Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστραλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστραλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Oren Ambarchi: «Σιχαίνομαι τη λέξη ‘συνθέτης’ και ο όρος ‘πειραματικός’ με ενοχλεί»

 


Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής, ο Oren Ambarchi είναι από τις πιο ξεχωριστές μορφές της σύγχρονης πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής.

Ενόψει της ζωντανής εμφάνισής του στο ΠΛΥΦΑ (18 Οκτωβρίου) μάς μιλά για τις καταβολές και για τη δουλειά του με οξυδέρκεια και χιούμορ.

Είσαι Αυστραλός συνθέτης και πολυοργανίστας ιρακινο-εβραϊκής καταγωγής. Με ποιον τρόπο έχει το πολιτισμικό σου υπόβαθρο επηρεάσει -συνειδητά ή μη- τις καλλιτεχνικές σου επιλογές;

Μεγάλωσα στην Αυστραλία ως Αυστραλός πρώτης γενιάς, καθώς η οικογένειά μου ήταν μεταναστευτικής προέλευσης.

Η μουσική ακουγόταν πάντα δυνατά στο σπίτι· η οικογένειά μου διέθετε μια ποικιλόμορφη συλλογή δίσκων, με κάθε είδους μουσική από όλο τον κόσμο.

Λάτρευαν τη μουσική - πάντα έπαιζαν δίσκοι και γίνονταν πολλές οικογενειακές γιορτινές συγκεντρώσεις.

Για τον λόγο αυτό, από πολύ μικρή ηλικία ήρθα σε επαφή με κάθε είδους μουσική στο σπίτι των γονιών και των παππούδων μου - διάφορα είδη «παγκόσμιας» μουσικής από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ελλάδα, τις λατινόφωνες χώρες κ.ά.

Χωρίς να παραλείπω την τζαζ, το κλασικό ροκ, το progressive rock και την easy listening μουσική.

Αυτό επηρέασε βαθιά την αγάπη μου για κάθε είδους μουσική, η οποία έχει καθορίσει ό,τι δημιουργώ.

Το ότι ήμουν Αυστραλός πρώτης γενιάς με έκανε να αισθάνομαι ξένος, και αργότερα, η ενασχόλησή μου με την παράξενη μουσική μέσα σε αυτό το περιβάλλον εδραίωσε αυτό το συναίσθημα.

Υπήρχε πολύς ρατσισμός και μου υπενθύμιζαν συνεχώς όπως ήμουν «διαφορετικός». Αυτό κάπως τροφοδότησε το πάθος μου για την τέχνη και τη μουσική που ξέφευγαν από τα συνηθισμένα.

Ένιωθα ασφαλής κλεισμένος στο δωμάτιό μου, να χάνομαι στη μουσική των δίσκων και να φτιάχνω παράξενες κασέτες.

Η Αυστραλία της δεκαετίας του 1970 ήταν αρκετά απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και η πρόσβαση σε πληροφορίες για μη εμπορική μουσική ήταν πολύ δύσκολη.

Έπρεπε, λοιπόν, να διαθέτεις πραγματικό πάθος και να έχεις κυριολεκτικά εμμονή για να ανακαλύψεις οτιδήποτε βρισκόταν εκτός των καθιερωμένων κυκλωμάτων.

Είναι πιθανό η δίψα μου γι’ αυτά τα πράγματα να τροφοδοτήθηκε από το γεγονός πως βρισκόμουν τόσο μακριά από το επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς και από τη δυσκολία που υπήρχε τότε στο να μάθει κανείς για οτιδήποτε δεν ήταν καθαρά εμπορικό.

Έτσι, από πολύ μικρή ηλικία άρχισα να αποκτώ μια σχεδόν εμμονική ενασχόληση με κάθε είδους μουσική και τέχνη.

Είχα επίσης την τύχη να διαθέτει ο παππούς μου ένα κατάστημα που πουλούσε μεταχειρισμένα «παλιοπράγματα».

Από την ηλικία των οκτώ ή εννέα ετών μπορούσα να δανείζομαι από εκεί πεταλιέρες εφέ, μαγνητόφωνα μπομπίνας, διάφορα μουσικά όργανα και δίσκους.

Αυτό αποτέλεσε για μένα μια τεράστια πύλη, καθώς στάθηκα τυχερός να ανακαλύψω τόσα πολλά πράγματα που θα καθόριζαν τη ζωή μου.

Αρχικά ντράμερ της free jazz, στράφηκες στην κιθάρα τυχαία και έκτοτε αφιερώθηκες στη διερεύνηση των ηχητικών της δυνατοτήτων, αντιμετωπίζοντάς την περισσότερο ως αντικείμενο παρά ως συμβατικό όργανο, όπως έχεις δηλώσει.

Τι έχεις μάθει -ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος- μέσα από αυτήν τη δια βίου δημιουργική σχέση και ποιος είναι ο ρόλος τον οποίο έχει παίξει -και συνεχίζει να παίζει- το τυχαίο στη ζωή και την τέχνη σου;

Μεγάλωσα παίζοντας κυρίως ντραμς και άρχισα να πειραματίζομαι με την κιθάρα όταν ήμουν γύρω στα είκοσι. Πάντα με ενδιέφεραν τα ηλεκτρονικά και τα πετάλια εφέ, από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και πριν αρχίσω να παίζω κιθάρα.

Όταν άρχισα να παίζω κιθάρα, ήμουν ήδη βαθιά μυημένος στη free jazz ως ντράμερ, γεγονός που με οδήγησε να ανακαλύψω την πειραματική μουσική.

Ήταν λογικό να προσεγγίσω την κιθάρα με αντισυμβατικό τρόπο, καθώς άκουγα πολλή πειραματική μουσική και δεν είχα εκπαιδευτεί ως κιθαρίστας.

Υποθέτω πως «χρησιμοποιώ» την κιθάρα περισσότερο απ’ ό,τι την «παίζω», αν και τον τελευταίο καιρό απολαμβάνω το να εντάσσεται ο συμβατικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας στον ηχητικό μου κόσμο.

Το τυχαίο είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στο οποίο βασίζομαι για να διαμορφώσω τα έργα μου.

Συχνά αντιπαραβάλλω στοιχεία από διαφορετικές συνεδρίες ηχογράφησης που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους.

Το κάνω για να δω πώς συνδυάζονται, ελπίζοντας ότι θα προκύψει κάτι εμπνευσμένο και απρόσμενο, το οποίο θα μπορούσε να με οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που επιθυμώ να εξερευνήσω περαιτέρω.

Όταν ήμουν νέος, έπιανα στα χέρια μου όποιο όργανο έβρισκα και προσπαθούσα να φτιάξω μουσική.

Όταν κάνω ηχογραφήσεις, παίζω οτιδήποτε χρειαστεί για να «λειτουργήσει» το εγχείρημα. Με ενδιαφέρουν τα διάφορα ηχοχρώματα και οι υφές, γι’ αυτό και σε όλη μου τη ζωή πειραματίζομαι με διάφορα όργανα.

Θεωρείς τον εαυτό σου πειραματικό συνθέτη ή μουσικό; Αν ναι, πού εντοπίζεται η καινοτομία στην εποχή της πανταχού παρούσας Τεχνητής Νοημοσύνης;

Κάπως σιχαίνομαι τη λέξη «συνθέτης» και ακόμα και ο όρος «πειραματικός» με ενοχλεί.

Στις μέρες μας, τόση πολλή μουσική που χαρακτηρίζεται ως «πειραματική» μού φαίνεται εντελώς προβλέψιμη και ασφαλής, οπότε θα προτιμούσα να μη χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη για να περιγράψω αυτό το οποίο κάνω.

Οι καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως είδους, οφείλουν να ωθούν τον εαυτό τους να ανακαλύπτει νέα στοιχεία κάθε φορά που δημιουργούν ένα έργο και να μην παραμένουν ποτέ στάσιμοι.

Όταν δημιουργώ ένα νέο κομμάτι, δε μένω ποτέ ικανοποιημένος αν δεν ανακαλύπτω κάτι καινούργιο και απρόσμενο. Πιστεύω ότι αυτή η φιλοσοφία θα πρέπει να ισχύει για όλα τα είδη μουσικής.

Για μένα, μέρος της απόλαυσης στη δημιουργία μουσικής είναι η στιγμή κατά την οποία αυτή φτάνει σε ένα σημείο όπου γίνεται κάτι «άλλο» - ή όπου μοιάζει σχεδόν σαν να μην είμαι πια εγώ ο οποίος τη δημιουργώ, καθώς με κάποιον τρόπο υπερβαίνει την ιδέα ή την ίδια τη διαδικασία της μουσικής δημιουργίας και μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αυτό συμβαίνει σπάνια, αλλά είναι κάτι που επιδιώκω συνεχώς, τόσο στη δική μου μουσική όσο και ως ακροατής.

Η συνεισφορά σου στο άλμπουμ Black One των Sunn O))) σηματοδοτεί την πρώτη σου συνεργασία με αυτό το ιδιαίτερο συγκρότημα. Θα ήθελες να μιλήσεις περισσότερο για αυτήν τη συνάντηση;

Ο Stephen από τους Sunn O))) έπαιξε τη μουσική μου κατά τη διάρκεια της έκδοσης του 2004 στο CMJ Festival στη Νέα Υόρκη - το Corkscrew από το Grapes from the Estate.

Aυτό οδήγησε σε ενεργοποίηση συναγερμού πυρκαγιάς λόγω των συχνοτήτων και η πυροσβεστική αναγκάστηκε να εκκενώσει τον χώρο.

Μετά από εκείνο το περιστατικό, επικοινώνησε μαζί μου και είπε: «Πρέπει να συνεργαστούμε». Κάπως έτσι κατέληξα να δουλεύω στο άλμπουμ τους, το Black One.

To Tima Formosa σηματοδοτεί άλλη μια ξεχωριστή συνάντηση, η οποία αυτή τη φορά συγκεντρώνει τα συλλογικά ταλέντα του Keiji Haino, του Jim O’Rourke και εσένα.

Σε ποιον βαθμό αυτή η συνεργασία έχει επαναπροσδιορίσει την οπτική σου γύρω από τη σύνθεση;

Δεν είμαι ακριβώς σίγουρος πώς έχει επηρεάσει τη συνθετική μου προσέγγιση, καθώς ό,τι κάνουμε είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού: τρία άτομα παίζουν ζωντανά μαζί, χωρίς κανένα απολύτως προσχέδιο.

Τις περισσότερες φορές (αν και όχι πάντα), παίζω ντραμς σε αυτό το πρότζεκτ. Είναι πιθανό αυτό να αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου για τον ρυθμό, ο οποίος αποτελεί αναμφίβολα κυρίαρχο στοιχείο σε πολλά από τα δικά μου άλμπουμ.

«Γεφυρώνοντας τον μινιμαλισμό, τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική και το κλασικό ύφος της ECM, το ‘Shebang’ είναι αναμφίβολα έργο του Oren Ambarchi: με εμμονική προσοχή στη λεπτομέρεια, ακατάπαυστο ρυθμό και έναν χαρακτήρα που γιορτάζει τη μουσική δίχως δισταγμούς», διαβάζω για το Shebang.

Tι γιορτάζεις εδώ;

Δεν το έγραψα εγώ αυτό, χαχά.

Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια διασκεδάζω περισσότερο όταν φτιάχνω δίσκους. Υπάρχουν περισσότερα στοιχεία αντισυμβατικότητας που μπαίνουν στο παιχνίδι.

Ο κόσμος είναι αρκετά σκοτεινός αυτές τις μέρες και ένα από τα πιο εύκολα πράγματα θα ήταν να φτιάξω «σκοτεινή» μουσική - κάτι το οποίο, για μένα, αποτελεί κλισέ.

Μεγάλο μέρος της πρόσφατης δουλειάς μου αποπνέει κάτι χαρούμενο ή μια αίσθηση κατάφασης στη ζωή - όχι με τρόπο κραυγαλέο, αλλά το στοιχείο αυτό υπάρχει. Σίγουρα είμαι άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο.

Ένα ζεστό και υγρό πρωινό του Ιουλίου ξύπνησα ιδρωμένος από έναν εφιάλτη και ένιωσα αμέσως την ανάγκη να ακούσω το τελευταίο μέρος της καθηλωτικής τριλογίας σου Ghosted.

Εσύ πώς διαχειρίζεσαι τα φαντάσματα - τα δημιουργικά και τα άλλα;

Το όνομα Ghosted δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για εμάς· ήταν ένα αστείο όνομα το οποίο κάπως «κόλλησε». Συγγνώμη αν αυτό σε απογοητεύει, χαχά.

Όσον αφορά τη διαχείριση των «φαντασμάτων», μού έρχονται στο μυαλό δύο πράγματα.

Το ένα, είναι η επιρροή των παλαιότερων μεγάλων δασκάλων -που δε βρίσκονται πια στη ζωή-, τους οποίους είχα την τύχη να ακούσω ζωντανά πολλές φορές όταν ζούσα στη Νέα Υόρκη, στα τέλη της εφηβείας μου.

Στάθηκα εξαιρετικά τυχερός που είδα αυτούς τους καλλιτέχνες να εμφανίζονται ζωντανά· αυτό άσκησε τεράστια επίδραση πάνω μου.

Για να μην αναφέρω την αχόρταγη και έντονη ακρόαση παλαιότερων δίσκων, στους οποίους βυθιζόμουν ασταμάτητα όσο μεγάλωνα στο Σίδνεϊ.

Όλα αυτά τα «φαντάσματα» πλανώνται διαρκώς γύρω μου, επηρεάζοντας και διαμορφώνοντας ό,τι κάνω.

Ένα άλλο «φάντασμα» είναι τα σφάλματα που ανακαλύπτω σε πολλές από τις πεταλιέρες μου - περιπτώσεις κατά τις οποίες ανακαλύπτω κάτι που το πετάλι δεν είχε σχεδιαστεί να κάνει και, με κάποιον τρόπο, αυτό το σφάλμα καταλήγει να αποτελεί τεράστιο κομμάτι της ηχητικής μου παλέτας.

Κάπως σαν ένα φάντασμα στη μηχανή το οποίο αναδεικνύεται και προβάλλεται.

«Διαποτισμένο από μια παμφάγα αγάπη για τη μουσική, όπου όλα είναι ανοιχτά σε κάθε ενδεχόμενο, το ‘Cooked’ ίσως να είναι η πιο άγρια ​​διαδρομή στην οποία μας έχει παρασύρει μέχρι στιγμής ο Oren Ambarchi», διαβάζω στην παρουσίαση του εν λόγω άλμπουμ.

Ποιος είναι ο επόμενος προορισμός σου;

Η δημιουργία του Cooked διήρκεσε τρία χρόνια. Τον περισσότερο καιρό που δεν το δούλευα ενεργά, απλώς το σκεφτόμουν.

Αφού ολοκληρώσω έναν προσωπικό δίσκο στο στούντιο, αισθάνομαι κάπως εξαντλημένος και δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα κάνω ποτέ άλλον.

Ωστόσο, κάποια στιγμή θα το ξανακάνω, καθώς είμαι ανήσυχο πνεύμα και -παρ’ όλο που η διαδικασία είναι βασανιστική- λατρεύω να δημιουργώ δίσκους.

Με την ευκαιρία, η αμερικανική δισκογραφική εταιρεία «Kou» πρόκειται να κυκλοφορήσει, αργότερα μέσα στο 2026, έναν πολύ ωμό δίσκο για σόλο κιθάρα με τίτλο Prophetic Perfect Tense.

Αυτός ο δίσκος είναι ένας από τους πιο άμεσους και λιτούς δίσκους κιθάρας τους οποίους έχω φτιάξει. Σχεδόν καθόλου εφέ ή overdubs και ολοκληρώθηκε μέσα σε μία μέρα περίπου - το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, από το Cooked.

Στην πολυαναμενόμενη συναυλία σου στην Αθήνα δε θα ερμηνεύσεις το Cooked. Έχεις πάντα εκ των προτέρων ξεκάθαρη εικόνα για το τι θα παίξεις σε κάθε συναυλία ή υπάρχει περιθώριο για το απρόοπτο, έστω και περιστασιακά;

Θα είναι μια αυτοσχέδια σόλο εμφάνιση με κιθάρα - δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά είμαι σίγουρος πως θα αγγίξει στοιχεία από τη δουλειά που κάνω τελευταία με το τρίο Ghosted και τον επερχόμενο δίσκο στην Kou.

Ελπίζω να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων.

Η φωτογραφία του Oren Ambarchi είναι του Τραϊανού Πακιουφάκη.

Ο Oren Ambarchi εμφανίζεται ζωντανά την Κυριακή 18 Οκτωβρίου στο ΠΛΥΦΑ, Κτίριο 7Α (Κορυτσάς 39, Βοτανικός).

Τη βραδιά ανοίγουν οι Tropical Geometry και Σάββας Μεταξάς. Ώρα έναρξης: 20:30.

Διοργάνωση: ΠΩΡΩΣΗ.



Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Buzz Kull: «Ποτέ δε με ενδιέφερε να είμαι ‘σκοτεινός’ χάριν του σκοταδιού»

 


Με επιρροές από το post-punk, το coldwave και το minimal wave, ο Buzz Kull (Marc Dwyer) είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους εκπροσώπους της αυστραλιανής underground σκηνής.

Λίγο πριν τη συναυλιακή επιστροφή του στην Αθήνα στις 27 Αυγούστου στο Death Disco, συνομιλούμε μαζί του.

«Ο Buzz Kull αποτελεί μια αινιγματική δύναμη στην αυστραλιανή underground σκηνή, ενσαρκώνοντας την ωμή ουσία της υπαρξιακής λαχτάρας και της συναισθηματικής ερήμωσης», διαβάζω σε μια λακωνική ανάρτηση στο Instagram.

Πώς ορίζεις το «underground» στο πλαίσιο της αυστραλιανής μουσικής σκηνής, τι είναι αυτό που επιθυμείς περισσότερο και γιατί εστιάζεις τόσο πολύ στο σκοτάδι σε όλες του τις εκφάνσεις, είτε στιχουργικά είτε μουσικά;

Για μένα, το underground δεν έχει να κάνει τόσο με τη δημοτικότητα. Αφορά σε καλλιτέχνες οι οποίοι δημιουργούν έργο επειδή έχουν πραγματικά κάτι να εκφράσουν, αντί να ακολουθούν τάσεις ή εμπορικές προσδοκίες.

Επιπλέον, γιατί είναι απαραίτητο να μπορεί κάποιος ακόμα να χορεύει υπό τους ήχους σκοτεινών κομματιών σαν τα δικά σου;

Ποτέ δε με ενδιέφερε να είμαι «σκοτεινός» χάριν του σκοταδιού. Με ελκύει η ειλικρίνεια.

Η μουσική υπήρξε πάντα ένας χώρος όπου μπορώ να εξερευνήσω το άγχος, την απομόνωση, τη νοσταλγία και την αβεβαιότητα, χωρίς να προσποιούμαι ότι αυτά τα συναισθήματα δεν υπάρχουν..

Το σκοτάδι μπορεί να προσφέρει εξίσου πολλά -αν όχι περισσότερα- από το φως.

«Ψάχνω κάτι και προσπαθώ να του αντισταθώ/ Νιώθω τον πόνο και η πίεση είναι η απόσταση/ Δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τη μέρα και προτιμώ τη νύχτα/ Ο θάνατός μου πλησιάζει/ Αποφεύγω το φως», δηλώνεις στο Avoiding The Light.

Γιατί «αντιστέκεσαι» σε αυτό το οποίο «ψάχνεις»;

Νιώθω ότι πρόκειται για μια αντίφαση που οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν κάποια στιγμή.

Περνάμε τη ζωή μας αναζητώντας πράγματα τα οποία ίσως μας φέρουν γαλήνη, αλλά όταν αυτά τελικά εμφανίζονται, συχνά απαιτούν να έρθουμε αντιμέτωποι με πλευρές του εαυτού μας που θα προτιμούσαμε να αποφύγουμε.

Η αντίσταση δεν στρέφεται ενάντια σε αυτό το οποίο αναζητούμε. Στρέφεται ενάντια στην ευάλωτη θέση που συνεπάγεται η εύρεσή του.

«Όλες οι εκκλησίες/ Ποτέ δεν ένιωσαν τους σταυρούς τους/ Αρκετή κόλαση για τον ανώτερο θεό/ Ανοίγουν τις απώλειές τους», παρατηρείς στο Existence. Ποια είναι η άποψή σου για την πίστη και τη θεσμοθετημένη θρησκεία;

Η πίστη συνυπάρχει με τον φόβο και τη θνητότητα. Το ζήτημα για μένα δεν ήταν ποτέ οι προσωπικές πεποιθήσεις των ανθρώπων, αλλά οι θεσμοί που παρουσιάζονται ως υπεράνω αμφισβήτησης.

Γίνεται επικίνδυνο όταν η βεβαιότητα μετατρέπεται σε εξουσία.

«Ζωή, γοητεία/ Άφησέ τα όλα πίσω/ Σβήσε τα φώτα, κοιμήσου και πέθανε/ Για τη σωτηρία/ Άδειασε τους τοίχους, κλείσε τα στόρια/ Θα σε συναντήσω στην άλλη πλευρά», μας «προσκαλείς» στο Fascination.

Έχεις συμφιλιωθεί με την άλλη (σου) πλευρά;

Δεν νομίζω πως είναι δυνατόν να συμφιλιωθούμε ποτέ πλήρως με το άγνωστο. Το Fascination αφορά την παράξενη σχέση που έχουμε με τη θνητότητα.

Πολλοί άνθρωποι τη φοβούνται και τη σκέφτονται συχνά, κι όμως είναι η μόνη βεβαιότητα την οποία θα αντιμετωπίσουμε όλοι. Αντί να δίνει απαντήσεις, το τραγούδι παραμένει μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα.

«Με τον καιρό/ Κάτω από το φως/ Προσπαθούμε να αισθανθούμε ξανά/ Να βρούμε ξανά την αγάπη», ελπίζεις στο εξαιρετικό Man On The Beat.

Με ποια έννοια θα μπορούσαν οι ειλικρινείς σχέσεις αγάπης να αποτελούν το «αντίδοτο» σε μεγάλο μέρος της σκληρότητας του σύγχρονου κόσμου;

Δε νομίζω ότι η αγάπη λύνει τα προβλήματα του κόσμου, αλλά μας υπενθυμίζει γιατί αξίζει να τα λύσουμε. Η σύγχρονη ζωή ενθαρρύνει την απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τις κοινότητες.

Το Man On The Beat έχει να κάνει με την προσπάθεια επανασύνδεσης με κάτι αυθεντικό.

Το να «νιώθεις ξανά» σημαίνει, στην ουσία, να είσαι και πάλι παρών, να επιτρέπεις στον εαυτό σου να είναι ευάλωτος και να αναγνωρίζεις πως η σύνδεση είναι ένα από τα λίγα πράγματα που δίνουν στη ζωή πραγματικό νόημα.

«Υπάρχει τόσο μίσος και πίεση/ Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, παράνοια/ Ο κόσμος στον οποίο ζω δεν βγάζει νόημα/ Φαίνεται πως σε επηρεάζει, εγώ τείνω να κρατώ αποστάσεις», απελπίζεσαι στο Ode To Hate.

Πώς ανακτούμε την αίσθηση του «νοήματος» στη ζωή μας;

Το Ode To Hate γράφτηκε μέσα από το αίσθημα ότι αυτή η πίεση σε καταπίνει. Το ένστικτο να κρατάς αποστάσεις αποτελεί μια μορφή αυτοσυντήρησης, αλλά δεν είναι μόνιμο.

Το νόημα πηγάζει από τη διατήρηση αυθεντικών σχέσεων και το να είμαι παρών για τους ανθρώπους και τα πράγματα τα οποία έχουν σημασία. Αυτά είναι που με επαναφέρουν, όταν όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν χαοτικά.

Deep Hate είναι ο τίτλος του τελευταίου σου EP. Μίσος για ποιον ή για τι;

Ο τίτλος αντικατοπτρίζει το συναισθηματικό τοπίο του δίσκου, αντί να μεταφέρει ένα μήνυμα οργής.

Έχει να κάνει με το να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια εκείνες τις πιο σκοτεινές πλευρές του εαυτού μας και του κόσμου, διότι δεν πιστεύω ότι μπορείς να τις κατανοήσεις ή να τις ξεπεράσεις προσποιούμενος πως δεν υπάρχουν.

«Έχω μια φωνή μέσα μου/ Για να κάνω αυτήν τη ζωή πιο ορατή/ Έχω μια φωνή μέσα μου/ Για να γίνει βιώσιμο αυτό που έπεται», καταλήγεις στο Human Force.

Ποιο είναι το μέλλον της ανθρωπινότητάς μας και του ανθρώπινου γένους γενικότερα σε καιρούς πολέμων και γενοκτονιών;

Το Human Force δεν αφορά στην πραγματικότητα στην πρόβλεψη του μέλλοντος. Αφορά στην ανθεκτικότητα.

Η ανθρώπινη Ιστορία σημαδεύτηκε ανέκαθεν από περιόδους τεράστιων δεινών, τα οποία συνυπήρχαν με εξαιρετική συμπόνια και δημιουργικότητα.

Ευχαριστώ θερμά τον Marc Dwyer για την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

Ο Buzz Kull (Marc Dwyer) εμφανίζεται ζωντανά την Πέμπτη 27 Αυγούστου στο Death Disco (Ωγύγου 16 και Λεπενιώτου 24, Ψυρρή).



Κυριακή 19 Απριλίου 2026

The Necks: «Είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί»

 

The Necks (Φωτογραφία: Dawid Laskowski)

Το αυστραλιανό τρίο The Necks, ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα της σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής μουσικής, επιστρέφει στην Αθήνα για μια διήμερη residency την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου.

Ενόψει του απρόβλεπτου συναυλιακού δρωμένου, συνομιλούμε με δύο από τα μέλη του γκρουπ, τους Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Στο πρωτοποριακό της δοκίμιο του 1967, Η αισθητική της σιωπής, η Σούζαν Σόνταγκ έγραφε: «Η ιστορία της τέχνης είναι μια ακολουθία πετυχημένων παραβάσεων».

Ως συγκρότημα που συνειδητά -αν όχι «καταστατικά»- αψηφά την κατηγοριοποίηση, πόσο αντιπαραθετική είναι η σχέση σας με τις ορθοδοξίες/δόγματα - καλλιτεχνικής, μουσικής, πολιτικής ή άλλης φύσης;

Lloyd Swanton: Νομίζω ότι είμαστε ευγενικοί ανατρεπτικοί.

Μου αρέσει να πιστεύω πως έχουμε οδηγήσει τους ανθρώπους να αλλάξουν διακριτικά την αντίληψή τους για τον ηχητικό κόσμο γύρω μας και έχουμε διευρύνει τη σκέψη τους στην κατεύθυνση μιας πιο εμβυθιστικής συναυλιακής εμπειρίας.

Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι το έχουμε κάνει σαγηνευτικά, με καλλιτεχνικούς τρόπους.

Tony Buck: Δε νομίζω πως όταν σχηματίσαμε το συγκρότημα ή αναπτύξαμε τον τρόπο με τον οποίο παίζουμε, προσπαθούσαμε συνειδητά να κάνουμε κάτι. Απλώς ακολουθούσαμε τη διαίσθησή μας.

Προσωπικά, δεν έχω ποτέ προσπαθήσει συνειδητά να σκεφτώ κατηγορίες όταν συνθέτω μουσική.

Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, το έργο σας περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο, τον οποίο ως επί το πλείστον εκτείνετε στα απώτατα (αφηγηματικά) όριά του.

Σε μια εποχή που, σύμφωνα με την κυρίαρχη καπιταλιστική ηθική, «ο χρόνος είναι χρήμα», πώς αντιλαμβάνεστε και βιώνετε τον χρόνο, ιδίως σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από την κυκλοφορία του πρώτου σας ηχογραφημένου έργου, Sex;

L.S.: Παράξενο που το ρωτάς αυτό! Αυτήν τη στιγμή διαβάζω το βιβλίο The Clock Mirage: Our Myth of Measured Time του μαθηματικού Joseph Mazur, σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.

Ειλικρινά, μεγάλο μέρος του αποτελείται από μαθηματικές και επιστημονικές έννοιες οι οποίες μου διαφεύγουν κατά πολύ.

Καθώς, όμως, το διαβάζω, έχω μεγάλη επίγνωση τού πώς έχουμε αλλάξει τις αντιλήψεις των ανθρώπων -συμπεριλαμβανομένων των δικών μας αντιλήψεων- για το πέρασμα του χρόνου.

Νομίζω ότι έχουμε επίσης καταφέρει να προσφέρουμε μια εναλλακτική λύση στην ηθική «ο χρόνος είναι χρήμα» που αναφέρεις, η οποία διέπει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της μουσικής βιομηχανίας.

Στα χαρτιά, δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα εμπορικό και προωθήσιμο σε ένα συγκρότημα που ηχογραφεί μεμονωμένα κομμάτια διάρκειας μίας και πλέον ώρας, δεν παίζει ποτέ τις «επιτυχίες» του σε συναυλίες, στην πραγματικότητα παίζει κομμάτια εντελώς αυτοσχέδια, άρα εντελώς απρόβλεπτα, και πάλι, συχνά διάρκειας περίπου μίας ώρας.

Αλλά, με κάποιο τρόπο, έχουμε υπάρξει μετριοπαθώς πετυχημένοι κάνοντας ακριβώς αυτό!

T.B.: Δεν είμαι σίγουρος ότι έχουμε κουβεντιάσει γι’ αυτό τόσο πολύ ως ομάδα, αλλά προσπαθώ να παίξω με την ψυχολογική αντίληψη των ανθρώπων για αυτό που ακούν, για πόσο καιρό το ακούν και από πού αντιλαμβάνονται τις αλλαγές στη μουσική.

Αυτό φαίνεται να έχει επίδραση στην αντίληψη των ανθρώπων για το πέρασμα του χρόνου, γεγονός το οποίο μπορεί να τους κάνει να διολισθήσουν σε μια εναλλακτική αίσθηση αντίληψης με κάθε είδους τρόπους.

Αισθάνομαι πως η συγκεκριμένη συνθήκη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν βυθισμένοι στον ήχο και την ενέργεια μέσα στο δωμάτιο - σαν μια στοχαστική, αλλά εξαιρετικά άγρυπνη αίσθηση του χρόνου και του χώρου.

Το άλμπουμ Sex περιλαμβάνει ένα κομμάτι διάρκειας λίγο κάτω από μία ώρα που ερμηνεύουν και τα τρία μέλη των The Necks, οι οποίοι αυτοσχεδιάζουν πάνω σε ένα μοτίβο δύο μέτρων. Γιατί του δώσατε αυτόν τον συγκεκριμένο τίτλο;

LS: Η απάντηση είναι πολύ πεζή, δυστυχώς! Δουλεύαμε πάνω στο κομμάτι για αρκετές μέρες και ο μηχανικός ηχογράφησης, ο Michael Webster, θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να βάλει ετικέτα στο κουτί όπου ήταν αποθηκευμένη η κασέτα δύο ιντσών.

Είπε: «Λοιπόν, πώς θα ονομάσουμε αυτό το κομμάτι;». Ένας από εμάς -δε θυμάμαι καν ποιος- απάντησε με αδιάφορο ύφος: «Aπλά πείτε το ‘Sex’».

Έτσι λοιπόν, αυτός έγινε ο προσωρινός τίτλος του, κι όμως συνηθίσαμε τόσο πολύ να το ονομάζουμε έτσι, που καθώς διαμορφωνόταν, απλά δεν μπορούσαμε να το αποφύγουμε όταν έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση για τον τίτλο του.

Παραμένει ακόμα η κυκλοφορία μας με τις περισσότερες πωλήσεις κατά πολύ.

Δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι -δεδομένου ότι δεν προσφέρουμε ηχητικά δείγματα, επειδή δεν υπάρχει τρόπος ένα σύντομο απόσπασμα να μεταφέρει το πραγματικό νόημα του να ακούς πώς ξεδιπλώνονται τα κομμάτια μας- ότι οι υποψήφιοι πελάτες απλώς επιλέγουν τον τίτλο που ο οποίος τους κάνει την πιο έντονη εντύπωση!

Το Aether, το όγδοο άλμπουμ σας,  που το 2012 προστέθηκε στο μητρώο του National Film and Sound Archive’s Sounds of Australia, είναι η πρώτη ηχογράφηση του 21ου αιώνα η οποία συμπεριλήφθηκε σε αυτό.

Πώς νιώθετε για την αναγνώριση από θεσμικούς φορείς;

L.S.: Δεν είναι αυτός ο λόγος που παίζουμε τη μουσική μας, αλλά είναι πάντα εξαιρετικά ικανοποιητικό να αναγνωρίζεσαι επίσημα.

Δεν υπήρξε ποτέ δύσκολο για εμάς.

Όλο το σαραντάχρονο ταξίδι ήταν απλώς χαρούμενο και ικανοποιητικό, αλλά εξακολουθούμε να βιώνουμε ένα πολύ ωραίο συναίσθημα όταν λαμβάνουμε κάποιο είδος αναγνώρισης για τη μοναδικότητα αυτού το οποίο έχουμε δημιουργήσει.

Το Aether είναι ένα από τα αγαπημένα μου, οπότε χάρηκα ιδιαίτερα που επιλέχτηκε να συμπεριληφθεί αυτή η κυκλοφορία στο μητρώο, από όλα τα άλμπουμ μας.

Το Mindset είναι το πρώτο σας άλμπουμ το οποίο κυκλοφορεί σε βινύλιο. Τι βρίσκετε πιο ενδιαφέρον και τι λιγότερο συναρπαστικό στις διαφορετικές μορφές που χρησιμοποιείτε περιστασιακά - από CD σε βινύλιο και σε mp3;

L.S.: Είμαι εντελώς λάτρης των CD.

Δεν μπορώ να ενθουσιαστώ καθόλου με την ψηφιακή τεχνολογία και το streaming, αν και για τη δουλειά, προφανώς πρέπει να χρησιμοποιώ πολύ την ψηφιακή τεχνολογία. Είναι πολύ βολικό, αλλά μέχρι εκεί φτάνει η έλξη για μένα.

Εξακολουθώ να λατρεύω τους όμορφους δίσκους LP σε gatefold μορφή. 

Είναι ένα απίστευτο πολιτιστικό αντικείμενο, αλλά στα 65 μου χρόνια ΜΙΣΩ που πρέπει να μεταφέρω βαριά κουτιά με αυτούς σε όλο τον κόσμο για να τους πουλήσω σε συναυλίες!

Νομίζω ότι το CD έχει εξαιρετική μορφή. Υπέροχος ήχος, και παρόλο που δεν είναι τόσο «άλμπουμ» όσο ένας 12ιντσος δίσκος LP, δεν παύει να είναι αντικείμενο.

Και ένα CD με κάποια παράξενα όμορφη μουσική είναι κάτι το οποίο μπορεί να σου δωρίσει ο παράξενος θείος σου (δηλαδή εγώ) για τα γενέθλιά σου.

Ποιος θέλει έναν download code για τα γενέθλιά του, ανεξάρτητα από το τι υπέροχη μουσική συνεπάγεται;

T.B.: Μερικές φορές τα κομμάτια καταλήγουν να είναι πιο κατάλληλα για το ένα μέσο από το άλλο, συνήθως με βάση το πόσο μεγάλα ή σύντομα είναι.

Έχοντας πει αυτό, υπάρχει ένα είδος εμπορικού κινήτρου για την κυκλοφορία βινυλίου στις μέρες μας, και όπως είπε ο Lloyd, η συσκευασία των δίσκων LP είναι από μόνη της ένα πολύ ωραίο, καλλιτεχνικό αντικείμενο.

Όπως ορθώς επισημάνθηκε σε ένα σχόλιο στη σελίδα σας στο Bandcamp, «[Το ‘Unfold’ είναι] σαν ένα πυρετώδες όνειρο, δυσοίωνο αλλά... ελκυστικό».

Πόσο χώρο καταλαμβάνει η διαδικασία του ονείρου στις συλλογικές δημιουργικές σας προσπάθειες;

L.S.: Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όνειρα έχουν κάποια επιρροή, σε υποσυνείδητο επίπεδο.

Τα όνειρα είναι, άλλωστε, ο τρόπος του εγκεφάλου να δοκιμάζει νέες νευρωνικές οδούς με σκοπό την πιθανή χρήση τους στoν ξύπνιο. Ο ύπνος είναι μια ενεργή κατάσταση.

Αλλά, εξ ορισμού, θα ήταν δύσκολο να αποδώσουμε οτιδήποτε συγκεκριμένο στη μουσική μας σε όνειρα που μπορεί να είχαμε δει.

Μόλις σήμερα, στις αναμνήσεις μου στο Facebook εμφανίστηκε μια ανάρτησή μου από πέρσι, όπου έγραφα για ένα όνειρο στο οποίο το αυστραλιανό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο ο οποίος επέτρεπε σε γιους και κόρες των πολιτικών να δαγκώνουν ανθρώπους.

Στο μνημειώδες -όχι μόνο από άποψη διάρκειας- τελευταίο σας άλμπουμ, Disquiet, τονίζεται «η αίσθηση κοινής ευθύνης μεταξύ των μουσικών, στην απόλυτη δέσμευσή τους στον αυτοσχεδιασμό, [και] μεταξύ του έργου και του κοινού του».

Θα θέλατε να σχολιάσετε την έννοια της «κοινής ευθύνης» και επίσης τις πιθανές «απαιτήσεις»/προσδοκίες που μπορεί να έχετε από το κοινό σας;

L.S.: Ίσως αυτό να ήταν κάτι το οποίο σκέφτηκε ένας από τους εκπροσώπους δημοσίων σχέσεων μας, επειδή δε θυμάμαι να το έχουμε πει, αλλά είναι μια καλή ερώτηση.

Νιώθω ότι ως παίκτες έχουμε ευθύνη ο ένας απέναντι στον άλλον να προσφέρουμε δημιουργικές και συναρπαστικές δυνατότητες κάθε βράδυ, για να συνεργαστούμε ο ένας με τον άλλον.

Έχουμε επίσης την ευθύνη να «κουβαλήσουμε» έναν από εμάς αν δεν έχει τόσο καλή βραδιά, και να προσπαθήσουμε να παρέχουμε κάποια πλαίσια που του επιτρέπουν να ακμάσει ανεξάρτητα, ώστε το έργο να εξακολουθεί να αποτελεί καλλιτεχνική επιτυχία.

Όσον αφορά τις απαιτήσεις ή τις προσδοκίες από το κοινό, το μόνο το οποίο ζητάμε είναι βασικός σεβασμός· να βυθίζεται στη μουσική μας χωρίς να διαταράσσει τη ροή της.

T.B.: Το Disquiet περιλαμβάνει τέσσερα κομμάτια τα οποία, ενώ στην πλειονότητά τους βασίστηκαν σε αυτοσχεδιασμούς «στο στούντιο», διαμορφώθηκαν και βελτιστοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της overdubbing και της μίξης.

Στο τέλος, λοιπόν, μοιάζουν περισσότερο με μελετημένα, σμιλεμένα κομμάτια παρά με «ελεύθερα αυτοσχεδιαστικά».

Στις 28 και 28 Απριλίου επιστρέφετε στην Αθήνα για μια διήμερη residency στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στο πλαίσιο της Scenius Series, μετά τη θριαμβευτική προηγούμενη επίσκεψή σας. Τι μπορεί να συμβεί αυτήν τη φορά;

L.S.: Λοιπόν, την πρώτη μας φορά στην Αθήνα, η αίθουσα του Ωδείου ήταν sold out, με πάνω από 600 άτομα στο κοινό, οπότε δεν ξέρω τι να περιμένω τώρα!

T.B.: Η πρώτη μας επίσκεψη στην Αθήνα και η περφόρμανς στην αίθουσα του Ωδείου ήταν μια καταπληκτική εμπειρία, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ήταν η πρώτη μας φορά στη χώρα.

Δε θα προσπαθήσουμε, ωστόσο, να αναδημιουργήσουμε αυτό το θριαμβευτικό γεγονός, κάτι που θα ήταν λάθος.

Θα το προσεγγίσουμε, όπως όλες τις συναυλίες μας, με μια φρέσκια στάση και θα προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε στη νέα κατάσταση με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτό συλλογικό μυαλό!

Ευχαριστώ θερμά τους Lloyd Swanton και Tony Buck για τη συμμετοχή τους στη συνέντευξη.

Οι The Necks είναι οι: Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς).

Οι The Necks εμφανίζονται ζωντανά την Τρίτη 28 και την Τετάρτη 29 Απριλίου στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα) στις 21:00, στο πλαίσιο της Scenius Series.