Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Δίκη μελών του ΣΣΜ: Οι εργατικές διεκδικήσεις δεν είναι εκβιασμός


Συνεχίστηκε την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου στο Θ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας η δίκη 7 μελών του Σωματείου Σερβιτόρων, Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων του κλάδου του επισιτισμού.


Τα μέλη του ΣΣΜ διώκονται για... απόπειρα εκβίασης και ηθική αυτουργία από την εργοδοσία του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν και του café bar Βοτανοπωλείο, γιατί διεκδίκησαν δεδουλευμένα, επαναπρόσληψη και ασφαλιστική κάλυψη.


Η δίκη ξεκίνησε την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου μετά από αναβολές 5 χρόνων, με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας.


Πιο συγκεκριμένα, κατέθεσαν οι ιδιοκτήτες του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν, ο λογιστής του Βοτανοπωλείου και ο ιδιοκτήτης του café Scherzo, Τυρολόγος, πρωτόδικα ερήμην καταδικασμένος για ρίψη πυροβολισμών στη διάρκεια συνδικαλιστικής παρέμβασης στο café και ξυλοδαρμό εργαζομένου.


Κατά τη δεύτερη δικάσιμο ολοκληρώθηκε η εξέταση του μάρτυρα Τυρολόγου, ακολούθησε η διαδικασία των αναγνωστέων, οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και η απολογία του πρώτου από τα διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ.


«Το κάνουνε επάγγελμα, πουλάνε προστασία», υποστήριξε ανερυθρίαστα ο Τυρολόγος, αναφερόμενος στα διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ


«Έκλεισε το κατάστημα [σημ.: το café Scherzo], γιατί μια φορά τη βδομάδα είχαμε επισκέψεις από τα παιδιά», συμπλήρωσε ψευδώς.


Η αλήθεια, βέβαια, είναι πολύ διαφορετική


Όπως αποκάλυψε η συνήγορος υπεράσπισης Γιαννακοπούλου, ο πρώην συνέταιρος της εν λόγω επιχείρησης, Λιόνας, είχε υποβάλει αίτηση λύσης της εταιρίας, καταλογίζοντας υπαιτιότητα στον Τυρολόγο.


«Το ότι του επιτρέπεται να κυκλοφορεί ελεύθερος είναι ένα θέμα», υπογράμμισε η Γιαννακοπούλου.


«Έχουν εγερθεί υπόνοιες καθαρής ψευδορκίας», σχολίασε η εισαγγελέας της έδρας αναφερόμενη στον εν λόγω μάρτυρα, γεγονός που ενόχλησε τον συνήγορο πολιτικής αγωγής, Κυβέλο, ο οποίος κατ’ επανάληψη την αντιμετώπισε απαξιωτικά.


«Αν δε σας κάνω, να κάνετε χρήση των δικαιωμάτων σας και να υποβάλετε αίτηση εξαίρεσης», τον προέτρεψε.


Ήταν τέτοια η ένδεια της δικονομικής στρατηγικής της πολιτικής αγωγής, που κατέφυγε σε μια σωρηδόν προσκόμιση αναγνωστέων, προκειμένου να «αποδείξει» τον «εκβιαστικό» και «παράνομο» χαρακτήρα των κινητοποιήσεων του σωματείου.


Δε δίστασε, μάλιστα, να επικαλεστεί διαδικτυακά σχόλια ή συγκεντρώσεις και αναγραφή συνθημάτων έξω από την οικία μαρτύρων κατηγορίας, επιχειρώντας, αποτυχημένα, να τα συσχετίσει με τη δημόσια και επώνυμη δράση του ΣΣΜ.


Ακολούθησε η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα υπεράσπισης, μέλους του σωματείου και εργαζόμενου στο παρελθόν στο μεζεδοπωλείο Σαλαντίν, που ανέδειξε τη ζοφερή εργασιακή πραγματικότητα (και) στον κλάδο του επισιτισμού εν μέσω κρίσης.


«Εν μέσω κρίσης, τη δουλειά την έβρισκες με το κιάλι. Δεν έχουμε κλείσει κάποιο μαγαζί ποτέ. Ποτέ κανείς από το σωματείο δεν απειλεί και δεν εκβιάζει κανέναν», δήλωσε χαρακτηριστικά.


«Δεν έχουμε επισκεφτεί κανενός το σπίτι και δεν έχουμε αναγράψει κανένα σύνθημα», συμπλήρωσε.


Ο ίδιος, μάλιστα, αναγκάστηκε να αποδεχτεί την καταβολή μειωμένων ενσήμων, προκειμένου να διατηρήσει τη δουλειά του και να δοθεί κάποια ασφαλιστική κάλυψη και στους νεοπροσλαμβανόμενους εργαζόμενους


«Δε με παίρνει να βάζω σε όλους όλα τα ένσημα», του είχε πει με τον χαρακτηριστικό κυνισμό της εργοδοσίας ένας εκ των ιδιοκτητών του Σαλαντίν.


«Κανονικότητα δεν είναι η παρανομία, απ’ όποιον κι αν έχουμε υπέρβαση. Όποιος υποκύπτει στον εκβιασμό, ν’ αναλάβει τις ευθύνες του», παρατήρησε η εισαγγελέας, σχολιάζοντας τη ζοφερή εργασιακή «κανονικότητα».


Η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, εργαζόμενη κατά το παρελθόν στο Βοτανοπωλείο, είχε προβεί σε εξωδικαστικό συμβιβασμό για τα δεδουλευμένα που της οφείλονταν


Αυτό, ωστόσο, συνέβη αφότου είχε απολυθεί μια εκ των διωκόμενων και συνάδελφός της στο ίδιο café, στην οποία είχε ασκηθεί και σωματική βία από φερόμενο ως εργαζόμενο, αλλά μάλλον μέτοχο της επιχείρησης.


«Αφού δεν παρευρέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, παρενέβη το σωματείο», κατέθεσε η μάρτυρας σε σχέση με την απουσία του ιδιοκτήτη της επιχείρησης, Κουρταλή, από τη διαδικασία που είχε κινήσει η νυν διωκόμενη.


«Είμαι ενεργός από το 2008, εκείνη την περίοδο ήμουν πρόεδρος του σωματείου», κατέθεσε ο πρώτος διωκόμενος ξεκινώντας την απολογία του.


Πώς λειτουργούν; Όταν, ως σωματείο, δέχονται καταγγελίες από εργαζόμενους, επιδιώκουν να τις διασταυρώσουν. Επιπλέον: «Είχαμε δικηγόρους που συνεργαζόμασταν, συμβουλευόμασταν λογιστές».


Όσον αφορά στο Σαλαντίν


«Ήμασταν ενήμεροι για τις εργασιακές συνθήκες. Οι άνθρωποι δούλευαν εντελώς ανασφάλιστοι. Δεν μπαίνουμε σε παζάρια, δεν κάνουμε συζητήσεις με τους εργοδότες. Το βασικό ήταν η επαναπρόσληψη, τα ένσημα και τα δεδουλευμένα». 


Για να συμπληρώσει:


«Είμαστε σωματείο, είμαστε εργαζόμενοι, δεν απειλούμε κανέναν. Δεν αποκλείουμε εισόδους μαγαζιών, ούτε βρίζουμε ή διώχνουμε πελάτη. Δεν έχουμε προσωπική διένεξη. Κι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι ήταν αλληλέγγυοι στις κινητοποιήσεις».


«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μια συναδέλφισσα στο έλεος του κάθε τραμπούκου- εργοδότη ή προϊστάμενου», υπογράμμισε.


«Ο λόγος που έκλεισε έχει να κάνει με τη δράση τη δική σας;», ρώτησε τον διωκόμενο η εισαγγελέας.


«Τα μαγαζιά δεν κλείνουν από τα σωματεία. Είναι επικερδές να κλείσει [ένας ιδιοκτήτης] την επιχείρηση όταν συναντήσει αντιδράσεις και να μείνουν οι εργαζόμενοι στο δρόμο», επεσήμανε εκείνος.


«Η νόμιμη αξίωση δεν είναι εκβιασμός, ο τρόπος, ίσως», σημείωσε η εισαγγελέας, για να διερωτηθεί, στη συνέχεια: «Γιατί να μ’ ενδιαφέρει ως πελάτη ποιες είναι οι εργασιακές συνθήκες;»


«Σε ακραία περιστατικά μπορεί να μοιράσουμε ένα κείμενο. Αυτό ένα κομμάτι της κοινωνίας μπορεί να το ενδιαφέρει», απάντησε ο διωκόμενος.


Σημειωτέον ότι η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν κατάμεστη από μέλη του Σωματείου Σερβιτόρων, Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων του κλάδου του επισιτισμού, καθώς και από πολλούς άλλους αλληλέγγυους.


Η δίκη συνεχίζεται, και κατά πάσα πιθανότητα ολοκληρώνεται, την Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου στο κτίριο 13, αίθουσα 106, των Δικαστηρίων της Ευελπίδων (9 π.μ.)

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Hania Rani: «Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί»

(Photo credit: Kinga Karpati)

Κλασικά εκπαιδευμένη πιανίστα και συνθέτις με επιρροές από Πράισνερ, Ρίχτερ και Φραμ κι ένα μαγευτικό σόλο ντεμπούτο στις «αποσκευές» της, το Esja, η Πολωνή Hania Rani έρχεται για μια μοναδική συναυλία στις 14 Ιανουαρίου στην Αθήνα.


Κουβεντιάζοντας με την νεαρή και ανερχόμενη καλλιτέχνιδα ενόψει της πρώτης συναυλίας της στην Ελλάδα, όπου θα παρουσιάσει και συνθέσεις από την καινούρια της, ακυκλοφόρητη δουλειά.


Ίσως ακουστεί αστείο, και σίγουρα θα στο έχουν ρωτήσει επαρκώς, αλλά γιατί αποφάσισες να συντομεύσεις το επίθετό σου (Raniszewska); Για πρακτικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους; 


Στην πραγματικότητα, ο λόγος είναι αρκετά ρεαλιστικός. 


Μερικά χρόνια πριν, όταν έβγαζα το πρώτο μου άλμπουμ με την τσελίστρια Dobrawa Czocher, έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα ονομάσουμε το ντουέτο μας. Δε θέλαμε κάτι σε όνομα συγκροτήματος, αλλά πιο πολύ να κρατήσουμε τα επίθετά μας.  


Τα πολωνικά ονόματα είναι αρκετά μεγάλα, γι’ αυτό και σκέφτηκα να συντομεύσω το δικό μου. Μου άρεσε όπως ακουγόταν και φαινόταν στο χαρτί. Είναι μια ευκαιρία να έχουμε αυτό το μικρό όριο ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή κι εκείνη στη σκηνή. 


Είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτή την κίνηση τότε, γιατί νομίζω ότι είναι όντως βοηθητική τώρα, όταν παίζω κυρίως στο εξωτερικό. Ένα ονοματεπώνυμο εύκολο να το προφέρεις και να το θυμάσαι. 


Μιας και μιλάμε για ήχους, ποια ήταν η πρώτη σύνθεση που σε μάγεψε, αν τη θυμάσαι, και πόσο ήσουν όταν ξεκίνησες μαθήματα πιάνου; Ήταν στη Βαρσοβία, να υποθέσω; 


Τη θυμάμαι τέλεια. Ήταν η Σονάτα για πιάνο αρ. 8 (Παθητική) του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Βρισκόταν στο πρώτο CD που πήρα ποτέ ως δώρο. Ο πιανίστας ήταν ο ίδιος ο υπέροχος Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ. 


Το CD περιείχε δύο ακόμη φημισμένες σονάτες για πιάνο: τη Σονάτα του Σεληνόφωτος και την Appassionata


Στη στιγμή, έγινα μεγάλη οπαδός του Μπετόβεν. Αγάπησα την ποικιλία των διαθέσεων και το βαθιά πνευματικό χαρακτήρα της μουσικής του. Στις συνθέσεις του, το πιάνο ηχεί σαν πλήρης ορχήστρα.

Αυτό συνέβη όταν ήδη σπούδαζα πιάνο σε μουσικό σχολείο. 


Ξεκίνησα μαθήματα πιάνου όταν ήμουν επτά χρονών. Εξ αρχής επρόκειτο για επαγγελματική εκπαίδευση, ποτέ δεν έκανα ιδιαίτερα. Δε χρειάστηκε, γιατί υπήρχε ένα καλό μουσικό σχολείο στη γενέτειρά μου, το Γκντανσκ. 


Μετά από δώδεκα χρόνια, συνέχισα τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο Μουσικής Σοπέν στη Βαρσοβία κι έπειτα στο Βερολίνο. 


Κι έπειτα, πότε ένιωσες για πρώτη φορά την ανάγκη να συνθέσεις κάτι; 


Ανέκαθεν δοκίμαζα κάποιες συνθέσεις, αλλά απλώς στο μεταξύ και για τον εαυτό μου. 


Στη διάρκεια του προπτυχιακού μου στη Βαρσοβία, με ρώτησε η φίλη μου που τότε δούλευε πάνω στο πρώτο άλμπουμ της σε ποπ στιλ αν μπορούσα να προσπαθήσω να την βοηθήσω με τις ενορχηστρώσεις στο δίσκο.


Ήθελε να προσθέσει μερικά έγχορδα σε καναδυό τραγούδια. Αν και δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω, συμφώνησα. Έτσι άρχισαν όλα. Δεχόμουν όλο και περισσότερες προσφορές, και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτό με κρατάει στ’ αλήθεια ζωντανή. 

(Photo credit: Alfheidur Gudmundsdottir)


Όπως φαίνεται από το σόλο ντεμπούτο σου στη Gondwana Records, Esja, η προσέγγισή σου στη μουσική είναι φρέσκια και προσωπική, αντλώντας στοιχεία από τη δουλειά συνθετών όπως οι Νάιμαν, Πράισνερ και Ρίχτερ. Νιώθεις να εμπνέεσαι ή να καθοδηγείσαι από αυτούς; 


Ασφαλώς, πολύ. 


Θυμάμαι ν’ ανακαλύπτω τις δουλειές του Ρίχτερ, του Γιόχανσον, του Άρναλντς και πολλών ακόμη. Πρώτου απ’ όλους του Νιλς Φραμ. Με είχε σοκάρει ο τρόπος ηχογράφησης. Δεν ήξερα ότι μπορείς ν’ αντλήσεις τόσα από το όρθιο πιάνο.


Ήταν μια στιγμή που μου άλλαξε τη ζωή. 


H δημιουργία του Esja, συγκεκριμένα, μοιάζει να έχει επηρεαστεί από τα ταξίδια σου στην Ισλανδία και τα βουνά της Πολωνίας. Πώς έχουν «εγγραφεί» αυτές οι εμπειρίες μέσα σου;

Αγκαλιάζεις την ησυχία και την ανοιχτότητα του φυσικού περιβάλλοντος; 


Το καθετί επηρεάζει τη μουσική μου. 


Δεν είμαι σίγουρη αν είναι απλώς τα ταξίδια κι οι τόποι, ίσως πιο πολύ οι εμπειρίες και τα πράγματα που μου λείπουν. Θέλω να συλλάβω αυτά τα συναισθήματα και να τα απλώσω στη μουσική. 


Λατρεύω το να βρίσκω ειρήνη και αρμονία στη μουσική, αλλά και ελπίδα, ευτυχία, μερικές φορές δάκρυα. 


Αλλά αυτά πάντα προκαλούν συναισθήματα. Νομίζω ότι η μουσική μού δίνει ελευθερία, επιτρέποντάς μου να δημιουργήσω ένα καλύτερο κόσμο για μένα και τους άλλους, να δημιουργήσω ίσως μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. 


Ως άνθρωπος, είσαι τόσο ήρεμη κι ειρηνεμένη με τον εαυτό σου όσο η μουσική σου ίσως υπονοεί; 


Είμαι ένα αρκετά χαοτικό, αλλά καλόβολο, άτομο. Μου αρέσει να απολαμβάνω τα μικρά πράγματα στη ζωή και αρκετά συχνά είμαι έκπληκτη. Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί. 


Δουλεύεις κυρίως σόλο, αλλά έχεις συνεργαστεί και με άλλους, κυρίως με την Dobrawa Czocher. Είναι μοναχικό εγχείρημα το να είναι κάποιος πιανίστας και συνθέτης ή, κατά καιρούς, γίνεται μια πιο συλλογική εμπειρία; 


Εξαρτάται, βεβαίως. 


Αλλά ναι, τον περισσότερο καιρό οι πιανίστες είναι μοναχικά άτομα, ο λόγος όμως γι’ αυτό έγκειται στο όργανο- είναι τόσο καλοφτιαγμένο που μπορείς να αναδημιουργήσεις μια ολόκληρη μπάντα μ’ αυτό. 


Εκτιμώ, ωστόσο, και το να συνεργάζομαι με άλλους ανθρώπους. 


Στην πραγματικότητα δεν είμαι ποτέ μόνη, γιατί εδώ και χρόνια με συνοδεύει η μηχανικός ήχου που φροντίζει να είναι η περφόρμανς μου ακόμα καλύτερη. Είναι μεγάλη βοήθεια και παρηγοριά. 


Είναι αθέατη στο μεγαλύτερο μέρος του κοινού, αλλά όντως είναι μια πραγματική συνεργάτρια. 

(Photo credit: Nat Kontrakiewicz) 


Εκτός από το να παίζεις πιάνο και να συνθέτεις γι’ αυτό, έχεις επίσης τραγουδήσει, με το Home ν’ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Θα ήθελες να πειραματιστείς περισσότερο σ’ αυτό τον τομέα στο μέλλον; 


Ναι, αλλά δε θα ήθελα να θεωρηθώ απλώς ως τραγουδίστρια, θα κρατήσω μια ισορροπία. Θα έχετε την ευκαιρία ν’ ακούσετε μερικά από τα τραγούδια του επόμενου άλμπουμ μου που θα είναι πιο σύνθετα από εκείνα του πρώτου. 


Διατήρησα, όμως, και μερικές πιανιστικές συνθέσεις- νομίζω ότι όλοι θα μείνουν ικανοποιημένοι. 


Είσαι αυτό τον καιρό σε περιοδεία προωθώντας το σόλο ντεμπούτο σου, Esja. Πώς νιώθεις ως νεαρή πιανίστρια σε συναυλία και τι απήχηση έχει η μουσική σου στα κοινά; 


Μέχρι στιγμής, αυτή είναι μια από τις πιο απίστευτες εμπειρίες της ζωής μου. Συναντώ τόσους καλούς ανθρώπους. Αισθάνομαι πολύ τυχερή, κατά κάποιο τρόπο η μουσική μου έχει πολλή απήχηση στους ανθρώπους.


Έρχονται έπειτα και μοιράζονται τις ιστορίες και τα συναισθήματά τους μαζί μου. 


Προσπαθώ να διατηρώ κάθε συναυλία ξεχωριστή, να διαβάζω για την πόλη όπου παίζω, να μοιράζομαι με το κοινό προσωπικές παρατηρήσεις- ακόμα και τις αλλόκοτες. 


Προσπαθώ να είμαι εξαιρετικά συνειδητή στη σκηνή, να δίνω όλη μου την  προσοχή στον ακροατή. Νιώθω ότι αυτό ανταποδίδεται. Είναι πολλά αυτά που μπορεί να προσφέρει ο ένας στον άλλο. 


Η συναυλιακή σου περιοδεία θα σε φέρει και στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου. Τι προσδοκάς από αυτή τη συναυλία; Είναι η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή μια “terra incognita” για σένα ή γνωρίζεις κάποια ονόματα; 


Αισθάνομαι ευτυχής που θα επισκεφτώ την Ελλάδα. Θα είναι η πρώτη μου φορά. 


Μερικά χρόνια πριν συνάντησα έναν σπουδαίο Έλληνα καλλιτέχνη, τον Γιώργο Παπαδόπουλο, που αυτό το διάστημα ζει στο Βερολίνο. Με προσκάλεσε να παίξω μαζί του σε κάποιες συναυλίες, κι είπα «ναι».


Γίναμε καλοί φίλοι, κι η φιλία μας διαρκεί μέχρι σήμερα. 


Το προηγούμενο καλοκαίρι σχεδίαζα να επισκεφτώ την Ελλάδα και την Αθήνα, είχα ήδη κλείσει τα εισιτήριά μου, αλλά δυστυχώς μου συνέβη ένα ατύχημα και δεν κατάφερα να έρθω. Είμαι ευτυχής που η πρώτη μου επίσκεψη θα συνδέεται με μουσική. 


Σκοπεύω, επίσης, να μείνω για καναδυό μέρες ακόμα και ν’ απολαύσω το μέρος. 


Ευχαριστώ θερμά τον Kerstan Mackness, διευθυντή της Gondwana Records, για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Περισσότερες πληροφορίες για την Hania Rani μπορείτε να βρείτε στο προσωπικό site της. Το σόλο ντεμπούτο της, Esja, κυκλοφορεί από την Gondwana Records


Η Hania Rani εμφανίζεται την Τρίτη 14 Ιανουαρίου στο Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8), 21:00, για μια μοναδική συναυλία.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Ρόι Άντερσον: «Χωρίς χιούμορ δε θα ζούσαμε»


Ένας βαθύς, συγκινητικός και ιδιόμορφα χιουμοριστικός στοχασμός πάνω στην ευαλωτότητα του ανθρώπου, η Ομορφιά της ύπαρξης είναι η πιο πρόσφατη ταινία του Σουηδού Ρόι Άντερσον, του μεγάλου ανθρωπιστή ποιητή του σύγχρονου σινεμά.


«Συναντώντας» τον μέσω Skype ενόψει της εξόδου του φιλμ στις αίθουσες στις 9 Ιανουαρίου, και νιώθοντας την ανάγκη να τον αγκαλιάσω στο τέλος...


Οι ταινίες και η εικονοποιία σας έχουν μια κινηματογραφική και ταυτόχρονα ζωγραφική ποιότητα. Εκτιμάτε, θαυμάζετε τη ζωγραφική;


Ενδιαφερόμουν να γίνω ζωγράφος όταν ήμουν νέος.


Η εσωτερική θεωρία μου είναι «μην κάνεις cut, μη μετακινείς την κάμερα, αν αυτό δεν είναι απαραίτητο». Αν τα καταφέρεις με ένα γύρισμα, είναι καλύτερα.


Ποιος είναι ο αγαπημένος σας ζωγράφος, παρεμπιπτόντως; Ο Σαγκάλ, πάντως, είναι «παρών» στην Ομορφιά της ύπαρξης


Ο πιο αγαπημένος μου είναι ο Γκόγια. Πρόσφατα έγινα οπαδός της λεγόμενης «Νέας Αντικειμενικότητας» και του Ότο Ντιξ.


Είμαι επίσης μεγάλος οπαδός του ιταλικού νεορεαλισμού, κυρίως του Κλέφτη ποδηλάτων. Το θεωρώ αριστούργημα. 


Είναι ενδιαφέρον που λέτε κάτι τέτοιο, μιας και τα φιλμ σας έχουν αυτή την παράδοξη, σουρεαλιστική προσέγγιση. Πώς συνδυάζεται αυτό, λοιπόν, στο πλαίσιο της κινηματογραφικής σας δημιουργίας;


Δεν έχω τη φιλοδοξία να κάνω σουρεαλιστικές ταινίες, αλλά θα ήταν σουρεαλιστικές ακόμα κι αν δεν έκανα τίποτα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ζωή είναι σουρεαλιστική.


Επιστρέφοντας στα αγαπημένα μου φιλμ, είναι τρία. Το δεύτερο είναι το Χιροσίμα, αγάπη μου, μια ποιητική ταινία, και το αριστούργημα του Μπουνιουέλ, η Βιριδιάνα



Πώς γεννιέται, ποια είναι η αφετηρία του κάθε σεναρίου σας; Είναι μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια αίσθηση, μια σκέψη, όλα αυτά μαζί, κάτι άλλο;


Πάντα αρχίζω να φτιάχνω πίνακες των σκηνών. Τις έχω ζωγραφίσει πριν τις γυρίσω, λοιπόν. Νομίζω ότι υπάρχει ακόμα χρόνος να γίνω ζωγράφος, αν κι έχει μείνει λίγος!


Έπειτα προκύπτει το σενάριο; Πώς λειτουργεί η διαδικασία;


Πρώτα έρχεται η εικόνα κι έπειτα ο διάλογος. Αλλά δεν περιγράφω τη σκηνή με άλλους όρους. Από το διάλογο καταλαβαίνεις ότι το στιλ της ταινίας θα είναι ξεχωριστό, σουρεαλιστικό. Στη ζωή συχνά οι διάλογοι είναι σουρεαλιστικοί.


Θέλω οι διάλογοι να είναι κοντά στην πραγματικότητα. 


Πώς δουλεύετε με τους/τις ηθοποιούς; Έχετε ένα ιδιαίτερο τρόπο να τους φιλμάρετε και να τους αποτυπώνετε στη μεγάλη οθόνη.


Για να σου απαντήσω, υπάρχει μια αστεία ιστορία σχετικά με τον Μπουνιουέλ. 


Όταν έκανε κάποιες από τις τελευταίες του ταινίες, ηθοποιοί που συμμετείχαν σε μία από αυτές ρωτήθηκαν να περιγράψουν το στιλ του κι απάντησαν πως τους έλεγε: «Μη φοράτε έντονα χρώματα, αυτό είναι όλο». 


Η πραγματικότητα είναι κάτι πολύ παράλογο. Βιώνεις τον παραλογισμό στη ζωή. Πρέπει, επομένως, να έχεις υπομονή και να περιγράφεις τη ζωή όπως είναι, κι από αυτό προκύπτει μια παράλογη διάσταση. Ακόμα και χιούμορ.


Το δικό σας χιούμορ είναι πολύ ιδιαίτερο. Βρίσκω μερικές αναλογίες με εκείνο του Παλαιστίνιου σκηνοθέτη Ελία Σουλεϊμάν. 


Από την άποψη του χιούμορ, το Πέρα από τον Παράδεισο του Τζιμ Τζάρμους μού είναι πολύ προσφιλές. Το έχεις δει;


Πολλές φορές. 


Υπάρχει πολύ χιούμορ σ’ εκείνη την ταινία, πολύ διακριτικό, και πράγματι μου αρέσει. 



Θεωρείτε ότι το χιούμορ είναι ένα βοηθητικό όπλο στην καθημερινή ζωή, κι όχι μόνο στην τέχνη;


Το χιούμορ είναι η βοήθειά μας στη ζωή. Είναι πολύ σημαντικό. Χωρίς χιούμορ δε θα ζούσαμε. Είναι κάτι που το έχεις από τη φύση σου. Δεν είναι εύκολο να το μάθεις. Εγώ το πήρα από τον πατέρα μου, ήταν πολύ αστείος! (Γέλιο)


Υπάρχει, ωστόσο, και πολύ δράμα, πολύς ζόφος και πολλή σκοτεινιά σε όλες τις δουλειές σας, και στην Ομορφιά της ύπαρξης. Τι κερδίζει, τελικά, τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη σας;


Η ζωή δεν είναι ηλιόλουστη. Με τη βοήθεια του χιούμορ βλέπεις επίσης την ηλιόλουστη πλευρά της.


Στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας κερδίσατε το βραβείο σκηνοθεσίας για την τελευταία σας ταινία, η οποία αποτελεί μέρος μιας τετραλογίας. Πώς συνδέεται με τα υπόλοιπα μέρη;


Είναι δύσκολο να περιγράψεις τον εαυτό σου και τη δουλειά σου, αλλά χρησιμoποιώ το ίδιο στιλ. 


Όλες σας οι δουλειές μπορούν να «διαβαστούν» ως μια διερεύνηση της σύγχρονης σουηδικής κοινωνίας ή/και ως κάτι πιο οικουμενικού, της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτός είναι ο στόχος σας;


Θέλω πραγματικά να κάνω ταινίες που είναι οικουμενικές, εύκολες στο να τις παρακολουθήσει ο καθένας, κι ελπίζω να το πετυχαίνω. 


Και ναι, υπάρχουν ενδείξεις πως κάνω φιλμ κατανοητά από τον καθένα, ακόμα κι αν αυτά καταπιάνονται με δύσκολα προβλήματα. 



Δεν προσφέρετε κατευθύνσεις, ωστόσο. Κάθε θεατής θα πρέπει μόνος του να ενώσει τις ψηφίδες του κινηματογραφικού «παζλ» κάθε φορά. Κι αυτό είναι έντονο στην Ομορφιά της ύπαρξης


Όπως προείπα, νομίζω ότι οι ταινίες μου είναι ελαφρές κι εύκολο στον καθένα να τις παρακολουθήσει!


Είστε πολύ αγαπητός στην Ελλάδα από ένα δυναμικό τμήμα του εγχώριου σινεφίλ κοινού.


Με τιμά το να αρέσει στους ανθρώπους αυτό που κάνω, δεν έχω κανένα παράπονο, κι είμαι ευτυχής γι’ αυτό!


Eίχα πάντα αυτή την απορία. Έχετε γυρίσει εκατοντάδες διαφημιστικά, και φαντάζομαι ότι συνεχίζετε να το κάνετε.


Όχι πια.


Στο παρελθόν, έστω. Πώς συνδέονται με την κινηματογραφική δουλειά σας από την άποψη του στιλ και του περιεχομένου;


Στη διάρκεια της καριέρας μου ποτέ δε διαχώρισα τις ταινίες μυθοπλασίας από τα διαφημιστικά. Τα έκανα με την ίδια στάση, την ίδια σοβαρότητα, την ίδια υπευθυνότητα. 


Θα το αντιληφθείς αν τα δεις στην ολότητά τους, είναι σαν μυθοπλασία.


Δε λειτουργείτε υπό την πίεση της παραγωγής ενός καινούριου φιλμ, ωστόσο, όπως συμβαίνει με αρκετούς άλλους σκηνοθέτες.


Είμαι στην ευχάριστη θέση να κάνω αυτό που θέλω. 


Ξεκινάτε να φιλμάρετε μονάχα όταν το θέλετε, όταν έχετε κάποια ιδέα που έχετε την ανάγκη να υλοποιήσετε;


Κάνω τόσες πολλές πρόβες πριν το γύρισμα. Απαιτείται πολύς χρόνος για να αποφασίσω αν αυτή είναι η σωστή ιδέα. Γι’ αυτό και χρειάζονται περίπου τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί μια ταινία.


Σινεμά βλέπετε;


Δεν παρακολουθώ τόσο πολύ σινεμά. Παρατηρώ πολλούς πίνακες. Αυτό κάνω την περισσότερη ώρα.


Σας θεωρώ έναν δημιουργό, από τους λίγους που έχουν απομείνει, κι όχι απλώς σκηνοθέτη. Nιώθετε σαν κάτι περισσότερο από σκηνοθέτης;


Θέλω να είμαι ταπεινόφρων. Ξέρω τι κάνω και τι κάνουν άλλοι, και εκτιμώ πολλούς από αυτούς. Έχω, όμως, βρει το στιλ μου και θέλω να συνεχίσω όπως το κάνω τώρα. Χαίρομαι, όμως, να ακούω ότι με θεωρούν ξεχωριστό, είμαι ευγνώμων γι’ αυτό!


Ο ιερέας στην Ομορφιά της ύπαρξης έχει χάσει την πίστη του. Εσείς πιστεύετε στο μέλλον της ανθρωπότητας και του σινεμά, αισθάνεστε αισιόδοξος;


Υπάρχουν λόγοι να είναι κάποιος απογοητευμένος, γιατί το κακό γούστο κυριαρχεί σε πολλά πεδία, και κυρίως στον κινηματογράφο, αλλά κάποια στιγμή επιστρέφουμε σε κάτι αυθεντικό και πάλι. Δεν είμαι απαισιόδοξος, λοιπόν!


Ευχαριστώ θερμά τον Γιόχαν Κάρλσον, εκ των παραγωγών τoυ φιλμ, για την πολύτιμη συνδρομή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης.


Η ταινία του Ρόι Άντερσον Η ομορφιά της ύπαρξης προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 9 Ιανουαρίου σε διανομή της AMA Films.