Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hania Rani. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hania Rani. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Hania Rani: «Ανέκαθεν με συνάρπαζαν όσα είναι δύσκολο να εξηγηθούν»

 

Hania Rani (Φωτογραφία: Rein Kooyman)

Κλασικά εκπαιδευμένη πιανίστα και συνθέτις, και με την πιο ώριμη, ίσως, δουλειά της στις «αποσκευές» της, το Ghosts, η αγαπημένη Πολωνή Hania Rani επιστρέφει στην Αθήνα στις 8 Απριλίου για μια μοναδική συναυλία.

Μια σε βάθος συνομιλία με την καλλιτέχνιδα.

Έγινες πολύ δημοφιλής, αναγνωρίσιμη και επιτυχημένη σ’ ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, γεγονός που δεν αποτελεί απόρροια μιας μαρκετίστικης στρατηγικής.

Έχει επηρεάσει η κατάσταση αυτή τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου ως άνθρωπο, καλλιτέχνιδα και κοινωνικά ενεργό υποκείμενο;

Ελπίζω ότι παραμένω ο ίδιος άνθρωπος.

Διάγω μια πολύ φυσιολογική -και καθόλου θεαματική- ζωή, νομίζω. Ακόμα χρειάζεται ν’ αντιμετωπίζω τα ίδια βάσανα, τους ίδιους αγώνες.

Δε νιώθω διάσημη, ίσως απλώς λίγο πιο καθιερωμένη και αναγνωρίσιμη.

Με εκπλήσσει, πάντως, το να είμαι αναγνωρίσιμη από καλλιτέχνες τους οποίους θαυμάζω και η πιθανότητα διασύνδεσης, συνομιλίας και συνεργασίας μαζί τους. Κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να έχει συμβεί σε προγενέστερο χρονικό διάστημα.

Το γεγονός, ωστόσο, ότι όλα αυτά μου συνέβησαν όταν ήμουν ήδη τριάντα χρονών με διευκολύνει να διατηρώ μια υγιή απόσταση και οπτική.

Ταυτόχρονα, αισθάνομαι ευτυχής κι ευγνώμων για τις δυνατότητες που έχω στην διάθεσή μου και για την αγάπη την οποία εισπράττω.

Ουδέποτε, πάντως, είχα ονειρευτεί να εκτελώ την μουσική μου επί σκηνής. Μου φαινόταν αδύνατον. Είναι, όμως, πλέον ο τρόπος μου να επιβιώνω! (Γέλιο).

Χαίρομαι που η αυτεπίγνωση η οποία σε χαρακτηρίζει σε απέτρεψε από το να παρασυρθείς σε αλαζονικά «μονοπάτια».

Το Ghosts, η τελευταία προσφορά σου, μοιάζει με ένα «μωσαϊκό» του οποίου οι ψηφίδες συνταιριάζονται μ’ έναν πολύ συναρπαστικό τρόπο. Ποια είναι η σχέση σου με τον κόσμο των φαντασμάτων - πνευματικά κι αφηγηματικά;

Ανέκαθεν με συνάρπαζαν όσα είναι δύσκολο να εξηγηθούν, είναι ταυτόχρονα κοινά σε τόσο διαφορετικές κουλτούρες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την πραγματικότητα.  

Όλα ξεκίνησαν από μια τοποθεσία. Κι είναι γεγονός πως κάθε τοποθεσία όπου εργάζομαι ή συνθέτω μουσική και κάθε όργανο καθορίζουν την μουσική μου.

Αντικειμενικά, λοιπόν, το μέρος στο οποίο συνέθεσα την μουσική για το συγκεκριμένο άλμπουμ, ένα τεράστιο παλιό σανατόριο στην Ελβετία γεμάτο άδειες γωνίες και ήχους, είναι λιγάκι στοιχειωμένο.

Εκτός από το Ghosts, στον ίδιο χώρο συνέθεσα το σάουντρακ για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τον Τζακομέττι.

Η δυνατότητα, λοιπόν, να βρεθώ σ’ ένα διαφορετικό περιβάλλον ασφαλώς και με ενέπνευσε πολύ.

Η αυστηρότητα του χώρου με έκανε, εξάλλου, να επισημάνω ξανά το ενδιαφέρον μου για τον υπερφυσικό κόσμο.

Εκτός, άλλωστε, από τις δικές μου ιστορίες -μιας και αναφέρθηκες στην σχέση μου με τον κόσμο των φαντασμάτων και σε αφηγηματικό επίπεδο-, ήθελα να αφηγηθώ ιστορίες και άλλων ανθρώπων, να μην είμαι πάντα αυτοστοχαστική.

Οπότε οι δικιές σου ανάγκες και η επίδραση που σου άσκησε ο χώρος συνυφάνθηκαν.

Συνυφάνθηκαν, ακριβώς. Θεώρησα, λοιπόν, ότι τα φαντάσματα είναι πολύ όμορφο θέμα για ένα άλμπουμ.

Κατά πρώτον, επειδή αφορά σε μια σειρά ζητημάτων πολύ σημαντικών για μένα, όπως η ζωή κι ο θάνατος, μια εμπειρία την οποία βιώνουμε με έναν εξαιρετικά μοναχικό τρόπο.

Από την άλλη, η εμπειρία του θανάτου καθορίζει όλη μας την ζωή, την δημιουργεί.

Έπειτα, τα φαντάσματα λειτουργούν ως συμπύκνωση της μνήμης, σχετιζόμενα με τόπους τους οποίους επισκεπτόμαστε για να εξερευνήσουμε την Ιστορία.

Άλλα ζητήματα που συνδέονται με τα φαντάσματα είναι η απώλεια και ο θρήνος.

Θα μπορούσες να είσαι -ή μελλοντικά να γίνεις- και συγγραφέας, τόσο καθηλωτικά που σε ακούω να αφηγείσαι τις σκέψεις και τις ανησυχίες σου!

Πέραν όλων των άλλων, τα φαντάσματα ως θέμα σού επιτρέπουν να σπρώχνεις και τα όριά σου. Όταν καταπιάνεσαι με κάτι υπερφυσικό, μαγεμένο, τότε κι η μουσική σου γίνεται λιγότερο περιορισμένη και περισσότερο ελεύθερη και παράξενη.

Αν ως καλλιτέχνες δε σαγηνευόμαστε από κάτι, δε θα μπορέσουμε να καταπιαστούμε μ’ αυτό, ούτε να εμπλέξουμε άλλους ανθρώπους.

Ένιωσες ότι συνδεόσουν με το πνεύμα των ανθρώπων που κάποτε κατοικούσαν στο σανατόριο, πως υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα του χώρου;

Έχουν κάτι αυτοί οι τόποι, τόσο δημοφιλείς στα τέλη του 19ου-αρχές του 20ού αιώνα, γνωστοί και μέσα από τα μυθιστορήματα των Τόμας Μαν και της Νομπελίστριας Πολωνής συγγραφέως Όλγκα Τοκάρτσουκ.

Οι ένοικοι αυτών των σανατορίων προφανώς προέρχονταν από πολύ προνομιούχα περιβάλλοντα ή απλώς και από οικογένειες που συνέλεξαν χρήματα ώστε ο άνθρωπός του να μπορεί να νοσηλευθεί εκεί, με την ελπίδα ν’ αναρρώσει.

Ταυτόχρονα, οι ένοικοι των σανατορίων είναι αντιμέτωποι με τον θάνατο, και βλέπουν άλλους να πεθαίνουν. Δεν είμαστε έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουμε τα βάσανα του οποιουδήποτε άλλου.

Αυτό αφορά την «Δυτική» θεώρηση των πραγμάτων, νομίζω. Υπάρχει το στοιχείο του φόβου του θανάτου, αυτό καθ’ εαυτό απολύτως ανθρώπινο.

Και κατανοητό.

Κανένας και καμία δε θα ήθελε να βιώσει ή να έρθει αντιμέτωπος/αντιμέτωπη με την προθανάτια αγωνία οικείων προσώπων.

Από την άλλη, υπάρχει μια αποθέωση της νεανικότητας στην «Δύση», εγγενής στην καπιταλιστική νοοτροπία. Αν, όμως, δε συμφιλιωθείς με την προοπτική του θανάτου, θα βιώσεις πολύ εντονότερη αγωνία όταν φτάσει η ώρα.

Η μητέρα μου είναι γιατρός και όλη της την ζωή εργάζεται στην Εντατική. Είναι ένας πολύ συγκρατημένος άνθρωπος, δε μοιράζεται πολλές ιστορίες, αλλά νομίζω πως βλέπει τον θάνατο καθημερινά.

Στην ίδια μου την οικογένεια, εξάλλου, έχουν υπάρξει πολλοί θάνατοι, πολλή αρρώστια. Χάρη και στην μαμά μου, ωστόσο, εντοπίζω και κάτι πολύ ιερό στον θάνατο.

Μπορούμε να μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας παρακολουθώντας έναν άλλο να βασανίζεται, να γίνουμε λιγότερο εγωκεντρικοί ως άνθρωποι.

Κι η τέχνη μάς παρέχει την όμορφη δυνατότητα να κατανοήσουμε τα πράγματα - ή τουλάχιστον να τα επεξεργαστούμε και να τα φανταστούμε, καθώς και να καταπιαστούμε με δύσκολα συναισθήματα.

Όπως πολλοί καλλιτέχνες και πολλές καλλιτέχνιδες έχουν, εξάλλου, δηλώσει πριν από μένα, η τέχνη είναι ένας τρόπος επιβίωσης κι αναζήτησης μιας ερμηνείας όλων όσων φαντάζουν άδικα κι ακατανόητα.

Η τέχνη μπορεί να τα μετασχηματίσει σε κάτι διαφορετικό με το οποίο μπορούμε να συνδεθούμε ή στο οποίο μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας με αλλιώτικο τρόπο.

Αν κι η τέχνη σου δε φαίνεται να έχει πολιτική διάσταση -πιο πολύ υπαρξιακή, θα έλεγα-, αισθάνεσαι ότι μέσω αυτής λειτουργείς και πολιτικά;

Προσπαθώ να διαχωρίζω λίγο την μουσική μου από την υπόλοιπη καθημερινότητα, να την «μανουβράρω» μακριά από την πολιτική.

Στο κοινωνικό πεδίο, ο καλύτερος τρόπος εμπλοκής είναι -όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Ουκρανίας- η οικονομική βοήθεια.

Πριν από ένα δίμηνο αποφάσισα ν’ αποσυρθώ από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Περαιτέρω εμπλοκή μου σ’ αυτά θα ήταν αποπροσανατολιστική για μένα τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο.

Έκτοτε, οτιδήποτε διαβάζω αποτελεί προϊόν εκούσιας επιλογής και είναι, για μένα, κάπως σωστό.

Εκτός των κοινωνικών δικτύων, όπου το επίπεδο των συνομιλιών είναι πραγματικά ρηχό, χρειάζεσαι πολύ περισσότερο χρόνο για να εξετάσεις τις διαφορετικές οπτικές.

Η διεθνής γεωπολιτική κατάσταση προφανώς με συγκινεί, κι αυτό που βασικά κάνω είναι να εκπαιδεύω τον εαυτό μου ώστε να κατανοήσω γιατί συμβαίνει το καθετί, δεδομένου ότι κατάγομαι από μια χώρα ανέκαθεν μπλεγμένη σε συγκρούσεις.

Προσπαθώ επίσης να καταλάβω την φρικτή επίθεση του Ισραήλ στην Παλαιστίνη και την εκεί διαπραττόμενη γενοκτονία. Αντίστοιχα, τι συμβαίνει στην Ουκρανία κι αλλού.

Το να θέτει ένας άνθρωπος ερωτήματα στον εαυτό του χωρίς να παίρνει το οτιδήποτε ως δεδομένο συνιστά μια πολύ σεμνή διανοητική/ηθική στάση, σε μια εποχή όπου η πλειονότητα υποστηρίζει απερίσκεπτα την όποια άποψή της.

Θα ήθελα να πιστεύω πως υπάρχουν και ζητήματα που είναι μαύρα ή άσπρα. Όλα είναι πολύπλοκα, όλοι μετασχηματιζόμαστε. Ούτε εγώ η ίδια δεν κατοικώ στην χώρα καταγωγής μου.

Κάποια πράγματα, όμως, είναι κακά, γενικά. Το να σκοτώνεις παιδιά, για παράδειγμα, είναι εκτός συζήτησης.

Γι’ αυτό και με κάνει να νιώθω άβολα η διερώτηση περί της κατάπαυσης του πυρός ή μη.

Την Δευτέρα 8 Απριλίου δίνεις μια συναυλία στην Αθήνα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Women of the World, το οποίο διοργανώνεται μεταξύ 6 και 8 Απριλίου στο Κέντρο Πολιτισμού-Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος». Είναι σημαντική για σένα;

Προετοιμάζουμε μια μεγάλης κλίμακας συναυλία, κι η ομάδα μας συντίθεται από έξι γυναίκες και τέσσερις άντρες. Δεν ήταν ηθελημένη επιλογή η συγκεκριμένη ποσόστωση, απλώς συνέβη.

Υπάρχει, όμως, κάτι όμορφο σ’αυτήν, το οποίο λέει πολλά για την κατεύθυνση στην οποία οδεύει ο κόσμος.

Μ’ εμπνέει, λοιπόν, το να βρίσκομαι σε μια κατάσταση όπως η συγκεκριμένη και να αντιλαμβάνομαι πως λειτουργεί, όχι το να μιλάω να γράφω σχετικά.

Έχω δύο μάνατζερ για τις περιοδείες, μια γυναίκα κι έναν άντρα: και τα δύο άτομα λειτουργούν με εξαιρετικό επαγγελματισμό και αξιοπιστία.

Από την άλλη, όντας μια γυναίκα που συνθέτει την μουσική της και κάνει παραγωγή σ’ αυτή, δίνω το καλύτερο παράδειγμα σε άλλες γυναίκες. Κι αυτή η διαδικασία εμπνέει κι εμένα.

Για να σου πω και κάτι αστείο, όταν σπούδαζα μουσική, στο λύκειό μου δεν υπήρχε καμία κοπέλα συνθέτις. Μου πήρε πολλά χρόνια για να ξεκινήσω ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κανένα παράδειγμα στο περιβάλλον μου.

Τώρα ζούμε σε διαφορετικούς καιρούς. Κι όμως, χρειαζόμαστε παραδείγματα για να συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι είναι εφικτό.

Το να είσαι μουσικός, όμως, δεν έχει σχέση με την καταγωγή, το φύλο η το χρώμα της επιδερμίδας σου, αλλά με τις ικανότητες, την προσέγγισή σου και το μήνυμα που θέλεις να μοιραστείς.

«Χειμαρρώδης» όπως είσαι, μου απάντησες με τον τρόπο σου σε μερικές ακόμα ερωτήσεις τις οποίες είχα κατά νου!

Χαίρομαι, σε κάθε περίπτωση, γιατί, ανάμεσα σε άλλες γυναίκες και θηλυκότητες, συνιστάς μια ζωντανή απόδειξη της εμψυχωτικής φύσης της τέχνης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Σ’ ευχαριστώ πολύ! Θα ιδωθούμε στην Αθήνα;

Ασφαλώς. Ακόμα θυμάμαι εκείνη την πρώτη σου συναυλία στις 14 Ιανουαρίου του 2020, λίγο πριν επιβολή της πρώτης καραντίνας.

Τόσο όμορφη συναυλία, λίγο πριν την πανδημία. Ελπίζω να σ’ αρέσει η συναυλία μας στις 8 Απριλίου. Θα είναι ένα πολύ ωραίο ταξίδι - και πολύ φασματικό!

Ευχαριστώ θερμά την Solène Quélin (Funky Fly Music) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με την Hania Rani.

Η Hania Rani εμφανίζεται λάιβ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Women of the World την Δευτέρα 8 Απριλίου στο Κέντρο Πολιτισμού-Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» (Αίθουσα Σταύρος Νιαρχος ΕΛΣ, 21:00).



Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Hania Rani: «Στη ζωή και στην τέχνη αναζητώ κάποιο βάθος»

 

Hania Rani (Φωτογραφία: Aleksandra Zaborowska)

Διαρκώς εξελισσόμενη και πολυπράγμων, η αγαπημένη πιανίστα, συνθέτρια -και ενίοτε τραγουδίστρια- Πολωνή Hania Rani μοιράζεται στο δεύτερο προσωπικό της άλμπουμ, Music for Film and Theatre, συνθέσεις της για το σινεμά και το θέατρο.

Μαζί με αυτές μοιράζεται σκέψεις για τη ζωή, τη μουσική, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη φήμη, και την αγάπη της για την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Το σωστά και περιεκτικά τιτλοφορημένο δεύτερο ατομικό σου άλμπουμ, Music for Film and Theatre, υποδηλώνει μια ορισμένη στοργή για τις ταινίες και το θέατρο. Τι είδους φιλμ και θεατρικά σε ιντριγκάρουν πιο πολύ και γιατί;

Δύσκολο να το ορίσω, γιατί το σινεμά είναι τέχνη.

Αλλά γενικά -στη ζωή και στην τέχνη- αναζητώ κάποιο βάθος, προσπαθώντας να απορρίψω τις αφηγήσεις που είναι χτισμένες μόνο σε επιφανειακές παρατηρήσεις και απόψεις.

Τον περισσότερο καιρό το βρίσκω σε ένα πιο “off” σινεμά, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Για παράδειγμα, θεώρησα την ταινία Η άφιξη εξαιρετικά ικανοποιητική και ενδιαφέρουσα, ίσως επίσης εξαιτίας του εκπληκτικού σάουντρακ του Γιόχαν Γιόχανσον.

Αυτό το άλμπουμ συνταιριάζει συνθέσεις σου που είτε ακούγονται στο αντίστοιχο φιλμ και θεατρικό είτε όχι.

Πώς λειτούργησε η όλη διαδικασία σε πρώτο χρόνο; Είχες διαβάσει το σενάριο των ταινιών ή το κείμενο των θεατρικών πριν καταπιαστείς με τη σύνθεση;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη σύνθεση μουσικής για θεατρικά και για τον κινηματογράφο.

Θα έλεγα ότι το βασικό είναι η διαδικασία προετοιμασίας του κομματιού. Στο σινεμά πολύ συχνά -αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις- παίρνεις το έτοιμο cut της ταινίας, οπότε μια κάπως έτοιμη αφήγηση, με διαλόγους, πλοκή, ηθοποιούς, συναισθήματα.

Στο θέατρο ξεκινάς από το μηδέν, συνθέτοντας μουσική ταυτόχρονα με τη διαδικασία της δημιουργίας του θεατρικού από τον σκηνοθέτη, με ηθοποιούς, σκηνογράφο και την υπόλοιπη ομάδα.

Είναι μια εξαιρετικά ρευστή δομή που αλλάζει και κινείται πολλές φορές, μερικές φορές μετά την επίσημη πρεμιέρα. Απαιτεί ευελιξία και προσοχή, αλλά και επιτρέπει στον συνθέτη να τσεκάρει τα πράγματα και να γίνει πραγματικό μέλος του συνεργείου.

Με το φιλμ προσωπικά νιώθω λίγο μεγαλύτερη πίεση, κυρίως χρονική.

Υπάρχουν συνήθως πολύ περισσότερα χρήματα και ευθύνη, και εκτός του σκηνοθέτη είναι παρόντες παραγωγοί και διανομείς- τόσο πολλές φωνές με τις δικές τους ιδέες και γνώμες.

Από την άλλη, αγαπώ το σινεμά γιατί μπορεί να τελειοποιήσει τη μουσική στο επίπεδο του ήχου και του post-production. Το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Χρειάζεται, εξάλλου, να βρεις τον σωστό τρόπο έκφρασης. Είναι πολύ εύκολο να υπερβάλεις, κάνοντας τα πράγματα να ακούγονται «υπερβολικά».

Απαιτείται πολλή ευστροφία και έρευνα για να βρεις τις σωστές απαντήσεις και να ευχαριστήσεις την υπόλοιπη ομάδα, περιλαμβανομένου και του συνθέτη!

Παίζεις πιάνο και συνθέτεις, κατά καιρούς τραγουδάς, και τώρα «βυθίζεσαι» στα σάουντρακ για φιλμ και θεατρικά: είναι σαφές ότι δεν εφησυχάζεις! Είναι η εξέλιξη κι ο πειραματισμός ζήτημα -καλλιτεχνικής- ζωής και θανάτου για σένα;

Είναι θέμα επιλογής. Το να εμπλέκομαι σε τόσο πολλά διαφορετικά πρότζεκτ είναι ο μόνος τρόπος να αναπτύξω την τέχνη μου, νομίζω. Δε μ’ ενδιαφέρει να επαναλαμβάνω τα ίδια μοτίβα, ακόμα κι αν έχουν αποδειχτεί πετυχημένα.

Σταδιακά έχεις γίνει εξαιρετικά πετυχημένη τόσο από κριτικής όσο και από εμπορικής άποψης. Δε θα ήταν παράξενο, αν ήσουν μια ποπ ή ροκ σελέμπριτι.

Δεν είναι, ωστόσο, λίγο ασύμβατο για μια πιανίστα με κλασική παιδεία; Πώς διαχειρίζεσαι τη φήμη;

Ελπίζω να παρέμεινα και να παραμείνω η ίδια. Το μισώ όταν παρατηρώ ότι παίρνω κάποιες καταστάσεις ως δεδομένες- όπως τα βραβεία, τις sold out συναυλίες ή τις θετικές κριτικές. Μπορεί επίσης να εξαφανιστούν κάποια στιγμή.

Στ’ αλήθεια μ’ αρέσει να ζω μια κανονική ζωή: να παίρνω το τρένο, να κάνω ποδήλατο, να συμμετέχω σε όλες τις κανονικές δραστηριότητες. Δε νιώθω πως χρειάζομαι ιδιαίτερη βοήθεια γιαυτό. Θα μου φαινόταν αμήχανο.

Το μόνο που θα μπορούσε να μου αρέσει στο να γίνω διάσημη είναι η πιθανότητα συνεργασίας με σπουδαίους ανθρώπους, η ηχογράφηση μουσικής σε σπουδαία στούντιο και το να μπορώ να κάνω φιλόδοξα σχέδια σχετικά με τις καλλιτεχνικές μου ιδέες ή οποιοδήποτε είδος ακτιβισμού βρίσκω αναγκαίο.

Αν και στην πραγματικότητα όχι προϊόν της πανδημίας στην ολότητά του, το Music for Film and Theatre σίγουρα σημαδεύεται από αυτή, έστω και μόνο χρονικά.

Τι σου έλειψε πιο πολύ σ’ αυτή την περίοδο; Και τι σου έδωσε τη μεγαλύτερη χαρά;

Μου έλειψαν οι άνθρωποι, κυρίως εκείνοι που μου είναι πιο αγαπητοί. Δεν μπορούσα να ταξιδέψω και να τους συναντήσω. Αυτό ήταν πραγματικά επώδυνο και ανάσανα με πολλή ανακούφιση όταν μπορούσα να ξαναπάρω τρένο.

Όταν ξεκίνησε η πανδημία, ήμουν κάπως χαμένη και μπερδεμένη, με άγχωνε το ότι έπρεπε να ακυρώσω την κυκλοφορία του δεύτερου ατομικού δίσκου μου. Αλλά έμαθα πως δεν μπορείς να ελέγχεις τα πάντα. Τα πράγματα μερικές φορές πάνε στραβά.

Έχει περάσει παραπάνω από ενάμισης χρόνος από την -κυριολεκτικά- μαγευτική πρώτη σου συναυλία στην Αθήνα. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία για σένα και πότε σχεδιάζεις να επιστρέψεις;

Ήταν πράγματι ξεχωριστή. Στ’ αλήθεια ερωτεύτηκα την Ελλάδα και τους Έλληνες. Από τις πιο ευγενικές καρδιές που έχω ποτέ συναντήσει- δεν κάνω πλάκα.

Ήταν ξεχωριστή και γιατί πήγαμε στην Αθήνα για να γυρίσουμε το βιντεοκλίπ ενός από τα αγαπημένα μου κομμάτια, το Leaving.

Έμεινα στο διαμέρισμα του στενού Έλληνα φίλου μου και μουσικού, του Γιώργου Παπαδόπουλου, κι είχα στη διάθεσή μου λίγο καιρό ώστε όντως να απολαύσω το μέρος, περνώντας πολλή ώρα ώρα, κοντά στη θάλασσα και τη φύση.

Έχω τόσο όμορφες αναμνήσεις από εκείνες τις μέρες. Στ’ αλήθεια ονειρεύομαι να επιστρέψω. Επί σκηνής και ως ανθρώπινη ύπαρξη!

Ευχαριστώ θερμά τον Kerstan Mackness από την Gondwana Records για την καθοριστική συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το άλμπουμ της Hania Rani Music for Film and Theatre κυκλοφορεί από την Gondwana Records.



Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

“Home”: Λίγα λόγια για τo καινούριο άλμπουμ της Πολωνής μουσικού Hania Rani

Photo credit: Kinga Karpati

Τηρώντας τις υποσχέσεις που είχε καλλιεργήσει με το μαγευτικό solo πιανιστικό ντεμπούτο της Esja και την αλησμόνητη συναυλία της στην Αθήνα, η πολύ ταλαντούχα Πολωνή πιανίστα και συνθέτις Hania Rani μάς προσφέρει με το Home άλλο ένα συναρπαστικό μουσικό ταξίδι.


Το Home, που κυκλοφορεί στις 29 Μαΐου από την Gondwana Records, αποτελεί τη συνέχεια του ταξιδιού που ξεκίνησε με το Esja και την «ολοκλήρωση της πρότασης», όπως η ίδια το θέτει.


«Κάποιος μπορεί να είναι χαμένος, αλλά να βρει το σπίτι στον εσωτερικό του κόσμο. Δεν έχει σημασία το πού πηγαίνουμε, αλλά το πόσο είμαστε ικανοί να δούμε και να ακούσουμε όσα συμβαίνουν  γύρω μας», γράφει σχετικά. 


«Προσπαθώ να εξερευνώ νέα είδη και να ανακαλύπτω καινούριους καλλιτέχνες. Δε θέλω να είμαι προσκολλημένη σε αυτά που ξέρω, θέλω να μαθαίνω για πράγματα που ακόμα είναι καινούρια για μένα», εξηγεί.


Η διαρκής αναζήτηση νέων εκφραστικών μέσων αποδεικνύεται και στο Home. Στις 13 συνθέσεις του άλμπουμ η Hania Rani όχι μόνο διευρύνει τη μουσική «παλέτα» της, αλλά και προσθέτει τα ιδιόμορφα φωνητικά της σε πέντε από αυτές.

Photo credit: Marta Kacprzak


Στο Tennen, για παράδειγμα, όρος που στα ιαπωνικά σημαίνει τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων, χρησιμοποιεί πιάνο, κουιντέτο εγχόρδων, διπλό μπάσο, ντραμς και διάφορα είδη συνθεσάιζερ.


«Δε θα ήθελα να θεωρηθώ απλώς ως τραγουδίστρια, θα κρατήσω μια ισορροπία», διευκρίνιζε στην κουβέντα μας ενόψει της αθηναϊκής συναυλίας της. 


Κι είναι ακριβώς αυτά τα φωνητικά, σαν μικρού ξωτικού, που θυμίζουν λίγο Kate Bush, τα οποία αποκαλύπτουν άλλη μια πτυχή του πολύπλευρου ταλέντου της, ιδίως σε συνθέσεις όπως το Leaving ή το ομώνυμο Home.


Δε λείπουν, ασφαλώς, και οι πιο μινιμαλιστικές πιανιστικές συνθέσεις. Το Summer, τo Rurka ή το Ombelico είναι μικρές σπουδές στη γαλήνη και τη χαρμολύπη, με έντονα θεραπευτικό χαρακτήρα.


«Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί», μου έλεγε η Hania Rani στην ίδια συνέντευξη. 


Χαίρομαι που είναι τόσο γενναιόδωρη, ώστε να το μοιράζεται και με τους αυξανόμενους ακροατές της ανά τον κόσμο.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Hania Rani: «Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί»

(Photo credit: Kinga Karpati)

Κλασικά εκπαιδευμένη πιανίστα και συνθέτις με επιρροές από Πράισνερ, Ρίχτερ και Φραμ κι ένα μαγευτικό σόλο ντεμπούτο στις «αποσκευές» της, το Esja, η Πολωνή Hania Rani έρχεται για μια μοναδική συναυλία στις 14 Ιανουαρίου στην Αθήνα.


Κουβεντιάζοντας με την νεαρή και ανερχόμενη καλλιτέχνιδα ενόψει της πρώτης συναυλίας της στην Ελλάδα, όπου θα παρουσιάσει και συνθέσεις από την καινούρια της, ακυκλοφόρητη δουλειά.


Ίσως ακουστεί αστείο, και σίγουρα θα στο έχουν ρωτήσει επαρκώς, αλλά γιατί αποφάσισες να συντομεύσεις το επίθετό σου (Raniszewska); Για πρακτικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους; 


Στην πραγματικότητα, ο λόγος είναι αρκετά ρεαλιστικός. 


Μερικά χρόνια πριν, όταν έβγαζα το πρώτο μου άλμπουμ με την τσελίστρια Dobrawa Czocher, έπρεπε να σκεφτούμε πώς θα ονομάσουμε το ντουέτο μας. Δε θέλαμε κάτι σε όνομα συγκροτήματος, αλλά πιο πολύ να κρατήσουμε τα επίθετά μας.  


Τα πολωνικά ονόματα είναι αρκετά μεγάλα, γι’ αυτό και σκέφτηκα να συντομεύσω το δικό μου. Μου άρεσε όπως ακουγόταν και φαινόταν στο χαρτί. Είναι μια ευκαιρία να έχουμε αυτό το μικρό όριο ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή κι εκείνη στη σκηνή. 


Είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτή την κίνηση τότε, γιατί νομίζω ότι είναι όντως βοηθητική τώρα, όταν παίζω κυρίως στο εξωτερικό. Ένα ονοματεπώνυμο εύκολο να το προφέρεις και να το θυμάσαι. 


Μιας και μιλάμε για ήχους, ποια ήταν η πρώτη σύνθεση που σε μάγεψε, αν τη θυμάσαι, και πόσο ήσουν όταν ξεκίνησες μαθήματα πιάνου; Ήταν στη Βαρσοβία, να υποθέσω; 


Τη θυμάμαι τέλεια. Ήταν η Σονάτα για πιάνο αρ. 8 (Παθητική) του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Βρισκόταν στο πρώτο CD που πήρα ποτέ ως δώρο. Ο πιανίστας ήταν ο ίδιος ο υπέροχος Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ. 


Το CD περιείχε δύο ακόμη φημισμένες σονάτες για πιάνο: τη Σονάτα του Σεληνόφωτος και την Appassionata


Στη στιγμή, έγινα μεγάλη οπαδός του Μπετόβεν. Αγάπησα την ποικιλία των διαθέσεων και το βαθιά πνευματικό χαρακτήρα της μουσικής του. Στις συνθέσεις του, το πιάνο ηχεί σαν πλήρης ορχήστρα.

Αυτό συνέβη όταν ήδη σπούδαζα πιάνο σε μουσικό σχολείο. 


Ξεκίνησα μαθήματα πιάνου όταν ήμουν επτά χρονών. Εξ αρχής επρόκειτο για επαγγελματική εκπαίδευση, ποτέ δεν έκανα ιδιαίτερα. Δε χρειάστηκε, γιατί υπήρχε ένα καλό μουσικό σχολείο στη γενέτειρά μου, το Γκντανσκ. 


Μετά από δώδεκα χρόνια, συνέχισα τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο Μουσικής Σοπέν στη Βαρσοβία κι έπειτα στο Βερολίνο. 


Κι έπειτα, πότε ένιωσες για πρώτη φορά την ανάγκη να συνθέσεις κάτι; 


Ανέκαθεν δοκίμαζα κάποιες συνθέσεις, αλλά απλώς στο μεταξύ και για τον εαυτό μου. 


Στη διάρκεια του προπτυχιακού μου στη Βαρσοβία, με ρώτησε η φίλη μου που τότε δούλευε πάνω στο πρώτο άλμπουμ της σε ποπ στιλ αν μπορούσα να προσπαθήσω να την βοηθήσω με τις ενορχηστρώσεις στο δίσκο.


Ήθελε να προσθέσει μερικά έγχορδα σε καναδυό τραγούδια. Αν και δεν είχα ιδέα πώς να το κάνω, συμφώνησα. Έτσι άρχισαν όλα. Δεχόμουν όλο και περισσότερες προσφορές, και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτό με κρατάει στ’ αλήθεια ζωντανή. 

(Photo credit: Alfheidur Gudmundsdottir)


Όπως φαίνεται από το σόλο ντεμπούτο σου στη Gondwana Records, Esja, η προσέγγισή σου στη μουσική είναι φρέσκια και προσωπική, αντλώντας στοιχεία από τη δουλειά συνθετών όπως οι Νάιμαν, Πράισνερ και Ρίχτερ. Νιώθεις να εμπνέεσαι ή να καθοδηγείσαι από αυτούς; 


Ασφαλώς, πολύ. 


Θυμάμαι ν’ ανακαλύπτω τις δουλειές του Ρίχτερ, του Γιόχανσον, του Άρναλντς και πολλών ακόμη. Πρώτου απ’ όλους του Νιλς Φραμ. Με είχε σοκάρει ο τρόπος ηχογράφησης. Δεν ήξερα ότι μπορείς ν’ αντλήσεις τόσα από το όρθιο πιάνο.


Ήταν μια στιγμή που μου άλλαξε τη ζωή. 


H δημιουργία του Esja, συγκεκριμένα, μοιάζει να έχει επηρεαστεί από τα ταξίδια σου στην Ισλανδία και τα βουνά της Πολωνίας. Πώς έχουν «εγγραφεί» αυτές οι εμπειρίες μέσα σου;

Αγκαλιάζεις την ησυχία και την ανοιχτότητα του φυσικού περιβάλλοντος; 


Το καθετί επηρεάζει τη μουσική μου. 


Δεν είμαι σίγουρη αν είναι απλώς τα ταξίδια κι οι τόποι, ίσως πιο πολύ οι εμπειρίες και τα πράγματα που μου λείπουν. Θέλω να συλλάβω αυτά τα συναισθήματα και να τα απλώσω στη μουσική. 


Λατρεύω το να βρίσκω ειρήνη και αρμονία στη μουσική, αλλά και ελπίδα, ευτυχία, μερικές φορές δάκρυα. 


Αλλά αυτά πάντα προκαλούν συναισθήματα. Νομίζω ότι η μουσική μού δίνει ελευθερία, επιτρέποντάς μου να δημιουργήσω ένα καλύτερο κόσμο για μένα και τους άλλους, να δημιουργήσω ίσως μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. 


Ως άνθρωπος, είσαι τόσο ήρεμη κι ειρηνεμένη με τον εαυτό σου όσο η μουσική σου ίσως υπονοεί; 


Είμαι ένα αρκετά χαοτικό, αλλά καλόβολο, άτομο. Μου αρέσει να απολαμβάνω τα μικρά πράγματα στη ζωή και αρκετά συχνά είμαι έκπληκτη. Η μουσική είναι το καταφύγιό μου, το μαγικό νησί. 


Δουλεύεις κυρίως σόλο, αλλά έχεις συνεργαστεί και με άλλους, κυρίως με την Dobrawa Czocher. Είναι μοναχικό εγχείρημα το να είναι κάποιος πιανίστας και συνθέτης ή, κατά καιρούς, γίνεται μια πιο συλλογική εμπειρία; 


Εξαρτάται, βεβαίως. 


Αλλά ναι, τον περισσότερο καιρό οι πιανίστες είναι μοναχικά άτομα, ο λόγος όμως γι’ αυτό έγκειται στο όργανο- είναι τόσο καλοφτιαγμένο που μπορείς να αναδημιουργήσεις μια ολόκληρη μπάντα μ’ αυτό. 


Εκτιμώ, ωστόσο, και το να συνεργάζομαι με άλλους ανθρώπους. 


Στην πραγματικότητα δεν είμαι ποτέ μόνη, γιατί εδώ και χρόνια με συνοδεύει η μηχανικός ήχου που φροντίζει να είναι η περφόρμανς μου ακόμα καλύτερη. Είναι μεγάλη βοήθεια και παρηγοριά. 


Είναι αθέατη στο μεγαλύτερο μέρος του κοινού, αλλά όντως είναι μια πραγματική συνεργάτρια. 

(Photo credit: Nat Kontrakiewicz) 


Εκτός από το να παίζεις πιάνο και να συνθέτεις γι’ αυτό, έχεις επίσης τραγουδήσει, με το Home ν’ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Θα ήθελες να πειραματιστείς περισσότερο σ’ αυτό τον τομέα στο μέλλον; 


Ναι, αλλά δε θα ήθελα να θεωρηθώ απλώς ως τραγουδίστρια, θα κρατήσω μια ισορροπία. Θα έχετε την ευκαιρία ν’ ακούσετε μερικά από τα τραγούδια του επόμενου άλμπουμ μου που θα είναι πιο σύνθετα από εκείνα του πρώτου. 


Διατήρησα, όμως, και μερικές πιανιστικές συνθέσεις- νομίζω ότι όλοι θα μείνουν ικανοποιημένοι. 


Είσαι αυτό τον καιρό σε περιοδεία προωθώντας το σόλο ντεμπούτο σου, Esja. Πώς νιώθεις ως νεαρή πιανίστρια σε συναυλία και τι απήχηση έχει η μουσική σου στα κοινά; 


Μέχρι στιγμής, αυτή είναι μια από τις πιο απίστευτες εμπειρίες της ζωής μου. Συναντώ τόσους καλούς ανθρώπους. Αισθάνομαι πολύ τυχερή, κατά κάποιο τρόπο η μουσική μου έχει πολλή απήχηση στους ανθρώπους.


Έρχονται έπειτα και μοιράζονται τις ιστορίες και τα συναισθήματά τους μαζί μου. 


Προσπαθώ να διατηρώ κάθε συναυλία ξεχωριστή, να διαβάζω για την πόλη όπου παίζω, να μοιράζομαι με το κοινό προσωπικές παρατηρήσεις- ακόμα και τις αλλόκοτες. 


Προσπαθώ να είμαι εξαιρετικά συνειδητή στη σκηνή, να δίνω όλη μου την  προσοχή στον ακροατή. Νιώθω ότι αυτό ανταποδίδεται. Είναι πολλά αυτά που μπορεί να προσφέρει ο ένας στον άλλο. 


Η συναυλιακή σου περιοδεία θα σε φέρει και στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου. Τι προσδοκάς από αυτή τη συναυλία; Είναι η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή μια “terra incognita” για σένα ή γνωρίζεις κάποια ονόματα; 


Αισθάνομαι ευτυχής που θα επισκεφτώ την Ελλάδα. Θα είναι η πρώτη μου φορά. 


Μερικά χρόνια πριν συνάντησα έναν σπουδαίο Έλληνα καλλιτέχνη, τον Γιώργο Παπαδόπουλο, που αυτό το διάστημα ζει στο Βερολίνο. Με προσκάλεσε να παίξω μαζί του σε κάποιες συναυλίες, κι είπα «ναι».


Γίναμε καλοί φίλοι, κι η φιλία μας διαρκεί μέχρι σήμερα. 


Το προηγούμενο καλοκαίρι σχεδίαζα να επισκεφτώ την Ελλάδα και την Αθήνα, είχα ήδη κλείσει τα εισιτήριά μου, αλλά δυστυχώς μου συνέβη ένα ατύχημα και δεν κατάφερα να έρθω. Είμαι ευτυχής που η πρώτη μου επίσκεψη θα συνδέεται με μουσική. 


Σκοπεύω, επίσης, να μείνω για καναδυό μέρες ακόμα και ν’ απολαύσω το μέρος. 


Ευχαριστώ θερμά τον Kerstan Mackness, διευθυντή της Gondwana Records, για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Περισσότερες πληροφορίες για την Hania Rani μπορείτε να βρείτε στο προσωπικό site της. Το σόλο ντεμπούτο της, Esja, κυκλοφορεί από την Gondwana Records


Η Hania Rani εμφανίζεται την Τρίτη 14 Ιανουαρίου στο Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός (πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8), 21:00, για μια μοναδική συναυλία.