Γιορτάζοντας τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου-ορόσημου
της ψυχεδελικής ποπ, All Is Dream,
οι Βορειοαμερικανοί Mercury
Rev εμφανίζονται ζωντανά στο Gazarte την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου.
Συνομιλώντας με τον Jonathan Donahue,
τραγουδιστή και κιθαρίστα του συγκροτήματος.
Ας ξεκινήσουμε με κάτι
κάπως προσωπικό: Πρόσφατα έκλεισες τα 60 (εγώ τα 50!) Ανατρέχοντας στη ζωή σου
-καλλιτεχνική ή άλλη-, θα έλεγες ότι το «ισοζύγιο» είναι, σε γενικές γραμμές,
θετικό;
Μια υπέροχη ερώτηση:
Καθώς όλοι μας βλέπουμε τα χρόνια να διασχίζουν τον προσωπικό μας ουρανό σαν
σύννεφα, δεν είναι άραγε όμορφο το πώς τα τοπία γύρω μας μεταβάλλονται,
περνώντας από το εξωτερικό στο εσωτερικό;
Όπως πολύ σωστά
επισημαίνεις, σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής η αντίληψή μας για το ποιες θα
πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας μετασχηματίζεται:
Η νεανική επιθυμία για
προβολή του εαυτού στον «εξωτερικό κόσμο» δίνει τη θέση της σε μια πιο
ουσιαστική ανάγκη για ενδοσκόπηση, που αφορά τον «εσωτερικό κόσμο».
Το ίδιο το Σύμπαν
φαίνεται να ευνοεί αυτήν τη μεταμόρφωση στη Φύση, επομένως είναι λογικό ότι κι
εμείς -ως όντα εντός αυτής της Φύσης- οφείλουμε να ακολουθήσουμε.
Το Σύμπαν σε δράση μέσα στον καθένα μας.
Οι Mercury Rev σχηματίστηκαν το 1989,
με αρχικό στόχο τη σύνθεση μουσικής για τις φοιτητικές ταινίες των μελών του
συγκροτήματος.
Μιας και το 1989 υπήρξε
χρονιά-ορόσημο -υπό την έννοια ότι σηματοδότησε την κατάρρευση της
μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης-, πώς το βιώσατε εσείς; Και τι, συγκεκριμένα, σας
προσέλκυσε στον κινηματογράφο;
Στα μέσα της δεκαετίας
του 1980, εγώ, ο David
Baker
και ο Grasshopper
καθόμασταν για ώρες στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, παρακολουθώντας παλιές ταινίες
για τη φύση που προβάλλονταν αργά το βράδυ στο δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι.
Εκείνη την εποχή ήμασταν πολύ φτωχοί ως φοιτητές,
οπότε είχαμε μόνο ένα κλαρινέτο (Grasshopper), μερικά σκεύη μαγειρικής, ένα
μικρό αρμόνιο Casio (David Baker), ενώ εγώ συνέδεα την κιθάρα μου στο πίσω
μέρος του ηχείου της τηλεόρασης, καθώς δεν είχαμε ενισχυτή.
Και παρόλο που οι
μουσικές μας ικανότητες ήταν πολύ πρωτόγονες, το πάθος μας για δημιουργία
βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο που είχε φτάσει ποτέ.
Στα πολύ παλιά χρόνια, η
ιδέα να φτιάξουμε ένα ροκ συγκρότημα δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα.
Διασκεδάζαμε με το να
παίζουμε μουσική συνοδεύοντας πολικές αρκούδες και πλατύποδες που προβάλλονταν
στην τηλεόραση, καθώς εκείνα κινηματογραφούνταν στο φυσικό τους περιβάλλον.
Νομίζω πως ορισμένες από
τις πρώιμες ηχογραφήσεις μας σε κασέτα είχαν πολύ μεγάλη διάρκεια. Ο David έβγαζε πού και πού κάποιους
φωνητικούς ήχους, αλλά όλα αυτά εντάσσονταν στη λογική της «ροής της
συνείδησης».
Ακόμα και κατά την
ηχογράφηση του Yerself
Is
Steam, πιθανότατα χρειάστηκε
να αφαιρέσουμε μερικά λεπτά από ορισμένα τραγούδια, απλώς και μόνο για να
χωρέσουν στη μία πλευρά ενός δίσκου βινυλίου.
Είναι επίσης σημαντικό να
αναφερθεί, ωστόσο, ότι τόσο ο Grasshopper
όσο και ο David
Baker
υπήρξαν μαθητές του χαρισματικού δημιουργού ταινιών και μουσικού Tony Conrad εκείνη την περίοδο, γεγονός το οποίο
σίγουρα πρέπει να άσκησε μεγάλη επίδραση στις αντιλήψεις τους για τη σύγχρονη
μουσική.
Τόσο το Yerself Is Steam
όσο και το Boces (προσωπικά θεωρώ το
πρώτο ως έναν από τους τρεις καλύτερους δίσκους σας, μαζί με τα All Is Dream
και Deserter’s Songs)
θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως shoegaze μουσική εξαιρετικής
ποιότητας.
Τι υπαγόρευσε τον αρχικό προσανατολισμό
του συγκροτήματος και τι συνέβαλε στη ριζική μεταστροφή των κατοπινών δίσκων προς
μια πιο εκλεπτυσμένη ποπ κατεύθυνση;
Το
Yerself
Is
Steam
ήταν
πραγματικά σαν να συγκρούονταν μεταξύ τους 6 πολύ ισχυρά σωματίδια.
Εκείνη την εποχή, είχαμε
στην ομάδα 6 πολύ δυναμικές και αποφασισμένες προσωπικότητες. Από πού προέκυψε
η μουσική, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια - πέρα, ίσως, από τις ίδιες αυτές
συγκρούσεις υψηλής ενέργειας.
Εξακολουθείς να θεωρείς το
τρίτο άλμπουμ των MR,
See
You
on
the
Other
Side,
το αγαπημένο σου;
Μιλώντας μόνο για τον εαυτό
μου: Στην πραγματικότητα, το θεωρώ το «πραγματικό» Deserter’s Songs.
Εμπεριέχει ένα σπουδαίο εσωτερικό στοχαστικό πνεύμα παρόμοιο με εκείνο του άλμπουμ
του 1998, αλλά δε βρήκε κοινό οπουδήποτε στον κόσμο.
Από
εμπορικής άποψης, όντως τα πήγε άσχημα, κι αυτό επέτεινε/επιτάχυνε την
αποσύνθεση του γκρουπ εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με προβλήματα πιο
προσωπικής φύσης.
Έχοντας κυκλοφορήσει το
1995, στο απόγειο της Britpop
-με τα δράματα των Oasis
και των Blur,
καθώς και τους σύντομους, τρίλεπτους δυναμικούς ύμνους με τις κιθάρες που
αντηχούσαν έντονα- δεν είχε ποτέ πραγματικά καμία ελπίδα.
Αυτό άφησε πάνω μου,
προσωπικά, μια πολύ μεγάλη συναισθηματική ουλή, την οποία τελικά διοχέτευσα στη
δημιουργία του Deserter’s Songs
χρόνια αργότερα.
Έχεις αναφέρει ότι
επρόκειτο για προϊόν «ενός συγκεκριμένου
βαθμού πόνου». Με ποιους τρόπους μπορεί ο πόνος και το τραύμα, οποιασδήποτε
μορφής, να μετατραπούν σε μια δημιουργική δύναμη που βοηθά το άτομο να
επιβιώσει, τόσο βιολογικά όσο και δημιουργικά;
Κατά τη γνώμη σου, γιατί
είναι σημαντικό να είναι κανείς «λιποτάκτης» της ζωής και της τέχνης - έστω και
περιστασιακά;
Την εποχή της σύνθεσης
και της ηχογράφησης του Deserter’s Songs,
με κυρίευε επανειλημμένα ένα δυσάρεστο συναίσθημα:
Ένιωθα πως, με κάποιον
τρόπο, είχα απομακρυνθεί από έναν σκοπό που δεν αισθανόμουν πλέον δικό μου - ή
έστω έναν σκοπό με τον οποίο μπορούσα να ταυτιστώ.
Στα μέσα της δεκαετίας
του 1990, τα μουσικά «νερά» στα οποία έπλεα άρχισαν να φουσκώνουν με μια κάπως
εθνικιστική αίσθηση, τόσο από την πλευρά της Americana όσο και από εκείνη της Britpop.
Κάθε πλοίο στη θάλασσα
(εννοώντας πολλά συγκροτήματα) μοιάζει να κυνηγά τη μεγάλη λευκή φάλαινα των
ποπ τραγουδιών, σαν να ελπίζει να καρφώσει με καμάκι μια εμπορική επιτυχία και
να τη σύρει πίσω στην ακτή.
Εμένα, αυτή η μεγάλη
λευκή φάλαινα μού έδινε πάντα την αίσθηση ότι ήταν γεμάτη λίπος και πάχος.
Έχω την αίσθηση πως κάτι
μέσα μου εγκατέλειψε εντελώς εκείνο το κυνήγι φαλαινών.
Κατά τη δημιουργία του Deserter’s Songs,
ήταν σαφές σε εμένα, τον Grasshopper
και τον Dave
Fridmann
ότι τα μεγάλης διάρκειας τραγούδια -με όμποε, κλασικές ενορχηστρώσεις και
ελάχιστα ντραμς- θα αποτύγχαναν παταγωδώς (εμπορικά), ακριβώς όπως είχε συμβεί
λίγα χρόνια νωρίτερα με το See
You
On
The
Other
Side.
Όταν ολοκληρώσαμε το
άλμπουμ στο στούντιο, φτιάξαμε ουσιαστικά μόνο μερικές κασέτες, σκεπτόμενοι ότι
θα τις δίναμε μόνο σε φίλους, καθώς το άλμπουμ δεν επρόκειτο ποτέ να
κυκλοφορήσει...
Χαίρομαι που πέσαμε όλοι
ευχάριστα έξω, δεδομένης της επιτυχίας την οποία σημείωσε το άλμπουμ.
Το
All
Is
Dream
είναι,
κατά τη γνώμη μου, την κορυφαία στιγμή στην καριέρα των MR - ένα απολαυστικό
ψυχεδελικό ποπ δημιούργημα. «Ποτέ δε
φαντάστηκα πως θα σε έχανα / Στα
όνειρά μου είμαι πάντα δυνατός / (...) Όμως
τα όνειρα δεν κρατούν για πολύ», τραγουδάς στο The Dark Is Rising.
Πώς σχετίζεσαι με τα
όνειρα, τόσο δημιουργικά όσο και βιολογικά, και σε ποιον βαθμό φοβάσαι το
«σκοτάδι» το οποίο στις μέρες μας όχι μόνο διογκώνεται, αλλά διαποτίζει κάθε
πόρο της ύπαρξής μας;
Έχω την αίσθηση ότι ο
Κόσμος των Ονείρων δεν είναι λιγότερο «σημαντικός» ή πραγματικός από την
κατάσταση της εγρήγορσής μας.
Ίσως μάλιστα να αποτελεί
μια πιο έγκυρη απεικόνιση της πραγματικότητας, σε σύγκριση με την (ανεστίαστη)
κατάσταση της εγρήγορσης - εκείνη που μας έχουν κάνει να πιστεύουμε πως οφείλει
να κυριαρχεί στην καθημερινή μας ζωή.
Το «Σκοτάδι» είναι η Σκιά
μας - η απροθυμία μας, η ανικανότητά μας και η αποφυγή μας να αποδεχτούμε το
παροδικό όλων των «πραγμάτων».
Το Σκοτάδι αναδύεται μέσα
από την προσκόλλησή μας σε όσα πιστεύουμε, σε όσα μας έχουν πει και σε όσα
νομίζουμε ότι γνωρίζουμε.
Αν δεν αποδεχτούμε την
απόλυτη «φύση» του Σύμπαντος -την αλλαγή-, τείνουμε να κατακλυζόμαστε από
απογοήτευση, θυμό και πικρία, ενώ γινόμαστε ακόμη και επιβλαβείς για τον εαυτό
μας και τους άλλους,
αυτό που «νομίζουμε» ότι
είμαστε
αυτό που «νομίζουμε» ότι
δικαιούμαστε
αυτό που «νομίζουμε» ότι
κατέχουμε.
Τοποθετημένο σε ένα πιο
τζαζ -έως και ambient-
μουσικό πλαίσιο, το Born Horses, το πιο πρόσφατο μέχρι
σήμερα άλμπουμ των MR,
είναι ίσως το πιο εσωστρεφές έργο του συγκροτήματος.
Τι είναι αυτό που σε
συναρπάζει περισσότερο στις μη ανθρώπινες οντότητες, και ειδικότερα στα άλογα; Η
αδάμαστη φύση τους;
Η θέα από τον ανθρώπινο
γκρεμό μας μοιάζει συχνά, στα μάτια μου, τόσο θολή και γεμάτη ακαταστασία - σαν
να κοιτάζεις μέσα από ένα λερωμένο παρμπρίζ αυτοκινήτου ή σε έναν σκουριασμένο
καθρέφτη.
Στις πιο ήσυχες στιγμές,
που όλοι απολαμβάνουμε κατά καιρούς, μοιάζουμε να διαισθανόμαστε μια γαλήνη -θα
έλεγε κάποιος, μια ειδυλλιακή παρηγοριά- αφήνοντας τα «δράματά» μας εκεί που
ανήκουν... έξω από «εμάς».
Και ενώ μπορεί να
υπάρχουν οντότητες μη ανθρώπινου είδους, διαισθάνομαι ότι, ανεξάρτητα από τη
φύση της συνείδησης, πρόκειται πάντα για τη «Μητέρα Φύση».
Η φύση όλων των όντων είναι
να αποκαλύπτουν το άγαλμα -το πνεύμα- που βρίσκεται ήδη μέσα στο μάρμαρο/ύλη.
Η Ελλάδα αποτελεί το
καλύτερο παράδειγμα αυτής της πλατωνικής/πυθαγόρειας αντίληψης.
«Όταν κλείνω τα μάτια μου/ Όλα
όσα νόμιζα πως είχα χάσει, ένα προς ένα, τα βρίσκω ξανά/ Κι άλλοτε, όταν κλείνω τα μάτια μου/ Όλους όσους νόμιζα πως είχα χάσει, έναν προς
έναν, τους βρίσκω ξανά», καταλήγετε στο Everything I Thought I Had Lost.
Μήπως θα έπρεπε να
κλείνουμε τα μάτια μας πιο συχνά, ώστε να επιτρέψουμε στις αναμνήσεις μας να
πάρουν ξανά μορφή;
Το ίδιο το Σύμπαν είναι
μνήμη. Μνήμη που στοχάζεται τον εαυτό της μέσα σε μια αέναη μεταβολή. Όταν
συγχέουμε το «υλικό» με την «ουσία» όποιου πράγματος νιώθουμε ότι έχουμε χάσει,
υποφέρουμε ψυχολογικά και συναισθηματικά.
Η ουσία ή η παρουσία οτιδήποτε
έχουμε κάποτε αγαπήσει δε χάνεται ποτέ· απλώς μεταμορφώνεται σε μια νέα πτυχή
ενός άλλου πολύτιμου λίθου.
Η συναισθηματική μας
αντίληψη περί αιώνιας απώλειας έχει, δυστυχώς, εργαλειοποιηθεί από τις
θρησκείες και την εξουσία, μετατρεπόμενη σε φόβους. Είναι πολύ πιθανό τίποτα να
μη χάνεται ποτέ πραγματικά...
Ο Stephen Hawking έχασε ένα στοίχημα από
τον Leonard
Susskind
πάνω σε αυτή ακριβώς την αρχή, όσον αφορά τις Μαύρες Τρύπες (χα!)
Χαίρομαι που πρόσεξες
αυτό το τραγούδι· είναι ένα από τα αγαπημένα μου όσον αφορά τους στίχους,
ανάμεσα σε όλα τα έργα μας.
Οι MR κατάγονται από τις Η.Π.Α.,
αλλά δεν «ακούγονται» καθόλου ως βορειοαμερικανικό σχήμα. Πώς διαχειρίζεστε το
βορειοαμερικανικό πολιτισμικό και πολιτικό σας πλαίσιο;
Η αλήθεια της μουσικής
αφορά μια εσωτερική γεωγραφία... Εμπειρίες αποτυπωμένες στην ανθρώπινη
συνείδησή μας.
Υπάρχουν, ίσως, μόνο δύο
μορφές επικοινωνίας που καμία κυβέρνηση, καμία θρησκεία και κανένα σύστημα
πεποιθήσεων δεν μπορούν να δαμάσουν:
Τη Μουσική και το Γέλιο.
Ανυπομονώ να σας
καλωσορίσω στην Αθήνα!
Σε ευχαριστούμε για τις
τόσο υπέροχες ερωτήσεις! Ανυπομονούμε να βρεθούμε στην Αθήνα και να νιώσουμε
την ενέργειά της! Σκοπεύουμε όλοι να μείνουμε για πολλές μέρες και νύχτες μετά
την εμφάνισή μας!
Ο φίλος σου,
Jonathan
Ευχαριστώ
θερμά το Anika
Mottershaw για την πολύτιμη συμβολή του στην υλοποίηση
της συνέντευξης με τον Jonathan Donahue.
Οι Mercury Rev
εμφανίζονται ζωντανά στο
Gazarte
- Ground Stage (Βουτάδων 32-34, Γκάζι) την Πέμπτη
29 Οκτωβρίου.
.jpg)
%20(8).jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου