, είμαστε «ξεδιάντροπες», δεν ντρέπεται και το κοινό για λογαριασμό μας. (Γέλιο).

Δε νομίζω, πάντως, πως κάποιος θεωρεί ότι τον κοροϊδεύουμε ή ότι κάνουμε κάτι «δήθεν».

Το πιο δύσκολο τεστ μας είναι να προβάρουμε καινούριο υλικό μπροστά σε φιλικά πρόσωπα. Μάς ατσαλώνει, ωστόσο.

Πρέπει, κατά τη γνώμη σας, η τέχνη να ενοχλεί, να προκαλεί, ενίοτε να «σοκάρει»;

Ε.Β.: Πρέπει να ενοχλεί. Δεν μπορούν οι καλλιτέχνες να είναι διαρκώς στην υπηρεσία του μέινστριμ. Στην εποχή μας, μετά από πολλά χρόνια, είναι μεγάλη η ανάγκη της ύπαρξης μιας όχλησης.

Θέλετε να συμβάλετε στην παραγωγή όχλησης;

Ε.Β.: Θέλουμε να κάνουμε ό,τι κάνουμε χωρίς εκπτώσεις. Επειδή είμαστε κοινωνικά και πολιτικά όντα, αυτό εκφράζεται μέσα από την τέχνη μας.

Ως ενήλικες, θα επιλέγατε να ζήσετε εκτός ελλαδικού πλαισίου;

Σ.Β.: Πάντα ήταν και είναι στις σκέψεις μας. Δεν ξέρω, όμως, αν υπάρχει μια Γη της Επαγγελίας πλέον. Αν, ωστόσο, μάς απευθυνόταν μια ενδιαφέρουσα πρόταση, δε θα λέγαμε «όχι».

Ε.Β.: Η Νέα Υόρκη και η Κωνσταντινούπολη μάς άρεσαν, για παράδειγμα.

Σ.Β.: Το ζητούμενο είναι το καλλιτεχνικό κίνητρο.

Σε κάθε περίπτωση, αισθανόμαστε πιο κοντά στους μουσικούς που ήταν ενεργοί έναν αιώνα πριν: σαν να τελείωσε ο λαμπρός αιώνας της δισκογραφίας και της καταγραφής, κι έχουμε επιστρέψει στην εποχή των λάιβ.

Εμείς, ως καλλιτέχνιδες του ζωντανού, έχουμε τον τρόπο να κάνουμε την τέχνη μας. Ανησυχώ για εκείνους οι οποίοι γράφουν και συνθέτουν, χωρίς να είναι περφόρμερ. Δεν ξέρω πώς θα επιβιώσουν. Πρέπει να στηριχτούν.

Ε.Β.: Τα πράγματα εξελίσσονται με άλλους ρυθμούς πλέον. Μια σύνθεση γίνεται «viral», και σε δυο μέρες ξεχνιέται. Δε σε «ποτίζει». Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση αψυχολόγητη για καλλιτέχνες και κοινό.

Ο καλλιτέχνης σήμερα πρέπει να βρει έναν τρόπο να υπάρχει μέσα σ’ αυτό το οποίο κάνει και να το υποστηρίζει. Κι επίσης να διεκδικεί τα δικαιώματά του συλλογικά.

Δυστυχώς, ζούμε σε καιρούς ατομικιστικούς οι οποίοι διαμορφώνουν προσωπικότητες ατομικιστικές, που δεν μπορούν να αναπνεύσουν.

Την Παρασκευή 26 και το Σάββατο 27 Δεκεμβρίου είμαι, πάντως, βέβαιος, ότι θα βιώσουμε αρκετές συλλογικές ανάσες. Να είστε καλά!

Ευχαριστώ θερμά την Ελευθερία Σακαρέλη, υπεύθυνη Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων, για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Οι Ελένη και Σουζάνα Βουγιουκλή παρουσιάζουν το πρόγραμμά τους Roots & Rituals στο Theatre of the NO (Κων/νου Παλαιολόγου 3, Αθήνα) την Παρασκευή 26 και το Σάββατο 27 Δεκεμβρίου, στις 22:30.