Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Δίκη μελών του ΣΣΜ: Οι εργατικές διεκδικήσεις δεν είναι εκβιασμός


Συνεχίστηκε την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου στο Θ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας η δίκη 7 μελών του Σωματείου Σερβιτόρων, Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων του κλάδου του επισιτισμού.


Τα μέλη του ΣΣΜ διώκονται για... απόπειρα εκβίασης και ηθική αυτουργία από την εργοδοσία του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν και του café bar Βοτανοπωλείο, γιατί διεκδίκησαν δεδουλευμένα, επαναπρόσληψη και ασφαλιστική κάλυψη.


Η δίκη ξεκίνησε την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου μετά από αναβολές 5 χρόνων, με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας.


Πιο συγκεκριμένα, κατέθεσαν οι ιδιοκτήτες του μεζεδοπωλείου Σαλαντίν, ο λογιστής του Βοτανοπωλείου και ο ιδιοκτήτης του café Scherzo, Τυρολόγος, πρωτόδικα ερήμην καταδικασμένος για ρίψη πυροβολισμών στη διάρκεια συνδικαλιστικής παρέμβασης στο café και ξυλοδαρμό εργαζομένου.


Κατά τη δεύτερη δικάσιμο ολοκληρώθηκε η εξέταση του μάρτυρα Τυρολόγου, ακολούθησε η διαδικασία των αναγνωστέων, οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και η απολογία του πρώτου από τα διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ.


«Το κάνουνε επάγγελμα, πουλάνε προστασία», υποστήριξε ανερυθρίαστα ο Τυρολόγος, αναφερόμενος στα διωκόμενα μέλη του ΣΣΜ


«Έκλεισε το κατάστημα [σημ.: το café Scherzo], γιατί μια φορά τη βδομάδα είχαμε επισκέψεις από τα παιδιά», συμπλήρωσε ψευδώς.


Η αλήθεια, βέβαια, είναι πολύ διαφορετική


Όπως αποκάλυψε η συνήγορος υπεράσπισης Γιαννακοπούλου, ο πρώην συνέταιρος της εν λόγω επιχείρησης, Λιόνας, είχε υποβάλει αίτηση λύσης της εταιρίας, καταλογίζοντας υπαιτιότητα στον Τυρολόγο.


«Το ότι του επιτρέπεται να κυκλοφορεί ελεύθερος είναι ένα θέμα», υπογράμμισε η Γιαννακοπούλου.


«Έχουν εγερθεί υπόνοιες καθαρής ψευδορκίας», σχολίασε η εισαγγελέας της έδρας αναφερόμενη στον εν λόγω μάρτυρα, γεγονός που ενόχλησε τον συνήγορο πολιτικής αγωγής, Κυβέλο, ο οποίος κατ’ επανάληψη την αντιμετώπισε απαξιωτικά.


«Αν δε σας κάνω, να κάνετε χρήση των δικαιωμάτων σας και να υποβάλετε αίτηση εξαίρεσης», τον προέτρεψε.


Ήταν τέτοια η ένδεια της δικονομικής στρατηγικής της πολιτικής αγωγής, που κατέφυγε σε μια σωρηδόν προσκόμιση αναγνωστέων, προκειμένου να «αποδείξει» τον «εκβιαστικό» και «παράνομο» χαρακτήρα των κινητοποιήσεων του σωματείου.


Δε δίστασε, μάλιστα, να επικαλεστεί διαδικτυακά σχόλια ή συγκεντρώσεις και αναγραφή συνθημάτων έξω από την οικία μαρτύρων κατηγορίας, επιχειρώντας, αποτυχημένα, να τα συσχετίσει με τη δημόσια και επώνυμη δράση του ΣΣΜ.


Ακολούθησε η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα υπεράσπισης, μέλους του σωματείου και εργαζόμενου στο παρελθόν στο μεζεδοπωλείο Σαλαντίν, που ανέδειξε τη ζοφερή εργασιακή πραγματικότητα (και) στον κλάδο του επισιτισμού εν μέσω κρίσης.


«Εν μέσω κρίσης, τη δουλειά την έβρισκες με το κιάλι. Δεν έχουμε κλείσει κάποιο μαγαζί ποτέ. Ποτέ κανείς από το σωματείο δεν απειλεί και δεν εκβιάζει κανέναν», δήλωσε χαρακτηριστικά.


«Δεν έχουμε επισκεφτεί κανενός το σπίτι και δεν έχουμε αναγράψει κανένα σύνθημα», συμπλήρωσε.


Ο ίδιος, μάλιστα, αναγκάστηκε να αποδεχτεί την καταβολή μειωμένων ενσήμων, προκειμένου να διατηρήσει τη δουλειά του και να δοθεί κάποια ασφαλιστική κάλυψη και στους νεοπροσλαμβανόμενους εργαζόμενους


«Δε με παίρνει να βάζω σε όλους όλα τα ένσημα», του είχε πει με τον χαρακτηριστικό κυνισμό της εργοδοσίας ένας εκ των ιδιοκτητών του Σαλαντίν.


«Κανονικότητα δεν είναι η παρανομία, απ’ όποιον κι αν έχουμε υπέρβαση. Όποιος υποκύπτει στον εκβιασμό, ν’ αναλάβει τις ευθύνες του», παρατήρησε η εισαγγελέας, σχολιάζοντας τη ζοφερή εργασιακή «κανονικότητα».


Η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, εργαζόμενη κατά το παρελθόν στο Βοτανοπωλείο, είχε προβεί σε εξωδικαστικό συμβιβασμό για τα δεδουλευμένα που της οφείλονταν


Αυτό, ωστόσο, συνέβη αφότου είχε απολυθεί μια εκ των διωκόμενων και συνάδελφός της στο ίδιο café, στην οποία είχε ασκηθεί και σωματική βία από φερόμενο ως εργαζόμενο, αλλά μάλλον μέτοχο της επιχείρησης.


«Αφού δεν παρευρέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, παρενέβη το σωματείο», κατέθεσε η μάρτυρας σε σχέση με την απουσία του ιδιοκτήτη της επιχείρησης, Κουρταλή, από τη διαδικασία που είχε κινήσει η νυν διωκόμενη.


«Είμαι ενεργός από το 2008, εκείνη την περίοδο ήμουν πρόεδρος του σωματείου», κατέθεσε ο πρώτος διωκόμενος ξεκινώντας την απολογία του.


Πώς λειτουργούν; Όταν, ως σωματείο, δέχονται καταγγελίες από εργαζόμενους, επιδιώκουν να τις διασταυρώσουν. Επιπλέον: «Είχαμε δικηγόρους που συνεργαζόμασταν, συμβουλευόμασταν λογιστές».


Όσον αφορά στο Σαλαντίν


«Ήμασταν ενήμεροι για τις εργασιακές συνθήκες. Οι άνθρωποι δούλευαν εντελώς ανασφάλιστοι. Δεν μπαίνουμε σε παζάρια, δεν κάνουμε συζητήσεις με τους εργοδότες. Το βασικό ήταν η επαναπρόσληψη, τα ένσημα και τα δεδουλευμένα». 


Για να συμπληρώσει:


«Είμαστε σωματείο, είμαστε εργαζόμενοι, δεν απειλούμε κανέναν. Δεν αποκλείουμε εισόδους μαγαζιών, ούτε βρίζουμε ή διώχνουμε πελάτη. Δεν έχουμε προσωπική διένεξη. Κι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι ήταν αλληλέγγυοι στις κινητοποιήσεις».


«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μια συναδέλφισσα στο έλεος του κάθε τραμπούκου- εργοδότη ή προϊστάμενου», υπογράμμισε.


«Ο λόγος που έκλεισε έχει να κάνει με τη δράση τη δική σας;», ρώτησε τον διωκόμενο η εισαγγελέας.


«Τα μαγαζιά δεν κλείνουν από τα σωματεία. Είναι επικερδές να κλείσει [ένας ιδιοκτήτης] την επιχείρηση όταν συναντήσει αντιδράσεις και να μείνουν οι εργαζόμενοι στο δρόμο», επεσήμανε εκείνος.


«Η νόμιμη αξίωση δεν είναι εκβιασμός, ο τρόπος, ίσως», σημείωσε η εισαγγελέας, για να διερωτηθεί, στη συνέχεια: «Γιατί να μ’ ενδιαφέρει ως πελάτη ποιες είναι οι εργασιακές συνθήκες;»


«Σε ακραία περιστατικά μπορεί να μοιράσουμε ένα κείμενο. Αυτό ένα κομμάτι της κοινωνίας μπορεί να το ενδιαφέρει», απάντησε ο διωκόμενος.


Σημειωτέον ότι η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν κατάμεστη από μέλη του Σωματείου Σερβιτόρων, Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων του κλάδου του επισιτισμού, καθώς και από πολλούς άλλους αλληλέγγυους.


Η δίκη συνεχίζεται, και κατά πάσα πιθανότητα ολοκληρώνεται, την Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου στο κτίριο 13, αίθουσα 106, των Δικαστηρίων της Ευελπίδων (9 π.μ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου