Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καναδάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καναδάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Αλιρέζα Κατάμι: «Το τραύμα δεν εξαφανίζεται επειδή έχει εκφραστεί»

 

Αλιρέζα Κατάμι (Φωτογραφία: Brian Van Wyk)

Βασισμένη στα προσωπικά βιώματα του ιρανικής καταγωγής Καναδού σκηνοθέτη της, Αλιρέζα Κατάμι, η βραβευμένη στο Σάντανς ταινία Αυτά που σκοτώνεις είναι ένα καθηλωτικό υπαρξιακό θρίλερ για το τραύμα και την υπέρβασή του.

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στις αίθουσες από τις 18 Δεκεμβρίου.

Έχεις γεννηθεί στο νοτιοδυτικό Ιράν, ζεις στον Καναδά και γύρισες τη βαθιά προσωπική και υπαρξιακή τελευταία σου ταινία, Αυτά που σκοτώνεις, στην Τουρκία.

Με ποιον τρόπο ή τρόπους συμβάλλει κάθε πτυχή της ταυτότητάς σου στη συνολική κινηματογραφική δομή και σε ποιον βαθμό κάθε τοποθεσία, ή η απουσία της, επηρεάζει την οπτική σου για το συγκείμενο του έργου σου;

Κανένας από αυτούς τους τόπους δε λειτουργεί ως απλό σκηνικό. Είναι ψυχολογικές και συναισθηματικές θέσεις που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τον κόσμο και δομώ τον κινηματογράφο.

Το Ιράν είναι ο τόπος καταγωγής, αλλά και ρήξης. Εκεί διαμορφώθηκε η συναισθηματική μου γραμματική.

Ο Καναδάς είναι ο τόπος της απόστασης και της περισυλλογής. Προσφέρει διαλογισμό και διαύγεια, αλλά και οξύνει την αίσθηση της εξορίας.

Η Τουρκία υπάρχει στο ενδιάμεσο. Μου έδωσε ένα κινηματογραφικό σπίτι και με υιοθέτησε. Αυτή η ενδιάμεση κατάσταση ήταν απαραίτητη για την ταινία. Η απουσία του Ιράν είναι εξίσου σημαντική με την παρουσία της Τουρκίας.

Τα φιλμ στοιχειώνεται από μια γεωγραφία που δε δείχνει ποτέ. Δομικά, η αφήγηση βασίζεται στην μετατόπιση, στην μη πλήρη άφιξη, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής.

Επηρεασμένη από τον Ντέιβιντ Λιντς και τον Αμπάς Κιαροστάμι, η περίπλοκη, πολυεπίπεδη και ενίοτε συγκεχυμένη αφήγηση επικεντρώνεται σε έναν νεαρό καθηγητή, ο οποίος επιστρέφει στη γενέτειρά του μόνο και μόνο για να έρθει αντιμέτωπος με το καταπιεσμένο παρελθόν του.

Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για τη δημιουργία του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, που τον υποδύεται η Eκίν Κοτς, και για τον κακοποιητικό πατέρα, τον οποίο ενσαρκώνει ο Eρτζάν Κεσάλ, και για τη δυναμική της σχέσης τους;

Ο πρωταγωνιστής είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να επιβιώνει μέσω της διανόησης. Το επάγγελμά του ως καθηγητής δεν είναι τυχαίο.

Ζει μέσα στην ανάλυση, στην αφαίρεση και στη θεωρία επειδή η άμεση συναισθηματική αντιπαράθεση μοιάζει επικίνδυνη.

Ο Eκίν Koτς κατάλαβε ότι αυτός ο χαρακτήρας δεν είναι παθητικός, αλλά παγωμένος. Η αυτοσυγκράτησή του είναι μια μορφή άμυνας.

Ο πατέρας, τον οποίο υποδύεται ο Ερτζάν Κεσάλ, δε θεωρήθηκε ποτέ ως τέρας.

Δε με ενδιέφερε μια απλοϊκή απεικόνιση του «κακού». Είναι αυταρχικός, βίαιος, χαρισματικός και πληγωμένος. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι που τον κάνει τρομακτικό. Ο Ερτζάν φέρνει στον ρόλο μια βαθιά κατανόηση της εξουσίας και της πατριαρχίας.

Η σχέση μεταξύ πατέρα και γιου βασίζεται στη σιωπή, την αποφυγή και τον φόβο της κληρονομιάς. Ο γιος δε φοβάται μόνο τον πατέρα, αλλά και το να γίνει αυτός.

Γιατί ο πρωταγωνιστής επιθυμεί τόσο πολύ να εξερευνήσει την έννοια της μετάφρασης και πώς συνδέεις τη μετάφραση με την κινηματογράφηση;

Δεν είναι κάθε μορφή κατανόησης μια μορφή μετάφρασης;

Τη στιγμή που προσπαθούμε να συλλάβουμε την πραγματικότητα, μεταφράζουμε την εμπειρία σε γλώσσα, τη μνήμη σε αφήγηση, το συναίσθημα σε σκέψη. Δεν υπάρχει άμεση πρόσβαση χωρίς παραμόρφωση.




Έτσι λειτουργεί και η ταινία. Το Αυτά που σκοτώνεις είναι δομημένο ως μια πράξη μετάφρασης και όχι εξήγησης. Οι εσωτερικές καταστάσεις μεταφράζονται σε τοπία, σιωπές και κατακερματισμένο χρόνο. Το νόημα παραμένει ασταθές.

Κάτι αναπόφευκτα χάνεται στη διαδικασία, αλλά κάτι άλλο αποκαλύπτεται. Ενδιαφέρομαι βαθιά γι’ αυτό το κενό. Για τον χώρο όπου το νόημα γλιστράει, μεταλλάσσεται ή προδίδει την αρχική εμπειρία.

Προσγειωμένος, αλλά όχι λιγότερο περίπλοκος ή μυστηριώδης από τους υπόλοιπους, ο χαρακτήρας του κηπουρού προσθέτει περισσότερα επίπεδα ίντριγκας στην πλοκή. Τι σηματοδοτεί;

Εναπόκειται στο κοινό να αποφασίσει τι σηματοδοτεί. Δε θέλω να περιορίσω τις αναγνώσεις του με τη δική μου ερμηνεία.

Υπάρχει κάποια ανεπαίσθητη σύνδεση μεταξύ της υποτιθέμενης, αλλά σκόπιμα ασαφούς μέχρι το τέλος, σεξουαλικής ανικανότητας του πρωταγωνιστή και της ξηρασίας της γης την οποία προσπαθεί να καλλιεργήσει;

Το Αυτά που σκοτώνεις προσφέρει πολλές αντανακλάσεις. Η αδυναμία καλλιέργειας της γης αντικατοπτρίζει την αδυναμία σύνδεσης, δημιουργίας ζωής ή προόδου.

Δεν πρόκειται για επιβεβλημένες μεταφορές, αλλά για συνθήκες που προκύπτουν φυσικά από την εσωτερική κατάσταση του χαρακτήρα.

Στο τέλος της ημέρας, το Αυτά που σκοτώνεις είναι μια ταινία για την πατροκτονία, συμβολική ή όχι.

Είναι, για εσένα, η τέχνη γενικά και ο κινηματογράφος ειδικότερα ένα μέσο με τη βοήθεια του οποίου μπορούμε να διαπράξουμε πατροκτονία και έτσι να μπορέσουμε να επιβιώσουμε και να συνεχίσουμε;

Πιστεύω ότι η τέχνη προσφέρει έναν χώρο όπου η συμβολική πατροκτονία μπορεί να λάβει χώρα χωρίς σωματική βία.

Ο κινηματογράφος μάς επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε την εξουσία, την παράδοση και το κληρονομημένο τραύμα. Μάς επιτρέπει να τα αποσυναρμολογήσουμε, να τα αμφισβητήσουμε και να τα αναδιατυπώσουμε.

Αυτό δε σημαίνει διαγραφή του πατέρα ή του παρελθόντος. Σημαίνει άρνηση να κυριαρχούμαστε ασυνείδητα από αυτά. Με αυτή την έννοια, ο κινηματογράφος γίνεται εργαλείο επιβίωσης.




Έχεις καταφέρει να ξεκαθαρίσεις τους λογαριασμούς σου με το τραυματικό οικογενειακό σου παρελθόν μετά τα γυρίσματα και την κυκλοφορία του φιλμ ή μήπως εξακολουθούν να παραμονεύουν κάπου άγριες σκιές;

Δεν πιστεύω ότι η δημιουργία μιας ταινίας τακτοποιεί κάτι οριστικά. Το τραύμα δεν εξαφανίζεται επειδή έχει εκφραστεί. Αυτό που μπορεί να κάνει ο κινηματογράφος είναι να δώσει μορφή σε αυτό που προηγουμένως ήταν άμορφο.

Υπάρχουν ακόμα άγριες γωνιές, και πιθανότατα πάντα θα υπάρχουν. Αλλά μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, αυτές οι σκιές μοιάζουν λιγότερο σιωπηλές και λιγότερο απομονωτικές. Μερικές φορές, αυτό είναι ήδη αρκετό για να συνεχίσεις.

Ευχαριστώ θερμά τον σκηνοθέτη για την άμεση ανταπόκρισή του στο αίτημα για συνέντευξη, καθώς και για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Η ταινία του Αλιρέζα Κατάμι Αυτά που σκοτώνεις προβάλλεται στους κινηματογράφους σε από τις 18 Δεκεμβρίου σε διανομή της Danaos Films.



Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Sarah Davachi: «Υπάρχει κάτι το ευλαβικό στην ενασχόληση με την τέχνη»

 


Μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης μινιμαλιστικής μουσικής, η Καναδή Sarah Davachi εμφανίζεται σε ένα μοναδικό double bill με την επίσης Καναδή Kara-Lis Coverdale στις 7 Οκτωβρίου στο Gazarte.

Μια σε βάθος συνέντευξη μαζί της.

Είσαι μια εξαιρετικά ταλαντούχα ηλεκτροακουστική συνθέτρια/ερμηνεύτρια της οποίας το έργο «ασχολείται με τις περιπλοκές του ηχοχρώματος και του χρονικού χώρου», με «έμφαση στις διακυμάνσεις στην υφή, την πολυπλοκότητα των αρμονικών τόνων, τα ψυχοακουστικά φαινόμενα, το κούρδισμα και τον τονισμό».

Θα ήθελες να μου αναλύσεις τις δημιουργικές/μουσικές σου ανησυχίες; Έχουν αναπτυχθεί σταδιακά μέσω της έκθεσης σε καλλιτεχνικά ερεθίσματα από την παιδική σου ηλικία και εξής, και μετά μέσω της επίσημης εκπαίδευσης;

Σ’ ευχαριστώ!

Νομίζω ότι οι μουσικές μου ανησυχίες δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από την αρχή:

Πάντα με ενδιέφερε έμφυτα η χροιά, η υφή και η αρμονία, και με έλκυε ο περίπλοκα διατηρημένος ήχος από τότε που είχα οποιαδήποτε θεωρητική κατανόηση του τι συνέβαινε, για οποιονδήποτε λόγο.

Από πολλές άλλες απόψεις, οι ανησυχίες μου έχουν εδραιωθεί και μετατοπιστεί με μερικούς πολύ σημαντικούς τρόπους επίσης.

Τα τελευταία χρόνια τα ενδιαφέροντά μου έχουν μετακινηθεί από την εστίαση στα ηλεκτρονικά όργανα στην εργασία με ακουστικά όργανα.

Αυτό έχει διαμορφώσει το είδος της δουλειάς που κάνω και την κατεύθυνση προς την οποία φαίνεται να κινείται με φυσικό τρόπο.

Επίσης, έχω σίγουρα μια πιο τυποποιημένη άποψη για το είδος των μουσικών δομών και εμπειριών πάνω στις οποίες εργάζομαι, ως αποτέλεσμα των εξερευνήσεών μου.

Νομίζω, λοιπόν, πως τα πράγματα ξεκίνησαν με έναν πιο γενικό τρόπο και σιγά σιγά πλησιάζω περισσότερο σε αυτό που νιώθω ότι πάντα ήθελα να κάνω μουσικά.

Δε νομίζω πως είναι σημαντικό να φτάσω εκεί απαραίτητα, αλλά απολαμβάνω πολύ τη διαδικασία του να το καταλαβαίνω και να προσπαθώ ξανά και να το επαναλαμβάνω.

Θεωρώ τον εαυτό μου συνθέτρια-ερμηνεύτρια μινιμαλιστικής μουσικής, και συγκεκριμένα μουσικής με επίκεντρο τα drone.

Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, με ελκύει η πιο ήσυχη πλευρά αυτού του είδους μουσικής, αναζητώντας πάντα κάποιο είδος οικειότητας στον ήχο.

Για να την πετύχω, δουλεύω με διάφορες πτυχές της διάρκειας, του αρνητικού χώρου, της ψυχοακουστικής, του κουρδίσματος, της αρμονίας, της επανάληψης και της ακρόασης.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους οι ποικίλες αναφορές στις οποίες έχεις εκτεθεί έχουν (ανα)διαμορφώσει το καλλιτεχνικό σου όραμα;

Νομίζω ότι με έχουν βοηθήσει κυρίως να πλησιάσω περισσότερο σε αυτό το οποίο θέλω μουσικά και να αποκτήσω μια καλύτερη αίσθηση του πώς να επικοινωνώ αυτά που έχω στο μυαλό μου.

Όλα τα πράγματα τα οποία συναντώ έχουν κάποιο είδος διαλογικής σχέσης με το έργο μου.

Αυτό σημαίνει ότι έχουν τόσο μεγάλο αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται το έργο μου όσο το έργο αναζητά συγκεκριμένα πράγματα που θα του μιλήσουν.

Ειδικά με τα μουσικά όργανα συμβαίνει αυτή η διαδικασία: υπάρχει μια εναλλαγή μεταξύ αυτού το οποίο μπορώ να αντλήσω από το όργανο και αυτού που μου ανταποδίδει το όργανο για να εμπνεύσει νέες κατευθύνσεις στη δουλειά μου.

Περιλαμβάνοντας σόλο πρότζεκτ, μουσικά σύνολα δωματίου και ακουσματική μουσική και ενσωματώνοντας ένα ευρύ φάσμα ακουστικής και ηλεκτρονικής ενορχήστρωσης, τα άλμπουμ σου χαρακτηρίζονται, ωστόσο, από μια μινιμαλιστική προσέγγιση.

Πώς αντιλαμβάνεσαι και βιώνεις τον μινιμαλισμό, τόσο από αισθητικής όσο και από φιλοσοφικής άποψης;

Εννοιολογικά, ο μινιμαλισμός αφορά την οικειότητα με ένα συγκεκριμένο είδος εμπειρίας, όποια κι αν είναι αυτή η εμπειρία.

Στη μινιμαλιστική μουσική, αυτό συνήθως καταλήγει να είναι εμπειρίες που παραβλέπονται σε κανονιστικές μουσικές μορφές, όπως η υφή και η κάθετη αρμονία και η εσωτερική δομή του ήχου.

Αισθητικά, οι κύριες δομές που προκύπτουν είναι είτε ο παρατεταμένος ήχος με τη μορφή βόμβου είτε ως επανάληψη του ήχου.

Νομίζω ότι ο σκοπός της μινιμαλιστικής τέχνης είναι να μετατοπίσει την εστίαση στις μικρολεπτομέρειες και να τις αναδιατυπώσει ως τις μνημειώδεις ηχητικές εμπειρίες που στην πραγματικότητα έχουν την ικανότητα να είναι.

Όσο περισσότερο βυθίζομαι στην πλούσια μουσική σου παραγωγή, τόσο περισσότερο με εκπλήσσει το βάθος και η ποικιλομορφία της.

Πώς καταφέρνεις να παραμένεις, ταυτόχρονα, σε εγρήγορση, ανοιχτή σε νέες προκλήσεις και εστιασμένη;

Η προσωπικότητά μου είναι ιδανική για να της συμβαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.

Μου αρέσει να έχω χώρο από ένα πράγμα, ώστε να μπορώ να το σκέφτομαι και να το αφήνω να «κάτσει» και να αναπτυχθεί περισσότερο στο μυαλό μου πριν το ξαναδουλέψω.

Έτσι, όσο συμβαίνει αυτό, μπορώ να εστιάσω την προσοχή μου σε κάτι άλλο με το οποίο δουλεύω και να διαγράψω έναν κύκλο μέσα από πράγματα.

Διαπιστώνω επίσης ότι πολλά από τα πράγματα πάνω στα οποία δουλεύω αγγίζουν το ένα το άλλο με ενδιαφέροντες τρόπους, οπότε όλα αλληλοσυνδέονται ούτως ή άλλως και καταλήγουν να επηρεάζουν την κατεύθυνση του καθενός.

Πιστεύω ακράδαντα στην επανάληψη και νομίζω ότι η στρωματοποιημένη φύση μου και η ικανότητά μου να εργάζομαι σε πολλά έργα ταυτόχρονα είναι μια επέκταση αυτής της πεποίθησης.

Συχνά, υπάρχει και μια τελετουργική χροιά στο έργο σου. Είναι η μουσική -και η τέχνη γενικότερα- αλληλένδετη/συνυφασμένη, κατά τη γνώμη σου; Και αν ναι, γιατί;

Ναι, σίγουρα το πιστεύω.

Υπάρχει κάτι το ευλαβικό στην ενασχόληση με την τέχνη γενικότερα, ένα είδος ψυχικής μεταμόρφωσης που συμβαίνει και επηρεάζει τη ζωή στην οποία επιστρέφεις μετά την εμπειρία και τον τρόπο που βιώνεις την καθημερινή σου ζωή.

Αυτό είναι πραγματικά σημαντικό.. 

Υπό αυτή την έννοια, νομίζω ότι υπάρχει και μια σαφής ηθική ή δεοντολογική διάσταση στην τέχνη.

Προσπαθώ, λοιπόν, να σέβομαι την τελετουργική διαδικασία όταν δουλεύω και ειδικά όταν εμφανίζομαι ζωντανά, κάτι που μπορεί να είναι πιο δύσκολο επειδή υπάρχουν περισσότεροι περισπασμοί στο να ακούς σε μια συναυλιακή διαδικασία.

Αν μπορώ να μπω σ’ αυτόν τον τόπο νοερά, τούτο συμβάλλει στο να γίνει η αντίληψη  του συγκεκριμένου τρόπου εμπειρίας λίγο καλύτερα κατανοητή από τον ακροατή.

Υποθέτω πως το έργο σου δεν απευθύνεται -αν και μπορεί να απευθύνεται- σε ένα μαζικό κοινό, χωρίς απαραίτητα να αποτελεί μια ελιτίστικη ενασχόληση.

Ποια είναι η σχέση σου με το (δυνητικό) κοινό σου;

Η δουλειά μου απευθύνεται σε όποιον βρίσκει κάτι ουσιαστικό σε αυτήν και φυσικά θέλω οι άνθρωποι να μπορούν να εκτιμούν τα ίδια πράγματα τα οποία εκτιμώ εγώ όταν δημιουργώ μουσική.

Ωστόσο, προφανώς αντιλαμβάνομαι ότι αυτό το είδος ενασχόλησης με τη μουσική είναι λιγότερο συνηθισμένο, ειδικά στο τρέχον μουσικό κλίμα του streaming, της βραχυπρόθεσμης κατανάλωσης και της προβολής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Προσωπικά, δε βλέπω κάτι ελιτίστικο σε αυτό το είδος μουσικής, αν και θα μπορούσα να καταλάβω πώς θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό με αυτόν τον τρόπο όταν η εστίαση τείνει να γίνεται πιο θεωρητική, όπως σε σχέση με το κούρδισμα.

Κάτι στο οποίο πιστεύω ότι η μινιμαλιστική μουσική είναι τόσο καλή είναι ότι η θεωρητική πλευρά της είναι εκεί για να την προσεγγίσει ο καθένας αν θέλει.

Δεν είναι, όμως, ένα απαραίτητο ή απαιτούμενο βήμα το οποίο πρέπει να κάποιος να κάνει για να εμπλακεί σε βάθος με τη μουσική και την ηχητική εμπειρία.

Σε σχέση με τη μουσική μου συγκεκριμένα, διαπιστώνω κυρίως ότι όσοι δε συνδέονται με τέτοιου είδους μουσικές εμπειρίες τείνουν απλώς να μην έχουν την υπομονή να δουν νόημα στο έργο.

Ίσως δεν έχουν συνηθίσει να ακούν ή να ακούνε με αυτόν τον τρόπο, και ίσως τους κάνει να νιώθουν άβολα να το δοκιμάσουν.

Είναι σαν την κριτική για τη μουσική με drone που πραγματικά μισώ, η οποία υποδηλώνει πως αυτό το είδος μουσικής είναι «μόνο μια νότα» χωρίς να συμβαίνει τίποτα άλλο.

Σίγουρα, επιφανειακά ίσως να μην υπάρχει πολλή εμφανής κίνηση ή δεξιοτεχνία σ’ αυτήν, αλλά αν απλώς ακούσεις, αν ανοίξεις τα αυτιά και το μυαλό σου στην εμπειρία, τότε υπάρχουν τόσα πολλά να ακούσεις και να εξερευνήσεις.

Απλώς πρέπει να είσαι πρόθυμος να πας εκεί, δε χρειάζεται να καταλάβεις τι συμβαίνει ή να μπορείς να το εξηγήσεις. Δεν είναι όλοι ανοιχτοί σε κάτι τέτοιο, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό, κάτι που είναι εντάξει.

Η δουλειά μου ως συνθέτρια ή/και μουσικός είναι να δημιουργώ ένα είδος αρχιτεκτονικού νοητικού χώρου για τον ακροατή, το σκηνικό και το περιβάλλον για μια συγκεκριμένη κατηγορία εμπειρίας.

Και μετά είναι στο χέρι του ακροατή να μπει μέσα και να κοιτάξει τριγύρω.

Τα The Untuning of the Sky και All My Circles Run είναι τα αγαπημένα μου άλμπουμ από τη δισκογραφία σου. Υπάρχουν έργα σου που αγαπάς περισσότερο για οποιονδήποτε λόγο;

Είναι όλα κοντά μου για διαφορετικούς λόγους, κάποιους μουσικούς και κάποιους προσωπικούς, όπως αν η δουλειά πάνω σε ένα άλμπουμ με βοήθησε να δω κάτι συγκεκριμένο στη ζωή μου.

Μουσικά, τα Let Night Come On Bells End The Day, Pale Bloom, Antiphonals, Two Sisters και Long Gradus είναι ίσως τα άλμπουμ που μου φαίνονται πιο οικεία, επειδή σ’ αυτά έχω πλησιάσει πιο πολύ στο να δημιουργήσω το είδος των μουσικών εμπειριών τις οποίες νιώθω ότι πάντα επιδιώκω.

Όχι πως τα άλλα άλμπουμ δεν αντιπροσωπεύουν αυτήν την αίσθηση, αλλά σε εκείνες τις περιπτώσεις άλλες μουσικές ή προσωπικές συνθήκες έχουν επηρεάσει τη δημιουργία τους που τα έχουν στρέψει προς μια λίγο διαφορετική κατεύθυνση.

Αλλά πραγματικά είναι όλα ξεχωριστά για μένα με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο, και όλα έχουν επηρεάσει το ένα το άλλο - το ένα δε θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το άλλο.

Πού προτιμάς περισσότερο να συνθέτεις, να ηχογραφείς και να ερμηνεύεις τη μουσική σου - και γιατί;

Όσον αφορά στη σύνθεση και την ηχογράφηση, είμαι πιο ευτυχισμένη όταν δουλεύω στο στούντιό μου στο σπίτι.

Μου αρέσει να έχω τον χρόνο και τον χώρο που έχω εκεί για να δουλεύω πάνω σε κάτι στην ιδιωτικότητα του στούντιό μου.

Να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα, να τα αφήνω να «κάθονται», να τα ακούω χωρίς να μπαίνει κανείς άλλος στο μυαλό μου και να φτιάχνω πράγματα ακριβώς όπως θέλω να τα ακούσω.

Αυτή η διαδικασία συνήθως περιλαμβάνει μια αρχική περίοδο συνεργασίας με διαφορετικούς μουσικούς για να συγκεντρώσω τις ηχογραφήσεις με τις οποίες θα δουλέψω μόλις βρεθώ στο στούντιό μου.

Μόλις, όμως, το κάνω αυτό, τότε τείνει να είναι πιο μοναχική δουλειά μέχρι τα πράγματα να βρίσκονται στο τελικό στάδιο και να είναι έτοιμα για mastering κ.λπ. Αυτή η διαδικασία μου δίνει τη μεγαλύτερη ελευθερία.

Μου αρέσει, επίσης, να δουλεύω σε στούντιο, και μπορεί να λειτουργήσει πολύ καλά και να είναι αρκετά εμπνευστικό να φέρω ένα ολοκληρωμένο κομμάτι σε ένα στούντιο και να επικεντρωθώ στην ίδια τη διαδικασία ηχογράφησης, ξεχωριστά από τη σύνθεση.

Αισθάνομαι, όμως, ότι τα δύο είναι αλληλένδετα στο μυαλό μου και νιώθω πιο δημιουργική όταν είμαι μόνη μου δουλεύοντας στο στούντιό μου.

Όσον αφορά τις συναυλίες, οι προτιμήσεις μου φυσικά ποικίλλουν επειδή υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη χώρων και όλοι έχουν τα δικά τους πλεονεκτήματα.

Γενικά, μου αρέσει να εμφανίζομαι σε χώρους που είναι ήσυχοι και οικείοι, και σε χώρους οι οποίοι έχουν ήδη ενσωματωμένη αυτή την αίσθηση σεβασμού για τη μουσική εμπειρία.

Οι εκκλησίες και οι αίθουσες συναυλιών προφανώς ταιριάζουν πολύ καλά σε αυτή τη δομή.

Αλλά εξαρτάται πραγματικά, επειδή κάθε χώρος είναι μοναδικός και είναι δύσκολο να μετρήσεις πώς θα λειτουργήσει μέχρι να βρεθείς πραγματικά μέσα σε αυτόν και να ξεκινήσει η περφόρμανς.

Υπάρχουν ορισμένοι χώροι οι οποίοι νομίζεις ότι θα είναι υπέροχοι αλλά που τελικά αποδεικνύονται όχι και τόσο σπουδαίοι, και το αντίστροφο.

Και πάλι, υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις, αλλά γενικά δε μου αρέσει να εμφανίζομαι σε μπαρ και κλαμπ.

Απλώς δεν είναι οι κατάλληλοι χώροι για τη μουσική που μου αρέσει να δημιουργώ, και ποτέ δε μου επιτρέπουν να είμαι πλήρως παρούσα όταν εμφανίζομαι, κάτι το οποίο προφανώς επηρεάζει και τη μουσική.

Η Λένα Πλάτωνος, πρωτοπόρος της σύγχρονης ελληνικής ηλεκτρονικής μουσικής σκηνής, επιβεβαιώνει σε συνέντευξή της Ιούλιο του 2008 την πεποίθησή της πως «Η μουσική του μέλλοντος είναι η ηλεκτρονική».

Συμμερίζεσαι τη βεβαιότητά της;

Όχι, δεν μπορώ να πω ότι νιώθω έτσι, αλλά όχι επειδή πιστεύω πως το μέλλον της μουσικής «δεν» είναι ηλεκτρονικό ή είναι κάποιο άλλο συγκεκριμένο δυαδικό σχήμα.

Μου φαίνεται λίγο περίεργο στην πραγματικότητα το γεγονός ότι υπάρχει τόσος διαχωρισμός μεταξύ της ακουστικής και της ηλεκτρονικής μουσικής και των αντίστοιχων οργάνων.

Για μένα, καθεμιά κάνει διαφορετικά πράγματα και καθεμιά έχει τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας, καθώς και τους δικούς της περιορισμούς, τόσο τους καλούς όσο και τους κακούς,

Οπότε νομίζω πως το ζήτημα απλώς αφορά στην εύρεση της σωστής μορφής άρθρωσης για το μήνυμα που μεταφέρεται.

Άλλες φορές αυτή η φόμα θα είναι η ηλεκτρονική μουσική, άλλες φορές όχι, τις περισσότερες φορές θα είναι κάποιο μίγμα και των δύο, και όλες οι περιπτώσεις έχουν νόημα.

Η συνθετική μου διαδικασία είναι ηλεκτρονική, με την έννοια ότι εργάζομαι από μια ηλεκτροακουστική/προσανατολισμένη στο στούντιο οπτική γωνία πολλές φορές, ακόμα κι όταν δουλεύω εξ ολοκλήρου με ακουστικά όργανα.

Για να είμαι ειλικρινής, όμως, τα τελευταία δέκα χρόνια έχω βρει πολύ περισσότερη έμπνευση δουλεύοντας με ακουστικά όργανα παρά με ηλεκτρονικά.

Οι μόνες εξαιρέσεις είναι ίσως το Mellotron και το όργανο Hammond B3: βρίσκω και τα δύο απείρως συναρπαστικά.

Αυτό δεν έχει και τόση σημασία όμως, και είμαι σίγουρη πως θα αλλάξει σε διαφορετικά σημεία της ζωής μου,

Το θέμα, ωστόσο, παραμένει ότι μου φαίνεται περίεργο που έχουμε την τάση να προβαίνουμε σε τόσο έντονες διακρίσεις και κρίσεις σχετικά με τη δημιουργία ακουστικής έναντι της ηλεκτρονικής μουσικής.

Δεν τις βλέπω ως τόσο ξεχωριστές και αντιθετικές.

Σε κάθε περίπτωση, ποιο είναι το όραμά σου για την ηλεκτρονική μουσική του -εγγύς- μέλλοντος και την τέχνη γενικότερα, ειδικά με την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Δε σκέφτομαι με όρους ηλεκτρονικής ή ακουστικής μουσικής, παρά μόνο ίσως με έναν δομικό ή ιδιωματικό τρόπο, όπως στη διαφορά μεταξύ της «ηλεκτρονικής» και της «ακουστικής» εργασίας, οι οποίες είναι ενδιαφέρουσες παραλλαγές.

Δε σκέφτομαι τόσο πολύ το μέλλον της «ηλεκτρονικής» μουσικής όσο απλώς το μέλλον της μουσικής και της τέχνης, οι οποίες μοιάζουν συνδεδεμένες και με τις δύο χωρίς να χρειάζεται να κάνω μια επίσημη διάκριση.

Οπότε ναι, δε βλέπω κάποια διάκριση, αλλά μάλλον και οι δύο υπάρχουν σε ένα ευρύτερο φάσμα ηχητικής εμπειρίας και αλληλεπιδρούν συνεχώς.

Προσωπικά, δε βλέπω καμία αξία στην τέχνη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ίσως αυτή να είναι μια ισχυρή και ίσως αφελής άποψη, αλλά το εννοώ.

Η τέχνη και οι καλλιτέχνες είναι ήδη τόσο υποτιμημένοι στην κοινωνία μας και απλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ενθουσιαστώ ποτέ με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις στην ανθρώπινη εμπειρία, και ακόμη και τα πιο ακατάστατα κομμάτια είναι πολύτιμα.

Πώς βλέπεις τον εαυτό σου ως δημιουργικό άτομο στο πλαίσιο της μουσικής του μέλλοντος; Νιώθεις μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας μουσικών;

Μου αρέσει να το πιστεύω, σίγουρα.

Υπάρχουν ασφαλώς πολλές διαφορές απόψεων και προσεγγίσεων, αλλά μου αρέσει να πιστεύω ότι όλοι θέλουμε το καλύτερο ο ένας για τον άλλον και πως έχουμε μια συνολική αίσθηση ευημερίας για αυτό το οποίο κάνουμε στο μυαλό μας.

Βλέπω τον εαυτό μου να εργάζομαι σε ένα συγκεκριμένο είδος γενεαλογίας. Η πορεία του αμερικανικού μινιμαλισμού μου φαίνεται ουσιαστική και αυτό πάντα με βολεύει τόσο φιλοσοφικά όσο και δημιουργικά.

Αλλά μου αρέσει επίσης να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως μέλος μιας μεγαλύτερης κοινότητας πειραματικών μουσικών που όλοι ασχολούνται με τα ίδια ζητήματα, τόσο μουσικά όσο και οικονομικά, όλοι παρακινημένοι από την επιθυμία και τον σεβασμό για τα ίδια είδη ουσιαστικών εμπειριών.

Και, τέλος, ποιες πτυχές της δουλειάς σου σκοπεύεις να αναδείξεις στο πολυαναμενόμενo double bill σου με την Kara-Lis Coverdale στην Αθήνα την Τρίτη 7 Οκτωβρίου;

Για τη συναυλία του Οκτωβρίου, θα παίξω σε ένα όργανο Hammond B3.

Όλες οι πτυχές της δουλειάς μου επηρεάζονται από οτιδήποτε κάνω με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επομένως δε θα έλεγα πως αυτή η συναυλία θα είναι εννοιολογικά διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη.

Αλλά το όργανο είναι πολύ ιδιαίτερο και έχει μια υπέροχη ακουστική παρουσία λόγω των περιστρεφόμενων κόρνων του ηχείου Leslie το οποίο το συνοδεύει.

Το ηχείο αλλάζει τον ήχο με έναν μοναδικό τρόπο, έτσι ώστε να επηρεάζεται ο συνολικός ήχος του οργάνου, και αυτό μπορείς να το αντιληφθείς στις ηχογραφήσεις.

Όταν, όμως, το ηχείο λειτουργεί σε έναν ακουστικό χώρο, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, οπότε είμαι ενθουσιασμένη που το ακούω αυτό η ίδια και το φέρνω στο κοινό.

Η Sarah Davachi και η Kara-Lis Coverdale εμφανίζονται την Τρίτη 7 Οκτωβρίου στο Gazarte - Main Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) στις 21:30 σε ένα μοναδικό double bill. Τη συναυλία ανοίγουν οι Bethnal Greener. Διοργάνωση: ΠΩΡΩΣΗ.



Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

Λετισιά Κολομπανί: «Δεν πιστεύω στον πόλεμο ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες»

 


Σκηνοθέτρια, συγγραφέας και ηθοποιός, η Γαλλίδα Λετισιά Κολομπανί συνυφαίνει με την συγκινητική ταινία Η πλεξούδα, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημά της, τρεις ιστορίες γυναικείας χειραφέτησης σε τρεις ηπείρους.

Μια εκτενής συνομιλία με την Λετισιά Κολομπανί με αφορμή την κυκλοφορία του φιλμ στους κινηματογράφους από τις 19 Σεπτεμβρίου.

Η δικηγόρος Σάρα, μια από τις ηρωίδες του βιβλίου και της ταινίας Η πλεξούδα, υποφέρει, ανάμεσα στα άλλα, από ένα «burnout». Όντας πολυάσχολος άνθρωπος κι εσύ, πώς καταφέρνεις να μην πέφτεις στην ίδια παγίδα;

Είμαι συγγραφέας, γυναίκα και μητέρα, αλλά διάγω μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή. Η ζωή του σπιτιού είναι η πραγματική.

Η συγγραφή είναι σαν μια νοερή δεύτερη ζωή μου, στο πλαίσιο της οποίας φαντάζομαι τους χαρακτήρες μου. Την προγραμματίζω με πολλή ακρίβεια.

To ζήτημα είναι απλώς να βρίσκω την σωστή ισορροπία.

Μερικές φορές κάτι τέτοιο είναι δύσκολο για εμάς τις γυναίκες, καθώς κουβαλάμε πολλά στους ώμους μας. Μπορώ, επομένως, να καταλάβω την Σάρα που πάντα έχει τόσα στο κεφάλι της και δυσκολεύεται να βρει αυτήν την ισορροπία.

Μια ισορροπία η οποία συχνά καταλύεται.

Είναι σαν να βιώνει διαφορετικές ζωές -την οικογενειακή και την επαγγελματική- μέσα στην ίδια ημέρα. Πρόκειται, για μένα, για την πρόκληση της σύγχρονης γυναίκας.

Σε ποιον βαθμό, όμως, αξίζει να θέτεις την ψυχοσωματική σου υγεία σε κίνδυνο, προκειμένου να πετύχεις στόχους που μπορεί να είναι κοινωνικά επιβεβλημένοι;

Είναι πολύ ανθρώπινο να θέλεις τα πάντα. Όλοι θέλουν να πετύχουν στην επαγγελματική τους ζωή, αλλά και να βρουν την αγάπη. Γιατί όχι;

Eφόσον τα καταφέρνεις χωρίς να θυσιάζεις την υγεία σου, δεν έχω αντίρρηση.

Ας περάσουμε, ωστόσο, στο βιβλίο και την ταινία, που εκτυλίσσονται σε τρία διαφορετικά πολιτισμικά και ταξικά περιβάλλοντα. Επέλεξες τα συγκεκριμένα επειδή σου ήταν περισσότερο οικεία ή επειδή ήθελες να τα εξερευνήσεις;

Ήμουν ήδη εξοικειωμένη με την κουλτούρα της Ινδίας, της Ιταλίας και του Καναδά.

Λατρεύω το ταξίδι κι έχω υπάρξει τυχερή γιατί έχω ταξιδέψει πολύ στην ζωή μου. Έχω, εξάλλου, περάσει πολύ καιρό στην Ινδία, για την κοινωνία της οποίας ήμουν πολύ περίεργη και ήθελα να μάθω περισσότερα, ιδίως για την κάστα των Ανέγγιχτων.

Δεν υπάρχει άλλη κοινωνία σαν την ινδική στον κόσμο: είναι πολύ συγκεκριμένη, πολύ παραδοσιακή και διαχωρισμένη σε κάστες, κάτι που δε συμβαίνει στην Ευρώπη.

Η πρώτη χώρα η οποία ήταν στο μυαλό μου ήταν, επομένως, η Ινδία. Ήξερα πως η ιστορία θα ξεκινούσε από εκεί.

Η ιταλική κουλτούρα, από την άλλη, είναι πολύ κοντά στην γαλλική, και ταυτόχρονα παραμένει παραδοσιακή και πολύ πατριαρχική, ιδίως στο νότιο τμήμα της. Η θρησκεία είναι, επίσης, πολύ σημαντική στην Ιταλία. Όπως και στην Ινδία.




Κι ο Καναδάς;

Η ιστορία που εκτυλίσσεται εκεί θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στις Η.Π.Α. ή και στην Γαλλία.

Επέλεξα, όμως, τον Καναδά γιατί, όπως η Σάρα είναι διχασμένη ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή της ζωή, έτσι κι εκείνος είναι, με την σειρά του, διχασμένος ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και την βορειοαμερικανική κουλτούρα.

Πρόκειται για δύο κόσμους σε έναν. Το βλέπεις αυτό όταν επισκεφτείς τον Καναδά. Έχω περάσει πολλές διακοπές μου στο Μόντρεαλ, ο πατέρας μου ζούσε εκεί κατά το παρελθόν.

Σε ποιο στάδιο της συγγραφικής διαδικασίας και, κατόπιν, της διαδικασίας των γυρισμάτων εμφανίστηκε το αφηγηματικό εύρημα της πλεξούδας; Ή αυτό προηγήθηκε των επιμέρους ιστοριών;

Από την αρχή ήξερα ότι το βιβλίο θα ήταν διαρθρωμένο σε τρία μέρη. Διερωτώμουν απλώς ποια θα ήταν η ακριβής δομή του.

Κατέληξα στο συμπέρασμα πως θα ήταν πιο ενδιαφέρον να συνυφάνω τις επιμέρους ιστορίες, γιατί έτσι θα τις έφερνα πιο κοντά.

Αν τις αφηγούμουν παράλληλα, θα υπονοούσα απλώς ότι συνδέονται, αν και οι τρεις χαρακτήρες δε μοιάζουν να έχουν κάτι κοινό.

Αν, όμως, μπορούσα να συνυφάνω τις ζωές τους αφηγηματικά, θα σήμαινε πως υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ των τριών γυναικών.

Είναι πολύ γενναίες και ανθεκτικές, ποθούν και μπορούν να κάνουν την ζωή τους καλύτερη, νομίζω. Και είναι διατεθειμένες να πολεμήσουν γι’ αυτόν τον σκοπό.

Δε φοβάσαι να αποτυπώσεις και την ευθραυστότητά τους. Είναι φορές που μοιάζουν τσακισμένες, και ως θεατής -ή αναγνώστης- δε γνωρίζεις τι θα επακολουθήσει.

Μπορεί να είσαι τσακισμένη και ταυτόχρονα πολύ δυνατή. Κανένας δεν είναι υπεράνθρωπος. Έτσι είναι η ζωή. Και ό,τι συμβαίνει στους τρεις χαρακτήρες μετασχηματίζει τις ζωές τους.

Ήθελα θεατές και αναγνώστες να μπορούν να ταυτιστούν με αυτές και να τις κατανοήσουν.  Κι εγώ η ίδια υπάρχουν μέρες κατά τις οποίες νιώθω πολύ ευάλωτη κι άλλες που νιώθω πολύ δυνατή.

Στο τέλος, όμως, και οι τρεις τους θα πετύχουν. Αυτήν την ελπίδα ήθελα να αναδείξω, εν μέσω της δύσκολης μάχης τους.

Σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες ταινίες σκηνοθετημένες από γυναίκες ή/και φεμινιστικές, η αποτύπωση των αντρών στην Πλεξούδα είναι κάπως ασυνήθιστη.

Αν και ο φιλμικός χρόνος των αντρικών χαρακτήρων είναι μικρότερος σε σχέση με εκείνο των γυναικείων, ως επί το πλείστον μοιάζουν πολύ υποστηρικτικοί στις συζύγους ή τις πρώην συζύγους τους. Γιατί προέβης στην συγκεκριμένη επιλογή;

Δεν πιστεύω στον πόλεμο ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες. Όλες και όλοι πρέπει να παλεύουμε για έναν καλύτερο κόσμο, με περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα.

Ο μεγαλύτερος εχθρός των γυναικών δεν είναι οι άντρες, αλλά η κοινωνία και οι παραδόσεις.

Η Σμίτα, για παράδειγμα, παλεύει ενάντια στις παραδόσεις. Το ίδιο και η Τζούλια. Ακόμα και η Σάρα, με τον τρόπο της.

Παλεύει ενάντια στις εταιρικές «παραδόσεις», την εταιρική «ηθική».

Δεν ήθελα, όμως, να γράψω μια μανιχαϊστική ιστορία.

Ήθελα να δείξω πως υπάρχουν άντρες οι οποίοι αγαπούν τις γυναίκες και θέλουν να παλέψουν μαζί τους. Μ’ ενδιαφέρουν πολύ τέτοιοι αντρικοί χαρακτήρες. Έχω τέτοιους άντρες γύρω μου και τους αγαπώ.

Ασφαλώς, η Πλεξούδα είναι ένα φεμινιστικό φιλμ, επειδή θέλω να μιλήσω για τα δικαιώματα των γυναικών. Κι εγώ γυναίκα είμαι κι έχω ένα κοριτσάκι.




Όπως δε φοβάσαι την ανάδειξη της πολυπλοκότητας των χαρακτήρων, έτσι δε φοβάσαι και το δράμα - ακόμα και το μελόδραμα, σε «σωστές» δόσεις. Δεν «εκβιάζεις», όμως, συναισθήματα.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση σου με το μελόδραμα ως καλλιτέχνις;

Ενδιαφέρουσα ερώτηση.

Έχει και πάλι να κάνει με την εύρεση της σωστής ισορροπίας, του σωστού τόνου. Δεν είναι εύκολο. Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων αναρωτιόμουν αν θα έπρεπε να εμβαθύνω στο συναισθηματικό μονοπάτι που υπήρχε στο βιβλίο χωρίς να το προδώσω.

Συζητήσαμε σχετικά με τον Ludovico Einaudi, τον συνθέτη της μουσικής, και με τους παραγωγούς, καθώς η μουσική ασφαλώς μεταδίδει συναισθήματα.

Επειδή επιθυμούσα το τελευταίο μέρος της ταινίας να είναι οικουμενικό και με έντονη οπτική διάσταση, χωρίς διαλόγους, η μουσική θα διαδραμάτιζε πολύ σημαντικό ρόλο.

Το συζητήσαμε και με τις ηθοποιούς. Συνολικά, η «αλχημεία» ήταν πολύ λεπτή.

Απέφυγες επιτυχώς και την εξωτικοποίηση ή την στερεοτυπική αποτύπωση κάποιων χαρακτήρων, ιδίως των πολιτισμικά «άλλων». Πώς το κατάφερες;

Έπρεπε να διαλέξω τα «όπλα» μου.

Ως χαρακτήρας του βιβλίου, η Σάρα, για παράδειγμα, είναι πολύ μοναχική. Στην κινηματογραφική απόδοση του χαρακτήρα της έπρεπε να δείξω την συναισθηματική της κατάσταση.

Γι’ αυτό κι επέλεξα να συνθέσω διάφορους χαρακτήρες γύρω της με τους οποίους η ίδια θα αλληλεπιδρούσε. Έτσι, εστίασα την προσοχή μου στα παιδιά της, τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο. Όπως και το κοριτσάκι της Σμίτα.

Ο δεσμός μητέρας-παιδιού είναι ουσιώδης - τόσο στο φιλμ όσο και στην προσωπική μου ζωή.

Είσαι η συγγραφέας και η σκηνοθέτρια της Πλεξούδας.

Υπήρξαν στιγμές πριν την έναρξη της διαδικασίας των γυρισμάτων κατά τις οποίες διατηρούσες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο ήσουν ο κατάλληλος άνθρωπος για να διασκευάσει το βιβλίο για την μεγάλη οθόνη;

Ήμουν σκηνοθέτρια πριν γίνω συγγραφέας.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, πολλοί παραγωγοί επικοινώνησαν μαζί μου και μου πρότειναν, με πολλή φυσικότητα, να το σκηνοθετήσω.

Όταν το έγραφα, ωστόσο, ποτέ δεν είχα θεωρήσει πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ταινία. Πίστευα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ ακριβό και περίπλοκο.

Οπότε, όταν μου έγινε η πρόταση, δεν ήμουν καθόλου έτοιμη. Δεν αισθανόμουν σιγουριά για τις ίδιες μου τις ικανότητες ως σκηνοθέτριας. Σκέφτηκα, λοιπόν, να αναθέσω την διαδικασία σε κάποιον άλλο.




Ταυτόχρονα, όταν έγραφα το βιβλίο σκεφτόμουν ως σκηνοθέτρια. Μπορούσα να δω τις σκηνές και τους χαρακτήρες, ν’ ακούσω την μουσική. Ως συγγραφέας, είμαι πολύ επηρεασμένη από το κινηματογραφικό μου υπόβαθρο.

«Πώς θα αντιδρούσα ως σκηνοθέτρια παρακολουθώντας την κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου μου από έναν άλλο σκηνοθέτη;» αναρωτήθηκα, όμως.

Διασκευή σημαίνει επιλογή, και μερικές φορές μπορεί να αισθάνεσαι προδομένη από αυτήν. Θα μπορούσα, άρα, να νιώσω προδομένη. Το ίδιο και οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες μου.

Η μόνη λύση που απέμενε, επομένως, ήταν να γυρίσω εγώ την ταινία. Αλλά ήμουν τρομαγμένη.

«Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να το κάνει με τον τρόπο του», μου είπε η μητέρα μου. «Αν δεν το κάνεις εσύ, μια μέρα θα το μετανιώσεις», μου είπε ο σύζυγός μου. Κι έτσι το έκανα.

Δεν το μετάνιωσα, γιατί ήταν μαγικό για μένα βρίσκομαι στο πλατώ και σε τρεις χώρες, ενώ η κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου ήταν πιστή στην ουσία του -που ήταν και ο στόχος μου- και ταυτόχρονα στο όραμά μου.

Ελπίζω περισσότεροι άνθρωποι να αισθανθούν την ανάγκη να διαβάσουν το βιβλίο σου έχοντας παρακολουθήσει το φιλμ.

Το ελπίζω κι εγώ.

Στην Γαλλία, πάντως, πολλοί άνθρωποι είδαν την ταινία και μετά αγόρασαν το βιβλίο. Καθετί που ωθεί κάποιον ν’ αγοράσει ένα βιβλίο είναι καλό! (Γέλιο).

Ευχαριστώ θερμά τον Martin Sultan (VMA) για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και την Λετισιά Κολομπανί για τον χρόνο της και για την παραχώρηση της φωτογραφίας της που συνοδεύει το κείμενο.

Η ταινία της Λετισιά Κολομπανί, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της ίδιας, Η πλεξούδα, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Σεπτεμβρίου σε διανομή της Rosebud.21