Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσεχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσεχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Κατερζίνα Τούτσκοβα: «Η συλλογική ενοχή είναι μια απαράδεκτη έννοια»

 

Κατερζίνα Τούτσκοβα (Φωτογραφία: Lenka Hatašová)

Μέχρι πρότινος αποσιωπημένος, ο βίαιος εκτοπισμός εκατομμυρίων Γερμανών από την πρώην Τσεχοσλοβακία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αναπλάθεται στο τολμηρό μυθιστόρημα Γκέρτα της Τσέχας συγγραφέως Κατερζίνα Τούτσκοβα.

Οι απόψεις της, όμως, για άλλα ζητήματα, όπως η συνεχιζόμενη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το ισραηλινό κράτος, κάθε άλλο παρά τολμηρές είναι. Συζητάμε, ωστόσο, για όλα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Ως μαθήτρια, δε διδαχτήκατε το ηθικά και πολιτικά αμφιλεγόμενο/τραυματικό γεγονός του βίαιου εκτοπισμού περίπου τριών εκατομμυρίων Γερμανών από την πρώην Τσεχοσλοβακία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το ακούσατε -υποθέτω- για πρώτη φορά όταν, ως φοιτήτρια, κατοικούσατε στο Μπρνο, το οποίο είχε το μερίδιό του στις εκδιώξεις;

Σωστά.

Μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Τσεχοσλοβακία, δηλαδή την δεκαετία του 1990, όταν σπούδαζα στο λύκειο και μετά στο πανεπιστήμιο, ο εκτοπισμός των Τσεχοσλοβάκων πολιτών με γερμανική υπηκοότητα ήταν ακόμα ένα θέμα ταμπού.

Στο σχολείο, οι δάσκαλοι δε δίδασκαν γι’ αυτό - η ερμηνεία της Ιστορίας της κομμουνιστικής εποχής επανεκτιμήθηκε αργά και συχνά απρόθυμα.

Γι’ αυτό κυριολεκτικά σοκαρίστηκα όταν έμαθα πως ένα εικοσιενάχρονο κορίτσι με ένα παιδί έξι μηνών είχε εκδιωχθεί μετά την απελευθέρωση το 1945 απλώς και μόνο επειδή είχε πατέρα Γερμανό από το σπίτι όπου είχα μετακομίσει ως φοιτήτρια.

Πήρε μέρος σε ό,τι έγινε αργότερα γνωστό ως «Πορεία Θανάτου»:

19.800 γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι του Μπρνο συμπεριλήφθηκαν στην πορεία προς εκδίωξη από την χώρα. Πολλές, πολλά και πολλοί εξ αυτών δεν επέζησαν της διαδικασίας και κατέληξαν σε ομαδικό τάφο περίπου 32 χιλιόμετρα από το Μπρνο.

Για τον τάφο δε γινόταν λόγος για περισσότερα από πενήντα χρόνια, σαν να μην υπήρχε.

Γιατί, λοιπόν, αισθανθήκατε υποχρεωμένη να γράψετε γι’ αυτό το αποσιωπημένο ιστορικό συμβάν στην Γκέρτα; Για να δικαιώσετε -έστω και μυθιστορηματικά- κάποια άλλα θύματα της Ιστορίας;

Ήμουν είκοσι δύο χρονών όταν μετακόμισα στο σπίτι από το οποίο έδιωξαν το κορίτσι.

Φυσικά, την συμπονούσα - μου φάνηκε εντελώς απαράδεκτο το γεγονός ότι κάποιος είχε τόσο τρομερό αντίκτυπο στην ζωή της, παρόλο που η ίδια θα μπορούσε να μην έχει κάποια συμμετοχή στον πόλεμο. Γιατί να φέρει την ευθύνη;

Τόσο έντονα σκέφτηκα αυτήν και τα άλλα θύματα αυτού του άδικου ξεκαθαρίσματος, ώστε άρχισα να ψάχνω για όλα τα συμφραζόμενα της ζωής της και σιγά σιγά ένα μυθιστόρημα άρχισε να «φυτρώνει» μέσα μου.

Έπρεπε να της δώσω φωνή. Χρειαζόμουν ανθρώπους, ή αναγνώστες, για να συνειδητοποιήσουν πως η συλλογική ενοχή είναι ανοησία, πως οι αθώοι πληρώνουν το τίμημα.

Διατρέχοντας περισσότερο από μισό αιώνα και τρεις γενιές, το πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά μυθιστόρημά σας είναι ο «καρπός» της μυθοπλαστικής ανασύνθεσης μιας εκτενούς -και ταραγμένης- περιόδου στην Ιστορία της Τσεχοσλοβακίας/Τσεχίας.

Χρειάστηκε να κάνετε εκτεταμένη αρχειακή και επιτόπια έρευνα πριν προχωρήσετε στην συγγραφή του βιβλίου σας;

Η έρευνα για αυτό το βιβλίο πήρε πολύ χρόνο και δεν ήταν ευχάριστη, αλλά μου επέτρεψε επίσης να δω την Ιστορία μας με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Ήμασταν περισσότεροι/περισσότερες τότε, φοιτητές και φοιτήτριες στο Πανεπιστήμιο του Μπρνο, που παρείχαμε ο ένας στην άλλη υλικό.

Όταν οργάνωσα μια πορεία μνήμης κατά μήκος του άξονα της πρώην Πορείας Θανάτου το 2007, πολλοί από εμάς μαζευτήκαμε και ακολουθήσαμε μια διαδρομή που καταγράφηκε από τα Μ.Μ.Ε.

Ως αποτέλεσμα, ήρθαν σε επαφή μαζί μου γυναίκες με γερμανικές ρίζες οι οποίες κάποτε είχαν περπατήσει στην πορεία το 1945 και είχαν καταφέρει να μείνουν στην Τσεχοσλοβακία. Ζούσαν εκεί επί χρόνια ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Ήταν οι αναμνήσεις τους που έγιναν η βάση για την ιστορία του επώνυμου χαρακτήρα, της Γκέρτα Σνιρχ.

Γιατί αποφασίσατε να τοποθετήσετε τον ομώνυμο γυναικείο χαρακτήρα ως πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός σας;

Ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι το βιβλίο μου επρόκειτο να καταγράψει την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας - το είδος της ιστορίας που βρήκα στο σπίτι που μετακόμισα.

Το όνομα της Γκέρτα μπορεί να είναι φανταστικό, αλλά η ιστορία της συντίθεται από πολλές αληθινές ιστορίες.

Ομοίως, άλλες ιστορίες φίλων της Γκέρτα ή ανθρώπων που συναντά με την πάροδο του χρόνου είναι εμπνευσμένες από πραγματικές ιστορίες ή γεγονότα.

Όλες με κάποιον τρόπο σχετίζονται με την Γκέρτα και όλες απεικονίζουν μια παραλειφθείσα, αποσιωπημένη διάσταση του παρελθόντος μας: όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την γυναικεία πτυχή της Ιστορίας μας.

Γυναίκες σαν τη Γκέρτα δεν άξιζαν την προσοχή κανενός. Και αυτό το γεγονός με ενόχλησε όσο και οι πολιτικές συνθήκες της υπόθεσης.

Η Γκέρτα, μαζί με αρκετούς άλλους γυναικείους χαρακτήρες -είτε είναι γερμανικής, τσέχικης ή μικτής καταγωγής-, είναι περισσότερο θύμα -και τελικά επιζώσα- παρά ηρωίδα.

Πιστεύετε πως, τόσο ως κοινωνίες όσο και ως άτομα, χρειαζόμαστε ήρωες/ηρωίδες οποιουδήποτε είδους;

Ναι, νομίζω ότι πρέπει να διαβάσουμε για την γενναιότητα μπροστά στις δύσκολες στιγμές της ζωής - είτε εννοούμε ιστορίες ηρωισμού είτε μαρτυρίες επιβίωσης, πραγματικές ή φανταστικές.

Οι άνθρωποι χρειάζονται πρότυπα: ξεπερνούν τα όρια της σκέψης, παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη, προσφέρουν επιλογές και σημεία εκκίνησης.

Μπορούμε να σχετιζόμαστε μαζί τους σε περιόδους προσωπικών ή κοινωνικών κρίσεων... Τουλάχιστον εμένα, σε κάποια σημεία της ζωής μου, η γνώση για την ψυχική δύναμη των άλλων με έχει βοηθήσει.

Η Γκέρτα είναι επίσης μητέρα - και όσο προχωρά το μυθιστόρημα και γιαγιά. Η σχέση της με την κόρη της είναι ταραχώδης, ενώ αυτή με την εγγονή της κυρίως στοργική.

Γιατί επιλέξατε να αναδείξετε αυτήν την ασυμφωνία;

Αυτή η αντίφαση βασίζεται σε πραγματικά οικογενειακά μοτίβα γυναικών που κάποτε συμμετείχαν στην Πορεία του Θανάτου από το Μπρνο.

Τα βάσανα τα οποία βίωσαν -απέλαση, σεξουαλική βία, ξυλοδαρμοί- λόγω της γερμανικότητάς τους είχαν ως αποτέλεσμα να μη μεταδώσουν αυτό το στίγμα στους απογόνους τους.

Οι μητέρες «φίμωσαν» πολλά από τα παιδιά τους, το χάσμα μεταξύ τους μεγάλωνε και οι σχέσεις μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης γενιάς επιζώντων συχνά δεν ήταν ζεστές. Αντιθέτως, σημαδεύτηκαν από το τραύμα.

Οι σχέσεις με τα εγγόνια, από την άλλη, είχαν ήδη αναπτυχθεί σε μεγάλη απόσταση από τα δραματικά γεγονότα και σε μια πολιτικά διαφορετική εποχή. Άρα, ήταν κυρίως ποιοτικά διαφορετικές, πολύ πιο χαλαρές.

Οι άνθρωποι από τους οποίους πήραν συνέντευξη είχαν αφηγηθεί στα εγγόνια τους κάποιες πτυχές από τις εμπειρίες τους, κατά συνέπεια αυτές δεν ήταν πια τόσο ταμπού.

Ως εκ τούτου, στην τρίτη μεταπολεμική γενιά θα μπορούσε να προκύψει ένα φοιτητικό κίνημα που θα απαιτούσε την επαναξιολόγηση του όλου θέματος της απομάκρυνσης των Τσεχοσλοβάκων Γερμανών.

Ως συγγραφέας, έχετε λάβει το Βραβείο Ελευθερίας, Δημοκρατίας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το Ινστιτούτο για την Μελέτη Ολοκληρωτικών Καθεστώτων.

Κατά τη γνώμη μου, η οριζόντια εξομοίωση του φασισμού/ναζισμού με τον κομμουνισμό είναι επικίνδυνα ανιστορική, και σιωπηρά τείνει να δικαιώσει την «κοινοβουλευτική δημοκρατία» μέσα σε ένα καπιταλιστικό πλαίσιο.

Πώς ορίζετε τον ολοκληρωτισμό στις μέρες μας;

Δεν ξέρω αν είναι απαραίτητος ο επαναπροσδιορισμός του ολοκληρωτισμού: εννοώ ότι ξέρουμε τη σημασία της λέξης, έτσι δεν είναι;

Στην Τσεχία, ή μάλλον στην πρώην Τσεχοσλοβακία, έχουμε μισό αιώνα εμπειρίας με αυτόν, που οδήγησε στο τσάκισμα της ηθικής «ραχοκοκαλιάς» του έθνους, στις τραγωδίες ολόκληρων οικογενειών, στην καταστροφή πολλών ανθρώπινων ζωών.

Προέρχομαι από μια οικογένεια η οποία κατείχε ένα αγρόκτημα με παρακείμενο χωράφι και αμπέλι. Οι πρόγονοί μου ήταν μια τόσο συνηθισμένη οικογένεια μικροκαλλιεργητών που καλλιεργούσαν από χρόνο σε χρόνο.

Στη δεκαετία του 1950, κατά τη διάρκεια της εθνικοποίησης και της κολεκτιβοποίησης της υπαίθρου, οι κομμουνιστές κατέσχεσαν τα πάντα, ο παππούς μου έχασε την αίσθηση της ζωής του, ο πατέρας μου αυτοκτόνησε, η οικογένεια διαλύθηκε...

Ήμασταν τυχεροί που κανένας συγγενής μας δε φυλακίστηκε και δε βασανίστηκε: σε κάθε άλλο χωριό έστηναν μια τέτοια υπόθεση ως προειδοποίηση για τους άλλους.

Προσφέρονται συγκρίσεις μεταξύ ναζισμού και κομμουνισμού - τουλάχιστον από την τσεχική σκοπιά.

Ήταν ιδεολογίες που επιβλήθηκαν με την βία από γειτονικές μεγάλες δυνάμεις, οι υποστηρικτές των οποίων ήθελαν μόνο να επωφεληθούν υπό το πρόσχημα ανώτερων ιδεών, καταστρέφοντας ανελέητα ανθρώπινες ζωές.

Υπάρχουν τόσες διαφορές όσοι και οι παραλληλισμοί.

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι, κατά την γνώμη μου, το καλύτερο σύστημα που έχουμε δημιουργήσει ως κοινωνία.

Και γιατί πιστεύετε ότι, τουλάχιστον όσον αφορά στις ευρωπαϊκές άρχουσες ελίτ, ορισμένοι άμαχοι -για παράδειγμα οι Ουκρανοί- αξίζουν την συμπάθεια και την θλίψη μας, ενώ άλλοι -για παράδειγμα ο άμαχος πληθυσμός της Παλαιστίνης- όχι;

Δε θα ήθελα να συγκρίνω τα δεινά των θυμάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ή την εμπειρία των αμάχων Γερμανών θυμάτων της μεταπολεμικής εκδίκησης με τα δεινά των σημερινών Ουκρανών, Ισραηλινών ή κατοίκων της Γάζας.

Είναι ασέβεια προς την συγκεκριμένη κατάσταση και τις ατομικές τους τύχες.

Το να προσπαθείς να βρεις παραλληλισμούς θα μετατρέπει πάντα μια συγκεκριμένη ανθρώπινη ζωή σε ασπρόμαυρη εικόνα. Καταλαβαίνω, όμως, πού στοχεύετε με την ερώτησή σας.

Η συλλογική ενοχή είναι μια απαράδεκτη έννοια, ίσως κανείς στην πολιτισμένη κοινωνία δεν το αμφισβητεί πλέον.

Προσωπικά, παρακολουθώ με τρόμο την κλιμάκωση της σύγκρουσης - είμαι ακόμα σοκαρισμένη από την βάναυση σφαγή που διέπραξε η Χαμάς εναντίον οικογενειών απλών Ισραηλινών στις 7 Οκτωβρίου.

Και συγκινούμαι εξίσου από τα δεινά του λαού της Γάζας, από τον τεράστιο και αυξανόμενο αριθμό θυμάτων και επιζώντων που πλήττονται από ελλείψεις κάθε είδους.

Ωστόσο, φοβάμαι ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση σε αυτήν την κατάσταση όσο η περιοχή παραμένει υπό τον έλεγχο της Χαμάς, η οποία όχι μόνο διαπράττει θηριωδίες κατά των εχθρών της, αλλά δεν ντρέπεται να χρησιμοποιήσει τον λαό της ως ασπίδα.

Έτσι εξηγώ επίσης την στάση των ευρωπαϊκών ελίτ - όχι ως έλλειψη συμπόνιας για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα, αλλά ως αδυναμία να προτείνουν μια πιο αποδεκτή λύση για να σταματήσει η Χαμάς.

Το 2015, 70 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η δημοτική αρχή του Μπρνο απολογήθηκε επισήμως για την απέλαση περίπου 20.000 Γερμανών πολιτών και οργανώθηκε μια πορεία 32 χιλιομέτρων.

Γιατί, κατά την γνώμη σας, το τσεχικό κράτος ήταν διαχρονικά τόσο απρόθυμο και πιθανώς «χλιαρό» στην αναγνώριση της ηθικής του ευθύνης σχετικά με αυτό το γεγονός;

Διότι αυτό θα αντέφασκε προς την μεταπολεμική λύση του «Γερμανικού Προβλήματος» που προέκυψε μέσα από τα διατάγματα του Προέδρου Μπένες, ο οποίος αναδιένειμε όλη την περιουσία των Γερμανών -τα εργοστάσια, τις επιχειρήσεις και την ακίνητη περιουσία- μεταξύ των Τσεχοσλοβάκων μετά το τέλος του πολέμου.

Θα σήμαινε την παραδοχή ενός προηγούμενου λάθους που βασίζεται στην συλλογική ενοχή, καθιστώντας την οικονομική κατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ανασφαλή.

Ποιος θα ήθελε να προβεί σε μια τέτοια παραδοχή σήμερα, όταν ουδείς φέρει προσωπική ευθύνη γι’ αυτό το λάθος; Πολιτικά, θα ήταν μια πολύ αντιδημοφιλής κίνηση.

Ο πρώτος μετεπαναστατικός Πρόεδρος, Βάτσλαβ Χάβελ, είχε κάποτε μια συμβολή. Ωστόσο, μόνο ο δήμαρχος του Μπρνο, Petr Vokřál, μαζί με τον επίσκοπο Vojtěch Cikrle, ζήτησαν συγγνώμη από όλα τα θύματα της Πορείας του Θανάτου.

Αυτή η τοπική ιστορία δείχνει επίσης πως το παρελθόν είναι ακόμα μαζί μας, ότι ρίχνει μια πολύ μεγαλύτερη σκιά από ό,τι θα περιμέναμε.

Η Γκέρτα τελειώνει με πικρό τρόπο, με την αναζήτηση δικαιοσύνης να παραμένει ανοιχτή πληγή - ή ανοιχτό ερώτημα. Υπήρξε ορατή αλλαγή οπτικής με την πάροδο των δεκαετιών στο πλαίσιο της τσεχικής κοινωνίας;

Ναι, σε μεγάλο βαθμό.

Όταν έφερα στο φως την ιστορία της Γκέρτα Σνιρχ, αντιμετώπισα πολλές λεκτικές επιθέσεις και κατηγορήθηκα ότι πρόδωσα το τσεχικό έθνος εστιάζοντας στην αδικία που διαπράχθηκε σε βάρος μιας Γερμανίδας.

Στα δεκαπέντε χρόνια που συμβιώνω με αυτό το βιβλίο, η αντίληψη για τα μεταπολεμικά αντίποινα εναντίον των Γερμανών έχει αλλάξει πολύ.

Δεν είναι πλέον ταμπού, πράγματι είναι ένα θέμα που συζητιέται στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι άνθρωποι σκέφτονται το απαράδεκτο της συλλογικής ενοχής... Αυτή είναι μια πραγματικά μεγάλη αλλαγή.

Και είμαι εξαιρετικά χαρούμενη που το μυθιστόρημά μου διαδραμάτισε ρόλο σε σχέση με το γεγονός αυτό. Είναι σίγουρα μια απόδειξη πως η λογοτεχνία εξακολουθεί να έχει έντονη απήχηση στην σημερινή κατακερματισμένη και διασπασμένη κοινωνία.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της γραπτής συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Κατερζίνα Τούτσκοβα Γκέρτα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση του Κώστα Τσίβου.



Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Πάβελ Κόχουτ: «Η Άνοιξη της Πράγας ήταν μια προσπάθεια να περπατήσεις στο ταβάνι»

 


Διακεκριμένος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, ο αειθαλής Τσέχος Πάβελ Κόχουτ γιόρτασε στις 20 Ιουλίου 93 χρόνια ύπαρξης!

Γιορτάζουμε κι εμείς συνομιλώντας μαζί του, με αφετηρία την πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματός του Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα.

Διακεκριμένος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, κατέχετε διπλή υπηκοότητα, τσεχική και αυστριακή.

Υπό ποια έννοια αισθάνεστε Τσέχος και Αυστριακός και πώς έχει αντικατοπτριστεί αυτή η δυαδικότητα στη δουλειά σας ανά τις δεκαετίες;

Πήρα την αυστριακή υπηκοότητα το 1980 μετά την αφαίρεση της τσεχοσλοβακικής από το καθεστώς. Μου επιστράφηκε το 1989 έπειτα από δέκα χρόνια.

Ήθελα να κρατήσω αυτή που μου αποδόθηκε τιμητικά, από ευγνωμοσύνη προς τη χώρα η οποία μου πρόσφερε ένα δεύτερο σπίτι σε περιόδους ανάγκης. Όλα αυτά έχουν εμπλουτίσει τη γραφή μου θεματικά.

Ένθερμος κομμουνιστής στα νεανικά σας χρόνια, εξελιχθήκατε σε διαφωνούντα και κατόπιν σε καταξιωμένη φυσιογνωμία της Άνοιξης της Πράγας, αποβαλλόμενος τελικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ποιο ήταν το σημείο καμπής στην πολιτική μεταμόρφωσή σας;

Μπήκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας στην ηλικία των δεκαοκτώ το 1946.

Το 1956 έλαβα την πρώτη επίπληξη, το 1967 μια επίπληξη με προειδοποίηση και το 1969, μετά την αποτυχία της Άνοιξης της Πράγας, εκδιώχθηκα από αυτό το κόμμα.

Ήταν μια μονομαχία μεταξύ ψευδαίσθησης και εμπειρίας. Η τελευταία κέρδισε.

Τι θυμάστε πιο έντονα από την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας, κυρίως από πολιτιστικής και πολιτικής άποψης, και τι έχει απομείνει από εκείνο το πνεύμα στις μέρες μας;

Η Άνοιξη της Πράγας στη σοβιετική εποχή ήταν στην πραγματικότητα μια προσπάθεια να περπατήσεις στο ταβάνι. Μέχρι σήμερα, είναι συναρπαστικό για μένα που έλαβε μέρος η απόλυτη πλειοψηφία της κοινωνίας.

Μπορείτε να το ονομάσετε μια γενική πρόβα για τη δημοκρατία. Τι μένει; Η δημοκρατία.

Ο κωμικοτραγικός ήρωας βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με ολόκληρη την τότε κοινωνία. Δοκιμάζει το αδύνατο, γι' αυτό και διώκεται και ψυχολογικά καταστρέφεται.

Και όταν «θεραπεύεται», δεν μπορεί πλέον να ενταχθεί στην κοινωνία που εδώ και καιρό «περπατάει στο ταβάνι».

Είστε προσωπικά εξίσου «αλλεργικός» σε δόγματα οποιουδήποτε είδους;

Ως νέος ήμουν για πολύ καιρό σκλάβος ενός δόγματος για να μπορέσω να αντέξω αυτόν τον τρόπο σκέψης. Αλλά έτσι καταλαβαίνω καλύτερα αυτούς που βιώνουν κάτι αντίστοιχο σήμερα. Και προσπαθώ να τους προειδοποιήσω με τη γραφή μου.

Στιλιστικά μιλώντας, το μυθιστόρημά σας Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα συνιστά έναν θρίαμβο του παραλόγου, και διατηρεί τη φρεσκάδα και τη ζωτικότητά του μέχρι σήμερα.

Εκείνα τα χρόνια, ήταν το παράλογο η νόρμα στην Τσεχοσλοβακία σε όλες της σφαίρες της ανθρώπινης εμπειρίας, εξού και επιλέξατε να το «πολεμήσετε» με τον ίδιο τρόπο;

Αντίθετα, είναι to παράλογο που ενισχύεται από το τσεχικό χιούμορ.

Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί μια προσπάθεια να αφηγηθώ το παράλογο τόσο συγκεκριμένα ώστε κάθε λεπτομέρεια το κάνει να φαίνεται εφικτό.

Το εν λόγω μυθιστόρημα είναι, αν δεν απατώμαι, το τέταρτο βιβλίο σας που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Ποια είναι η πρώτη εικόνα ή σκέψη που σας έρχονται στο νου αναφορικά με την Ελλάδα, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος;

H απάντηση στην ερώτησή σας: Η ελληνική Ιστορία με την οποία μεγάλωσα χάρη στη λογοτεχνία και τα «Ελληνόπουλα» που έλαβαν άσυλο στην Τσεχοσλοβακία μετά τον εμφύλιο πόλεμο.

Έπειτα πολλοί γύρισαν και τους γνώρισα στις πρεμιέρες μου στο θέατρο στην Αθήνα. Και πολλοί έμειναν μαζί μας ως πρότυπο επιτυχημένης μετανάστευσης.

Και τελικά, ποιο, κατά τη γνώμη σας, θα είναι το «χνάρι» της πανδημίας στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και το πολιτιστική της παραγωγή; Νιώθετε καθόλου αισιοδοξία για το μέλλον;

Είμαι γεννημένος αισιόδοξος, και λέω στον εαυτό μου ότι εάν το ιατρικά ανυπεράσπιστο ανθρώπινο είδος πριν από μας επέζησε πολλαπλών επιθέσεων πανούκλας, πρέπει επίσης να τα καταφέρει και ο πολύ ανεπτυγμένος πολιτισμός μας.

Ευχαριστώ θερμά τον Klaus Mölln, προσωπικό φίλο του Πάβελ Κόχουτ, για τη μετάφραση των ερωτήσεών μου στα γερμανικά και την αποστολή των απαντήσεων του συγγραφέα.

Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως τον φωτογράφο Dominik Bachůrek για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του Πάβελ Κόχουτ που συνοδεύει την ανάρτηση.

Το μυθιστόρημα του Πάβελ Κόχουτ Ο άντρας που περπατούσε ανάποδα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Σόνιας Στάμου-Ντορνιάκοβα.



Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Βάτσλαβ Μαρχούλ: «Όταν νιώθεις διαφορετικός, πάντα θα έχεις πρόβλημα»


Βασισμένη στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Γιέρζι Κοζίνσκι Το βαμμένο πουλί, η σχεδόν τρίωρης διάρκειας ομώνυμη ταινία του Τσέχου Βάτσλαβ Μαρχούλ είναι ένα ασπρόμαυρο σινεφιλικό επίτευγμα στα χνάρια του Μπέλα Ταρ


Πρωταγωνιστής της είναι ένα ανώνυμο αγόρι που προσπαθεί να επιβιώσει στα πρώτα χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το φιλμ προβάλλεται από τις 5 Μαρτίου, κι ο Βάτσλαβ Μαρχούλ μοιράζεται σκέψεις και συναισθήματα.


Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτήν την απρόσμενη και ανησυχαστική φιλμική εμπειρία- ίσως μια από τις πιο ανησυχαστικές μετά τις ταινίες του Μπέλα Ταρ. 


Σ’ ευχαριστώ!


Θα επιστρέψουμε στον Μπέλα Ταρ αργότερα, ωστόσο. Τι σε προσέλκυσε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιέρζι Κοζίνσκι ως αναγνώστη, κατ’ αρχάς;


Καλή ερώτηση!


Έχω μιλήσει σχετικά με το βιβλίο ίσως με περισσότερους από εκατό ανθρώπους που το έχουν διαβάσει, και μπορούν να κατανεμηθούν σε τρεις κατηγορίες.


Το 1/3 απλά δεν μπορεί να το διαβάσει, το κλείνουν, λέγοντας: «Όχι, ποτέ».


Άρνηση.


Ναι. Το σέβομαι αυτό απόλυτα. Η δεύτερη κατηγορία αναγνωστών το διάβασε, αλλά είναι τελείως σοκαρισμένη, νιώθοντας ότι ο κόσμος είναι μόνο γεμάτος βία και βαναυσότητα.


Για τους υπόλοιπους, το βιβλίο φέρει ένα μήνυμα και θέτει πάρα πολλά ερωτήματα. 


Προσωπικά με συνάρπασε απόλυτα, παρά τη βία και τα όσα τρελά συμβαίνουν σ’ αυτό, γιατί υπάρχουν τόσα ερωτήματα. Αν και δεν πιστεύω στον Θεό, αναρωτήθηκα: «Γιατί δημιούργησε την ανθρωπότητα; Πού είναι η ενοχή, το κακό;»


Και το υπέροχο; Το βιβλίο δε θα σου δώσει καμιά απάντηση! Όλα εξαρτώνται από σένα. Προσπάθησα, λοιπόν, να φτιάξω την ταινία μου με τον ίδιο τρόπο, απλά και μόνο για να ωθήσω τους ανθρώπους να ξεκινήσουν να σκέφτονται.


Σε άγχωσε, σου προκάλεσε δέος η προοπτική της κινηματογραφικής διασκευής ενός τέτοιου βιβλίου;


Μόλις το διάβασα, ένιωσα τόσα πολλά συναισθήματα κι ότι έπρεπε να κάνω την ταινία. Όλα έχουν να κάνουν με τα συναισθήματα. 


Είναι αρκετά δύσκολο βιβλίο: πολύ επαναλαμβανόμενο, με πολλά πολύ περιγραφικά κεφάλαια, γεγονός που δε μου πολυάρεσε. Κατά γνώμη μου έχει κάποια «λάθη», όπως ίσως κι η ταινία μου (γέλιο). 


Δε μου άρεσε, εξάλλου, το τέλος του, γι’ αυτό και το άλλαξα.


Δούλευα πάνω στο σενάριο επί τρία χρόνια κι έγραψα δεκαεπτά εκδοχές του. Η τελευταία θεώρησα πως ήταν η καλύτερη.



Σε κάθε περίπτωση, παρέμεινες πολύ πιστός τόσο στο ίδιο το κείμενο αυτού του τεράστιου μυθιστορήματος, όσο και στην αναπαραγωγή του εφιαλτικού σύμπαντός του.


Όσα περιγράφει το βιβλίο δυστυχώς συνεχίζουν να συμβαίνουν. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε παιδιά κακοποιούνται, ξυλοκοπούνται και πυροβολούνται. Γι’ αυτό και πρόκειται για μια διαχρονική ιστορία.


Μερικές φορές, κάποιοι δημοσιογράφοι υποστηρίζουν ότι είναι ένα φιλμ για το Ολοκαύτωμα. Αυτό δεν ισχύει, κατά τη γνώμη μου.


Μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές αναγνώσεις του. Σίγουρα είναι ριζωμένο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, κι ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό και πολιτισμικό τοπίο. Από την άλλη, ανοίγεται και σε άλλες εμπειρίες κι εποχές.


Συμφωνώ. Το πιο συμβολικό στοιχείο του είναι ο τίτλος, Το βαμμένο πουλί. Το βιβλίο, όπως κι η ταινία, έχουν πολλά επίπεδα. Και ένα από τα πιο σημαντικά, πως πάντα είσαι διαφορετικός. Ίσος, αλλά διαφορετικός.


Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το χρώμα του δέρματος. Όταν νιώθεις διαφορετικός, πάντα θα έχεις πρόβλημα. Όταν έχεις κάτι που δε μοιάζει με αυτό που έχουν οι άλλοι, δε θα το καταλάβουν, θα τους τρομάξει και θα γίνουν πιο επιθετικοί.


Από αυτό το στοιχείο ξεκινάνε πολλά δυσάρεστα για την ανθρωπότητα.


Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων είτε σε σχέση με τα ίδια τα γυρίσματα είτε με τη διεύθυνση των ηθοποιών, επαγγελματιών και μη, και κυρίως του μικρού πρωταγωνιστή;


Ο πιο σημαντικός μη ηθοποιός ήταν το αγόρι, ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Πετρ. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί ήταν στο σύνολό τους επαγγελματίες, κι ήταν υπέροχο να δουλεύω μαζί τους. 


Με τον Πετρ ήταν αρκετά δύσκολα τα πράγματα αρχικά. Όταν, όμως, κάνεις γυρίσματα επί ενάμιση χρόνο, από μέρα σε μέρα η κατάσταση βελτιώνεται όλο και περισσότερο. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η συνεργασία μας ήταν θαυμάσια.


Είναι ένα καλό, τυχερό παιδί.



Πόσων χρονών είναι;

Όταν τον συνάντησα τυχαία στην υπέροχη, γκρίζα, μυστηριώδη, μεσαιωνική τσεχική πόλη όπου γράφω όλα μου τα σενάρια κι όπου εκείνος ζει, ήταν εφτά. Μέσα σε πέντε λεπτά αποφάσισα ότι αυτός θα είναι ο κεντρικός χαρακτήρας.


Είναι τρελό, τόσο παράλογο. Το ξέρω. Έτσι αισθάνθηκα, όμως. Του είπα, λοιπόν: «Μου μοιάζεις με τον βασικό χαρακτήρα στο επόμενό μου φιλμ». Και μου απάντησε: «Εντάξει». (Γέλιο) Δεν ήξερε τι σημαίνει κάτι τέτοιο.


Το ανακάλυψε στη συνέχεια.


Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, ήταν εννιά κι όταν τελειώσαμε είχε γίνει έντεκα. Σε γενικές γραμμές, καταλάβαινε τι συνέβαινε. Αν και ήξερε την ιστορία, δεν ήταν 100% συγκεντρωμένος σ’ αυτή. Έχει τόση ενέργεια, τόσα ενδιαφέροντα.


Αν τον ρωτούσες πέντε λεπτά με την ολοκλήρωση ενός γυρίσματος γι’ αυτό, δε θα θυμόταν να σου απαντήσει, γιατί θα τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο στη διάρκεια του διαλείμματος να παίξει ποδόσφαιρο! (Γέλιο)


Είναι ευαίσθητος, αγαπάει τα ζώα κι έχει ένα σκύλο, που τον υπεραγαπά. Τον χειραγώγησα, λοιπόν, για τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης σκηνής. 


Του είπα: «Φαντάσου ότι έχεις βγει βόλτα μ’ εναν φίλο σου Μετά από δέκα λεπτά ο σκύλος σου έχει χαθεί. Ίσως κάποιος τον πήρε, ίσως πεθαίνει της πείνας, ίσως δεν ξέρει πού να πάει». Σε λίγα δευτερόλεπτα, είχε τη σωστή έκφραση στο πρόσωπό του.


Κάποιες φορές, πάλι, του απευθυνόμουν όπως θα απεθυνόμουν σ’ έναν ενήλικα. Αυτό συνέβη στην περίπτωση μιας άλλης σκηνής, όταν πια ήταν δέκα χρονών. Και με κατάλαβε. Καθημερινά, πάντως, του υπενθύμιζα πως επρόκειτο για μυθοπλασία.


Σε κάθε περίπτωση, δε θέλει να ξαναπαίξει! (Γέλιο)



Ίσως να μη θέλει, αλλά εσύ σίγουρα είσαι πολύ δυνατός σκηνοθέτης, στην κατεύθυνση του κινηματογράφου του δημιουργού. Νιώθεις πως χρωστάς σε σκηνοθέτες όπως ο Ταρκόφσκι, ο Μπέλα Ταρ ή στην τσεχοσλοβακική παράδοση;


Είναι η τρίτη ταινία μου, και καθεμία είναι απολύτως διαφορετική. Ποτέ δε θα ήθελα να τις κάνω με τον ίδιο τρόπο. Η επόμενη, λοιπόν, θα είναι αλλιώτική. 


Άκουγα αυτή τη φωνή μονάχα για τα συναισθήματά μου. Και σε σχέση μ’ αυτό το φιλμ, έχεις δίκιο, εμπνεύστηκα από τις ταινίες του Μπέλα Ταρ ή το Αντρέι Ρουμπλιόφ του Αντρέι Ταρκόφσκι. 


Αλλά κι από έναν από τους μεγαλύτερους Τσέχους σκηνοθέτες, τον Φράντισεκ Βλάτσιλ, και το φιλμ του Μαρκέτα Λαζάροβα


Εμπνεύστηκα, εξάλλου, κι από έναν σπουδαίο Ρώσο σκηνοθέτη, τον Έλεμ Κλίμοφ, και την ταινία του Έλα να δεις


Διάβασα επίσης πολλά βιβλία, ιστορικής φύσης όπως του Τίμοθι Σνάιντερ, αλλά και παιδικής ψυχολογίας. Τόσα πολλά «μονοπάτια», τόσες πολλές πηγές έμπνευσης!


Νομίζεις ότι ως κοινωνίες και άτομα, σινεφίλ ή όχι, χρειαζόμαστε ή μας λείπει στις μέρες μας αυτό το είδος του σινεμά, που ρίχνει ένα διαφορετικό «φως» στην ανθρώπινη εμπειρία και κατάσταση;


Είναι καλή και τόσο δύσκολη η ερώτησή σου, αλλά δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι αναζητά το κοινό.

Έκανα αυτή την ταινία με ειλικρίνεια και πολύ ανοιχτά, δεν το πολυσκέφτηκα αν θα την αγαπούσε το κοινό. Αν, ως καλλιτέχνης, σκέφτεσαι υπερβολικά για την αγορά και το κοινό, είσαι χαμένος.


Όπως και να ’χει, πρόκειται για μια πολύ απαιτητική δουλειά τόσο για το κοινό όσο και για τους διανομείς παγκοσμίως, γι’ αυτό και εξεπλάγην ευχάριστα όταν έμαθα πως εξασφάλισε διανομή στην Ελλάδα.


Αν και έχει πολλές βίαιες σκηνές, τις διαχειρίστηκα με πολλή αξιοπρέπεια, όχι υπό την οπτική γωνία του Κουέντιν Ταραντίνο. Από σένα εξαρτάται, λοιπόν, σε ποιο βαθμό θα τις φανταστείς. Το σημαντικό ήταν να τις εκφράσω, όχι να τις περιγράψω.


Μέσα στο Μάρτη βγαίνει και στη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία, τις Η.Π.Α., τον Καναδά, μεταξύ άλλων χωρών, και είμαι πραγματικά περίεργος να δω πώς θα την  αντιμετωπίσουν οι θεατές.


Η ταινία του Βάτσλαβ Μαρχούλ Το βαμμένο πουλί προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 5 Μαρτίου σε διανομή της Weird Wave.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Markéta Luskačová: «Πρωτίστως με ενδιαφέρει η συντροφικότητα των ανθρώπων»


75 χρονών σήμερα, η αειθαλής Markéta Luskačová είναι η σημαντικότερη εν ζωή εκπρόσωπος της τσεχικής φωτογραφίας τεκμηρίωσης. Με πολλή εγκαρδιότητα μάς ξεναγεί στον πολυδιάστατο φωτογραφικό -και όχι μόνο- κόσμο της.

Η αρχική ενασχόλησή σας με τη φωτογραφία σχετίζεται με την αποτύπωση θρησκευτικών παραδόσεων στη Σλοβακία που έχουν επιβιώσει, ιδίως στο χωριό Šumiac. Πότε την αντιληφθήκατε ως συνέχιση της διπλωματικής σας;

Το χρονολόγιο της πρώιμης δουλειάς μου από την Τσεχοσλοβακία ήταν διαφορετικό από αυτό που υπονοείς.

Ξεκίνησα να φωτογραφίζω προσκυνήματα στη Σλοβακία το 1964, ενώ ήμουν φοιτήτρια κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Το 1967, ο καθηγητής κοινωνιολογίας, που γνώριζε τις φωτογραφίες μου από τη Σλοβακία από τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια και τις εκτιμούσε πολύ, μου πρότεινε να γράψω ένα κείμενο για τις διασωθείσες θρησκευτικές παραδόσεις στη χώρα.

Αν περιλάμβανα φωτογραφίες από προσκυνήματα, θα μου επέτρεπαν να αποφοιτήσω.

Ήταν ξεκάθαρο πια ότι θα γινόμουν φωτογράφος κι όχι κοινωνιολόγος. Ενώ έγραφα τη διπλωματική μου, ήδη σπούδαζα φωτογραφία στη FAMU, κι ο καθηγητής μου ονειρευόταν ένα νέο γνωστικό αντικείμενο, την κοινωνιολογική φωτογραφία. 



Η σειρά Pilgrims δεν έγινε για να εικονογραφήσει τη διπλωματική μου, υφίστατο ανεξάρτητα, και χρησιμοποιήθηκε ως εικονογράφησή της. Και ναι, συνέχισα αυτή τη σειρά μετά την αποφοίτηση.

Περαιτέρω σύγχυση προέκυψε όταν το 1983 το Μουσείο Βικτόρια και Άλμπερτ εξέθεσε τη σειρά αυτή (1964-1971) μαζί με εκείνη από το ορεινό χωριό Šumiac (1967-1974) και εξέδωσαν τον κατάλογο με τον τίτλο Pilgrims.

Μόνο φέτος, όταν εκτέθηκε η πρώιμη δουλειά μου στην Tate Britain, κατέστησα σαφές πως επρόκειτο για δύο διαφορετικές δουλειές.

Είστε η πρωτοπόρος της τσεχικής φωτογραφίας τεκμηρίωσης. Πώς ερμηνεύετε τη σχετική απουσία γυναικών φωτογράφων στην πρώην Τσεχοσλοβακία; Αλληλεπιδρούσατε προσωπικά και καλλιτεχνικά με τους άντρες ομότεχνούς σας;

Όχι, δεν είμαι πρωτοπόρος στην τσεχική φωτογραφία τεκμηρίωσης, και οι γυναίκες δεν υπήρξαν απούσες.

H Dagmar Hochová, που ήταν μια γενιά μεγαλύτερη και πέθανε το 2012, ήταν πολύ διάσημη στη χώρα. Ο Josef Koudelka την κατονομάζει ως μία από τις τρεις γυναίκες στις οποίες έδειχνε και με τις οποίες συζητούσε τη δουλειά του.  



Τώρα υπάρχουν γυναίκες φωτογράφοι όπως η Dana Kyndrová, η Jolana Havelková, η Andrea Lhotáková.

Όσον αφορά στους άντρες φωτογράφους, υπήρξα φίλη με τον Josef Sudek, τον Josef Koudelka και τον Pavel Dias, λιγότερο γνωστό έξω από τη χώρα μας, καθώς και με άλλους.

Είχατε την ευκαιρία να καταγράψετε επίσης τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα. Θα πρέπει να υπήρξε ένα αρκετά επικίνδυνο και συναρπαστικό εγχείρημα ταυτόχρονα. Έτσι είναι;

Το να φωτογραφίσω την εισβολή στην Πράγα από το σοβιετικό στρατό και το στρατό του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1968 ήταν κατά κάποιο τρόπο επικίνδυνο. Πάντα είναι το να φωτογραφίζεις τον πόλεμο. Σε καμία περίπτωση συναρπαστικό, όμως.

Ήμουν ανείπωτα θλιμμένη και μπερδεμένη. Η εισβολή έβαλε ένα απότομο τέλος στο πολιτικό μας πρόγραμμα με τον τίτλο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», τερματίζοντας βίαια την καλή περίοδο της Ιστορίας μας. 



Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’70 και του ’80 η δουλειά σας ήταν απαγορευμένη στην Τσεχοσλοβακία. Σας εξόργισε ή σας πίκρανε αυτό;

Δε με θύμωσε που δεν μπορούσα να εκδώσω τις φωτογραφίες μου εκεί. Μετά τη σοβιετική εισβολή πολλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκδώσουν τη δουλειά τους -οι καλύτεροι στη χώρα-, κι έτσι είχα καλή παρέα.

Ούτε μπορούσα να νιώθω πίκρα, καθώς συνέβαιναν πολύ χειρότερα πράγματα εκείνη την περίοδο.

Οι φωτογραφίες σας από τις αγορές του Λονδίνου συγκαταλέγονται στις πιο γνωστές και αγαπημένες σας. Ανακαλύψατε τυχαία αυτές τις αγορές;

Ήμουν νεοαφιχθείσα μετανάστρια από την κεντρική Ευρώπη. Ξεκίνησα να καταγράφω το χρονικό των υπαίθριων αγορών του Λονδίνου ενώ ψώνιζα εκεί.

Με συγκίνησε το ψυχικό σθένος, το πείσμα και το χιούμορ, ο αγώνας εμπόρων και πελατών εξίσου να επιβιώσουν στην πόλη, ενώ κι εγώ η ίδια προσπαθούσα να επιβιώσω. 



Χρονολογούμενη από το 1976-77, η σειρά σας για τους άστεγους στο Λονδίνο ανήκει στις πιο κοινωνικά ευαίσθητες και δυνατές ολόκληρου του έργου σας, κουβαλώντας ακόμα ακόμα μια επώδυνη επικαιρότητα. Συμφωνείτε;

Είναι να καλό που μου λες πως βρίσκεις τις φωτογραφίες μου από άστεγους ανθρώπους επώδυνα επίκαιρες. Νομίζω ότι είναι ακόμα ωμές. Ήθελα να μάθω πώς συνέβη να καταλήξουν γύρω από εκείνη τη φωτιά.

Στεκόμουν εκεί μαζί τους γύρω από τη φωτιά, ακούγοντας τις ιστορίες τους, με την κάμερά μου στο λαιμό, αλλά χωρίς να τραβάω φωτογραφίες για πολύ καιρό. Μια μέρα μου πρότειναν να τους τραβήξω. Δε βούτηξα αυτές τις φωτογραφίες, μου δόθηκαν.

Η πιο πρόσφατη δουλειά σας, To Remember - London Street Musicians 1975-1990, αυτοέκδοση του 2016, είναι ένα είδος φόρου τιμής στους πλανόδιους μουσικούς από το Λονδίνο. Τι σας προσελκύει στους μουσικούς του δρόμου;

Υποθέτω τα πρόσωπά τους, τόσο πολλά είναι γραμμένα σε αυτά. Και μια ορισμένη αντίφαση: συχνά ήταν κι οι ίδιοι πολύ μοναχικοί, αλλά η μουσική ελάττωνε τη μοναξιά των ανθρώπων στο δρόμο, τη δική μου μοναξιά.

Κι η μουσική τους- ακόμα και μια κακή μουσική είναι καλύτερη από καθόλου μουσική. 



Στιλιστικά, προτιμάτε να φωτογραφίζετε σε ασπρόμαυρο, παρόλο που -σε κάποιες περιπτώσεις- έχετε πειραματιστεί με το έγχρωμο. Πώς και δεν έχετε επεκτείνει τη χρήση του έγχρωμου στη δουλειά σας; Αισθάνεστε πιο σίγουρη με το ασπρόμαυρο;

Δεν είναι ζήτημα αυτοπεποίθησης ή έλλειψής της. Νομίζω ότι στα περισσότερα θέματά μου ταιριάζει το ασπρόμαυρο.

Για τα καρναβάλια το έγχρωμο είναι ταιριαστό, γι’ αυτό και τα φωτογραφίζω έτσι, αλλά -ειλικρινά- και σε ασπρόμαυρο.

Τι σας συναρπάζει στα καρναβάλια, παρεμπιπτόντως;

Πρωτίστως με ενδιαφέρει η συντροφικότητα των ανθρώπων, κάτι τόσο σπάνιο στις μέρες μας.

Στην Τσεχοσλοβακία τα καρναβάλια ήταν απαγορευμένα ή τα διέκοπταν κάθε φορά που οι καιροί ήταν κακοί στη χώρα: τον προηγούμενο αιώνα επί Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κι έπειτα όταν οι Ναζί κατέλαβαν την Τσεχοσλοβακία το 1939.

Κατόπιν, τα σταμάτησαν οι κομμουνιστές όταν ανήλθαν στην εξουσία το 1948, θεωρώντας τα μέρος του χριστιανικού ημερολογίου. Οι χριστιανικοί εορτασμοί υφίσταντο καταπίεση στη διάρκεια της κυριαρχίας τους. 



Όταν η δημοκρατία επέστρεψε στη χώρα μετά το 1989, τα καρναβάλια ξανάρχισαν με αργούς ρυθμούς.

Ίσως ως επιβεβαίωση της εθνικής μας ταυτότητας, της κοινής κληρονομιάς, της παλιάς παράδοσης συντόμευσης των μακρών και δύσκολων χειμώνων, φέρνοντας λίγο κέφι σε μια δύσκολη εποχή του χρόνου.

Αποτελούν επίσης μια απλή χαρά, το ότι οι άνθρωποι μπορούν να γιορτάζουν μαζί χωρίς λογοκρισία.

Σε ποιο βαθμό έχει αλλάξει ανά τις δεκαετίες η φωτογραφία ως μέσο, ιδίως με τη σταδιακή είσοδο της ψηφιακής τεχνολογίας;

Όλος ο κόσμος φωτογραφίζει στις μέρες μας, δε με ανησυχεί αυτό! 



Πριν από μερικούς μήνες ολοκληρώθηκε μια πλήρης αναδρομική έκθεση στη δουλειά σας στην Tate Britain. Τη νιώσατε ως εορτασμό και σύνοψη μιας σταδιοδρομίας δεκαετιών στο πεδίο της φωτογραφίας;

Αισθάνθηκα πολύ ευτυχής όταν η Tate Britain μου έκανε αυτή την πρόταση. Είμαι 75 χρονών φέτος. Η έκθεση στην Tate και η θετική ανταπόκριση σε αυτή με έκανε να δουλεύω σε 24ωρη βάση.

Εντός του δεύτερου μισού του 2019 πρόκειται να κυκλοφορήσει το λεύκωμά μου με τις φωτογραφίες στην παραλία και η σχετική έκθεση συνεχίζεται στο Martin Parr Foundation μέχρι τις 5 Οκτωβρίου.

Ταυτόχρονα δουλεύω πάνω σε ένα φωτογραφικό λεύκωμα για τις αγορές του East End, που ελπίζω να εκδοθεί το 2020.

Υπάρχουν ακόμα πολλά να κάνω!

Περισσότερες πληροφορίες για την Markéta Luskačová και τη δουλειά της μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό της site.