Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ: «Ελπίζω πως ο κόσμος θα θέλει ακόμα να κρατιέται απ’ το χέρι»

 

Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ (Φωτογραφία: Anna Włoch) 

Μ’ ένα ολοκαίνουριο άλμπουμ -ενδοσκοπικό όσο ποτέ,- το Melancholy, κι ένα soundtrack στα «σκαριά», ο Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ, ένας από τους σημαντικότερους και πιο δραστήριους σύγχρονους συνθέτες, μοιράζεται μερικές σκέψεις.

«Γκραν Κάνιον. Το ταξίδι μιας ζωής. Είναι ένα μέρος όπου μόνο η σιωπή μιλάει. Και ήταν αυτή η Σιωπή η οποία με ενέπνευσε να συνθέσω το ‘Melancholy», γράφετε στην εισαγωγή του καινούριου άλμπουμ σας, Melancholy.

Γιατί κατ’ αρχήν αυτό το ταξίδι ήταν τόσο σημαντικό για εσάς; Ή μήπως εξελίχθηκε σε μια σημαντική εμπειρία κατά την διάρκεια αυτών των οκτώ θαυματουργών ημερών που διήρκεσε;

Το ταξίδι στο Γκραν Κάνιον ήταν μια κομβική εμπειρία για μένα. Η απεραντοσύνη του τόπου και η συντριπτική σιωπή προξένησαν βαθύ αντίκτυπο στην ψυχή μου.

Κατά την διάρκεια εκείνων των οκτώ ημερών, βρέθηκα βυθισμένος σε έναν κόσμο όπου ακουγόταν μόνο η φωνή της φύσης, και μέσα σ’ αυτήν την σιωπή ανακάλυψα την έμπνευση να συνθέσω το Melancholy.

«Μερικές φορές η σιωπή μιλάει πιο δυνατά από τις λέξεις», ισχυρίστηκε κάποτε ο αείμνηστος Kριστόφ Κισλόφσκι.

Δεδομένου του ότι η σιωπή που σας κατέκλυσε στο Γκραν Κάνιον λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης, πώς την βιώνετε τόσο ως άνθρωπος όσο και ως καλλιτέχνης;

Υπάρχουν και στιγμές που φοβάστε την σιωπή; Ενδίδετε στην μελαγχολία;

Η σιωπή του Γκραν Κάνιον λειτούργησε ως ισχυρή μούσα για μένα, τόσο ως άνθρωπο όσο και ως καλλιτέχνη. Ενώ η σιωπή μπορεί να είναι αποθαρρυντική μερικές φορές, κρύβει επίσης την δυνατότητα για ενδοσκόπηση και δημιουργικότητα.

Ως καλλιτέχνης, αγκαλιάζω την σιωπή ως καμβά πάνω στον οποίο ζωγραφίζω τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου.

Η μελαγχολία, για μένα, δεν είναι απλώς μια ψυχική κατάσταση, αλλά κι ένα κανάλι μέσα από το οποίο εκφράζω την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Η μουσική σας απαιτεί από τον ακροατή/την ακροάτρια να κλείσει τα μάτια του/της, να τεντώσει τα αυτιά του/της, ν’ αφεθεί και να παραδοθεί ολόψυχα στην δύναμη της φαντασίας του/της.

Γενικά, συνθέτετε έχοντας κατά νου ασαφείς ή συγκεκριμένες εικόνες; Αν δεν είχατε αφοσιωθεί στη μουσική, θα μπορούσατε να έχετε γίνει ζωγράφος;

Όταν συνθέτω μουσική, συχνά αντλώ έμπνευση τόσο από ασαφείς όσο και από συγκεκριμένες εικόνες. Κάθε κομμάτι έχει τη δική του αφήγηση, επιτρέποντας στους ακροατές να «μπαρκάρουν» σ’ ένα ταξίδι της δικής τους φαντασίας.

Ενώ η μουσική είναι το κύριο μέσο έκφρασής μου, πάντα με προσείλκυαν και οι εικαστικές τέχνες. Ίσως σε μια άλλη ζωή, θα μπορούσα να έχω εξερευνήσει τον κόσμο της ζωγραφικής.

Όπως συνέβη και με τον προκάτοχό του, το Its not too late, το Melancholy συνδυάζει επίσης στοιχεία (νεο)κλασικής μουσικής, τζαζ, ακόμη και electronica με προσωπικό και ταυτόχρονα λειτουργικό τρόπο.

Απολαμβάνετε το να εξερευνάτε άγνωστες μουσικές περιοχές;

Πράγματι, βρίσκω μεγάλη χαρά στο να ξεπερνάω τα όρια της μουσικής και να εξερευνώ άγνωστες περιοχές.

Συγχωνεύοντας στοιχεία κλασικής, τζαζ και ηλεκτρονικής μουσικής στις συνθέσεις μου, επιδιώκω να δημιουργήσω ένα μοναδικό ηχητικό τοπίο που επιδρά στους ακροατές σε προσωπικό επίπεδο.

Αν το Its not too late ήταν «μια επείγουσα και αγωνιώδης έκκληση στην ανθρωπότητα, κυρίως προς τις νεότερες γενιές», το Requiem for the world, η τελευταία σύνθεση του Melancholy, υποδηλώνει μια πένθιμη ψυχική κατάσταση.

Η συναισθηματική σας ανθεκτικότητα και η ηθική σας σταθερότητα έχουν δεχθεί καταστροφικό πλήγμα τα τελευταία δύο χρόνια; Θρηνείτε για τη Γάζα, που θεωρώ ότι είναι το μέτρο της χαμένης ανθρωπότητας (της «Δύσης»);

Τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν αναμφίβολα πρόκληση και υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες δοκιμάστηκε η συναισθηματική μου αντοχή.

Η κατάσταση του κόσμου, ιδιαίτερα στην Ουκρανία, το Ισραήλ και την Γάζα, με γεμίζει με θλίψη και μια αίσθηση ηθικής υποχρέωσης να μιλήσω ενάντια στην αδικία.

Ωστόσο, μέσα στο σκοτάδι, εξακολουθώ να προσπαθώ να κρατήσω ένα κατάλοιπο ελπίδας για την ανθρωπότητα.

Ορμώμενος από ένα ακόμη απόφθεγμα του Κριστόφ Κισλόφσκι, «Για μένα αισιοδοξία είναι δύο εραστές που περπατούν προς στο ηλιοβασίλεμα αγκαλιά. Ή ίσως προς στην ανατολή του ηλίου - ό,τι σας αρέσει»-, μια ερώτηση:

Πού βρίσκετε ίχνη αισιοδοξίας στις μέρες μας, κύριε Πράισνερ;

Ο Kισλόφσκι εξήγησε επίσης τι σήμαινε για εκείνον η αγάπη: όταν δύο άτομα ξυπνούν το πρωί και νιώθουν την διάθεση να κρατηθούν απ’ το χέρι. Ελπίζω πως ο κόσμος θα θέλει ακόμα να κρατιέται απ’ το χέρι.

Αυτήν την στιγμή ολοκληρώνετε την ηχογράφηση ενός νέου soundtrack. Θα θέλατε να ρίξετε λίγο φως σε αυτό και στην ταινία που μουσικά «επενδύει»;

Αυτό που μπορώ να αποκαλύψω είναι ότι η ταινία τιτλοφορείται Κεντρική Ευρώπη και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Τζανλούκα Μινούτσι. Θα είναι ένα σημαντικό φιλμ για φέτος.

Η μουσική την οποία συνέθεσα λειτουργεί ως ζωτικό αφηγηματικό στοιχείο, εμπλουτίζοντας την ιστορία με την συναισθηματική της δύναμη.

Είμαι ενθουσιασμένος που θα μοιραστώ περισσότερες λεπτομέρειες μόλις το έργο κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους.

Ευχαριστώ θερμά την Eliza Dziedzic (Preisner Productions), πάντα πρόθυμη να συνδράμει στην πραγματοποίηση των συνεντεύξεων με τον Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ (ενίοτε, μάλιστα, να τις «προτείνει»!)

Την ευχαριστώ, εξάλλου, για την παραχώρηση της φωτογραφίας του καλλιτέχνη.

Το ολοκαίνουριο άλμπουμ του Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ Melancholy κυκλοφορεί από την Preisner Productions.



Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Hania Rani: «Ανέκαθεν με συνάρπαζαν όσα είναι δύσκολο να εξηγηθούν»

 

Hania Rani (Φωτογραφία: Rein Kooyman)

Κλασικά εκπαιδευμένη πιανίστα και συνθέτις, και με την πιο ώριμη, ίσως, δουλειά της στις «αποσκευές» της, το Ghosts, η αγαπημένη Πολωνή Hania Rani επιστρέφει στην Αθήνα στις 8 Απριλίου για μια μοναδική συναυλία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την καλλιτέχνιδα.

Έγινες πολύ δημοφιλής, αναγνωρίσιμη και επιτυχημένη σ’ ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός που δεν αποτελεί απόρροια μιας μαρκετίστικης στρατηγικής.

Έχει επηρεάσει η κατάσταση αυτή τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου ως άνθρωπο, καλλιτέχνιδα και κοινωνικά ενεργό υποκείμενο;

Ελπίζω ότι παραμένω ο ίδιος άνθρωπος.

Διάγω μια πολύ φυσιολογική -και καθόλου θεαματική- ζωή, νομίζω. Ακόμα χρειάζεται ν’ αντιμετωπίζω τα ίδια βάσανα, τους ίδιους αγώνες.

Δε νιώθω διάσημη, ίσως απλώς λίγο πιο καθιερωμένη και αναγνωρίσιμη.

Με εκπλήσσει, πάντως, το να είμαι αναγνωρίσιμη από καλλιτέχνες τους οποίους θαυμάζω και η πιθανότητα διασύνδεσης, συνομιλίας και συνεργασίας μαζί τους. Κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να έχει συμβεί σε προγενέστερο χρονικό διάστημα.

Το γεγονός, ωστόσο, ότι όλα αυτά μου συνέβησαν όταν ήμουν ήδη τριάντα χρονών με διευκολύνει να διατηρώ μια υγιή απόσταση και οπτική.

Ταυτόχρονα, αισθάνομαι ευτυχής κι ευγνώμων για τις δυνατότητες που έχω στην διάθεσή μου και για την αγάπη την οποία εισπράττω.

Ουδέποτε, πάντως, είχα ονειρευτεί να εκτελώ την μουσική μου επί σκηνής. Μου φαινόταν αδύνατον. Είναι, όμως, πλέον ο τρόπος μου να επιβιώνω! (Γέλιο).

Χαίρομαι που η αυτεπίγνωση η οποία σε χαρακτηρίζει σε απέτρεψε από το να παρασυρθείς σε αλαζονικά «μονοπάτια».

Το Ghosts, η τελευταία προσφορά σου, μοιάζει με ένα «μωσαϊκό» του οποίου οι ψηφίδες συνταιριάζονται μ’ έναν πολύ συναρπαστικό τρόπο. Ποια είναι η σχέση σου με τον κόσμο των φαντασμάτων - πνευματικά κι αφηγηματικά;

Ανέκαθεν με συνάρπαζαν όσα είναι δύσκολο να εξηγηθούν, είναι ταυτόχρονα κοινά σε τόσο διαφορετικές κουλτούρες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την πραγματικότητα.  

Όλα ξεκίνησαν από μια τοποθεσία. Κι είναι γεγονός πως κάθε τοποθεσία όπου εργάζομαι ή συνθέτω μουσική και κάθε όργανο καθορίζουν την μουσική μου.

Αντικειμενικά, λοιπόν, το μέρος στο οποίο συνέθεσα την μουσική για το συγκεκριμένο άλμπουμ, ένα τεράστιο παλιό σανατόριο στην Ελβετία γεμάτο άδειες γωνίες και ήχους, είναι λιγάκι στοιχειωμένο.

Εκτός από το Ghosts, στον ίδιο χώρο συνέθεσα το σάουντρακ για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τον Τζακομέττι.

Η δυνατότητα, λοιπόν, να βρεθώ σ’ ένα διαφορετικό περιβάλλον ασφαλώς και με ενέπνευσε πολύ.

Η αυστηρότητα του χώρου με έκανε, εξάλλου, να επισημάνω ξανά το ενδιαφέρον μου για τον υπερφυσικό κόσμο.

Εκτός, άλλωστε, από τις δικές μου ιστορίες -μιας και αναφέρθηκες στην σχέση μου με τον κόσμο των φαντασμάτων και σε αφηγηματικό επίπεδο-, ήθελα να αφηγηθώ ιστορίες και άλλων ανθρώπων, να μην είμαι πάντα αυτοστοχαστική.

Οπότε οι δικιές σου ανάγκες και η επίδραση που σου άσκησε ο χώρος συνυφάνθηκαν.

Συνυφάνθηκαν, ακριβώς. Θεώρησα, λοιπόν, ότι τα φαντάσματα είναι πολύ όμορφο θέμα για ένα άλμπουμ.

Κατά πρώτον, επειδή αφορά σε μια σειρά ζητημάτων πολύ σημαντικών για μένα, όπως η ζωή κι ο θάνατος, μια εμπειρία την οποία βιώνουμε με έναν εξαιρετικά μοναχικό τρόπο.

Από την άλλη, η εμπειρία του θανάτου καθορίζει όλη μας την ζωή, την δημιουργεί.

Έπειτα, τα φαντάσματα λειτουργούν ως συμπύκνωση της μνήμης, σχετιζόμενα με τόπους τους οποίους επισκεπτόμαστε για να εξερευνήσουμε την Ιστορία.

Άλλα ζητήματα που συνδέονται με τα φαντάσματα είναι η απώλεια και ο θρήνος.

Θα μπορούσες να είσαι -ή μελλοντικά να γίνεις- και συγγραφέας, τόσο καθηλωτικά που σε ακούω να αφηγείσαι τις σκέψεις και τις ανησυχίες σου!

Πέραν όλων των άλλων, τα φαντάσματα ως θέμα σού επιτρέπουν να σπρώχνεις και τα όριά σου. Όταν καταπιάνεσαι με κάτι υπερφυσικό, μαγεμένο, τότε κι η μουσική σου γίνεται λιγότερο περιορισμένη και περισσότερο ελεύθερη και παράξενη.

Αν ως καλλιτέχνες δε σαγηνευόμαστε από κάτι, δε θα μπορέσουμε να καταπιαστούμε μ’ αυτό, ούτε να εμπλέξουμε άλλους ανθρώπους.

Ένιωσες ότι συνδεόσουν με το πνεύμα των ανθρώπων που κάποτε κατοικούσαν στο σανατόριο, πως υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα του χώρου;

Έχουν κάτι αυτοί οι τόποι, τόσο δημοφιλείς στα τέλη του 19ου-αρχές του 20ού αιώνα, γνωστοί και μέσα από τα μυθιστορήματα των Τόμας Μαν και της Νομπελίστριας Πολωνής συγγραφέως Όλγκα Τοκάρτσουκ.

Οι ένοικοι αυτών των σανατορίων προφανώς προέρχονταν από πολύ προνομιούχα περιβάλλοντα ή απλώς και από οικογένειες που συνέλεξαν χρήματα ώστε ο άνθρωπός του να μπορεί να νοσηλευθεί εκεί, με την ελπίδα ν’ αναρρώσει.

Ταυτόχρονα, οι ένοικοι των σανατορίων είναι αντιμέτωποι με τον θάνατο, και βλέπουν άλλους να πεθαίνουν. Δεν είμαστε έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουμε τα βάσανα του οποιουδήποτε άλλου.

Αυτό αφορά την «Δυτική» θεώρηση των πραγμάτων, νομίζω. Υπάρχει το στοιχείο του φόβου του θανάτου, αυτό καθ’ εαυτό απολύτως ανθρώπινο.

Και κατανοητό.

Κανένας και καμία δε θα ήθελε να βιώσει ή να έρθει αντιμέτωπος/αντιμέτωπη με την προθανάτια αγωνία οικείων προσώπων.

Από την άλλη, υπάρχει μια αποθέωση της νεανικότητας στην «Δύση», εγγενής στην καπιταλιστική νοοτροπία. Αν, όμως, δε συμφιλιωθείς με την προοπτική του θανάτου, θα βιώσεις πολύ εντονότερη αγωνία όταν φτάσει η ώρα.

Η μητέρα μου είναι γιατρός και όλη της την ζωή εργάζεται στην Εντατική. Είναι ένας πολύ συγκρατημένος άνθρωπος, δε μοιράζεται πολλές ιστορίες, αλλά νομίζω πως βλέπει τον θάνατο καθημερινά.

Στην ίδια μου την οικογένεια, εξάλλου, έχουν υπάρξει πολλοί θάνατοι, πολλή αρρώστια. Χάρη και στην μαμά μου, ωστόσο, εντοπίζω και κάτι πολύ ιερό στον θάνατο.

Μπορούμε να μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας παρακολουθώντας έναν άλλο να βασανίζεται, να γίνουμε λιγότερο εγωκεντρικοί ως άνθρωποι.

Κι η τέχνη μάς παρέχει την όμορφη δυνατότητα να κατανοήσουμε τα πράγματα - ή τουλάχιστον να τα επεξεργαστούμε και να τα φανταστούμε, καθώς και να καταπιαστούμε με δύσκολα συναισθήματα.

Όπως πολλοί καλλιτέχνες και πολλές καλλιτέχνιδες έχουν, εξάλλου, δηλώσει πριν από μένα, η τέχνη είναι ένας τρόπος επιβίωσης κι αναζήτησης μιας ερμηνείας όλων όσων φαντάζουν άδικα κι ακατανόητα.

Η τέχνη μπορεί να τα μετασχηματίσει σε κάτι διαφορετικό με το οποίο μπορούμε να συνδεθούμε ή στο οποίο μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας με αλλιώτικο τρόπο.

Αν κι η τέχνη σου δε φαίνεται να έχει πολιτική διάσταση -πιο πολύ υπαρξιακή, θα έλεγα-, αισθάνεσαι ότι μέσω αυτής λειτουργείς και πολιτικά;

Προσπαθώ να διαχωρίζω λίγο την μουσική μου από την υπόλοιπη καθημερινότητα, να την «μανουβράρω» μακριά από την πολιτική.

Στο κοινωνικό πεδίο, ο καλύτερος τρόπος εμπλοκής είναι -όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Ουκρανίας- η οικονομική βοήθεια.

Πριν από ένα δίμηνο αποφάσισα ν’ αποσυρθώ από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Περαιτέρω εμπλοκή μου σ’ αυτά θα ήταν αποπροσανατολιστική για μένα τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο.

Έκτοτε, οτιδήποτε διαβάζω αποτελεί προϊόν εκούσιας επιλογής και είναι, για μένα, κάπως σωστό.

Εκτός των κοινωνικών δικτύων, όπου το επίπεδο των συνομιλιών είναι πραγματικά ρηχό, χρειάζεσαι πολύ περισσότερο χρόνο για να εξετάσεις τις διαφορετικές οπτικές.

Η διεθνής γεωπολιτική κατάσταση προφανώς με συγκινεί, κι αυτό που βασικά κάνω είναι να εκπαιδεύω τον εαυτό μου ώστε να κατανοήσω γιατί συμβαίνει το καθετί, δεδομένου ότι κατάγομαι από μια χώρα ανέκαθεν μπλεγμένη σε συγκρούσεις.

Προσπαθώ επίσης να καταλάβω την φρικτή επίθεση του Ισραήλ στην Παλαιστίνη και την εκεί διαπραττόμενη γενοκτονία. Αντίστοιχα, τι συμβαίνει στην Ουκρανία κι αλλού.

Το να θέτει ένας άνθρωπος ερωτήματα στον εαυτό του χωρίς να παίρνει το οτιδήποτε ως δεδομένο συνιστά μια πολύ σεμνή διανοητική/ηθική στάση, σε μια εποχή όπου η πλειονότητα υποστηρίζει απερίσκεπτα την όποια άποψή της.

Θα ήθελα να πιστεύω πως υπάρχουν και ζητήματα που είναι μαύρα ή άσπρα. Όλα είναι πολύπλοκα, όλοι μετασχηματιζόμαστε. Ούτε εγώ η ίδια δεν κατοικώ στην χώρα καταγωγής μου.

Κάποια πράγματα, όμως, είναι κακά, γενικά. Το να σκοτώνεις παιδιά, για παράδειγμα, είναι εκτός συζήτησης.

Γι’ αυτό και με κάνει να νιώθω άβολα η διερώτηση περί της κατάπαυσης του πυρός ή μη.

Την Δευτέρα 8 Απριλίου δίνεις μια συναυλία στην Αθήνα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Women of the World, το οποίο διοργανώνεται μεταξύ 6 και 8 Απριλίου στο Κέντρο Πολιτισμού-Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος». Είναι σημαντική για σένα;

Προετοιμάζουμε μια μεγάλης κλίμακας συναυλία, κι η ομάδα μας συντίθεται από έξι γυναίκες και τέσσερις άντρες. Δεν ήταν ηθελημένη επιλογή η συγκεκριμένη ποσόστωση, απλώς συνέβη.

Υπάρχει, όμως, κάτι όμορφο σ’αυτήν, το οποίο λέει πολλά για την κατεύθυνση στην οποία οδεύει ο κόσμος.

Μ’ εμπνέει, λοιπόν, το να βρίσκομαι σε μια κατάσταση όπως η συγκεκριμένη και να αντιλαμβάνομαι πως λειτουργεί, όχι το να μιλάω να γράφω σχετικά.

Έχω δύο μάνατζερ για τις περιοδείες, μια γυναίκα κι έναν άντρα: και τα δύο άτομα λειτουργούν με εξαιρετικό επαγγελματισμό και αξιοπιστία.

Από την άλλη, όντας μια γυναίκα που συνθέτει την μουσική της και κάνει παραγωγή σ’ αυτή, δίνω το καλύτερο παράδειγμα σε άλλες γυναίκες. Κι αυτή η διαδικασία εμπνέει κι εμένα.

Για να σου πω και κάτι αστείο, όταν σπούδαζα μουσική, στο λύκειό μου δεν υπήρχε καμία κοπέλα συνθέτις. Μου πήρε πολλά χρόνια για να ξεκινήσω ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κανένα παράδειγμα στο περιβάλλον μου.

Τώρα ζούμε σε διαφορετικούς καιρούς. Κι όμως, χρειαζόμαστε παραδείγματα για να συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι είναι εφικτό.

Το να είσαι μουσικός, όμως, δεν έχει σχέση με την καταγωγή, το φύλο η το χρώμα της επιδερμίδας σου, αλλά με τις ικανότητες, την προσέγγισή σου και το μήνυμα που θέλεις να μοιραστείς.

«Χειμαρρώδης» όπως είσαι, μου απάντησες με τον τρόπο σου σε μερικές ακόμα ερωτήσεις τις οποίες είχα κατά νου!

Χαίρομαι, σε κάθε περίπτωση, γιατί, ανάμεσα σε άλλες γυναίκες και θηλυκότητες, συνιστάς μια ζωντανή απόδειξη της εμψυχωτικής φύσης της τέχνης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Σ’ ευχαριστώ πολύ! Θα ιδωθούμε στην Αθήνα;

Ασφαλώς. Ακόμα θυμάμαι εκείνη την πρώτη σου συναυλία στις 14 Ιανουαρίου του 2020, λίγο πριν επιβολή της πρώτης καραντίνας.

Τόσο όμορφη συναυλία, λίγο πριν την πανδημία. Ελπίζω να σ’ αρέσει η συναυλία μας στις 8 Απριλίου. Θα είναι ένα πολύ ωραίο ταξίδι - και πολύ φασματικό!

Ευχαριστώ θερμά την Solène Quélin (Funky Fly Music) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την Hania Rani.

Η Hania Rani εμφανίζεται λάιβ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Women of the World την Δευτέρα 8 Απριλίου στο Κέντρο Πολιτισμού-Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» (Αίθουσα Σταύρος Νιαρχος ΕΛΣ, 21:00).



Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Νταμιάν Κοτσούρ: «Δεν είμαστε όλοι οι Πολωνοί ρατσιστές»

 


Κινούμενο στο (γόνιμο) μεταίχμιο μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, το Ψωμί κι αλάτι, μεγάλου μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας του Πολωνού σκηνοθέτη Νταμιάν Κοτσούρ, αποτελεί την «ακτινογραφία» μιας βαθιά ξενοφοβικής κοινωνίας.

Συναντηθήκαμε τον σκηνοθέτη στο πλαίσιο του 64ου ΦΚΘ, όπου το φιλμ του έκανε την ελληνική πρεμιέρα του.

Το Ψωμί κι αλάτι συνυφαίνει αφηγηματικά ποικίλα διαφορετικά θεματικά «νήματα»: πραγματικά γεγονότα, προσωπικές εμπειρίες, εμπειρίες φίλων σου, σκιαγραφώντας το «πορτρέτο» μιας σύνθετης, αλλά πολύ συντηρητικής χώρας.

Γιατί ένιωσες την ανάγκη να τα συνθέσεις σε ένα ενιαίο σύνολο;

Διάβασα ένα άρθρο σχετικά με το γεγονός ενός φόνου που είχε συμβεί σε μια μικρή πολωνική πόλη.

Πότε;

Πέντε με έξι χρόνια πριν. Στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήγαγα επισκέφτηκα το μέρος όπου είχε συντελεστεί και μίλησα με τους φίλους του ανθρώπου ο οποίος είχε φονευθεί.

Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι δε θα γύριζα την ταινία μου εκεί, κι έτσι ξεκίνησα τη διαδικασία από το μηδέν.

Συνειδητοποίησα, επίσης, πως θα ήθελα να δουλέψω με τον Τιμοτέους, τον βασικό χαρακτήρα. Καθώς έγραφα το σενάριο, σκέφτηκα ότι η προσθήκη του αδερφού του ως χαρακτήρα θα πρόσθετε μια ακόμα πτυχή στο πεδίο της σχέσης μεταξύ αδερφών.

Μέρος της σκηνοθετικής μεθόδου μου, εξάλλου, είναι ο συνδυασμός μυθοπλαστικών και πραγματικών χαρακτήρων.

Έχεις ντοκιμαντερίστικο υπόβαθρο;

Όχι, απλώς έχω γυρίσει ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ.

Στόχος μου, πάντως, είναι να βρω ένα ορισμένο επίπεδο ρεαλισμού, να έχεις την αίσθηση ως θεατής πως παρακολουθείς αληθινούς ανθρώπους στην οθόνη, με αληθινά συναισθήματα.

Γι’ αυτό και αποφάσισα να μη δουλεύω με επαγγελματίες ηθοποιούς.

Τι σε ελκύει ως σκηνοθέτη στους μη επαγγελματίες ηθοποιούς;

Αν χτίσεις μια σωστή σχέση μαζί τους και είσαι ανοιχτός, θα σου δώσουν πράγματα που ούτε καν περιμένεις. Η ομορφιά του σινεμά και της διαδικασίας των γυρισμάτων συνίσταται ακριβώς στην εμφάνιση πραγμάτων τα οποία δεν περιμένεις.

Ανάφερέ μου μια τέτοια σκηνή από το φιλμ σου.

Για παράδειγμα η σκηνή στο μπαλκόνι, όπου ο Ντέιβ μιλάει για τον πατέρα του.

Αυτό αρχικά συνέβη αυθόρμητα, και κατόπιν του ζήτησα να επαναλάβει όσα είχε αφηγηθεί μπροστά από την κάμερα.

Είπε την ίδια επώδυνη ιστορία, και με τον ίδιο συναισθηματισμό. Χρησιμοποίησε ακόμα και τις ίδιες προτάσεις, λες και τις είχε μάθει απέξω. Αλλά δεν τις είχε μάθει.

Ουσιαστικά αυτοσχεδίαζε.

Αυτοσχεδίαζε. Κι όταν όλοι είδαν τη σκηνή στο μόνιτορ, συγκλονίστηκαν.

Κάποτε είχα επισκεφτεί μια έκθεση του Βέρνερ Χέρτσογκ στο Βερολίνο. Σε απάντησή του σε ερώτηση σπουδαστή στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου, είχε πει ότι δύο έντονα συναισθηματικές σκηνές πάντα θα μπορούν να συνδεθούν.

Ο Γκοντάρ, εξάλλου, συνήθιζε να λέει, «Ένα κι ένα μας κάνει τρία», με την έννοια πως ο εγκέφαλός σου παράγει το νόημα και θα βρει τη σύνδεση ανάμεσα σε σκηνές.




Επέλεξες να επενδύσεις την ταινία με κλασική μουσική με την πρόθεση να προσθέσεις μια ακόμα «στρώση» νοήματος;

Ανέκαθεν είχα εμμονή με την κλασική μουσική, ιδίως με το πιάνο. Γνωρίζω τον Τιμοτέους από έξι χρονών, είναι πιανίστας, παρακολουθώ την καριέρα του και πάντα επιθυμούσα να τον περιλάβω στο φιλμ.

Μου φάνηκε εκλεπτυσμένο να τον τοποθετήσω ως χαρακτήρα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο, καθώς ο ίδιος ζει και δουλεύει σε μια τέτοια, δίνοντας παράλληλα κονσέρτα σε όλον τον κόσμο.

Δεν είναι, ωστόσο, αντιφατικό το ότι τόσο εκλεπτυσμένα άτομα είναι ενταγμένα σε μια παρέα που συμπεριφέρεται με έναν τόσο ρατσιστικό τρόπο απέναντι στους ιδιοκτήτες του τοπικού κεμπαμπτζίδικου, που συμβαίνει να είναι μετανάστες;

Είναι φυσιολογικοί άνθρωποι, όπως όλοι μας. Είναι πολύ καλοί μάστορες, αλλά ταυτόχρονα διάγουν την «κανονική» εφηβική ζωή.

Οι περισσότεροι, επίσης, εξαναγκάστηκαν σε πολύ νεαρή ηλικία να μπουν στον κόσμο της τέχνης, και τώρα προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο απεγκλωβισμού.

Πρέπει, λοιπόν, να βιώσουν έντονες αντιφάσεις σε όλα τα επίπεδα - ακούγοντας, ας πούμε, κι άλλα είδη μουσικής.

Το να είναι, όμως, ο Τιμοτέους μέρος ενός πλήθους το οποίο παρενοχλεί μετανάστες -αν και εκείνος δε συμμετέχει σε αυτές τις πράξεις- δεν είναι το ίδιο με το να ακούει κι άλλα είδη μουσικής μεγαλώνοντας.

Από φόβο ήταν μέρος αυτής της παρέας. Δεν είχε και εναλλακτική επιλογή, καθώς μάλιστα σύντομα θα έφευγε από την πόλη για να σπουδάσει στη Γερμανία.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και σε μένα. Ζούσα σε μια μικρή πόλη στη Σιλεσία, εισήχθην στο πανεπιστήμιο στην Κρακοβία και υπήρξα ο μόνος άνθρωπος που έφυγε από την πόλη.

Μου έλειπαν, όμως, οι φίλοι μου κι ένιωθα συνδεδεμένος μαζί τους. Ταυτόχρονα, συνειδητοποιούσα -ολοένα και περισσότερο- πως ήμασταν πολύ διαφορετικοί, καθώς είχαμε διαφορετικές οπτικές.

Στο Ψωμί κι αλάτι ο Τιμοτέους έχει ένα μυστικό και φοβάται ότι η αποκάλυψή του θα στραφεί εναντίον του, γιατί οι άνθρωποι πάντα αναζητούν έναν «αποδιοπομπαίο τράγο».

Πολιτισμικές, εθνικές ή σεξουαλικές μειονότητες συνιστούν «αποδιοπομπαίους τράγους».

Υπάρχει η υπόνοια ότι ο Τιμοτέους είναι γκέι.

Για μένα δεν είναι. Στην Πολωνία, ωστόσο, πολλές φόρες παιδιά στον δρόμο αποκαλούν κάποιον «αδερφή» ως βρισιά. Κι αυτό δε συμβαίνει μόνο σε μικρές επαρχιακές πόλεις, αλλά και στη Βαρσοβία, όπου ζω τα τελευταία δέκα χρόνια.

Πόλεις όπως αυτή στην οποία γυρίστηκε η ταινία σου είναι αντιπροσωπευτικές της κυρίαρχης νοοτροπίας στην Πολωνία του σήμερα;

Δε θα το έλεγα. Δεν είμαστε όλοι οι Πολωνοί ρατσιστές.

Σε συνέντευξή του, ο Πολωνός υπουργός Πολιτισμού δήλωσε πως το φιλμ μου είναι «αντιπολωνικό».

Το δικό σου και το Πράσινα σύνορα της Ανιέσκα Χόλαντ.

Τα συνέκρινε, μάλιστα.

Πρόσθεσε, επίσης, ότι γεγονότα όπως αυτά που αναπλάθονται δε συμβαίνουν. Ισχύει κάτι τέτοιο στη μεγάλη  πλειονότητα των περιπτώσεων.

Το σινεμά, όμως, δεν έχει κάνει με τη στατιστική, αλλά με τη μία περίπτωση, μέσα από τη διερεύνηση της οποίας συμπεραίνουμε για ποιον λόγο συνέβη το οτιδήποτε.

Το κόμμα από το οποίο ο συγκεκριμένος υπουργός προέρχεται έχασε, ωστόσο, τις εκλογές, δόξα τω Θεώ!




Οι αλλαγές δε συντελούνται από τη μέρα στην άλλη, πάντως.

Πριν από ένα δίμηνο ένας έφηβος στην Πολωνία ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φίλους του μέρα μεσημέρι στον δρόμο μπροστά σε σαράντα άτομα, και κανένα δεν αντέδρασε ούτε κάλεσε την αστυνομία.

Όταν εκτυλίσσεται μπροστά σου ένα έγκλημα, περιμένεις να αντιδράσει ο διπλανός - κι εκείνος περιμένει εσένα. Έτσι, δεν αντιδρά κανένας. Το Ψωμί κι αλάτι αφορά όχι μόνο σ’ αυτή τη βία, αλλά και στο να μην αντιδράς απέναντί της.

Με ποιους τρόπους μπορεί, κατά τη γνώμη σου, να καταπολεμηθεί ο συντηρητισμός κι ο νοεοναζισμός οι οποίοι είναι σε έξαρση παγκοσμίως; Μπορεί το σινεμά να διαδραματίσει κάποιον ρόλο;

Θα ήθελα να συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά δε νομίζω ότι το σινεμά μπορεί να αλλάξει την οπτική και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων.

Στις μέρες μας υπάρχει τεράστια πόλωση στις κοινωνίες: στις Η.Π.Α., στην Πολωνία, στο Ισραήλ. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συμβάλει σ’ αυτή την κατάσταση, γιατί χτίζουν μια «φούσκα» εντός της οποίας βρίσκεται η κάθε ομάδα.

Ακριβώς αυτή η γενικότερη έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους -κι όχι μόνο ανάμεσα σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες- βρίσκεται στην «καρδιά» του φιλμ. Όλη η ανθρωπότητα κινείται προς μια σκοτεινή κατεύθυνση.

Μπορεί στην Πολωνία να κέρδισαν οι φιλελεύθεροι στις εκλογές, αλλά δες τι συμβαίνει αλλού: Ισπανία, Ιταλία, Σουηδία.

Η Ακροδεξιά «ανεβαίνει» παντού.

Ο λόγος είναι η έλλειψη σύνδεσης των ανθρώπων μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να συνομιλήσουμε πλέον. Κι όπως προείπα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συμβάλει σ’ αυτή την εξέλιξη, όπως και στην αύξηση του αριθμού αυτοκτονιών.

Οπότε ο τίτλος της ταινίας σου είναι ταυτόχρονα ειρωνικός, αλλά κι ένας στόχος προς επίτευξη.

Μου αρέσει το διττό του νόημα.

Στον αραβικό κόσμο χρησιμοποιείται με την έννοια της αδερφοσύνης. Όσον αφορά στην Πολωνία, μας αρέσει να λέμε πως είμαστε ανοιχτοί και φιλόξενοι, αλλά δεν ισχύει.

Υποδεχτήκαμε πολλούς Ουκρανούς όταν ξεκίνησε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Επειδή είναι λευκοί.

Επειδή είναι λευκοί και μοιραζόμαστε την ίδια κουλτούρα.

Ενώ αν επρόκειτο για Παλαιστίνιους πρόσφυγες, δε νομίζω ότι τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά» κράτη θα τους υποδέχονταν με την ίδια θέρμη.

Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δεν πιστεύουν πως το χρώμα του δέρματος δεν αλλάζει κάτι.

Τι αντιδράσεις έχει προκαλέσει η προβολή της ταινίας ανά τον κόσμο;

«Δε νομίζεις ότι πρόκειται για αντιαραβικό φιλμ;» είχε προβληματιστεί ένας προγραμματιστής από κάποιο φεστιβάλ.

«Γιατί;» τον ρώτησα. Έπειτα, όταν μου έδωσε την επαγγελματική κάρτα του, διαπίστωσα πως ήταν από το το Φεστιβάλ του Μάλμε.

Βιώνει τον φόβο της πολιτικής ορθότητας, γιατί στη Σουηδία υπάρχει πρόβλημα ενσωμάτωσης ποσοστού Μουσουλμάνων μεταναστών στον κοινωνικό ιστό.

Πρέπει, όμως, να μιλάμε για τα ζητήματα για το οποία χρειάζεται να μιλάμε. Κατά βάθος είμαι αριστεριστής, αλλά είμαι επικριτικός απέναντι στην Αριστερά γιατί προσπαθεί να ελέγξει τη γλώσσα περισσότερο από τη Δεξιά.

Η Νέα Αριστερά κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, αυτή του αυταρχισμού, όπως υποστηρίζει ο Ζίζεκ. Η γλώσσα είναι ο τόπος όπου ξεκινούν τα άσχημα πράγματα.

Έτσι ξεκίνησαν οι Ναζί την εκστρατεία τους εναντίον των Εβραίων. Το ίδιο και οι Ρώσοι εναντίον των Ουκρανών.

Και το κυρίαρχο ισραηλινό αφήγημα απανθρωποποιεί τους Παλαιστίνιους.

Απανθρωποποίηση, ακριβώς. Όταν ειχε ξεκινήσει η πανδημία, πολλοί στην Πολωνία αποκαλούσαν άτομα ασιατικής καταγωγής «Covid», κατηγορώντας τους για τον ιό.

Η συνέντευξη με τον σκηνοθέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 64ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ευχαριστώ τον Γιώργο Παπαδημητρίου από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για τη συνδρομή του στον προγραμματισμό της.

Η ταινία του Νταμιάν Κοτσούρ Ψωμί κι αλάτι έκανε την ελληνική πρεμιέρα της στο πλαίσιο του τμήματος Smart7 του 64ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Είναι διαθέσιμη στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ μέχρι την ολοκλήρωσή του.



Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ: «Το σινεμά είναι όλη μου η ζωή, είμαι γνωστός λόγω των ταινιών»

 

Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ (Φωτογραφία: Anna Włoch)

Γνωστός κυρίως μέσα από τις αξέχαστες μουσικές με τις οποίες έχει επενδύσει τις ταινίες του Κριστόφ Κισλόφσκι, ο Πολωνός συνθέτης Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ επιστρέφει με ένα καινούριο άλμπουμ, το Its not too late, μια αγωνιώδη έκκληση για ανάκτηση της ανθρωπιάς μας, σε συνεργασία με την Λίζα Τζέραρντ.

Με αφορμή την κυκλοφορία του, ο συνθέτης μοιράζεται μαζί μας αγωνίες, αναμνήσεις και συναισθήματα.

Είστε ένας αυτοδίδακτος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Τι «πυροδότησε» την αρχική ενασχόλησή σας με τη σύνθεση μουσικής;

Υπήρξε η ακρόασή της κομμάτι της πολιτισμικής ανατροφής σας; Και ποιος είναι ο ρόλος που το σινεμά έχει διαδραματίσει στην καθημερινότητά σας ανά τα χρόνια;

Το γεγονός ότι είμαι αυτοδίδακτος δεν υπήρξε επιλογή μου, αλλά απόρροια μιας πραγματικότητας.

Δεν υπήρχαν μουσικά σχολεία στη μικρή πόλη όπου μεγάλωσα και οι γονείς μου δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να με στείλουν ως οικότροφο σε μουσικό σχολείο σε μια μεγάλη πόλη.

Στο λύκειο, όμως, άρχισα να παίζω κιθάρα κι έφτιαξα ένα ροκ συγκρότημα. Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, συνειδητοποίησα πως ήθελα να γίνω συνθέτης και έμαθα όλα όσα χρειάζονταν για να κάνω αυτή τη δουλειά.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησα να δέχομαι τις πρώτες προτάσεις να συνθέσω μουσική για ταινίες, αρχικά για ντοκιμαντέρ και κατόπιν για φιλμ μυθοπλασίας.

Στα 1984 συνάντησα τον Κισλόφσκι και συνέθεσα τη μουσική για την ταινία του Δίχως τέλος. Το σινεμά είναι όλη μου η ζωή, είμαι γνωστός λόγω των ταινιών.

Το Its not too late, το πιο πρόσφατο άλμπουμ σας που μόλις κυκλοφόρησε, είναι μια επείγουσα και αγωνιώδης έκκληση στην ανθρωπότητα, κυρίως προς στις νεότερες γενιές.

Το συνθέσατε κυρίως με τον συνεχιζόμενο -από το 2014- πόλεμο στην Ουκρανία κατά νου;

Σε όλη μου τη ζωή παρατηρώ όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Δεν είναι ζήτημα πολέμων: ανησυχώ γι’ αυτό που συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων, πώς καταστρέφεται η δημοκρατία, πώς ο πολιτισμός κινείται δυστυχώς προς μια λάθος κατεύθυνση.

Παλαιότερα μιλούσαμε για πολιτισμό και τέχνη, στις μέρες μας είναι δύσκολο να αποκαλέσουμε το οτιδήποτε πολιτισμό και τέχνη. Ο κόσμος καταρρέει μπροστά στα  ίδια μας τα μάτια. Το άλμπουμ είναι η έκκλησή μας: «Δεν είναι πολύ αργά».

Μουσικά λιτό και ήρεμα μελαγχολικό, το Its not too late συγκεράζει στοιχεία (νεο)κλασικής και τζαζ μουσικής με έναν πολύ προσωπικό και συνάμα λειτουργικό τρόπο.

Θα περιγράφατε τον εαυτό σας ως λάτρη της κλασικής και της τζαζ μουσικής;

Είναι δύσκολο να περιγράψω το ίδιο μου το άλμπουμ. Δεν είναι αυτός ο ρόλος μου, αλλά νομίζω ότι συνιστά το καινούριο μουσικό πρόσωπό μου.

Άρχισα να εκτιμώ περισσότερο την ηλεκτρονική μουσική, την οποία χρησιμοποιώ εκεί όπου η ορχήστρα δε θα αποτελούσε την καλύτερη επιλογή.

Ο συνδυασμός τέτοιας μουσικής με μουσικούς που έχουν κλασική παιδεία -στην περίπτωσή μου τσελίστες, πιανίστες, σαξοφωνίστες- είναι για μένα ένα είδος καινούριου ανοίγματος, ενός νέου μουσικού κόσμου.

Μου αρέσει πολύ αυτός ο κόσμος και σχεδιάζω να συνεχίσω προς αυτή την κατεύθυνση στο μέλλον.

Ο κατανυκτικός τόνος του άλμπουμ δίνει την εντύπωση μιας θρησκευτικής λειτουργίας. Στρέφεστε στη θρησκεία για παρηγοριά και έμπνευση;

Δε σκεφτόμουν την οποιαδήποτε θρησκεία όταν συνέθετα το άλμπουμ. Είναι μια κραυγή ενάντια στα εγκλήματα που συντελούνται σε όλον τον κόσμο.

Το να συζητάς για το καλό και για το κακό είναι κάτι οικουμενικό. Μπορεί να «διαβαστεί» με θρησκευτικό, αλλά και με απλά ανθρώπινο τρόπο.

Δεν είναι πολύ αργά να σταματήσουμε την εκατόμβη που κρέμεται από πάνω μας. Χρειάζεται να προχωρήσουμε προς το φως, όχι προς το σκοτάδι.

Το Its not too late σηματοδοτεί μια ακόμα συνεργασία με την θρυλική Αυστραλή τραγουδίστρια, συνθέτρια και δεξιοτέχνη σε πληθώρα οργάνων Λίζα Τζέραρντ, μετά τα Diaries of hope, Melodies of my youth και Ο άνθρωπος του Θεού.

Τι σας έφερε κοντά, κατ’ αρχάς; Μοιράζεστε παρόμοιες αισθητικές, μουσικές και φιλοσοφικές ευαισθησίες;

Η φιλία μάς έφερε κοντά. Οι σχέσεις ανάμεσα σε μένα και τους καλλιτέχνες είναι πάντα το πιο σημαντικό. Νομίζω πως μοιραζόμαστε την ίδια ευαισθησία.

Εκτός από τα άλμπουμ τα οποία ανέφερες, έχουμε συνεργαστεί και σε άλλα πρότζεκτ όπως οι συναυλίες 2014: Here and Now και 2016 Where to?, που μιλάνε για ζητήματα τα οποία είναι πολύ σημαντικά για εμάς.

Ελπίζω να είναι σημαντικά και για κάποιους άλλους ανθρώπους στον κόσμο.

Το όπλο μας είναι η μουσική και προσπαθούμε να το χρησιμοποιούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Το If dreams were life είναι η αγαπημένη μου σύνθεση από αυτό το άλμπουμ. Ποιο είναι το πιο επαναλαμβανόμενο, επίμονο, ίσως ανεκπλήρωτο όνειρό σας;

Χαίρομαι που σ’ αρέσει, έχω κι εγώ συναισθήματα γι’ αυτό. Δεν παραπονιέμαι για τη ζωή μου, έχει υπάρξει καλή για μένα. Αυτό που έχει χαθεί και δεν μπορεί να ανακτηθεί είναι ότι πολλοί φίλοι μου -καλλιτέχνες και όχι μόνο- έχουν πεθάνει.

Ο Κισλόφσκι έρχεται συχνά στα όνειρά μου. Βρισκόμαστε στο σπίτι συζητώντας για ένα καινούριο φιλμ. Σ’ εκείνο το όνειρο πάντα του λέω πως είναι νεκρός και πάντοτε μου απαντά με τον ίδιο τρόπο: «Είμαι ζωντανός, είμαι εδώ μαζί σου».

Όταν ξυπνάω, αισθάνομαι καλύτερα. Λυπάμαι που αυτά είναι μονάχα όνειρα.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες πριν συνθέσατε το Song for the unification of Europe. Στις μέρες μας, η Ευρώπη -κι όχι απλώς η Ευρωπαϊκή Ένωση- καταρρέει υπαρξιακά, ηθικά, πολιτικά, οικονομικά.

Ο εθνικισμός ανεβαίνει, οι ανισότητες βαθαίνουν, τείχη -ορατά και αόρατα- ανεγείρονται, ο κοινωνικός συντηρητισμός εντείνεται. Είναι πολύ αργά, έχουν όλα χαθεί ή υπάρχει κάποια αχτίδα ελπίδας μπροστά μας;

Όταν συνέθετα το Song for the Unification of Europe, συνέβαινε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και είπα στον Κισλόφσκι ότι έπρεπε να δώσουμε ένα σαφές μήνυμα στην ταινία.

Η Α’ Επιστολή προς Κορινθίους του απόστολου Παύλου είναι το πιο ισχυρό μήνυμα που μπορείς να στείλεις στους ανθρώπους: «Μείζων δε τούτων η αγάπη».

Δεν ξέρω αν το θυμάσαι, αλλά το Song for the Unification of Europe τελειώνει με τη νεκρώσιμη πομπή. Εκείνη την εποχή αυτό ήταν η πρόκλησή μας. Σήμερα εκείνη η πομπή είναι ακριβώς αυτό για το οποίο με ρωτάς.

Πιστεύω, όμως, ακόμα πως δεν είναι πολύ αργά.

Ζείτε ακόμα στην Ελλάδα; Κι αν ναι -ακόμα κι αν όχι-, τι έχετε αποκομίσει από τη διαμονή σας στη χώρα και την αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους της;

Εξακολουθώ να ζω μεταξύ Ελλάδας και Πολωνίας. Αγαπώ την Ελλάδα σαν πατρίδα μου. Έχω πολλούς φίλους και νιώθω σπουδαία εδώ. Είμαι ήρεμος στην Ελλάδα, κάτι που εξαφανίζεται όταν βρίσκομαι στην Πολωνία.

Είναι κρίμα που η Ρόδος είναι τόσο μακριά από την Πολωνία.

Ευχαριστώ θερμά την Eliza Dziedzic (Preisner Productions) για την πολύτιμη συνδρομή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και για την παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού που συνοδεύει το κείμενο.

Το άλμπουμ των Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ και Λίζα Τζέραρντ Its not too late κυκλοφορεί από την Preisner Productions.