Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Λοράν Καντέ: «Σήμερα οι νέοι είναι αντιμέτωποι με μια πολύ πιο βίαιη κοινωνία»


Θολώνοντας δεξιοτεχνικά τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, ο αγαπητός Γάλλος σκηνοθέτης Λοράν Καντέ παραδίδει με Το ατελιέ ένα καθηλωτικό και νευρώδες θρίλερ με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις και εξαιρετικές ερμηνείες, το οποίο εκκινεί μεν από τη γαλλική πραγματικότητα, αλλά έχει να πει πολλά και για τη σημερινή Ευρώπη.

Κουβεντιάζοντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την προβολή της ταινίας του για 2η συνεχόμενη βδομάδα στις αίθουσες.

Το ατελιέ είναι ένα καθηλωτικό θρίλερ με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, η σύλληψη του οποίου ανάγεται σε μια εικοσαετία πριν. Θα ήθελες να μου μιλήσεις για την αφετηρία του;

Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στο φιλμ 20 χρόνια πριν. Η τοπική δημοτική αρχή της Λα Σιοτά, όπου γυρίστηκε, οργάνωσε ένα εργαστήριο ακριβώς όπως αυτό που αποτυπώνεται στην ταινία όταν έκλεισαν τα ναυπηγεία της περιοχής, έπειτα από ένα αγώνα 10 χρόνων. Οι νέοι δεν ήξεραν τίποτα γι’ αυτό τον αγώνα. Εκείνη τη χρονική στιγμή δε βρήκαμε τον τρόπο να χτίσουμε την ταινία. Δεν είναι μια ακαδημαϊκή κοινωνιολογική μελέτη, αλλά πάνω από όλα φιλμ. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η επιθυμία του Αντουάν για τη μυθοπλασία, που φέρνει τη μυθοπλασία στην ταινία.

Πόσα εισέφεραν τα νεαρά άτομα που συμμετέχουν στο φιλμ στη διαμόρφωση της πλοκής και των χαρακτήρων;

Εισέφεραν ένα τρόπο ύπαρξης και σκέψης. Ο Αντουάν (Ματιέ Λουτσί), που βρίσκεται για πρώτη φορά μπροστά από μια κάμερα, σοκαρίστηκε από το χαρακτήρα που υποδυόταν. Μετά από μερικές μέρες προβών, μου είπε: «Αυτός ο τύπος είναι κόπανος, αλλά το πρόβλημά μου είναι ότι έχω αρχίσει να τον αγαπώ και νιώθω ένοχος γι’ αυτό». Αυτή η περίπλοκη σχέση του με το χαρακτήρα, εισφέρει πολλά στον ίδιο το χαρακτήρα.



Αυτή η πολυπλοκότητα αντανακλάται, εξάλλου, και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η σχέση του με την συγγραφέα-υπεύθυνη του εργαστηρίου, την Ολίβια (Μαρίνα Φόις). Είναι κι αυτή αμφιθυμική απέναντί του: από τη μία είναι πανέξυπνος κι επινοητικός, από την άλλη είναι ένα δεξιό, ρατσιστικό καθίκι.

Αυτό που της λέει είναι σωστό: «Σε ενδιαφέρω, γιατί σε φοβίζω». Όταν σε φοβίζει κάτι, σε ελκύει. Υπάρχει ταυτόχρονα γοητεία και άπωση, κάτι πολύ ανθρώπινο.

Εκτίμησα την αποτύπωση της πρωταγωνίστριας. Από τη μία, έχει αυτή την προσγειωμένη αίσθηση στον τρόπο ερμηνείας της. Από την άλλη, αποπνέει μια «αύρα» Παριζιάνας αριστερής-φιλελεύθερης διανοούμενης με περιορισμένη γνώση του πώς οι νέοι από την επαρχία σκέφτονται και συμπεριφέρονται. Θα ήθελα να μου πεις περισσότερα και για το δικό της χαρακτήρα.

Αντιπροσωπεύει την ανικανότητα, την οποία όλοι νιώσαμε ή νιώθουμε απέναντι σ’ αυτά τα παιδιά. Όλοι θα θέλαμε να συνδεθούμε περισσότερο μαζί τους, αλλά είναι πολύ δύσκολο, και μερικές φορές κάλπικο, γιατί δεν έχουμε τον ίδιο τρόπο ζωής. Νομίζω ότι πολλοί διανοούμενοι, καλλιτέχνες, σκηνοθέτες αισθάνονται πως πρέπει να κάνουν κάτι, αλλά δεν ξέρουν τι και πώς. Στην ταινία, η Ολίβια μπορεί να μην είναι έξυπνη, μπορεί να κάνει λάθη, αλλά προσπαθεί να το δουλέψει.

Κι έχει καλές προθέσεις.

Ασφαλώς. Θέλει να τους βοηθήσει και, στο τέλος, να σώσει τον Αντουάν, νομίζω.



