Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Λούκα Μπελβό: «Η Ακροδεξιά δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εντός μιας λογικής πολέμου»


Πολιτικό φιλμ στην καλύτερη παράδοση του Κεν Λόουτς ή των Νταρντέν, το Αυτή η γη είναι δική μας του Βέλγου Λούκα Μπελβό ανατέμνει τη διαβρωτική «γοητεία» της Ακροδεξιάς. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η ιστορία της δημοφιλούς, αν και φαινομενικά απολίτικης, νοσοκόμας Πολίν (Εμιλί Ντεκέν), που ζει σε μια κωμόπολη του γαλλικού Βορρά και πείθεται να βάλει υποψηφιότητα με τον τοπικό συνδυασμό του εθνικιστικού κόμματος. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την έξοδο της ταινίας του στις αίθουσες από τις 7 Σεπτεμβρίου.

Το Αυτή η γη είναι δική μας είναι ένα πολιτικό φιλμ στην καλύτερη παράδοση του Κεν Λόουτς ή των αδερφών Νταρντέν. Πώς ορίζετε την «πολιτική ταινία» στις μέρες μας και πόσο επηρεαστήκατε από κινηματογραφιστές όπως οι προαναφερθέντες πριν ή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της δουλειάς σας;

Μια πολιτική ταινία είναι μια ταινία που αφορά στην εποχή της, που την περιγράφει, που κουβαλά μια συγκεκριμένη άποψη. Οι χαρακτήρες της πρέπει να εγγράφονται σ’ αυτή την εποχή, να συνδέονται με τα γεγονότα, να επηρεάζονται από αυτά ή να τους εντυπώνονται.

Νομίζω ότι για να είναι μια ταινία πολιτική πρέπει οι προθέσεις της να υπερβαίνουν την ιστορία που θέλει να διηγηθεί, αλλά αυτή η ιστορία δεν πρέπει υποχρεωτικά να συνδέεται άμεσα με την πολιτική.

Μπορούμε, για παράδειγμα, να θεωρήσουμε πως η Γκαρσονιέρα του Μπίλι Γουάιλντερ ή το Πρόγευμα στο Τίφανις του Μπλέικ Έντουαρντς είναι πολιτικά φιλμ.

Ασφαλώς, ο Λόουτς ή οι Νταρντέν είναι αναφορές του είδους, όπως κι ο Κώστας Γαβράς ή άλλοι, αλλά ποτέ δε σκέφτομαι κάποιον συγκεκριμένο, όταν κάνω γυρίσματα. Προσπαθώ να αφηγηθώ την ιστορία και τους χαρακτήρες με τον καλύτερο τρόπο.



Περιγράφετε με ακρίβεια το μετασχηματισμό της Ακροδεξιάς σε μια πιο «πολιτικά ορθή» οντότητα, τουλάχιστον επιφανειακά, η οποία, ωστόσο, δεν προδίδει, ούτε αποκηρύσσει, τις καταβολές της. Αυτό ισχύει τόσο στη Γαλλία, όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα. Διεξήγατε εκτεταμένη έρευνα σχετικά με την ιστορία του Εθνικού Μετώπου κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της ταινίας σας;

Ναι, ασφαλώς. Σχετικά με την ιστορία του, αλλά επίσης και αναφορικά με το τι είναι σήμερα. Γι’ αυτό το λόγο συνεργάστηκα με τον Ζερόμ Λερουά, ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, το Le bloc, που ήταν επίσης πορτρέτο του Εθνικού Μετώπου. Είναι ειδικός σ’ αυτό το ερώτημα. Είχε, εξάλλου, το πλεονέκτημα να ζει στην περιοχή, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, την ήξερε πολύ καλά, και βεβαίως ήξερε πολύ καλά τις ιδιαιτερότητες του Εθνικού Μετώπου σ’ αυτό το μέρος της Γαλλίας. Ήταν σημαντικό, γιατί το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι ένα ομοιογενές κόμμα, μπορεί να αλλάξει το λόγο και το εκλογικό του σώμα σύμφωνα με την κοινωνιολογία των περιοχών, στις οποίες είναι παρόν.



Στο Αυτή η γη είναι δική μας, επανασυνδέεστε με την Εμιλί Ντεκέν, που δίνει την πιθανώς καλύτερη ερμηνεία της από την εποχή της Ροζέτας, στο ρόλο μιας φαινομενικά απολίτικης, χωρίς ταξική συνείδηση και γεμάτης αντιφάσεις νοσοκόμας. Γιατί αποφασίσατε να την αποτυπώσετε με αυτό τον τρόπο; Σε ποιο βαθμό δουλέψατε μαζί στο χτίσιμο του χαρακτήρα της;

Όπως καταλάβατε, η ταινία είναι πολύ «ντοκιμαντερίστικη», και σε κάθε περίπτωση τεκμηριωμένη. Δε θα μπορούσα να περιοριστώ στην εξιστόρηση των φαντασιώσεών μου για το θέμα.

Ο χαρακτήρας της νοσοκόμας εκπροσωπεί ένα μεγάλο εύρος του εκλογικού σώματος και των υποψηφίων του Εθνικού Μετώπου που είναι θύματα της καινούριας ρητορικής του θεωρώντας πως, ενώ τα κόμματα εξουσίας υπήρξαν ανίκανα να αλλάξουν τα πράγματα, μόνο αυτό θα μπορούσε να τα καταφέρει.

Πρόκειται για ανθρώπους στην πλειονότητά τους γεννημένους στη δεκαετία του ’80, οι οποίοι δεν έχουν γνωρίσει τίποτε άλλο πέρα από τη μαζική ανεργία και την κρίση και δεν υπήρξαν πολιτικοποιημένοι. Είναι άνθρωποι που δε γνωρίζουν ή γνωρίζουν λαθεμένα την ιστορία του Εθνικού Μετώπου, από πού προέρχεται, ποιες είναι οι ιδεολογικές του ρίζες. Για εκείνους, είναι το μόνο κόμμα το οποίο δεν έχει ποτέ βρεθεί σε θέση εξουσίας, και γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσει.

Ένα μεγάλο κομμάτι αυτών των ανθρώπων, ας πούμε το 30%, δεν είναι ούτε ρατσιστές, ούτε φασίστες, ούτε καν ακροδεξιοί. Ακόμα περισσότερο, προέρχονται από οικογένειες της εργατικής τάξης, της Αριστεράς. Ορισμένοι είχαν υπάρξει μαχητικοί συνδικαλιστές. Η καινούρια τους δέσμευση είναι απόρροια μιας αίσθησης προδοσίας από τις ελίτ, ότι η κοινωνική κατάσταση είναι όλο και πιο δύσκολη  και, επίσης, μιας ορισμένης αφέλειας. Για το Εθνικό Μέτωπο είναι πολύ χρήσιμοι, επειδή δίνουν μια δημοφιλή εικόνα του κόμματος: συμπαθητικού, κοντά στους ανθρώπους, στο «λαό».



Γι’ αυτό, έπρεπε να βρω μια ηθοποιό ταυτόχρονα συμπαθητική, δημοφιλή και που την νιώθουμε ικανή, την ίδια στιγμή, να αφοσιωθεί και να θυμώσει. Είχαμε ξανασυνεργαστεί για την προηγούμενη ταινία μου Pas son genre, την οποία είχαμε γυρίσει στην ίδια περιοχή. Εμπνεύστηκα τους χαρακτήρες του Αυτή η γη είναι δική μας από το Pas son genre.

Πόσο σημαντική ήταν η επιλογή της τοποθεσίας σε σχέση με το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, το οποίο μυθοπλαστικά αναδημιουργείτε;

Η περιοχή όπου εκτυλισσόταν η ιστορία ήταν σημαντική, γιατί το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι το ίδιο στο Βορρά με το Νότο της Γαλλίας.

Είναι ένα λαϊκιστικό κόμμα, προσαρμόζει το λόγο του ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται. Η κοινωνιολογία του Βορρά και της Ανατολής της Γαλλίας δεν είναι ίδια με εκείνη των μεσογειακών περιοχών. Δεν έχουν την ίδια ιστορία, πολιτική ή κοινωνική, την ίδια κοινωνιολογία. Οικονομικά δεν υπάρχουν αναγκαστικά οι ίδιες προβληματικές, ούτε οι ίδιες προσδοκίες. Αντιλαμβανόμαστε ότι δύο πολιτικές γραμμές έρχονται αντιμέτωπες εντός του κόμματος, κι οι δύο αυτές τάσεις αναδύονται και γεωγραφικά.

Αφηγούμενος μια ιστορία, η οποία συμβαίνει στο Βορρά, αναφέρομαι σε μια τάση του κόμματος, την πιο πρόσφατη, αυτή που προσελκύει τους περισσότερους από τους καινούριους ακτιβιστές. Είναι αυτή, η οποία είναι αυτή τη στιγμή περιθωριοποιημένη εντός των ηγετικών κλιμακίων του κόμματος.



Η ταινία σας προκάλεσε ορισμένες έντονες αντιδράσεις, κυρίως από την πλευρά του Εθνικού Μετώπου. Τις περιμένατε ή σας ένοιαζαν καθόλου;

Ναι, περίμενα πολύ ζωηρές αντιδράσεις, αλλά η βιαιότητά τους με εξέπληξε, γιατί τις φανταζόμουν πιο «έξυπνες». Στην πραγματικότητα, ο λόγος τους, εξαιρετικά βίαιος, απευθύνεται αποκλειστικά στη βάση του κόμματος. Ήταν ένας τρόπος να πουν στους ακτιβιστές τους τι έπρεπε να σκεφτούν και να πουν για το φιλμ. Κι όλα αυτά χωρίς να το δουν. Πρόκειται για τον κλασικό τρόπο λειτουργίας ενός ολοκληρωτικού κόμματος.

Αν και η Μαρίν Λε Πεν απέτυχε να κερδίσει στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, η έκβασή τους αποκάλυψε μια βαθιά διχασμένη κοινωνία. Κατά τη γνώμη σας, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά η Ακροδεξιά- σε όλες της τις μορφές και με όποια ονόματα χρησιμοποιεί- σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο;

Νομίζω πως πρέπει να αποδείξουμε συστηματικά- με πράξεις, με αναλύσεις, με παραδείγματα- σε ποιο βαθμό οι απλουστευτικές λύσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σ’ ένα κόσμο και μια κοινωνία με όλο και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, καταδεικνύοντας, επίσης, ότι τα μέτρα που προτείνει είναι επικίνδυνα.

Η Ακροδεξιά δεν είναι μόνο αντιδραστική, αν θεωρήσουμε πως ο αρχαίος κόσμος είναι αναγκαστικά το μόνο έγκυρο μοντέλο, αλλά είναι επίσης και βίαιη, γιατί οραματίζεται τον κόσμο μόνο με όρους σύγκρουσης. Δε γνωρίζει παρά μόνο φίλους ή εχθρούς. Όχι συνομιλητές, με τους οποίους αντιπαρατίθεται, συζητά, αλλά μονάχα εχθρούς που πρέπει να πολεμήσει. Για την Ακροδεξιά, η αντίφαση είναι μια επίθεση. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εντός μιας λογικής πολέμου, δεν έχει άλλη προοπτική. Γι’ αυτό και θα είναι πάντα επικίνδυνη.

Ευχαριστώ θερμά την Anne Hermeline, υπεύθυνη Τύπου του καλλιτεχνικού πρακτορείου που εκπροσωπεί τον σκηνοθέτη, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Λούκα Μπελβό Αυτή γη είναι δική μας προβάλλεται από τις 7 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Weird Wave.

Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

Gentian Koçi: “I wanted to give the feeling of oppression coming from above”


Daybreak, the remarkably confident and at times reminiscent of the Dardenne Brothers debut feature by Albanian director Gentian Koçi, explores with subtlety the struggle of a woman (Ornela Kapetani) with her baby son to survive at all costs in contemporary Albania. The film had its world premiere at the 23rd Sarajevo Film Festival, where Ornela Kapetani deservedly received the Best Actress award. We sat down with Gentian Koçi shortly after the press screening of his film.

Why did you choose to focus on a female character, to start with? What was so intriguing about that?

It was more of a spontaneous, intuitive choice. Now that I think of it, it could also have been a male character. Having finished the film, I keep asking myself “How can a father with a young son react in situations like these?” It would have been an interesting story, if it was based on a male character, but a different one. In social terms, of course, the struggle of a woman to survive is much more complicated and difficult. Maybe this is one of the reasons why I chose a female character.

It’s much more difficult for a woman to achieve her goals, as well.

The obstacles are numerous and much bigger, according to my point view, comparing to those faced by men. But the male character would have been transformed in a totally different story with a different narrative style.



Was, then, the narrative style influenced by the choice of your lead actress, Ornela Kapetani? Did she contribute to the formation of her own character?

First of all, I finished the script and then started looking for actresses. I conducted a lot of auditions and interviews, but, when I saw Ornela Kapetani for the first time, I was almost convinced that she was the one for Leta’s character. She also liked the script a lot, and then we had to work together, because incarnating this character was a very difficult process. We worked up to six-seven months before shooting. We had to be very careful, because her character needed to be built within a specific social context, as well as bear some psychological signs. We really had to keep her at a borderline between the social and the psychological.

She’s a person determined to survive at all costs. What is particularly intriguing in your narrative approach is that there are things which one must guess that happen, either outside the frame or inside her psyche.

In my communication with the audience I put enormous value to what is outside the frame.

Still, Daybreak is a film firmly placed within the context of the contemporary Albanian society. How influenced are you from it as both a director and someone living inside it?

My approach to the film is from a universal perspective, which means that it doesn’t only refer to the Albanian society. What makes it universal, in terms of communicating with larger audiences, is the fact that it deals with the inner human struggle. Of course I got the idea from where I live, my daily observation, my interrelation with people in Albania; their portraits in the streets, the way they react or behave. It is inspired by the everyday life. There is also a political statement in this film, because I wanted to give the feeling of oppression coming from above and, since the people have no other alternative, they somehow start to fight against each other. It’s a statement about a system pressing with much persistence on the Albanian people.



With regard to the Albanian cinema, not many films are being made or screened at festivals or commercially worldwide. I assume, therefore, that your effort, too, must have been quite hard to materialize. Is that so?

It’s much more difficult for Albanian films to have an international visibility, because the production is low. However, we have a very rich cinematic history, but very few people internationally know this treasure, since we were completely isolated for 45 years. This makes our work, my work, more difficult, because it is as if the Albanian filmmakers come up with a very low symbolic capital and hard work is required, so that they are visible. It’s also very difficult for Albanian films to have their world premieres at very important European festivals.

I have to say, though, that even if we haven’t produced so many films, since 1990 we have very good works by Albanian filmmakers, who have had the opportunity to share them with international audiences.

I guess that the co-production element, the co-operation with Graal Films, helped in the completion of the film.

The co-production process with Graal Films was very important for the completion of this project. They read the script, they liked it a lot and, ever since, we were on the same “boat”. The only “condition” was that they, too, wanted the film to be completed. Then, Graal could raise some money from the Greek Film Centre, so I had the chance to have part of my artistic group from Greece, for example the DoP, Ilias Adamis. All the post production services were carried out in Greece.

Is this your second time in Sarajevo?

This is my second time in the city as a film director. The first was 3 years ago within the framework of the CineLink Co-Production Market. We were selected among 14 other projects for development and financing.

How does it feel being here?

Being part of the Competition or this Festival, in general, feels very good and somehow important. And the organizers of it are very welcoming and friendly people. The atmosphere of the city during these days feels really familiar. So, I’m indeed happy to present my work in Sarajevo.



Let’s hope that Daybreak will manage to travel as far and wide as possible! Are there plans for further festival screenings?

I cannot announce the confirmations publicly, because they are not official yet. At the same time, our film production company tries very hard to promote it to more festivals.

I would like to warmly thank Gentian Koçi for his time and Blerina Hankollari, his wife and business partner, for her valuable contribution to the interpretation of his responses in English.

More information on the film can be found at: https://www.widemanagement.com/daybreak

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

«Όχι» στην αποφυλάκιση των Ηριάννας Β.Λ. και Περικλή Μ. από το Πενταμελές Εφετείο


«Όχι» στην αποφυλάκιση των Ηριάννας Β.Λ. και Περικλή Μ. είπε τη Δευτέρα 17 Ιουλίου το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (Τμήμα Αναστολών) με πλειοψηφία 3-2, λειτουργώντας ως προέκταση της Αντιτρομοκρατικής και αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πόσο «κουφή», «τυφλή», πολιτική και βαθιά ταξική παραμένει η αστική «Δικαιοσύνη». Απορριπτική ήταν και η πρόταση του εισαγγελέα Προβατάρη.

Η ετυμηγορία προκάλεσε εντάσεις μέσα κι έξω από την ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, οι οποίες κορυφώθηκαν το ίδιο βράδυ με δυναμική πορεία εκατοντάδων αλληλέγγυων στους έγκλειστους, που συνοδεύτηκε από εκτεταμένες φθορές σε τζαμαρίες καταστημάτων επί της οδού Ερμού.

Η εκδίκαση των αιτημάτων της Ηριάννας Β.Λ. και Περικλή Μ. για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης ποινής 13 ετών, η οποία τους έχει επιβληθεί για ένταξη στην οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και διακεκριμένη οπλοκατοχή βάσει σαθρότατων δειγμάτων γενετικού υλικού, ξεκίνησε με αρκετή καθυστέρηση λίγο πριν τις 2 το μεσημέρι.

Η προκλητική παρουσία πάνοπλων κουκουλοφόρων ΕΚΑΜιτών προξένησε την έντονη δυσφορία του ακροατηρίου και την «έκρηξη» της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που ήταν παρούσα, η οποία δήλωσε:

«Παρακαλώ στο όνομα της Δικαιοσύνης αυτή η εικόνα να πάψει. Υπερασπίζομαι τη Δικαιοσύνη όπως κι εσείς».

«Δεν είμαι αντίπαλος με κανένα. Ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση δεν έχω με κανέναν. Αν θέλετε να το “χοντρύνετε”, η υπόθεση θα αναβληθεί», την «απείλησε» η πρόεδρος.

Σχεδόν 3.5 ώρες αργότερα αποδείχτηκε περίτρανα ότι η πλειοψηφία της έδρας αντιμετώπισε με τον πιο απροκάλυπτα πολιτικό τρόπο την Ηριάννα Β.Λ. και τον Περικλή Μ. επιβεβαιώνοντας τον εγκλεισμό τους όχι γιατί έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα, αλλά γιατί κι αυτοί συνιστούν «εσωτερικό εχθρό» που πρέπει να εκμηδενιστεί με κάθε τρόπο.

«Είμαι 29 χρονών. Τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής μου είναι αφιερωμένα στο χτίσιμο μιας σχέσης με το Πανεπιστήμιο. Ήταν επιλογή ζωής», υπογράμμισε η Ηριάννα Β.Λ., υποψήφια διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ και συνεργάτις στο Διδασκαλείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας, διευκρινίζοντας πως η παράταση του εγκλεισμού της καταστρέφει αυτή της τη σχέση.

Στη συνέχεια, η πρόεδρος απευθύνθηκε στον Περικλή Μ., απόφοιτο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου:

«Γιατί ζητάτε αναστολή εκτέλεσης της ποινής;», τον ρώτησε.

«Επειδή έχω σοβαρό πρόβλημα υγείας», της απάντησε.

«Στη ζωή μου έχω εργαστεί σε διάφορα επαγγέλματα κι έχω ένα πτυχίο που θέλω να αξιοποιήσω», συμπλήρωσε.

Ο Περικλής Μ. πάσχει από σπάνια πάθηση πνευμονολογικής φύσης, η οποία δεν είναι αντιμετωπίσιμη με φαρμακευτική αγωγή και, μέχρι στιγμής, δεν είναι ιάσιμη.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης της Ηριάννας Β.Λ.

«Το παιδί αυτό εργάζεται κοντά μας 2.5 χρόνια. Η σχέση της με το Πανεπιστήμιο είναι σχέση που την έχτισε βάσει των εξαιρετικών επιδόσεων και του χαρακτήρα της. Είναι στη φάση εκπόνησης της διδακτορικής της διατριβής», κατέθεσε για την Ηριάννα Β.Λ. η Μαρία Ιακώβου, επίκουρη καθηγήτρια του Τομέα Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ.

(Πρόεδρος) Η συνεργασία είναι αμειβόμενη;

(Μάρτυρας) Εφόσον οι αξιολογήσεις είναι τόσο εξαιρετικές, θέλουμε να συνεχίσουμε.

(Πρόεδρος) Στο σχολείο που διδάσκει ελληνικά σε ξένους, πόσα άτομα απασχολούνται;

(Μάρτυρας) Αυτή τη στιγμή 7 άτομα. Οι ωρομίσθιοι φτάνουν τα 20 άτομα. Επιλέγουμε πάντα τους καλύτερους. Έχουμε μια εξαιρετική απόφοιτη που σε όλα της ήταν πάντα πάνω από το μέσο όρο.

Στη συνέχεια κατέθεσε η Αμαλία Μόζερ, καθηγήτρια του Τομέα Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ και επιβλέπουσα της Ηριάννας Β.Λ. στο πλαίσιο της εκπόνησης της διδακτορικής της διατριβής.

«Δεν είναι δυνατόν να κάνει διατριβή μέσω διαδικτύου», διευκρίνισε.

(Θεόδωρος Μαντάς-συνήγορος υπεράσπισης Ηριάννας Β.Λ.) Είναι υποχρεωτική η παρουσία της Ηριάννας στο Πανεπιστήμιο;

(Μάρτυρας) Ναι.

(Θεόδωρος Μαντάς) Εφόσον είναι δυνατόν να διασφαλιστεί η πρόσβαση στο διαδίκτυο [κατά τη διάρκεια της κράτησης], μπορεί να συνεχίσει την εκπόνηση της διατριβής;

(Μάρτυρας) Όχι. Ούτως ή άλλως η έρευνα μέσω υπολογιστή δεν είναι δυνατή και δεν είναι δυνατόν να έχει πρόσβαση στο δίκτυο του Πανεπιστημίου Αθηνών από αλλού.

«Χτίζει ένα ακαδημαϊκό και εργασιακό δρόμο βασισμένο πάνω στην επιστήμη που τη λατρεύει. Είμαστε περήφανοι για τα επιτεύγματά της. Της κόπηκε αυτός ο δρόμος. Ευχή μου είναι να μπορέσει να συνεχίσει αυτό που έκανε όλα αυτά τα χρόνια», κατέθεσε η μητέρα της Ηριάννας Β.Λ.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του Περικλή Μ.

«Δεν υπάρχει φαρμακευτική αντιμετώπιση», σχολίασε, στη συνέχεια, γιατρός πνευμονολόγος για την πάθηση του Περικλή Μ. «Το κάπνισμα απαγορεύεται. Αυτό, και το στρες», συμπλήρωσε.

«Αν δεν είναι σε κατάλληλες συνθήκες, υπάρχει περίπτωση να πάθει τέλεια πνευμονική ανεπάρκεια», κατέληξε.

Είναι εύκολα αντιληπτό πόσο σοβαρό κίνδυνο διατρέχει ο Περικλής Μ. με την παράταση της κράτησής του σε ένα χώρο, όπου κάθε άλλο παρά διασφαλίζεται η τακτική παρακολούθηση της υγείας του και η παροχή της απαραίτητης ιατρικής φροντίδας.

«Είναι ένα παιδί “άγγελος”. Όλοι τον αγαπούνε και του λένε “πότε θα έρθεις να ανοίξεις το μαγαζί σου στο χωριό;”», κατέθεσε ο θείος του διωκόμενου.

«Άκουσα τις καθηγήτριές μου και την μητέρα μου να μιλάνε για την ακαδημαϊκή μου πορεία. Αυτή είναι η μισή μου ζωή. Η άλλη μισή είναι η εργασία μου, για την οποία αμείβομαι καλά. Διδάσκω και στο Διδασκαλείο και σε πρόσφυγες. Είμαι και εκπαιδεύτρια σε ξένους φοιτητές ξένων πανεπιστημίων για εξ απόστασης εκμάθηση ελληνικών. Ήταν εργασίες που θα τις ζήλευαν πολλοί συνάδελφοί μου. Κόπιασα για να τις κατακτήσω», υπογράμμισε η Ηριάννα Β.Λ.

Για να συνεχίσει:

«Από την 1η Ιούνη μου στερήθηκαν οι εργασίες και η ακαδημαϊκή μου διαδρομή. Είμαι ένας άνθρωπος που από το πουθενά του στερούν τη δυνατότητα να συνεχίσει τα όνειρά του. Νιώθω ιδιαίτερα προσβεβλημένη».

«Δε μου αντιστοιχεί σε κανένα επίπεδο η θέση, στην οποία βρίσκομαι. Το ψυχολογικό βάρος είναι τεράστιο. Δεν μπορώ να είμαι παράνομος, για να ανοίξω μαγαζί», δήλωσε, από την πλευρά, του ο Περικλής Μ.

Η πρόταση του εισαγγελέα Προβατάρη

Μετά τη διακοπή, ο εισαγγελέας Προβατάρης, χωρίς να διαφοροποιηθεί στο ελάχιστο από τις απορριπτικές προτάσεις τις οποίες είχε κατά τρόπο «καρμπόν» και με μηδενική τεκμηρίωση διατυπώσει για τις υποθέσεις που προηγήθηκαν, ζήτησε να απορριφθούν και τα αιτήματα των 2 διωκόμενων.

Σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της εκπόνησης του διαδακτορικού της Ηριάννας Β.Λ,, δήλωσε πως «δε συντρέχει το στοιχείο της υπέρμετρης και ανεπανόρθωτης βλάβης, εφόσον μπορεί να διεξαχθεί σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα».

«Η διδασκαλία είναι αμειβόμενη, αλλά δε συνδέεται με την έναρξη έκτισης της ποινής. Η επαγγελματική δραστηριότητα βρίσκεται σε ανάσχεση, αλλά δε συνιστά υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη», πρόσθεσε.

«Κι αν αφεθεί ελεύθερη, είναι πολύ πιθανό να τελέσει όμοια αδικήματα», κατέληξε σε σχέση με την Ηριάννα Β.Λ., χωρίς, φυσικά, να μπορεί ή να θέλει να τεκμηριώσει την εικασία του. Καλά να είναι η Αντιτρομοκρατική και η ακατάβλητη επιδίωξή της να κατασκευάζει ενόχους και «τρομοκράτες».

«Η παραμονή του σε κατάστημα κράτησης δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μέριμνα που πρέπει να λαμβάνεται για την πάθησή του», παρατήρησε για τον Περικλή Μ., σε μια έξαρση βαναυσότητας και ελαφρότητας.

«Οι επιπλοκές της νόσου δεν είναι βέβαιο ότι θα επέλθουν», συμπλήρωσε σαδιστικά.

Κατά τον «νομομαθή» εισαγγελέα, και ο Περικλής Μ. είναι εξίσου ύποπτος τέλεσης νέων αδικημάτων.

Οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης

«Ενδεχομένως κάποιοι να μη βλέπουν στο πρόσωπο της Ηριάννας το δικό τους παιδί», σχολίασε δηκτικά ο συνήγορός της Θεόδωρος Μαντάς.

Αφού παρέθεσε σωρεία δικαστικών αποφάσεων, κυρίως σχετιζόμενων με οικονομικά αδικήματα, με ανασταλτικό αποτέλεσμα, χωρίς η πρόκληση υπέρμετρης και ανεπανόρθωτης βλάβης να αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο, διευκρίνισε ότι «δεν ήρθαμε εδώ ως ικέτες», καλώντας την έδρα να εφαρμόσει «την οικεία διάταξη και στην περίπτωση της Ηριάννας».

«Από την αρχή της ενήλικης ζωής τους δεν ήταν παραβατικοί, δεν παράγουν κίνδυνο», επισήμανε ο Νίκος Δαμασκόπουλος, συνήγορος του Περικλή Μ. αναφερόμενος και στους 2.

«Μπορεί να αποτελεί κίνδυνο επανένταξης στην οργάνωση; Η πράξη αποδεικνύει το αντίθετο. Ήταν απολύτως νομοταγής πολίτης», συνέχισε.

«Δεν μπορούμε την όποια πιθανότητα έχουμε στο μυαλό μας ως ακραίο ενδεχόμενο να την αναγάγουμε σε ακραία πιθανολόγηση», πρόσθεσε.

Αφού υπογράμμισε ότι η υγεία του εντολέα του κινδυνεύει περισσότερο στη φυλακή, έκανε έκκληση στην έδρα να προβεί σε διόρθωση του σφάλματος της πρωτόδικής απόφασης και σε μετριασμό της υπερβολής.

Η απόφαση

Κωφεύοντας στα κελεύσματα της νομικής επιστήμης, της ηθικής και της κοινής λογικής, και συντασσόμενη με τις επιταγές των πιο σκοτεινών κύκλων της Αντιτρομοκρατικής, η έδρα με πλειοψηφία 3-2 απέρριψε τα αιτήματα της Ηριάννας Β.Λ. και του Περικλή Μ.

Η ανακοίνωση της απόφασης στις 17:20 το απόγευμα προκάλεσε τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των αλληλέγγυων.

«SS SS, μπάτσοι δικαστές», ήταν το ταιριαστό σύνθημα που δόνησε την αίθουσα, για να ακολουθηθεί από τη ρίψη πλαστικών μπουκαλιών, τα οποία, ωστόσο, δε βρήκαν το στόχο τους, καθώς η έδρα αποχώρησε σαν κυνηγημένη λίγα δευτερόλεπτα μετά την εκφώνηση της ετυμηγορίας.

Η ένταση μεταφέρθηκε έξω από το Εφετείο Αθηνών και επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου δεκάδες αλληλέγγυοι διέκοψαν την κυκλοφορία φωνάζοντας συνθήματα και πυρπολώντας κάδους.

Η τελευταία «πράξη» της χτεσινής μέρας παίχτηκε λίγες ώρες αργότερα με μια δυναμική πορεία εκατοντάδων αλληλέγγυων στο κέντρο της Αθήνας, που συνοδεύτηκε από εκτεταμένες φθορές σε τζαμαρίες καταστημάτων επί της οδού Ερμού.

Μέχρι την απελευθέρωση, πάντως, των 2 διωκόμενων, θυμάτων των εκδικητικών εξουσιαστικών μηχανισμών, το ευρύτατο «κύμα» συμπαράστασης, το οποίο εκδηλώθηκε στο πρόσωπό τους, δεν αναμένεται να καταλαγιάσει.

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Τζαν Ντουντάρ «Μας συνέλαβαν!-Μια μαρτυρία από τη φυλακή»


Διεθνώς καταξιωμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Τζαν Ντουντάρ είναι ένας από τους πλέον ασυμβίβαστους εκπροσώπους μιας δημοκρατικής, εκκοσμικευμένης και φιλοευρωπαϊκής Τουρκίας, κι ένας άνθρωπος που διαρκώς μας υπενθυμίζει ότι η άσκηση της πραγματικής δημοσιογραφίας ισοδυναμεί συχνά με τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του δημοσιογράφου- ή και της ζωής του.

Αρχισυντάκτης μέχρι τον Αύγουστο του 2016 της αντιπολιτευόμενης κεντροαριστερής εφημερίδας Τζουμχουριέτ, ο Τζαν Ντουντάρ συνελήφθη το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου μαζί με τον Ερντέμ Γκιουλ, υπεύθυνο του γραφείου της εφημερίδας στην Άγκυρα, κατηγορούμενος για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, κατασκοπεία και αποκάλυψη εμπιστευτικών εγγράφων.

«Έγκλημά» του- και της εφημερίδας συνολικά- ήταν η δημοσιοποίηση με ενυπόγραφο άρθρο του ίδιου στις 29  Μαΐου του 2015 της σκανδαλώδους διαδικασίας παράδοσης όπλων από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες σε ισλαμιστές στη Συρία, η οποία τεκμηριωνόταν με τη χρήση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού.

Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Ερντογάν, που έσπευσε να στοχοποιήσει τον Ντουντάρ απειλώντας τον ότι θα πλήρωνε «βαρύ τίμημα» για το άρθρο του.

Το «βαρύ τίμημα» άρχισε να «εξοφλείται» με τη φυλάκιση του ίδιου και του Ερντέμ Γκιουλ επί 92 μέρες στη φυλακή της Σηλυβρίας, απ’ όπου εντέλει αφέθηκαν ελεύθεροι στις 26 Φεβρουαρίου του 2016.

«Καρπός» αυτού του τρίμηνου εγκλεισμού υπήρξε το βιβλίο Μας συνέλαβαν!-Μια μαρτυρία από τη φυλακή, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κριτική.

Διαρθρωμένο σε 37 ολιγοσέλιδα και περιεκτικά κεφάλαια, με την προσθήκη ενός προλόγου για την ελληνική έκδοση, μιας εισαγωγής κι ενός επιμέτρου, το οποίο περιλαμβάνει μια συνέντευξή του με την δημοσιογράφο Τέτα Παπαδοπούλου, το Μας συνέλαβαν! συνιστά ένα αξιοζήλευτο συγγραφικό επίτευγμα.

Γραμμένο εξολοκλήρου στη φυλακή, πρόκειται για ένα λαμπρό και βαθιά αναστοχαστικό δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας με λογοτεχνικές αρετές, διανθισμένο με αιχμηρό και οξύ κοινωνικο-πολιτικό σχολιασμό, χιούμορ και σαρκασμό, το οποίο βρίσκεται σε διαρκή «συνομιλία» με την ιστορία της Τουρκίας, παλαιότερη και σύγχρονη, καθώς και με άλλα κείμενα εγκλείστων ανά τον κόσμο.

Η χωροταξία της φυλακής, η καθημερινότητα της εκεί διαβίωσης, οι μικρές «ανάσες» ελευθερίας, το κίνημα αλληλεγγύης- διεθνές και εγχώριο-, οι ανησυχίες, οι σκέψεις, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και μεταπτώσεις του Τζαν Ντουντάρ καταγράφονται και αναπλάθονται συγγραφικά με υποδειγματική διαύγεια και οικονομία ύφους, χωρίς να εκπίπτουν σε «γλυκερό» συναισθηματισμό ή συνθηματολογικό καταγγελτικό λόγο.

Πολίτης μιας χώρας που «προσπαθεί να διασώσει τη δημοκρατία, καθώς βρίσκεται πάνω σ’ ένα επικίνδυνο εκκρεμές, το οποίο ταλαντεύεται επικίνδυνα ανάμεσα στον στρατώνα και το τέμενος», ο Τζαν Ντουντάρ, που από τον Ιούνιο του 2016 ζει στη Γερμανία με ένα ένταλμα σύλληψης να εκκρεμεί σε βάρος του, μας καλεί να υποστηρίξουμε τον «αγώνα επιβίωσης που δίνουν οι δημοκρατικές δυνάμεις στην Τουρκία».

Ας τον αφουγκραστούμε- πριν είναι για όλους μας αργά. 

Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Ένκε Φεζολλάρι: «Είμαι εργάτης της τέχνης, και χρειαζόμαστε εργάτες της τέχνης»


Σκηνοθετημένη από τον ταλαντούχο αλβανικής καταγωγής θεατρικό σκηνοθέτη και ηθοποιό Ένκε Φεζολλάρι, η παράσταση Ορκισμένη παρθένα αποτελεί μια απογυμνωμένη, τραχιά και σκοτεινή εκδοχή του ομότιτλου μυθιστορήματος της Ελβίρα Ντόνες, από το οποίο εμπνέεται.

Με πρωταγωνίστρια την Χάνα/Μαρκ που, υποτασσόμενη σε μια αρχέγονη αλβανική παράδοση, αποποιείται τη γυναικεία φύση της ορκιζόμενη παρθενία, προκειμένου να ζήσει ελεύθερη, η παράσταση παρουσιάζεται στις 13 και 14 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2017. Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη την επομένη μιας από τις τελευταίες πρόβες, όπου είχα την ευχαρίστηση να παραστώ.

Τι σε κέντρισε στο μυθιστόρημα της Ελβίρα Ντόνες Ορκισμένη παρθένα, απ’ όπου αντλεί την έμπνευσή της η ομότιτλη παράσταση, την οποία σκηνοθετείς;

Το ότι κάποιος επιλέγει το κοινωνικό του φύλο, την κοινωνική του ταυτότητα και αποποιείται τη φύση του είναι τραγικό. Τι τον κάνει να διαλέξει κάτι τέτοιο σε μια κοινωνία που έχει αυτή την πατριαρχική δομή- μέσα στα βουνά, τη φτώχεια, τις βεντέτες; Όλο αυτό το «φολκλόρ» έχει «ζουμί».

Αυτό συνδέεται και με τη δικιά σου εμπειρία ως αρχικά «ξένου» σε μια κοινωνία όπως η ελληνική;

Σαφώς. Τα έργα, με τα οποία έχω μέχρι στιγμής καταπιαστεί, έχουν ως επίκεντρο τον άνθρωπο, αλλά και την πολιτική διάσταση των πραγμάτων. Η Ορκισμένη παρθένα είναι ένα πολύ φεμινιστικό, πολύ βίαιο έργο, που φέρει την ταυτότητα του ξένου.

Έχεις, δηλαδή, χρειαστεί ή αναγκαστεί να αποποιηθείς στοιχεία της ταυτότητάς σου σε οποιοδήποτε επίπεδο, προκειμένου είτε να επιβιώσεις, είτε απλώς να προσαρμοστείς καλύτερα οπουδήποτε;

Πολλές φορές επιλέγουμε μια κοινωνική ταυτότητα, προκειμένου να επιβιώσουμε στο χώρο εργασίας. Ας μην ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε το πρώτο κύμα μεταναστών από την Αλβανία. Αυτό με συγκινεί στο έργο, το ότι κάνω ταξίδι σε κάτι, μέσα από το οποίο κοιτάζω κι εγώ το παρελθόν μου.

Συνεπώς η παράσταση έχει και μια ενδοσκοπική, αναστοχαστική διάσταση.

Οπωσδήποτε.

Το κείμενο πότε σου έγινε γνωστό;

Φέτος, οπότε είδα και την ταινία της Laura Bispuri. Ουσιαστικά, διατηρήσαμε με την Μαρία Σκαφτούρα τη σκαλέτα του κειμένου. Μετά, ξαναφτιάχτηκαν οι σχέσεις και επέλεξα να κρατήσουμε τις πιο ακραίες μορφές τους, ώστε να βιώσει ο θεατής εντονότερη συναισθηματική φόρτιση και να «μπει» πιο εύκολα στην ιστορία, χωρίς να εκβιάσουμε το συναίσθημά του.

Συνειδητοποιώντας, ταυτόχρονα, πως και τα θεωρούμενα «δημοκρατικά» καθεστώτα εγκυμονούν, με τη σειρά τους, άλλα δεσμά και βιασμούς, εντός κι εκτός εισαγωγικών.

Επρόκειτο για την οδύσσεια ενός ανθρώπου σ’ ένα βίαιο κόσμο, όπου, ακόμα και σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, τελικά αυτά τα σώματα θάβονται και οι άνθρωποι και η ελευθερία τους καταπιέζονται.

Τελικός στόχος της παράστασης είναι η διερεύνηση του πώς μπορεί ένας άνθρωπος να κρατήσει ένα αμόλυντο κομμάτι μέσα σε ένα συνεχή σπαραγμό- κοινωνικό, ανθρώπινο, σεξουαλικό, φυλετικό- και κατά πόσο τα καταφέρνει ή όχι.



Υποδειγματική βρίσκω την ερμηνεία της Παρθενόπης Μπουζούρη, της πρωταγωνίστριας, στο διπλό ρόλο της Χάνα/Μαρκ. Γνωρίζεστε καιρό;

Με την Παρθενόπη γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια καλλιτεχνικά. Σε φιλικό επίπεδο μας ένωσε η ιδέα να κάνουμε κάτι μαζί κι έπειτα την προτείναμε στο Φεστιβάλ χωρίς να ξέρουμε αν θα μας πάρουν. Mε ενδιέφεραν και προσωπικά οι ορκισμένες παρθένες ως θεματική και ήθελα να κάνω κάτι που να αφορά σε αυτή τη μυστηριώδη ιστορία. Έτσι νομίζω ότι «κούμπωσε».

Ποια ήταν η σχέση σου με τους ηθοποιούς συνολικά;

Πολύ καλή. Σαφώς δουλέψαμε πολύ ως ομάδα. Έπειτα, μελέτησαν πολύ την ιστορία της Αλβανίας. Έγινε ένα workshop που αποτέλεσε τεράστιο ταξίδι για όλους τους ηθοποιούς.

Εντέλει, η παράσταση κινείται σε μια ντοκιμαντερίστικη οδό, παρά λογοτεχνική, πραγματευόμενη τη θέση της γυναίκας σ’ ένα κόσμο αντρών, όπου οι άντρες είναι οι κακοί κι εκείνες οι καλές, σχηματικά μιλώντας. Είναι μια εποποιία της Αλβανίας, η οποία θυμίζει αρχαία τραγωδία.

Μινιμαλιστική εποποιία, ωστόσο, ακόμα και σκηνογραφικά, με το μπετόν και τη λαμαρίνα να κυριαρχούν.

Η γραμμή μου ήταν να μην υπάρχει ούτε καναπές ή καρέκλα. Το σκηνικό είναι ένα “no man’s land”- ένα σώμα είναι κι αυτό, ανολοκλήρωτο: το ημίφως, τα χαλάσματα, οι σκάφες.

Δυσκολεύτηκες να βρεις τη θέση σου στο θεατρικό πεδίο, δεδομένων των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων έναντι των «ξένων»;

Είχα καλό ξεκίνημα ως ηθοποιός δουλεύοντας με αρκετούς ενδιαφέροντες σκηνοθέτες. Πήρα από αυτούς, όπως από την Ρούλα Πατεράκη και τον Σωτήρη Χατζάκη. Εργάστηκα, επίσης, ως σκηνοθέτης, γιατί δεν ήθελα να περιοριστώ σε μια συγκεκριμένη πορεία. Εξού κι έχω κάνει δουλειές και με «εμπορικούς» ηθοποιούς και με ποιοτικούς. Για μένα δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε «ποιοτικό» κι «εμπορικό», αλλά καλός και κακός, διανοούμενος και αμόρφωτος ηθοποιός. Ήταν πρόκληση να δουλέψω με έναν ηθοποιό που έχει εμπορική ταυτότητα και να προσπαθήσω να βγάλω τον καλύτερο εαυτό του. Και το αντίστροφο. Τα στεγανά δεν ισχύουν.



Τι ισχύει;

Όταν σηκώνεις το «λάβαρο» της ανεξαρτησίας, όπως έλεγε και η Λιλή Ζωγράφου, σαφώς συναντάς πολλές δυσκολίες. Έχω κατέβει σε πορείες, έχω κάνει αντιρατσιστικά, πολιτικά, κομμουνιστικά έργα- για μένα η τέχνη είναι πέρα από αυτά. Εξ αρχής με ενδιέφερε ο άνθρωπος, η ελευθερία, η ταυτότητα, η αναζήτησή του. Με ενδιαφέρει στο θέατρο να φτιάξουμε μια ιστορία που θα συγκινήσει τον θεατή ή θα τον κάνει να γελάσει. Η αφύπνιση, λοιπόν. Στρατευμένη τέχνη; Το οτιδήποτε είναι στρατευμένο.

Ποια είναι η ματιά σου στην τέχνη;

Με ενδιαφέρει μια πιο τσεχοφική ματιά. Αγαπάω τον ηθοποιό, αγαπάω τον άνθρωπο. Έχω στενό κεφάλι και πίστη σ’ αυτό που κάνω, έχω ιδρώσει γι’ αυτό που κάνω. Είμαι εργάτης της τέχνης, και χρειαζόμαστε εργάτες της τέχνης. Το ζήτημα είναι πώς θα κάνουμε τον κόσμο να έρθει στο θέατρο, να μη βλέπει Survivor. Ελπίζω σε μια ουτοπία. Πιστεύω ότι η τέχνη αλλάζει τον άνθρωπο, αλλά πρέπει να υπάρχει και μια συνθήκη, δε φτάνει μια παράσταση.

Κοινωνική συνθήκη;

Φυσικά. Όλα ξεκινούν από την παιδεία, την κουλτούρα, την οικογένεια, τη γειτονιά, το παρκάκι. Να βρει ο καθένας μας έναν τρόπο ζωής που θα βοηθά τον εαυτό του και τους άλλους. Να δίνει τα βιβλία του δεξιά κι αριστερά ή να καλεί σε δωρεάν παραστάσεις, για παράδειγμα. Δεν πιστεύω πια στη συσπείρωση.

Είδα ανθρώπους που πρωτοστατούσαν στο Σύνταγμα κι έπειτα πήραν θεσούλες και το βουλώσανε. Αυτό το «καρεκλοκένταυρο» σύστημα σε χρησιμοποιεί: αν υπάρξει κάποια στιγμή ένα έργο που θα έχει άλλοθι το εθνικό, θα χρηματοδοτήσει ένα έργο του Φεζολλάρι. Άρα, είσαι πιόνι ενός συστήματος. Το ζήτημα είναι να σπας τα ταμπού και να προάγεται η νέα γενιά, όπως κι η παλιά.

Σε τρομάζει κάτι;

Με τρομάζει ο εκμηδενισμός των πραγμάτων. Από τη μια νιώθω ανασφάλεια, από την άλλη δεν παραδίδω τα όπλα.



Πώς θα περιέγραφες την Αλβανία και τη σχέση σου μ’ αυτή;

Ο φόβος κι ο τρόμος είναι πολύ μεγαλύτεροι σε σχέση με την Ελλάδα, κι ο αγώνας για την επιβίωση δυο φορές σκληρότερος. Είναι μια χώρα που με πληγώνει η Αλβανία. Με ποια έννοια; Όπως λέμε: «Μια φορά ξένος, πάντα ξένος». Αν φύγεις από την πατρική σου εστία μια φορά, δεν ξαναγυρίζεις.

Κι εκεί υπάρχει ένα σαθρό και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, πολλή φτώχεια, οι άνθρωποι της τέχνης δεν έχουν πολιτική συνείδηση, δε διαθέτουν σωματεία ή συνδικάτα. Δεν υφίσταται συνείδηση του πολίτη. Στον τομέα του θεάτρου είναι πολύ πίσω. Τα γρανάζια του συστήματος είναι αυτοί, οι οποίοι επευφημούσαν το καθεστώς Χότζα και σε μια νύχτα έγιναν νεοφιλελεύθεροι.

Ελπίζω το έργο που ανεβάζετε να συμβάλει στην εμβάθυνση της ματιάς όσων επιλέξουν να το παρακολουθήσουν στην αλβανική- και όχι μόνο- κοινωνία.

Αυτή η παράσταση, ενώ μιλάει για ένα θέμα της Αλβανίας, έχει μια βαθιά ελληνικότητα. Κι αυτό την κάνει οικουμενική.

H θεατρική παράσταση Ορκισμένη παρθένα σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2017 την Πέμπτη 13 και την Παρασκευή 14 Ιουλίου στο κτίριο Η της Πειραιώς 260, 21:00.

Περισσότερες πληροφορίες: http://greekfestival.gr/gr/events/view/enke-fezollari-2017

Η φωτογραφία του Ένκε Φεζολλάρι είναι της Μαριλένας Σταφυλίδου, ενώ οι υπόλοιπες της Χριστίνας Γεωργιάδου.