Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2024

Σέρχιο Μπλάνκο: «Ο θεατρικός λόγος αναζητά την σάρκα των ερμηνευτών»

 


Εν μέρει εμπνευσμένο από τον μύθο του Οιδίποδα, το θεατρικό έργο του σπουδαίου Γαλλο-Ουρουγουανού Σέρχιο Μπλάνκο, Μια Θήβα, καταπιάνεται με το έγκλημα, τον φόνο, την εξουσία, την τάξη και την ίδια την θεατρική αναπαράσταση.

Η σκηνική απόδοσή του, σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και με τους Δημήτρη Καπουράνη και Θάνο Λέκκα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, συνεχίζει να προκαλεί ζωηρό ενδιαφέρον. Συζητώντας με τον συγγραφέα.

Σύμφωνα με το λιτό βιογραφικό σου, αποφάσισες να αφοσιωθείς ολοκληρωτικά στην συγγραφή και την σκηνοθεσία αφού σπούδασες κλασική φιλολογία.

Τότε φυτεύτηκαν οι «σπόροι» του πάθους σου για το θέατρο και εδραιώθηκε η σχέση σου με το ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο;

Το ενδιαφέρον μου για τον ελληνικό πολιτισμό χρονολογείται πολύ πιο πίσω. Προέρχεται από την μητέρα μου που ήταν μεγάλη ελληνίστρια και γνώστρια του αρχαιοελληνικού κόσμου.

Όταν γεννήθηκα, δούλευε πάνω στην διατριβή της και μετά μου μίλησε στα αρχαία ελληνικά. Η πρώτη γλώσσα που άκουσα ήταν τα αρχαία ελληνικά. Από εκεί, λοιπόν, πηγάζει η έλξη μου για τον ελληνικό κόσμο.

Συνδέεσαι συχνά με την «αυτομυθοπλαστική» προσέγγιση στην δραματουργία. Θα ήθελες να εξηγήσεις την ανάγκη χρήσης της και τον τρόπο με τον οποίο την υλοποιείς προσωπικά;

Η αυτομυθοπλασία είναι μια επιθυμία να χρησιμοποιήσω γεγονότα της ζωής μου ή βιωμένες εμπειρίες για να δημιουργήσω τα θεατρικά μου έργα.

Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η ζωή μου είναι μόνο μια αφετηρία. Το συναρπαστικό είναι να βλέπω πώς μεταμορφώνονται σιγά σιγά αυτά τα βιογραφικά δεδομένα.

Η πρόκληση, λοιπόν, που αντιμετωπίζω σχετίζεται με το να δω τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά μεταμορφώνονται μέσα από τις φανταστικές διαδικασίες που μετασχηματίζουν την πραγματική εμπειρία σε καλλιτεχνικό γεγονός.

Γι’ αυτό επιμένω πάντα ότι το «εγώ» των κομματιών μου δεν έχει καμία σχέση με το αληθινό μου «εγώ», αφού υπήρξε μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Η αυτομυθοπλασία είναι μια δημιουργική διαδικασία όπου η έννοια της μεταφοράς είναι θεμελιώδης.

Εμπνευσμένο από τον μύθο του Οιδίποδα και τα επινοημένα πρακτικά μιας υπόθεσης πατροκτονίας, το θεατρικό σου Μια Θήβα αφηγείται τις συναντήσεις ενός θεατρικού συγγραφέα και του δράστη μιας πατροκτονίας, με προοπτική την συγγραφή και το ανέβασμα ενός έργου ορμώμενου από την εν λόγω ιστορία.

Με αφετηρία ένα ελλειπτικό κείμενο, εξερευνώνται τα ζητήματα του εγκλήματος, του φόνου, της εξουσίας, της τάξης και της ίδιας της θεατρικής αναπαράστασης. Τι, λοιπόν, μπορεί να αναπαρασταθεί θεατρικά και τι όχι, κατά την γνώμη σου;

Πιστεύω ότι όλα μπορούν να αναπαρασταθούν στην σκηνή στον βαθμό που αυτή η αναπαράσταση περνάει μέσα από την γλώσσα.

Γι’ αυτό με ενδιαφέρουν πολύ οι αφηγηματικοί μηχανισμοί επί σκηνής, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αναπαράγουμε τον κόσμο μέσα από γλωσσικές πράξεις.

Στον βαθμό που καταλαβαίνουμε πως η πράξη της αφήγησης ή της εξιστόρησης είναι και θεατρική πράξη, τότε όλα μπορούν να αναπαρασταθούν επί σκηνής.

Ο αφηγητής/θεατρικός συγγραφέας, Σ., και ο νεαρός αυτουργός της πατροκτονίας, Mαρτίν, ανήκουν σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.

Ως θεατής του έργου/αναγνώστης του κειμένου νιώθω ότι ο Σ. -ηθελημένα ή μη- εκδηλώνει την πνευματική του υπεροχή εκμεταλλευόμενος/υποτιμώντας τον «φίλο» του. Γιατί ήθελες να αναδείξεις αυτήν την πτυχή;

Η ανάγνωσή σου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και έγκυρη, όπως πάντα η ανάγνωση κάθε ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης, αλλά δεν τη συμμερίζομαι. Δε νομίζω ότι ο χαρακτήρας του Σ. αισθάνεται ανώτερος από τον Μαρτίν ή τον υποτιμά.

Αυτό που νιώθει είναι πως χρησιμοποιεί την γλώσσα αλλιώς και αυτό προσπαθεί να μοιραστεί με τον Μαρτίν. Ο Σ. προσπαθεί να μοιραστεί την γλώσσα με τον Μαρτίν αφού ο τελευταίος δεν έχει λέξεις.

Ο Μαρτίν δεν μπορεί να ονοματίσει τι του συμβαίνει, δεν έχει λόγια να το κάνει. Αυτό είναι το βάσανό του. Και αυτό που κάνει ο Σ. είναι να προσπαθεί να βρει λέξεις για τον Μαρτίν, ώστε εκείνος να πει την ιστορία του και να ονοματίσει τον πόνο του.

Όταν αρθρώνουμε μέσω του λόγου επώδυνα πεδία της ζωής μας -όταν δηλαδή τα ονοματίζουμε-, τότε, όπου υπήρξαν βάσανα, μπορεί να υπάρξει και θεραπεία.

Η γλώσσα, η πράξη της ονομασίας, μπορεί να μας βοηθήσει να ανακουφίσουμε τον πόνο.

Αυτό το μοίρασμα της γλώσσας είναι που ενώνει τον Σ. και τον Mαρτίν οι οποίοι, παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, συναντιούνται με όμορφο και έντονο τρόπο.

Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι ο ένας είναι ανώτερος από τον άλλο, ούτε ότι ο ένας υποτιμά τον άλλο.

Αντίθετα, ο Σ. γοητεύεται βαθιά από τον Μαρτίν, τον οποίο βλέπει σχεδόν ως ήρωα, και εκφράζει μεγάλο θαυμασμό γι’ αυτόν.

Σύμφωνα με τον Σ., η απόσταση μεταξύ του προτύπου και της προσομοίωσης είναι αυτή που κάνει πάντα την τέχνη καλύτερη από την πραγματικότητα. Αντανακλά ο αφορισμός του και την δική σου γνώμη;

Χωρίς αμφιβολία, πιστεύω πως ό,τι συμβαίνει στην τέχνη είναι πάντα καλύτερο από αυτό που συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Η αναπαράσταση του κόσμου είναι πάντα πολύ καλύτερη από τον κόσμο.

Νομίζω πως γι’ αυτό ανθρωπολογικά δεν υπάρχει κοινωνία που να μην έχει τις καλλιτεχνικές της εκφράσεις. Χρειαζόμαστε την τέχνη γιατί είναι ένας χώρος όπου για λίγο ξεφεύγουμε από το αβάσταχτο βάρος της πραγματικότητας.

«Ο σύγχρονος καλλιτέχνης [...] είναι κάποιος που δημιουργεί κάτι ρισκάροντας ταυτόχρονα», συμπεραίνει ο Σ. Είναι η επιλογή της ανάληψης ρίσκου προϋπόθεση της θεατρικής διαδικασίας;

Όχι πάντα. Μερικές φορές ρισκάρουμε περισσότερο σε κάποιες δημιουργίες παρά σε άλλες. Εξαρτάται πολύ από κάθε έργο.

Περιστασιακά, σκηνοθετείς τα έργα σου. Στην περίπτωση του Μια Θήβα αυτό έχει συμβεί δύο φορές μέχρι τώρα.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους κάθε νέα σκηνοθετική προσπάθεια διευρύνει/εμπλουτίζει την οπτική σου σ’ αυτό το έργο ειδικά και στην θεατρική συγγραφή, γενικά;

Σκηνοθέτησα το Μια Θήβα πριν από δέκα χρόνια και στην συνέχεια υπήρξαν περισσότερα από εικοσιπέντε σκηνικά ανεβάσματα ανά τον κόσμο σε διαφορετικά θέατρα και διαφορετικές χώρες.

Το ίδιο έχει συμβεί με τα περισσότερα έργα μου, που σκηνοθετούνται από διαφορετικούς σκηνοθέτες θεάτρου σε διαφορετικά μέρη.

Υπάρχουν περισσότερα από διακόσια ανεβάσματα των κειμένων μου σε πέντε ηπείρους και αυτό είναι κάτι το εξαιρετικό, γιατί κάθε νέα σκηνοθεσία εμπλουτίζει το κείμενο και ως εκ τούτου του δίνει νέα ζωή.

Ο θεατρικός λόγος αναζητά την σάρκα των ερμηνευτών, επομένως η πραγματική του υλοποίηση δεν έγκειται στην έκδοσή του σε βιβλίο αλλά σε κάθε σκηνικό του ανέβασμα.

Όσο περισσότερα ανεβάσματα του ίδιου κειμένου υπάρχουν, τόσο το καλύτερο για το κείμενο γιατί προστίθενται νέες αναγνώσεις, νέες εκδοχές, νέοι τρόποι ανάλυσής του.

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από την διαφορετικότητα και την πολλαπλότητα των ερμηνειών. Όσο περισσότερες διαφορετικές «αναγνώσεις» υπάρχουν για το ίδιο έργο, τόσο καλύτερο για το έργο.

Συμφωνώ απόλυτα με την ιδέα του ημιτελούς έργου, δηλαδή την ιδέα ότι κάθε έργο είναι ημιτελές και είναι τελικά ο παραλήπτης που ολοκληρώνει την κατασκευή του με απόλυτη ελευθερία και αυτονομία.

Συνεργάζεσαι, κατά καιρούς, με τον σκηνοθέτη κάθε καινούριου -ή παλαιότερου- έργου σου που ανεβαίνει ή διαθέτεις αρκετή αυτεπίγνωση ώστε να τους επιτρέπεις πλήρως τον τρόπο με τον οποίο τελικά θα τα παρουσιάσουν;

Μόλις δώσω τα πνευματικά δικαιώματα, αποδεσμεύομαι εντελώς και αφήνω κάθε νέα ομάδα να προβεί στην δική της δημιουργία. Όσο μπορώ, όταν μπορώ, ταξιδεύω για να παρακολουθήσω τις παραστάσεις, και είναι κάτι που πάντα μου αρέσει πολύ.

Μπορεί κάποια ανεβάσματα να μου αρέσουν περισσότερο από άλλα, αλλά, γενικά, πάντα με συναρπάζει να βλέπω πώς μια ολόκληρη ομάδα καλλιτεχνών έχει αποκρυπτογραφήσει και ερμηνεύσει αυτά που έχω γράψει.

Είναι μια καλή άσκηση που βοηθά κάποιον να βγει από το κέντρο τους και να παραδοθεί με απόλυτη εμπιστοσύνη στην ερμηνεία των άλλων.

Το θέατρο είναι μια συλλογική τέχνη όπου η παραγωγή νοημάτων είναι πολλαπλή και όπου η γνώμη του θεατρικού συγγραφέα είναι μία ακόμη εν μέσω μιας ολόκληρης ομάδας.

Το να δημιουργείς ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους είναι κάτι εξαιρετικό, είναι μια υπέροχη δημοκρατική άσκηση.

Στο θέατρο -όπως και στην δημοκρατία- η ομορφιά εμφανίζεται όταν υπάρχει διαφωνία και συζήτηση. Από την διαφωνία και την αντιπαράθεση απόψεων γεννιέται το θέατρο. Απαραίτητη η φωνή της Αντιγόνης, αλλά και της Ισμήνης.

Εμπνευσμένο από την νοσηλεία σου κατά την διάρκεια της πανδημίας, το έργο COVID-451 (2020) πραγματεύεται τα θέματα «της μοναξιάς, της αλληλοβοήθειας και της ανάγκης των άλλων, της διαλεκτικής μεταξύ επιστήμης και τέχνης και της απαραίτητης προσφυγής στην ποίηση για να θεραπευθούν τα τραύματα».

Ποτέ δε νοσηλεύτηκα λόγω της COVID-19!

Στο COVID-451 υπάρχει ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ότι σε όλα τα έργα αυτομυθοπλασίας πρέπει να υπάρχει ένα μεγάλο μέρος μυθοπλασίας.

Ξεκινώ, λοιπόν, από μια αλήθεια, που είναι η πανδημία και το θέμα του άρρωστου σώματος, αλλά αυτή η αλήθεια τοποθετείται στο πεδίο της μυθοπλασίας.

Ευτυχώς, όλα όσα λέω εκεί δε μου συνέβησαν, ευτυχώς δεν ήμουν ποτέ στα πρόθυρα του θανάτου σε μονάδα εντατικής θεραπείας, αλλά παρόλα αυτά, παρόμοια γεγονότα συνέβησαν σε πολλούς ανθρώπους.

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, η αυτομυθοπλασία δε συνίσταται στο να μιλάς για τον εαυτό σου, αλλά μάλλον στο να ξεκινάς από τον εαυτό σου για να μιλήσεις για τους άλλους.

Στο πλαίσιο της παράστασης καλείς πραγματικούς υγειονομικούς στη σκηνή, όπου συνδημιουργείτε μια «alterficción». Ποιος είναι ο δραματουργικός σκοπός αυτής της επιλογής και σε τι διαφέρει από την «αυτομυθοπλασία»;

Στο συγκεκριμένο εγχείρημα κάλεσα προσωπικό από δομές υγειονομικής περίθαλψης και από τις ιστορίες του συνέθεσα το κείμενο.

Το δημιούργησα επίσης ως μυθοπλαστικό, γι’ αυτό και το έχω περιγράψει ως «alterficción» («εναλλακτική μυθοπλασία»).

Σε κάθε περίπτωση, πέρα ​​από αυτό που είναι αλήθεια ή ψέμα, η επιδίωξη της παράστασης COVID-451 είναι να μιλήσει για το θέμα του άρρωστου σώματος και του φόβου του θανάτου.

Όχι, όμως, υπό το πρίσμα  των απομονωμένων ατόμων, αλλά μιας κοινωνίας και μιας κοινότητας που μπορεί να απειλούνται με εξαφάνιση.

Για έναν μη επαγγελματία λάτρη του σύγχρονου θεάτρου, η παρακολούθηση παραστάσεων στην Ελλάδα είναι μια ακριβή, και άρα ελιτίστικη, ενασχόληση.

Πώς, κατά την γνώμη σου, μπορεί η θεατρική πράξη να επανασυνδεθεί με κοινά όλων των κοινωνικών τάξεων, ανακτώντας την παιδαγωγική -και ενδεχομένως απελευθερωτική- λειτουργία της;

Το ζήτημα τού να μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι το θέατρο συνδέεται με κοινό όλων των τάξεων και δεν περιορίζεται στο να είναι μια ελιτίστικη τέχνη είναι μια από τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε όλοι όσοι αφοσιωνόμαστε σ’ αυτό.

Είναι ένα θέμα το οποίο απαιτεί την σκέψη και την συνεργασία πολλών παραγόντων: καλλιτεχνών, πολιτιστικών υπεύθυνων, πολιτικών, κοινωνιολόγων και άλλων.

Δεν έχω την απάντηση, αλλά έχω την επιθυμία να χτίσουμε κοινωνίες όπου καθένας ο οποίος θέλει να παρακολουθήσει μια θεατρική ή οπερατική παράσταση και να επισκεφθεί ένα μουσείο δε θα χρειάζεται να καταβάλει υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δε νομίζω, όμως, πως μόνο εμείς οι δημιουργοί έχουμε την λύση, αφού δεν πρόκειται τόσο για καλλιτεχνικό, αλλά για κοινωνικό πρόβλημα.

Ευχαριστώ θερμά τον συγγραφέα για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Το θεατρικό έργο του Σέρχιο Μπλάνκο Μια Θήβα κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Κάπα Εκδοτική σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και επιμέλεια της Σωτηρίας Αποστολάκη.

Η σκηνική απόδοσή του, σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και με τους Δημήτρη Καπουράνη και Θάνο Λέκκα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, συνεχίζεται με επιτυχία για δεύτερη σεζόν στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Οι παραστάσεις πραγματοποιούνται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.



Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Martyn Jacques (The Tiger Lillies): «Ζούμε σε μια κοινωνία ασχήμιας»

 

Budi Butenop (αριστερά), Martyn Jacques (μέση), Adrian Stout (δεξιά)/(Φωτογραφία: Ricardo Abriz)

Συνομιλώντας -και ενίοτε διαφωνώντας- με τον χειμαρρώδη Martyn Jacques, frontman των λατρεμένων του ελληνικού κοινού, The Tiger Lillies, ενόψει της παρουσίασης του νέου τους πρότζεκτ στην Αθήνα μεταξύ 5 και 15 Ιανουαρίου.

Χωρίς το μεϊκάπ και τα κοστούμια, μοιάζεις με τον άνθρωπο που πιθανόν είσαι!

Με τον αληθινό Martyn!

Δεδομένου, ωστόσο, ότι το επιτελεστικό και το οπτικό στοιχείο είναι θεμελιώδες στην δουλειά και τις συναυλίες των The Tiger Lillies, μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί εστιάζετε τόσο πολύ σ’ αυτό;

Ανέκαθεν μου άρεσαν ο Φελίνι, ο Ζακ Μπρελ -παρόλο που μόνο μερικές, νομίζω, φορές χρησιμοποιούσε μεϊκάπ-, ο Κλάους Νόμι, η θεατρική προσέγγιση, οι κλόουν, τα περιοδεύοντα τσίρκα. Όλος αυτός ο κόσμος.

Ποτέ δεν ήμουν πολύ τρελαμένος με τον νατουραλισμό, στην πραγματικότητα, με την ιδέα πως θα εμφανιζόμαστε στην σκηνή ντυμένοι με τ-σερτ και τζιν.

Είχες εκτεθεί σε όλα αυτά τα ερεθίσματα ως παιδί;

Όχι ως παιδί, αλλά στην όψιμη εφηβική ηλικία μου.

Στα είκοσί μου άρχισα να μένω στο Λονδίνο και να κάνω παρέα με πιο αρτιστίκ ανθρώπους κι αυτοί με εξέθεσαν στον Κουρτ Βάιλ, τον Μπερτολτ Μπρεχτ και την Όπερα της πεντάρας. Αλλά και στον Τομ Γουέιτς.

Κι έτσι εμπνεύστηκα από αυτό το στιλ μουσικής. Μέχρι και σήμερα πιστεύω ότι δε θα μπορούσα να αναγνωρίσω τους Led Zeppelin ή τους Deep Purple!

Πανκ δεν άκουγες;

Άκουγα. Όχι κλασικό ροκ, όμως. Η ροκ μουσική πάντα με προσπερνούσε. Πρόκειται για εναλλακτική εμπορική μουσική. Ποτέ δεν το γούσταρα αυτό.

Κι εσείς, ως συγκρότημα, έχετε κοινό, πάντως. Και δεν είναι μικρό.

Συμφωνώ. Πιο πολύ είναι μια «αίρεση», ωστόσο. Όχι κάτι mainstream, ούτε underground. Περισσότερο υποστηριζόμαστε από τον θεατρικό χώρο, κι έχουμε συμμετάσχει σε πολλά θεατρικά φεστιβάλ.

Κατά καιρούς υπάρχουν ακροατές που απωθούνται ή ενοχλούνται από πτυχές των σόου σας.

Σίγουρα έχεις δίκιο σ’ αυτό! Κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να μας ανεχτούν. Κυριολεκτικά. Πραγματικά, μας μισούν!

Υπάρχουν πολιτικοποιημένοι άνθρωποι στους οποίους δεν αρέσουμε, αλλά και από το πεδίο της μουσικής.

Επειδή θεωρούν πως το στοιχείο της περφόρμανς επισκιάζει την κατ’ εκείνους πρόσληψη της πολιτικοποιημένης τέχνης;

Δεν έχω ιδέα. Είναι κάτι περίπλοκο. Γιατί δεν αρέσεις στους ανθρώπους; Ανοιχτό ερώτημα. Μάλλον γιατί τους θυμίζεις κάποιον που δεν τους αρέσει.

Σου λείπει το στοιχείο της φαντασίας, η οπτική διάσταση από την σύγχρονη ροκ μουσική, μιας και την ανέφερες νωρίτερα;

Ζούμε σε μια κοινωνία ασχήμιας, νομίζω. Όλη μας η κοινωνία είναι άσχημη.

Επισκέπτεσαι μια πόλη -κι επισκεπτόμαστε πολλές διαρκώς στο πλαίσιο των περιοδειών μας-, και θες να πας στο παλιό κομμάτι της, γιατί είναι όμορφο. Η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων θα συμφωνούσε στο ότι τα σύγχρονα κτίρια είναι άσχημα.

Η αρχιτεκτονική αντανακλά την κοινωνία μας και τον κόσμο μας. Άσχημη κοινωνία, άσχημος κόσμος, άσχημη μουσική. Ο Όσκαρ Ουάιλντ συνήθιζε να μιλάει για την ομορφιά. Κατά το παρελθόν, η ομορφιά ήταν ιδιαιτέρως πολύτιμη.

Και δε θες να συμβάλεις σ’ αυτήν την ασχήμια.

Όχι, δε θέλω να είμαι -και δεν είμαι- κομμάτι της. Είμαι μια ελάσσων φιγούρα αν αναλογιστούμε τι συμβαίνει γύρω μας, ένα πραγματικό αουτσάιντερ, αλλά κι έτσι ακόμα μπορώ να λέω αυτό που θέλω.

Δε με ακούει κανένας, όμως, γιατί είμαι ελάσσων. (Γέλιο). Ίσως κάποιος όπως εσύ μου δίνει μια φωνούλα.

Αυτή η φωνή συνθέτει και τραγουδάει στίχους που δε θα τους αποκαλούσα «χαρωπούς» - ως επί το πλείστον, τουλάχιστον.

Αντιθέτως, αντανακλούν και φέρνουν στο προσκήνιο την πιο σκοτεινή, μακάβρια, και εφιαλτική διάσταση της ανθρώπινης φύσης. Τι σε προσελκύει σ’ αυτό τα πεδίο ανθρώπινης εμπειρίας;

Μου αρέσουν τα σκοτεινά πράγματα, το σκοτάδι γενικότερα, το να περιπλανιέμαι σε νεκροταφεία - υπάρχουν υπέροχα μνήματα εκεί, η γοτθική αρχιτεκτονική. Τα τραγούδια και το πνεύμα μου είναι σκοτεινά.

Μου αρέσει να τραγουδώ για την φτώχεια, τα βάσανα, την τοξικοεξάρτηση. Και δεν πρόκειται για στιλιστική επιλογή. Ξέρω πολλούς ανθρώπους που έχουν πεθάνει ή έχουν υποφέρει, για παράδειγμα από τοξικοεξάρτηση ή την φτώχεια.

Ο Σέξπιρ, ο Ντίκενς, ο Μπρεχτ - μ’ αυτά ασχολούνταν. Μ’ αρέσει κι η ομορφιά, όμως. Ο κομμουνισμός, αντιθέτως, όπου εφαρμόστηκε, υπήρξε άσχημος.

Έχει, ωστόσο, αφήσει και μια θετική κληρονομιά, εδώ κι εκεί.

Είναι τόσο άθλιος. Κοινωνικά είμαι επαναστάτης, αλλά πολιτικά δε μου αρέσουν οι κομμουνιστές. Νομίζω πως είναι φασίστες, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.

Ένας κομμουνιστής στην Ελλάδα, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από έναν κομμουνιστή στην Λιθουανία. Εκείνος είναι ένας μπάσταρδος. Ένας από την Ελλάδα μπορεί να είναι πολύ ωραίος άνθρωπος.

Επειδή η Ιστορία λειτουργεί διαφορετικά.

Ακριβώς. Έχω συναντήσει κομμουνιστές στην Ελλάδα, κι είναι οι καλοί. Αν, ωστόσο, πας στην Ανατολική Ευρώπη, οι κομμουνιστές εκεί είναι ίδιοι με τους φασίστες που κυβερνούσαν την Ελλάδα.

Δε συμφωνώ με την άποψή σου, πάντως.

Οι κοσμοθεωρητικές διαφορές ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον φασισμό είναι θεμελιώδεις, το ίδιο και οι απώτεροι στόχοι τους. Στην μία περίπτωση, η ατομική, κοινωνική, συλλογική απελευθέρωση, στην άλλη η υποδούλωση.

Αν ζούσες στην Λιθουανία, όμως, δε θα έλεγες κάτι τέτοιο. Μιλώντας μαζί σου, καταλαβαίνω ότι είσαι ένας καλός, ευφυής και πολιτισμένος άνθρωπος.

Δε σε κριτικάρω. Μου αρέσεις. Και μου αρέσουν οι Έλληνες. Καταλαβαίνω, εξάλλου, την συμπάθεια που τρέφουν για την Αριστερά, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να ανεχτούν και να υπομείνουν τον φασισμό.

Οι Λιθουανοί, αντιθέτως, ήταν υποχρεωμένοι να υπομείνουν τον φασισμό του σφυροδρέπανου. Σήμερα, τόσο το σφυροδρέπανο όσο και η σβάστικα είναι απαγορευμένα σύμβολα στην χώρα.

Τα προσωπικά βιώματα του κάθε ανθρώπου, ιδίως αν έχει ζήσει εντός ενός καταπιεστικού καθεστώτος, επηρεάζουν τον τρόπο πρόσληψης της ιδεολογίας που συνείχε αυτό το καθεστώς.

Αντιλαμβάνομαι, συνεπώς, την άποψή σου -αν και διαφωνώ-, και είναι πάντα χρήσιμες συζητήσεις με ευρύτερη πολιτική στόχευση εφόσον διεξάγονται με αμοιβαία κατανόηση.

Πες μου, όμως, για την σχέση σας με την Nαν Γκόλντιν, μιας και το άλμπουμ σας The Ballad of Sexual Dependency, που εμπνέεται από τις φωτογραφίες της, είναι η αγαπημένη μου δουλειά σας.

Αλήθεια; Δε θα την παίξουμε στο Half Note, όμως. (Γέλιο).

Συνήθιζε να έρχεται στα σόου μας όταν εμφανιζόμασταν, επί χρόνια, στο Μπρούκλιν. «Πιθανόν δε γνωρίζετε ποια είμαι, αλλά είμαι μεγάλη φαν σας και φωτογράφος», μας είπε μια μέρα. Εγώ ήξερα.

Μου ζήτησε να κάνουμε ένα σόου μαζί. «Σίγουρα», της απάντησα.

Πρότεινε, λοιπόν, να δούμε τις φωτογραφίες της. Το έκανα, άκουγα και τη μελοποιημένη εκδοχή τμήματος της συλλογής  ποιημάτων και τραγουδιών Κάρμινα Μπουράνα από τον Καρλ Ορφ, και συνδύασα δικούς μου στίχους με στίχους από αυτήν.

Παρουσιάσαμε τον δίσκο για πρώτη φορά σ’ ένα ρωμαϊκό αμφιθέατρο ενώπιον ενός κοινού 2.000 ανθρώπων στο πλαίσιο του φωτογραφικού φεστιβάλ της Αρλ, του πιο μεγάλου στον κόσμο, ενώ οι φωτογραφίες της προβάλλονταν σε μια οθόνη.

Μια μέρα πριν -ή την ημέρα του σόου-, διαβάζοντας τους στίχους κι επειδή θα ερχόταν η οικογένειά της, μου έλεγε: «Δε νομίζω ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτόν», «Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον άλλο».

Κι εγώ αναρωτιόμουν από μέσα μου: «Και οι φωτογραφίες σου; Δείχνεις ανθρώπους να παίρνουν πίπα ο ένας του άλλου και μου λες πως δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω κάποιες λέξεις γιατί μπορεί ν’ αναστατώσουν κάποιους ανθρώπους!»

«Ναι, ναι», της έλεγα μεγαλοφώνως.

Είναι λίγο τρελιάρα, αλλά είμαι κι εγώ. Το αστείο με την ανθρώπινη κατάσταση είναι ετούτο: όσο ακραίοι κι αν είμαστε, πάντα υπάρχουν όρια. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν κι εκείνη.

Τριανταπέντε έτη μετά την ίδρυση των The Tiger Lillies, πώς εγγράφεται το πέρασμα του χρόνου μέσα σου;

Η καλή τέχνη είναι καλή τέχνη, και η μαλακία, μαλακία.

Λίγοι άνθρωποι είναι καλοί, τα περισσότερα είναι μαλακίες, και ο χρόνος δεν έχει σημασία. Δεν έχει διαφορά είτε είσαι 14, 44 ή 84. Τα καλά πράγματα είναι σπάνια, τα υπόλοιπα είναι της μόδας και επιφανειακά.

Η Ναν Γκόλντιν είναι σπουδαία καλλιτέχνις. Έπειτα, έχεις ελάσσονες φυσιογνωμίες όπως είμαι εγώ. Πάντως, νομίζω ότι κάτι καλό κάνω.

Και πάντα θες να το μοιράζεσαι με το ελληνικό κοινό. Τι σε γοητεύει τοσο στην Ελλάδα, στους Έλληνες, στο ελληνικό συγκείμενο;

Οι Έλληνες είναι πραγματικά αξιαγάπητοι και εκφραστικοί, έχουν κάτι το τρυφερό και το απολύτως τρελό, έχουν μεγάλη καρδιά.

Έβλεπα κάποτε μια «θάλασσα» από πρόσωπα, πάνω από χίλια, σε μια συναυλία στην Θεσσαλονίκη -βοηθούσε και ο φωτισμός-, τα κοίταζα και με κοίταζαν μ’ αυτά τα καφετιά μάτια, υπήρχε αγάπη στα βλέμματά τους. Όντως την είδα.

Δεν ξέρω αν συμμερίζεσαι την αίσθησή μου. Ίσως έχω γνωρίσει τους καλούς Έλληνες.

Χαίρομαι για το βίωμά σου, αλλά δεν το συμμερίζομαι. Η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού πληθυσμού δε λειτουργεί πολύ διαφορετικά από τον μέσο όρο των υπόλοιπων Ευρωπαίων - και μη.

Eίναι κυνικοί, αδιάφοροι, ατομιστές, χωρίς σεβασμό απέναντι στους άλλους.

Αντιλαμβάνομαι αυτό που εννοείς.

Τι σχεδιάζετε να μοιραστείτε με το αθηναϊκό κοινό συναυλιακά αυτήν την φορά;

Αναζήτησα πληροφορίες για τον μηδενισμό, και συνέθεσα μερικά τραγούδια γι’ αυτόν.

Πρόκειται για μια φιλοσοφία που ανέκαθεν εφάρμοζα. Μοιάζει αρκετά με τον Βουδισμό - εν μέρει και με τον Ινδουισμό. Eίναι μια «Δυτική» μορφή Βουδισμού, κατά κάποιον τρόπο.

Lessons in nihilism θα τιτλοφορείται το σόου και ο καινούριος δίσκος μας, με ειρωνικά χιουμοριστικά στοιχεία. Είμαι, άλλωστε, πολύ είρων, όπως -κατά διαστήματα- και απέναντι σε σένα στην συνέντευξη.

Ανυπομονώ να βιώσω τον δίσκο λάιβ, επομένως.

Θα σε δω σύντομα!

Ευχαριστώ θερμά την Martyna Lach, εκτελεστική παραγωγό των The Tiger Lillies, για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον Martyn Jacques, και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της μπάντας.

Οι The Tiger Lillies παρουσιάζουν το νέο τους πρότζεκτ, Lessons in Nihilism, στο Half Note Jazz Club (Τριβωνιανού 17, Μετς) από Παρασκευή 5 μέχρι και Δευτέρα 8 Ιανουαρίου, και από Παρασκευή 12 μέχρι και Δευτέρα 15 Ιανουαρίου.

Ώρες έναρξης: Παρασκευή και Σάββατο 22:30, Κυριακή και Δευτέρα 21:30.