Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

Γιαν Γκαρμπάρεκ: «Η μουσική σού δίνει δύναμη και έμπνευση»

 


Μετρώντας 55 χρόνια δισκογραφημένης σταδιοδρομίας, ο «μάγος» του σαξοφώνου, ο Νορβηγός Γιαν Γκαρμπάρεκ, επιστρέφει στην Αθήνα την Τετάρτη 22 Ιουνίου για μια μοναδική συναυλία στο Ηρώδειο.

Κουβεντιάζοντας μαζί του.

Υπάρχει ένα διάσημο παράθεμα αποδιδόμενο στον Πολ Μπλέι, σύμφωνα με το οποίο «Η μουσική είναι ένα υποκατάστατο του ηλιακού φωτός. Όσο βορειότερα πηγαίνεις τόσο εντονότερη γίνεται». Συμφωνείτε, σας εκφράζει; Ή όχι;

Νομίζω ότι αυτό είναι κάπως απλουστευτικό: σαν να λες πως η μουσική που προέρχεται από τις αρκτικές περιοχές είναι ψυχρή, παγωμένη.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι πιο φλογεροί κι άλλοι που είναι πιο χαλαροί, αυτό είναι όλο. Δε θεωρώ ότι είναι διαφορετικά στον Βορρά σε σύγκριση με τον Νότο.

Πού θα κατατάσσατε τον εαυτό σας από άποψη ψυχοσύνθεσης; Ή, όπως και κάθε άνθρωπος, έχετε διαφορετικά γνωρίσματα που αναδύονται ανάλογα με τις συνθήκες;

Μου αρέσει να πιστεύω πως είμαι αρκετά ανθρώπινος από αυτή την άποψη. Όλοι μας καλύπτουμε όλο το εύρος των συναισθημάτων και των χαρακτηριστικών σε επίπεδο προσωπικότητας.

Η σύζυγός μου, της οποίας την κρίση εμπιστεύομαι, θα έλεγε ότι είμαι φλεγματικός. Στην οικογένειά μου, πάλι, υπάρχουν πολλοί ήρεμοι και χαλαροί άνθρωποι.

Όταν, όμως, παίζω βγαίνουν πολύ διαφορετικές πτυχές, γιατί η μουσική όντως χρειάζεται όλα τα «χρώματα»: από την επιθετικότητα μέχρι την ανακούφιση.

Ενστικτωδώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το σαξόφωνο; Δεν πρόκειται για το πιο συνηθισμένο όργανο, ούτε το πιο εύκολο στην εκμάθησή του.

Ξαφνικά μου «μίλησε» ο Τζον Κολτρέιν, αυτός ο θαυμάσιος μουσικός.

Δεν ήταν το σαξόφωνο, λοιπόν. Είχε να κάνει με την έκφρασή του Κολτρέιν. Θα μπορούσε να είναι το οποιοδήποτε όργανο. Απλώς έτυχε να παίζει σαξόφωνο κι έτυχε να νιώσω κοντά με την προσωπικότητα και το πνεύμα του.

Πρέπει, επομένως, να ευχαριστήσουμε τον Τζον Κολτρέιν που σας ενέπνευσε να καταπιαστείτε με τη μουσική!

Όλοι μας πρέπει να είμαστε πολύ ευγνώμονες στον Τζον Κολτρέιν για μια σειρά από λόγους. Πρώτα και κύρια, όμως, επειδή έβαλε κατευθείαν την προσωπικότητα και το πνεύμα του στο σαξόφωνο και μας «μίλησε», μου «μίλησε». Αυτό άλλαξε τη ζωή μου.

Ήθελα να αναδημιουργήσω το συναίσθημα που βίωνα όταν τον άκουγα να παίζει. Προφανώς δεν μπορούσα να παίξω όπως εκείνος. Εκατοντάδες άλλοι το προσπάθησαν, επίσης, χωρίς να τα καταφέρουν.

Αυτή η «συνάντηση» εξηγεί, άρα, την αρχική έμπνευσή σας από τη φρι τζαζ ή την αβάν γκαρντ τζαζ, όταν μιλάμε για επιρροές.

Πράγματι. Απορροφήθηκα από όλη τη σκηνή της νέας τζαζ της δεκαετίας του 1960. Ήταν πολύ ελεύθερη. Από εκεί άντλησα όλες τις μουσικές επιρροές μου.

Και το Bleak House ήταν ένας φανταστικός δίσκος, τον οποίο άκουσα πολλές δεκαετίες αργότερα, βέβαια. Υπήρχε μια παλλόμενη τζαζ σκηνή στη Νορβηγία εκείνη την περίοδο ή αισθανόσασταν κάπως σαν αουτσάιντερ;

Πολύ σωστή αξιολόγηση. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι έπαιζαν μπι μποπ και σουίνγκ. Υπήρχαν μερικοί υπέροχοι μουσικοί στο Όσλο όπου ζούσα και με ενέπνευσαν.

Πιο πολύ, ωστόσο, με ενέπνευσαν Βορειοαμερικανοί, Δανοί και Σουηδοί μουσικοί που έρχονταν στο Όσλο, ιδίως ο Ντέξτερ Γκόρντον, ο οποίος ζούσε στην Κοπεγχάγη. Έπαιζε με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματός μου.

Είχε μεγάλη καρδιά, κάτι που «έβγαινε» από τη μουσική του. Σήμαινε πολλά για μένα.

Το στιλ σας έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου ενσωματώνοντας φρι τζαζ και ambient jazz στοιχεία, world music επιρροές και new age «ηχοτοπία», «αγκαλιάζοντας» κατόπιν τη λειτουργική μουσική. Ήταν μια φυσική εξέλιξη;

Ανέκαθεν αναζητούσα μεμονωμένους ανθρώπους με τους οποίους θα μπορούσα να συνδεθώ. Δε μ’ απασχολούσε τόσο το μουσικό στιλ ή το είδος που ακολουθούσα.

Θα μπορούσα, λοιπόν, να καταπιαστώ με μουσική ενός άλλου αιώνα ή από ένα άλλο μέρος του κόσμου. Δε μ’ ένοιαζε, αρκεί να παιζόταν από μουσικούς με τους οποίους ένιωθα συγγένεια.

Αυτό ήταν πάντα το κριτήριο της επιλογής συνεργατών. Τα πηγαίναμε καλά σε ανθρώπινο και σε μουσικό επίπεδο. Έπειτα, πάντα υπήρχαν πιθανότητες να κάνουμε τη μουσική να συμβεί.

Ανάμεσα σε άλλους, είχα την ευκαιρία να παίξω με τον Κιθ Τζάρετ, το πλησιέστερο σε πραγματική ιδιοφυία. Εμπνέομαι από τέτοιους ανθρώπους, κι ίσως «βγαίνει» σ’ αυτό που προσπαθώ να κάνω.

Εντοπίζετε και στις δουλειές ανθρώπων με τους οποίους έχετε συνεργαστεί ίχνη της «χημείας» που είχε αναπτυχθεί μεταξύ σας;

Είναι πολύ δύσκολο για μένα να πω κάτι τέτοιο. Δε θα μπορούσα να είμαι ακριβής ή κατηγορηματικός. Όταν, ωστόσο, «τριβόμαστε» μεταξύ μας, όλοι κερδίζουμε και μαθαίνουμε κάτι.

Και όχι μόνο σε μουσικό επίπεδο, αλλά και μαθαίνοντας πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να είμαστε άνθρωποι.

Το Music for Films συνιστά μια από τις πιο σπουδαίες συνεργασίες σας. Ήταν μια από αυτές τις συναντήσεις όπου είχε αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη «χημεία»;

Ναι, γιατί η μουσική που μου παρουσίασε η Ελένη Καραΐνδρου και ήθελε να εκτελέσω με έκανε να αισθανθώ πολύ άνετα, σαν στο σπίτι μου, παρ’ όλο που δεν ήταν το είδος μουσικής που θα συνέθετα.

Ένιωσα πολύ συνδεδεμένος με τη μουσική της και υπήρξε μεγάλη χαρά. Μέσω εκείνης γνώρισα, εξάλλου, κι άλλους μουσικούς στην Ελλάδα, όπως την Μαρία Φαραντούρη, την οποία εκτίμησα.

Είχατε δει ταινίες του Αγγελόπουλου προτού συνεργαστείτε μαζί του;

Όχι. Δεν ήμουν τόσο ενημερωμένος σχετικά με τον κόσμο του σινεμά όσο θα ήθελα, αλλά σίγουρα ο Μελισσοκόμος είναι ένα θαυμάσιο φιλμ.

Και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι ήταν θαυμάσιος, επίσης. Τον συνάντησα στην Αθήνα. Ήταν ένας από τους ήρωες της γενιάς μου στη Νορβηγία.

Πόσο καιρό δουλεύετε με τον Τρίλοκ Γκούρτου με τον οποίο θα συμπράξετε στο Ηρώδειο στις 22 Ιουνίου;

Aπό τη δεκαετία του 1980, όταν για πρώτη φορά κάναμε μια περιοδεία στη Νορβηγία. Τα τελευταία δέκα χρόνια συνεργαζόμαστε πολύ τακτικά, έχει συμμετάσχει σε οτιδήποτε έχω κάνει με το συγκρότημά μου. Γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο.

Είστε πολύ τακτικός επισκέπτης της Ελλάδας και δίνετε αρκετά συχνά συναυλίες εδώ. Πού βρίσκετε τη σωματική, πνευμονική, αλλά και ψυχική δύναμη να συνεχίζετε;

Η μουσική σού δίνει δύναμη και έμπνευση. Είναι χαρά. Και θέλεις να επαναλάβεις αυτή τη χαρά. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά.

Το Ηρώδειο είναι μαγικό. Όταν βιώνεις τις βελούδινες νύχτες που έχετε στην Αθήνα, είναι κάτι πολύ αξιομνημόνευτο.

Ανατρέχοντας σε 55 χρόνια δισκογραφημένης καριέρας, ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα;

Το ένα έχει οδηγήσει στο άλλο. Αυτή είναι η αίσθησή μου. Ίσα που είχα χρόνο να σταματήσω και να σκεφτώ τι κάνω.

Πάντα υπάρχει κάποιο καινούριο εγχείρημα, κάποιος καινούριος δίσκος, κάποια καινούρια περιοδεία. Μια μακρά αλυσίδα γεγονότων. Απλώς συμβαίνουν σε μένα. Είμαι αρκετά προετοιμασμένος να το αποδεχτώ αυτό.

Αυτή είναι η ζωή. Καθετί οδηγεί σε κάτι άλλο. Εφόσον είναι απολαυστικό, δεν το αμφισβητώ καθόλου. Όταν βρίσκομαι στη σκηνή, αισθάνομαι ότι έχω κάτι να προσφέρω σ’ αυτό το πλαίσιο.

Εισπράττετε, λοιπόν, ανατροφοδότηση από τη συναυλιακή διαδικασία που σας ενθαρρύνει να συνεχίσετε;

Θέλω κάθε επόμενη συναυλία να ηχεί καλύτερα από την προηγούμενη. Επιδιώκω τον σωστό ήχο τη σωστή στιγμή.

Και μιας και ποτέ δεν μπορείς να παίξεις εκείνη την τέλεια νότα, απλά πρέπει να συνεχίζεις, να ελπίζεις για το καλύτερο και -τουλάχιστον- να προσπαθείς.

Ευχαριστώ θερμά τον Peter Hohensee (Bremme & Hohensee) για την πολύτιμη συμβολή του στη διοργάνωση της συνέντευξης.

Ο Γιαν Γκαρμπάρεκ δίνει μια μοναδική συναυλία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού την Τετάρτη, 22 Ιουνίου, 21:00.

Μαζί του, ο Γερμανός πιανίστας Rainer Brüninghaus, ο Βραζιλιάνος μπασίστας Yuri Daniel και ο master των κρουστών, Ινδός Τρίλοκ Γκούρτου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου