Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 24ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 24ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαράγεβο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Ναντίν Λαμπακί: «Αν θες να νικήσεις το κακό στον κόσμο, ξεκινάς να δουλεύεις με τα παιδιά»


Με επίκεντρο την ιστορία ενός επαναστατημένου αγοριού που προσπαθεί να επιβιώσει στις παραγκουπόλεις του σύγχρονου Λιβάνου, η Ναντίν Λαμπακί, η πιο καταξιωμένη σκηνοθέτρια του αραβικού κόσμου, ανατέμνει με οξύτητα στο βραβευμένο στις Κάννες και υποψήφιο για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 2019 Καπερναούμ τις ταξικές ανισότητες στη χώρα της. Την συναντήσαμε στον Σαν Σεμπαστιάν.

Το Καπερναούμ προβάλλεται στις αίθουσες από τις 14 Φεβρουαρίου.

Γιατί επέλεξες αυτό το βιβλικό τίτλο για την ταινία σου;

«Καπερναούμ» σημαίνει χάος, έλλειψη τάξης. Έχει χρησιμοποιηθεί ανά τα χρόνια στην αγγλική και τη γαλλική λογοτεχνία για να σηματοδοτήσει αυτή την έννοια. Πριν, λοιπόν, ακόμα ξεκινήσουμε να γράφουμε το σενάριο, υπήρχε μια εμμονή. Δεν ήξερα, όμως, πώς να αρχίσω. Έπειτα, ο σύζυγός μου μού συνέστησε να γράψω όλα τα θέματα για τα οποία θέλω να μιλήσω.

Εγώ μιλούσα, εκείνος σημείωνε: παιδική εργασία, κατάσταση των εγχώριων εργατών, ο παραλογισμός του να χρειάζεσαι κάποιο έγγραφο για να αποδείξεις την ύπαρξή σου, γάμος σε παιδική ηλικία, διακίνηση ανθρώπων, μετανάστευση,  προσφυγική κρίση. Τα βάλαμε, έτσι, κάτω όλα, και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι η Καπερναούμ. 



Θεωρείς τις ταξικές ανισότητες, ιδίως σε σχέση με την ανατροφή των παιδιών, ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα στη σύγχρονη λιβανέζικη κοινωνία;

Όλα ξεκινούν από την παιδική ηλικία. Αν θες να νικήσεις το κακό στον κόσμο, αν πραγματικά θες να λύσεις προβλήματα, ξεκινάς να δουλεύεις με τα παιδιά, με τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής τους. Είναι τα πιο καθοριστικά. Ένα παιδί που έχει παραμεληθεί στη διάρκεια εκείνων των χρόνων, έχει ακόμα και διαφορετικό σχήμα εγκεφάλου. Το σχήμα του εγκεφάλου του είναι σαν συρρικνωμένο, σάπιο φρούτο. Στ’ αλήθεια το βλέπεις.

Αυτό είναι το πιεστικό πρόβλημα: να βρεις τις κατάλληλες δομές για παιδιά οπουδήποτε στον κόσμο. Τα παιδιά που υφίστανται ακραία παραμέληση στην παιδική ηλικία γίνονται μουδιασμένα, δε μιλάνε, δεν παίζουν, δε γελάνε, δεν κλαίνε. Και το 75% καταντά τοξικοεξαρτημένο ή παραβατικό. Μόνο το 25% είναι πιο ανθεκτικό και δε διαιωνίζει τον ίδιο φαύλο κύκλο.

Γιατί επιτρέπουμε στους εαυτούς μας τέτοια αδικία; Γιατί είναι εύκολο να κρίνεις, να λες πως κανένας δεν κάνει τίποτα, αλλά τι στ’ αλήθεια δεν πάει καλά; Ένιωσα την επιτακτικότητα να κάνω την ταινία γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από ό,τι φαίνεται. Είναι ανυπόφορη. 



Στο πλαίσιο της έρευνας που διεξήγαγες στη χώρα μίλησες με πολλά παιδιά;

Μίλησα με εκατοντάδες παιδιά. Στο 99% των περιπτώσεων, όταν τους έθετα την τελευταία ερώτηση «είσαι ευτυχισμένος που είσαι ζωντανός;», η απάντηση ήταν: «Όχι. Δε θέλω να ζω σε αυτό τον κόσμο, δεν ανήκω σε αυτό τον κόσμο. Γιατί με φέρνουν σε αυτή τη ζωή, αν θέλουν να με τιμωρήσουν και να με κακομεταχειριστούν, να μη μου δώσουν φαγητό όταν πεινάω;»

Τα έχουμε διαψεύσει απολύτως, είναι ο πιο αδύναμος κρίκος, και πληρώνουν το υψηλότερο τίμημα για κάτι που δεν έχουν κάνει.

Πες μου λίγο για τη διαδικασία του casting.

Ήταν μια μακρά διαδικασία, όχι ένα απλό casting. Το συνεργείο πήγε παντού στο Λίβανο, και σε δύσκολες γειτονιές, και πήρε συνεντεύξεις από πολλά παιδιά. Ο Ζέιν (σημ.: ο πρωταγωνιστής) έπαιζε στο δρόμο με τον φίλο του και από τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις μπορούσα να αντιληφθώ ότι υπήρξε μάρτυρας όλων των προβλημάτων στα οποία αναφέρθηκα. Είναι πρόσφυγας, ζει στο Λίβανο τα τελευταία οκτώ χρόνια. Τώρα μετεγκαταστάθηκε στη Νορβηγία. 



Πώς ήταν να δουλεύεις με παιδιά κι εφήβους, δεδομένης της έλλειψης επαγγελματικής εμπειρίας από πλευράς τους;

Κανένας στην ταινία δεν είχε υποκριτική εμπειρία. Είμαι ο μόνος ψεύτης σ’ αυτή, οι υπόλοιποι είναι σχεδόν ο εαυτός τους. Για μένα όλα ξεκινούν από ένα έντονο ενδιαφέρον, από πολλή αγάπη γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Έχουν περάσει πολλά, διαθέτουν σοφία και μπορείς να μάθεις τόσα από αυτούς, είτε πρόκειται για παιδιά ή για ενήλικες.

Θέλω, επομένως, να αρπάξω ό,τι μπορούν να μου δώσουν, ό,τι μπορούν να είναι. Ευρισκόμενος εκεί για αυτούς νιώθεις πως βρίσκεσαι στην υπηρεσία τους, όχι το αντίστροφο. Το σινεμά πηγαίνει σε αυτούς, δεν προσπαθώ να τους φέρω στο σινεμά μου, ούτε να τους επιβάλω τις λέξεις ή την ατζέντα μου.

Το μεγαλύτερο διάστημα γίναμε σχεδόν αόρατοι, προσπαθώντας να ανακατευτούμε όσο το δυνατόν λιγότερο. Ποτέ δεν τους έδωσα κάποιο κείμενο για να αποστηθίσουν. Ήταν πραγματικά οργανικός τρόπος δουλειάς.

Τι είναι το σινεμά για σένα;

Για μένα το σινεμά είναι σαν μεγεθυντικός φακός. Στην πραγματική ζωή μπορείς να στρέψεις το βλέμμα σου προς την αντίθετη κατεύθυνση και να μη δεις το πρόβλημα. Στην κινηματογραφική αίθουσα όχι.



Το Καπερναούμ συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα βαθύ φόρο τιμής στο νεορεαλισμό. Νιώθεις συνδεδεμένη με αυτή την κινηματογραφική και ευρύτερα πολιτισμική παράδοση;

Όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο, ποτέ δεν το σκέφτηκα. Δουλεύω πολύ με το ένστικτο. Δεν έχω ένα αναλυτικό προσέγγισης των πραγμάτων. Τα κάνω γιατί το ένστικτό μου μού λέει πως αυτός είναι ο κατάλληλος τρόπος. Αλλά, έπειτα, αρχίζεις να ακούς τι λένε οι άνθρωποι, γιατί ορισμένες φορές είσαι τόσο πολύ χωμένος σε αυτό που κάνεις που δε βλέπεις κάτι άλλο.

Μακάρι να μπορέσω να παρακολουθήσω την ταινία μου σαν να τη βλέπω για πρώτη φορά. Είναι το όνειρό μου. Κάποτε, μάλιστα, πήγα σε έναν υπνοθεραπευτή ζητώντας του να με κάνει να ξεχάσω τα πάντα, αλλά δεν πέτυχε. Δεν έχω, λοιπόν, την απόσταση και την ικανότητα, ώστε να σου πω τι είδους φιλμ είναι. Ίσως σε δέκα χρόνια μπορέσω να το αναλύσω και να δω τα λάθη του, γιατί υπάρχουν πολλά. 



Μιας κι είσαι η πιο γνωστή, η πιο καθιερωμένη σκηνοθέτρια από το Λίβανο κι ευρύτερα από τον αραβικό κόσμο, πόσο απαιτητικό υπήρξε να φτάσεις σε αυτό το στάδιο;

Είναι απαιτητικό σε προσωπικό κι οικογενειακό επίπεδο, μιας κι είμαι επίσης ενεργή μητέρα. Θέλω, λοιπόν, να βρίσκομαι εκεί για τα παιδιά μου, αλλά την ίδια στιγμή νιώθω ότι αποτελώ κομμάτι μιας μεγάλης αποστολής κι η ύπαρξή μου στη ζωή έχει άλλο νόημα. Ποτέ, ωστόσο, δεν ένιωσα δυσκολία επειδή είμαι γυναίκα. Μόνο επειδή είναι μια δύσκολη δουλειά και ως γυναίκα φοράς τόσο πολλά καπέλα: μητέρα, σύζυγος, σκηνοθέτρια, καλλιτέχνις.

Σου εύχομαι τα καλύτερα. Παρακολούθησα την ταινία σου στο Σαράγεβο.

Μακάρι να ήμουν εκεί. Το αγαπώ αυτό το Φεστιβάλ.

Ένας από τους βασικούς λόγους του ερχομού μου στο Σαν Σεμπαστιάν ήταν για να σε γνωρίσω προσωπικά, ξέρεις!

Στ’ αλήθεια; Όχι, με τίποτα! (Γέλια).

Σε κάθε περίπτωση, ήταν ευχαρίστηση που σε συνάντησα.

Και για μένα.  Σε ευχαριστώ πολύ!

Ευχαριστώ θερμά για την καθοριστική συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια στο πλαίσιο του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν τους Adam Ibourk, βοηθό μάρκετινγκ στην εταιρεία Wild Bunch, και Ainhoa Pernaute από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ.

Η ταινία της Ναντίν Λαμπακί Καπερναούμ προβάλλεται από τις 14 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε κοινή διανομή Rosebud.21 και Seven Films.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Εμπρού Τζεϋλάν: «Ένα έργο τέχνης χωρίς ποίηση είναι σαν ένα πτώμα χωρίς πνεύμα»


Ηθοποιός, σκηνοθέτρια, φωτογράφος, σεναριογράφος, η Εμπρού Τζεϋλάν είναι ένας πολυτάλαντος άνθρωπος. Κουβεντιάζοντας μαζί της για τη φωτογραφία, την ποίηση, το σινεμά, τη σημερινή Τουρκία και την αναζήτηση νοήματος στη ζωή, με αφορμή την προβολή στις αίθουσες από τις 3 Ιανουαρίου της πιο πρόσφατης ταινίας του Νούρι Μπιλγκέ Τζεϋλάν Η άγρια αχλαδιά, της οποίας το σενάριο συνυπογράφει.

Ηθοποιός, σκηνοθέτρια, φωτογράφος, σεναριογράφος, είσαι όντως μια γυναίκα με πολλά ταλέντα και ιδιότητες. Γεννήθηκες σε οικογένεια με καλλιτεχνικό προσανατολισμό, γεγονός που συνέβαλε στην καλλιέργεια των ταλέντων σου, ή απλώς ακολούθησες το ένστικτό σου;

Ευχαριστώ! Δε γεννήθηκα σε καλλιτεχνική οικογένεια. Νομίζω, όμως, ότι πολλοί απρόβλεπτοι λόγοι ίσως έπαιξαν ρόλο στην άνθηση αυτού του ενδιαφέροντος και της αγάπης μου για την τέχνη και τη ζωή, συμπεριλαμβανομένων αρκετών χαρακτηριστικών της οικογένειάς μου.

Ο άνθρωπος είναι μια πολύ σύνθετη ύπαρξη, τόσο κοινωνικά όσο και ψυχολογικά. Είναι στ’ αλήθεια υπερβολικά δύσκολο να κατανοήσω τι τα προκάλεσε. Αλλά είμαι πολύ περίεργη για τη ζωή. Νομίζω πως ο πιο βασικός λόγος της ενασχόλησής μου με όλα αυτά είναι αυτή η αίσθηση της περιέργειας.

Σε τι ηλικία ξεκίνησες με τη φωτογραφία; Έλαβες επίσημη εκπαίδευση;

Το ενδιαφέρον μου για τη φωτογραφία προέκυψε όταν ήμουν περίπου δεκαπέντε χρονών. Με βοήθησε να συγκρατήσω την εφηβική επαναστατικότητα μέσα μου και να τη μετασχηματίσω σε παραγωγή. Τότε ανακάλυψα τον κινηματογράφο και έλαβα την πανεπιστημιακή μου εκπαίδευση σ’ αυτό το πεδίο. 



Υπάρχει κάτι βαθιά ποιητικό στο ανθρωποκεντρικό φωτογραφικό σου στιλ. Μιας και παραθέτεις Χέλντερλιν στο προσωπικό σου site, είναι, για σένα, η φωτογραφία η συνέχιση της ποίησης με άλλα μέσα; Απολαμβάνεις, επίσης, να διαβάζεις ποίηση;

Για μένα, η ποίηση είναι μια μορφή αντίληψης πέραν του ότι αποτελεί ένα λογοτεχνικό είδος. Είναι μια αντίληψη για τη ζωή. Η ποίηση αναζωογονεί το πνεύμα στο καθετί, διευρύνοντας, βελτιώνοντας, ακόμα και αναδημιουργώντας πράγματα. Η ποίηση είναι αυτό που κάνει τη ζωή αιώνια. Ένα έργο τέχνης χωρίς ποίηση είναι σαν ένα πτώμα χωρίς πνεύμα. Υφίσταται με μια παρουσία που είναι κενή νοήματος.

Διαβάζω ποιήματα, αλλά γενικά το κάνω σαν να διαβάζω κάτι φιλοσοφικό. Καταβάλλω διανοητική προσπάθεια να αντιληφθώ που κατατείνει το ποίημα. Έτσι, η ποίηση είναι για μένα μια εμπειρία η οποία δεν είναι μόνο διαισθητική, αλλά και γνωστική, και μου ανοίγει τα μάτια.

Το 1998 έγραψες και σκηνοθέτησες την πρώτη μικρού μήκους ταινία σου Kiyida, που έκανε πρεμιέρα στις Κάννες. Σε ποιο βαθμό υπήρξε η εμπειρία σου ως σκηνοθέτριας παρόμοια με εκείνη ως φωτογράφου;

Η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη φωτογραφία είναι ότι το σινεμά είναι μια τέχνη του «χρόνου». Εννοώ, είναι μια τέχνη που χτίζει τις «στιγμές» για να κατασκευάσει το χρόνο. Ο Αριστοτέλης ορίζει το χρόνο ως «μια γραμμή που συνδυάζει τις ατομικά αδιαίρετες στιγμές». Κάθε στιγμή που είναι τυπωμένη σε μια φωτογραφία συνδέεται με την άλλη, για να δημιουργηθεί κίνηση και χρόνος. 



Από τη στιγμή που εμπλέκεται ο χρόνος, ο χώρος, η πλοκή και η μυθοπλασία επίσης ακολουθούν- δυο κλάδοι τέχνης πολύ παρόμοιοι εξωτερικά, αλλά τόσο διαφορετικοί στο βάθος.

Για μένα, μια από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στη φωτογραφία και το σινεμά είναι πως είσαι ολομόναχος όταν παράγεις φωτογραφίες. Γιατί, από τη φύση μου, νιώθω πιο κοντά στις μορφές τέχνης που μπορούν να επιτελεστούν μοναχικά. Όπως η ποίηση κι η φωτογραφία.



Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1997, ήσουν υπεύθυνη για το σχεδιασμό παραγωγής της πολυαγαπημένης ταινίας του Νούρι Μπιλγκέ Τζεϋλάν Η μικρή πόλη. Αυτή ήταν η πρώτη σας συνεργασία; Ήσουν εξοικειωμένη με τη φωτογραφική και κινηματογραφική δουλειά του; Σε έχει επηρεάσει;

Ναι, συνάντησα τον Μπιλγκέ όταν γύριζε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Η μικρή πόλη. Σπούδαζα Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο. Είχε προηγουμένως κάνει μία μικρού μήκους, αλλά ήταν η πρώτη δικιά μου κινηματογραφική εμπειρία. Νομίζω ότι η συνεργασία μας στο πλαίσιο αυτής της χαριτωμένης και ανιαρής δουλειάς είχε ενισχυτική επίδραση στη σχέση μας. Ήμασταν επηρεασμένοι από τα ίδια πράγματα. Με αυτό τον τρόπο με εντυπωσίασε αρχικά. Κι αυτή η στοργή συνεχίστηκε.

Το 2008 «σάλπαρες» σε ένα ακόμη καλλιτεχνικό ταξίδι, αυτό της συν-σεναριογράφου των κατοπινών φιλμ του, πλέον, συζύγου σου. Θα ήθελες να αναλύσεις τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημιουργική διαδικασία; Είναι γενικά αρμονική, ή βιώνετε επίσης διαφωνίες, ασυμβατότητες και ένταση;

Δεν έχουμε σχεδόν καμία διαφωνία στην καθημερινή μας ζωή. Και πιθανόν παίρνουμε εκδίκηση όταν γράφουμε σενάρια. Η διαδικασία της συγγραφής σεναρίων είναι μια μάχη μεταξύ μας. Η διαδικασία αυτή είναι εκείνη που αποδεικνύει πως δύο άνθρωποι είναι δύο διαφορετικά πράγματα όσο καλά και να τα πηγαίνουν ως ζευγάρι. Είναι, επίσης, μια πολύ μακρά κι έντονη διανοητική διαδικασία. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, νομίζω ότι είμαι λιγάκι επίμονη. Εκεί γεννιέται η διαμάχη!



Η Άγρια αχλαδιά, την οποία παρακολούθησα στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, είναι η πιο πρόσφατη συνεργασία σου ως σεναριογράφου σε δουλειά του Τζεϋλάν. Πρόκειται, όντως, για ένα συχνά τολμηρό κι επιβλητικό στοχασμό για τη ζωή, το θάνατο, τις οικογενειακές σχέσεις, την τέχνη, την πολιτική και τη θρησκεία. Πώς δουλέψατε στη «συνύφανση» όλων αυτών των θεματικών «νημάτων»;

Πηγή της έμπνευσής μας είναι η ίδια η ζωή- μια ρεαλιστική κι αμερόληπτη παρατήρηση της ζωής. Όλα διασυνδέονται στη ζωή. Όλα αυτά τα θέματα για τα οποία μιλάς συνυφαίνονται. Αιτία κι αποτέλεσμα το ένα του άλλου. Όπως η νύχτα κι η μέρα. Δεσμευτήκαμε να προβούμε σε καλές παρατηρήσεις και σωστές ερμηνείες και να αντιληφθούμε τη ζωή όπως είναι, με ουδέτερο βλέμμα, για να δούμε την απλότητα και την περιπλοκότητά της. Αυτό ισχύει για μένα, τουλάχιστον.

Ο Αϋντίν Ντογού Ντεμιρκόλ ενσαρκώνει περίφημα το χαρακτήρα του επίδοξου συγγραφέα Σινάν Καρασού, που είναι διατεθειμένος να κάνει ό,τι χρειάζεται για να γίνει αυτό που οραματίζεται. Βασίζεται ο χαρακτήρας του στην αντίληψη για τον καλλιτέχνη που μοιράζεστε με τον σύζυγό σου;

Ή, ίσως, στα εμπόδια που κι οι δυο σας συναντήσατε σε πρώιμα στάδια της ζωής σας;

Ασφαλώς, κάθε έργο τέχνης έχει μια αυτοβιογραφική πλευρά. Αλλά τα περισσότερα από όσα είναι αληθινά για έναν άνθρωπο είναι επίσης αληθινά για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Είναι οικουμενικά, εννοώ. Ο Σινάν μπορεί να επινοεί διάφορες μεθόδους για να πετύχει τους στόχους του ή για να κρατηθεί από τη ζωή. Όπως όλοι μας. Ό,τι είναι σωστό και ό,τι δεν είναι, ό,τι είναι ηθικό και ό,τι όχι είναι κάτι πολύ σχετικό κι εξαρτάται από τις συνθήκες.

Ο καλλιτέχνης δεν είναι εκεί για να κρίνει τα πράγματα. Δεν πρέπει. Ο στόχος του καλλιτέχνη, για μένα, είναι να προτείνει κάποια ζητήματα όπως ένας φιλόσοφος και να δημιουργεί ένα χώρο γι’ αυτά, ώστε να προσελκύσουν την προσοχή. 



Και, τελικά, πώς είναι να υπάρχεις ως καλλιτέχνης στη σημερινή Τουρκία, δεδομένου του καταπιεστικού πολιτικού και κοινωνικού κλίματος;

Δε νομίζεις ότι ήδη υπάρχουν υπερβολικά πολλοί άνθρωποι που μελετούν τα πολιτικά ζητήματα; Δε θα ήταν καλό αν κάποιος, ελεύθερος από υποχρεώσεις, επικαιρότητα, δημοφιλία, εθνικότητα, πολιτική και θρησκεία, αντί για όσα αλλάζουν και τα καθημερινά ασχολιόταν μόνο με όσα βρίσκονται πιο πέρα, πράγματα μεγαλύτερης διάρκειας, αιώνια κι ουσιώδη; Δεν είναι αυτό το πραγματικό ενδιαφέρον ενός καλλιτέχνη;

Η Ιστορία είναι επαρκώς ξεκάθαρη. Όλα είναι προσωρινά, όλοι έχουν έναν αντικαταστάτη. Οι ηθικοί νόμοι μπορεί να αλλάξουν. Οι κώδικες, τα σύνορα, οι πεποιθήσεις μπορεί να αλλάξουν. Είναι όλα τα ίδια. Ή γίνονται παρόμοια, με το χρόνο.

Δε χρειαζόμαστε, λοιπόν, κάποιον που να τρέχει σε αναζήτηση της αρχαίας γνώσης και του νοήματος της ζωής; Στην αναζήτηση του αμετάβλητου. Νομίζω πως ναι. Και δε χάνω την ελπίδα μου για τον κόσμο χάρη σ’ αυτούς τους αναζητητές. Αυτούς τους ιχνηλάτες. Νομίζω ότι αξίζει να ζεις τη ζωή και τον κόσμο εξαιτίας όσων κάνουν αυτοί οι άνθρωποι.

Περισσότερες πληροφορίες για την Εμπρού Τζεϋλάν μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό της site.

Η ταινία του Νούρι Μπιλγκέ Τζεϋλάν Η άγρια αχλαδιά, σε σενάριο του ίδιου, της Εμπρού Τζεϋλάν και του Ακίν Ακσού, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 3 Ιανουαρίου σε διανομή της AMA Films.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Χιροκάζου Κόρε-Έντα: «Ο “θυμός” ήταν το θεμέλιο αυτής της ταινίας»


Με το βλέμμα του στραμμένο στους απόκληρους της σύγχρονης ιαπωνικής κοινωνίας και πρωταγωνιστές τα μέλη μιας «ανορθόδοξης» οικογένειας, ο Χιροκάζου Κόρε-Έντα, ο σημαντικότερος ίσως Ιάπωνας σκηνοθέτης, παραδίδει με τους Κλέφτες καταστημάτων, που του χάρισαν το Χρυσό Φοίνικα στις φετινές Κάννες, μαθήματα ανθρωπιάς κι αιχμηρής κοινωνικής κριτικής.

Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την έξοδο της ταινίας του στις αίθουσες στις 6 Δεκεμβρίου.

Οξύνθηκε η κοινωνικά ευαίσθητη προσέγγισή σας στη δημιουργία ταινιών μέσω της εμπειρίας που βιώσατε σκηνοθετώντας ντοκιμαντέρ;

Ναι, νομίζω ότι εκείνη η εμπειρία έχει ασκήσει επίδραση στην προσέγγισή μου στη δημιουργία ταινιών. Ωστόσο, έγραψα το σενάριο του Κανένας δεν ξέρει (2004) πριν κάνω ντοκιμαντέρ. Πιστεύω, λοιπόν, πως η συγκεκριμένη εμπειρία δεν είναι το μόνο πράγμα που επηρέασε τη σκηνοθετική μου προσέγγιση.

Από πού πηγάζει το πάντα παρόν ενδιαφέρον σας για τη λειτουργία και το ρόλο της οικογένειας στη σύγχρονη Ιαπωνία- και υποθέτω και σ’ ένα πιο οικουμενικό επίπεδο;

Για να είμαι ειλικρινής, δε νομίζω ότι είμαι σε θέση να μιλήσω σχετικά με την οικογένεια σε οικουμενικό επίπεδο.

Όσον αφορά στην περίπτωση της Ιαπωνίας, πηγάζει από το γεγονός ότι τα κοινωνικά συστήματα και η συνείδηση των ανθρώπων δε συμβαδίζουν με τις αλλαγές στη μορφή της οικογένειας στην πραγματικότητα κι οι άνθρωποι δεν έχουν μπορέσει να αντιληφθούν το γεγονός αυτό. Συμπληρωματικά, εξαιτίας των συγκεκριμένων συνθηκών, η οικογένεια απομονώνεται από την κοινωνία και την κυβερνητική στήριξη, κι έτσι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου τα οικογενειακά ζητήματα είναι υποχρεωτικό να λύνονται μόνο από τις ίδιες τις οικογένειες. 



Το συχνά επανερχόμενο ερώτημα στους Κλέφτες καταστημάτων είναι αν μπορούμε να διαλέξουμε οικογένεια και γονείς και, αν ναι, κατά πόσο αυτό είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Έχετε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα ή παραμένει ανoιχτό ερώτημα;

Ασφαλώς δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα.

Λαμβάνοντας υπόψη πως η αντίληψή μου για την οικογένεια αλλάζει καθώς μεγαλώνω και η μορφή της οικογένειας επίσης μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σ' ένα συμπέρασμα, έτσι δεν είναι; Εγώ, τουλάχιστον, δεν μπορώ και στην πραγματικότητα νομίζω ότι είναι αρκετά ανεύθυνο να κάνω κάτι τέτοιο. Οι δουλειές μου πιο πολύ είναι αναφορές σε εξέλιξη που ανανεώνονται σε καθημερινή βάση.

Στην τελευταία σας ταινία στρέφετε, επίσης, το βλέμμα σας σε ένα από τους πλέον μη προνομιούχους και εκμεταλλευόμενους τομείς της ιαπωνικής κοινωνίας. Από θυμό, ή, ίσως, μια αίσθηση ηθικής και κοινωνικής υποχρέωσης;

Σχετικά μ’ αυτό το φιλμ, στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ταξινομηθεί βάσει απλών συναισθημάτων όπως «ευτυχία», «λύπη», «χαρά» ή «θυμός», αλλά, αν υποχρεωθώ να το πω, ο «θυμός» ήταν το θεμέλιο αυτής της ταινίας.

Επίτρεψέ μου να εξηγηθώ περαιτέρω. Αν η οικογένεια τοποθετηθεί σε ένα είδος κοινωνικών συμβάντων όπως αυτά, δε θα πρέπει να επιμείνω στο στόχο, αλλά να κοιτάξω την κατάστασή της και τη διαδικασία μέσα από την οποία διαλύεται, κι όχι να απεικονίζω τα μέλη της ως απλά θύματα, αλλά να τα περιγράφω με αυτοσυγκράτηση. Όπως συνέβη στο Κανένας δεν ξέρει, όπου υιοθέτησα κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, συνόψισα αυτή την οπτική στο συναίσθημα του «θυμού». 



Σε μια συνέντευξη με τον The Guardian έχετε δηλώσει πως έχετε επηρεαστεί από τον Κεν Λόουτς. Υπό ποια έννοια; Προσωπικά θα εντόπιζα περισσότερες ομοιότητες με το σινεμά του Μάικ Λι, αν παραμέναμε στο πεδίο των Βρετανών σκηνοθετών.

Αντί για επιρροή από τον Κεν Λόουτς... πιο πολύ είναι ότι μου αρέσουν οι ταινίες του κυρίως γιατί διαθέτει μια ευγένεια και μια σκληρότητα στον τρόπο που κοιτάζει τα ελαττώματα των ανθρώπων χωρίς να τα εγκαταλείπει ως ευθύνη των μεμονωμένων ατόμων. Θέλω κι εγώ να κάνω τέτοια φιλμ.

Δεδομένου του ότι προτιμάτε να επικοινωνείτε στα ιαπωνικά, πόσο απαιτητική και δύσκολη είναι η επιλογή σας να γυρίσετε την επόμενη ταινία σας, La verité (σημ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 2018 πριν την έναρξη των γυρισμάτων), στα γαλλικά και με ένα διεθνές καστ πρωτοκλασάτων σταρ;

Είναι, βεβαίως, μια μεγάλη πρόκληση και απαιτείται πολλή προσπάθεια. Ωστόσο, δε χρειάζεται να μιλάς την ίδια γλώσσα προκειμένου να μοιράζεσαι την ιδέα του κόσμου ενός φιλμ που θέλεις να παραγάγεις, κι αν οι άνθρωποι με τους οποίους θέλω να μοιραστώ αυτή την ιδέα είναι σταρ ή όχι επίσης δεν έχει σημασία. 



Όλες οι ταινίες σας -και οι Κλέφτες καταστημάτων δεν αποτελούν εξαίρεση- είναι «διαποτισμένες» από την ίδια ζεστασιά, την ίδια γενναιοδωρία και την ίδια τρυφερότητα απέναντι στους ήρωές σας. Έχετε πίστη στην ανθρωπότητα, νιώθετε αισιοδοξία για το μέλλον της;

Δε θέλω να γυρίσω μια ταινία που κάνει την πίστη ή την ελπίδα των ανθρώπων στο μέλλον να εξαφανιστεί αφού την παρακολουθήσουν.

Ευχαριστώ θερμά την Yuki Oguriyama από το Τμήμα Διεθνών Πωλήσεων της GAGA Corporation, συμπαραγωγού εταιρείας του φιλμ, για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα ιαπωνικά και των απαντήσεων του σκηνοθέτη στα αγγλικά.

H ταινία του Χιροκάζου Κόρε-Έντα Κλέφτες καταστημάτων προβάλλεται στις αίθουσες από τις 6 Δεκεμβρίου σε διανομή της One from the Heart.