Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Χρήστος Θεοδωρίδης: «Σ’ έναν εκφασισμένο κόσμο το θέατρο είναι ο τελευταίος τόπος ελευθερίας»

 

Χρήστος Θεοδωρίδης (Φωτογραφία: Ξένια Θεμελή)

Βασισμένη στο βαθιά πολιτικό και συνάμα επώδυνα προσωπικό ομώνυμο κείμενο του Εντουάρ Λουί, η παράσταση Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων επέστρεψε επί σκηνής από τις 29 Νοεμβρίου.

Συζητώντας με τον σκηνοθέτη της, Χρήστο Θεοδωρίδη.

Βασισμένη στο βαθιά πολιτικό και συνάμα επώδυνα προσωπικό ομώνυμο κείμενο του Εντουάρ Λουί, η παράσταση Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων από τις 29 Νοεμβρίου επέστρεψε στο ΠΛΥΦΑ.

Τι σας ώθησε να καταπιαστείτε με αυτό το «υλικό» στο συλλογικό εγχείρημά σας και ποια ανάγκη υπαγόρευσε την επιστροφή;

Οι επιλογές έργων που κάνω πάντα βασίζονται σε μια ανάγκη της «στιγμής», με την έννοια του τώρα.

Δεν καταπιάνομαι με έργα που δε με συγκινούν, και για να με συγκινήσει ένα έργο θα πρέπει να απηχεί τον προβληματισμό και τις ανησυχίες που έχω τη δεδομένη περίοδο και κάπως να διαμορφώνει με έναν εύσχημο τρόπο αυτό το οποίο νιώθω.

Και ακριβώς επειδή αναγκαστικά ζω στην κοινωνία και τον κόσμο που έχουμε τώρα φτιάξει, δεν μπορώ παρά να έχω τις ανησυχίες που προκύπτουν από τον κόσμο αυτόν.

Συνεπώς, οι επιλογές μου βασίζονται πάντα στο τι πιστεύω ότι αφορά αυτόν τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Έτσι έγινε και με το έργο του Λουί.

Πάντα με ενθουσίαζε η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ προσωπικού και συλλογικού, μικρής ανθρώπινης ιστορίας και πολιτικοκοινωνικής Ιστορίας.

Και το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου έχει ακριβώς αυτό στον πυρήνα του. Το νήμα που συνδέει μια πολιτική απόφαση με την αλλαγή της ζωής ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Συχνά το ξεχνάμε αυτό.

Η επιστροφή της παράστασης αποφασίστηκε κυρίως από το γεγονός ότι δεν είχαμε τελειώσει ακόμη με το υλικό και καλλιτεχνικά, αλλά βασικά σε επίπεδο ουσίας.

Όταν σήμερα οι πολιτικοί -τόσο στη χώρα μας όσο και αλλού- λυμαίνονται με τόσο ξεδιάντροπο τρόπο τις ζωές μας, δε γίνεται να μην μιλήσεις για αυτό.

Τι ξαναδουλεύτηκε -αν αυτό συνέβη- στη δεύτερη εκδοχή; Kαι πόσο, τελικά, είναι καθετί με το οποίο καταπιανόμαστε δημιουργικά ένα έργο σε εξέλιξη;

Για μένα η θεατρική διαδικασία ποτέ δεν τελειώνει, και δε θα μπορούσα να το εννοώ με μεγαλύτερη έμφαση αυτό. Κάθε πρόβα είναι μια παράσταση και κάθε παράσταση είναι μια πρόβα. Δεν είμαι από τους σκηνοθέτες που «παραδίδουν» το έργο.

Όσο μου επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μου, βρίσκομαι συνέχεια στο θέατρο, βλέπω, παρατηρώ, ξανασκέφτομαι και αλλάζω πράγματα.

Δίνω συνεχώς παρατηρήσεις στους ηθοποιούς, στους χειριστές ήχου και φώτων, σε όλους όσους εμπλέκονται στο αποτέλεσμα. Αυτό μπορεί να είναι για κάποιους πονοκέφαλος, αλλά για μένα είναι επιβεβλημένο.

Το θέατρο είναι μια ολοζώντανη διαδικασία. Όσο «μεγαλώνουμε» εμείς που το φτιάχνουμε, τόσο μεγαλώνει κι αυτό. Όσο πλουτίζουμε σε σκέψη, τόσο πλουτίζει κι αυτό.

Έχουμε το μοναδικό προνόμιο να μη λέμε «κρίμα που δεν το έκανα έτσι τότε», όπως σε μια ταινία ή ένα τραγούδι, και δε θα το εκμεταλλευτούμε; Αυτό είναι και το αντίβαρο στο γοητευτικά προσωρινό του θέατρου.

Τώρα, όσον αφορά στο Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου, ελάχιστα πράγματα αλλάξανε από την πρώτη φορά που παραστάθηκε. Κάπως είχα την ανάγκη να μην πειράξω τίποτα σε αυτό.

Σίγουρα άλλαξε η σκέψη μας, η οποία εμπλουτίστηκε από τη ζωή των δύο χρόνων που απείχε η παράσταση. Κι αυτό είναι το πιο πολύτιμο.

Η επιμελημένη από εσένα μουσική -τόσο η ορχηστρική, όσο και συγκεκριμένα τραγούδια- η οποία επενδύει την παράσταση εντάσσεται οργανικά στην αφήγηση, εμπλουτίζοντας τη δραματουργία κι όχι διασκεδάζοντάς την.

Με ποιο κριτήριο έγινε η επιλογή και η ένθεσή της στα συγκεκριμένα σημεία της αφήγησης;

Η μουσική για μένα είναι η ανώτατη των τεχνών. Δε χρειάζεται πλαίσιο, δε χρειάζεται συνθήκη και χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Και αποτελεί βασικό εργαλείο της δουλειάς μου. Ζω με μουσική, σκέφτομαι με μουσική, σκηνοθετώ με μουσική.

Οι επιλογές γίνονται πάντα κατά τη διάρκεια των δοκιμών πάνω στην πράξη. Για μένα, το να βρω το μουσικό σύμπαν της παράστασης ισοδυναμεί με το να βρω την παράσταση, να καταλάβω το τι κάνω.

Όταν το βρίσκω -και αυτό βασίζεται σε ένα φίλτρο που ποτέ δεν το διπλοσκέφτομαι-, όταν πω για κάτι ότι αυτό είναι σωστό, τότε ξεκινάω να καταλαβαίνω τι είναι η παράσταση που φτιάχνω.

Η μουσική για μένα αφηγείται, δε διακοσμεί. Γεμίζει τα κενά τα οποία αφήνει ο λόγος με έναν τρόπο που το νόημα γίνεται δυνάμει απέραντο.

Αυτή ήταν και η λογική την οποία ακολούθησα στον Λουί. Με δύο συγκεκριμένες επιταγές.

Ήθελα εξαρχής ένα μοτίβο που θα επαναλαμβάνεται, κάτι που να μεγεθύνει  τη διαδικασία της ανάμνησης στην οποία μπαίνουν οι ηθοποιοί και ταυτόχρονα ήθελα γαλλικά κυρίως τραγούδια που να σημαίνουν όμως κάτι για μένα.

Επικοινώνησα κατευθείαν με το υλικό του έργου και για έναν επιπλέον λόγο:

Oι αναμνήσεις του Εντουάρ, λόγω της σεξουαλικής του ταυτότητας, ταυτίζονταν συχνά με τις δικές μου από την παιδική και εφηβική μου ηλικία και για αυτό ήθελα να βάλω μέσα νησίδες από το δικό μου παρελθόν. Και αυτές οι νησίδες ήταν τα τραγούδια.

Η πολιτική ήταν για τον πατέρα του Εντουάρ Λουί «ζήτημα ζωής και θανάτου», όπως ακούγεται στην παράσταση. Ποια είναι η δικιά σου σχέση με την πολιτική στο επίπεδο της θεατρικής γραφής και πρακτικής;

Για μένα το θέατρο είναι κατεξοχήν πολιτικό. Ίσως είναι η τελευταία αμόλυντη, ουσιαστικά πολιτική πράξη σε έναν κόσμο που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τον κόσμο των ιδεών.

Για δύο-τρεις ώρες κοινό και ηθοποιοί μοιράζονται σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα. Δημιουργούν μια οντότητα συμπαγή, που ακόμη κι αν διαλύεται με το τέλος της παράστασης, δε γίνεται παρά να αφήνει τα σημάδια της.

Αυτό το θέατρο με ενδιαφέρει και έτσι αποφάσισα να πηγαίνω, σημάδι το σημάδι. Σιγά σιγά. Και ναι, η πολιτική είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Τουλάχιστον για τους μη έχοντες.

Όπως λέει και το έργο, αυτοί που ασκούν την εξουσία, ελάχιστα επηρεάζονται από αυτήν, όποια ιδεολογία κι αν ακολουθούν, γιατί ανήκουν στους έχοντες. Ο τρόπος όμως που επηρεάζει τις ζωές των πολλών, των μη εχόντων, είναι καθοριστικός για αυτές.

Κι έτσι για άλλη μια φορά επιστρέφουμε στην ρίζα όλων, την ταξική διαφορά. Κι ακριβώς επειδή είμαι  δέκτης αυτής της διαφοράς στην ζωή μου δε γίνεται να μη με ενδιαφέρει στο θέατρο.

Πάντα ψάχνω την πολιτική διάσταση των έργων με τα οποία ασχολούμαι, ή καλύτερα θα πω το αντίθετο, τα έργα με τα οποία βρίσκω να με γοητεύουν έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μια πολιτική διάσταση.


Φωτογραφία: Αναστασία Γιαννάκη


Εκτός από τον λόγο, η παράσταση (υποθέτω και το κείμενο όπου βασίζεται, αντίστοιχα) κουβαλάει και λίγη -άβολη- σιωπή, ιδίως στα πρώτα λεπτά, που σε κάποιους θεατές προκαλεί δυσφορία έως και νευρικό γέλιο.

Πώς διαχειρίζεσαι τη σιωπή σε δημιουργικό επίπεδο και γιατί, κατά τη γνώμη σου, τόσο συχνά μάς ξεβολεύει, τόσο στις διαπροσωπικές σχέσεις μας όσο και ως θεατές;

Η αρχική σιωπή στην παράσταση προέκυψε από δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι να μπουν οι ηθοποιοί ειλικρινά στη διαδικασία ανάμνησης που απαιτεί το έργο.

O δεύτερος, να θέσει μία κατάσταση στο κοινό, όπου θα αναγκαστούν να διαχειριστούν όπως λέτε τη σιωπή, τη στιγμή που στην έξω ζωή μας βομβαρδιζόμαστε συνέχεια με θόρυβο, τις περισσότερες φορές ανούσιο, θόρυβο ήχων, εικόνων, άχρηστων σκέψεων.

Είναι σαν να λέει η παράσταση, «Ωραία τώρα, ήρθατε εδώ, δώστε χρόνο να ξανασκεφτείτε πώς ζούμε». Η σιωπή είναι βασικό εργαλείο της δουλειάς μου, παρότι αγαπώ πολύ τον λόγο, συχνά δεν τον χρειάζομαι.

Νιώθω ότι καταλαβαίνω περισσότερα στη σιωπή. Κι αυτό γιατί στη σιωπή είμαστε γυμνοί. Είναι πολύ πιο πιθανό ο βαθύς πυρήνας του εαυτού μας να αναδύεται με τη σιωπή παρά με τον λόγο.

Γι’ αυτό μας ξεβολεύει στη ζωή μας. Γι’ αυτό δεν την προτιμούμε. Νιώθουμε πως ζούμε, ότι προχωράμε, πως κάνουμε κάτι, ότι επικοινωνούμε όταν μιλάμε. Δε θα μπορούσε να είμαστε πιο μακριά από την αλήθεια.

Ποτέ ο λόγος δε θα μεταφέρει ακριβώς αυτό που νιώθουμε ή σκεφτόμαστε, στον άλλον. Είναι το μόνο μας εργαλείο, αλλά εξαιρετικά αποτυχημένο.

Η σιωπή, από την άλλη, μπορεί να μεταφέρει πιο ολοκληρωμένα τις ιδέες και τα συναισθήματά μας. Πιο πυρηνικά, στο σωστό τους μέγεθος.

Ποτέ άλλοτε στην Ιστορία δεν είχαμε τόσους τρόπους να επικοινωνούμε και ταυτόχρονα να αισθανόμαστε πιο μόνοι από ποτέ.

Ένας τελευταίος άξονας τον οποίο θα ήθελα να θίξω είναι εκείνος των αναμνήσεων. Σε ποιον βαθμό είμαστε, τελικά, οι δημιουργοί των αναμνήσεών μας ή πόσο διαμορφωνόμαστε από αυτές; Μας απελευθερώνει το να θυμόμαστε;

Δύσκολη διαδικασία η ανάμνηση. Κι αυτό γιατί η ανάμνηση καταλήγει μια αυθύπαρκτη οντότητα, συχνά πολύ μακριά από το γεγονός που τη γέννησε. Δε θυμόμαστε ποτέ αυτό που έγινε, αλλά αυτό που ερμηνεύσαμε ότι έγινε.

Και ο χρόνος με τη διαβρωτική, αλλά και λυτρωτική του λειτουργία ενδυναμώνει την ερμηνεία μας  απομακρύνοντάς μας κι άλλο από το αρχικό συμβάν και προσδίδοντας σε αυτό ιδιότητες που ποτέ δεν είχε.

Και μεγαλώνουμε με αυτές στο μυαλό μας, κι έτσι μοιραία μας διαμορφώνουν. Γιατί οι μετέπειτα επιλογές μας βασίζονται σε πράγματα που οριακά ποτέ δεν έγιναν. Και τις δημιουργούμε και μας δημιουργούν ταυτόχρονα, δηλαδή.

Δεν ξέρω αν μας απελευθερώνει το να θυμόμαστε. Κάποιος θα έλεγε πως ίσως ναι, ίσως όχι - εξαρτάται πάντα από το τι είναι αυτό που θυμάσαι.

Ωστόσο, είναι αναπόφευκτη διαδικασία. Δε γίνεται να μη θυμάσαι. Απλώς συμβαίνει. Ακόμη και στους ανοιακούς ανθρώπους.

Αν παρατηρήσετε, δεν είναι ότι δε θυμούνται, στην ουσία απαλλάσσονται από ένα τεράστιο πρόσφατο παρελθόν και κρατάνε σφιχτά κάποιες από τις πολύ βασικές τους αναμνήσεις.

Ίσως αυτές που τους ορίσανε πιο ισχυρά, ίσως αυτές που είναι οι ομορφότερες, δεν ξέρω.

Τώρα που το σκέφτομαι, αν πούμε ότι οι αναμνήσεις μας ορίζουν, ότι ορίζουν αυτό που είμαστε, πιθανόν όταν για τον οποιονδήποτε λόγο ξεχνάς, το κάνεις γιατί επιλέγεις τον εαυτό που θέλεις να θυμάσαι.

Απ’ όσο γνωρίζω (και παρακαλώ διόρθωσέ με, αν κάνω λάθος) εν πολλοίς δε βιοπορίζεσαι από το θέατρο. Aπό επιλογή, λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, εξαιτίας άλλων παραγόντων;

Τα τελευταία χρόνια είμαι στην ευτυχή θέση να βιοπορίζομαι επιτέλους και από το επάγγελμα μου. Είτε από τη σκηνοθετική μου δουλειά, είτε από τη διδασκαλία -γιατί και αυτήν την θεωρώ αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που κάνω.

Όταν διδάσκω νέους ηθοποιούς ή σκηνοθέτες, προχωράω τη σκέψη μου και συνεπώς τη δουλειά μου.

Μέχρι όμως τα σαράντα μου θα πω, η δουλειά μου στο θέατρο δεν ήταν αρκετή για να μου εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή κι έτσι βιοποριζόμουν κυρίως ως dj.

Ξεκίνησα από τα 19 μου να παίζω μουσική σε μαγαζιά γιατί πέρα από τον προφανή λόγο του βιοπορισμού, η μουσική ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.

Ακόμη και τώρα μου αρέσει να το κάνω κυρίως γιατί ταυτόχρονα σκέφτομαι, τις πιο σημαντικές ιδέες μου τις έχω όταν παίζω μουσική.

Ο βασικότερος λόγος, ωστόσο, να βγάζω τα προς το ζην από μια φαινομενικά άσχετη με το θέατρο δουλειά ήταν κυρίως γιατί ήθελα να είμαι σε θέση να κάνω τα πράγματα όπως ακριβώς θέλω να τα κάνω και με αυτούς που ήθελα να τα κάνω.

Μέχρι τώρα, και είμαι πραγματικά περήφανος για αυτό, ποτέ δεν έκανα κάτι που δεν ήθελα ή με τον τρόπο και τους ανθρώπους που δε με ικανοποιούσαν.

Αποφάσισα, δηλαδή, συνειδητά να υπάρξω στον χώρο μόνο με τους δικούς μου όρους και όχι με τους όρους των άλλων.


Φωτογραφία: Αναστασία Γιαννάκη


Θέτεις, λοιπόν, όρους, όρια και προϋποθέσεις όσον αφορά στην έκφραση της δημιουργικής ελευθερίας σου είτε σε ατομικό επίπεδο, είτε στο πλαίσιο του συλλογικού εγχειρήματος της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων;

Ναι. Αδιαπραγμάτευτα ναι. Έχω πει πολλά «όχι» που θα μου εξασφάλιζαν μισθό, αλλά ταυτόχρονα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις τις οποίες έθετα.

Και δεν είναι κάτι εξωπραγματικό αυτές οι προϋποθέσεις. Απλώς να με συγκινεί βαθιά το υλικό και οι άνθρωποι. Παλιότερα πίστευα ότι το θέατρο μπορεί να αλλάξει μαζικά τους ανθρώπους, τώρα πια δυστυχώς δεν το πιστεύω.

Ωστόσο, πιστεύω πως αλλάζει τουλάχιστον εμένα και τους ανθρώπους που εμπλεκόμαστε στη δημιουργία. Κι αυτό μου είναι αρκετό. Αν λοιπόν αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να το κάνω.

Δεν μπορώ να στηρίξω κάτι που δεν πιστεύω βαθιά. Κι όχι γιατί πιστεύω σε καμιά ιερότητα του θεάτρου, όχι. Αλλά πιστεύω βαθιά στην ειλικρίνειά του.

Σ’ αυτό το παράδοξο, ότι ένας κόσμος κατασκευασμένος είναι πιο ειλικρινής από την πραγματική ζωή. Πως λοιπόν θα διατηρήσω αθώα και αμόλυντη αυτήν την ειλικρίνεια, αν δεν είμαι πρώτα εγώ ο ίδιος ειλικρινής με μένα;

Κατά τη γνώμη σου, πόσο ορατός είναι ο κίνδυνος δημιουργικής κόπωσης/φθοράς ενός σκηνοθετη, συγγραφέα ή ηθοποιού ακριβώς λόγω της ανάγκης ή/και επιθυμίας βιοπορισμού μέσω (και) του θεάτρου και πώς, τελικά, αποφεύγεται;

Είναι ορατός και σημαντικός  σε όλα τα επαγγέλματα που αναφέρατε αν και όχι στον ίδιο βαθμό.  Αυτήν την στιγμή στην Ελλάδα έχουμε πολύ λιγότερους σκηνοθέτες και συγγραφείς από ηθοποιούς.

Οι ηθοποιοί συχνά θα βρεθούν στη θέση να κάνουν πράγματα που δεν πιστεύουν κυρίως λόγω της υπερπροσφοράς που υπάρχει στον χώρο. Και δεν είναι καθόλου κατακριτέο αυτό.

Πώς θα πληρώσεις το νοίκι σου σε ένα κόσμο που γίνεται όλο και πιο διαχωρισμένος ταξικά και πιο σκληρός με σένα; Σε έναν  κόσμο που σε εκδικείται επειδή δεν έχεις λεφτά;

Το μόνο επιβεβλημένο είναι να ξέρεις τι κάνεις και πώς να διατηρείς αλώβητη αυτήν την ουσία μέσα σου, αυτό όνειρο που σε έσπρωξε να ασχοληθείς με την τέχνη.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους σκηνοθέτες ή τους συγγραφείς ή όλα τα υπόλοιπα δημιουργικά επαγγέλματα που σχετίζονται με το θέατρο.

Ωστόσο, από τη δική μου τη μεριά τουλάχιστον, θεωρώ κατά τι πιο εύκολο να διατηρήσουν αυτήν την αρχική τους ανάγκη.

Ας πούμε και το άλλο, αν λέμε όλοι ναι σε όλα, πώς θα αλλάξει αυτός ο χώρος; Τι ευθύνη έχουμε απέναντι σ’ αυτό;

Σε μία χώρα με μία κυβέρνηση που όταν δεν αδιαφορεί για τον πολιτισμό, τον εχθρεύεται επειδή καταλαβαίνει ότι γενικότερα η τέχνη έστω και σήμερα, έστω και με αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνει συνειδήσεις. Και δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό...

Σ’ έναν εκφασισμένο κόσμο το θέατρο, για μένα, είναι ο τελευταίος τόπος ελευθερίας και σ’ έναν παράλογο κόσμο, ο τελευταίος τόπος λογικής.

Ευχαριστώ θερμά την Λία Κεσοπούλου για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η παράσταση Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου, μια παραγωγή της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων σε σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη, παρουσιάζεται στο ΠΛΥΦΑ (Κτίριο 7Α, Κορυτσάς 39, Βοτανικός) μέχρι την Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2026.

Επί σκηνής: Γιώργος Κισσανδράκης, Διονύσης (Ντένης) Μακρής.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Γιάννης Γλέζος: «Δεν υπάρχει σκοτάδι. Μόνο φως, που όμως δεν το βλέπουμε»

 


Συνθέτης, ποιητής και τραγουδιστής, ο Γιάννης Γλέζος αποτελεί μια ιστορική φυσιογνωμία των εγχώριων μουσικών πραγμάτων.

Συνομιλούμε μαζί του ενόψει της ξεχωριστής σόλο συναυλίας του την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου στο Theatre of the NO, σε μια βραδιά όπου η ποίηση θα συναντήσει τη μουσική.

Γεννιέστε στην Αθήνα, στην οποία εξακολουθείτε να ζείτε, αλλά κατάγεστε από τη Νάξο και τη Μονεμβασιά. Σάς «σμιλεύουν» με τρόπο συνειδητό οι τόποι και οι άνθρωποι;

Οι Γλεζαίοι Απεραθίτες Ναξιώτες -από τον πατέρα μου Βασίλη- μού δώσανε τη δύναμη και οι Ριτσαίοι Μονεμβασιώτες -από την μητέρα μου Λούλα-Σταυρούλα- μού δώσανε την ευαισθησία. Στα σπάργανα, βεβαίως.

Τα μετέπειτα ήταν δική μου δουλειά και ευθύνη...

Εγκαταλείπετε την Ανωτάτη Εμπορική Σχολή προκειμένου να αφοσιωθείτε στη μουσική. Πού οφειλόταν η μαγεία την οποία σας ασκούσε -και φαντάζομαι ασκεί- η μουσική; Μετανιώσατε ποτέ που δεν πήρατε άλλο δρόμο;

Ο πατέρας μου άκουγε κλασσική μουσική από γραμμόφωνο σε δίσκους 78 στροφών:

Ουγγρική Ραψωδία αρ. 6 του Λιστ, Ιντερμέντζο από την Καβαλλερία Ρουστικάνα τού Μασκάνι, τα Κύματα τού Δουνάβεως τού Γιόχαν Στράους, μαζί με πολλα άλλα που τα ακούγαμε στο σπίτι.

Ο θείος μου, Γιάννης Ρίτσος, όταν ερχόταν στο σπίτι, μάς έπαιζε στο πιάνο το Βαλς σε ντο δίεση ελσσονα του Σοπέν.

Στο ραδιόφωνο άκουγα τα Καβουράκια και τη Συννεφιασμένη Κυριακή τού Τσιτσάνη. Στο σχολείο κάναμε Χορωδία στους Χαιρετισμούς στον Άγιο Δημήτριο των Αμπελοκήπων.

Όλες αυτές οι μουσικές με συνεπαίρνανε τόσο πολύ  που από μικρός άρχισα να φτιάχνω  σιγά σιγά μελωδίες στο πιάνο μας.

Ούτε δευτερόλεπτο δεν έχω μετανιώσει που άφησα στο τέλος του Β’ έτους την Ανωτάτη Εμπορική για να ασχοληθώ αποκλειστικά με τη μουσική.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ενορχηστρώνει το πρώτο σας τραγούδι, Περιστεράκι της φτωχιάς αυλής. Θα τον περιγράφατε ως «μέντορά» σας;

Ο Μίκης Θεοδωράκης με ανακάλυψε στην μπουάτ Εσπερίδες όταν ο Γιώργος Ζωγράφος τραγουδούσε ένα τραγούδι μου (Βροχή στα Δειλινά).

Μου είπε ότι του αρέσει πολύ και θέλει να το ενορχηστρώσει και να το διευθύνει στην ηχογράφηση του. Μπροστά ήταν και ο Τ.Β. Λαμπρόπουλος τής κραταιάς τότε COLUMBIA, που μου ζήτησε να υπογράψω συμβόλαιο μαζί τους.

Έτσι κι έγινε.

Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας καταφεύγετε στις Η.Π.Α. μαζί με την Φλέρυ Νταντωνάκη. Αέρινη, βασανισμένη ύπαρξη. Παραμείνατε κoντά μέχρι τον πρόωρο χαμό της;

Ήμασταν τότε μαζί και μαζί φύγαμε για την Νέα Υόρκη μετά το Πολυτεχνείο.  Όμως ήταν ταραγμένη και ύστερα από ένα διάστημα χωρίσαμε στην Αμερική.

Ήταν η  καλύτερη φωνή που πέρασε ποτέ στο Ελληνικό τραγούδι. Δεν την συνάντησα ποτέ στη Αθήνα, όταν επέστρεψα...

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην Ελλάδα, συνεργάζεστε επί μια εικοσαετία με την Μαρίζα Κωχ. Τι κρατάτε από την πολύχρονη αυτή συνεργασία και σχέση ζωής;

Ήταν μια από τις καλύτερες εποχές στη ζωή μου. Γυρίσαμε μαζί όλο τον κόσμο. Μέχρι και στη Κίνα φτάσαμε μαζί (το πρώτο ευρωπαϊκό συγκρότημα!)

Ιδρύετε τη μουσική σκηνή «Δίαυλος» (1993-2010), την οποία πρόλαβα κι εγώ να απολαύσω. Ποια ανάγκη υπαγόρευσε τη δημιουργία της, γιατί έκλεισε και ποιο, πιστεύετε, ότι υπήρξε το αποτύπωμά της στα εγχώρια μουσικά πράγματα;

Ο «Δίαυλος» έπεσε θύμα των διαβολικών «πανωτοκίων»  που την εποχή εκείνη εξολόθρευαν μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Ήθελα να έχω την προσωπική μου Μουσική Στέγη για να τραγουδάω ο ίδιος τα τραγούδια μου.

Όσο κράτησε καλά κράτησε... Δεν μπορώ να μιλήσω εγώ για το αποτύπωμα της αλλά εκείνοι που φιλοξενηθήκανε εκεί τόσα πολλά χρόνια.

«Το 2001 πήγα στη Λίμνη Καστοριάς για ένα διάλειμμα από τη συνεχή ενασχόληση με τη Μουσική Σκηνή Δίαυλος. Γύρισα ποιητής αφού ύστερα από έναν περίπατο στη Λίμνη άρχισα να γράφω τόνους ποίησης χωρίς προσπάθεια», εξομολογείστε.

Τι αγαπάτε περισσότερο στην ποίηση, τόσο ως δημιουργός όσο και ως αναγνώστης/ακροατής; Με ποιο κριτήριο επιλέγετε τι κάθε φορά θα μελοποιήσετε;

Έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να μελοποιώ. Αγαπώ στην Ποίηση την μοναχικότητα Της. Είσαι εσύ κι Αυτή. Τίποτε άλλο. Όλη μου η ενασχόληση και η δύναμη μου πάει στην ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ και την Ποίηση. Έχω χιλιάδες ποιήματα ανέκδοτα.




Πέρσι κυκλοφορεί από τον Μετρονόμο του Θανάση Συλιβού η ποιητική συλλογή σας Αιώνιος άνεμος Ι- Η σιωπή στο σπίτι, μαζί με ένα διπλό CD-«διαμάντι» υπό τον τίτλο Τα Παθιασμένα, με 38 τραγούδια σας σε στίχους Εύας Λίτινα.

Τα τραγούδια αυτά τα ανακαλύψατε τυχαία. Τι ρόλο έχει παίξει η τύχη στη ζωή σας; Ποια είναι η σχέση σας με τη σιωπή; Έχει υπάρξει το πάθος η βασική προϋπόθεση εμπλοκής σας στο οτιδήποτε - και με τον οποιονδήποτε;

Τα τραγούδια μου αυτά τα ανακάλυψα τυχαία σε μια κασέτα. Τα είχα μελοποιήσει το 1999. Μου άρεσαν τόσο πολύ έτσι που δεν θέλησα να τα ηχογραφήσω από την αρχή με ορχήστρα κ.λπ.

Το πάθος τους, πάρα τις τεχνικές αδυναμίες (τα είχα ηχογραφήσει μόνος μου σε κασετόφωνο παίζοντας το πιάνο και τραγουδώντας), δεν μπορεί να αναπαραχθεί ούτε στην καλύτερη τωρινή ηχογράφηση. Έτσι τα άφησα όπως είναι...

Το καλό ήταν ότι ο Συλιβός δεν είχε αντίρρηση....

Η πολιτική τι συναισθήματα σας προκαλεί, ιδίως στις μέρες μας, διεθνώς και εγχωρίως;

Η πολιτική με απωθεί διεθνώς και εγχωρίως.

Κι η μουσική; Τι σας ευχαριστεί να ακούτε περισσότερο - ή και τι σας απωθεί;

Παθιάζομαι όταν ακούω Γρηγοριανούς Ύμνους από αντρικά ή γυναικεία φωνητικά σύνολα. Αριστουργήματα μονοφωνικής μελωδικότητας. 

«Δεν ήρθαμε απ’ την άβυσσο/ Δεν πάμε στο σκοτάδι/ Ήμασταν πάντα, πάντα εδώ/ Στο αιώνιο λιβάδι», τραγουδάτε στο Άπειρο γίνεται στιγμή.

Πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε την αιωνιότητα; Είστε συμφιλιωμένος με το σκοτάδι, το μέσα και το έξω; Μερεύει με τη δημιουργία - και τις συναυλίες;

Δεν υπάρχει σκοτάδι. Μόνο φως, που όμως δεν το βλέπουμε. Εγώ θέλω να το δω πριν φύγω... Μάλλον θα γίνει.

Ευχαριστώ θερμά την Ελευθερία Σακαρέλη, υπεύθυνη Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων του Theatre of the NO, για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον καλλιτέχνη.

Την ευχαριστώ επίσης για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ο Γιάννης Γλέζος παρουσιάζει την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου στο Theatre of the NO (Κων/νου Παλαιολόγου 3, Αθήνα) στις 21:00 μια ξεχωριστή βραδιά μουσικής και ποίησης.

Τίτλος της: Αιώνιος Άνεμος - Ποιήματα & Τραγούδια, Τραγούδια & Ποιήματα.

H ποιητική συλλογή του Αιώνιος άνεμος Ι- Η σιωπή στο σπίτι, μαζί με ένα διπλό CD υπό τον τίτλο Τα Παθιασμένα, με 38 τραγούδια του σε στίχους Εύας Λίτινα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετρονόμος.



Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

O μύστης της ακουστικής φολκ, Patrick Walker, live στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου

 


Είναι κάποιοι καλλιτέχνες που τολμούν να μοιράζονται την ανασφάλεια και την τρωτότητά τους όχι από ναρκισισμό ή επιτηδευμένη μιζέρια, αλλά από μια βαθιά ανάγκη διασύνδεσης με το κοινό.

Ένας από αυτούς είναι ο ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και στιχουργός Patrick Walker, ιδρυτικό μέλος και «ψυχή» των Βρετανών 40 Watt Sun, ο ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά ζωντανά στην Ελλάδα την Κυριακή 14 Δεκεμβρίου.

Οι 40 Watt Sun σχηματίζονται το 2009 μετά τη διάλυση της doom metal μπάντας Warning, μιας από τις πιο επιδραστικές της εν λόγω σκηνής.

Ηχογραφούν το πρώτο τους άλμπουμ, The Inside Room, σε κάτι περισσότερο από ένα 24ωρο, το οποίο αποσπά διθυραμβική κριτική από το Pitchfork, περιγραφόμενο μάλιστα ως το τέταρτο καλύτερο metal άλμπουμ του 2011.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2015, κυκλοφορεί το Wider than the Sky. Κινούμενο σε φολκ κατεύθυνση, σηματοδοτεί μια αλλαγή μουσικής πορείας για την μπάντα, προκαλώντας δυσφορία στους metal οπαδούς της.

Έξι χρόνια μετά, το 2021, γεννιέται το τρίτο άλμπουμ των 40 Watt Sun, Perfect Light.

Σύμφωνα με την κριτική του The Quietus, συνιστά «μια ακόμη πιο συγκινητική και αποτελεσματική εμπειρία από την προηγούμενή τους, και έναν από τους πιο όμορφους και συγκινητικούς δίσκους του Walker μέχρι σήμερα».

«Ό,τι κι αν αγγίξεις/ Ό,τι κι αν νιώσεις/ Όποια κι αν είναι η πληγή που η ζωή δε θα γιατρέψει/ Όσο μεγάλη κι αν φαίνεται η σιωπή/ Όπου κι αν με θέλεις, θα είμαι», τραγουδά ο Patrick Walker στο Reveal, μια από τις συνθέσεις-ορόσημα του άλμπουμ.

Τυπικά, οι 40 Watt Sun δεν έχουν πλέον τη δομή ενός σχήματος, αλλά στις ηχογραφήσεις συμμετέχουν session μουσικοί όπως ο ντράμερ Andrew Prestidge, η μπασίστρια Lorraine Rath και ο πιανίστας και συνθέτης Chris Redman.

Το Little Weight (2024) είναι το τέταρτο άλμπουμ του(ς) και βρίσκει τον Patrick Walker στην πιο ώριμη στιχουργικά και συνθετικά περίοδό του.

«Στη σιωπή, σε ακούω να μιλάς/ Κοντά και ζεστά/ Αόρατη, αλλά εξίσου δυνατή/ Είναι μεγαλύτερο από όσο νομίζεις/ Πάντα μου υπενθυμίζει, εκεί μαζί σου/ Υπάρχει ένα κομμάτι μου που δεν είναι μόνο», εξομολογείται ο Walker στο The Undivided Truth.

Το «ποιητικό, σταδιακά ξεδιπλούμενο θρηνητικό ροκ» των 40 Watt Sun, σύμφωνα με την περιγραφή του Hank Shteamer του Rolling Stone, θα μας συναντήσει στο μυσταγωγικό ακουστικό σετ του Patrick Walker την Κυριακή 14 Δεκεμβρίου.

Όσοι και όσες αφουγκράζεστε την εσωτερικότητα και την ευαισθησία καλλιτεχνών όπως ο Mark Eitzel ή ο Mark Kozelek, μη χάσετε αυτήν την εμπειρία.

Τιμές εισιτηρίων:

Early Bird: € 17

Presale: € 22

On the spot: € 25

Xώρος:

Αρχιτεκτονική Club Live Stage, Ελασιδών 6, Γκάζι.

Περισσότερες πληροφορίες:

https://www.ticketmaster.gr/40-watt-sun-live-in-athens_sen_2007372.html



Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Tabor LTD: «Η αντιπολεμική τέχνη στην Ουκρανία δεν είναι αντιστρατιωτική»

 

Από αριστερά: Γελιζαβέτα Σμιθ, Σίμον Μοζγκόβι, Αλίνα Γκόρλοβα

Χωρίς συνεντεύξεις η σχολιασμό, το ντοκιμαντέρ της ουκρανικής κινηματογραφικής ομάδας Tabor, Μιλιτάνθρωπος, εμβαθύνει στον μιλιταρισμό ως υπαρξιακή συνθήκη εν μέσω του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας.

Μια σε βάθος συνομιλία με τα μέλη της ομάδας ενόψει της προβολής του φιλμ στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου.

Αν και η κινηματογραφική δημιουργία είναι μια συλλογική εμπειρία, τι σας ένωσε ως Tabor LTD, ποιες είναι οι φιλοδοξίες/στόχοι σας, τι έχετε πετύχει μέχρι στιγμής, τι μένει να διερευνηθεί και ποιες είναι οι προκλήσεις που σας περιμένουν;

Σίμον Μοζγκόβι: Μόλις ξεκίνησε η ρωσική εισβολή, αναγνωρίσαμε ότι η πράξη της κινηματογράφησης ήταν ο εγγενής μηχανισμός ύπαρξής μας, ένα μέσο για να μη χάσουμε τον εαυτό μας και τις βασικές ιδέες οι οποίες αρχικά μας τράβηξαν στον κινηματογράφο.

Το αρχικό υλικό αποτύπωσε τον πρώτο μας συναισθηματικό στοχασμό. Λίγο αργότερα, επικοινωνήσαμε και ομόφωνα καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως μια συλλογική δημιουργία ήταν απαραίτητη.

Κατανοήσαμε βαθιά ότι το να βασιστούμε αποκλειστικά σε μια ατομική εμπειρία δε θα ήταν αρκετά ισχυρό ή βαθύ για να διερευνήσουμε τη θεμελιώδη φύση του πολέμου. Κατά συνέπεια, δεσμευτήκαμε σε ένα κοινό έργο.

Λειτουργήσαμε ως περισσότεροι/περισσότερες του ενός/της μιας σκηνοθέτη/σκηνοθέτριας και διευθυντή/διευθύντριας φωτογραφίας, εναλλάσσοντας συνεχώς ρόλους και ομάδες, διασφαλίζοντας παράλληλα μια ενιαία κοινή κατεύθυνση.

Αφού αφιερώσαμε περίπου έξι μήνες σε εντατικά γυρίσματα, εξετάσαμε σχολαστικά το συσσωρευμένο υλικό και ξεκινήσαμε την περίπλοκη διαδικασία ανάπτυξης της τελικής ιδέας του ντοκιμαντέρ.

Δεν υπάρχει λόγος να ακολουθούμε αυτό το μονοπάτι μόνοι μας. Μια ταινία όπως το Μιλιτάνθρωπος υπερβαίνει τα απλά επιτεύγματα στην καριέρα μας.

Αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τη βαθιά μας αντίδραση στα τρέχοντα γεγονότα και αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τη χώρα μας, τις οικογένειές μας και τις ρίζες μας. Διατηρούμε μια βαθιά σύνδεση με τα μέρη όπου μεγαλώσαμε.

Υπό αυτές τις εξαιρετικές συνθήκες, οι απώλειες της βιομηχανίας είναι δευτερεύουσες. Δε μας απασχολούν οι επαγγελματικές μας ανησυχίες.

Κύριο μέλημά μας είναι η επίτευξη της δημιουργικής ουσίας της δημιουργίας ντοκιμαντέρ - η διατήρηση της αυστηρότητας και η εμβάθυνση.

Ο στόχος δεν είναι απλώς να δημιουργήσουμε ένα χρονικό ή να παράγουμε υλικό αποκλειστικά για μαρτυρία, αλλά μάλλον να δημιουργήσουμε κάτι μεγαλύτερο, που είναι ο σκοπός ο οποίος μας επιτρέπει να συνδεθούμε μαζί σας.

Αλίνα Γκόρλοβα: Δεν είναι η πρώτη μας ταινία με θέμα τον πόλεμο. Όλοι/όλες μας έχουμε σκηνοθετήσει φιλμ για τον πόλεμο και τις συνέπειές του από το 2014, όταν η Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία και ξεκίνησε τον πόλεμο στην περιοχή του Ντονμπάς.

Έχουμε εργαστεί πάνω σε διαφορετικές πτυχές του θέματος του πολέμου:

Διαταραχή μετατραυματικού στρες, ιστορίες ενηλικίωσης κοντά στην πρώτη γραμμή, επιστροφή από αιχμαλωσία, ακόμη και ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας για τον πυρηνικό πόλεμο.

Έχουμε επίσης εργαστεί ο ένας στις ταινίες της άλλης σε διαφορετικούς ρόλους: παραγωγή, μοντάζ κ.λπ. Με την πάροδο του χρόνου, συνειδητοποιήσαμε πως ερευνούσαμε τη φύση του πολέμου και θέλαμε να εμβαθύνουμε.

Στη συνέχεια, όταν ξεκίνησε η ολομέτωπη εισβολή, αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις και το μυαλό μας για να κάνουμε μια συλλογική δήλωση: μια τριλογία, επειδή πιστεύουμε ότι μια ταινία δεν είναι αρκετή για να προβεί σε μια τέτοια δήλωση.

Το Mιλιτάνθρωπος είναι το πρώτο μέρος του τρίπτυχου.

Το δεύτερο, πάνω στο οποίο εργαζόμαστε αυτήν τη στιγμή, αφορά στον θάνατο και την αλλαγή των στάσεων απέναντί ​​του. Είναι ίσως το πιο δύσκολο μέρος, ακριβώς λόγω του θέματος. Με λίγα λόγια, είναι βαρύ.

Η αντιμετώπιση της θλίψης που δεν αφορά μακρινούς ανθρώπους από μια μακρινή χώρα, αλλά αυτούς οι οποίοι είναι κοντά μας, είναι επώδυνη.

Ωστόσο, είναι σημαντικό για εμάς να καταγράψουμε τη διαδικασία. Ένα από τα δυνατά μας σημεία είναι η ικανότητά μας να αναλογιζόμαστε αυτήν την εμπειρία σε αρκετά υψηλό επίπεδο, ακόμη και εν μέσω τραυματικών γεγονότων.

Όλα αυτά είναι δυνατά επειδή εργαζόμαστε ως συλλογικότητα και προσπαθούμε να στηρίζουμε ο ένας τον άλλη ψυχολογικά.

Το Μιλιτάνθρωπος, μεγάλου μήκους ντεμπούτο σας ως ομάδα, έκανε την πρεμιέρα του στις Κάννες και προβάλλεται στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου.

Θα μπορούσατε να μου αναλύσετε τη συλλογική διαδικασία/συζήτηση που οδήγησε από την αρχική σύλληψη του φιλμ στην τελική εκδοχή του;

Α.Γ.: Αυτή η ταινία δε σχεδιάστηκε ως ένα συλλογικό κινηματογραφικό πρότζεκτ εξαρχής. Αλλά η διαδικασία της ανάδυσής της αφορούσε στην ανακάλυψη του τι είναι και γιατί είναι συλλογική.

Στην αρχή της εισβολής, ένα μέρος της ομάδας μας έμεινε στο Κίεβο, ενώ ένα άλλο έφυγε. Γυρίζαμε χαοτικά, όποιος μπορούσε και ήθελε, χωρίς κανένα σχέδιο να κάνουμε ταινία. Καθένας και καθεμιά από εμάς γύριζε ανεξάρτητα.

Δύο εβδομάδες αργότερα, λάβαμε ένα τηλεφώνημα και μάθαμε ότι η ομάδα που είχε φύγει από το Κίεβο έκανε επίσης γυρίσματα. Σε μια ημι-συνειδητή στιγμή, προέκυψε η ιδέα να γυρίσουμε ένα συλλογικό φιλμ.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή γυρίζαμε μια ταινία για τη συλλογική εμπειρία.

Καθένας και καθεμιά από μας είχε τη δική του/της προσωπική εμπειρία, αλλά μοιραζόμασταν πολλά κοινά. Η διαδικασία εύρεσής τους βρίσκεται στην καρδιά αυτής της δημιουργίας.

Είχαμε ένα τεράστιο όγκο υλικού και μέσα από μακρά διαδικασία μοντάζ τα εξετάσαμε όλα και αναζητήσαμε το επίκεντρο.

Αποφασίσαμε ότι ήταν η μεταμόρφωση ενός ανθρώπου. Κατόπιν, ξεκίνησαν επιπλέον γυρίσματα και από τότε και στο εξής, εργαστήκαμε με μεγάλη ακρίβεια.

Το πιο σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας ήταν αναμφίβολα η επικοινωνία εντός της ομάδας: το να μοιραστούμε ό,τι είχαμε βιώσει, πώς νιώσαμε και πώς να το μεταφέρουμε μέσα από την ταινία μας.

Υιοθετώντας μια κατακερματισμένη, αλλά οργανωμένη δομή και έναν ήσυχο, ενδοσκοπικό ρυθμό, διερευνά την εσωτερίκευση του μιλιταρισμού από τους απλούς Ουκρανούς και από την κοινωνία στο πλαίσιο του πολέμου με τη Ρωσία.

Καθώς το ντοκιμαντέρ σας αποφεύγει να γίνει επικριτικό, πώς αξιολογείτε τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο αυτής της στρατιωτικοποίησης; Πότε τελειώνει στην πραγματικότητα ένας πόλεμος - και αυτός, συγκεκριμένα;

Σ.Μ.: Φυσικά, η ταινία μας είναι αντιπολεμική. Ωστόσο, σήμερα είναι σημαντικό να διασαφηνίσουμε ότι η αντιπολεμική τέχνη στην Ουκρανια δεν είναι αντιστρατιωτική.

Όχι μόνο εμείς, αλλά ολόκληρος ο δημοκρατικός κόσμος χρειάζεται τέχνη που δε μειώνει την ικανότητα υπεράσπισης των αξιών οι οποίες είναι απαραίτητες για την ύπαρξή μας.

Η τέχνη θα πρέπει να διαχωρίζει τον επιτιθέμενο από εκείνους που αμύνονται με όπλα στα χέρια τους. Αυτό είναι ζήτημα ασφάλειας και επιβίωσής μας και δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Γελιζαβέτα Σμιθ: Στην περίπτωση της ουκρανικής κοινωνίας, η καταφυγή στα όπλα ήταν και παραμένει ο μόνος τρόπος επιβίωσης για τους απλούς ανθρώπους.

Ένα άτομο με στρατιωτική στολή δεν παύει να είναι άνθρωπος, πατέρας για τα παιδιά του, μητέρα ή αδερφή.

Εμείς, ως δημιουργοί, έχουμε αντιμετωπίσει την πρόκληση να εξετάσουμε προσεκτικά τον εαυτό μας και τους ανθρώπους γύρω μας, προκειμένου να κατανοήσουμε τις μεταμορφώσεις που συμβαίνουν.

Η προσπάθεια κατανόησης του πολέμου και των μεταμορφώσεων τις οποίες επιφέρει είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν ζεις εν μέσω πολέμου. Αυτό απαιτεί απόσταση χρόνου και αντίληψη.

Στην περίπτωσή μας, η προηγούμενη εμπειρία από τον πόλεμο και οι ταινίες σχετικά με αυτόν από το 2014 βοήθησαν. Αυτό μάς επέτρεψε να έχουμε μια ευρύτερη εικόνα των συντελούμενων διαδικασιών.

Δεν έχει νόημα να μιλάμε για το τέλος του πολέμου αυτή τη στιγμή. Άλλωστε, ο ρωσοουκρανικός πόλεμος δεν αφορά εδάφη, αλλά την επιθυμία της Ρωσίας να καταστρέψει τον ουκρανικό πολιτισμό και την ταυτότητα.

Γι’ αυτό η ουκρανική κοινωνία δεν έχει άλλη επιλογή από το να πολεμήσει μέχρι τέλους.

Α.Γ.: Ο αντίποδας του μιλιταρισμού είναι ο πασιφισμός. Δεν μπορούμε να βασιστούμε σοβαρά στον πασιφισμό σήμερα.

Ουσιαστικά, τι είναι ο μιλιταρισμός; Είναι η συσσώρευση όπλων. Μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις για να επιλύσεις είτε εσωτερικά πολιτικά προβλήματα είτε προβλήματα εξωτερικής πολιτικής.

Η Ρωσία τον χρησιμοποιεί για να λύσει τα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής της, τα οποία, για την ίδια, έγκεινται στο ότι η αυτοκρατορία τους δεν μπορεί να υπάρξει και να επεκταθεί όσο η Ουκρανία παραμένει ανεξάρτητο κράτος και οι Ουκρανοί παραμένουν ζωντανό έθνος.

Δε χρησιμοποιούμε τον στρατό για να λύσουμε εσωτερικά πολιτικά προβλήματα. Δε χτίζουμε μια δικτατορία μέσω της ενίσχυσης της στρατιωτικής ισχύος. Και δεν επιτιθέμεθα σε άλλες χώρες.

Χρησιμοποιούμε τον μιλιταρισμό για να αμυνθούμε, για να πολεμήσουμε ώστε να μην εξαφανιστούμε από τη γη. Αυτή τη στιγμή, καμία χώρα στον κόσμο δε διεξάγει αυτόν τον πόλεμο για εμάς εκτός από εμάς τους ίδιους.

Επομένως, ας αφήσουμε, παρακαλώ, την κριτική του μιλιταρισμού στους φοιτητές πανεπιστημίων της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης και ας δούμε την κατάσταση ρεαλιστικά.

Αν κάποιος πιστεύει ότι προσφέροντας λουλούδια προς τον ρωσικό στρατό θα τον σταματήσει, δεν μπορώ παρά να τον συμπονέσω και να ευχηθώ να μην έχει ποτέ την ευκαιρία να προσπαθήσει να εφαρμόσει ένα τέτοιο σχέδιο.

Αυτός ο πόλεμος θα τελειώσει μόνο όταν η Ρωσία καταστεί ανίκανη να τον συνεχίσει - οικονομικά, δημογραφικά ή στρατιωτικά. Αυτό είναι όλο. Μέχρι τότε, θα συνεχιστεί.

Η ίδια η πρόγνωση περιέχει την απάντηση στο ερώτημα αν θα πρέπει καν να σκεφτόμαστε αυτή τη στιγμή τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο του μιλιταρισμού στη χώρα. Αυτή η χώρα πρέπει να επιβιώσει.




Με ποιους -συνειδητούς ή ακόμη και ασυνείδητους- τρόπους αναδιαμορφώνονται και εξελίσσονται συνεχώς η κινηματογραφική σας δημιουργία και η άποψή σας για τον εαυτό σας, την κοινωνία, τον κόσμο και τη ζωή στο προαναφερθέν πλαίσιο;

Σ.Μ.: Ένας πόλεμος τόσο μαζικής κλίμακας συνεπάγεται αναπόφευκτα την απώλεια του κοινού κόσμου που κάποτε υπήρχε, ωστόσο αυτή η καταστροφή δεν πρέπει να εξισώνεται με απώλεια της ταυτότητας.

Θα ήθελα να αναφέρω τις ιδέες του Βίκτορ Φρανκλ, του Αυστριακού ψυχοθεραπευτή που επέζησε από στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η βασική του ιδέα υποστηρίζει ότι ένα άτομο μπορεί να υπομείνει οποιαδήποτε ταλαιπωρία, αρκεί να διατηρεί την κατανόηση τού γιατί την προκαλεί.

Η ουσία της φιλοσοφίας του συνίσταται στο ότι πρέπει να έχουμε τη γνώση του γιατί κάνουμε συγκεκριμένες επιλογές.

Είμαστε ικανοί να χάσουμε καθετί εξωτερικό, εκτός από τον θεμελιώδη άνθρωπο που υπάρχει μέσα μας. Προσωπικά, βλέπω αυτή την εμπειρία όχι ως απώλεια ταυτότητας, αλλά μάλλον ως την τελική της αποκρυστάλλωση.

Όταν ξεκίνησε η γενικευμένη εισβολή, διατηρήσαμε σκόπιμα μια απόσταση στην κινηματογραφική μας προσέγγιση. Ωστόσο, όσο περισσότερο υλικό τραβούσαμε, τόσο ισχυρότερη γινόταν η παρόρμησή μας να πλησιάσουμε τα υποκείμενα.

Αυτή η μετατόπιση παρουσίασε σημαντικές προκλήσεις, κυρίως λόγω του έντονου επιπέδου συναισθημάτων που έπρεπε να διαχειριστούμε. Η εστίασή μας επικεντρώθηκε στα πορτρέτα και τα ακατέργαστα συναισθήματα.

Ενώ τα τυπικά ντοκιμαντέρ παρατήρησης συχνά βασίζονται σε ευρυγώνια πλάνα για να κατασκευάσουν μια συλλογική αφήγηση, εμείς επιδιώξαμε σκόπιμα να χτίσουμε το συλλογικό μας πορτρέτο μέσα από κοντινά πλάνα των πρωταγωνιστών μας.

Τηρούμε αυστηρά έναν κανόνα: αν ένα άτομο δεν φαίνεται ιδιαίτερα δεκτικό, αποφεύγουμε τη βιντεοσκόπηση.

Συνειδητοποιήσαμε ότι ήταν σημαντικό να αποδεχτούμε πως ζούμε καθημερινά τον πόλεμο, ότι δεν είμαστε ξένοι που ήρθαμε για να γυρίσουμε ταινίες.

Επιπλέον, ολόκληρη η ομάδα ήταν συνεχώς στο πεδίο. Οι στιγμές που οι διευθυντές φωτογραφίας εργάζονταν χωρίς τους σκηνοθέτες ήταν εξαιρετικά σπάνιες.

Διασφαλίσαμε πως παρέμεναν στο επίκεντρο του δημιουργικού ταξιδιού ακόμη και κατά τη διάρκεια του post-production. Διατηρήσαμε επαφή, μοιραστήκαμε εκδοχές και συζητήσαμε το μοντάζ μαζί τους.

Αυτή η δέσμευση εγγυόταν ότι όταν ζητήσαμε επιπλέον γυρίσματα, είχαν πλήρη γνώση και το πλαίσιο του υπάρχοντος υλικού.

Πώς καταφέρνετε να διατηρείτε μια κριτική στάση τόσο απέναντι στις πολιτικές αποφάσεις της ουκρανικής κυβέρνησης όσο και απέναντι στις ευρύτερες γεωπολιτικές επιπτώσεις του πολέμου σε ένα τόσο περιοριστικό περιβάλλον;

Γ.Σ.: Προσωπικά, εγώ και οι άνθρωποι γύρω μου ήμασταν πάντα επικριτικοί απέναντι στην ουκρανική κυβέρνηση. Η κριτική στην κυβέρνηση είναι ένα από τα πιο σημαντικά θεμέλια της ουκρανικής κοινωνίας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η κριτική προς τις αρχές δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά οι εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις έχουν γίνει παράλληλες.

Όταν οι ουκρανικές αρχές εκπροσωπούν την ουκρανική κοινωνία στην εξωτερική πολιτική σκηνή, η μόνη δυνατή λύση είναι η εδραίωση μιας κοινωνίας που προσπαθεί να επιβιώσει απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου, η ουκρανική κοινωνία των πολιτών συμμετέχει ενεργά στις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες της χώρας, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της ενώπιον των αρχών.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι οι διαμαρτυρίες που πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 2025 σε πολλές πόλεις σε όλη την Ουκρανία.

Αυτές οι διαμαρτυρίες στόχευαν στην προστασία των φορέων κατά της διαφθοράς και οι άνθρωποι στους δρόμους εισακούστηκαν. Οι αρχές άλλαξαν τις αποφάσεις τους.

Αυτές οι διαδικασίες είναι πολύ σημαντικές για την κατανόηση της κοινωνίας μας. Πάντα αγωνιζόμασταν για τα δημοκρατικά μας δικαιώματα και αυτό είναι που μας καθιστά υποτελείς.

Αυτό είναι κάτι που οι ηγέτες άλλων χωρών εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν για τους Ουκρανούς.

A.Γ.: Είναι δύσκολο να παρακολουθείς τι συμβαίνει στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Δυστυχώς, οι άνθρωποι δε διαθέτουν το πλαίσιο και τη γνώση της Ιστορίας που είναι απαραίτητες για να δώσουν συμβουλές σχετικά με τις ίδιες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία.

Το να βλέπεις, εκ των έσω, πώς οι άνθρωποι προσπαθούν να μας καθησυχάσουν ότι είναι δυνατό να καταλήξουμε σε συμφωνίες με τη Ρωσία (τις οποίες θα τηρήσει πραγματικά) αν εμείς παραδώσουμε τα εδάφη μας είναι απογοητευτικό.

Τελικά, κουράζεσαι να εξηγείς τα προφανή.

Και είναι πολύ εξαντλητικό να παρακολουθείς τον κόσμο να προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα εις βάρος μιας μικρότερης χώρας - δηλαδή της Ουκρανίας - από φόβο για τις συνέπειες από τη Ρωσία.

Οπότε ναι, το να βλέπεις τον κόσμο να αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο είναι πραγματικά αηδιαστικό.

Επί του παρόντος, αυτό είναι άλλοτε το αηδιαστικό πρόσωπο του φόβου, άλλοτε το πρόσωπο του ιδιοτελούς συμφέροντος, όπου, με τρεμάμενα χέρια, προσπαθούν να σε ωθήσουν προς μια απόφαση καταστροφική για εσένα αλλά και για όλους τους άλλους.

Και τους λες ότι αυτή η απόφαση είναι λανθασμένη και τους παρέχεις αμέτρητα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά δε σε ακούνε και συνεχίζουν να σε ωθούν προς αυτήν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι απλά δε θέλουν να πιστέψουν ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι τόσο άσχημα, επειδή κανείς δε θέλει να πιστεύει στο χειρότερο, σωστά;

Στην Ευρώπη, υπάρχουν έξυπνοι δημοσιογράφοι, ιστορικοί και πολιτικοί που λένε τα πράγματα με το όνομά τους και στους ψηφοφόρους τους άβολες αλήθειες. Και οι ψηφοφόροι συχνά δε θέλουν να τους ψηφίσουν, επειδή η αλήθεια είναι δυσάρεστη.




«Ο Μιλιτάνθρωπος αντιμετωπίζει τον θάνατο ως μια πραγματικότητα της δικής τους ανυπαρξίας. Ο Μιλιτάνθρωπος ανακτά την αίσθηση του εαυτού του αναδιαμορφώνοντας την ίδια την τάξη της ύπαρξης», διαβάζω σε ένα από τα καρέ.

Πώς συνδέεστε με την πανταχού παρούσα πραγματικότητα του θανάτου;

Γ.Σ.: Η στάση σου απέναντι στον θάνατο αλλάζει δραματικά όταν ζεις με τη συνεχή πιθανότητα του δικού σου θανάτου και τον φόβο για τα αγαπημένα σου πρόσωπα.

Ο θάνατος γίνεται μια καθημερινή στατιστική και, ταυτόχρονα, ένας ζωώδης φόβος που ζει στο σώμα σου.

Είναι πολύ δύσκολο να το κατανοήσεις, αλλά τόσο το σώμα όσο και το μυαλό σου αλλάζουν ευρισκόμενα σε συνεχή αναμονή.

Είναι πολύ οδυνηρό όταν ο θάνατος και η καταστροφή επηρεάζουν νέους και παιδιά, επειδή αποτελούν το μέλλον και αξίζουν μια ειρηνική και πλήρη ζωή.

Η δεύτερη ταινία του τρίπτυχου πάνω στο οποίο εργαζόμαστε αυτή τη στιγμή εξερευνά το θέμα του θανάτου.

«Αυτή η ταινία είναι μέρος ενός τρίπτυχου ντοκιμαντέρ ‘Οι μέρες που θα ήθελα να ξεχάσω’», διαβάζω στους τίτλους τέλους.

Είναι η δημιουργία φιλμ ένα είδος «εξορκισμού», κατά τη γνώμη σας, ένας τρόπος να ονοματίσετε/καταγράψετε/δείξετε τους «δαίμονες» που σας στοιχειώνουν και έτσι -ίσως- να τους αντιμετωπίσετε;

Γ.Σ.: Δε νομίζω πως το σινεμά μπορεί να καταπολεμήσει τους δαίμονες, αλλά μάλλον να τους φωτίσει, να στρέψει την κάμερα σ’ αυτούς και να εστιάσει εκεί.

Ίσως υπάρχει για τη διατήρηση του νοήματος με την πάροδο του χρόνου, για τις μελλοντικές γενιές.

A.Γ.: Νομίζω ότι οι κινηματογραφιστές κάνουν τις ταινίες τους για όσα τους συγκινούν, όπως συγκεκριμένα φαινόμενα, την Ιστορία ή ακόμα και μια ατμόσφαιρα. Ίσως αυτά είναι ερωτήματα που τους κρατούν ξύπνιους τη νύχτα.

Και ναι, ο κινηματογράφος μάς βοηθάει πραγματικά να απελευθερωθούμε από αυτά. Η ταινία είναι μια προσπάθεια να μοιραστούμε όσα νιώσαμε με ένα ξένο κοινό και με το ουκρανικό κοινό με το οποίο μπορούμε να βρούμε μια σύνδεση.

Σ.Μ.: Φυσικά, είναι μια εμπειρία που δε θα ευχόμασταν σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό μας ή στα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν σπουδαία πράγματα τα οποία έχουμε δει και βιώσει - για παράδειγμα, οι απλοί άνθρωποι κάνουν ηρωικά πράξεις. Αυτό είναι κάτι απίστευτο και μας δίνει τη δύναμη να συνεχίσουμε να ζούμε.

Έχουμε την ευθύνη να μιλάμε για τέτοια πράγματα με τη γλώσσα του κινηματογράφου.

Αλλά είναι αρκετά αυτά που κάνουμε; Αξίζει να συνεχίσουμε να φιλμάρουμε; Μπορεί να φαίνεται άσκοπο και μερικές φορές αναρωτιόμαστε αν θα ήταν προτιμότερο να καταταγούμε στον στρατό για να προστατεύσουμε τη χώρα μας και τις αξίες μας.

Από την άλλη, τα αυταρχικά συστήματα θέλουν να μας κάνουν να νιώθουμε ότι ο πολιτισμός δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Αυτή είναι μια μάχη που δεν μπορούμε να χάσουμε.

Οπότε ναι, για μένα εξακολουθεί να είναι επίκαιρο να κάνω ταινίες και να λέω μια μέρα: «Ναι, έκανα το σωστό».

Ευχαριστώ θερμά την Ντάρια Παντένκο για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού.

Το ντοκιμαντέρ της Tabor LTD (Αλίνα Γκόρλοβα, Γελιζαβέτα Σμιθ και Σίμον Μοζγκόβι) Μιλιτάνθρωπος προβάλλεται, σε πανελλήνια πρεμιέρα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 14ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.

Η προβολή θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α, 19:00), παρουσία του Σίμον Μοζγκόβι.