Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακροδεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακροδεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Lydie Salvayre: «Δεν μπορώ να μην ελπίζω, είναι ασθένεια»

 

Lydie Salvayre (Φωτογραφία: Franck Prat)

Διαγνωσμένος με καρκίνο, ο Ανάς μετακομίζει σ’ ένα ξεχασμένο χωριό της γαλλικής υπαίθρου σε αναζήτηση καταφυγίου. Εκεί, εκλαμβανόμενος ως «ξένος», άρα απειλή, συναντά την εχθρότητα των περισσότερων ντόπιων.

Με ξεχωριστή διαύγεια, η σημαντική Γαλλίδα συγγραφέας Lydie Salvayre «ανατέμνει» στο μυθιστόρημα Ανθρώπινο Σκοτάδι, που κυκλοφόρησε πέρσι στα ελληνικά, την ανάδυση της Ακροδεξιάς. Συνομιλώντας με την συγγραφέα.

Το Ανθρώπινο Σκοτάδι εισάγεται με το παράθεμα της Αλεχάνδρα Πισάρνικ, «Η νύχτα έχει τη μορφή της κραυγής ενός λύκου». Πώς συνδέεστε με τη δουλειά της και γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο παράθεμα;

Ήθελα από καιρό να γράψω ένα μυθιστόρημα για τη νύχτα των ανθρώπων, για τη σκοτεινή, την αρνητική, την καταστροφική τους πλευρά, την πλευρά τους που διέπεται από την ορμή του θανάτου, για να χρησιμοποιήσω το φροϋδικό λεξιλόγιο.

Και όταν έπεσε στην αντίληψή μου το ποίημα της Αλεχάνδρα Πισάρνικ, κάπως τυχαία, διαπίστωσα ότι έφερε σε αυτή τη νύχτα των ανθρώπων μια νότα που ήταν και άγρια ​​και επώδυνη: την κραυγή του λύκου.

Για να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο αίτημά σας, αν τοποθέτησα αυτόν τον στίχο εισαγωγικά στο βιβλίο μου, είναι πιο πολύ επειδή απηχεί τις ερωτήματά μου παρά επειδή έδειξα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το έργο της ποιήτριας, την οποία θαυμάζω.

Διαγνωσμένος με καρκίνο, ο Ανάς, ο ανδαλουσιανής καταγωγής και με καταβολές από την εργατική τάξη αφηγητής και πρωταγωνιστής, μετακομίζει σ’ ένα ξεχασμένο χωριό της γαλλικής υπαίθρου σε αναζήτηση καταφυγίου.

Εκεί, συναντά την εχθρότητα των περισσότερων ντόπιων. Γιατί έχει ανδαλουσιανές ρίζες, τι σημαίνει το όνομά του και πόσο εξοικειωμένη είστε με τη νοοτροπία μιας μικρής πόλης;

Ολόκληρο το βιβλίο γράφτηκε την περίοδο αμέσως μετά τη διάγνωσή μου με σοβαρό καρκίνο το 2014. Και προφανώς φέρει τα σκοτεινά ίχνη αυτού.

Είναι επίσης, από όλα τα μυθιστορήματά μου, ίσως αυτό με τα περισσότερα βιογραφικά στοιχεία.

Γεννήθηκα από έναν Ανδαλουσιανό πατέρα, πολιτικό πρόσφυγα στη Γαλλία μετά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο,

Ο πατέρας μου εργάστηκε όλη του τη ζωή ως εργάτης και βίωσε πολύ δύσκολα την κοινωνική του υποβάθμιση που διπλασιάστηκε από την πολιτιστική του εξορία.

Γιατί Ανάς, λοιπόν; Γιατί έψαχνα ένα όνομα που ν’ ακουγόταν ξένο. Γιατί είχα καταλάβει ότι στα αραβικά σήμαινε «άνθρωπος». Γιατί ο ήχος του με ευχαριστούσε.

Και μάλλον επειδή μου θύμισε το όνομα του πατέρα μου: Arjona. Ένα όνομα πολύ πιθανόν αρχαίας αραβικής προέλευσης που σημαίνει «ο αδελφός» στα αραβικά.

Όσο για την ερώτησή σας για τη νοοτροπία των μικρών πόλεων, έχω έναν επιφανή προκάτοχο στο πρόσωπο του Μπαλζάκ.

Στις Χαμένες ψευδαισθήσεις μίλησε καλύτερα από τον καθένα -και με απαράμιλλη σκληρότητα- για τις προκαταλήψεις, τα κουτσομπολιά, τη στενομυαλιά και τον παλιομοδίτικο χαρακτήρα της αστικής τάξης μιας μικρής επαρχιακής πόλης: της Ανγκουλέμ.

Δεν είναι αυτό που βίωσα προσωπικά όταν μετακόμισα σε ένα χωριό στη Νότια Γαλλία, αφού έζησα στο Παρίσι.

Αυτό, όμως, που κατάφερα να επισημάνω δυστυχώς είναι η ακραία δυσπιστία των κατοίκων της απέναντι στη φιγούρα του «ξένου».

«Η χώρα μου μού φαινόταν εξ’ ίσου άρρωστη με μένα», συμπεραίνει ο Ανάς αλλού. Πού θα εντοπίζατε την «αρρώστια» της Γαλλίας σήμερα; Στις ανεπάρκειες του πολιτικού συστήματος; Στην πολιτισμική και κοινωνική οπισθοδρόμηση;  

Αυτήν ακριβώς τη δυσπιστία για τον «ξένο» θύμισα στο μυθιστόρημά μου που γράφτηκε το 2015, η οποία έχει αυξηθεί και πολλαπλασιαστεί έκτοτε.

Αυτή αντικατοπτρίζεται σήμερα πολιτικά στην εύνοια που απολαμβάνει ο Ερίκ Ζεμούρ, υποψήφιος για την προεδρία, που συνεχίζει να επαναστατεί ενάντια στην παρουσία μεταναστών στη Γαλλία, στους οποίους αποδίδει όλα τα κακά.

Η εργαλειοποίηση του άγχους των Γάλλων -και ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, που έχει εξαθλιωθεί- και της πάση θυσία αναζήτησης αποδιοπομπαίων τράγων ξεκίνησε με την εμφάνιση του Εθνικού Μετώπου που δημιούργησε ο Λεπέν το 1972.

Και αυτό που συμβαίνει σήμερα, η στροφή της γαλλικής πολιτικής ζωής προς ακροδεξιά κατεύθυνση, δεν είναι παρά η αξιοθρήνητη συνέχειά της.

«Ακόμη πιο επίφοβο είναι το διακριτικό μίσος, που παίρνει την όψη της αρετής και χαμογελά αβίαστα», αναλογίζεται ο Ζακ, ένας από τους χαρακτήρες που δε συμμερίζονται την εχθρότητα απέναντι στον Ανάς.

Είναι το διακριτικό μίσος που κυριαρχεί στις μέρες μας και στον λεγόμενο «Δυτικό» κόσμο;

Ναι, απολύτως. Το μίσος δεν ήταν ποτέ, μου φαίνεται, τόσο παρόν, τόσο έκδηλο και τόσο διεκδικημένο. Είναι το πανό πίσω από το οποίο συγκεντρώνονται όλες οι απογοητεύσεις, οι δυσαρέσκειες, οι αγωνίες, ο θυμός.

Αυτό είναι που τα συνέχει, που τα «συγκολλά». Το βρίσκω τρομακτικό. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που αποφεύγω σαν την πανούκλα τα κοινωνικά δίκτυα όπου εξαπλώνεται άφθονα.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα προετοιμαζόμουν σταδιακά για μια αρνητική κορύφωση που δε συντελείται πραγματικά ποτέ. Επειδή πιστεύετε στην προοπτική του προοδευτικού μετασχηματισμού ανθρώπων και κοινωνιών;

Δεν μπορώ να μην ελπίζω, είναι ασθένεια. Να ελπίζω και να παλεύω με τον τρόπο μου, εννοώ με λόγια. Και είναι κρίμα αν ο αγώνας αποτύχει, κάτι που κάθε μέρα φαίνεται πιο πιθανό. Τουλάχιστον με κράτησε.

Το ίδιο το σκηνικό του χωριού, το «Καφενείο των Φιλάθλων» και τα γύρω δάση θυμίζουν κινηματογραφικό πλατό ή θεατρική σκηνή. Εμπνέεστε από τη γλώσσα του σινεμά ή του θεάτρου;

Όχι, ξέρω μόνο να γράφω μυθιστορήματα. Και πάντα εκπλήσσομαι όταν διασκευάζονται για το θέατρο, όπως έχει συμβεί συχνά.

Έχετε σπουδάσει ιατρική και ειδικευτεί στην ψυχιατρική, την οποία ασκήσατε επί δεκαετίες. Σας έχει καταστήσει αυτή η εμπειρία συγγραφέα με με περισσότερη ενσυναίσθηση και, ίσως, έναν πιο τρυφερό, σε εγρήγορση άνθρωπο;

Θα προσέξω να μην πιστώσω στον εαυτό μου αυτές τις λίγες αρετές.

Αυτό που μπορώ να πω είναι πως τα τριάντα χρόνια άσκησης της παιδοψυχιατρικής σε ένα ιατρείο των προαστίων ήταν αναμφίβολα εξαιρετικά διαμορφωτικά.

Εκεί έμαθα να ακούω, να μην κρίνω, να μην επεμβαίνω βάναυσα, να συναντώ οικογένειες πολύ διαφορετικών πολιτισμών και γλωσσών, να ακούω ό,τι είχαν πιο μυστικό, πιο οικείο, να απευθύνομαι σ’ αυτές για να τις βοηθήσω να διατυπώσουν αυτό που δεν μπορούσαν ή δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν...

Αλλά αν η άσκηση της παιδοψυχιατρικής έχει, κατά κάποιον τρόπο, επιδράσει στη γραφή μου, μπορώ να πω, με τον ίδιο τρόπο, ότι το πάθος μου για τη λογοτεχνία έχει επιδράσει στην άσκηση της ψυχιατρικής.

Με προφύλαξε από τον δογματισμό που μερικές φορές την παραμορφώνει, από τη μανία της για επισήμανση και ταξινόμηση και από αυτό που ο φιλόσοφος Ζιλ Ντελέζ αποκαλούσε “l’interprétose”, την ασθένεια της ερμηνείας των πάντων.

Το Aνθρώπινο Σκοτάδι είναι το τρίτο μυθιστόρημά σας που μεταφράζεται στα ελληνικά. Έχει αυτή η εμπειρία εμπλουτίσει τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Για να σας μιλήσω ειλικρινά, την ξέρω, δυστυχώς, μόνο από μακριά. Αλλά είμαι απείρως περήφανη που μεταφράστηκα στη γλώσσα μιας χώρας η οποία έχει εξαιρετική λογοτεχνική κληρονομιά.

Ευχαριστώ θερμά την Mélody Enjoubault (Éditions du Seuil) για την καθοριστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ευχαριστώ, επίσης, την Κατερίνα Δήμα (Εκδόσεις Utopia) για τη συνδρομή της.

Το μυθιστόρημα της Lydie Salvayre Ανθρώπινο Σκοτάδι κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Utopia σε μετάφραση του Γιάννη Στρίγκου.



Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Λούκα Μπελβό: «Η Ακροδεξιά δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εντός μιας λογικής πολέμου»


Πολιτικό φιλμ στην καλύτερη παράδοση του Κεν Λόουτς ή των Νταρντέν, το Αυτή η γη είναι δική μας του Βέλγου Λούκα Μπελβό ανατέμνει τη διαβρωτική «γοητεία» της Ακροδεξιάς. Στο επίκεντρό του βρίσκεται η ιστορία της δημοφιλούς, αν και φαινομενικά απολίτικης, νοσοκόμας Πολίν (Εμιλί Ντεκέν), που ζει σε μια κωμόπολη του γαλλικού Βορρά και πείθεται να βάλει υποψηφιότητα με τον τοπικό συνδυασμό του εθνικιστικού κόμματος. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την έξοδο της ταινίας του στις αίθουσες από τις 7 Σεπτεμβρίου.

Το Αυτή η γη είναι δική μας είναι ένα πολιτικό φιλμ στην καλύτερη παράδοση του Κεν Λόουτς ή των αδερφών Νταρντέν. Πώς ορίζετε την «πολιτική ταινία» στις μέρες μας και πόσο επηρεαστήκατε από κινηματογραφιστές όπως οι προαναφερθέντες πριν ή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της δουλειάς σας;

Μια πολιτική ταινία είναι μια ταινία που αφορά στην εποχή της, που την περιγράφει, που κουβαλά μια συγκεκριμένη άποψη. Οι χαρακτήρες της πρέπει να εγγράφονται σ’ αυτή την εποχή, να συνδέονται με τα γεγονότα, να επηρεάζονται από αυτά ή να τους εντυπώνονται.

Νομίζω ότι για να είναι μια ταινία πολιτική πρέπει οι προθέσεις της να υπερβαίνουν την ιστορία που θέλει να διηγηθεί, αλλά αυτή η ιστορία δεν πρέπει υποχρεωτικά να συνδέεται άμεσα με την πολιτική.

Μπορούμε, για παράδειγμα, να θεωρήσουμε πως η Γκαρσονιέρα του Μπίλι Γουάιλντερ ή το Πρόγευμα στο Τίφανις του Μπλέικ Έντουαρντς είναι πολιτικά φιλμ.

Ασφαλώς, ο Λόουτς ή οι Νταρντέν είναι αναφορές του είδους, όπως κι ο Κώστας Γαβράς ή άλλοι, αλλά ποτέ δε σκέφτομαι κάποιον συγκεκριμένο, όταν κάνω γυρίσματα. Προσπαθώ να αφηγηθώ την ιστορία και τους χαρακτήρες με τον καλύτερο τρόπο.



Περιγράφετε με ακρίβεια το μετασχηματισμό της Ακροδεξιάς σε μια πιο «πολιτικά ορθή» οντότητα, τουλάχιστον επιφανειακά, η οποία, ωστόσο, δεν προδίδει, ούτε αποκηρύσσει, τις καταβολές της. Αυτό ισχύει τόσο στη Γαλλία, όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα. Διεξήγατε εκτεταμένη έρευνα σχετικά με την ιστορία του Εθνικού Μετώπου κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της ταινίας σας;

Ναι, ασφαλώς. Σχετικά με την ιστορία του, αλλά επίσης και αναφορικά με το τι είναι σήμερα. Γι’ αυτό το λόγο συνεργάστηκα με τον Ζερόμ Λερουά, ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα, το Le bloc, που ήταν επίσης πορτρέτο του Εθνικού Μετώπου. Είναι ειδικός σ’ αυτό το ερώτημα. Είχε, εξάλλου, το πλεονέκτημα να ζει στην περιοχή, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, την ήξερε πολύ καλά, και βεβαίως ήξερε πολύ καλά τις ιδιαιτερότητες του Εθνικού Μετώπου σ’ αυτό το μέρος της Γαλλίας. Ήταν σημαντικό, γιατί το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι ένα ομοιογενές κόμμα, μπορεί να αλλάξει το λόγο και το εκλογικό του σώμα σύμφωνα με την κοινωνιολογία των περιοχών, στις οποίες είναι παρόν.



Στο Αυτή η γη είναι δική μας, επανασυνδέεστε με την Εμιλί Ντεκέν, που δίνει την πιθανώς καλύτερη ερμηνεία της από την εποχή της Ροζέτας, στο ρόλο μιας φαινομενικά απολίτικης, χωρίς ταξική συνείδηση και γεμάτης αντιφάσεις νοσοκόμας. Γιατί αποφασίσατε να την αποτυπώσετε με αυτό τον τρόπο; Σε ποιο βαθμό δουλέψατε μαζί στο χτίσιμο του χαρακτήρα της;

Όπως καταλάβατε, η ταινία είναι πολύ «ντοκιμαντερίστικη», και σε κάθε περίπτωση τεκμηριωμένη. Δε θα μπορούσα να περιοριστώ στην εξιστόρηση των φαντασιώσεών μου για το θέμα.

Ο χαρακτήρας της νοσοκόμας εκπροσωπεί ένα μεγάλο εύρος του εκλογικού σώματος και των υποψηφίων του Εθνικού Μετώπου που είναι θύματα της καινούριας ρητορικής του θεωρώντας πως, ενώ τα κόμματα εξουσίας υπήρξαν ανίκανα να αλλάξουν τα πράγματα, μόνο αυτό θα μπορούσε να τα καταφέρει.

Πρόκειται για ανθρώπους στην πλειονότητά τους γεννημένους στη δεκαετία του ’80, οι οποίοι δεν έχουν γνωρίσει τίποτε άλλο πέρα από τη μαζική ανεργία και την κρίση και δεν υπήρξαν πολιτικοποιημένοι. Είναι άνθρωποι που δε γνωρίζουν ή γνωρίζουν λαθεμένα την ιστορία του Εθνικού Μετώπου, από πού προέρχεται, ποιες είναι οι ιδεολογικές του ρίζες. Για εκείνους, είναι το μόνο κόμμα το οποίο δεν έχει ποτέ βρεθεί σε θέση εξουσίας, και γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσει.

Ένα μεγάλο κομμάτι αυτών των ανθρώπων, ας πούμε το 30%, δεν είναι ούτε ρατσιστές, ούτε φασίστες, ούτε καν ακροδεξιοί. Ακόμα περισσότερο, προέρχονται από οικογένειες της εργατικής τάξης, της Αριστεράς. Ορισμένοι είχαν υπάρξει μαχητικοί συνδικαλιστές. Η καινούρια τους δέσμευση είναι απόρροια μιας αίσθησης προδοσίας από τις ελίτ, ότι η κοινωνική κατάσταση είναι όλο και πιο δύσκολη  και, επίσης, μιας ορισμένης αφέλειας. Για το Εθνικό Μέτωπο είναι πολύ χρήσιμοι, επειδή δίνουν μια δημοφιλή εικόνα του κόμματος: συμπαθητικού, κοντά στους ανθρώπους, στο «λαό».



Γι’ αυτό, έπρεπε να βρω μια ηθοποιό ταυτόχρονα συμπαθητική, δημοφιλή και που την νιώθουμε ικανή, την ίδια στιγμή, να αφοσιωθεί και να θυμώσει. Είχαμε ξανασυνεργαστεί για την προηγούμενη ταινία μου Pas son genre, την οποία είχαμε γυρίσει στην ίδια περιοχή. Εμπνεύστηκα τους χαρακτήρες του Αυτή η γη είναι δική μας από το Pas son genre.

Πόσο σημαντική ήταν η επιλογή της τοποθεσίας σε σχέση με το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, το οποίο μυθοπλαστικά αναδημιουργείτε;

Η περιοχή όπου εκτυλισσόταν η ιστορία ήταν σημαντική, γιατί το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι το ίδιο στο Βορρά με το Νότο της Γαλλίας.

Είναι ένα λαϊκιστικό κόμμα, προσαρμόζει το λόγο του ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται. Η κοινωνιολογία του Βορρά και της Ανατολής της Γαλλίας δεν είναι ίδια με εκείνη των μεσογειακών περιοχών. Δεν έχουν την ίδια ιστορία, πολιτική ή κοινωνική, την ίδια κοινωνιολογία. Οικονομικά δεν υπάρχουν αναγκαστικά οι ίδιες προβληματικές, ούτε οι ίδιες προσδοκίες. Αντιλαμβανόμαστε ότι δύο πολιτικές γραμμές έρχονται αντιμέτωπες εντός του κόμματος, κι οι δύο αυτές τάσεις αναδύονται και γεωγραφικά.

Αφηγούμενος μια ιστορία, η οποία συμβαίνει στο Βορρά, αναφέρομαι σε μια τάση του κόμματος, την πιο πρόσφατη, αυτή που προσελκύει τους περισσότερους από τους καινούριους ακτιβιστές. Είναι αυτή, η οποία είναι αυτή τη στιγμή περιθωριοποιημένη εντός των ηγετικών κλιμακίων του κόμματος.



Η ταινία σας προκάλεσε ορισμένες έντονες αντιδράσεις, κυρίως από την πλευρά του Εθνικού Μετώπου. Τις περιμένατε ή σας ένοιαζαν καθόλου;

Ναι, περίμενα πολύ ζωηρές αντιδράσεις, αλλά η βιαιότητά τους με εξέπληξε, γιατί τις φανταζόμουν πιο «έξυπνες». Στην πραγματικότητα, ο λόγος τους, εξαιρετικά βίαιος, απευθύνεται αποκλειστικά στη βάση του κόμματος. Ήταν ένας τρόπος να πουν στους ακτιβιστές τους τι έπρεπε να σκεφτούν και να πουν για το φιλμ. Κι όλα αυτά χωρίς να το δουν. Πρόκειται για τον κλασικό τρόπο λειτουργίας ενός ολοκληρωτικού κόμματος.

Αν και η Μαρίν Λε Πεν απέτυχε να κερδίσει στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, η έκβασή τους αποκάλυψε μια βαθιά διχασμένη κοινωνία. Κατά τη γνώμη σας, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά η Ακροδεξιά- σε όλες της τις μορφές και με όποια ονόματα χρησιμοποιεί- σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο;

Νομίζω πως πρέπει να αποδείξουμε συστηματικά- με πράξεις, με αναλύσεις, με παραδείγματα- σε ποιο βαθμό οι απλουστευτικές λύσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σ’ ένα κόσμο και μια κοινωνία με όλο και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, καταδεικνύοντας, επίσης, ότι τα μέτρα που προτείνει είναι επικίνδυνα.

Η Ακροδεξιά δεν είναι μόνο αντιδραστική, αν θεωρήσουμε πως ο αρχαίος κόσμος είναι αναγκαστικά το μόνο έγκυρο μοντέλο, αλλά είναι επίσης και βίαιη, γιατί οραματίζεται τον κόσμο μόνο με όρους σύγκρουσης. Δε γνωρίζει παρά μόνο φίλους ή εχθρούς. Όχι συνομιλητές, με τους οποίους αντιπαρατίθεται, συζητά, αλλά μονάχα εχθρούς που πρέπει να πολεμήσει. Για την Ακροδεξιά, η αντίφαση είναι μια επίθεση. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εντός μιας λογικής πολέμου, δεν έχει άλλη προοπτική. Γι’ αυτό και θα είναι πάντα επικίνδυνη.

Ευχαριστώ θερμά την Anne Hermeline, υπεύθυνη Τύπου του καλλιτεχνικού πρακτορείου που εκπροσωπεί τον σκηνοθέτη, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Λούκα Μπελβό Αυτή γη είναι δική μας προβάλλεται από τις 7 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Weird Wave.