Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

Nathalie Handal: «Μουσική και φωτογραφία είναι η σάρκα και τα οστά της ποίησής μου»

 


Γεννημένη στην Αϊτή από οικογένεια παλαιστινιακής καταγωγής, η Nathalie Handal είναι μια πολύ γνωστή Γαλλοαμερικανίδα συγγραφέας και ποιήτρια.

Η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της, η βαθιά ερωτική, παθιασμένη και πολιτική Life in a Country Album, απέσπασε το Δημιουργικό Βραβείο των Παλαιστινιακών Bιβλίων πέρσι. Συνομιλώντας με την Nathalie Handal.  

Ερωτική, λυρική, «νομαδική», νοσταλγική, παθιασμένη, πολιτική, αισθησιακή, κοσμοπoλίτικη, κι όμως ριζωμένη σε μια κουλτούρα, είναι η ποίησή σου -κι η προσέγγισή σου στη σύνθεσή της- αντανάκλαση της πολλαπλότητας της ταυτότητάς σου;

Το να είμαι ο εαυτός μου σημαίνει το να είμαι πολλά διαφορετικά μέρη. Οι άνθρωποι συχνά θέλουν μία απάντηση, αλλά οι ερωτήσεις συχνά έχουν περισσότερες από μία σωστές απαντήσεις.

Είμαστε φτιαγμένοι από πολλούς εαυτούς, καθώς επίσης κι από από εικόνες μας που άλλοι κουβαλούν.

Και φυσιολογικά δείχνουμε μια διαφορετική πλευρά σε κάθε ομάδα, αλλά συνεχίζουμε να υπάρχουμε σε ένα σώμα και πρέπει να διαπραγματευτούμε την πολλαπλότητά μας.

Υπάρχει μια τάση να αισθανόμαστε χαμένες/-οι ανάμεσα στις πολλαπλότητές μας, αλλά έχω βρει την ποικιλομορφία εξισορροπητική. Και το γράψιμο έχει επιτρέψει σε όλους μου τους εαυτούς, τις πόλεις και τις γλώσσες να συνυπάρχουν αρμονικά.

Τo Life in a Country Album, η βραβευμένη πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή σου, δομείται ως ένα άλμπουμ -ίσως φωτογραφικό-, και τα ποιήματά σου συχνά θυμίζουν φωτογραφικά ενσταντανέ. Πώς σχετίζεσαι με τη φωτογραφία ως μέσο;  

Όταν κράτησα την πρώτη μου κάμερα -μια Canon AE-1- στα δεκατέσσερά μου, απέκτησα επίγνωση του ότι η φωτογραφία θα με δίδασκε τη γαλήνη. Συνειδητοποίησα πως οι φωτογραφίες συλλέγουν κόσμους και αιωνιότητες.

Αργότερα, όταν το περπάτημα έγινε θεμελιώδες για την ποιητική πρακτική μου, συνειδητοποίησα στη διάρκεια των περιπλανήσεών μου ότι το μυαλό μου πάντοτε φωτογραφίζει.

Με κάθε βιβλίο, χτίζω μια γεωγραφία πολλών ανθρώπων και τοποθεσιών. Το να τραβάς φωτογραφίες σημαίνει το να κατακτάς τον κόσμο. Το να συλλέγεις φωτογραφίες σημαίνει το να συλλέγεις κόσμους.

Το να φωτογραφίζεις σημαίνει το να συμμετέχεις στην παροδικότητα ενός άλλου ανθρώπου ή μέρους.

Έχει, εξάλλου, υπάρξει ένας ζωτικός τρόπος τού να παρίσταμαι ως μάρτυρας και να καταγράφω την εξαφανιζόμενη πόλη της Βηθλεέμ και τους ντόπιους κατοίκους της.

Η συλλογή αποτελείται από διαφορετικά άλμπουμ φωτογραφικά και μουσικά. Η μουσική κι η φωτογραφία είναι η σάρκα και τα οστά της ποίησής μου.

Το όνειρό μου είναι να ζω όπως η ποίηση, να είμαι ζωντανή όπως η μουσική, και να κάνω παύση όπως μια φωτογραφία.

«Η μουσική πάντα μάς γυρνά πίσω/στις πόλεις από τις οποίες είμαστε φτιαγμένοι», γράφεις στο Ορφικό. Από ποιες πόλεις -και μουσικές, ανάμεσά τους και το ρεμπέτικο- είσαι φτιαγμένη;

Η καταγωγή μου είναι από τη θάλασσα.

Είμαι φτιαγμένη από πολλές μεσογειακές πόλεις:

Τη Βηθλεέμ, τη Γιάφα, την Ιερουσαλήμ, την Άκκα, τη Βηρυτό, την Τρίπολη του Λιβάνου, τη Βενετία, τη Ρώμη, τη Νάπολη, το Παλέρμο, τη Μασσαλία, το Παρίσι, τη Θεσσαλονίκη, το Μόσταρ, το Ζάγκρεμπ, τη Μάλαγα, τη Γρανάδα.

Κανένα τοπίο δε με συγκινεί όπως εκείνο της Μεσογείου- «φυτεύει» το σώμα μου στη γη, κι όμως μ’ αφήνει να είμαι το νερό.

Οι άλλες πόλεις μου είναι:

Tο Λονδίνο, το Πορτ-ο-Πρενς, η Πόλη του Μεξικού, το Σάντο Ντομίνγκο, η Νέα Υόρκη, και σε κάποιον βαθμό η Λωζάνη, το Δουβλίνο, το Γερεβάν, η Αγία Πετρούπολη, η Σανγκάη, το Τόκιο, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Μπουένος Άιρες.

Όλες έχουν παίξει έναν ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μου. Αλλά το κύριο όργανό μου, το ντραμ μου, είναι η Νέα Υόρκη. Εκεί συγκλίνουν όλες οι πόλεις μου. Ποτέ δε θα είχα κατανοήσει την πολυπλοκότητά μου αν δεν είχα γίνει Νεοϋορκέζα.

Η μουσική είναι μια πόλη. Όπως η ποίηση, προέρχεται από ένα μέρος που δε γνωρίζω, κι όμως νιώθω τόσο οικεία μ’ αυτό. Η μουσική είναι ανάμνηση, είναι μελωδία, είναι μαγεία.

Η λίστα μας με τα τραγούδια, όπως τα ράφια μας, είναι μια βιογραφία- και η δικιά μου είναι γεμάτη με οικουμενικά μπιτ, γλώσσες και στιλ.

Πρώτα γνώρισα το ρεμπέτικο του τέλους του αιώνα.

Αυτό το ρεμπέτικο με οδήγησε στη Σμύρνη, στα τραγούδια που καταδύονταν στα βάθη του εκτοπισμού, της εξορίας, του πολέμου, της απώλειας, της κοινωνικής αδικίας, της ζωής των προσφύγων, στον Πειραιά, στα λιμάνια, στην αγάπη και τον θάνατο.

Ο ελληνο-τουρκικός πόλεμος κατέλαβε πολύ χώρο μέσα μου. Από ορισμένες απόψεις, τον αισθάνομαι ως μέρος της ευρύτερης ιστορίας μου. Εκείνης της Μεσογείου- των μεταναστεύσεων και του ξεριζωμού.

Επίσης, η μητέρα μου -μου λένε- έχει κωνσταντινουπολίτικο επίθετο.

Λέγεται πως όταν άφησαν την Κωνσταντινούπολη και πήγαν στη Βενετία, προσηλυτίστηκαν στον καθολικισμό, παντρεύτηκαν άτομα διαφορετικής θρησκείας κι έφτασαν στην Παλαιστίνη ως Βενετοί.

Η οικογένεια πάντα έκανε λόγο για τις ελληνο-βενετσιάνικες ρίζες της, αλλά είναι αδύνατον να εντοπιστούν οι διαδρομές της.

Αργότερα έμαθα ότι οι απαρχές του ρεμπέτικου μπορούν να αναχθούν στις φυλακές της Αθήνας της δεκαετίας του 1830 και στους ελληνικούς πληθυσμούς της Κωνσταντινούπολης και άλλων πόλεων της Ανατολίας.

Αυτές δημιούργησαν τη δικιά τους μουσική βασισμένη σε παραδοσιακούς ελληνικούς και ανατολίτικους ρυθμούς.

Κατά τη δεκαετία του ’20 οι διάφορες μουσικές παραδόσεις και τα στιλ συγχωνεύτηκαν, δημιουργώντας αυτό που είναι γνωστό ως «ρεμπέτικο».

Αυτά τα ελληνικά αστικά μπλουζ τράβηξαν την προσοχή μου από την πρώτη στιγμή που τα άκουσα.

Πολλοί θεωρούν τη δεκαετία του ’30 τη «χρυσή» εποχή του ρεμπέτικου, όταν ήταν πιο αυθεντικό. Αλλά σκέφτομαι πώς το ρεμπέτικο ένωσε την Ελλάδα μετά τη ναζιστική κατοχή και τον Εμφύλιο.

Δεν είχε σημασία σε ποια κοινωνική τάξη ανήκες, το ρεμπέτικο έγινε η φωνή των καταπιεσμένων. Είναι απίστευτο.

Ασφαλώς, οι παραδόσεις αλλάζουν, και το ίδιο συνέβη με το ρεμπέτικο, το οποίο είναι τώρα θεμελιώδες τμήμα του ελληνικού πολιτισμού.

Μια από τις αγαπημένες μου στιγμές είναι το ταξίμι. Έχω πάει σε ταβέρνες, σε μπαρ και σε χώρους συναυλιών για να ακούσω ρεμπέτικα, οπότε δεν είμαι καθαρολόγος.

Τούτου λεχθέντος, το ρεμπέτικο δεν είναι μόνο μουσική, είναι μια κατάσταση του μυαλού. Με αυτή την έννοια, ίσως υπήρχε μόνο όταν παιζόταν στο περιθώριο.

Ένα ξεχωριστό μέρος της ποιητικής σου συλλογής είναι αφιερωμένο στους «διαλόγους» σου με τον εμβληματικό Παλαιστίνιο ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς.

Τον θεωρείς μια από τις μείζονες επιρροές σου ως ποιήτρια και αναγνώστρια ποίησης;

Τον συνάντησα στο Παρίσι στα πρώιμα είκοσί μου. Μου ανέθεσε την πρώτη μου αποστολή- να πάρω συνέντευξη από τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ο οποίος πέθανε έναν μήνα αργότερα.

Ήταν τεράστια επιρροή. Κάθε φορά που επιστρέφω στη δουλειά του, συγκινούμαι βαθιά και διαφορετικά. Και οι συνομιλίες μας συνεχίζουν να είναι ένας χάρτης αιτημάτων.

«Αλλά ακόμα και στην αγάπη/ο πόλεμος με κατοικεί», εξομολογείσαι στο Ακόμα και στην αγάπη. Αναφέρεσαι στον πόλεμο ως μια κατάσταση του μυαλού, ή και σε συγκεκριμένους πολέμους;

Από τη στιγμή που ο πόλεμος ξεκινά, δεν τελειώνει. Συνεχίζεται μέσα μας, μάς ακολουθεί μέχρι τον θάνατο, και μένει εντός όσων αγαπάμε κι έχουν μείνει πίσω. Ο πόλεμος δε φέρνει την ειρήνη, την τερματίζει.

«Επίτρεψέ μου να ξαναρωτήσω/η αγάπη δεν είναι ένα ψέμα, αλλά μια χώρα είναι;» αναρωτιέσαι στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Είναι η αγάπη μια ήπειρος, μια χώρα, μια άγνωστη γη ή, όντως, ένας αντικατοπτρισμός;

Κάθε άνθρωπος έχει έναν χάρτη μιας χώρας στην καρδιά του, αλλά κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι εκείνη η χώρα μάς αγαπά με τον τρόπο που θέλουμε να το κάνει.

Είτε αποφασίσεις πως πρόκειται για μια ήπειρο, μια χώρα, μια άγνωστη γη, έναν αντικατοπτρισμό, όλα ή τίποτα, η αγάπη είναι δύσκολη. Απαιτεί ευφυία.

Η αγάπη δεν πρέπει να έχει να κάνει με το να ερωτεύεσαι, αλλά με το να εισέρχεσαι σε μια λευκή σελίδα, όπως με την ποίηση, και να συνδέεσαι με τη σιωπή. Και το κέντρο αυτής της σιωπής είναι η αίσθηση.

Είσαι ενθουσιώδης ταξιδεύτρια και αυθεντική ταξιδιωτική συγγραφέας.

Τι απολαμβάνεις πιο πολύ στη διανοητική προετοιμασία για ένα ταξίδι, στην υλοποίηση και στο λογοτεχνικό ξαναδούλεμά του, και σε ποιον βαθμό έχει η πανδημία επαναπροσδιορίσει την έννοια του ταξιδιού για σένα;

To να αγγίζω την απόσταση...

Γνωρίζοντας ότι ταξίδι επινοεί τον εαυτό του. Το πιο απολαυστικό είναι το μη προγραμματισμένο. Πώς το το ταξίδι σε μετασχηματίζει, αλλά αυτό το ανακαλύπτεις αργότερα, συχνά πολύ αργότερα.

Η πανδημία έχει σταματήσει το διαρκές ταξίδι, αλλά βρίσκομαι πάντα σε κίνηση. Μου λείπει ο κόσμος και ανυπομονώ να ξανανοίξει.

73 χρόνια μετά τη Νάκμπα, κι άλλος ένας βάρβαρος βομβαρδισμός της Γάζας από το ισραηλινό κράτος συνέβη τον Μάιο, με τον «Δυτικό κόσμο» να κρατά ίσες αποστάσεις από τον αποικιοκράτη δράστη και το -δικαίως- αντιστεκόμενο θύμα.

Κανένας δεν είναι ελεύθερος μέχρι όλοι να είναι ελεύθεροι. Ο Μαντέλα είχε πει: «Μοιάζει πάντοτε αδύνατο μέχρι να γίνει».

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις μιας πραγματικά δίκαιης και βιώσιμης λύσης για το Παλαιστινιακό, κατά τη γνώμη σου;

Ένα τέλος στο απαρτχάιντ, στην κατοχή, στην άρνηση των δικαιωμάτων των προσφύγων, ένα τέλος στα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας, στην εταιρική και την κρατική συνενοχή όπως στην περίπτωση των Η.Π.Α., που ενθαρρύνει την κατοχή.

Πρέπει να δοθούν στις Παλαιστίνιες και στους Παλαιστίνιους τα δικαιώματά τους βάσει του διεθνούς δικαίου.

Η φωτογραφία της Nathalie Handal που χρησιμoποιείται σε αυτή την ανάρτηση είναι ευγενική παραχώρηση της ίδιας.

Η ποιητική συλλογή Life in a Country Album κυκλοφορεί στις Η.Π.Α. από τον εκδοτικό οίκο University of Pittsburgh Press και στη Μεγάλη Βρετανία από τον flipped eye publishing.

Μπορείτε να ανακαλύψετε περισσότερα για την Nathalie Handal και την πολύπλευρη δουλειά της εντρυφώντας στο προσωπικό site της.

Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη με πολλή αγάπη στην Άντζελα Ιωαννίδου, ωραίο άνθρωπο, συντρόφισσα, συνεργάτρια και παθιασμένη υπέρμαχο των δικαίων των Παλαιστινίων, που δυστυχώς μας άφησε πρόωρα πριν από μερικές μέρες.



Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

Nathalie Handal: “Music and photography are the flesh and bones of my poetry”

 


Born in Haiti to a family of Palestinian descent, Nathalie Handal is a well-known French-American writer and poet.

Her latest poetry collection, the profoundly erotic, passionate and political Life in a Country Album, received Palestine Books Creative Award last year. In conversation with Nathalie Handal.

Erotic, lyrical, “nomadic”, nostalgic, passionate, political, sensual, cosmopolitan yet deeply culture-specific, is your poetry -and your approach to its composition- a reflection of the multiplicity of your identity?

Being myself means being many different places. People often want one answer, but questions often have more than one right answer.

We are made of many selves, as well as images others carry of us. And we naturally show a different side to each group, but still exist in one body and have to negotiate our multiplicity.

There is a tendency to feel lost in between our pluralities, but I have found diversity balancing. And writing has allowed all my selves, cities, languages to exist tunefully together.

Life in a Country Album, your awarded latest poetry collection, is indeed loosely structured as an album -perhaps photographic-, and your poems often resemble photographic snapshots. How do you relate to photography as a medium?

When I held my first camera -a Canon AE-1- at fourteen years-old, I became conscious that photography would teach me stillness. I realized that photographs collect worlds and eternities.

Later when walking became fundamental to my poetic practice, I realized during my wanderings that my mind is always photographing.

With every book I am building a geography of many people and places. To take photographs is to take the world. To collect photographs is to collect worlds. To photograph is participating in another person or place’s transience.

And it has also been a vital way to witness and record my vanishing city of Bethlehem and its natives.

The collection consists of different albums both photographic and musical.

Music and photography are the flesh and bones of my poetry.

My dream is to live like poetry, be alive like music, and pause like a photograph.

“Music always takes us back/to the cities we are made from,” you write in Orphic. Which cities -and which music, among which rebetiko- are you made from?

My ancestry is the sea. I am made of many Mediterranean cities: Bethlehem, Jaffa, Jerusalem, Akka, Beirut, Tripoli (Lebanon), Venice, Rome, Naples, Palermo, Marseille, Paris, Thessaloniki, Mostar, Zagreb, Malaga, Granada.

No landscape moves me like that of the Mediterranean- it plants my body in the land and still lets me be water.

My other cities are London, Port-au-Prince, Mexico City, Santo Domingo, New York City; and to some extent Lausanne, Dublin, Yerevan, Saint Petersburg, Shanghai, Tokyo, Rio de Janeiro, Buenos Aires.

They have all played a role in forming my identity. But my main instrument, my drum, is NYC. That is where all my cities converge. I would never have understood my complexities had I not become a New Yorker.

Music is a city. Like poetry it comes from a place I don’t know, yet am most intimate with. Music is memory is melody is magic.

Our playlist like our bookshelves is a biography- and mine are filled with global beats, languages and styles.

I first came to the rebetiko of the fin-de-siècle. The rebetiko that took me to Smyrna. To the songs that dived into the depth of displacement, exile, war, loss, social injustice, the lives of refugees, to Piraeus, ports, love and death.

The Greco-Turkish War took a lot of space inside of me. In certain ways, I feel it is part of my greater story. That of the Mediterranean- migrations and uprootedness. Also, my mother, I am told, has a Constantinople Greek surname.

It is said when they left Constantinople they went to Venice, converted to Catholicism, intermarried, and went to Palestine as Venetians. The family always spoke of their Greco-Venetian roots but it impossible to trace their routes. 

 I learned later the origins of rebetiko can be traced back to the prisons of Athens in the 1830s and to the Greek populations of Constantinople, Smyrna and other Anatolian cities, who created their own music based on traditional Greek and Eastern rhythms.

And in the 1920s these various musical traditions and styles merged together, creating what is known as rebetiko. This Greek urban blues caught me the first moment I heard it.

Many consider the 1930s the golden period of rebetiko, when it was most authentic. But I think of how rebetiko united Greece after the Nazi occupation and the civil war.

It didn’t matter what social class you came from, rebetiko became a voice for the oppressed. It’s extraordinary. Of course, traditions change so did rebetiko, and it is now a fundamental part of Greek culture.

One of my favorite moments is the taxími.

I have gone to taverns, bars, and concert halls to listen to rebetiko so I am not a purest. That said, rebetiko is not only music, it is a state of mind. In that sense, maybe it only existed when it was played in the fringe.

A special section of your poetry collection is devoted to your “conversations” with the emblematic Palestinian poet Mahmoud Darwish. Do you consider him as one of your major influences as a poet and a reader of poetry?

I met him in Paris in my early twenties. He gave me my first writing assignment- to interview Allen Ginsberg, who died a month later. He was a major influence. Each time I return to his work, I am moved deeply and differently.

And our conversations continue to be a map of inquiries.

“But even in love/war inhabits me,” you confess in Even in Love. Do you refer to war as a state of mind or to particular wars as well?

Once war begins, it doesn’t end. It continues inside of us, follows us to death, and stays inside those we love and have left behind. War doesn’t bring peace, is ends it.

“Let me ask again- love isn’t a lie but a country is?” you wonder in Declaration of Independence. Is love a continent, a country, a terra incognita, or, indeed, a mirage?

Everyone has a map of a country in the heart but no one can be certain that country loves us the way we want it to.

Whether you decide it’s a continent, a country, a terra incognita, a mirage, all or none, love is difficult. It requires intelligence.

Love shouldn’t be about falling in but about stepping in a blank page like in poetry, and joining the silence. And in the center of that silence is sense.

You are an avid traveler and a genuine travel writer.

What do you enjoy the most in the mental preparation for a journey, its materialization and its literary reworking, and to what extent has the pandemic redefined your concept of traveling?

Touching the distance…

Knowing the journey invents itself. The most exhilarating is what isn’t planned. How the voyage translates you. How it transforms you but you only discover later, often much later.

The pandemic has stopped the constant traveling but I am always in motion. I miss the world and look forward to its reopening.

73 years after the Nakba, yet another brutal bombardment of Gaza Strip by the Israeli state occurred in May, while the “Western world” maintained an equal distance from the colonialist perpetrator and the resisting -and rightly so- victim.

No one is free until everyone is free. Mandela said, “It always seems impossible until it’s done.”

What are the prerequisites of a truly just and viable solution to the Palestinian issue for you?

An end to apartheid, the occupation, the denial of refugee rights, an end to crimes against humanity, to corporate and state complicity like in the case of the United States which enables occupation.

Palestinians must be given their rights under international law.

The photograph of Nathalie Handal featured in this article has been kindly provided by her.

Life in a Country Album is released by University of Pittsburgh Press in the USA and by flipped eye publishing in the UK.

You may discover more about Nathalie Handal and her multifaceted work by delving into her personal website.



Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Γκονσάλο Μ. Ταβάρες: «Θα είναι δύσκολη μια ελεύθερη χαρά μετά την πανδημία»

 


Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, καθηγητής πανεπιστημίου, ο γεννημένος στην Αγκόλα Γκονσάλο Μ. Ταβάρες είναι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του πορτογαλόφωνου κόσμου.

Μια σε βάθος συνομιλία μαζί του με αφορμή το βιβλίο του Ημερολόγιο της πανούκλας, ένα αγωνιώδες και φιλοσοφημένο θραυσματικό χρονικό 90 ημερών καραντίνας, που κυκλοφόρησε την άνοιξη από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Αφρικανός, Ευρωπαίος, πολίτης του κόσμου, συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, καθηγητής πανεπιστημίου- και πολλά άλλα, υποθέτω. Πώς θα αυτοπροσδιοριζόσασταν, κύριε Ταβάρες;

Πώς με προσδιορίζω: έπαιζα ποδόσφαιρο και λάτρευα τα μαθηματικά. Η νεότητά μου ήταν να διαβάζω πολύ, να παίζω ποδόσφαιρο και μια εμμονή με τα μαθηματικά.

Τελικά, το διάβασμα κατέλαβε όλο τον χώρο, κυριάρχησε στα πάντα κερδίζοντας έδαφος από άλλα πράγματα.

Kατά κάποιο τρόπο σήμερα βλέπω ότι είμαι κάποιος που όλη του η ζωή- όλη μου η ζωή, περιστρέφεται γύρω απ’ το να έχω καθημερινά τέσσερις-πέντε ώρες για να διαβάζω, να γράφω, να είμαι συγκεντρωμένος.

Επομένως, οργανώνω όλη μου τη ζωή προς αυτό. Ήταν κάτι που έγινε προοδευτικά, αλλά από τα είκοσί μου χρόνια έγινε εμμονή.

Συνήθως τα πρωινά μου είμαι κλεισμένος μέσα σ’ ένα μπούνκερ, είμαι κάποιος που έχω ανάγκη να βρίσκομαι εντελώς μόνος μέσα στο καταφύγιό μου για 5 ώρες και μετά βγαίνω έξω και ζω όπως όλοι οι άνθρωποι.

Το θέμα της απομόνωσης υπάρχει όντως, ακόμη και σε επίπεδο διαδικτύου, είμαι αποσυνδεδεμένος, δεν είμαι στα social media, κλείνω τα τηλέφωνα, δεν μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί μου.

Aυτή η απομόνωση είναι ο μόνος τρόπος να προσπαθήσει ένας άνθρωπος να κάνει κάτι.

Το Ημερολόγιο της πανούκλας, το πιο πρόσφατο βιβλίο σας, είναι ένα αγωνιώδες και εξαιρετικά φιλοσοφημένο θραυσματικό χρονικό 90 ημερών καραντίνας.

Η φύση και η ένταση του βιώματος υπαγόρευσαν την κατακερματισμένη αφηγηματική του δομή;

Ήθελα να πω ότι δε σκέφτηκα τη δομή από πριν, άρχισα να γράφω και με φυσικό τρόπο προέκυψε αυτή η χοροπηδηχτή, γρήγορη δομή, ένας τύπος γραφής που έχει σχέση με προηγούμενα γραπτά μου, αλλά ταυτόχρονα είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Νομίζω πως αυτό το βιβλίο, αυτή η γραφή, αυτές οι μείξεις είναι για μένα κάτι καινούριο κι ίσως έχει να κάνει με τον ηλεκτρισμό που υπήρχε στον αέρα.

Η ένταση που υπήρχε στον αέρα απαιτούσε γρήγορες φράσεις για να πει κανείς αυτό που θέλει να πει, ναι, υπήρχε μια τρομαγμένη ένταση που κατάφερα να διοχετεύσω στην γραφή.

Ήμασταν τρομαγμένοι με αυτό που συνέβαινε π.χ στην Ιταλία, που είναι πολύ κοντά μας στην Πορτογαλία.

Ξαφνικά σκέφτηκα να διοχετεύσω αυτή την ενέργεια που είναι εντελώς διαφορετική, είναι η ενέργεια κάποιου που βλέπει την πανδημία να φτάνει στη χώρα του τρομαγμένος, με τον φόβο ότι μπορεί να συμβεί ό,τι και στην Ιταλία.

Π.χ με τα νοσοκομεία που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στους ασθενείς.

Ξαφνικά σκέφτηκα, ή θα κολλήσω να παρακολουθώ τους νεκρούς στις ειδήσεις ή θα το διοχετεύσω όλο αυτό στη δημιουργία, σκέφτηκα αυτές τις δυνατές στιγμές να είμαι παρών, ένιωσα σχεδόν ότι θα ήταν δειλία αν δεν ήμουν παρών αυτές τις στιγμές.

Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στην Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ. Σας εμπνέει ο ανιδιοτελής, ριζοσπαστικός ανθρωπισμός του;

Υπάρχουν βιβλία κλασικά, η Πανούκλα του Καμύ είναι ένα καλό παράδειγμα ή το Δωδεκαήμερο του Βοκάκιου, όμως όχι, η έμπνευσή μου δεν ήταν αυτά τα βιβλία.

Για μένα, η πανδημία απέκτησε αμέσως το όνομα της Πανούκλας και νομίζω πως αυτό που έκανα δεν έχει να κάνει με μυθιστόρημα ή μυθοπλασία, είναι μια καθημερινή παρακολούθηση και συνοδεία.

Είναι ένα ημερολόγιο με τον πιο προφανή τρόπο: κάποιος παρακολουθεί κάτι που συμβαίνει μέρα τη μέρα, οπότε είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

«Στη συνεχιζόμενη καταστροφή, η σωτηρία προσκολλάται σε μια μικρή σχισμή», σύμφωνα με το παράθεμα του Μπένγιαμιν που αναφέρετε στο Ημερολόγιο. Είναι η λογοτεχνία μια τέτοια σχισμή;

Η λογοτεχνία, η τέχνη δεν θα έλεγα ότι σώζει, δεν είμαι ρομαντικός μέχρι αυτού του σημείου, αλλά αυτό που έκανε η λογοτεχνία για μένα στη συγκεκριμένη περίπτωση της Πανούκλας ήταν ότι υπήρξε ένα είδος καταφυγής εκείνες τις παράξενες μέρες.

Ένα είδος νοήματος, δηλαδή το Ημερολόγιο έδωσε νόημα σε κείνες τις μέρες.

Αν παρακολουθούσα εμβρόντητος, έντρομος την εμφάνιση της πανδημίας και τον φόβο της, θα ήμουν ένας δέκτης.

Γράφοντας ένα ημερολόγιο τοποθετήθηκα ως πομπός, δηλαδή μπροστά σε κάτι πολύ δυνατό, βίαιο, σε μια καταστροφή, δεν έμεινα μόνο να δέχομαι τις αρνητικές συνέπειες, προσπάθησα να φτιάξω κάτι, ήταν μια αλλαγή στις συνθήκες.

Από μια εύθραυστη θέση μετατράπηκα σε πομπό.

«Ο δεύτερος 21ος αιώνας ξεκίνησε στη Γουχάν. Ο πρώτος στους Δίδυμους Πύργους, το 2001», γράφετε. Ποια είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του;

Νομίζω ότι ο δεύτερος εικοστός πρώτος αιώνας ξεκίνησε με την πανδημία.

Το θέμα των αιώνων και των χρόνων είναι ημερολογιακό, κάτι τεχνητό, πότε ξεκινά ο καινούριος χρόνος, πότε ξεκινά ο καινούριος αιώνας.

Αν το ξεκίνημα έχει να κάνει με έναν νέο τρόπο σκέψης, προφανώς και η πανδημία εγκαινιάζει έναν καινούριο αιώνα.

Αργά ή γρήγορα, ένα τέτοιο γεγονός, όπως κι ένας πόλεμος, εγκαινιάζει έναν αιώνα, ο εικοστός αιώνας πιθανότατα είχε διάφορους εικοστούς αιώνες, διακεκομμένους από τους πολέμους.

Αλλά ναι, η πανδημία πιστεύω ότι θα αλλάξει πολλά πράγματα. Προφανώς, κάθε άτομο θα επηρεαστεί με διαφορετικό τρόπο και οι κοινωνίες το ίδιο.

Υπάρχει ένας φόβος, στην πολιτική, για τάση για κυριαρχία, για έλεγχο, σε δικτατορικά καθεστώτα, αλλά και σε δημοκρατικές χώρες η εξουσία έχει μια ηδονή.

Πολλές φορές οι κυβερνήσεις ασκούν έναν έλεγχο και τους είναι δύσκολο να υποχωρήσουν απ’ αυτόν, κάποιες από τις εξουσιαστικές τάσεις των κυβερνήσεων μπορεί να μην εξαφανιστούν όταν θα εξαφανιστεί η πανδημία.

Σε ατομικό επίπεδο, πολλοί άνθρωποι θα επηρεαστούν, πολλοί θα σκεφτούν ξανά το άγγιγμα, για παράδειγμα, θα υπάρξουν χρόνια συγκράτησης και χρόνια γιορτής, πράγματα αντιφατικά.

Πάντως, η πανδημία θα αφήσει τα χνάρια της, χωρίς καμία αμφιβολία.

«Μοιράζω για να μπορεί να μου περισσέψει/Ξοδεύω για να μπορεί να μου λείψει», τραγουδά ο Τομ Ζε. Κοινωνικά και προσωπικά, μάς λείπει η εμπειρία και η πράξη του μοιράσματος;

Το ημερολόγιο ήταν για μένα ασυνήθιστο, από την άποψη ότι συνήθιζα να γράφω απομονωμένος, έκανα διορθώσεις και εξέδιδα χρόνια αργότερα.

Εδώ, αντίθετα, το ημερολόγιο το έγραφα και τυπωνόταν την ίδια μέρα σε διάφορες εφημερίδες ανά τον κόσμο, το μοιράστηκα και νιώθω πολύ περήφανος γιατί όντως είχα πολλή ανατροφοδότηση.

Για παράδειγμα από την Ελλάδα, μέσω της αγαπητής μου Αθηνάς, της μεταφράστριάς μου, είχα πολλή ανατροφοδότηση από ανθρώπους που περίμεναν καθημερινά το ημερολόγιο, κι αυτό μου ήταν πολύ ευχάριστο.

Ποτέ δε σκεφτόμουν τη λογοτεχνία ως κάτι χρήσιμο, αλλά για πρώτη φορά αισθάνθηκα το ημερολόγιο ως μια καθημερινή συνοδεία για πολλούς ανθρώπους.

Ήταν μια βίαιη και σκληρή συνοδεία, δεν ήταν κάτι όμορφο όπου όλα στο τέλος θα πάνε καλά, καθόλου, ήταν μια συνοδεία δημιουργική και σκληρή, ένα είδος καθημερινής διάγνωσης.

Μοιράστηκα το ημερολόγιο με πολλούς ανθρώπους στον κόσμο, γιατί το ημερολόγιο έβγαινε ταυτόχρονα και στην Ελλάδα, χάρη στην καθημερινή μετάφραση της Αθηνάς, μια δουλειά απίστευτη.

Αλλά και στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ισπανικά, σε δεκαεπτά χώρες, σε πολλά σάιτ, στο Times Literary Supplement.

Είχα ανατροφοδότηση από πολύ πολύ κόσμο, πάρα πολύ από τους μεταφραστές μου, από την Αθηνά, τον Daniel Hanh, το ζούσαμε όλοι μαζί και παρακολουθούσαμε τα γεγονότα.

«Το λοξό κοίταγμα προς άλλο ανθρώπινο ον μπήκε δυνατά στον αιώνα και δεν θα φύγει σύντομα», υπογραμμίζετε. Βιώνουμε ήδη μια ανθρωπολογική μετάλλαξη, κατά τη γνώμη σας;

Θα είναι δύσκολο να ξεχάσουμε ότι ο άλλος είναι ένας δυνητικός βομβιστής, ότι φέρει μια ιογενή βόμβα.

Ο άλλος δηλαδή ως κάποιος που μπορεί να με σκοτώσει, ο οποιοσδήποτε άλλος, είτε είναι ένας γεράκος, είτε είναι ένα παιδί, το γεγονός ότι απομακρυνόμαστε, κοιτάμε στο πλάι... Είναι κάτι τρομερό. Τουλάχιστον όσο θυμάμαι, δεν έχουμε ζήσει κάτι τέτοιο.

Μπορεί να έχουμε νιώσει στη Δύση, σε άλλες στιγμές, τον φόβο της τρομοκρατίας, τον φόβο του άλλου, αλλά ξαφνικά ο άλλος τώρα μετατρέπεται σε δολοφόνο, έστω και ακούσιο- είναι κάτι που θα περάσει, αλλά δεν θα το ξεχάσουμε.

«Είναι προφανές: όποιος αναπνέει προβάλλει αντίσταση», συμπεραίνετε. Να αναπνέουμε -εντός κι εκτός εισαγωγικών- πιο συλλογικά, λοιπόν;

Είναι περίεργο που το ημερολόγιο τις τελευταίες μέρες διασταυρώθηκε με το τρομερό γεγονός του θανάτου του Τζορτζ Φλόυντ στις ΗΠΑ και το Δεν μπορώ να αναπνεύσω.

Με την πανδημία που είναι θέμα πνευμόνων εκ πρώτης όψεως τέθηκε το ζήτημα του αέρα ως κάτι πρωταρχικό, η αναπνοή είναι μια φυσιολογική δράση που δεν της δίνουμε μεγάλη σημασία.

Κανείς δε συγκεντρώνεται στην αναπνοή του εκτός κι αν κάνει βουτιά, εκεί η αναπνοή είναι θεμελιώδης, ήταν σαν να κάναμε όλοι βουτιές στα βαθιά και ήμασταν όλοι τρομαγμένοι κοιτάζοντας να δούμε πόσο χρόνο θα κρατήσει η αναπνοή μας.

Η αναπνοή είναι κεντρική, αυτή η σκέψη ότι ο αέρας μπορεί να είναι μολυσμένος είναι φρικιαστική.

Έχουμε παρακολουθήσει περιπτώσεις όπου το νερό είναι μολυσμένο, ή τα τρόφιμα είναι μολυσμένα, τα τρόφιμα είναι στερεά, το νερό είναι υγρό, κι εμφανίζεται κι ο αέρας.

Μπορεί κι ο αέρας να είναι μολυσμένος, να είναι εχθρός μας, το οξυγόνο να είναι εχθρός μας, η ατμόσφαιρα να είναι εχθρός μας.

Ίσως αυτό να είναι το πιο βίαιο, περισσότερο από τα δηλητηριασμένα τρόφιμα, ο δηλητηριασμένος αέρας είναι ένας εφιάλτης.

Φτάσαμε σε σημείο, παρότι επιστημονικά δε στέκει, να μη χρειάζονται άλλοι άνθρωποι, να είμαστε μόνοι και να φοβόμαστε τον ίδιο μας τον αέρα, σαν να ήταν στα αλήθεια ο αέρας ένας εχθρός που μας επιτίθεται.

Η σχέση σας με την Ελλάδα και τους ανθρώπους της είναι βαθιά, θερμή και συστηματική. Από πού πηγάζει; Σας αναζωογονεί;

Ναι, η σχέση μου με την Ελλάδα είναι πολύ όμορφη, κι έχω αναπτύξει δεσμούς, και με τον εκδοτικό οίκο, μου αρέσει πολύ η Αθήνα.

Για μένα είναι πολύ σημαντικό με τον χρόνο να δημιουργώ δεσμούς είτε μέσω των Εκδόσεων Καστανιώτη, είτε μέσω της μεταφράστριας.

Δώστε χαιρετισμούς σε όλους, είναι μεγάλη χαρά για μένα να διευρύνω τις επαφές μου εκεί.

Με την πανδημία λάβαινα ανατροφοδότηση τόσο από την Αθηνά όσο και από άλλους ανθρώπους που παρακολουθούσαν το ημερολόγιο.

Ξαφνικά φτιάξαμε μια κοινότητα, μια κοινότητα αγχωμένη, με κάποιον φόβο, αλλά μια κοινότητα που παρ’ όλα αυτά δημιουργούσε και σκεφτόταν.

Θα έλεγα λοιπόν ότι η πανδημία μεγάλωσε πολύ τους δεσμούς μου με την Ελλάδα.

Ελπίζω να έρθω εκεί για την παρουσίαση ενός επόμενου βιβλίου όταν θα τελειώσει η πανδημία.

Ίσως να συναντήσω κάποιους απ’ τους ανθρώπους που έστελναν ανατροφοδότηση σε σχέση με το Ημερολόγιο κι ένιωσαν ότι τους έκανε παρέα, τους συνόδεψε.

Ονειρεύεστε, τόσο στο συνειδητό όσο και στο ασυνείδητο/υποσυνείδητο επίπεδο; Κι αν ναι, ποιο είναι το πιο επίμονο όνειρό σας;  Και ποιος ο εντονότερος φόβος σας;

Όλοι έχουμε μεγάλους φόβους.

Για μένα είναι να μην μπορώ να πράξω, να βρεθώ μπροστά σε ένα γεγονός και να μην καταφέρω να αντιδράσω, και τα γεγονότα αυτής της περιόδου ήταν τέτοια που θα μπορούσα να είχα νιώσει ισοπεδωμένος.

Αλλά, με το Ημερολόγιο της πανούκλας κατάφερα να ανταποκριθώ. Μετά το Ημερολόγιο κατέληξα πολύ κουρασμένος, εξαντλημένος, χρειάστηκε να σταματήσω για λίγο.

Θα έλεγα ότι τα όνειρα και οι εφιάλτες μου το 2021 έχουν σχέση με την οικογένειά μου, τους γονείς μου- αυτές οι φυσιολογικές ανησυχίες που έχουμε όλοι.

Σήμερα στο 2021, ευτυχώς οι γονείς μου έχουν εμβολιαστεί, περιμένουν τη δεύτερη δόση. Τουλάχιστον ο χειρότερος φόβος πέρασε, αλλά ήταν σκληρός καιρός για όλους.

«Πώς να δρασκελίσουμε τη ζωή;» ως θνητά, απελπισμένα και εφήμερα όντα, τελικά; Θα είναι όντως «αμφίσημο, κτηνώδες και χαρούμενο» το «μετά» της πανδημίας; Έχετε κάποια ιδέα;

Εγώ ο ίδιος δεν ξέρω πώς θα αντιδράσω, δεν ξέρω αν έχει νόημα να αντιδράσει κανείς με μια μεγάλη χαρά όταν όλα αυτά θα τελειώσουν.

Μεγάλη χαρά για τι, για τους πολλούς θανάτους που παρακολουθήσαμε, για τους πολλούς τρομαγμένους ανθρώπους,  για τους πολλούς ανθρώπους που ισοπεδώθηκαν ψυχολογικά, με καταθλίψεις, για τους πολλούς ανθρώπους χωρίς δουλειά;

Nομίζω πως ήταν μια οικονομική πανδημία επίσης, επομένως μια χαρά ανακούφισης μετά την πανδημία μπορεί να φαίνεται παράλογη, γιατί ο κόσμος μετά την πανδημία μπορεί να είναι χειρότερος.

Mε όρους οικονομικούς, πολιτικούς, ψυχικούς, δε θα είναι καλύτερος.

Είναι πολύ παλιά η ιδέα ότι μέσω του πόνου μαθαίνουμε, η ιδέα ότι η καταστροφή έχει κάτι να μας διδάξει, αυτό δηλαδή που έλεγε ο Νίτσε για τους Έλληνες, τι να υπέφεραν άραγε για να γίνουν τόσο σοφοί.

Eπομένως η ιδέα ότι ο πόνος επιτρέπει μια μοναδική διαφορετική σοφία- εγώ δεν το πιστεύω αυτό.

Προφανώς ο πόνος επιτρέπει σε ένα άτομο να αντιληφθεί πράγματα που διαφορετικά δε θα αντιλαμβανόταν, αλλά δεν μπορούμε να συνδέσουμε την χαρά με τη σοφία.

Νομίζω θα είναι δύσκολη μια ελεύθερη χαρά μετά την πανδημία.

Ένας Βραζιλιάνος ποιητής έλεγε ότι η χαρά είναι μαθηματική επαλήθευση, η χαρά είναι η μεγάλη απάντηση.

Αν είμαστε χαρούμενοι, τότε είναι σημάδι πως ζούμε καλά. Αν δεν είμαστε χαρούμενοι τότε δεν ζούμε καλά. Αν είναι έτσι, πολύ λίγοι θα ζουν καλά στην μετά την πανδημία εποχή.

Από την άλλη, η ανάκτηση απλών πραγμάτων όπως να βρεθούμε ξανά με φίλους, η δυνατότητα ξαφνικά να μπορούμε ξανά να αγκαλιαστούμε αμέριμνα, ελπίζω ότι θα την ξαναβρούμε στην μετά την πανδημία εποχή.

Αυτό είναι πραγματικά μεγαλειώδες και πρέπει να το γιορτάσουμε, αλλά είναι δύσκολο να ξέρουμε τι θα έχει νόημα μετά.

Νομίζω ότι θα έχουμε πολλούς ανθρώπους με κατάθλιψη και με δυσκολία να αντιδράσουν και να βρουν τους ρυθμούς τους, ενώ άλλοι μπορεί να είναι ευφορικοί.

Εγώ προσωπικά βλέπω με κάποια αγωνία αυτή την επανέναρξη. Ελπίζω να βρεθούμε μαζί σε τραπέζια, μέσα στο 2022 να βρεθώ στην Ελλάδα και να δειπνήσω με την Αθηνά και με φίλους απ’ τον εκδοτικό οίκο. Θα είναι μεγάλη χαρά.

Άλλοι θα είναι σε μια μετα-τραυματική κατάσταση, άλλοι θα αντιδράσουν και θα κάνουν νέα σχέδια, θα προσπαθήσουμε να αντιδράσουμε καλά- απ’ όλα αυτό γεννήθηκε επίσης πολύ μοίρασμα και γενναιοδωρία.

Μου έλεγε γι’ αυτό η Αθηνά, αλλά είναι κάτι που το είδαμε και στην Πορτογαλία. 

Είδαμε κόσμο να βοηθά ηλικιωμένους, ανθρώπους σε ανάγκη, επομένως υπήρξε και μια έκρηξη γενναιοδωρίας στη διάρκεια της πανδημίας, κι αυτό είναι σημαντικό έρμα, αυτά τα απίστευτα ίχνη καλοήθειας.

Θα είναι μια αμφίσημη εποχή, αλλά πρέπει να εμπιστευτούμε το ανθρώπινο είδος, παρόλα αυτά.

Χαιρετισμούς πολλούς σε όλους, χαιρετισμούς στην Ελλάδα.

Είμαι πολύ χαρούμενος που το περάσαμε όλο αυτό μαζί και ελπίζω να έρθω ξανά.

Ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση που με συνοδέψατε και παρακολουθήσατε από εκεί. Πολλούς χαιρετισμούς σε όσους παρακολούθησαν το Ημερολόγιο όταν δημοσιευόταν και σε όσους θα διαβάσουν τώρα το βιβλίο.

Ευχαριστώ!

Ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου -θερμά!- την Αθηνά Ψυλλιά, η οποία με πολλή φροντίδα ασχολήθηκε με την απομαγνητοφώνηση και μετάφραση των απαντήσεων του συγγραφέα.

Το βιβλίο του Γκονσάλο Μ. Ταβάρες Ημερολόγιο της πανούκλας κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά.



Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

«Ο πόλεμος του Μιγκέλ»: Συναντώντας την σκηνοθέτρια και τον πρωταγωνιστή του φιλμ

 

Ελιάν Ραχέμπ και Μιγκέλ/Μισέλ στο 23ο ΦΝΘ (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βραβευμένο στη φετινή Μπερλινάλε, το αντισυμβατικό ντοκιμαντέρ της Λιβανέζας Ελιάν Ραχέμπ Ο πόλεμος του Μιγκέλ είναι ένα πορτραίτο του κεντρικού χαρακτήρα, αυτοεξόριστου γκέι στην Ισπανία, και ταυτόχρονα μιας χώρας.

Μια απολαυστική συνάντηση με την σκηνοθέτρια και τον πρωταγωνιστή στο πλαίσιο του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που συνεχίζεται μέχρι και την Κυριακή 4 Ιουλίου.

Συναντηθήκατε τυχαία. Πες μου λίγο περισσότερα γι’ αυτή την ευτυχή συγκυρία. Ή την όχι και τόσο.

(Ελιάν Ραχέμπ): Τι βλέπεις;

Βλέπω μια ευτυχή, και κατά κάποιον τρόπο συγκρουσιακή σχέση.

(Μιγκέλ/Μισέλ): Ευτυχισμένες στιγμές υπάρχουν μόνο στο Χόλιγουντ, όχι στον πραγματικό κόσμο! (Γέλιο)

(Ε.Ρ.): Δεν υπάρχει θέατρο χωρίς δράμα, καμία ιστορία χωρίς σύγκρουση. Εννοώ τη δραματουργία, που οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν. (Γέλιο)

Συνέβαλαν σ’ αυτή την κατεύθυνση.

(Ε.Ρ.): Χωρίς σύγκρουση η κατάσταση θα ήταν βαρετή.

Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε μ’ αυτό το εγχείρημα;

(Μ./Μ.): Αυτή το αποφάσισε.

(Ε.Ρ.): Για να απαντήσω στην ερώτησή σου, συναντηθήκαμε σ’ ένα Φεστιβάλ. Ήταν ο διερμηνέας στο Q&A μιας ταινίας που είχα κάνει.

Ήταν μια αντισυμβατική συνάντηση, γιατί δεν ήταν συμβατικός διερμηνέας. Ήταν πολύ συναισθηματικός όταν μετέφραζε, κι αυτό δεν είναι συνηθισμένο. Το φιλμ αφορούσε στον Εμφύλιο Πόλεμο στον Λίβανο.

Όταν τον είδα να βγαίνει από την προβολή πριν αυτή τελειώσει, τον έσπρωξα μέσα.

(Μ./Μ.): Τεχνικά, με έσπρωξε. Ήταν λίγο επιθετική.

(Ε.Ρ.): Σκεφτόμουν ότι θα ήταν κακός διερμηνέας, γιατί έχω κακή εμπειρία από τους διερμηνείς συνήθως, Άραβες στο εξωτερικό. Μερικές φορές δεν «πιάνουν» τη διάλεκτο.

(Μ./Μ.): Πάντως αντεπιτέθηκα. Της είπα: «Δεν μπορείς να βγάλεις τον σκασμό¨και να μ’ αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου;»

(Ε.Ρ.): Μου είπε: «Είμαι η ντίβα της διερμηνείας, είμαι ο καλύτερος».

(Μ./Μ.): Κι εκείνη πως ήμουν πολύ επιθετικός.

(Ε.Ρ.): Δεν το θυμάμαι.

Όταν μετέφραζε, ήταν πολύ συναισθηματικός, ίδρωνε, και τον ρώτησα γιατί. Μου απάντησε πως αυτό συνέβη γιατί τα είχε ζήσει όλ’ αυτά, και δεν ήθελε να τα δει να συμβαίνουν ξανά. Και μου είπε την ιστορία του, σε έναν πρώτο μονόλογο, σ’ ένα μπαρ.

Την επομένη, τον συνάντησα πάλι, και συνέχισε για άλλες τρεις ώρες.

Δύο μήνες αργότερα του τηλεφώνησα από τον Λίβανο λέγοντάς του ότι έρχομαι στη Βαρκελώνη να συζητήσουμε. Άλλη μια φορά. Έτσι ξεκίνησε.



Δεν πρόκειται για ένα συμβατικό ντοκιμαντέρ, κι όχι μόνο γιατί ενσωματώνει διαφορετικά διαφορετικά στιλιστικά στοιχεία- από το animation και φωτογραφίες, μέχρι επίκαιρα της εποχής και δραματοποίηση.

Εσύ το αποφάσισες κι αυτό, ή το συζητήσατε;

(Ε.Ρ.): Αυτού του είδους η συζήτηση χρειάζεται ένα σενάριο. Δεν πρόκειται για μια μπουρζουάδικη ιδέα του τύπου, «Θέλω να κάνω ένα φιλμ animation».

Είχα δει μερικά animated ντοκιμαντέρ, και δεν ήθελα να δημιουργήσω κάποιο που επαναλαμβάνει άλλα, οπότε προέκυψε από την εντύπωση πως ήθελα να βρίσκομαι στο μυαλό του, και σ’ αυτό υπήρχαν πολλές στρώσεις.

Για να προσπαθήσω να οπτικοποιήσω και ν’ αποδομήσω αυτές τις στρώσεις, έπρεπε επίσης ν’ αποδομήσω το ίδιο το σινεμά. Το ντοκιμαντέρ συνιστά μια αναζήτηση, ένα ταξίδι με τον χαρακτήρα για να ανακαλύψεις όλα τα μέρη.

Χρησιμοποίησα, λοιπόν, το ντοκιμαντέρ ως ένα όχημα για το ταξίδι ανάμεσα στην Ισπανία και τον Λίβανο και για την αντιμετώπιση του παρελθόντος στο σήμερα, καθώς για τη διερεύνηση του πώς λειτουργεί η μνήμη.

Η ηχητική διάσταση είναι, εξάλλου, πολύ σημαντική.

Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, τον ηχογράφησα, άλλωστε. Εννιά ώρες υλικού, που το απομαγνητοφώνησα. Ήταν σαν μυθιστόρημα. Μου έστειλε και γραπτό κείμενο, που συνεχίζει να το γράφει.

Απομνημονεύματα σε εξέλιξη.

(Ε.Ρ.): Ακριβώς! Το κείμενο ήταν σαν εξομολόγηση το ίδιο, άρα. Απέμενε να βρώ πώς θα αφηγούμουν την ιστορία οπτικά.

Μετά τα γυρίσματα, κάναμε συνεντεύξεις.

Κάποιες φορές αυτό φάνταζε σαν ψυχαναλυτική διαδικασία, όπου ο θεραπευτής σε ρωτά να εξαγάγεις συμπεράσματα σχετικά με πράξεις σου. Οι συνεντεύξεις μαζί του είχαν, επομένως, αυτόν τον χαρακτήρα, της εξαγωγής συμπερασμάτων.

Το ντοκιμαντέρ σου αποτελεί μια αναζήτηση, κατά την οποία αναδεικνύεται τόσο μια προσωπική ιστορία όσο και η Ιστορία μιας χώρας.

Πρόκειται για παρακινδυνευμένο εγχείρημα, αλλά η υλοποίησή του είναι επιτυχημένη.

(Μ./Μ.): Δεν είναι η δικιά μου ιστορία, είναι η ιστορία εκατομμυρίων ανθρώπων, που ίσως βίωσαν κάποια από τα τραύματά μου. Σ’ αυτό έγκειται η επιτυχία του φιλμ.

Μετά από προβολές στο Βερολίνο έρχονταν άνθρωποι από την Αυστραλία, τις Η.Π.Α., την Τουρκία, την Αφρική, και όλοι έζησαν πολύ βαθιά αυτά που είδαν στην οθόνη.

Η ιστορία μου είναι μια αναζήτηση ταυτότητας- σεξουαλικής, κοινωνικής.

Υπήρχαν στιγμές που μπορούσα να ταυτιστώ μαζί σου, Μιγκέλ, κι άλλες που θα ήθελα να σου ρίξω μια μπουνιά στο πρόσωπο εξαιτίας κάποιων επιλογών σου στο παρελθόν.

Αυτό που πραγματικά εκτίμησα, όμως, ήταν η τόσο ζωντανή αποτύπωση της πολυπλοκότητας της προσωπικότητάς σου.

(Μ./Μ.): Πριν την πρώτη μας συνάντηση στη Βαρκελώνη, υποσχέθηκα δυνατά στον εαυτό μου και στο σύμπαν πώς, ό,τι κι αν συνέβαινε, τα πάντα θα ήταν αληθινά. Θα ήμουν 100% αυθεντικός.

Ο θεατής καλείται, λοιπόν, να εκτιμήσει αυτή την ειλικρίνεια, ανεξαρτήτως του αν μπορεί να ταυτιστεί με το πρόσωπο, τις επιλογές ή τις σκέψεις του.

(Μ.Μ.): Δε θέλω να κρύψω τα σκατά ή, ίσως, την αδυναμία μου. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου βαθιά πως δε θα έκρυβα ποτέ τίποτα και θα ήμουν όσο ειλικρινής είναι δυνατόν.

Κι εσύ συνέχισες να τον πιέζεις, δεν τον άφηνες σε ησυχία.

(Ε.Ρ.): Όταν υπήρχε συνεργείο, ήταν εντυπωσιασμένος. Το να λες την ιστορία σου σε έναν άνθρωπο είναι ένα πράγμα, το να τη λες, όμως, μπροστά σε περισσότερους είναι λιγάκι αμήχανο.

(Μ./Μ.): Με 25 ανθρώπους ν’ ακούν.

(Ε.Ρ.): Όταν βλέπει ανθρώπους είτε γίνεται ντροπαλός -φαντάσου!-, είτε μπορεί να γίνει σούπερ προβοκατόρικος.

(Μ./Μ.): Το να είμαι προβοκατόρικος είναι αυτό που είμαι. Είναι συναρπαστικό.

(Ε.Ρ.): Αυτό που έλεγε σε μένα άλλαζε όταν βρισκόταν μπροστά σε ανθρώπους. Και τότε προσπαθούσα να επιστρέψω στην αληθινή συνομιλία που είχαμε πριν τα γυρίσματα.

Ήταν σαν παιχνίδι, η διασκεδαστική πλευρά της ταινίας, γιατί, κατά τα άλλα, έχει πολύ σκοτεινές πλευρές. Ο Μιγκέλ μπορεί, άλλωστε, να γίνει πολύ αστείος, και σε μένα δεν αρέσει το μελόδραμα.

Μιας, λοιπόν, και μιλάμε για έναν γκέι και για πόλεμο, δεν ήθελα κλάματα και μια τρεμάμενη κάμερα, αλλά να είμαι κομψή και προκλητική. Είναι μια μίζερη ιστορία, δεν ήθελα να γίνει μια μίζερη ταινία.

Υπάρχουν στοιχεία δυστυχίας, αλλά είναι κομμάτι της αφήγησης.

(Ε.Ρ.): Ακριβώς! Αυτό που τον έσωσε από τα τραύματά του είναι η φαντασία του και η διάθεσή του να περνά καλά, ακόμα κι αν βρίσκεται μες στα σκατά. «Ας κάνουμε τα σκατά αστεία και γκροτέσκα», θα έλεγε.

Κι εγώ θέλω να γίνομαι γκροτέσκα, εντός του στενού κύκλου μου. Αυτό το φιλμ με απελευθέρωσε ως σκηνοθέτρια, γιατί δοκίμασα πολλά πράγματα που πάντα ήθελα να υλοποιήσω.

Όλα, όμως, βγάζουν νόημα. Είναι μια τρελή ιστορία για έναν άνθρωπο που έχει βρεθεί σε τρελές καταστάσεις. Και η συνάντησή μας, τρελή ήταν κι αυτή.



Κι εσύ, Μιγκέλ ή Μισέλ; Ποιο από τα δύο προτιμάς; Ή δεν έχει και τόση σημασία;

(Μ./Μ.): Δεν έχει σημασία πια. Τώρα ζω στην Καταλονία, στη νοτιοανατολική Ισπανία. Εκεί, πολλοί άνθρωποι με αποκαλούν «Μικέλ». Και πολλοί ισπανόφωνοι θυμώνουν που το επιτρέπω.

Όταν με αποκαλούν «Μικέλ», το νιώθω, και είμαι και ο Μιγκέλ και ο Μισέλ. Είμαι και τα τρία.

Απελευθέρωσε και σένα αυτό το φιλμ;

(Μ./Μ.): Μου επέτρεψε να φωνάξω, επέτρεψε την κάθαρση που χρειαζόμουν -σωματική, θεατρική. Εγώ απελευθέρωσα τον εαυτό μου. Τον απελευθέρωσα εν μέρει πολλά χρόνια πριν, γιατί δεν έχω απελευθερωθεί πλήρως.

Η τελική απελευθέρωση θα έρθει με τον θάνατο. Αυτή θα είναι μια πολύ συναρπαστική στιγμή, νομίζω. Η κοινωνία, η θρησκεία, ο θεός -αν αυτό το πράγμα υπάρχει- μου το χρωστάνε να φωνάξω στα μούτρα τους.

Μπορούσα να το κάνω αυτό μέσω της ταινίας, κι ήταν καλό.

Αισθάνεσαι λιγότερο μόνος μετά από αυτό το φιλμ; Κάπου αναφέρεις ότι ανήκεις στη μοναξιά.

(Μ./Μ.): Είναι πολύ δύσκολο να μη νιώθεις μοναξιά. Νιώθω μόνος από τότε που γεννήθηκα, από τη στιγμή που είχα επίγνωση της ζωής. Γι’ αυτό και δημιούργησα έναν παράλληλο κόσμο, ο οποίος, στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να υπάρχει.

Δραπετεύω από αυτόν τον βαρετό κόσμο επινοώντας ιστορίες, και τις ζω. Η καλύτερη στιγμή σε ολόκληρη τη μέρα είναι όταν πηγαίνω στο κρεβάτι -το ποθώ αυτό-, και ξέρω πως θα περάσω τουλάχιστον μια ώρα εφευρίσκοντας μια ιστορία.

Γράφω το σενάριο στο μυαλό μου, και απλά περιμένω τη στιγμή που θα βρεθώ στο κρεβάτι για να το ζήσω. Πάντα αυτό έκανα, πάντα αυτό με έσωζε.

Η Ελιάν κατάλαβε πόσο σημαντικός είναι αυτός ο παράλληλος κόσμος- γι’ αυτό και είμαι ευτυχής με το φιλμ. Είναι η βάση της ζωής μου. Μου επιτρέπει να μην τρελαθώ τελείως.

Θα επέστρεφες ποτέ στον Λίβανο;

(Μ./Μ.): Όχι, καθόλου. Ο δικός μου Λίβανος δεν υπάρχει. Υφίσταται μόνο στη φαντασία μου, και είναι πολύ δύσκολο ν’ αποδεχτώ σωματικά αυτό που βλέπω πηγαίνοντας εκεί.

Δεν είμαι ευτυχισμένος στην Ισπανία και τη Βαρκελώνη όπου ζω επί τριάντα χρόνια, δεν ανήκω στην Ισπανία, ποτέ δε θα ανήκει σε μένα.

Είμαι πολύ καλός πολίτης και πληρώνω τους φόρους μου, αλλά ποτέ δε θα νιώσω βαθιά Ισπανός, Ευρωπαίος, Μεσανατολίτης ή οτιδήποτε.

Η μόνη μου πατρίδα ήταν ο Λίβανος, αλλά όχι αυτός που υπάρχει. Είναι κάτι που επινόησα. Αλλά κρατιέμαι από αυτό. Μπορεί να το βρω αφότου πεθάνω. Δεν ξέρω!

Η συνέντευξη με την Ελιάν Ραχέμπ και τον Μιγκέλ/Μισέλ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ θερμά την Αγγελική Στελλάκη από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για την πολύτιμη συνδρομή της.

Το ντοκιμαντέρ της Ελιάν Ραχέμπ Ο πόλεμος του Μιγκέλ με πρωταγωνιστή τον Μιγκέλ/Μισέλ προβάλλεται μέχρι και την Κυριακή 4 Ιουλίου στο πλαίσιο της ενότητας >>Film Forward του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.