Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεμινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεμινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ντάλια δε λα Σέρδα: «Η επανάστασή μου ήταν πάντα να παραμένω ζωντανή»

 


Συγγραφέας και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, η Μεξικανή Ντάλια δε λα Σέρδα εισέρχεται δυναμικά στο λογοτεχνικό προσκήνιο με τη συλλογή διηγημάτων της, Αδέσποτες Σκύλες, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

Πρωταγωνίστριές της, Μεξικανές εγκλωβισμένες στον κύκλο της πολιτικής βίας, ως θύματα και θύτριες. Μια χειμαρρώδης συζήτηση με την συγγραφέα.

Σε ποιον βαθμό οι καταβολές σου από την εργατική τάξη και η ζωή σου στο περιθώριο σε έχουν διαμορφώσει ως ακτιβίστρια, συγγραφέα και άνθρωπο;

Οι καταβολές μου και το γεγονός ότι έζησα στο περιθώριο έχουν διαμορφώσει απολύτως όλα όσα κάνω.

Οι πολιτικές και λογοτεχνικές μου δεσμεύσεις είναι βαθιά διατομεακές όσον αφορά στην τάξη και τη φυλή, και ο ακτιβισμός μου διαμορφώνεται από αυτήν τη βιωμένη εμπειρία.

Η επανάστασή μου ήταν πάντα να παραμένω ζωντανή.

Όχι ως μεταφορά για τον κίνδυνο τού να είσαι γυναίκα στο Μεξικό -επειδή δεν αντιμετωπίζουν όλες οι γυναίκες το ίδιο επίπεδο κινδύνου-, αλλά επειδή έχω σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και αυτοκτονικό ιδεασμό από την παιδική μου ηλικία.

Οι γυναίκες που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο στο Μεξικό είναι συνήθως οι πιο επισφαλείς και φυλετικοποιημένες:

Γυναίκες που πρέπει να εργάζονται τη νύχτα ή την αυγή, γυναίκες χωρίς δίκτυα υποστήριξης, γυναίκες που παραμένουν σε κακοποιητικές σχέσεις, γυναίκες των οποίων η οικονομική ευαλωτότητα τις εκθέτει σε βία.

Δε βρίσκομαι σε αυτήν την κατάσταση. Δε βιώνω ενδοοικογενειακή βία, η μητέρα μου μένει στον κάτω όροφο, έχω ισχυρούς κύκλους υποστήριξης και δε χρειάζεται να εργάζομαι σε επικίνδυνες ώρες.

Αυτό που αντιμετωπίζω είναι το δημόσιο μίσος. Η λογοτεχνική μου επιτυχία, οι πολιτικές μου απόψεις και το γεγονός ότι γράφω από και για την εργατική τάξη έχουν δημιουργήσει τόσο αγάπη, όσο και μεγάλη εχθρότητα.

Και στο Μεξικό, το να είσαι μια πολιτικά αθυρόστομη γυναίκα -ειδικά μια γυναίκα η οποία γράφει για την κοινωνική τάξη, τη φυλή, τις αμβλώσεις, τη μετανάστευση και τον φεμινισμό- σημαίνει πως είσαι συνεχώς εκτεθειμένη σε εχθρότητα.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι επιθυμούν ανοιχτά τον θάνατό μου. Το να παραμείνω ζωντανή είναι, επομένως, και μια πολιτική πράξη· είναι σαν να αρνούμαι να εξαφανιστώ για να ικανοποιήσω όσους θέλουν να φιμωθεί η φωνή μου.

Πώς ορίζεις τη «λογοτεχνία της εργατικής τάξης» στο Μεξικό σήμερα;

Είναι δύσκολο να οριστεί, επειδή το Μεξικό έχει μακρά Ιστορία στη λογοτεχνία για την εργατική τάξη, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της έχει γραφτεί με ένα εξωτερικό, μερικές φορές εξωτικοποιημένο βλέμμα - ένα είδος λογοτεχνικού σαφάρι.

Συγγραφείς από μεσαία ή ανώτερα κοινωνικά στρώματα επισκέπτονται περιβάλλοντα εργατικής τάξης, καταναλώνουν αυτές τις εμπειρίες και στη συνέχεια τις παρουσιάζουν στη λογοτεχνία. Άλλοτε το κάνουν καλά, άλλοτε όχι και τόσο.

Για μένα, αυτό που εξακολουθεί να λείπει είναι η λογοτεχνία δημιουργημένη από τους ίδιους τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, γραμμένη από τη δική τους βιωματική εμπειρία.

Αυτό παραμένει σπάνιο στο Μεξικό, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι με πρόσβαση σε εκδόσεις προέρχονται από πιο προνομιούχες τάξεις.

Η μεξικανική λογοτεχνία εξακολουθεί να οφείλει χώρο στις φωνές της εργατικής τάξης να μιλήσουν για τον εαυτό τους.

Συνίδρυσες τη φεμινιστική οργάνωση Morras Help Morras. Μπορείς να μου πεις περισσότερα γι αυτήν την οργάνωση και για το τι έχει πετύχει μέχρι στιγμής;

Αρχίσαμε να εργαζόμαστε κρυφά γύρω στο 2012-2013 και το 2014 αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε δημόσια το όνομα Morras Help Morras.

Συνοδεύσαμε γυναίκες σε αμβλώσεις σε πολιτείες όπου η άμβλωση εξακολουθούσε να ποινικοποιείται.

«Παράνομη» δε σημαίνει μη ασφαλής: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ταξινομεί τις αμβλώσεις ως ασφαλείς, λιγότερο ασφαλείς ή μη ασφαλείς, και μια παράνομη έκτρωση μπορεί να είναι απολύτως ασφαλής εάν ακολουθηθεί το σωστό πρωτόκολλο.

Επί χρόνια αντιμετωπίζαμε πολιτικές διώξεις, επιθέσεις από συντηρητικές ομάδες, ακόμη και αντίσταση από ορισμένους φεμινιστικούς τομείς που αντιτίθεντο στις δημόσιες συζητήσεις σχετικά με τον ασφαλή τρόπο χρήσης της μισοπροστόλης, η οποία είναι ένα μη συνταγογραφούμενο φάρμακο στο Μεξικό.

Τι έχουμε καταφέρει;

- Έχουμε συνοδεύσει χιλιάδες γυναίκες και έγκυες, σε 5 έως 10 επεμβάσεις την ημέρα, χωρίς σοβαρές επιπλοκές

- Συνεισφέραμε στην αποποινικοποίηση των αμβλώσεων στο Αγουασκαλιέντες, όπου ζούμε και εργαζόμαστε.

- Αμφισβητήσαμε τα ταξικά και ρατσιστικά επιχειρήματα στο πλαίσιο του κυρίαρχου φεμινιστικού λόγου, ειδικά εκείνα τα οποία παρουσιάζουν την άμβλωση ως μορφή κοινωνικής εκκαθάρισης.

Ο ακτιβισμός μας διαμορφώνεται βαθιά από την κοινωνική και φυλετική τάξη.

Εργαζόμαστε σε ιδιαίτερα περιθωριοποιημένες γειτονιές όπου η άμβλωση συχνά στιγματίζεται και υποστηρίζουμε μια προσέγγιση η οποία σέβεται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του κυοφορούντος ατόμου.

Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση των αμβλώσεων στο Μεξικό - από νομικής, πολιτικής και κοινωνικής άποψης;

Η άμβλωση είναι πλέον νόμιμη σε όλο σχεδόν το Μεξικό μέχρι τη δωδέκατη εβδομάδα της κύησης, και είναι δωρεάν.

Υπάρχουν ακόμη ηθικά εμπόδια σε ορισμένα νοσοκομεία, αλλά δεν υπάρχει πλέον ποινικοποίηση για τις γυναίκες που κάνουν έκτρωση ή για εκείνες που τις συνοδεύουν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι η ποινικοποίηση της άμβλωσης είναι αντισυνταγματική.

Αν και η νομοθεσία του Μεξικού δεν είναι η πιο εκτεταμένη -θα προτιμούσα ένα μοντέλο πιο κοντά στο μοντέλο της Κολομβίας, όπου η έκτρωση είναι νόμιμη έως την 22η εβδομάδα-, η πρόσβαση στο Μεξικό είναι ευρεία, τα δίκτυα υποστήριξης ισχυρά και το κοινωνικό στίγμα μειώνεται.

Η έκτρωση έχει γίνει ένα φυσιολογικό μέρος των καθημερινών συζητήσεων.

Σε μια εποχή κυριαρχούμενη από διαφορετικές μορφές φονταμενταλισμού, ποιες θεωρείς πιο επικίνδυνες και γιατί;

Από την πολιτική μου σκοπιά -υποστηρίζοντας τη νόμιμη άμβλωση, τους νόμους για την ισότητα των φύλων, την ισότητα στον γάμο, τους νόμους για την ταυτότητα φύλου και τις μη επιθετικές πολιτικές μετανάστευσης- οι πιο επικίνδυνοι φονταμενταλισμοί στη Λατινική Αμερική είναι ο ιουδαιοχριστιανικός και η ακροδεξιά.

Μεγάλωσα σε χριστιανικό σπίτι, επομένως γνωρίζω την τεράστια επιρροή που έχουν αυτοί οι θρησκευτικοί θεσμοί.

Αν και το Μεξικό είναι συνταγματικά ένα κοσμικό κράτος και τα μέλη του κλήρου υποτίθεται ότι δεν παρεμβαίνουν σε πολιτικά ζητήματα, στην πραγματικότητα το κάνουν συχνά.

Στη Βραζιλία, οι Προτεστάντες πάστορες έκαναν ανοιχτά εκστρατεία υπέρ του Μπολσονάρου.

Στο Μεξικό, οι ιερείς δίνουν τακτικά οδηγίες στους ανθρώπους να ψηφίζουν υποψηφίους οι οποίοι υπερασπίζονται τις «οικογενειακές αξίες».

Αυτό το επίπεδο πολιτικής επιρροής καθιστά τους συγκεκριμένους φονταμενταλισμούς ιδιαίτερα επικίνδυνους.

Η συλλογή διηγημάτων Αδέσποτες Σκύλες αφηγείται τις ιστορίες διαφορετικών γυναικών. Τι σε γοητεύει περισσότερο στη φόρμα του διηγήματος;

Ερωτεύτηκα τη φόρμα του διηγήματος από ανάγκη.

Για πολλά χρόνια είχα τρεις ή τέσσερις δουλειές ταυτόχρονα:

Υπάλληλος σε τηλεφωνικό κέντρο, πωλήτρια σε υπαίθρια αγορά, πωλήτρια προϊόντων καταλόγου, εργαζόμενη σε μπαρ και αργότερα σε γραφείο σύνταξης εφημερίδας. Είχα πολύ λίγο χρόνο.

Το διήγημα μού επέτρεψε να γράψω ολοκληρωμένες αφηγήσεις σε 5 έως 20 σελίδες χωρίς την πίεση της δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου μυθιστορήματος 120 ή 130 σελίδων.

Μου επέτρεψε να αξιοποιήσω στο έπακρο τον λίγο χρόνο που είχα, ενώ παράλληλα ανέπτυσσα ένα λογοτεχνικό έργο.

Τι ενώνει αυτούς τους διαφορετικούς γυναικείους χαρακτήρες, πέρα ​​από την επιθυμία τους να επιβιώσουν σε έναν ασφυκτικό πατριαρχικό κόσμο;

Αυτό που τις ενώνει είναι πως είναι πιο ισχυρές από την πατριαρχική, ρατσιστική και καπιταλιστική βία η οποία τις περιβάλλει. Δεν επιβιώνουν μόνο από αυτήν τη βία - πολλές από αυτές την ξεπερνούν, της αντιστέκονται ή τη μεταμορφώνουν.

Οι χαρακτήρες πεθαίνουν, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Ήθελα να στείλω αυτό το μήνυμα: στο Μεξικό, η βία δε χρειάζεται να καθορίζει το πεπρωμένο μας.

Οι Μεξικανές αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό, τις ταξικές διακρίσεις, την πατριαρχία και τον καπιταλισμό καθημερινά με όποιους πόρους έχουν στη διάθεσή τους.

«Το να είσαι γυναίκα είναι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης», λέει μια αφηγήτρια. Με ποια έννοια;

Όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο πριν από δέκα χρόνια (σημ.: η συνέντευξη δόθηκε τον Δεκέμβριο του 2025), η κύρια ανησυχία μου ήταν η γυναικοκτονία στην ερωτική ζωή.

Στο Μεξικό, επτά έως έντεκα γυναίκες σκοτώνονται καθημερινά και η συντριπτική πλειοψηφία δε σκοτώνεται σε ένοπλες συγκρούσεις, αλλά από συντρόφους -ή πρώην συντρόφους-, άντρες που κάποτε έλεγαν: «Σ’ αγαπώ».

Εκείνη την εποχή, το να είσαι γυναίκα έμοιαζε με κατάσταση έκτακτης ανάγκης, επειδή ούτε καν το σπίτι σου, ούτε το άτομο που ισχυρίζεται ότι σε αγαπάει, δεν εγγυώνται ασφάλεια.

Σήμερα, εξακολουθώ να πιστεύω πως το να είσαι γυναίκα μπορεί να είναι επικίνδυνο, ειδικά όταν είσαι σε σχέση με έναν άντρα που δεν έχει συναισθηματικά εργαλεία ή βρίσκεται σε ευάλωτη συναισθηματική κατάσταση.

Αλλά αυτήν τη στιγμή στο Μεξικό, πιστεύω ότι η πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι το να είσαι ένας νεαρός, φυλετικοποιημένος, επισφαλής άνδρας, ο οποίος στατιστικά είναι αυτός που πεθαίνει μαζικά στον συνεχιζόμενο πόλεμο κράτους-καρτέλ.

Ο τίτλος σου αναφέρεται στον Ταραντίνο. Πόσο κοντά είσαι στον νεο-νουάρ κινηματογράφο και γιατί;

Λατρεύω τον βίαιο κινηματογράφο, τις ταινίες τρόμου και τα ακραία φιλμ.

Η οικογένειά μου δούλευε σε νυχτερινές βάρδιες σχεδόν όλη την παιδική μου ηλικία, οπότε συχνά περνούσα τις νύχτες μόνη.

Το να παρακολουθώ τις πιο ασεβείς, ενοχλητικές ταινίες που μπορούσα να βρω με βοήθησε να διαχειριστώ το άγχος μου. Μου αρέσουν επίσης οι ταινίες εκδίκησης και οι υπερβολικά βίαιες αφηγήσεις.

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναφορά στον Ταραντίνο δεν ήταν καλλιτεχνική. Ήταν τυχαία. Ενώ έγραφα το προσχέδιο για τις Αδέσποτες Σκύλες, ο σύζυγός μου έβλεπε το Reservoir Dogs. Μου άρεσε ο τίτλος και τον προσάρμοσα.

Αυτή είναι όλη η ιστορία.

Πότε -και πώς- θα σταματήσει το Μεξικό να είναι «ένα τέρας που καταβροχθίζει τις γυναίκες»;

Πιστεύω ότι το τέρας δεν καταβροχθίζει όλες τις γυναίκες εξίσου.

Καταβροχθίζει κυρίως γυναίκες οι οποίες έχουν καταστεί επισφαλείς, γυναίκες φυλειτικοποιημένες, χωρίς δίκτυα υποστήριξης, γυναίκες παγιδευμένες σε βίαιες σχέσεις ή σε οικονομικές συνθήκες που τις εκθέτουν σε βλάβη.

Για να διαλύσουμε αυτό το τέρας, χρειαζόμαστε διαρθρωτικές αλλαγές:

Αξιοπρεπή στέγαση. Μη επισφαλείς θέσεις εργασίας. Ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Προσιτή φροντίδα ψυχικής υγείας.

Κοινοτικά δίκτυα αρκετά ισχυρά για να βοηθήσουν τις γυναίκες να εγκαταλείψουν κακοποιητικές σχέσεις. Μη τιμωρητικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης.

Χρειαζόμαστε επίσης οι άνδρες να έχουν πρόσβαση σε εργαλεία συναισθηματικής ρύθμισης.

Ένας άντρας ο οποίος δεν μπορεί να διαχειριστεί την απογοήτευση, τον φόβο ή την εγκατάλειψή του είναι ένας άντρας σε κίνδυνο - για τον εαυτό του και άλλους.

Πιστεύω πράγματι ότι το Μεξικό μπορεί να πάψει να είναι αυτό το τέρας, αλλά όχι μέσω ηθικού διαλόγου.

Πρέπει να συμβεί μέσω της υλικής μεταμόρφωσης των συνθηκών που παράγουν βία.

Ευχαριστώ θερμά το τιμ των Εκδόσεων Carnívora για την πολύτιμη συνδρομή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης, και φυσικά την συγγραφέα για το φλογερό, ασυμβίβαστο πνεύμα της.

Η συλλογή διηγημάτων Αδέσποτες Σκύλες της Ντάλια δε λα Σέρδα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Carnívora σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη.




Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Chris Kraus: «Ο έρωτας οδηγεί σε κατάσταση επίγνωσης, αυτό απαιτεί και η συγγραφή»

 

Chris Kraus (Φωτογραφία: Clarissa Gallo)

Θολώνοντας παιχνιδιάρικα τα όρια μεταξύ (αυτο)μυθοπλασίας, κριτικής τέχνης σε δοκιμιακή μορφή και απομνημονευμάτων, το I Love Dick της Chris Kraus είναι ένα από τα μείζονα φεμινιστικά βιβλία των τελευταίων δεκαετιών.

Μια περιεκτική συνομιλία με την συγγραφέα με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματός της στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

«Κλασικό φεμινιστικό μυθιστόρημα» που θολώνει παιχνιδιάρικα τα όρια μεταξύ (αυτο)μυθοπλασίας, κριτικής τέχνης σε δοκιμιακή μορφή και απομνημονευμάτων, το I Love Dick είναι ένα απαιτητικό και προκλητικό ανάγνωσμα σε ίσο βαθμό.

Με ποια έννοια μπορεί να διαβαστεί/αξιολογηθεί ως «φεμινιστικό» μυθιστόρημα και ποια είναι τα καθοριστικά στοιχεία ενός φεμινιστικού μυθιστορήματος στις μέρες μας, κατά τη γνώμη σας;

Νομίζω ότι ταμπέλες όπως «φεμινιστικό» εφαρμόζονται στα έργα εκ των υστέρων και έχουν να κάνουν περισσότερο με την πολιτισμική ατμόσφαιρα στην οποία γεννιέται ένα έργο παρά με το ίδιο το έργο.

Προσωπικά αυτοπροσδιορίζομαι ως φεμινίστρια -και πολλά άλλα πράγματα επίσης- αλλά ποτέ δεν έθεσα ως στόχο να γράψω ένα «φεμινιστικό μυθιστόρημα».

Οι σύγχρονοι φεμινισμοί που με ενδιαφέρουν περισσότερο αυτήν τη στιγμή συνδέονται με άλλα ανθρωπιστικά ζητήματα - τη φροντίδα για το περιβάλλον, την αντίσταση στον εκφοβισμό και τον φασισμό, τη δικαιοσύνη και την ισότιμη πρόσβαση σε πόρους.

Τι ανακαλύπτετε για τον εαυτό σας ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο συνολικά στις «ρωγμές» μεταξύ των ειδών;

Kαι γιατί είναι απαραίτητο -ίσως αναπόφευκτο- να αψηφάτε/διαψεύδετε τις προσδοκίες των αναγνωστών/κριτικών που βασίζονται στο είδος;

Ως αναγνώστρια, πάντα με έλκυε η γραφή που αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο, τη μεγάλη εικόνα -κλασικοί συγγραφείς όπως ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο Μπαλζάκ, ο Προυστ- και το είδος της μυθοπλασίας που δημοσιεύουμε στο Semiotext(e) από συγγραφείς όπως η Κονστάνς Ντεμπρέ, ο Γκιγιόμ Νταστάν, η Κάθι Άκερ, η Αϊλίν Μάιλς.

H συγγραφέας είναι πολύ παρούσα ως αφηγήτρια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι το έργο είναι αυτοβιογραφικό. Ο κλειστός και στενός κόσμος της σύγχρονης λογοτεχνίας με θέμα το οικιακό δράμα δε φαίνεται τόσο ενδιαφέρων.

Ποιες είναι οι προκλήσεις και οι παγίδες της αυτομυθοπλασίας και πώς μπορεί ένας συγγραφέας -εσείς, στην περίπτωσή μας- να αξιοποιήσει στο έπακρο τις προκλήσεις χωρίς να πέσει στις παγίδες;

Η Κονστάνς Ντεμπρέ έχει δώσει μια εξαιρετική απάντηση σε αυτό το ερώτημα - έχει πει: «Πρέπει να είσαι ειλικρινής. Και μετά πρέπει να είσαι πιο ειλικρινής».

Υπάρχει πάντα μια αλήθεια πίσω από μια αλήθεια.

Το να γράφει κάποιος για την προσωπική του εμπειρία, αν φτάσει σε αυτόν τον πυρήνα της ειλικρίνειας, δεν είναι μονοδιάστατο. Γίνεται υποδειγματικό. Μια αντανάκλαση της πραγματικότητας που προκαλεί αναγνώριση από τον αναγνώστη.

Γινόμαστε οι άλλοι.

«Κάθε γράμμα είναι ένα ερωτικό γράμμα», η αφηγήτρια/εσείς ισχυρίζεται/ισχυρίζεστε στο I Love Dick. Γιατί;

Α, δεν το επινόησα εγώ. Αυτό είναι του Ζιλ Ντελέζ! Αλλά σκέψου το - υπάρχει κάτι τόσο οικείο, τόσο προσωπικό, σε αυτήν τη μορφή άμεσης απεύθυνσης, όπου ένα άτομο μιλάει μόνο σε ένα άλλο.

«Κατά μία έννοια, ο έρωτας είναι σαν το γράψιμο: ζεις σε μια κατάσταση τόσο οξυμμένη που η ακρίβεια και η επίγνωση είναι ζωτικές», συνεχίζει. Και παρακάτω, «Μέσα από τον έρωτα, μαθαίνω να σκέφτομαι».

Θα θέλατε να αναλύσετε περαιτέρω τη σύνδεση μεταξύ αγάπης, σκέψης και γραφής;

Λοιπόν, ίσως όχι όλα τα είδη αγάπης. Όχι τα βιώσιμα είδη αγάπης. Ήμουν σε κατάσταση παραληρήματος όταν το έγραψα αυτό.

Ο έρωτας οδηγεί σε μια αλλοιωμένη, επαυξημένη κατάσταση ανοιχτότητας και επίγνωσης, και νομίζω ότι αυτό απαιτεί και η συγγραφή.

To να ξεφεύγεις από την κοινοτοπία των καθημερινών ανησυχιών και να επικεντρώνεσαι πολύ πολύ έντονα σε κάτι μέχρι να φωτιστεί.

«Πολιτική σημαίνει να αποδέχεσαι ότι τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο», ισχυρίζεται. Πώς κάνετε προσωπικά πολιτική και πώς σχετίζεστε με την θεσμοθετημένη εκδοχή της;

Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Υποθέτω ότι η πιο αληθινή μου ενασχόληση με την πολιτική είναι ως συγγραφέας.

Το μυθιστόρημα που μόλις τελείωσα, The Four Spent the Day Together, ασχολείται με τον εκφυλισμό της εργατικής τάξης των Η.Π.Α. κατά την εποχή των γονιών μου σε μια μόνιμη κατώτερη τάξη.

Για να καταλάβω το γεγονός αυτό, παρακολούθησα μια υπόθεση δολοφονίας σε μια μικρή πόλη της βόρειας Μινεσότα, στην οποία εμπλέκονταν τρεις έφηβοι που είχαν κάνει χρήση μεθαμφεταμίνης.

Ο εθισμός είναι ένα τεράστιο πρόβλημα στις Η.Π.Α., ένα πολιτικό πρόβλημα το οποίο συνδέεται με την απελπισία.

Προσπαθώ να κατανοήσω την πολιτική εξετάζοντας κάτι μικρό και εύληπτο και στη συνέχεια προσπαθώντας να εντοπίσω τις αιτίες πίσω από αυτό. Αυτές οι αιτίες είναι σχεδόν πάντα πολιτικές.

«Ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει και γιατί; Αυτό είναι το μόνο ερώτημα», επισημαίνει. Έχετε βρει μια απάντηση;

Υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πληθώρα φωνών στις Η.Π.Α τώρα από ό,τι όταν έγραψα το βιβλίο πριν από τριάντα χρόνια. Ευτυχώς.

«Το διάβασμα τηρεί την υπόσχεση που εγείρει το σεξ αλλά σχεδόν ποτέ δεν καταφέρνει να εκπληρώσει: εκτείνει τον ορίζοντά σου επειδή μπαίνεις στη γλώσσα, στον ρυθμό, την καρδιά και το μυαλό ενός άλλου ανθρώπου», συμπεραίνει.

Τι απαιτείται για να γίνει κάποιος/κάποια καλός/καλή αναγνώστης/αναγνώστρια;

Την απόλυτη εμβύθιση!

Είναι ένα βιβλίο που δε σε ικανοποιεί εξίσου απογοητευτικό με μια σεξουαλική επαφή που δε σε γεμίζει;

Είναι πιο εύκολο να εγκαταλείψεις ένα απογοητευτικό βιβλίο, ωστόσο, από μια απογοητευτική σεξουαλική σχέση. Ένα βιβλίο δεν αντιμιλά.

«Η Κατάκτηση του Φόβου είναι σαν περφόρμανς», σημειώνει. Με ποια έννοια;

Χμμ. Δεν το θυμάμαι καν αυτό. Αλλά ίσως μιλούσα για μυθικούς ήρωες και αποστολές, την Οδύσσεια, τον Γκιλγκαμές, τις Επτά Νύφες για Επτά Αδέρφια;

«Η μεγαλύτερη ελευθερία στον κόσμο δεν είναι η ελευθερία να κάνεις λάθος;» αναρωτιέται. Πώς ορίζετε την ελευθερία σε έναν δομικά ανελεύθερο κόσμο;

Έχουμε όντως μικρούς θύλακες ελευθερίας, δε νομίζεις; Διαλογισμός, συγκέντρωση, φύση, ταινίες, σεξ και αθλήματα - το να χάνεσαι σε οτιδήποτε για λίγο.

«Η φιλόσοφος Λυς Ιριγκαρέ πιστεύει ότι δεν υπάρχει γυναικείο “Εγώ” στην υπάρχουσα (πατριαρχική) γλώσσα», υπογραμμίζει. Μέσω της δικιάς σας γραφής, έχετε κατορθώσει να «σμιλέψετε» ένα τέτοιο «Εγώ»;

Έτσι ελπίζω.

«Κάνοντας τη σούμα» (κινηματογράφος, συγγραφή, θέατρο, προσωπικές και άλλες σχέσεις), ποιο είναι το δικό σας ισοζύγιο; Αρκετά θετικό για να συνεχίζετε;

Υπάρχει πάντα κάτι να κάνεις.

Ευχαριστώ θερμά την Μαρία Ζαμπάρα (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το μυθιστόρημα της Chris Kraus I Love Dick κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση της Μαρίας Φακίνου.



Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Μπεατρίτσε Σαλβιόνι: «Όταν ασκείς τον φεμινισμό, οι ιστορίες που γράφεις είναι φεμινιστικές»

 

Μπεατρίτσε Σαλβιόνι (Φωτογραφία: Stefano Conte)

Μια ιστορία για τη φιλία, τη συντροφικότητα και τη γυναικεία χειραφέτηση, το Δε φοβάμαι τίποτα, μυθιστορηματικό ντεμπούτο της Ιταλίδας Μπεατρίτσε Σαλβιόνι, εκτυλίσσεται στη στιγματισμένη από τον φασισμό Ιταλία του Μεσοπολέμου.

Μια σε βάθος συζήτηση με την νεαρή συγγραφέα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά.

Αφιερώνεις το Δε φοβάμαι τίποτα, το καλοφτιαγμένο και πολλά υποσχόμενο μυθιστορηματικό ντεμπούτο σου, στο κοριτσάκι το οποίο ήσουν και «πρώτα απ' όλα σε όλους αυτούς που μου δίδαξαν ν’ ακούω πάντα τη φωνή του».

Ο «σπόρος» της αγάπης σου για την αφήγηση φυτεύτηκε στα παιδικά σου χρόνια; Ποιος σ’ έμαθε να εμπιστεύεσαι τη φωνή σου; Και δεδομένου ότι είσαι πολύ νέα, εμπιστεύεσαι πάντα αυτήν τη φωνή ή βιώνεις και αμφιβολίες/κάνεις αυτοκριτική;

Από παιδί μου άρεσαν ιστορίες μαγισσών, μυθιστορήματα γεμάτα κορίτσια που θεωρούνταν λανθασμένα, αποκλίνοντα, επικίνδυνα, που μπορούσαν να δουν αόρατα πλάσματα, να κλέβουν λέξεις από βιβλία, να ρίχνουν κατάρες.

Μερικές από τις πιο όμορφες παιδικές μου αναμνήσεις περιλαμβάνουν την αναζήτηση για κάτι νέο στην τοπική βιβλιοθήκη μου, την αίσθηση της ανακάλυψης και τη συνάντηση χαρακτήρων οι οποίες θα έμεναν μαζί μου για πάντα.

Φαντάσου ένα δεκάχρονο κορίτσι με σιδεράκια, ακατάστατα μαλλιά και τσιρότα στα γόνατά του, να φεύγει από τη βιβλιοθήκη, κάθε φορά, με μια στοίβα βιβλία πιο ψηλά απ’ το μπόι του. Εδώ είμαι.

Συχνά ήταν η μητέρα μου που με συνόδευε, περιμένοντας υπομονετικά. Ανέκαθεν είχα εμμονή να επινοώ κόσμους και ιστορίες, συχνά τις θεωρούσα καταφύγιο.

Είμαι ευγνώμων σε όλους όσους με ενθάρρυναν να συνεχίσω, μη θεωρώντας αυτά τα πάθη ως χάσιμο χρόνου ή ένα παιδιάστικο όνειρο.

Ο δεκάχρονος εαυτός μου με τον σωρό βιβλία του ήταν ίσως πιο σίγουρος. Σήμερα είμαι γεμάτη αμφιβολίες. Μιλώντας για το σύνδρομο απατεώνων!

Πολλοί συνάδελφοι συγγραφείς με τους οποίους έχω μιλήσει υποφέρουν από αυτό. Η λύση είναι να συνεχίσεις να γράφεις. Μετά θα δούμε αν θα περάσει.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα ντεμπούτα πρωτοεμφανιζόμενων μυθιστοριογράφων, το δικό σου δεν είναι αυτοβιογραφικό/αυτοαναφορικό, αλλά βαθιά ριζωμένο στην τραυματική ιστορία του Μεσοπολέμου στην Ιταλία.

Στο πλαίσιο αυτού εκτυλίσσεται, εξάλλου. Τι σημαίνει για σένα η συγκεκριμένη περίοδος;

Δεν κατάφερα ποτέ στη ζωή μου να κρατήσω ημερολόγιο. Όταν γράφω, δε μου αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου.

Υπάρχουν συγγραφείς που θαυμάζω πολύ και οι οποίοι, αντίθετα, καταφέρνουν να μετατρέψουν τις απολύτως προσωπικές εμπειρίες σε κάτι οικουμενικό. Δεν είναι για μένα.

Αν και, σε τελική ανάλυση, όπως λέει ο Chuck Palahniuk, η μεγάλη μου λογοτεχνική αγάπη από την εφηβεία μου, «Ό,τι γράφεις είναι ένα ημερολόγιο», με την έννοια πως αφορά σένα. Αναπόφευκτα.

Ακόμα κι όταν επινοείς χαρακτήρες, εσύ που γράφεις υπάρχεις σε όλους αυτούς.

Οπότε λίγο από εμένα υπάρχει στη Φραντσέσκα στην αίσθηση της παγιδευμένης από τις συμβάσεις μιας κοινωνίας η οποία την καταπιέζει.

Λίγο και στην Μανταλένα, στην επιθυμία της να υπάρχει ενάντια στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, με την εμμονή της στη σημασία των λέξεων.

Κατάλαβα ότι έπρεπε να τοποθετήσω αυτήν την ιστορία στη φασιστική περίοδο μόλις έγινε σαφής η επιθυμία των δύο πρωταγωνιστριών μου να προσπαθήσουν να κάνουν τη φωνή τους ν ακουστεί, να βρουν έναν χώρο για να υπάρξουν ελεύθερα στον κόσμο:

Η εικοσαετής φασιστική περίοδος γίνεται το αρχέτυπο του εμποδίου ενάντια στο οποίο πρέπει να επαναστατήσουμε, όλων των φασισμών του χθες και του σήμερα που προσπαθούν να φιμώσουν τη φωνή όσων είναι αντιφρονούντες, όσων προέρχονται από το περιθώριο, όσων θεωρούνται αποκλίνοντες και λανθασμένοι.

Δεδομένης της χρονικής απόστασης, υποθέτω ότι η διαδικασία συγγραφής απαίτησε σημαντική έρευνα.

Ανέτρεξες σε αρχεία, ιστορικά και μυθοπλαστικά βιβλία ή συμβουλεύτηκες και μεγαλύτερους συγγενείς με εμπειρία από πρώτο χέρι εκείνης της εποχής;

Αν χρειάζεται να τοποθετήσεις ένα μυθιστόρημα σε μια εποχή που δεν έχεις ζήσει, η ιστορική έρευνα είναι απαραίτητη.

Είναι μια στιγμή την οποία απολαμβάνω πραγματικά: χάνομαι ανάμεσα σε δοκίμια, βιβλία, αρχεία και σελίδες εφημερίδων από το παρελθόν.

Μερικές λεπτομέρειες, μυρωδιές και αισθήσεις προέρχονται από τις ιστορίες της γιαγιάς μου:

Η φλούδα μανταρινιού που έμεινε στη σόμπα για να εξαπλωθεί το άρωμα κατά τη διάρκεια του χριστουγεννιάτικου δείπνου, η σκηνή όπου ο Ερνέστο, ο αδερφός της Μανταλένα, στέκεται στο τραπέζι της κουζίνας φορώντας ένα νυφικό.

Προέρχεται από τη γιαγιά μου η οποία μου είπε πώς είχε στριφώσει το δικό της νυφικό και το φορούσε ο παππούς μου, ο μελλοντικός σύζυγός της. Χωρίς ντροπή, χωρίς δεισιδαιμονίες.

Κατά βάθος, πάντως, το Δε φοβάμαι τίποτα είναι μια ιστορία για τη φιλία, τη συντροφικότητα και τη γυναικεία χειραφέτηση, με δυο απτους πιο αξιομνημόνευτους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες των τελευταίων χρόνων:

Την αφηγήτρια Φραντσέσκα, μια αρχικά ντροπαλή και περιορισμένη μεσοαστή έφηβη, και την προλετάρια Μανταλένα/Μαλνάτα. Γιατί επέλεξες την Φραντσέσκα ως αφηγήτρια;

Η Φραντσέσκα είναι η αφηγήτρια γιατί έχει το πιο ξεκάθαρο και καθορισμένο αφηγηματικό τόξο:

Από ένα κορίτσι γεμάτο φόβους, συνηθισμένο στη σιωπή και την υποταγή, συνειδητοποιεί τη δική της δύναμη, ικανή να γυρίσει πίσω και να ρισκάρει για να πει την αλήθεια και να υπερασπιστεί τους ανθρώπους που αγαπά.

Η Μανταλένα, η Μαλνάτα, είναι ο χαρακτήρας-καταλύτης σ’ αυτήν την αλλαγή.

Ακόμα και η Mανταλένα, όμως, μέσα από τη συνάντηση με τη Φραντσέσκα αλλάζει.

Αλλάζει την αντίληψή της για το βλέμμα των άλλων, την αναγνώρισή της σε ένα άλλο άτομο που τη βλέπει για πρώτη φορά όχι μέσα από το στερεότυπο το οποίο έπρεπε να μάθει για να επιβιώνει.

Γιατί οποιαδήποτε πραγματικά βαθιά σχέση μπορεί να συμβεί μόνο αν δεχθούμε να δείχνουμε στους άλλους τα τρωτά μας σημεία και αποδεχθούμε την ευαλωτότητά τους.

Η Φραντσέσκα είναι αυτή που αφηγείται την ιστορία ακριβώς επειδή υπάρχει ανάγκη για μια εξωτερική οπτική για να δείξει στον αναγνώστη «Την Mαλνάτα». Όπως ο Σέρλοκ Χολμς χρειάζεται τον Γουότσον και ο Γκάτσμπι τον Νικ Κάραγουεϊ.

Εξίσου ευάλωτη, δυναμική και σίγουρη για τον εαυτό της, η Μαλνάτα παρομοιάζεται με μάγισσα.

Αυτό μου θυμίζει τη διορατική ανάλυση της Φεντερίτσι για τον τρόπο δίωξης των έμφυλων σωμάτων ώστε να καταστεί δυνατή η εδραίωση του καπιταλιστικού κράτους. Είχες εντρυφήσει στην ανάλυσή της πριν γράψεις το βιβλίο;

Από λάτρης των ιστοριών μαγισσών, έχω γίνει αναπόφευκτα ένας άνθρωπος ο οποίος καταβροχθίζει πεινασμένα κάθε είδους δοκιμίου που χρησιμοποιεί τη φιγούρα της μάγισσας ως μεταφορά για την καταπίεση.

Η μάγισσα, τελικά, είναι ένα αρχέτυπο το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από τον φεμινισμό.

«Είμαστε οι εγγονές των μαγισσών που δεν κατάφερες να κάψεις» διαβάζεται συχνά σε πινακίδες σε διαδηλώσεις στις 8 Μαρτίου και στις 25 Νοεμβρίου, σε συγκεντρώσεις των ενώσεων Ούτε μία λιγότερη.

Το Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα της Σίλβια Φεντερίτσι είναι ένα συναρπαστικό, ακριβές και ανελέητο βιβλίο.

Η Φεντερίτσι αναλύει ξεκάθαρα όλες τις μεθόδους τις οποίες χρησιμοποίησε η κοινωνία σε όλη την ιστορία για να θεωρητικοποιήσει τη γυναικεία υποταγή σαν να ήταν δεδομένη στη φύση.

Εξετάζει τις απαρχές της οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης των γυναικών.

Εξηγεί τους μηχανισμούς που βρίσκονται ακόμη στις ρίζες της πατριαρχίας σήμερα και τη συστηματική διάβρωση των δικαιωμάτων των γυναικών και τις περιθωριακές υπάρξεις.

Το κυνήγι μαγισσών γίνεται μια από τις πτυχές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η μάγισσα είναι το αρχέτυπο της εξέγερσης ενάντια στα συστήματα καταπίεσης, του αγώνα ενάντια σε αυτούς οι οποίοι σκοπεύουν να ελέγξουν και να κυριαρχήσουν.

Σε κάθε περίπτωση, ποια είναι η δική σου αντίληψη για τον φεμινισμό, τόσο φιλοσοφικά όσο και πρακτικά;

Νομίζω ότι όταν ασκείς τον φεμινισμό, είναι αναπόφευκτο οι ιστορίες που γράφεις να είναι φεμινιστικές.

Ταυτίζομαι με τον διατομεακό τρανσφεμινισμό. Η διατομεακότητα είναι όρος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την Kimberlè Crenshaw το 1989.

Αναγνωρίζει και εξετάζει διαφορετικούς τύπους καταπίεσης που μπορούν να επηρεάσουν ένα άτομο βάσει φύλου, τάξης, σεξουαλικού προσανατολισμού, γεωγραφικής προέλευσης κ.λπ.

«Έγινα μια γυναίκα η οποία ξύπνησε. Ξύπνησα και έγινα καταιγίδα», έγραψε η Meena Keshwae Kamal, μια Αφγανή ακτιβίστρια και συγγραφέας που φονεύθηκε από τη μυστική αστυνομία το 1987.

Αυτό, για μένα, σημαίνει να κουβαλάς μέσα σου αυτήν την εξαιρετική δύναμη για την οποία κατηγορήθηκε, σε όλη την ιστορία και πάντα, πως είναι μάγισσα.

Αρκετοί δευτερεύοντες χαρακτήρες -αλλά όχι λιγότερο σημαντικοί- εμπλουτίζουν την πλοκή. Ενδιαφέρουσα είναι η αποτύπωση των ανδρικών, κυρίως του πατέρα της Φραντσέσκα και του Νοέ, σε όλη τους την ποικιλομορφία και τις αντιφάσεις.

Θα ήθελα το σχόλιό σου γι’ αυτήν την επιλογή.

Μου αρέσουν πολύ οι άντρες χαρακτήρες του μυθιστορήματος που καταφέρνουν να απελευθερωθούν από το στερεότυπο το οποίο θέλει να τους επιβάλει το καθεστώς:

Να κατακτήσουν την τιμή μόνο χρησιμοποιώντας την εξουσία για να κυριαρχήσουν στους άλλους, να είναι πρόθυμοι να πάνε στον πόλεμο για να σκοτώσουν και να πεθάνουν. Αυτός είναι ο αγαπητός στον φασισμό άνθρωπος.

Αντίθετα, ο Ερνέστο και ο Nοέ, ο γιος του μανάβη και -όταν φως της λύτρωσης δείχνει τα δικά του τρωτά σημεία- ακόμα και ο πατέρας της Φραντσέσκα, καταφέρνουν να βρουν την περηφάνια τους σε κάτι εντελώς διαφορετικό:

Στην ευγένεια, στην υπομονή, στην αποτίναξη προκαταλήψεων και συμβάσεων.

Μου αρέσει ιδιαίτερα ο Νοέ, ένα αγόρι λίγο μεγαλύτερο από την Μανταλένα και την Φραντσέσκα, που χαρακτηρίζεται από τις πράξεις της ανιδιοτελούς καλοσύνης του. Είναι καλός χαρακτήρας ο Νοέ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ακίνδυνος.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να είσαι καλός και αβλαβής, και αυτή η διαφορά αφορά την επιλογή.

Το να είσαι καλός είναι μια επιλογή, συχνά η πιο δύσκολη από όλες, η πιο επώδυνη, και όχι κάτι που πρέπει να θεωρείται δεδομένο όπως μας έχουν συνηθίσει ορισμένοι χαρακτήρες που θυμούνται το στερεότυπο του ιππότη χωρίς ψεγάδι ή φόβο.

Ο Νοέ είναι καλός και δείχνει ξεκάθαρα πόσο δύσκολο είναι να είσαι καλός. Κι όμως, όταν χρειάζεται, χτυπάει και έναν φασίστα. Και τον αγαπάμε και γι αυτό.

Το Δε φοβαμαι τίποτα ασχολείται επίσης με την άνοδο και την κανονικοποίηση του φασισμού και του προπαγανδιστικού μηχανισμού του στην καθημερινότητα.

Όπως και πολλές ευρωπαϊκές -και όχι μόνο- χώρες και κοινωνίες, η Ιταλία έχει υποχωρήσει πολιτικά κατά τρόπο που θυμίζει τον Μεσοπόλεμο, και δικαιώματα κατακτημένα με αιματηρούς αγώνες αμφισβητούνται ή καταργούνται. Γιατί;

Οι φασισμοί θριαμβεύουν εκμεταλλευόμενοι τον φόβο και το μίσος και δημιουργώντας «εχθρούς» προς εξάλειψη.

Ο φασισμός έρχεται προσποιούμενος τον φίλο σου, τον σύμμαχό σου ο οποίος θα απωθήσει μακριά όσα νιώθεις διαφορετικά από σένα, υποσχόμενος να «αποκαταστήσει το μεγαλείο σου», αλλά στην πραγματικότητα καταστρέφοντας τη δημοκρατία.

Η Michela Murgia, συγγραφέας και ακτιβίστρια, είχε γράψει: «Όλα ξεκινούν με τις λέξεις», στοχαζόμενη τη χρήση της γλώσσας στην καθημερινή ζωή και στην πολιτική.

Η δημοκρατία, είχε υποστηρίξει η Michela Murgia, μετριέται με το πόση διαφωνία μπορεί κανείς να εκφράσει.

Δε μετριέται με τη συναίνεση, η οποία συχνά αμαυρώνεται από την προπαγάνδα, με το «κυνήγι μαγισσών», με κάθε έννοια που μπορεί να γίνει κατανοητή.

Η Michela Murgia είχε πει ότι η μέθοδος του φασισμού είναι να καταλύει τους φόβους. Υπάρχει τρόπος να αμυνθείς;

Ίσως με το να είσαι πάντα σε εγρήγορση, αναπτύσσοντας διαύγεια σκέψης, συναισθηματική ικανότητα να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση των άλλων, χτίζοντας δεσμούς και όχι τοίχους. Να εκπαιδεύεις τη διαφωνία. Ακόμη και μέσα από ιστορίες.

Το βιβλίο σου μοιάζει να είναι επιτυχημένο κριτικά και εμπορικά. Σκοπεύεις να το χρησιμοποιήσεις ως εργαλείο αναζωπύρωσης της δημόσιας συζήτησης;

Μερικές φορές οι άνθρωποι με ρωτούν: «Πιστεύεις πως οι ιστορίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο;»

Και η απάντηση είναι: «Όχι, οι ιστορίες δεν αλλάζουν τον κόσμο. Οι άνθρωποι είναι που τον αλλάζουν».

Και το έκαναν πάντα, σε αντίθεση με εκείνους οι οποίοι θέλουν να μας πείσουν ότι η Ιστορία φτιάχνεται πάντα από άνδρες στην εξουσία που κυβερνούν, συντρίβουν τις διαφωνίες και κηρύσσουν πολέμους. Δεν είναι έτσι.

Η Ιστορία -οι αλλαγές στην Ιστορία- διαμορφώνονται πάντα από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους: τις σουφραζέτες, τις φεμινίστριες, τις εργάτριες οι οποίες απεργούσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, τους παρτιζάνους...

Οι άνθρωποι αλλάζουν τον κόσμο και παρεμβαίνουν στην αλλαγή: οι ιστορίες μπορούν μόνο να βοηθήσουν να αναζωπυρωθεί η φλόγα, να ενσταλάξουν το θάρρος γιατί μας δίνουν την επίγνωση πως δεν είμαστε μόνοι.

Ευχαριστώ θερμά την ατζέντισσα της Μπεατρίτσε Σαλβιόνι, Carmen Prestia, για την πολύτιμη συμβολή της στην υλοποίηση της συνέντευξης.

Ευχαριστώ επίσης την συγγραφέα για την παραχώρηση της φωτογραφίας της.

Το μυθιστόρημα της Μπεατρίτσε Σαλβιόνι Δε φοβάμαι τίποτα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Φωτεινής Ζερβού.