Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Enzo Cormann: «Λόγω έλλειψης τέχνης, κάτι θα πέθαινε μέσα μας»

 

Enzo Cormann (Φωτογραφία: Juan Martínez Lahiguera)

Θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, συνθέτης και καθηγητής, ο Γάλλος Enzo Cormann είναι μια από τις σημαντικότερες -και πλέον πολιτικοποιημένεςφυσιογνωμίες στο πεδίο του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου.

Μια σε βάθος συζήτηση μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του Σε τι μας χρησιμεύει το θέατρο; Άρθρα και διαλέξεις 1987-2003 στα ελληνικά.

Αφιερώνετε το βιβλίο σας  Σε τι μας χρησιμεύει το θέατρο; Άρθρα και διαλέξεις 1987-2003 στον Φελίξ Γκουαταρί, του οποίου η αντίληψη της φιλοσοφίας ως εργαστηρίου εννοιών «που προορίζονται για δράση» σάς έχει διαμορφώσει.

Θα θέλατε να αναφερθείτε πιο αναλυτικά στην διανοητική, πολιτική και προσωπική σχέση σας με τον Γκουαταρί

Σε προσωπικό επίπεδο -εκτός από την φιλία μας- οφείλω στον Φελίξ Γκουαταρί το ότι μου επέτρεψε να αναλογιστώ την καλλιτεχνική μου δέσμευση ως αναλυτής της ποίησης, και όχι μόνο ως ποιητής.

Δε σκοπεύω να επινοήσω έννοιες -δεν είμαι φιλόσοφος-, αλλά να παράγω κριτική σκέψη συνυφασμένη με τα έργα μου ως «χαοσμικός τεχνίτης» και ενημερωμένη από αυτές.

«Η τέχνη παλεύει ενάντια στο χάος, αλλά για να τo κάνει πιο ευαίσθητo», είχε πει ο Γκουαταρί.

Το έργο του καλλιτέχνη, παραγωγού «μοναδικών διευθετήσεων υποκειμενικής εκφώνησης», βρίσκεται σε μόνιμη αναζήτηση της αδύνατης οριστικής επίλυσης της έντασης μεταξύ μορφής και χάους.

Ο σύνθετος όρος «χαόσμωση» (χάος + ώσμωση + σύμπαν...) είναι η έκφραση αυτής της αδύνατης και αναγκαίας πρόκλησης της τέχνης.

Πριν από δύο χρόνια, έγραψα ένα κείμενο - το οποίο ερμήνευσα κυρίως κατά την διάρκεια των «Διεθνών Ημερών Φελίξ Γκουαταρί» στο Παρίσι.

Λέγεται Γρήγορα! («Ίσως το πιο όμορφο σύνθημα που γράφτηκε στους τοίχους», σύμφωνα με τον Γκυ Ντεμπόρ, για την εξέγερση του Μάη του 1968...)

Υπήρχε αυτή η ταχύτητα στον Φελίξ - για να μην πω το θάμβος. Η απεγνωσμένη επιθυμία να σπάσουν οι νομικές δέλτοι και να αποδοθεί δικαιοσύνη στις μοναδικότητες.

Επίσης, ξεχνάμε πολύ συχνά πως ο ίδιος έγραψε για το θέατρο και ότι περιέγραψε πρόθυμα αυτή την τέχνη ως ένα «καυτό προάστιο της σκέψης». Γρήγορα! Φανταστείτε τον φιλόσοφο-θεατρικό συγγραφέα κλεισμένο όλο το βράδυ σε ένα θέατρο...

«[...] Γράφω αντί να ζωγραφίζω. Και χωρίς αμφιβολία, γράφω ειδικά για το θέατρο γιατί δεν μπορώ να ζωγραφίσω ανθρωπάκια», σημειώνετε. Με ποιους τρόπους αποκλίνει η συγγραφή από την ζωγραφική ή συγκλίνει με αυτήν;

Έχω πει πολλές φορές ότι γράφω αντί να ζωγραφίζω. («Ζωγραφίζω», σωστά;  Όχι απλώς σχεδιάζω). Ξέρω ακριβώς για τι πράγμα μιλάω: η σύντροφός μου είναι ζωγράφος!

Το να γράφεις αντί να ζωγραφίζεις σημαίνει να συμφωνείς να χρησιμοποιήσεις το πλαίσιο της γλώσσας για να ανταποκριθείς στον κόσμο.

Αν και έχω αφιερώσει πενήντα χρόνια από τη ζωή μου στην τέχνη του λόγου, θα παραμείνω μέχρι το θάνατό μου με τη λύπη που δεν μπόρεσα -ή δεν έμαθα- να αφοσιωθώ στην τέχνη του βλέμματος...

Η ελευθερία του ζωγράφου με γοητεύει - και μάλλον με φοβίζει αρκετά ώστε να με κάνει ανίκανο να ζωγραφίσω!

Υπάρχει μια φυσική, σωματική διάσταση στην ζωγραφική, που μου λείπει στο γράψιμο - μια αυστηρά φυσική διάσταση με την οποία, ωστόσο, η σκηνή, η παράσταση μου επιτρέπουν να επανασυνδεθώ.

Στο σπίτι όπου ζω γίνεται διαρκής αγώνας ανάμεσα σε βιβλία και πίνακες για την οικειοποίηση των διαθέσιμων τοίχων...

Αν «η μουσική μπορεί να υπηρετεί το θέατρο [...] αλλά μπορεί κυρίως να το αλλάζει με την προϋπόθεση ότι το θέατρο δέχεται [...] να αποβάλει τους κανόνες του», νομίζετε πώς όσοι το εξασκούν είναι πρόθυμοι να αποβάλουν τους κανόνες του;

Δε νομίζω ότι το ερώτημα τίθεται με αυτούς τους όρους.

Κατά την άποψή μου, πρόκειται για την έναρξη μιας διαδικασίας διασταύρωσης του γίγνεσθαι: γίγνεσθαι-λόγος της μουσικής, γίγνεσθαι-μουσική του λόγου...

Ο λόγος πρέπει να μάθει να αποδίδει δικαιοσύνη στην παρόρμηση που τον κρύβει, στις αρμονίες που τον διασχίζουν, στους ρυθμούς που τον δομούν...

Η μουσική είναι ο λόγος του ανείπωτου, όχι συμπλήρωμα ψυχής ή συναισθήματος, αλλά μια διευρυμένη περιοχή της λέξης και του φωνήματος.

Οι παρατηρήσεις μου σε αυτά τα θέματα αφορούν τη δική μου εμπειρία ως τζαζοποιητικός ερμηνευτής.

Η ιδέα δεν ήταν ποτέ ότι η μουσική «συνοδεύει» τον λόγο, ούτε ότι ο λόγος βασίζεται σε οποιαδήποτε συναυλιακή «διασκευή», αλλά μάλλον σε μια αντιπαράθεση, μια τρυφερή μονομαχία, μια αμοιβαία αποεδαφικοποίηση.

Το αντίθετο του «flow» που χαρακτηρίζει το ραπ.

«Η γραφή είναι επίσης η απεγνωσμένη και συγκινητική αποκρυπτογράφηση της μουσικής του κόσμου», προσθέτετε. Με ποια έννοια;

«Ακούω τις φωνές μου», έλεγε ο Φόκνερ.

Το 2018 ανέλαβα την (πολύ) μακροχρόνια συγγραφή ενός δραματικού έργου που αποτελείται αποκλειστικά από κομμάτια τριάντα λεπτών, σε τρεις κινήσεις, για τρεις ερμηνευτές, με τίτλο Η παγκόσμια ιστορία της ψυχής σου.

Περίπου εξήντα θεατρικά έργα έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα σε αυτό το πλαίσιο (και οι δύο πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν στα γαλλικά). Στην ολοκληρωμένη του μορφή (με ορίζοντα το 2030;) το έργο θα περιλαμβάνει ενενήντα εννιά κομμάτια.

Κάθε μέρα, όταν ανοίγω τον φορητό υπολογιστή μου για να δουλέψω το ένα ή το άλλο από αυτά τα κείμενα, δέχομαι επίθεση από κάθε είδους φωνές, ανόμοιες, άτοπες, άπιαστες, κατανοητές ή μη, μυστηριώδεις ή τετριμμένες...

Από ένα φωνητικό, λεκτικό -και νοητικό- χάος, στο οποίο πασχίζω να δώσω μια προσωρινή μορφή - ας πούμε πειραματική, με την έννοια της «μοιραζόμενης εμπειρίας» και του «πειράματος της σκέψης».

Τέτοια είναι η πρόζα - ή «μουσική» του κόσμου, πράγματι.

«Όταν ανακάλυψα την τζαζ το 1989», εξομολογείστε, «συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι αυτή η μουσική υπήρχε πάντα στην ουσία της δικής μου γραφής. [...] Η τζαζ ήταν για μένα ένα πρόσχημα για να εκφραστώ». Γιατί ειδικά η τζαζ;

Απλώς ένιωσα σωματικά πως μια τζαζ παρόρμηση διέτρεχε υπόγεια το γράψιμό μου και ότι υπάκουε περισσότερο στο αυτί, και επομένως στην προφορικότητα, παρά στο γράψιμο με την στενή έννοια.

Μόλις άρχισα να ανακατεύω τα κείμενά μου με αυτήν την μουσική, να τα προφέρω στο λίκνο της ορχήστρας, ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Φαινόταν να κυλά πηγαία...

Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στα ρυθμικά χαρακτηριστικά της τζαζ: την κατ εξοχήν αντιστρατιωτική μουσική - σε αντίθεση με το 99% της μουσικής που μεταδίδεται στις πίστες χορού σε όλο τον κόσμο...

Έπειτα, λόγω των στιχουργικών της ιδιαιτεροτήτων: συναισθηματική μουσική αλλά χωρίς συναισθηματισμό και αισθηματολογία.

Τέλος, για πολιτικούς λόγους (αλλά ίσως θα έπρεπε να πω «ποιητικοπολιτικούς»), λόγω της καταγωγής και της ιστορίας της (μουσική «ενάντια», μουσική αντίστασης στην ανάθεση, μουσική χειραφέτησης).

«Ο ρόλος που ανατίθεται στην τέχνη είναι ρόλος βαθιά προσαρμοστικός με σκοπό να απαλλάξει τον απροσάρμοστο από την παρέκκλισή του, τον παραβάτη από τη βία, τον εξεγερμένο από την εξέγερση, ακόμη και από τη σκέψη της εξέγερσης», ισχυρίζεστε.

Σε καιρούς «συρρίκνωσης του χώρου της σκέψης» υπό την κυριαρχία της οικονομίας -και της ιδεολογίας- της «αγοράς», πώς μπορεί η «καλλιτεχνική χειρονομία» να διεκδικήσει εκ νέου την ανατρεπτική φύση της;

Η τέχνη εργάζεται πάνω σε αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, και συγκεκριμένα (κατά τον Μπουρντιέ) «τις αναπαραστάσεις που κάνουν τις ομάδες να κινούνται». Αυτή η εκφωνητική λειτουργία της τέχνης δεν είναι σίγουρα αμελητέα.

Ωστόσο, η τέχνη δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αλλάζει τον κόσμο. Συμφωνώ με τον Γκουαταρί, που μίλησε για τις «ανεπαίσθητες διακλαδώσεις» τις οποίες μπορεί να εκμεταλλευτεί.

Αντί να αναρωτιόμαστε «Τι είναι η τέχνη;» («Τι είναι το θέατρο;»), ίσως καλύτερα να αναρωτηθούμε τι θα μας έλειπε χωρίς αυτό.

Λόγω έλλειψης τέχνης, δε θα πεθαίναμε όπως θα πεθαίναμε από έλλειψη οξυγόνου ή νερού, αλλά κάτι θα πέθαινε μέσα μας. Ας διερευνήσουμε την φύση αυτού του «κάτι».

Ο Γκουαταρί απαντά: η υποκειμενικότητα. Με άλλα λόγια, αυτό που μας κάνει υποκείμενα, και όχι απλώς αντικείμενα της αγοράς και του ιδεολογικού της μηχανισμού.

Από αυτή την άποψη, η τέχνη είναι στην πραγματικότητα μια πρακτική συλλογικής αντίστασης στην ολοκληρωτική και μη αναστρέψιμη πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων.

«Η ποίηση τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της πολιτικής - και ο ρόλος του δραματουργού είναι να ποιητικοποιήσει την πολιτική, δηλαδή να την κινητοποιήσει μέσα στον χώρο της θεατρικής μυθοπλασίας», συμπεραίνετε.

Γιατί αποδίδετε τέτοια σημασία στην ποίηση;

Αυτό συμβαίνει γιατί η πολιτική πρέπει επίσης να είναι ο χώρος για την παραγωγή υποκειμενικότητας, και όχι μόνο για την περισσότερο ή λιγότερο ορθολογική διαχείριση των λαών, των αγαθών τους και της επικράτειάς τους.

Κοινά αγαθά δεν είναι μόνο οι αυτοκινητόδρομοι, τα στάδια, τα νοσοκομεία και τα σχολεία (και τα θέατρα...), αλλά τα οράματα, οι συσκευές ομιλίας, οι υπαρξιακές μεταλλάξεις, τα συλλογικά συναισθήματα, οι εφευρέσεις κ.λπ.

Η ποίηση διατυπώνει το ανείπωτο της επιθυμίας, μάς αφήνει συλλογισμένους.

Με αυτή την έννοια η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει να ποιητικοποιήσουμε την πολιτική:

Με την προϋπόθεση ότι ταυτόχρονα αφοσιωνόμαστε στην πολιτικοποίηση της ποίησης, βγάζοντάς την από τα αυλάκια της ναρκισσιστικής ενδοσκόπησης και της μεταμοντέρνας αποστασιοποίησης.

«Γράφω θέατρο γιατί προσπαθώ να μην ζω και σκέφτομαι σαν γουρούνι», δηλώνετε. Είναι αυτό ακόμα δυνατό;

Ζώντας και σκεπτόμενοι σαν γουρούνια είναι ο τίτλος του τελευταίου έργου του αείμνηστου μαθηματικού και φιλοσόφου Gilles Chatelet (1944-1999).

Η έκφραση δεν είναι πολύ ευγενική γι αυτά τα ζώα, τα οποία γενικά υφίστανται κακομεταχείριση και υπερεκμετάλλευση από τους ανθρώπους, που τα περιποιούνται μόνο για να τα φάνε καλύτερα...

Το να προσπαθείς να μη ζεις και να μη σκέφτεσαι σαν γουρούνι σημαίνει πολύ απλά (χωρίς να υπάρχει τίποτα απλό σε αυτό) να προσπαθείς να παραμένεις συνειδητός και να αναπτύσσεις αυτόνομη και κριτική αντίληψη και σκέψη.

«Να ενδιαφέρεσαι για αυτό που είναι μεγαλύτερο από τον άνθρωπο στον άνθρωπο», όπως είχε πει ο Armand Gatti. Να αρνείσαι να ευθυγραμμίζεις την ύπαρξή σου με την λογική και τις απαιτήσεις της αγοράς.

Να αντιτάσσεσαι στην διαρκή απόπειρα (επαν)ενοποίησης στην κατεύθυνση της δελεαστικής μονοδιαστατικότητας. Σημαίνει να πετύχεις στην τρέλα σου.

«Ποιο είναι το μέλλον της θεατρικής φόρμας;» αναρωτιέστε σε κάποιο σημείο. Καθώς περνούν τα χρόνια, έχετε καταλήξει σε μερικές απαντήσεις;

Για μένα, σήμερα, το μέλλον της θεατρικής μορφής βρίσκεται στο παρελθόν, ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα:

Στα «ανατομικά θέατρα» της Δυτικής Ευρώπης (σημ.: αμφιθεατρικής δομής χώροι όπου διδασκονταν μαθήματα ανατομίας στα πρώιμα σύγχρονα πανεπιστήμια), και στο κουκλοθέατρο bunraku στην Ιαπωνία.

Περισσότερο από ποτέ, το θεωρώ «θέατρο λέξεων», σε αντίθεση με ένα σχηματικό «θέατρο εικόνων».

Θα ήθελα να επισημάνω πως δε σκοπεύω να δηλώσω κανενός είδους δόγμα ή κατηγορηματική αισθητική επιταγή: μιλάω για τις επιλογές μου.

Το θεατρικό ιδανικό για μένα είναι, τελικά, αρκετά κοντά στον αρχαίο βάρδο ή έναν Chikamatsu.

(Σημ.: Γνωστός ως Chikamatsu Monzaemon, ο Sugimori Nobumori, που γεννήθηκε το 1653 και πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 1725, ήταν Ιάπωνας δραματουργός του jōruri, ενός είδους κουκλοθεάτρου).

Έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια από την δημοσίευση του πρώτου, κατά χρονολογική σειρά, από τα κείμενα που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο και σχεδόν είκοσι από την αρχική κυκλοφορία της εν λόγω συλλογής στα γαλλικά.

Έχετε αισθανθεί από τότε την ανάγκη να αναθεωρήσετε την προσέγγισή σας;  

Η προσέγγισή μου στο θέατρο συνέχισε να εξελίσσεται από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1980, όταν δημοσίευσα και παρουσίασα τα πρώτα μου έργα επί σκηνής.

Η συλλογή άρθρων και διαλέξεων για την οποία μιλάμε, με αφορμή την ελληνική τους μετάφραση και έκδοση, κυκλοφόρησε στην Γαλλία το 2003.

Δημοσίευσα μια δεύτερη το 2012 (Αυτό που μόνο το θέατρο μπορεί να πει, Εκδόσεις Les Solitaires Intempestifs).

Δεν έχω άλλη αξίωση σε αυτά τα κείμενα από το να αναστοχάζομαι «φωναχτά» ή «εν όψει» - να προσφέρω, επομένως, προς ανάγνωση μια σκέψη σε διαρκή εξέλιξη.

Τούτου λεχθέντος, δε νομίζω πως βίωσα ποτέ πλήρη αντίφαση όσον αφορά σε αυτήν την σκέψη σε σχέση με την δουλειά, όσο ελικοειδής κι αν ήταν.

Πάντα διατηρούσα την ίδια παθιασμένη προτίμηση για την θεατρική συναρμολόγηση και την ανάπτυξη του δράματος, για το θέατρο «με γυμνά χέρια» και την μυθοπλασία «extime» (συλλογική οικειοποίηση του προσωπικού).

«Δουλεύουμε στο σκοτάδι - κάνουμε ό,τι μπορούμε - δίνουμε ό,τι έχουμε. Η αμφιβολία μας είναι το πάθος μας και το πάθος μας είναι το καθήκον μας. Τα υπόλοιπα είναι η τρέλα της τέχνης». (Χένρι Τζέιμς).

Το βιβλίο του Enzo Cormann Σε τι μας χρησιμεύει το θέατρο; Άρθρα και διαλέξεις 1987-2003 κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ευρυδίκη σε μετάφραση του Νεκτάριου-Γεώργιου Κωνσταντινίδη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου