Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

Shigeru Umebayashi: «Η μουσική δεν έχει σύνορα»

 


Παγκοσμίως γνωστός για το μαγευτικό soundtrack που επενδύει την ταινία του Wong Kar-wai Ερωτική επιθυμία, ο Ιάπωνας συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής και παραγωγός Shigeru Umebayashi έρχεται στο Ηρώδειο στις 28 Σεπτεμβρίου.

Μια σύντομη επικοινωνία μαζί του ενόψει της μοναδικής αυτής συναυλίας.

Το μότο «Όσο πιο πολλά κάνουμε, τόσο πιο πολλά μπορούμε να κάνουμε», πιθανόν στίχος αποδιδόμενος στο νεοκυματικό συγκρότημα EX του οποίου υπήρξατε ο ηγέτης και μπασίστας, κυριαρχεί στον προσωπικό σας ιστότοπο.

Πιστεύετε ότι η ποικιλομορφία και η πολλαπλότητα στις καθημερινές επιλογές μπορεί να μας μεταμορφώσει ως ανθρώπινες υπάρξεις, συμβάλλοντας έτσι στον μετασχηματισμό της κοινωνίας;

Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν όταν μεγαλώνουν. Το μόνο που αλλάζει είναι το περιβάλλον τους. Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης μου.

Μιλώντας για μετασχηματισμούς, πώς εξελίχθηκε η μετάβασή σας από τα χρόνια του νεοκυματικού ροκ στη συνεχιζόμενη περίοδο της σύνθεσης μουσικής για τον κινηματογράφο; Υπήρξε μια σταδιακή διαδικασία ή ήταν αιφνιδιαστική;

Και ποια είναι η σχέση σας με το σινεμά ανά τα χρόνια;

Αφού δούλεψα πάνω σε ένα μουσικό άλμπουμ για τον διάσημο Ιάπωνα ηθοποιό του κινηματογράφου Γιουσάκου Ματσούντα, άρχισα να ασχολούμαι με την κινηματογραφική μουσική. Λίγο λίγο, ασφαλώς. Ήταν η δεκαετία του 1980.

Ήμουν τυχερός, γιατί εκείνη ήταν μια μια εποχή κατά την οποία η ιαπωνική κινηματογραφική βιομηχανία αναζητούσε μια αλλαγή όσον αφορά στη μουσική για φιλμ. Μου επέτρεψε να κάνω τα πάντα με τον τρόπο μου.

Το να επενδύεται η ροή των εικόνων με μουσική, ευρισκόμενη σε διάλογο με μια ταινία, μού φαίνεται μαγικό. Πώς βιώνετε αυτή την περιπέτεια; Πρόκειται για μια διαισθητική διαδικασία;

Ακόμα και τώρα, εξακολουθώ να παίρνω τη διαίσθησή μου πολύ στα σοβαρά. Μερικές φορές αποτυγχάνει.

Το μαγευτικό Yumeji's Theme, που περιλαμβάνεται στο soundtrack της Ερωτικής επιθυμίας, του φιλμ-ορόσημου του Wong Kar-wai, ήταν ένα σημείο τομής για εσάς διεθνώς.  

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, χρειάστηκε τόσος χρόνος ώστε η δουλειά σας να γίνει γνωστή εκτός του πολιτισμικού πλαισίου της Άπω Ανατολής;

Ποτέ δεν το σκέφτηκα αυτό. Οι ταινίες είναι ένα από τα μουσικά μου στάδια. Δε χρειάστηκε τόσο μεγάλο διάστημα. Απλώς είχα ανάγκη από χρόνο. Βλέπω την έκφραση του σκηνοθέτη.

Δεν παρακολουθώ το φιλμ όταν κάνω τη μίξη της ταινίας και της μουσικής στο στούντιο, η έκφραση είναι η απάντηση του σκηνοθέτη- καλή ή κακή, μου αρέσει αυτή η νευρικότητα.

Έχετε, μεταξύ άλλων, συνεργαστεί και με τον Κινέζο σκηνοθέτη Zhang Yimou. Τι αναζητάτε στις συνεργασίες σας και τι απολαμβάνετε περισσότερο; Το στοιχείο της έκπληξης, ίσως;

O Wong Kar-wai και ο Zhang Yimou είναι δύο εντελώς διαφορετικοί τύποι σκηνοθετών. Ο Zhang Yimou ξεκινά να μιλά για τη μουσική με το σενάριο. Ο Wong Kar-wai αρχίζει να μιλά για τη μουσική με την ταινία.

Με ποιους τρόπους επηρεάζει/εμπλουτίζει η ιαπωνική κουλτούρα τη δουλειά σας ως συνθέτη/παραγωγού και σε ποιον βαθμό είστε ανοιχτός σε/πειραματιστεί και με άλλες πηγές επιρροής - υπαρξιακές, μουσικές, φιλοσοφικές;

Η δυτική κουλτούρα επηρεάζει τη δουλειά μου. Το να δουλεύω σε μουσική για φιλμ εκτός Ασίας  «διαποτίζει» τη μουσική μου με μεγαλύτερο ανθρώπινο πλούτο.

Δε δίνετε συναυλίες συχνά. Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτή την επιλογή σας; Πώς, σε κάθε περίπτωση, συνδέεστε με τα κοινά σας παγκοσμίως;

Από τώρα και στο εξής, θέλω να δίνω πολλές συναυλίες.

Την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου αναμένεται να βρίσκεστε στην Αθήνα για να παίξετε τις μαγικές σας συνθέσεις σε μια -κυριολεκτικά και μεταφορικά- μαγική τοποθεσία, το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

Ποια είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα και οι προσδοκίες ενόψει αυτής της εμπειρίας;

Είμαι πολύ ενθουσιασμένος που θα μπορέσω να δώσω αυτή τη συναυλία με υπέροχους Έλληνες περφόρμερ στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, σημεία σύγκλισης ανάμεσα στην ιαπωνική και την ελληνική κουλτούρα;

Η μουσική δεν έχει σύνορα. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ανυπομονώ να σε δω!

Ευχαριστώ θερμά την Ηρώ Παστρικού για την καθοριστική συμβολή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Ο Shigeru Umebayashi δίνει μια μοναδική συναυλία την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού (21:00) συνοδεία της 40μελούς Athens Philharmonia Orchestra με τη συμμετοχή του σχήματος Alex Drakos Ensemble.

Διευθύνει ο Βέλγος μαέστρος Dirk Brossé.



Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

Γιάννης Οικονομίδης: «Οι ταινίες μου ξεμπροστιάζουν τον αντρικό κόσμο»

 

Γιάννης Οικονομίδης (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Μια συνάντηση με τον Γιάννη Οικονομίδη με αφορμή -ανάμεσα σε άλλες- την «επετειακή» επανακυκλοφορία του Σπιρτόκουτου, της ταινίας που έβαλε «φωτιά» στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά, είκοσι χρόνια μετά την πρεμιέρα του.

30 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη σου εμφάνιση στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, και 20 χρόνια από το Σπιρτόκουτο: χρονιά επετείων για σένα το 2022! Πώς τις βιώνεις;

Είναι ο χρόνος που περνά.

Πώς τον νιώθεις αυτόν τον χρόνο, λοιπόν;

Περνά! (Γέλιο). Αραιώνουν τα μαλλιά της κεφαλής και ασπρίζουν οι τρίχες.

Η δημιουργικότητα δεν υποχωρεί, όμως.

Αυτή παραμένει.

Η πρώτη μικρού μήκους ταινία μου το 1992 ήταν καθοριστική, γιατί ήδη είχα πολλές αντιπαραθέσεις με την οικογένειά μου σχετικά με την επιθυμία μου να κάνω κινηματογράφο.

Αν εκείνη τη χρονιά δεν ήταν πρόεδρος της επιτροπής ο Παντελής Βούλγαρης και δεν είχα κερδίσει το πρώτο βραβείο, δε θα είχε ακολουθήσει η δεύτερη και μπορεί όλη η προσωπική μου διαδρομή να ήταν τελείως διαφορετική.

Κινούμουν επί ξυρού ακμής, περπατούσα πάνω σε τεντωμένο σκοινί. Έπρεπε να δώσω ένα σήμα στους ανθρώπους μου ότι έχω κάνει τη σωστή επιλογή.

Πώς ήταν τότε το Φεστιβάλ της Δράμας;

Ήταν πιο «κλειστό», πιο τοπικό. Όπως ήταν παλιότερα και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Έβλεπες τους παλιούς σκηνοθέτες, τους καθιερωμένους, και ήμασταν κι η πιτσιρικαρία από κάτω, που καθένας από εμάς έκανε τις ταινίες του με τον τρόπο του.

Ποια ήταν η αντιμετώπιση που εισέπραξες;

Μέσα στη ροή των ταινιών υπήρχε κι η δική μου.

Ήταν αξιόλογη, γιατί είχα καταφέρει να βρω κάποια χρήματα από έναν ιδιώτη παραγωγό, τον Χιώτη εφοπλιστή Νίκο Τσάγκαρη, παραγωγό και του Δήμου Αβδελιώδη, ο οποίος είχε μπει στην ανεξάρτητη παραγωγή.

Του είχε αρέσει το πτυχιακό μου φιλμ, ένα οικολογικό ντοκιμαντέρ που είχε δει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Κατόπιν, του πήγα ένα σενάριο και, χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε χρήματα και μου έδωσε.

Οπότε είχα μια οικονομική ανεξαρτησία, κι έτσι βγήκε η ταινία ασπρόμαυρη σε 35mm, με καλό ήχο, καλή εικόνα. Είχε να «πει» κάτι.

Το Σπιρτόκουτο, ωστόσο, άργησε, σε σχέση με τη Δράμα.

Άργησε γιατί είχα διάφορες περιπέτειες. Το άλμα στις μεγάλου μήκους είναι πολύ βασανιστικό.

Το ένιωθες σαν ένα άλμα στο κενό;

Κι αυτό μπορείς να το πεις. Αν σέβεσαι τον εαυτό σου και το σινεμά που κάνεις, η μετάβαση στη μεγάλου μήκους συνιστά άλλη ευθύνη. Αλλά και πάλι, η ζωή ισορροπεί κάπως τα πράγματα μόνη της.

Όταν είχα πρωτοδεί το Σπιρτόκουτο είκοσι χρόνια πριν σε ένα κατάμεστο Άστυ, θυμάμαι πόση έκπληξη, ένταση και οργή είχα βιώσει. Παρακολουθώντας το είκοσι χρόνια μετά, μού «βγάζει» και πολλή θλίψη- πια.

Το καταλαβαίνω.

Η ανάγκη σου να δημιουργήσεις αυτή την ταινία πήγαζε πιο πολύ από την οργή;

Είχα ζήσει μια πενταετία μεγάλης ταλαιπωρίας, καθώς προσπαθούσα να υλοποιήσω το πρώτο μου φιλμ που δε γινόταν: «έπεφτε», «ξανασηκωνόταν», έβρισκε «τοίχους», ξεκίναγε, σταμάταγε.

Είχα «φάει» πολλή ματαίωση από τον χώρο, ένιωθα θυμό. Άρχιζα να βλέπω μπροστά μου το αδιέξοδο σοβαρά, διερωτώμενος τι νόημα έχει αυτό που επέλεξα. Βρισκόμουν σε μια σκοτοδίνη, είχα τάσεις αυτοκαταστροφής.

Μέχρι που υιοθέτησα το χαϊκού του Μιχάλη Γκανά, «Τα πολυβόλα βαράνε χαμηλά/Ή σκύβεις ή απογειώνεσαι».

«Δε γαμιέται», είπα, «αν δεν μπορείς να κάνεις το μάξιμουμ, ας κάνεις το μίνιμουμ, αυτό που μπορείς. Με ό,τι υλικό διαθέτεις». Κι έτσι σηκώθηκα από τον καναπέ.

Σκαρφίστηκα, λοιπόν, μια «ανάποδη» διασκευή του Πατέρα του Στρίντμπεργκ, εισάγοντας στοιχεία κωμικοτραγωδίας και σαρκασμού.

Είχα την τύχη και όλοι μου οι συνεργάτες να είναι νεοφερμένοι και «ξεκρέμαστοι». Η ενέργεια όλων μας, επομένως, προσανατολίστηκε στον κοινό στόχο, τη δημιουργία αυτής της ταινίας.

Το Σπιρτόκουτο έγινε σαν σπιρτόκουτο: ο ένας έδινε ενέργεια στον άλλο και αρπάζαμε «φωτιά».

Ήταν το Σπιρτόκουτο και μια «απόδειξη» στους δικούς σου πως μπορείς να τα καταφέρεις;

Με τους δικούς μου είχα πια τελειώσει. Για τον εαυτό μου ενδιαφερόμουν, και σε δεύτερο επίπεδο για τον κινηματογραφικό χώρο, για το κοινό.

Στην ουσία πρόκειται για μια μεταφορά για την κοινωνία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τη «λύσσα» των χαρακτήρων να «καβαλήσουν» ο ένας τον άλλο, την εξουσία. Απλά το «ντεκόρ» είναι μια οικογένεια κι ένα διαμέρισμα.

Σε βαθύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τον άνθρωπο και τα πάθη, τα κουσούρια και τα «σκοτάδια» του.

Έβλεπες αυτή τη «σκοτεινιά» στην ελληνική οικογένεια εκείνης της περιόδου.

Πρόκειται, έτσι κι αλλιώς, για κάτι διαπολιτισμικό και διαχρονικό.

Τώρα, βέβαια, είναι πολύ χειρότερα τα πράγματα.

Αυτό είναι το στενάχωρο, στο οποίο αναφέρθηκες πριν. Τώρα η κατάσταση έχει ξεφύγει. Το ίδιο ισχύει και με την Ψυχή στο στόμα, όπου μιλάω για ακόμα πιο ακραία πράγματα, τα οποία σήμερα βρίσκονται μπροστά μας.

Και τα δύο φιλμ διέπονται από μια «αντρική» ματιά.

Από μια αντρική ματιά πάνω στους άντρες.

Όχι ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες δε διαδραματίζουν τον ρόλο τους, αλλά είναι πιο πολύ εστιασμένα στις σχέσεις μεταξύ αντρών, στα μίση τους, στα πάθη τους...

Και στο ξεμπρόστιασμά τους. Οι ταινίες μου ξεμπροστιάζουν σε μεγάλο βαθμό τον αντρικό κόσμο, το πώς υπάρχουν οι άντρες πίσω από τις γυναίκες, την ασχήμια του αντρικού πολιτισμού.

Για πολλά χρόνια υπήρχε η παρεξήγηση, η σύγχυση ότι ο Οικονομίδης είναι μισογύνης. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το ξεμπρόστιασμα που κάνω στον αντρικό κόσμο δεν έχει προηγούμενο.

Το γεγονός πως ανέκαθεν είχες μια τέτοια κινηματογραφική «οικογένεια» ήταν μεγάλη ευτυχία, έτσι;

Αυτό είναι αλήθεια. Η οικογένεια ξεκίνησε με τον Ερρίκο Λίτση, πήγε στον Βαγγέλη Μουρίκη- και μεγάλωσε: Κεχαγιόγλου, Τσορτέκης, Αναστασάκης, Παπαδοπούλου, Ξυκομηνός... Ωραίο «υλικό». Ποτέ δεν εγκατέλειψα το συλλογικό.

Το Σπιρτόκουτο ήταν κάτι μοναδικό.

Ήταν «πρωτόγονη» και η φόρμα του, αν και κατασκευαστικά είναι άρτιο. Έπεσε πολλή δουλειά στο μοντάζ και στον ήχο. Απλά δίνει την εντύπωση του «ακατέργαστου».

Και εξακολουθεί να επικοινωνεί με κοινά ανεξαρτήτως ηλικίας μέσα από τον χρόνο. Πού το αποδίδεις αυτό;

Στην αυθεντικότητα της ταινίας, πιστεύω. Εμπεριέχει βιωμένο χρόνο. Όταν υπάρχει μια βιωμένη «πύρινη» πραγματικότητα, την οποία έχεις συλλάβει και εντάξει σ’ ένα κάδρο, δε χάνεται ποτέ.

Αυτό είναι το μεγαλείο του σινεμά, αποτελεί μια τέχνη χρόνου. Προσπαθώ να «γραπώσω» το μυστικό, το μαγικό, το ανείπωτο, αυτό που νομίζεις ότι δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει.

Μετατοπίζεσαι και στον χώρο: ξεκινάς από ένα αστικό περιβάλλον, και σταδιακά αποφασίζεις να «ξεδιπλώσεις» τη μυθοπλασία σου εκτός αστικού πλαισίου. Είναι σημαντικό να εκτυλίσσονται οι αφηγήσεις κι οι ιστορίες αλλού;

Είναι σημαντικό οι ιστορίες να εκτυλίσσονται αλλού. Είναι κι η ανάγκη για εξεύρεση νέων εικόνων, νέας ανθρωπογεωγραφίας. Υπάρχει τέτοιος πλούτος.

Επί πολλά χρόνια όλα ξεκινούσαν και τέλειωναν στα Εξάρχεια, στην Πανεπιστημίου, στην Κυψέλη, στις λεωφόρους Κηφισίας και Μεσογείων.

«Παίζω» με το υλικό που συναντώ εκεί έξω. Άντε να έχω ελάχιστα πλάνα από το κέντρο της Αθήνας στις ταινίες μου. Νιώθω αποστροφή γι’ αυτό, δε μ’ εμπνέει.

Τα κωμικά στοιχεία είναι αισθητά στις δουλειές σου, περισσότερο ή λιγότερο, αν και «μαύρα». Θα γύριζες ποτέ μια «καθαρόαιμη» κωμωδία;

Αυτό επιχείρησα με την Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς. Δεν ξέρω κατά πόσο το πέτυχα. Μπορεί να το ξαναδοκιμάσω στο μέλλον.

Αυτό που επιδιώκω να επιχειρήσω με την επόμενη ταινία, Μεγάλη πέτρα σε μικρό κεφάλι, είναι ένα «καθαρόαιμο» δράμα χωρίς χιούμορ.

Μετά από δύο χρόνια δουλειάς μέσα στα λοκντάουν ολοκληρώσαμε ένα σενάριο με τον Βαγγέλη Μουρίκη. Βρισκόμαστε στο στάδιο της προ-παραγωγής και ανεύρεσης πόρων. Αν το χρηματοδοτικό σχέδιο ευοδωθεί, πάμε για γύρισμα αρχές του 2024.


Γιάννης Οικονομίδης, Φεστιβάλ Δράμας (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)


Παραδίδεις ένα μάστερκλας (σημ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου, λίγη ώρα πριν τη διεξαγωγή του μάστερκλας) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας, ένας όρος που δε μου αρέσει.

Ούτε και σε μένα! Δεν ξέρω πότε έγινε μόδα. Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια; Τον χρησιμοποιούμε σαν ψωμοτύρι. Με ενοχλεί.

Τι, ωστόσο, θεωρείς ότι διδάσκεται από τη σκηνοθεσία;

Μια κουβέντα μπορείς να κάνεις με ένα κόσμο που θέλει να ακούσει και ξέρει τη δουλειά σου και κάποια πράγματα σχετικά με την κατασκευή φιλμ.

Το ζητούμενο είναι να έχεις μπροστά σου έναν ειλικρινή άνθρωπο που θα πει αλήθειες και θα βοηθήσει/προστατέψει τον κόσμο απέναντί του, δίνοντάς του να καταλάβει τι έχει να αντιμετωπίσει.

Κάποιος που θα μιλήσει με ανοιχτά χαρτιά, χωρίς να σκέφτεται την πόζα ή την υστεροφημία του ή να έχει κρυμμένη ατζέντα.

Αν μπορώ να υποψιάσω κάποιον άνθρωπο, να τον προγκήξω -ακόμα κι αν τον δυσαρεστήσω-, τότε καλώς έχει.

Χαίρομαι γιατί σε νιώθω κατασταλαγμένο δημιουργικά. Δεν είναι σημαντικό να μη βιώνεις μια διαρκή αγωνία ως προς ποιος είσαι, τι κάνεις, γιατί το κάνεις κ.λπ.;

Επειδή η δουλειά μας έχει να κάνει πολύ με τον χρόνο, κάτι τέτοιο το ζουν πολλοί στα ενδιάμεσα στάδια- και μιλάω για την Ελλάδα, που είμαστε μια βιοτεχνία στην οποία δεν υπάρχουν έτοιμα σενάρια άξια να γίνουν ταινία, ούτε χτυπάνε τα τηλέφωνα.

Στην ουσία πάντα μόνος σου πορεύεσαι μέχρι να βρεις την επόμενη ιδέα και να καλλιεργήσεις μια συνεργασία, έχοντας να διαχειριστείς και την αδιαφορία ενός περιβάλλοντος.

Δεν είμαστε, εξάλλου, μια κινηματογραφία που «σπαρταράει». Αν ξαφνικά πέσω απ’ την καρέκλα, κανένας δε θα με αναζητήσει.

Αυτά τα μεσοδιαστήματα, λοιπόν, είναι μια βασανιστική περίοδος, κατά την οποία έρχεσαι αντιμέτωπος με πολλούς εφιάλτες.

Όταν ο στόχος γίνεται ορατός, περνάς από την εσωστρέφεια στην εξωστρέφεια. «Πιάνεσαι» από κάτι και προχωράς. Όπως συμβαίνει και στη ζωή.

Απλά δεν ξέρω αν είμαι τόσο κατασταλαγμένος. Σίγουρα, όμως, έχω πολύ ανεπτυγμένο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Μπορεί να φτάσω στο χείλος του γκρεμού, αλλά δε θα πέσω- εύκολα, τουλάχιστον.

Η συνέντευξη με τον Γιάννη Οικονομίδη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 45ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου, υπεύθυνη Τύπου του Φεστιβάλ, για την πολύτιμη συνδρομή στη διοργάνωσή της.

Το Σπιρτόκουτο προβάλλεται, είκοσι χρόνια μετά την πρεμιέρα του, σε κόπια 35mm στον κινηματογράφο Τριανόν από τις 8 Σεπτεμβρίου.



Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Teemu Nikki: «Όλοι έχουμε ανάγκη ν’ αγαπήσουμε και ν’ αγαπηθούμε»

 

Teemu Nikki (Φωτογραφία: Nella Nuora/YLE)

Ασυνήθιστο και πρωτότυπο «διαμαντάκι», η ταινία Ο τυφλός που δεν ήθελε να δει τον Τιτανικό του Φινλανδού Teemu Nikki είναι μια ιστορία αγάπης κι επιβίωσης υπό το πρίσμα ενός ανθρώπου τυφλού και χρήστη αμαξιδίου.

Κουβεντιάζοντας με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στα σινεμά από τις 8 Σεπτεμβρίου.

Ένα εξαιρετικά ασυνήθιστο και πρωτότυπο κινηματογραφικό διαμάντι, το Ο τυφλός που δεν ήθελε να δει τον Τιτανικό είναι στον πυρήνα του μια ιστορία αγάπης κι επιβίωσης με στοιχεία θρίλερ.

Γιατί οι ερωτικές ιστορίες παραμένουν ουσιαστικές στις μέρες μας, είτε στο σινεμά είτε στη λογοτεχνία;

Είναι καλό να θυμίζεις στους ανθρώπους ότι όλοι έχουμε ανάγκη ν’ αγαπήσουμε και ν’ αγαπηθούμε.

Ο πρωταγωνιστής σου, ο εκπληκτικός ηθοποιός Petri Poikolainen, είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει από πολλαπλή σκλήρυνση κατά πλάκας και χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο όπως ο Jaakko, ο κεντρικός ήρωας της ταινίας.

Σε ποιον βαθμό και γιατί υπήρξε η καθημερινή ζωή του πηγή έμπνευσης για σένα;

Ο Petri είναι ο λόγος που γύρισα το φιλμ. Είμαστε φίλοι και ήθελα να κάνω μια ταινία γι’ αυτόν. Η πραγματική του ζωή υπήρξε η έμπνευση γι’ αυτή την ιστορία, αλλά ο χαρακτήρας του Jaakko δεν είναι ο Petri. Ο Jaakko είμαι εγώ.

Η αποτύπωση ενός χαρακτήρα με αναπηρίες είναι κάτι πολύ απαιτητικό, κι ο Jaakko σου ποτέ δεν ενδίδει στην αυτολύπηση ή τη θυματοποίηση. Αντιθέτως, είναι ένας μαχητής, ακόμα κι όταν οι οιωνοί είναι εναντίον του.

Πόσο προκλητικό ήταν να δώσεις σάρκα και οστά σ’ έναν τέτοιο χαρακτήρα;

Νομίζω ότι ήταν αρκετά εύκολο. Ποτέ δεν τον σκέφτηκα ως θύμα. Υπήρξε ήρωας όλη την ώρα.




Με το θολό του φόντο, το Ο τυφλός που δεν ήθελε να δει τον Τιτανικό δίνει την εντύπωση πως βιώνεται υπό το πρίσμα ενός ανθρώπου που έχει μερικώς ή ολικώς χάσει την όρασή του. Ήταν συνειδητή αφηγηματική επιλογή;

Στις ταινίες μου πάντα προσπαθώ να βλέπω τον κόσμο με τα μάτια του πρωταγωνιστή.

Στην πραγματικότητα, το φιλμ επρόκειτο να είναι μικρού μήκους, αλλά τότε μου ήρθε η ιδέα της «οπτικής του τυφλού ανθρώπου» και ήμουν βέβαιος ότι έπρεπε να είναι μεγάλου μήκους.

Από τη στιγμή που προέκυψε η ιδέα ήταν εύκολο να συνθέσω την ιστορία.

Τόσο οι εσωτερικές όσο και οι εξωτερικές λήψεις έχουν κυρίως γίνει στο φως της μέρας. Πόσο σημαντικό είναι το φως του ήλιου -και ο φωτισμός εν γένει- στην αφήγησή σου και σε σχέση με τη συγκεκριμένο φιλμ;

Αν ο πρωταγωνιστής ζει στο απόλυτο σκοτάδι, είναι πιο ενδιαφέρον να τον τοποθετήσουμε στο φως της μέρας. Ήθελα επίσης να δει το κοινό κάτι στο φόντο. Ακόμα κι αν είναι θολό, θα μπορούσες ν’ αναγνωρίσεις κάτι οικείο από εκεί.

Όπως ο τίτλος της υπονοεί, η ταινία σου «ξεχειλίζει» από σινεφίλ αναφορές.

Είσαι «αλλεργικός» στον Τιτανικό -και πράγματι στις περισσότερες υψηλού προϋπολογισμού χολιγουντιανές παραγωγές- και οπαδός του πρώιμου Τζον Κάρπεντερ, ακριβώς όπως ο Jaakko;

O Jaakko είμαι εγώ. Ποτέ δεν έχω δει τον Τιτανικό. Αγαπώ τον Τζον Κάρπεντερ κι έχω κάποια ζητήματα με τους Scorpions.

Βιαζόμασταν να γυρίσουμε το φιλμ λόγω της κατάστασης του Petri. Η πολλαπλή σκλήρυνση από την οποία υποφέρει είναι επιθετικού τύπου και φοβόμασταν ότι δε θα μπορούσε να συμμετάσχει στην ταινία αν περιμέναμε.

Οπότε, βιαζόμουν να γράψω το σενάριο και βέβαια ο πιο γρήγορος τρόπος να κάνεις κάτι τέτοιο είναι να γράψεις γι’ αυτό που ξέρεις.




Σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο πρωταγωνιστής σου συναντά ποικίλες συμπεριφορές, που κυμαίνονται από την αδιαφορία, την επιθετικότητα και την κακοποίηση στον σαρκασμό και τη φροντίδα.

Πώς αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι με αναπηρίες στη Φινλανδία, τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο;

Δεν είμαι αυθεντία στο θέμα, αλλά νομίζω ότι η Φινλανδία δεν είναι το χειρότερο μέρος για ανθρώπους με αναπηρίες. Η Ιταλία, τουλάχιστον, υπήρξε πολύ πιο δύσκολη εμπειρία για τον Petri.

Ακόμα και το να βρεις ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο στη Βενετία (σημ.: όπου η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της) για άνθρωπο με αναπηρικό αμαξίδιο ήταν δύσκολο.

Και δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου δημόσιες τουαλέτες για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.

Η ταινία του Teemu Nikki Ο τυφλός που δεν ήθελε να δει τον Τιτανικό προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 8 Σεπτεμβρίου σε διανομή του Cinobo.