Είναι προφανές και μέσα από το Ατελιέ, ότι διαθέτεις οξεία κατανόηση του πώς οι νέοι άνθρωποι σκέφτονται και συμπεριφέρονται. Από πού προκύπτει αυτή η βαθιά σχέση που φαίνεται να διατηρείς με τις νεότερες γενιές;

Στ’ αλήθεια δεν ξέρω. Το χάσμα γενεών είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Δεν έχουμε τον ίδιο τρόπο ανάλυσης της κοινωνίας, ούτε τα ίδια εργαλεία. Αν δεν προσπαθήσουμε να ακούσουμε τι έχουν να μας πουν για τον κόσμο που χτίζουμε γι’αυτούς τώρα, θα έχουμε σοβαρά προβλήματα. Ίσως αυτό το ενδιαφέρον με κάνει να έχω επίγνωση. Ίσως και γιατί έχω κι εγώ παιδιά -τώρα είναι 22 και 25- και τα ακούω, τους μιλάω. Όταν γράφω ένα σενάριο, κάνω υποθέσεις, κι έπειτα προσπαθώ να ελέγχω με τους ηθοποιούς αν αυτές αντιστοιχούν σε κάτι που έχουν βιώσει.

Τώρα βέβαια τα παιδιά σου έχουν μεγαλώσει, αλλά, στο παρελθόν, έχουν παρακολουθήσει τις ταινίες σου; Κι αν ναι, ποια είναι η γνώμη τους;

Ασφαλώς (Γέλια). Αυτό που με εξέπληξε είναι πως το φιλμ που προτιμούν είναι η Επιστροφή στην Ιθάκη, μια ιστορία για ηλικιωμένους ανθρώπους. Τα συγκίνησε. Συνήθως μου λένε ότι η τελευταία είναι η καλύτερη. 



Αισθάνεσαι πως η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ταινίας την ωφέλησε, δεδομένων όσων συμβαίνουν αυτά τα χρόνια στη Γαλλία κι αλλού στον κόσμο σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο;

Το φιλμ θα ήταν πολύ διαφορετικό 20 χρόνια πριν. Τότε οι νέοι είχαν άλλες ανησυχίες. Σήμερα, όπως όλοι, είναι αντιμέτωποι με μια πολύ πιο βίαιη κοινωνία, η οποία δεν τους προσφέρει ελπίδα κι ευκαιρίες για το μέλλον. Οι περισσότεροι από τους εκατοντάδες νέους ανθρώπους που συνάντησα στη διάρκεια του casting βιοπορίζονταν από περιστασιακές μικροδουλειές.

Η ταινία προσπαθεί, εξάλλου, να αναλύσει τη γοητεία που μπορεί να ασκήσει ο εξτρεμισμός σε παιδιά χωρίς στόχους. Ο Αντουάν, για παράδειγμα, ελκύεται από την Ακροδεξιά. Το πιο σημαντικό είναι η έλλειψη ελπίδας κι η βαριεστημάρα. Στη θέση της Ακροδεξιάς θα μπορούσε να βρίσκεται ο τζιχαντισμός. Δε νομίζω ότι υπάρχει πολλή ιδεολογία στην απόφαση του Αντουάν. Πηγαίνει όπου φυσάει ο άνεμος. Κι ίσως αυτό είναι το πιο τρομακτικό στις μέρες μας.

Η ταινία σου δεν είναι καθόλου διδακτική. Αντιθέτως, αποπνέει μια αίσθηση επιτακτικότητας και γείωσης. Έχει, λοιπόν, για σένα το σινεμά συνολικά παιδαγωγική, εκπαιδευτική διάσταση, με τους όρους του;

Αυτό προσπαθώ να κάνω πάντα, όταν γυρίζω μια ταινία, να κρύψω το διδακτισμό.



Πώς, λοιπόν, βλέπεις την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Γαλλία;

Δε μ’ αρέσει να μιλάω, αλλά να κάνω ταινίες γι’ αυτή. Βιώνουμε αυτή την υποκριτική κατάσταση. Δεν ξέρεις ποιος είναι πού. Δεν έχουμε πια ιδεολογία, μόνο οικονομία. Δεν υπάρχει ιδεολογική διαπάλη, μόνο ένας πραγματιστικός τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι πολύ φτωχή τώρα, και μας λείπει.

Κι όχι μόνο στη Γαλλία.

Βρέθηκα σε πολλές χώρες για να παρουσιάσω το φιλμ, και συνειδητοποίησα ότι αυτό «μιλάει» σε ανθρώπους από την Ευρώπη, τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, που το συγκρίνουν με τις εμπειρίες τους.

Ευχαριστώ θερμά την Anne Hermeline για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Λοράν Καντέ Το ατελιέ προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 27 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου