Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

Olga Lucovnicova: «Στην περίπτωση του παιδικού τραύματος η μνήμη είναι αποσπασματική»

 


Ένα ποιητικό ταξίδι σε ένα τραυματικό παρελθόν, το αυτοβιογραφικό μικρού μήκους ντοκιμαντέρ Ο θείος Τούντορ σε σκηνοθεσία της μολδαβικής καταγωγής Olga Lucovnicova θίγει με γενναιότητα το ζήτημα της παιδικής κακοποίησης.

Απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο καλύτερης μικρού μήκους ταινίας στη φετινή Μπερλινάλε, ενώ προβάλλεται και στο πλαίσιο του 24ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας. Μια κουβέντα με την σκηνοθέτρια.

Εντυπωσιάστηκα πολύ από το ντοκιμαντέρ σου Ο θείος Τούντορ. Είναι ήδη επαχθές να υπομένεις μια κακοποιητική συμπεριφορά, πόσο μάλλον να την προσεγγίζεις κινηματογραφικά.

Υπήρξε δύσκολη απόφαση η ενασχόληση με το γύρισμα του φιλμ;

Ακόμα και οι επαγγελματίες στο πεδίο της παιδικής ψυχολογίας δε γνωρίζουν πώς ένα άτομο βιώνει στην πραγματικότητα ό,τι το έχει τραυματίσει στο παρελθόν. Στην περίπτωση του παιδικού τραύματος η μνήμη είναι πολύ αποσπασματική.

Ήταν σημαντικό να δείξω την ιδανική οικογένεια μέσα στην οποία είχα μεγαλώσει, γιατί υπάρχουν στερεότυπα σχετικά με το παιδικό τραύμα.

Οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν πως, τις περισσότερες φορές, ο κίνδυνος προέρχεται απ’ έξω και ότι η οικογένεια είναι ένας ασφαλής χώρος: μπορείς να δείχνεις σεβασμό στα ενήλικα μέλη της, να τα εμπιστεύεσαι να τα υπακούς.

Οι γονείς δε διδάσκουν τα παιδιά τους να συγκρούονται με τους ενήλικες. Θεωρείται δείγμα έλλειψης σεβασμού.

Έχοντας μεγαλώσει σε μια στοργική οικογένεια, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί κάποιες εμπειρίες δε συζητιούνταν. Αυτό μενοχλούσε.

Η ταινία καταπιάνεται μ’ ένα επεισόδιο της παιδικής ηλικίας μου όταν ήμουν εννιά. Οι γονείς μου θεώρησαν πως θα ήταν καλύτερο για μένα να μείνω στο σπίτι του προπάππου και της προγιαγιάς μου το καλοκαίρι, γιατί είχε έναν μεγάλο κήπο.

Εκεί ήταν κι ο θείος Τούντορ.

Ο θείος μου, που στην πραγματικότητα δεν είναι θείος μου αλλά ο σύζυγος της προ-θείας μου, έμενε στο σπίτι όταν οι άλλοι δούλευαν λόγω καρδιακών προβλημάτων, και καθόμουν μαζί του.

Μετά από εκείνο το καλοκαίρι, δεν ήθελα να ξαναγυρίσω στο σπίτι, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί.

Όταν ήμουν δεκαεπτά, άκουσα φήμες ότι μερικά παιδιά δεν ήθελαν να βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο μ’ αυτόν. Τότε είχα ένα flashback και συνειδητοποίησα πως μου είχε συμβεί κάτι κακό.

Θεωρείτο, ωστόσο, υποδειγματικός άντρας, οπότε κανένας δεν μπορούσε να υποπτευτεί ότι είχε μια διπλή προσωπικότητα.



Κρίνοντας από το φιλμ σου, δε φαίνεται να αναγνωρίζει πως είχε κάνει κάτι πολύ κακό, γεγονός ταυτόχρονα εξοργιστικό και αινιγματικό.

Δεν είμαι ψυχολόγος για να μπορώ να κρίνω γιατί λειτουργούσε με τον τρόπο που λειτουργούσε, αλλά είχα ορισμένα ερωτήματα που ήταν σημαντικό για μένα να τα διατυπώσω, κι αυτό έκανα στο ντοκιμαντέρ.

Δεν έκανα το Ο θείος Τούντορ για να επιβάλω συμπεράσματα, ήθελα απλώς να μοιραστώ την ιστορία μου. Πριν από τα γυρίσματα, διεξήγαγα εκτενή έρευνα σχετικά με το παιδικό τραύμα.

Ανάμεσα σε άλλα, έμαθα ότι αυτό το ζήτημα αφορά και αγόρια, τα οποία συχνά αντιμετωπίζουν κακοποιητική συμπεριφορά, αλλά τείνουν να την κρύβουν από φόβο μήπως στιγματιστούν.

Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν σε τι αφορά μια κακοποιητική συμπεριφορά. Όταν ένας άνθρωπος φτάνει στην εφηβική ηλικία, αρχίζει να συνειδητοποιεί τι σημαίνει. Αυτή η κατανόηση έρχεται χρόνια αργότερα.

Συνειδητοποίησα πως είχα υποστεί μια τέτοια συμπεριφορά όταν ήμουν μεγαλύτερη από είκοσι χρονών. Ως ενήλικος, φοβάσαι περισσότερο μήπως στιγματιστείς αν συζητήσεις αυτό το θέμα, σε σύγκριση με το τι θα συνέβαινε αν ήσουν παιδί.

Όταν είσαι πάνω από είκοσι και συζητάς για το παρελθόν σου, κατηγοριοποιείσαι ως θύμα.

Μια τέτοια ιδιότητα μπορεί να σε συνοδεύσει για την υπόλοιπη ζωή σου.

Πριν γυρίσω το ντοκιμαντέρ δεν είχα κάνει ποτέ προσωπικές ταινίες. Σκηνοθετούσα φιλμ σχετικά με άλλους, και ήθελα να εντρυφήσω βαθιά στην ψυχολογία τους.

Η διαδικασία πραγματοποίησης αυτού του φιλμ ήταν θεραπευτική για μένα και απόλαυσα κάθε πτυχή της, ιδίως έχοντας δουλέψει με έναν καλλιτεχνικό τρόπο, παρατηρώντας τον εαυτό μου και την ιστορία μου από απόσταση.

Κοντά στο τέλος της ταινίας μοιάζεις να μπορείς ν’ αναπνεύσεις πιο ελεύθερα.

Όταν μεγαλώνεις, όταν είσαι μεγαλύτερη από εικοσιπέντε, δε νιώθεις τον πόνο με τον ίδιο τρόπο.

Και η υπόλοιπη ευρύτερη οικογένειά σου, πώς αντιμετώπισε την ανάγκη σου να θέσεις ερωτήματα;

Φαντάσου να κάνεις ένα φιλμ σχετικά με πράγματα για τα οποία δε θες να μιλήσεις. Γιατί να μη γράψεις ένα άρθρο;

Σε ό,τι με αφορά, έκανα μια ταινία γιατί δεν μπορώ να μιλήσω με λέξεις, μπορώ να μιλήσω με εικόνες, με μεταφορές.

Υπάρχει ένα υπόρρητο κείμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με κειμενικό τρόπο, και τα φιλμ πρέπει να πηγαίνουν πέρα από την επιφάνεια της πραγματικότητας ή ενός ανθρώπου.

Μου αρέσει να ανακαλύπτω τι βρίσκεται πίσω από την εξωτερική επιφάνεια της προσωπικότητας που κινηματογραφώ. Και δε θα ήταν ειλικρινές να ρωτήσω έναν πρωταγωνιστή μου πράγματα που δε ρωτώ εμένα την ίδια.

Προσπάθησα απλώς να ακούσω τα εσώτερα συναισθήματά μου, όχι να εντυπωσιάσω μέσα από τη φιλμική μου γλώσσα.

Είχα μια αναφορά, ωστόσο, το Love is Potatoes της Aliona van der Horst.



«Το σινεμά είναι μια χωρίς σύνορα γλώσσα αλλαγής», δηλώνεις στο σάιτ σου. Σε άλλαξε το Ο θείος Τούντορ;

Έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων μπορώ να πω με βεβαιότητα 100% ότι άξιζε τον κόπο.

Αν η ταινία είχε μείνει σ’ ένα ράφι, δε θα είχε τέτοιον αντίκτυπο σε μένα και την κοινωνία.

Παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στη φετινή Μπερλινάλε, όπου κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους.

Κατόπιν, απέσπασε πολλή προσοχή. Μέχρι στιγμής έχει προβληθεί σε περισσότερα από τριάντα κινηματογραφικά φεστιβάλ, σε πολλές περιπτώσεις με τεράστια επιτυχία. Έτσι έφτασε και στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας.

Ένα εκ των πιο διάσημων σε όταν αναφερόμαστε για προβολές που αφορούν σε παιδιά και νέους/νέες.

Δε θα φανταζόμουν πως μια τέτοια ταινία θα προβαλλόταν σε ένα φεστιβάλ για παιδιά. Το ζήτημα είναι πολύ ευαίσθητο.

Και τα παιδιά, ωστόσο, είναι πολύ ευαίσθητα και ανοιχτά σε ποικίλα ερεθίσματα.

Ο θείος Τούντορ είναι σημαντική ταινία για τα παιδιά ως ένα μάθημα σχετικά με την αυτονομία του σώματος, αλλά πρέπει να παρέχεται με εισαγωγή και συζήτηση.

Το πιο δύσκολο κομμάτι της εμπειρίας μου ως σκηνοθέτριας, πάντως, ήταν οι προβολές σε φυσικούς χώρους, γιατί μοιραζόμουν μια ιστορία για την οποία δεν είχα μιλήσει ούτε με ανθρώπους που μου είναι οικείοι.

Είμαι πολύ ευγνώμων για τις αντιδράσεις του κοινού.

Το να μοιράζομαι την ιστορία και να εισπράττω το feedback ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας στη μεταμόρφωσή μου.

Οι καταβολές σου είναι ποικιλόμορφες, όπως αναφέρεται στο φιλμ: μολδαβικές, ρωσικές, ουκρανικές. Πώς θα περιέγραφες το κοινωνικοπολιτικό «τοπίο» στη χώρα;

Το πρόβλημα της ταυτότητας είναι μεγάλο στη Μολδαβία.

Η Μολδαβία είναι ένα πολύ νεαρό κράτος που στο παρελθόν ήταν τμήμα άλλων χωρών. Ο εθνικός ύμνος της είναι αφιερωμένος στη «γλώσσα μας», αλλά χωρίς να διευκρινίζει σε ποια γλώσσα.

Οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας μιλάνε ρουμανικά, αλλά υπάρχουν και πολλοί που μιλάνε μονάχα ρωσικά, ενώ η επίσημη γλώσσα στο Σύνταγμά μας είναι η «μολδαβική».

Μεγάλωσα σε ένα δίγλωσσο περιβάλλον και μιλώ ρωσικά και ρουμανικά.

Δεν ξέρω αν τα ζητήματα ταυτότητας αποτελούν πρόβλημα ή είναι κάτι ωφέλιμο. Ακόμα παλεύω με το ερώτημα «Ποια είμαι;» Ταυτόχρονα, αυτή η συνθήκη με βοηθά να βρίσκομαι κάπου ανάμεσα.

Γι’ αυτό νιώθω τόσο άνετα στο Βέλγιο όπου ζω, επειδή η κατάσταση είναι τόσο παρόμοια. Ακόμα και οι Βέλγοι ισχυρίζονται πως το Βέλγιο δεν υπάρχει- μόνο η Φλάνδρα και η Βαλλονία.

Υπάρχουν τρεις επίσημες γλώσσες και δύο εθνικά κινηματογραφικά funds!

Η δουλειά σου υπερβαίνει, πάντως, τα σύνορα και σου εύχομαι να συνεχίσεις προς αυτή την κατεύθυνση- όχι μόνο με μικρού/μεσαίου μήκους ταινίες, αλλά και με μια μεγάλου μήκους.

Επί του παρόντος δουλεύω πάνω στo πρώτo μεγάλου μήκους φιλμ μου, προσπαθώντας να διασχίσω τα σύνορα ανατολικής και δυτικής Ευρώπης.

Το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ της Olga Lucovnicova Ο θείος Τούντορ προβάλλεται και στο πλαίσιο της διαδικτυακής έκδοσης του 24ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους (4-12 Δεκεμβρίου).

Στο πλαίσιο της διεξαγωγής του Φεστιβάλ σε φυσικούς χώρους απέσπασε το βραβείο της κριτικής επιτροπής παιδιών ηλικίας 13 και άνω.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου