Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 23ο ΦΝΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 23ο ΦΝΘ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

«Ο πόλεμος του Μιγκέλ»: Συναντώντας την σκηνοθέτρια και τον πρωταγωνιστή του φιλμ

 

Ελιάν Ραχέμπ και Μιγκέλ/Μισέλ στο 23ο ΦΝΘ (Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός)

Βραβευμένο στη φετινή Μπερλινάλε, το αντισυμβατικό ντοκιμαντέρ της Λιβανέζας Ελιάν Ραχέμπ Ο πόλεμος του Μιγκέλ είναι ένα πορτραίτο του κεντρικού χαρακτήρα, αυτοεξόριστου γκέι στην Ισπανία, και ταυτόχρονα μιας χώρας.

Μια απολαυστική συνάντηση με την σκηνοθέτρια και τον πρωταγωνιστή στο πλαίσιο του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που συνεχίζεται μέχρι και την Κυριακή 4 Ιουλίου.

Συναντηθήκατε τυχαία. Πες μου λίγο περισσότερα γι’ αυτή την ευτυχή συγκυρία. Ή την όχι και τόσο.

(Ελιάν Ραχέμπ): Τι βλέπεις;

Βλέπω μια ευτυχή, και κατά κάποιον τρόπο συγκρουσιακή σχέση.

(Μιγκέλ/Μισέλ): Ευτυχισμένες στιγμές υπάρχουν μόνο στο Χόλιγουντ, όχι στον πραγματικό κόσμο! (Γέλιο)

(Ε.Ρ.): Δεν υπάρχει θέατρο χωρίς δράμα, καμία ιστορία χωρίς σύγκρουση. Εννοώ τη δραματουργία, που οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν. (Γέλιο)

Συνέβαλαν σ’ αυτή την κατεύθυνση.

(Ε.Ρ.): Χωρίς σύγκρουση η κατάσταση θα ήταν βαρετή.

Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε μ’ αυτό το εγχείρημα;

(Μ./Μ.): Αυτή το αποφάσισε.

(Ε.Ρ.): Για να απαντήσω στην ερώτησή σου, συναντηθήκαμε σ’ ένα Φεστιβάλ. Ήταν ο διερμηνέας στο Q&A μιας ταινίας που είχα κάνει.

Ήταν μια αντισυμβατική συνάντηση, γιατί δεν ήταν συμβατικός διερμηνέας. Ήταν πολύ συναισθηματικός όταν μετέφραζε, κι αυτό δεν είναι συνηθισμένο. Το φιλμ αφορούσε στον Εμφύλιο Πόλεμο στον Λίβανο.

Όταν τον είδα να βγαίνει από την προβολή πριν αυτή τελειώσει, τον έσπρωξα μέσα.

(Μ./Μ.): Τεχνικά, με έσπρωξε. Ήταν λίγο επιθετική.

(Ε.Ρ.): Σκεφτόμουν ότι θα ήταν κακός διερμηνέας, γιατί έχω κακή εμπειρία από τους διερμηνείς συνήθως, Άραβες στο εξωτερικό. Μερικές φορές δεν «πιάνουν» τη διάλεκτο.

(Μ./Μ.): Πάντως αντεπιτέθηκα. Της είπα: «Δεν μπορείς να βγάλεις τον σκασμό¨και να μ’ αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου;»

(Ε.Ρ.): Μου είπε: «Είμαι η ντίβα της διερμηνείας, είμαι ο καλύτερος».

(Μ./Μ.): Κι εκείνη πως ήμουν πολύ επιθετικός.

(Ε.Ρ.): Δεν το θυμάμαι.

Όταν μετέφραζε, ήταν πολύ συναισθηματικός, ίδρωνε, και τον ρώτησα γιατί. Μου απάντησε πως αυτό συνέβη γιατί τα είχε ζήσει όλ’ αυτά, και δεν ήθελε να τα δει να συμβαίνουν ξανά. Και μου είπε την ιστορία του, σε έναν πρώτο μονόλογο, σ’ ένα μπαρ.

Την επομένη, τον συνάντησα πάλι, και συνέχισε για άλλες τρεις ώρες.

Δύο μήνες αργότερα του τηλεφώνησα από τον Λίβανο λέγοντάς του ότι έρχομαι στη Βαρκελώνη να συζητήσουμε. Άλλη μια φορά. Έτσι ξεκίνησε.



Δεν πρόκειται για ένα συμβατικό ντοκιμαντέρ, κι όχι μόνο γιατί ενσωματώνει διαφορετικά διαφορετικά στιλιστικά στοιχεία- από το animation και φωτογραφίες, μέχρι επίκαιρα της εποχής και δραματοποίηση.

Εσύ το αποφάσισες κι αυτό, ή το συζητήσατε;

(Ε.Ρ.): Αυτού του είδους η συζήτηση χρειάζεται ένα σενάριο. Δεν πρόκειται για μια μπουρζουάδικη ιδέα του τύπου, «Θέλω να κάνω ένα φιλμ animation».

Είχα δει μερικά animated ντοκιμαντέρ, και δεν ήθελα να δημιουργήσω κάποιο που επαναλαμβάνει άλλα, οπότε προέκυψε από την εντύπωση πως ήθελα να βρίσκομαι στο μυαλό του, και σ’ αυτό υπήρχαν πολλές στρώσεις.

Για να προσπαθήσω να οπτικοποιήσω και ν’ αποδομήσω αυτές τις στρώσεις, έπρεπε επίσης ν’ αποδομήσω το ίδιο το σινεμά. Το ντοκιμαντέρ συνιστά μια αναζήτηση, ένα ταξίδι με τον χαρακτήρα για να ανακαλύψεις όλα τα μέρη.

Χρησιμοποίησα, λοιπόν, το ντοκιμαντέρ ως ένα όχημα για το ταξίδι ανάμεσα στην Ισπανία και τον Λίβανο και για την αντιμετώπιση του παρελθόντος στο σήμερα, καθώς για τη διερεύνηση του πώς λειτουργεί η μνήμη.

Η ηχητική διάσταση είναι, εξάλλου, πολύ σημαντική.

Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, τον ηχογράφησα, άλλωστε. Εννιά ώρες υλικού, που το απομαγνητοφώνησα. Ήταν σαν μυθιστόρημα. Μου έστειλε και γραπτό κείμενο, που συνεχίζει να το γράφει.

Απομνημονεύματα σε εξέλιξη.

(Ε.Ρ.): Ακριβώς! Το κείμενο ήταν σαν εξομολόγηση το ίδιο, άρα. Απέμενε να βρώ πώς θα αφηγούμουν την ιστορία οπτικά.

Μετά τα γυρίσματα, κάναμε συνεντεύξεις.

Κάποιες φορές αυτό φάνταζε σαν ψυχαναλυτική διαδικασία, όπου ο θεραπευτής σε ρωτά να εξαγάγεις συμπεράσματα σχετικά με πράξεις σου. Οι συνεντεύξεις μαζί του είχαν, επομένως, αυτόν τον χαρακτήρα, της εξαγωγής συμπερασμάτων.

Το ντοκιμαντέρ σου αποτελεί μια αναζήτηση, κατά την οποία αναδεικνύεται τόσο μια προσωπική ιστορία όσο και η Ιστορία μιας χώρας.

Πρόκειται για παρακινδυνευμένο εγχείρημα, αλλά η υλοποίησή του είναι επιτυχημένη.

(Μ./Μ.): Δεν είναι η δικιά μου ιστορία, είναι η ιστορία εκατομμυρίων ανθρώπων, που ίσως βίωσαν κάποια από τα τραύματά μου. Σ’ αυτό έγκειται η επιτυχία του φιλμ.

Μετά από προβολές στο Βερολίνο έρχονταν άνθρωποι από την Αυστραλία, τις Η.Π.Α., την Τουρκία, την Αφρική, και όλοι έζησαν πολύ βαθιά αυτά που είδαν στην οθόνη.

Η ιστορία μου είναι μια αναζήτηση ταυτότητας- σεξουαλικής, κοινωνικής.

Υπήρχαν στιγμές που μπορούσα να ταυτιστώ μαζί σου, Μιγκέλ, κι άλλες που θα ήθελα να σου ρίξω μια μπουνιά στο πρόσωπο εξαιτίας κάποιων επιλογών σου στο παρελθόν.

Αυτό που πραγματικά εκτίμησα, όμως, ήταν η τόσο ζωντανή αποτύπωση της πολυπλοκότητας της προσωπικότητάς σου.

(Μ./Μ.): Πριν την πρώτη μας συνάντηση στη Βαρκελώνη, υποσχέθηκα δυνατά στον εαυτό μου και στο σύμπαν πώς, ό,τι κι αν συνέβαινε, τα πάντα θα ήταν αληθινά. Θα ήμουν 100% αυθεντικός.

Ο θεατής καλείται, λοιπόν, να εκτιμήσει αυτή την ειλικρίνεια, ανεξαρτήτως του αν μπορεί να ταυτιστεί με το πρόσωπο, τις επιλογές ή τις σκέψεις του.

(Μ.Μ.): Δε θέλω να κρύψω τα σκατά ή, ίσως, την αδυναμία μου. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου βαθιά πως δε θα έκρυβα ποτέ τίποτα και θα ήμουν όσο ειλικρινής είναι δυνατόν.

Κι εσύ συνέχισες να τον πιέζεις, δεν τον άφηνες σε ησυχία.

(Ε.Ρ.): Όταν υπήρχε συνεργείο, ήταν εντυπωσιασμένος. Το να λες την ιστορία σου σε έναν άνθρωπο είναι ένα πράγμα, το να τη λες, όμως, μπροστά σε περισσότερους είναι λιγάκι αμήχανο.

(Μ./Μ.): Με 25 ανθρώπους ν’ ακούν.

(Ε.Ρ.): Όταν βλέπει ανθρώπους είτε γίνεται ντροπαλός -φαντάσου!-, είτε μπορεί να γίνει σούπερ προβοκατόρικος.

(Μ./Μ.): Το να είμαι προβοκατόρικος είναι αυτό που είμαι. Είναι συναρπαστικό.

(Ε.Ρ.): Αυτό που έλεγε σε μένα άλλαζε όταν βρισκόταν μπροστά σε ανθρώπους. Και τότε προσπαθούσα να επιστρέψω στην αληθινή συνομιλία που είχαμε πριν τα γυρίσματα.

Ήταν σαν παιχνίδι, η διασκεδαστική πλευρά της ταινίας, γιατί, κατά τα άλλα, έχει πολύ σκοτεινές πλευρές. Ο Μιγκέλ μπορεί, άλλωστε, να γίνει πολύ αστείος, και σε μένα δεν αρέσει το μελόδραμα.

Μιας, λοιπόν, και μιλάμε για έναν γκέι και για πόλεμο, δεν ήθελα κλάματα και μια τρεμάμενη κάμερα, αλλά να είμαι κομψή και προκλητική. Είναι μια μίζερη ιστορία, δεν ήθελα να γίνει μια μίζερη ταινία.

Υπάρχουν στοιχεία δυστυχίας, αλλά είναι κομμάτι της αφήγησης.

(Ε.Ρ.): Ακριβώς! Αυτό που τον έσωσε από τα τραύματά του είναι η φαντασία του και η διάθεσή του να περνά καλά, ακόμα κι αν βρίσκεται μες στα σκατά. «Ας κάνουμε τα σκατά αστεία και γκροτέσκα», θα έλεγε.

Κι εγώ θέλω να γίνομαι γκροτέσκα, εντός του στενού κύκλου μου. Αυτό το φιλμ με απελευθέρωσε ως σκηνοθέτρια, γιατί δοκίμασα πολλά πράγματα που πάντα ήθελα να υλοποιήσω.

Όλα, όμως, βγάζουν νόημα. Είναι μια τρελή ιστορία για έναν άνθρωπο που έχει βρεθεί σε τρελές καταστάσεις. Και η συνάντησή μας, τρελή ήταν κι αυτή.



Κι εσύ, Μιγκέλ ή Μισέλ; Ποιο από τα δύο προτιμάς; Ή δεν έχει και τόση σημασία;

(Μ./Μ.): Δεν έχει σημασία πια. Τώρα ζω στην Καταλονία, στη νοτιοανατολική Ισπανία. Εκεί, πολλοί άνθρωποι με αποκαλούν «Μικέλ». Και πολλοί ισπανόφωνοι θυμώνουν που το επιτρέπω.

Όταν με αποκαλούν «Μικέλ», το νιώθω, και είμαι και ο Μιγκέλ και ο Μισέλ. Είμαι και τα τρία.

Απελευθέρωσε και σένα αυτό το φιλμ;

(Μ./Μ.): Μου επέτρεψε να φωνάξω, επέτρεψε την κάθαρση που χρειαζόμουν -σωματική, θεατρική. Εγώ απελευθέρωσα τον εαυτό μου. Τον απελευθέρωσα εν μέρει πολλά χρόνια πριν, γιατί δεν έχω απελευθερωθεί πλήρως.

Η τελική απελευθέρωση θα έρθει με τον θάνατο. Αυτή θα είναι μια πολύ συναρπαστική στιγμή, νομίζω. Η κοινωνία, η θρησκεία, ο θεός -αν αυτό το πράγμα υπάρχει- μου το χρωστάνε να φωνάξω στα μούτρα τους.

Μπορούσα να το κάνω αυτό μέσω της ταινίας, κι ήταν καλό.

Αισθάνεσαι λιγότερο μόνος μετά από αυτό το φιλμ; Κάπου αναφέρεις ότι ανήκεις στη μοναξιά.

(Μ./Μ.): Είναι πολύ δύσκολο να μη νιώθεις μοναξιά. Νιώθω μόνος από τότε που γεννήθηκα, από τη στιγμή που είχα επίγνωση της ζωής. Γι’ αυτό και δημιούργησα έναν παράλληλο κόσμο, ο οποίος, στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να υπάρχει.

Δραπετεύω από αυτόν τον βαρετό κόσμο επινοώντας ιστορίες, και τις ζω. Η καλύτερη στιγμή σε ολόκληρη τη μέρα είναι όταν πηγαίνω στο κρεβάτι -το ποθώ αυτό-, και ξέρω πως θα περάσω τουλάχιστον μια ώρα εφευρίσκοντας μια ιστορία.

Γράφω το σενάριο στο μυαλό μου, και απλά περιμένω τη στιγμή που θα βρεθώ στο κρεβάτι για να το ζήσω. Πάντα αυτό έκανα, πάντα αυτό με έσωζε.

Η Ελιάν κατάλαβε πόσο σημαντικός είναι αυτός ο παράλληλος κόσμος- γι’ αυτό και είμαι ευτυχής με το φιλμ. Είναι η βάση της ζωής μου. Μου επιτρέπει να μην τρελαθώ τελείως.

Θα επέστρεφες ποτέ στον Λίβανο;

(Μ./Μ.): Όχι, καθόλου. Ο δικός μου Λίβανος δεν υπάρχει. Υφίσταται μόνο στη φαντασία μου, και είναι πολύ δύσκολο ν’ αποδεχτώ σωματικά αυτό που βλέπω πηγαίνοντας εκεί.

Δεν είμαι ευτυχισμένος στην Ισπανία και τη Βαρκελώνη όπου ζω επί τριάντα χρόνια, δεν ανήκω στην Ισπανία, ποτέ δε θα ανήκει σε μένα.

Είμαι πολύ καλός πολίτης και πληρώνω τους φόρους μου, αλλά ποτέ δε θα νιώσω βαθιά Ισπανός, Ευρωπαίος, Μεσανατολίτης ή οτιδήποτε.

Η μόνη μου πατρίδα ήταν ο Λίβανος, αλλά όχι αυτός που υπάρχει. Είναι κάτι που επινόησα. Αλλά κρατιέμαι από αυτό. Μπορεί να το βρω αφότου πεθάνω. Δεν ξέρω!

Η συνέντευξη με την Ελιάν Ραχέμπ και τον Μιγκέλ/Μισέλ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ θερμά την Αγγελική Στελλάκη από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για την πολύτιμη συνδρομή της.

Το ντοκιμαντέρ της Ελιάν Ραχέμπ Ο πόλεμος του Μιγκέλ με πρωταγωνιστή τον Μιγκέλ/Μισέλ προβάλλεται μέχρι και την Κυριακή 4 Ιουλίου στο πλαίσιο της ενότητας >>Film Forward του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.  



Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Marta Popivoda: «Ο ρόλος του σινεμά είναι να φαντάζεται άλλους, καλύτερους κόσμους»

 

Marta Popivoda (Photo credit: Maja Medic)

Πειραματικό και βαθιά πολιτικό, το Τοπία της αντίστασης, μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ της Σέρβας Marta Popivoda, είναι ένα πορτραίτο της εκλιπούσας αντιφασίστριας μαχήτριας Sonja κι ένας στοχασμός για τον αντιφασισμό του σήμερα.

Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια ενόψει της προβολής του φιλμ στο πλαίσιο του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (30 Ιουνίου-4 Ιουλίου 2021).

Το πιο πρόσφατο ντοκιμαντέρ σου, Τοπία της αντίστασης, είναι μια «ανορθόδοξη» δουλειά. Ανορθόδοξα θα ξεκινήσω, λοιπόν, κι εγώ. Θα ήθελα να μου πεις για το τραγούδι που ανοίγει και κλείνει το φιλμ. Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο;

Το εναρκτήριο τραγούδι είναι όντως ένα πολύ όμορφο παλιό τραγούδι, γραμμένο από τον Γιουγκοσλάβο μαχητή για την κοινωνική δικαιοσύνη Mihovil Pavlek Miškin.

Χρονολογείται από την περίοδο μεταξύ του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καταπιάνεται με την ανισότητα, την καταπίεση των αγροτών και την ταξική κοινωνία. Η εκδοχή που περιλαμβάνεται στην ταινία ερμηνεύεται από τη LeZbor, μια λεσβιακή και φεμινιστική χορωδία από το Ζάγκρεμπ.

Είναι, επομένως, πολύ σύγχρονο.

Σκέφτηκα ότι ήταν πολύ σημαντικό να χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη εκδοχή, γιατί είναι πιο δυνατή μουσικά, υπάρχει μια κουίρ, φεμινιστική και αντιφασιστική οπτική σ’ αυτή και επειδή το Ζάγκρεμπ αποτελούσε τμήμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο αναφέρομαι στη δουλειά μου.

Λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί κι η υπόλοιπη ταινία, επιχειρώντας να εντοπίσει βαθύτερες συνδέσεις ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Το φιλμ σου φτιαχνόταν επί κάμποσο καιρό- εδώ και μια δεκαετία ή κάπου τόσο;

Όταν συνάντησα την μακαρίτισσα Sonja Vujanović για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα αμέσως πόσο δυνατή και υπαινικτική αφηγήτρια ήταν, κι αυτό με κινητοποίησε κατά έναν τρόπο που ήθελα να κάνω μια ταινία με αυτήν.

Επίσης, η ιστορία της είναι ξεχωριστή και περιείχε κάποιες απαντήσεις σε ερωτήματα που αναλογιζόμουν, όπως το πώς γίνεσαι παρτιζάνος/παρτιζάνα.

Η πρώτη μας συνάντηση έλαβε χώρα πάνω από μια δεκαετία πριν. Στη διάρκεια πολλών χρόνων, η  Ana Vujanović, συν-σεναριογράφος της ταινίας, κι εγώ ηχογραφήσαμε συνεντεύξεις με την Sonja.

Ακόμα και τότε, στα 2007-2008, ήξερα ότι ήθελα να κάνω αυτό το φιλμ, αλλά από κάποιες απόψεις δεν ένιωθα έτοιμη. Ίσως ήμουν υπερβολικά νέα. Σκέφτηκα πως η φυσιογνωμία και η ιστορία της απαιτούσαν να είμαι πιο δυνατή σκηνοθέτρια.

Έπειτα, το 2016, απλά ξύπνησα ένα πρωινό και ένιωσα ότι ήθελα να ολοκληρώσω το ντοκιμαντέρ, πως τότε ήταν η σωστή στιγμή να αφηγηθώ αυτή την ιστορία.

Αισθάνθηκα ότι η ιστορία της Sonja έπρεπε, κατά κάποιον τρόπο, να γίνει η ιστορία «μας».

Τότε έγραψα, εξάλλου, το πρώτο προσχέδιο βάσει των απομαγνητοφωνημένων κειμένων εκείνων των συνεντεύξεων.

Μαζί με την εγγονή της, την Ana Vujanović.

Ασφαλώς. Η Ana κι εγώ είμαστε επί μακρόν συνεργάτριες και συντρόφισσες στην αγάπη και τη ζωή. Πραγματοποιήσαμε τις συνεντεύξεις με την Sonja μαζί και ήταν υπεύθυνη για τη δραματουργική επεξεργασία της ταινίας.

Επίσης, η Ana έγραψε τις ημερολογιακές καταχωρήσεις που αποτελούν ένα από τα επίπεδα στο φιλμ τα οποία αποκαλύπτουν την προσωπική μας οπτική.

Μοιραζόμαστε πολλές κοινωνικο-πολιτικές ανησυχίες- και πολλά ακόμη.

Ήμουν έτοιμος να το σχολιάσω αυτό.

Σε κάποια φάση αποφασίσαμε ότι ήταν σημαντικό να εγγράψουμε την πολιτική και προσωπική μας θέση, να δείξουμε ποιος κάνει αυτό την ταινία.

Πως είμαστε γυναίκες, φεμινίστριες, ένα κουίρ ζευγάρι από την αριστερίστικη-ακτιβιστική σκηνή του Βελιγραδίου. Να καταδείξουμε επίσης γιατί αυτή η ιστορία είναι σημαντική για εμάς σήμερα.

Αυτό το στοιχείο του φιλμ, ωστόσο, εισάγεται πολύ διακριτικά σε σύγκριση με την ιστορία και την παρουσία της Sonja, από τη μία, και εκείνη των τοπίων, από την άλλη.

Πρώτα, υπήρχε η ιστορία της Sonja. Το να την ακούς ήταν σαν να διαβάζεις ένα κινηματογραφικό σενάριο, έτσι είχα ήδη εικόνες στο μυαλό μου, που τις αποκαλούμε «λεκτικές εικόνες».

Ήθελα να δώσω χώρο σ’ αυτές τις εικόνες, άρα η κύρια σκηνοθετική χειρονομία μου ήταν να τοποθετήσω τις ψυχικές εικόνες που παράγει μέσω της αφήγησής της στα τοπία όπου αυτές οι ιστορίες συνέβησαν.

Εκείνη την περίοδο η Ana δούλευε πάνω στην έννοια της δραματουργίας τοπίου, το οποίο προέρχεται περισσότερο από τις επιτελεστικές τέχνες, και τη συζητήσαμε πολύ.

Από αυτές τις συζητήσεις αναδύθηκε ένα ερώτημα: «Πώς μπορούμε να κατοικήσουμε το τοπίο με διαφορετικά βλέμματα ή οπτικές;»

Σκεφτόμουν σχετικά μ’ αυτό το πρόβλημα και πώς μπορούσα να το «λύσω» κινηματογραφικά.

Διεξήγαγα ορισμένα οπτικά πειράματα και προέκυψε η ιδέα της κατασκευής αυτών των υβριδικών τοπίων μέσω της παρατήρησης των ίδιων τόπων από διαφορετικές οπτικές γωνίες ταυτόχρονα.

Κι έπειτα μπορείς πραγματικά να ταξιδέψεις μέσω αυτών των τοπίων, να νιώσεις τα επίπεδα του χρόνου και να συνδέσεις όλο αυτό με τη στιγμή που ζούμε σήμερα. Έχεις καιρό για στοχασμό.

Από την άποψη των οπτικών αναφορών, θα έκανα λόγο για τα κονστρουκτιβιστικά και τα κυβιστικά τοπία από το πεδίο των οπτικών τεχνών, καθώς αυτά τα κινήματα συνιστούσαν την αριστερίστικη τέχνη της εποχής της Sonja.

Αλλά για να επιστρέψω στο σχόλιό σου, το επίπεδο των ημερολογιακών καταχωρήσεων ήρθε στο τέλος, και θέλαμε να το κρατήσουμε διακριτικό.

Θέλαμε να εγγράψουμε τις εαυτές μας στην ταινία, αλλά όχι να συγκρίνουμε την εμπειρία μας με εκείνη της Sonja ή να προσελκύσουμε πολλή προσοχή.



Είναι όλα τα μέρη τα οποία αναφέρονται στην αφήγηση εκείνα όπου συνέβησαν τα πραγματικά γεγονότα;

Τα περισσότερα είναι τα πραγματικά, αλλιώς είναι τοπογραφικά κοντά. Ακόμα και στο Άουσβιτς, πήγαμε ακριβώς στα μέρη που αναφέρει. Αλλά, βέβαια, μερικές φορές δεν ήταν εύκολο να έχουμε πρόσβαση στις ακριβείς τοποθεσίες.

Ήταν ένας πολύ δυναμικός και ταυτόχρονα ήπιος χαρακτήρας. Πώς ένιωσες γνωρίζοντάς την και σε ποιον βαθμό αλλάξατε και οι δυο σας μέσα από αυτή τη συνάντηση;

Όταν την πρωτοσυνάντησα, ήταν βέβαια πια ηλικιωμένη, αλλά εξαιρετικά παρούσα και ασχολούμενη με το καθετί γύρω της. Μάθαμε πολλά από τις ιστορίες της, αλλά και από τον τρόπο που κατανοούσε το παρόν πλαίσιο τότε.

Και η Sonja και ο σύζυγός της Ivo ήταν κομμουνιστές αντιφασίστες μαχητές. Αυτός κατόπιν ήταν επίσης διαφωνών. Ήταν μαρξιστές. Είχαν αυτή την πολύ ξεκάθαρη μαρξιστική πολιτική παιδεία και μέθοδο κατανόησης του κόσμου γύρω τους.

Για μένα, ο μαρξισμός είναι ένα εργαλείο για την κατανόηση της κοινωνίας και των σχέσεων εξουσίας εντός της- κι όχι απλώς όταν κάποιος άνθρωπος είναι νεαρός και μετέχει στο κίνημα όπως η Sonja, αλλά και όταν μεγαλώνεις.

Η πολιτική εκπαίδευση είναι ουσιώδης αν θέλεις να είσαι παίκτης σε μια κοινωνία. Είναι κρίσιμο να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει σε σένα και στους γύρω σου, κι αυτό σου δίνει την πιθανότητα ν’ αντισταθείς.

Επειδή νέοι φασισμοί εμφανίζονται με νέες μορφές, και χρειάζεται να τους αντιμετωπίσουμε σήμερα. Αυτό που μάθαμε από την Sonja είναι ότι δε χρειάζεται να είμαστε ήρωες για να γίνουμε παρτιζάνοι, και δεν υπάρχει άλλη επιλογή σήμερα.

Η Sonja επέζησε του Άουσβιτς εν μέρει επειδή ήξερε γιατί βρισκόταν εκεί- ως πολιτική κρατούμενη. Βεβαίως, ήταν τυχερή που μπόρεσε να αυτοοργανωθεί, ν’ αντισταθεί και να επιβιώσει, γιατί πολλοί και πολλές δεν είχαν αυτή την ευκαιρία.

Αυτή η ανταλλαγή μεταξύ των τριών μας αφορά επίσης στο τι σημαίνει να είσαι φεμινίστρια. Εκείνη την εποχή, στη Γιουγκοσλαβία πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών.

Πάλεψε για το δικαίωμα των γυναικών στην ψήφο, κάτι που οι γυναίκες στην Γιουγκοσλαβία απέκτησαν αρκετά νωρίς, το 1945, με την πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση. 

Πήγαινε από χωριό σε χωριό μιλώντας στις γυναίκες και συζητώντας μαζί τους γιατί ήταν σημαντικό να έχουν δικαίωμα ψήφου.

Έτσι, αυτή η φεμινιστική ακτιβιστική εμπειρία που είχε ήταν επίσης πολύ σημαντική για την Ana κι εμένα, και μας έφερε πιο κοντά. 

Νομίζω πως η ταινία και όλη η διαδικασία ήταν σημαντικά και για την Sonja, καθώς ήθελε να μάς παραδώσει την ιστορία της. Ήθελε η ιστορία της αντιφασιστικής αντίστασης να συνεχίσει να υπάρχει και να ζει, ακόμα κι όταν εκείνη θα είχε πεθάνει. 

Στο φιλμ, η Sonja πεθαίνει, αλλά η ιστορία της συνεχίζεται και «ταξιδεύει» στα σώματα της νέας γενιάς αντιφασιστών. 



Όλα είναι καμωμένα με έναν διακριτικό, χαμηλόφωνο τρόπο. Με ένα τέτοιο πρόσωπο και μια τέτοια ιστορία κάποιος θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει κάτι υπερβολικά δραματικό, που θα ξυπνούσε έντονα συναισθήματα.

Έχεις την αίσθηση ότι περιγράφει κάτι πολύ συνηθισμένο. 

Σε αυτό το φιλμ σίγουρα ενδιαφέρομαι για τη γυναικεία πλευρά του πολέμου, κι αυτό βεβαίως αποτελεί αναφορά στο βιβλίο της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας, όπου πήρε συνεντεύξεις από αντιφασίστριες μαχήτριες. 

Βλέπουμε πώς οι γυναίκες θυμούνται πράγματα που έχουν σβηστεί από την Ιστορία, κι έτσι οι άνθρωποι συνδέονταν σε εκείνες τις δύσκολες εποχές, αυτοοργανώνονταν, πολιτικοποιούνταν και γίνονταν παρτιζάνες/αντιφασίστριες μαχήτριες. 

Αυτό δεν αποτελεί συνήθως τμήμα των μεγάλων, μακρο-ιστορικών αφηγήσεων όπου έχουμε ήρωες και δράμα.

Η ιδέα μας ήταν να αμφισβητήσουμε την ιδέα του ήρωα, η οποία προέρχεται από την κυρίαρχη πατριαρχική ιδεολογία της Ιστορίας και του πολέμου. 

Θέλαμε να αντιπαραβάλουμε την αυτοοργάνωση, την αλληλεγγύη, το συλλογικό πνεύμα και τη φροντίδα με την ιδέα του ενός και μοναδικού ήρωα, ο οποίος σχεδόν πάντα είναι άντρας. 

Η Sonja πάντα ανέφερε τις συντρόφισσες και τους συντρόφους της, το πώς υπήρξε κομμάτι ενός συλλογικού αγώνα, τη διάσταση της αλληλεγγύης και της αυτοοργάνωσης. 

Δε θα είχε επιβιώσει αν ήταν απλά ένα άτομο. Επομένως, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αντιηρωική αφήγηση, που επίσης έχει ανάγκη από μια διαφορετική κινηματογραφική φόρμα.

Μιας και σε απασχολεί πολύ ο φασισμός του σήμερα, τι σε ανησυχεί πιο πολύ σε αυτόν; Ή, πού εστιάζεις όταν προσπαθείς να τον πολεμήσεις υπό το πρίσμα σου- πολιτισμικό, πολιτικό ή άλλο; 

Για μένα, ο ρόλος της τέχνης ή του σινεμά είναι επίσης να φαντάζεται άλλους πιθανούς, καλύτερους, κόσμους. 

Το να θυμόμαστε και να ξαναλέμε την ιστορία της Sonja γίνεται ιδιαιτέρως επίκαιρο σήμερα, που βιώνουμε τον λεγόμενο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση της ταξικής κοινωνίας.

Αυτόν τον καπιταλισμό ο οποίος στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας μπορεί να αποκληθεί «άγριος καπιταλισμός», που διαγράφει τον δημόσιο τομέα και την ίδια την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης. 

Χέρι-χέρι με αυτό έρχεται η διαγραφή του κομμουνισμού ως της κινητήριας δύναμης του αντιφασισμού στη Σερβία και, ακόμα ευρύτερα, στην Ευρώπη. 

Στο τοπικό μας πλαίσιο έχουμε ρεβιζιονιστικές πολιτικές ατζέντες και οπτικές για την Ιστορία στη Σερβία, καθώς και πιο μακριά, από το θεσμικό επίπεδο στην καθημερινή ζωή. 

Περιλαμβάνουν τον πολιτικό λόγο της εθνικής συμφιλίωσης, άρα και την απαλλαγή των φασιστών, το ευρωπαϊκό ψήφισμα για τον ολοκληρωτισμό που τσουβαλιάζει τον φασισμό και τον κομμουνισμό, την αναθεώρηση των ιστορικών εγχειριδίων που χρησιμοποιούνται στα σχολεία,

Περιλαμβάνουν, επίσης, και τον διά της βίας διαχωρισμό του κομμουνισμού από τον αντιφασισμό. 

Στη Σερβία, για παράδειγμα, είχαμε δύο νομοθετικές διατάξεις που οδήγησαν στην αποκατάσταση των ναζί συνεργατών. Επίσης, στη Σερβία και αλλού στην περιοχή υπάρχει υψηλό επίπεδο έλλειψης ανοχής στους ΛΟΑΤΚΙΑ ανθρώπους. 

Ομοίως στη Σερβία, στην Κροατία, στη Σλοβενία και αλλού στην Ευρώπη έχουμε τον ρατσισμό που βάζει στο στόχαστρο τους Ρομά, καθώς και τον φόβο για τους μετανάστες από τη Συρία και την Αφρική. 

Η Ana Vujanović το είπε τέλεια σε μια από τις συνεντεύξεις μας:

«Εκείνα τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα που έχουν εμφανιστεί, δεν είναι εμβληματικά ενός απέθαντου φασισμού, που έχει σηκωθεί από τον τάφο λόγω της διαγραφής της μνήμης του αντιφασισμού;» 

Είναι σημαντικό για μένα να θυμίσω με αυτή την ταινία πως η ιδέα της αντίστασης είναι πάντα πιθανή. Ότι σχεδόν πάντα έχουμε μια επιλογή. Κι αυτό είναι παρόν σε κάθε πτυχή της ιστορίας της Sonja, ακόμα και στην περίοδο του Άουσβιτς. 

Και σε μια περίοδο που αργά, σταδιακά αλλά δυσοίωνα εξελίσσεται στις μέρες μας, επίσης σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Σερβία. 

Επηρεασμένοι από την καπιταλιστική ιδεολογία, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν είναι ιδεολογία, οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον εχθρό καθαρά. Στην εποχή της Sonja ο εχθρός ήταν οι κατακτητές και οι ταξικοί αντίπαλοι.

Σήμερα, ωστόσο, υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να κατέχεις μια χώρα. 

Αυτό που με ανησυχεί πιο πολύ είναι η κανονικοποίηση του βίαιου δεξιού λόγου στη μέινστριμ πολιτική- στις Η.Π.Α. με τον Τραμπ, ή αλλού με νεοφασιστικές ομάδες που εισέρχονται στην πολιτική σκηνή χωρών όπως η Σερβία, η Ελλάδα ή η Σουηδία. 

Όπως και να έχει, η ταινία σου έχει βγει, και υποθέτω πως θα συνεχίσει να «ταξιδεύει» σε φεστιβάλ τόσο διαδικτυακά, όσο και, όταν είναι δυνατόν, με τον φυσικό τρόπο. 

Ασφαλώς. Είναι καλύτερο από το τίποτα! 

Το ντοκιμαντέρ της Marta Popivoda Τοπία της αντίστασης προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας >>Film Forward του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης μεταξύ της 30ής Ιουνίου και της 4ης Ιουλίου.



Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Firouzeh Khosrovani: «Μου αρέσει να κάνω ταινίες “ανάμεσα”»

 


Στιλιστικά και θεματικά απαιτητικό, το βραβευμένο στο IDFA ντοκιμαντέρ της Ιρανής Firouzeh Khosrovani Ραδιογράφημα μιας οικογένειας είναι μια «ανατομία» της οικογένειάς της και μιας ολόκληρης διαιρεμένης χώρας σε μετάβαση.

Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια με αφορμή την προβολή του φιλμ στο πλαίσιο της διαδικτυακής έκδοσης του 23ου ΦΝΘ (4-14 Μαρτίου 2021).

Στιλιστικά και θεματικά απαιτητικό -και συγκινητικό- το βραβευμένο στο IDFA ντοκιμαντέρ σου Ραδιογράφημα μιας οικογένειας είναι όντως μια «ανατομία» της οικογένειάς σου και μιας ολόκληρης διαιρεμένης χώρας σε μετάβαση.

Υπήρξε αυτός ο τρόπος σου να καταπιαστείς, να διαπραγματευτείς και να συμφιλιωθείς με το παρελθόν- το παρελθόν σου, πιο συγκεκριμένα;

Όλοι είμαστε επηρεασμένοι από τις γλυκιές και επώδυνες αναμνήσεις και εμπειρίες μας. Προσπάθησα να κάνω μια ταινία βασισμένη στους προσωπικούς πόρους ζωής μου.

Υπήρξε μια δημιουργική πρόκληση το να μετασχηματίσω ένα προσωπικό ζήτημα σε ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος. Το να βρω μια οικουμενική γλώσσα για μια πολύ προσωπική ιστορία.

Πιστεύω ότι καθεμία και καθένας από εμάς έχει ένα μοναδικό, αναντικατάστατο και ανεπανάληπτο παρελθόν, αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας και μια οικογενειακή ζωή που μπορούν να μετατραπούν σε πηγή έμπνευσης για ένα φιλμ.

Η ταινία δημιουργεί έναν μεγάλο χώρο για ένα ευρύ φάσμα ερμηνειών. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν συμφωνώ ή διαφωνώ με τις γνώμες που εγείρει.

Όπως έχεις αναφέρει, το Ραδιογράφημα μιας οικογένειας δεν είναι ένα «κλασικό» ντοκιμαντέρ- αυτοβιογραφικό ή άλλου τύπου. Αντιθέτως, είναι μια αυθεντικά πειραματική δουλειά.

Νιώθεις την ανάγκη να εξερευνάς και να υπερβαίνεις τα όρια -και τα όριά σου- μέσω της σκηνοθεσίας;

Για την οποιαδήποτε κινηματογραφική ιδέα, πρώτα μου κεντρίζει το ενδιαφέρον η αναζήτηση μιας καινοτόμου φόρμας και ενός καινούριου σχεδίου σε σχέση με οπτική διάσταση.

Είναι συναρπαστικό να δημιουργείς μια καινούρια σχέση ανάμεσα σε τμήματα και στοιχεία ενός θέματος.

Δε θέλω ν’ ανησυχώ για το αν το τελικό προϊόν θα ταίριαζε σ’ ένα συγκεκριμένο είδος ή όχι. Μου αρέσει να κάνω ταινίες «ανάμεσα», κάπου μεταξύ «ντοκιμαντέρ» και «μυθοπλασίας».

Αισθάνομαι πιο άνετα με τη χρήση της έκφρασης φιλμ «μη μυθοπλασίας».

H μουσική είναι ένα ουσιώδες συστατικό της ταινίας σου: ο Μπαχ, ο Σοπέν, η τζαζ, ισλαμικοί ύμνοι, αλλά και το πρωτότυπο soundtrack, αποτελούν έναν πλούσιο «καμβά» αναφορών.

Πόσο σημαντική είναι η μουσική -μαζί με τη ζωγραφική και την ποίηση- στη ζωή, αλλά και στην τέχνη σου;

Είναι όλα κομμάτια της πολιτισμικής μου ταυτότητας. Η αγάπη για την κλασική μουσική είναι η κληρονομιά του πατέρα μου. Οι οπτικές τέχνες ήταν το πτυχίο μου σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Και το Ιράν είναι ο τόπος της ποίησης.

Για τον σχεδιασμό του ήχου και τη μουσική του Ραδιογραφήματος μιας οικογένειας αναδημιουργήσαμε τους ήχους που ακούγονταν στις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Κομμάτια κλασικής μουσικής επιλέχτηκαν και επανεκτελέστηκαν.

Επίσης, υπήρξε δημιουργική επανεκτέλεση επαναστατικών ύμνων που υπάρχουν στη συλλογική μνήμη όλων των Ιρανών.

Ο μετασχηματισμός του χώρου, με τη χρήση του σπιτιού όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Τεχεράνη ως σημείο εστίασης και μεταφορά, μοιάζει να σε απασχολεί πολύ. Είναι ακριβές αυτό;

Αν όλη η ταινία ήταν φτιαγμένη από φωτογραφίες και αρχειακό υλικό -νεκρά υλικά!-, οι μεταφορές και η φαντασία που ήθελα να χρησιμοποιήσω για να αφηγηθώ αυτή την ιστορία δε θα υπήρχαν.

Ήθελα αυτή η ιστορία να συναντηθεί με τις έγνοιες και τα συναισθήματα του θεατή. Χρειαζόμουν έναν αφηγηματικό χώρο για να καλωσορίσω τους θεατές, ώστε να συμμετάσχουν σε αυτόν με τη δικιά τους ζωή.

Έπρεπε να βρει εφαρμογή στη ζωή άλλων ανθρώπων.

Γι’ αυτόν τον λόγο η ιδέα του γυρίσματος σκηνών πήρε μορφή και ο ποιητικός τόνος σχηματοποιήθηκε. Οι σκηνές που γυρίστηκαν υπήρξαν η ενσάρκωση της φαντασίας μου και ένα πλαίσιο μέσω του οποίου να φέρω τον θεατή πιο κοντά σ’ όσα φαντάζομαι.

Σε αντίθεση με τον πατέρα σου, η μητέρα σου δεν αισθάνθηκε ποτέ σαν στο σπίτι της στην Ελβετία. Είναι εύκολο να εντοπίσεις πού εσύ νιώθεις πιο οικεία- πολιτισμικά, διανοητικά, ψυχικά, ακόμα και χωρικά;

Νιώθω σαν στο σπίτι μου στην Τεχεράνη, αλλά μου αρέσει να ταξιδεύω τακτικά στην Ευρώπη.

Σε καιρούς πανδημίας, ποια είναι η πιο σοβαρή πρόκληση και ο πιο σοβαρός φόβος που βιώνεις ως σκηνοθέτρια και σε προσωπικό επίπεδο;

Ως σκηνοθέτρια, η έλλειψη κανονικών και επαγγελματικών προβολών στις αίθουσες. Σε ένα προσωπικό επίπεδο, αισιοδοξώ πολύ ότι θα επιστρέψω σε μια φυσιολογική ζωή σύντομα.

Η ταινία σου προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Top Docs της διαδικτυακής έκδοσης του 23ου ΦΝΘ. Σου λείπει πολύ η αλληλεπίδραση με το κοινό;

Ναι, πράγματι. Μακάρι να μπορούσα να είμαι παρούσα στο Φεστιβάλ και να επικοινωνώ άμεσα με το κοινό και να ακούω τη γνώμη του.

Ευχαριστώ θερμά τους Bård Kjøge Rønning και Fabien Greenberg από την εταιρεία παραγωγής Antipode Films για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το ντοκιμαντέρ της Firouzeh Khosrovani Ραδιογράφημα μιας οικογένειας προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Top Docs της διαδικτυακής έκδοσης του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (4-14 Μαρτίου 2021).