![]() |
| Νταϊάνα Άλαν (Φωτογραφία: Lea Rener) |
Συνδυάζοντας
ηχητικά αρχεία Παλαιστινίων προσφύγων με βωβές ταινίες της βρετανικής
κατοχής, η σκηνοθέτρια και καθηγήτρια ανθρωπολογίας Νταϊάνα
Άλαν ιχνηλατεί στο ντοκιμαντέρ Διχοτόμηση την
τραχιά συνέχεια της Νάκμπα.
Μια συνομιλία μαζί
της ενόψει της προβολής του στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ WIFT GR το Σάββατο 29 Νοεμβρίου.
Είσαι σκηνοθέτρια και καθηγήτρια
ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο McGill. Είσαι επίσης συνιδρύτρια του Αρχείου
Nakba και κατέχεις την Έδρα Έρευνας του Καναδά στην ανθρωπολογία των ζωντανών
αρχείων.
Με ποιους τρόπους το
ανθρωπολογικό ακαδημαϊκό σου υπόβαθρο και η πρακτική σας συνυφαίνονται με την
ενεργό ενασχόλησή σoυ
στον κινηματογραφικό τομέα;
Έχω εκπαιδευτεί ως
ανθρωπολόγος και σπούδασα κινηματογράφο στο Εργαστήριο Αισθητηριακής
Εθνογραφίας του Χάρβαρντ με τον Λουσιέν Κάστεϊνγκ-Τέιλορ, κάτι που με καθόρισε
και διαμόρφωσε τον τρόπο που προσεγγίζω τον κινηματογράφο:
Όχι απλώς ως
εικονογράφηση ή αναπαράσταση, αλλά ως μέσο εξερεύνησης, συνεργασίας και σχέσης.
Η εργασία μου στον
κινηματογράφο, με τη σειρά της, έχει διαμορφώσει τα ανθρωπολογικά και
εθνογραφικά μου ενδιαφέροντα και δεσμεύσεις, καθώς και τη μορφή, τον σκοπό και
το κοινό του έργου μου.
Εργάζομαι με
Παλαιστίνιους που ζουν σε καταυλισμούς στον Λίβανο από το 2000, όταν ξεκίνησα
τη διδακτορική μου έρευνα.
Το κύριο μέλημα αυτού του
έργου τα τελευταία 25 χρόνια ήταν η καταγραφή των ιστοριών της εκδίωξης και του
εκτοπισμού των Παλαιστινίων σε κοινότητες καταυλισμών.
Ήταν, επίσης, η διαρκής
κληρονομιά της απέλασης του 1948 για περισσότερες από πέντε γενιές προσφύγων
στην εξορία, οι οποίοι ζούσαν σε συνθήκες εντεινόμενης φτώχειας και
κοινωνικοοικονομικού αποκλεισμού.
Κεντρικό στοιχείο αυτού
του έργου είναι το Αρχείο Νάκμπα, μια πρωτοβουλία προφορικής ιστορίας από τα
κατω που συνδημιούργησα το 2002 με τον Μαχμούντ Ζεϊντάν και μια ομάδα
Παλαιστινίων ερευνητών.
Αυτό το αρχείο έχει
καταγράψει κινηματογραφημένες μαρτυρίες με πρόσφυγες πρώτης γενιάς σχετικά με
τη ζωή τους στην Παλαιστίνη πριν από το 1948 και την απέλαση που ακολούθησε τη
δημιουργία του κράτους του Ισραήλ.
Κατά τη διάρκεια αυτού
του ξεριζωμού, 750.000 Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια και τη γη
τους, και περίπου 110.000 -κυρίως από το Αλ-Τζαλίλ (Γαλιλαία) και τις παράκτιες
πόλεις Χάιφα, Γιάφα και Άκρα- κατέφυγαν στον Λίβανο.
Αυτή είναι η κοινότητα με
την οποία έχω συνεργαστεί ως αρχειονόμος, ακτιβίστρια, εθνογράφος και σκηνοθέτρια.
Ενώ έχω διεξάγει έρευνα
σε καταυλισμούς σε όλο τον Λίβανο, η δημοσιευμένη έρευνά μου επικεντρώνεται στον
καταυλισμό της Σατίλα στη Βηρυτό και σε άτυπες παλαιστινιακές συγκεντρώσεις στον
Νότιο Λίβανο.
Από πού πηγάζει το βαθύ
και συστηματικό ενδιαφέρον σου για τους Παλαιστίνιους και την Παλαιστινιακή
Υπόθεση; Είναι απλώς ανθρωπολογικής φύσης ή έχει και ηθικές, πολιτικές,
κοινωνικές και ευρύτερες πολιτισμικές διαστάσεις;
Η οικογένειά μου έχει
ισχυρούς δεσμούς με τη Μέση Ανατολή επειδή οι γονείς μου εργάζονταν στον Λίβανο
τη δεκαετία του 1970 και είχαν πολλούς Παλαιστίνιους φίλους, επομένως αυτός ο
κόσμος ήταν μέρος της ανατροφής μου.
Γεννήθηκα στη Βηρυτό, αν
και φύγαμε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου όταν ήμουν τριών ετών, οπότε
δεν έχω καμία ανάμνηση από εκείνη την εποχή.
Η μητέρα μου δούλευε στη
Γάζα τη δεκαετία του 1990 και συνεργάστηκε στενά με τον Eγιάντ Σαράτζ, ο οποίος ίδρυσε το
Πρόγραμμα Ψυχικής Υγείας της Κοινότητας της Γάζας (GCMHP).
Υπήρξε το πρώτο ίδρυμα
που προσέφερε υποστήριξη ψυχικής υγείας στην Παλαιστίνη, το οποίο δημιουργήθηκε
μετά την πρώτη Ιντιφάντα.
Ο διά βίου ακτιβισμός της
για τα δικαιώματα των Παλαιστινίων ήταν εξαιρετικά σημαντικός για την ενίσχυση
των δικών μου πολιτικών δεσμεύσεων και της ευαισθητοποίησής μου σε αυτό το
ζήτημα από νεαρή ηλικία.
Η πρώτη μου εμπειρία στην
Παλαιστίνη ήταν το 1993, σε ηλικία δεκαεννέα ετών, όταν εργάστηκα ως ασκούμενη
στο GCMHP.
Αυτή η εμπειρία ήταν
καθοριστική για μένα - οι μορφές βίαιου ρατσισμού, αδικίας και βάναυσης
κυριαρχίας που γνώρισα άλλαξαν τον τρόπο που έβλεπα τον κόσμο.
Ενώ συνέχισα τις σπουδές
μου στην ιστορία του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου ως προπτυχιακή φοιτήτρια,
συμμετείχα ενεργά σε παλαιστινιακές φοιτητικές ομάδες στο Κέιμπριτζ.
Όταν τελικά υπέβαλα
αίτηση για μεταπτυχιακές σπουδές ανθρωπολογίας, αρχικά πρότεινα να κάνω τη
διδακτορική μου έρευνα στη Γάζα.
Για διάφορους λόγους,
κατέληξα να μετατοπίσω την έρευνά μου στη συνεργασία με παλαιστινιακές
κοινότητες στον Λίβανο.
Συνδυάζοντας «αρχειακό
υλικό από τη βρετανική κατοχή της Παλαιστίνης με ηχογραφημένα αρχεία
Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο», το τελευταίο σου ντοκιμαντέρ, Διχοτόμηση,
ιχνηλατεί «γραμμές συνέχειας που άφησε ο σεισμικός εκτοπισμός».
Θα ήθελες να αναλύσεις τη
σημασία της χρήσης και της επανοικειοποίησης αρχειακού υλικού στην
κινηματογραφική σου προσέγγιση;
Αντλώντας από τα
βρετανικά αποικιακά αρχεία για την ταινία, κεντρικός μου στόχος ήταν να
αναλογιστώ κριτικά τον ρόλο που έπαιξε η Βρετανία στην καταστροφή της
Παλαιστίνης και στην καταστροφή την οποία συνεχίζουν να υφίστανται οι
Παλαιστίνιοι.
Δημιούργησα το οπτικό αρχείο
εξ ολοκλήρου από αρχειακό υλικό που φυλάσσεται σε αποικιακές συλλογές στο
Ηνωμένο Βασίλειο:
Επίκαιρα, ταινίες
στρατολόγησης που παροτρύνουν τους Παλαιστίνιους να εργαστούν για αποικιακές
υπηρεσίες και κυβερνητική προπαγάνδα για «εκπολιτιστικά» έργα όπως
σιδηρόδρομοι, υγειονομική περίθαλψη και σχολεία.
Το υλικό εκτείνεται από
το 1917 έως το 1948, από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον
τερματισμό της Βρετανικής Εντολής, μετά το Σχέδιο Διαχωρισμού του ΟΗΕ.
Όταν απευθύνθηκα στα
αρχεία για άδεια, ανακάλυψα ότι τα τέλη αδειοδότησης ήταν υπερβολικά και δεν
ήμουν διατεθειμένη να πληρώσω ένα βρετανικό κυβερνητικό ίδρυμα για πρόσβαση σε
υλικό το οποίο τεκμηριώνει την εκδίωξη των Παλαιστινίων.
Δεδομένου ότι αυτές οι
εικόνες αυτοκρατορικών θεμάτων δεν «ανήκουν», με μια βαθύτερη έννοια, σε αυτούς
τους θεσμούς που τις κατέχουν, διερεύνησα άλλες μορφές πρόσβασης.
Αυτό με οδήγησε στην
επαναφωτογράφηση - ουσιαστικά, στο να ξανατραβήξω αρχεία χαμηλής ανάλυσης σε
φιλμ 16 χιλιοστών χρησιμοποιώντας μια κάμερα Bolex.
Μπόρεσα, έτσι, να παρέμβω
στην εικόνα με διαφορετικούς τρόπους - μέσω επανακαδραρίσματος, αλλαγής της
ταχύτητας, του χρώματος και ούτω καθεξής.
Κρόπαρα και ξαναέστησα το
πλάνο για να φέρω στο προσκήνιο την παλαιστινιακή ζωή του περιθωρίου,
μεγεθύνοντας τα πρόσωπα και αντιστρέφοντας φόντο και πρώτο πλάνο.
Η ανακατασκευή των
ψηφιακών αρχείων σε αναλογική μορφή δημιούργησε ένα εντελώς διαφορετικό είδος
σχέσης με τα υλικά. Έτσι, ο περιορισμός έγινε εξαιρετικά γενεσιουργός.
Όλο αυτό το υλικό ήταν
σιωπηλό, επομένως ο άλλος τρόπος με τον οποίο αναδημιουργώ το νόημα των εικόνων
είναι μέσω του ήχου.
Για τον ήχο, έχω αντλήσει
στοιχεία από ηχογραφήσεις που έχω κάνει με Παλαιστίνιους στον Λίβανο και σε
διάφορα μέρη του εκτοπισμού τους τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Αυτές περιλαμβάνουν
αποσπάσματα συνεντεύξεων, ηχογραφήσεις σε περιβάλλοντα χώρο από ηχοτοπία
καταυλισμών
Το πιο σημαντικό,
περιλαμβάνουν τραγούδια, ένα ακόμη αρχείο παλαιστινιακής Ιστορίας και
εμπειρίας, αλλά και πηγή τεράστιας ποιητικής και πολιτικής δύναμης.
Φέρνοντας αυτά τα χρονικά
και πολιτικά αποσυνδεδεμένα αρχεία σε αισθητηριακή σύνθεση και διαλεκτική
ένταση, η Διχοτόμηση επιχειρεί -ή εγώ επιχειρώ σ’ αυτήν- να αμφισβητήσει
τις αποικιακές αναπαραστάσεις του παρελθόντος μέσα από τα ηχοτοπία ενός
προσφυγικού παρόντος.
Μερικές φορές οι
συνομιλητές μου περιγράφουν αυτό που βλέπουν, αναφερόμενοι σε εικόνες από την
εποχή της αποικιοκρατίας.
Προσθέτοντας τον ήχο
παλαιστινιακών φωνών σε βωβά πλάνα, η ταινία ξεκινά μια συζήτηση μεταξύ αυτών
των δύο αρχείων - αποικιακού και ιθαγενικού.
Είναι, κατά τη γνώμη σoυ, η κινηματογράφηση ένας
τρόπος απογύμνωσης και αποδόμησης της κυρίαρχης αφήγησης, αποικιακής ή άλλης,
είτε σχετίζεται με την Παλαιστίνη είτε όχι;
Θεωρώ την κινηματογράφηση
τόσο αποδομητική όσο και αναδομητική. Συγκεκριμένα, με ενδιαφέρουν οι
δυνατότητες που προσφέρουν πιο πειραματικές, μη γραμμικές μέθοδοι
κινηματογράφησης.
Στη Διχοτόμηση, το
διαλεκτικό μοντάζ και ο μη διηγητικός ήχος κινητοποιούνται για να αποδομήσουν
τη μνήμη, την αρχειακή αυθεντία και την αποικιακή θεώρηση.
Οι ιδιαιτερότητες της
φωνής, ή οι ηχογραφήσεις ηχοτοπίων από στρατόπεδα, γειώνουν και
επαναπροσδιορίζουν τις βίαιες αφαιρέσεις που προβάλλονται στις αποικιακές
ταινίες, οι οποίες επιδίωκαν να επιτηρήσουν, να χαρτογραφήσουν και να
κυριαρχήσουν στην παλαιστινιακή ζωή.
Όπως και οι προηγούμενες
ταινίες μου -και συγκεκριμένα το So
Dear,
So
Lovely
(2018)-
έτσι κι αυτή χρησιμοποιεί την ασυγχρονικότητα ως αισθητική στρατηγική για την
επέκταση της κριτικής επίγνωσης και την αναστάτωση των κυρίαρχων αφηγήσεων.
Τι μπορεί να πετύχει το
χάσμα μεταξύ εικόνας και ήχου; Ως θεατές, νομίζω ότι περιπλέκει την ικανότητά
μας να γνωρίζουμε και να κρίνουμε αυτό που βλέπουμε, προσφέροντας κάτι πολύ πιο
ύπουλο.
Ελπίζω ότι αυτό θα
οδηγήσει τους θεατές να αναρωτηθούν: «Τι διακυβεύεται για να απεικονιστεί
αυτό το θέμα με αυτόν τον τρόπο;»
Στη Διχοτόμηση, η συνέχεια
παρελθόντος και παρόντος είναι κυρίως αντιληπτή μέσω της αφόρητης εμπειρίας του
εκτοπισμού, αλλά και της επιθυμίας της επιστροφής, και προσωποποιείται στην Σουμάγια
Αλ-Χατζ, την «σχολιάστρια».
Εφόσον αφιερώνεις την
ταινία σας σε αυτήν και σε «όλους τους Παλαιστίνιους που έχουν χωριστεί»,
θα ήθελες να μου πεις τι σς συνδέει συγκεκριμένα με αυτήν τη γυναίκα;
Γνώρισα για πρώτη φορά την
Σουμάγια το 2000, όταν ξεκίνησα την διδακτορική μου έρευνα πεδίου στον
καταυλισμό της Σατίλα.
Εργαζόμουν εθελοντικά στη
Najdeh,
μια γυναικεία ΜΚΟ, όπου δίδασκα αγγλικά. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους τους
οποίους γνώρισα και γρήγορα έγινε στενή μου φίλη. Η φιλία μας, διάρκειας 25 χρόνων,
είναι πολύτιμη.
Η Σουμάγια είναι ένας από
τους πιο σοφούς, δυνατούς και ευγενικούς ανθρώπους που γνωρίζω και εξακολουθώ
να νιώθω δέος για την ανθεκτικότητα και την πίστη της.
Πριν από αρκετά χρόνια,
αποφάσισε να εγκαταλείψει τον Λίβανο και να ζητήσει άσυλο στο Βέλγιο.
Η αφήγηση του λαθραίου
ταξιδιού της είναι ένα από τα βασικά αφηγηματικά νήματα της ταινίας και
επικαλύπτει αποικιακά πλάνα. Η περιγραφή αυτού του ταξιδιού, και η κατάσταση
του συνεχιζόμενου εκτοπισμού, καταργεί τη χρονική απόσταση.
Το κοινό αναγνωρίζει τη
συνέχεια του εκτοπισμού που διαμορφώνει την παλαιστινιακή συνθήκη: η διχοτόμηση
τού τότε είναι η διχοτόμηση τού σήμερα.
Όταν η Σουμάγια τραγουδά
για χαμένους ανθρώπους και τόπους, την εμπειρία της εγκατάλειψης της μητέρας
της και τον χωρισμό της από την κόρη της (η οποία παραμένει στον Λίβανο), η
φωνή της -εκφραστική και στοιχειωτική- αναστατώνει τη γραμμική Ιστορία ζωντανεύοντας
την κυκλική συνέχεια της στέρησης και της αντοχής.
Με βάση ποια κριτήρια
αποφάσισες να «ντύσεις» το αρχειακό υλικό είτε με ήχο/μουσική/τραγούδια είτε με
τη μαρτυρία της Σουμάγια;
Η διττής εστίασης δομή -σιωπηλές
αποικιακές εικόνες από έναν αιώνα πριν σε συνδυασμό με σύγχρονες παλαιστινιακές
φωνές και ηχοτοπία- ήταν απαραίτητη για την αμφισβήτηση της αυθεντίας των
αποικιακών αρχείων και της ιδέας πως το παρελθόν τους έχει «τελειώσει».
Η ταινία σκόπιμα
επικαλύπτει τις χρονικότητες.
Όταν ακούμε τη Σουμάγια
να περιγράφει τη δική της βιαστική αναχώρηση, αρχικά υποθέτουμε ότι μιλάει για
το 1948 - μέχρι που η ιστορία της μετατοπίζεται στην περιγραφή του αεροδρομίου
και της απώλειας της τσάντας με τα πολύτιμα υπάρχοντά της, αποκαλύπτοντας πως
είναι, στην πραγματικότητα, πρόσφατη.
Η προσθήκη ήχου έγινε
ένας τρόπος για να υπογραμμιστεί η αναδρομική φύση του εκτοπισμού.
Τα ίδια τα αποικιακά
πλάνα μεταφέρουν την καταστροφή: οι πρώτες εναέριες λήψεις παρακολούθησης από
το 1917 αποτελούν παράδειγμα επιστημικής βίας:
Η αυτοκρατορική κατάληψη
εδαφών, η υποδούλωση της ιθαγενούς ζωής και οι εξορυκτικές πρακτικές της
αυτοκρατορίας.
Κοιτάζοντας πίσω,
βλέπουμε τους σπόρους της παρούσας γενοκτονίας σε αυτές τις εικόνες, ακριβώς
όπως αυτές προσβλέπουν σε πιθανά μέλλοντα - συμβολισμένα από τον
επαναλαμβανόμενο ηλιογράφο που αναβοσβήνει τον κώδικα Μορς σε όλο το τοπίο,
καλώντας μας να αντιδράσουμε.
Επιπλέον, η Διχοτόμηση
είναι «ένας στοχασμός πάνω σε αυτά που θυμούνται τα σώματα και ξεχνούν οι
αυτοκρατορίες». Είναι η μνήμη, ειδικά αυτή που είναι εγγεγραμμένη στο
(συλλογικό) σώμα, ένα πεδίο μάχης;
Ως Βρετανή πολίτης, η
σχέση μου με την Ιστορία του παλαιστινιακού εκτοπισμού δεν είναι απλή.
Υπό αυτήν την έννοια, η Διχοτόμηση
αφορά τόσο στο βρετανικό αυτοκρατορικό φαντασιακό της Παλαιστίνης όσο και στη
δική μου διαμόρφωση μέσα σε αυτό.
Κατ’ επέκταση, εξετάζει
επίσης τη βρετανική ευθύνη και λογοδοσία - κάτι που σπάνια αναγνωρίζεται και
συχνά ξεχνιέται συνειδητά.
Η συνεχιζόμενη και
θεαματική βία την οποία έχει ασκήσει το Ισραήλ εναντίον του παλαιστινιακού λαού
από το 1948 έχει επιτρέψει αυτές τις μορφές αυτοκρατορικής αμνησίας - συχνά
αποκρύπτοντας το γεγονός ότι η Νάκμπα ξεκίνησε δεκαετίες νωρίτερα, υπό
βρετανική αποικιακή κατοχή.
Η ταινία, από αυτή την
άποψη, στοχεύει να επαναπροσδιορίσει την καταστροφή στο χρόνο και να
μετακινήσει τον δείκτη του χρόνου πίσω.
Η μνήμη είναι πράγματι
ένα πεδίο μάχης - η συνεχής απονομιμοποίηση της παλαιστινιακής Ιστορίας και
εμπειρίας την έχει μετατρέψει σε τόπο έντονου αγώνα.
Ο ίδιος ο τίτλος, Διχοτόμηση,
παραπέμπει όχι μόνο στο Σχέδιο Διχοτόμησης του ΟΗΕ του 1947 και στον
αισθητηριακό διαχωρισμό εικόνας και ήχου, αλλά και στην κατάσταση που βιώνουν
οι Παλαιστίνιοι σήμερα:
Έχουν απογυμνωθεί όχι
μόνο από γη και οικογένεια, αλλά και από την ίδια τους την Ιστορία, η οποία
συνεχίζει να περιθωριοποιείται και να φιμώνεται.
Η συζήτησή μας συμπίπτει
με την προσπάθεια της λεγόμενης «διεθνούς κοινότητας» να επιβάλει μια νέα
εντολή, υπό την ηγεσία του Τραμπ, στη Γάζα, μέσω ενός νομικά άκυρου και από
κοινού απορριφθέντος από τις παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις ψηφίσματος
του ΟΗΕ.
Ποιες είναι οι πιθανές
συνέπειες αυτής της απόφασης, αν επιχειρηθεί η υλοποίησή της;
Οποιοδήποτε σχέδιο δεν
περιλαμβάνει την υποστήριξη παλαιστινιακών πολιτικών ομάδων -όπως συμβαίνει με
το προτεινόμενο σχέδιο των Τραμπ και Μπλερ για μεταβατική διακυβέρνηση στη
Γάζα- είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.
Υπογραμμίζει για άλλη μια
φορά την άθλια μυωπία της διεθνούς κοινότητας, η οποία επιλέγει αντανακλαστικά
μια διεθνοποιημένη τεχνοκρατική εξουσία εις βάρος της παλαιστινιακής
αυτοδιάθεσης.
Το όραμα για το μέλλον
της Γάζας πρέπει να προέρχεται από τους κατοίκους της Γάζας. Είναι τόσο
προφανές πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί μια δίκαιη και
βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή.
Ευχαριστώ θερμά
την σκηνοθέτρια για τη σε βάθος συνομιλία και την παραχώρηση
του φωτογραφικού υλικού.
Το ντοκιμαντέρ της
Νταϊάνα Άλαν Διχοτόμηση προβάλλεται
στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ WIFT GR - 50/50 Ισότητα και στον
Κινηματογράφο το Σάββατο 29
Νοεμβρίου στις 19:00 (Ταινιοθήκη της
Ελλάδος).




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου